Οβιδίου Μεταμορφώσεις [7.425]: Αιακός και Μυρμιδόνες

στις

Στο εξώφυλλο Ο Αιακός ζητά από τον Δία να του στείλει τόσους άντρες όσα ήταν τα μυρμήγκια που ξεπηδούσαν από τον κορμό της βελανιδιάς.

γράφει ο Πυθεύς

[425] [Ο Αιγέας] Αποτροπιασμένος από την υπέρτατη μοχθηρία [της Μήδειας, η οποία είχε αποπειραθεί να δηλητηριάσει τον γιό του, Θησέα] αλλά πανηγυρίζοντας συνάμα για τον γιό του που απέφυγε τον θάνατο [όταν ο ίδιος έσπρωξε μακριά από τα χείλη του, το φαρμακωμένο ποτήρι με το οποίο η Μήδεια απεργαζόταν να τον δολοφονήσει] ο ευγνώμων πατέρας  άναψε φωτιές σε βωμούς και προσέφερε απλόχερα θυσίες στους θεούς. Σφαγίασε σωρούς από βόδια που είχε στολίσει με λουλούδια και επιχρυσωμένα κέρατα. Ο ήλιος ουδέποτε είχε φωτίσει τόσο δοξασμένη μέρα σ᾽ εκείνον τον τόπο, όπου νέοι, γέροι, άνθρωποι απλοί, γιόρταζαν αγκαλιασμένοι, με το κρασί να εμπνέει τον νού τους και τραγουδούσαν:

«Ω Θησέα αθάνατε! Δική σου ήταν η νίκη!
Εσύ δεν ήσουν που έσφαξες τον γιγάντιο ταύρο της Κρήτης;
Την Φαία στην Κρομμυώνα; Εκεί που τώρα ανενόχλητοι οι χωρικοί οργώνουν!
Κι ο Περιφήτης, ο ροπαλοφόρος, πόσο ταπεινώθηκε όταν τα ᾽βαλε με την δύναμή σου!
Τον θάνατό του απάντησε κι ο φοβερός Προκρούστης, σαν πάλεψε μαζί σου στου χειμάρρου την όχθη·
Ακόμη κι ο Κερκύονας, στην Ελευσίνα, την φαύλη ζωή του έχασε υποταγμένος στην πυγμή σου·
Κι ο Σίνις, το ανθρωπόμορφο τέρας, που την απόκοσμη δύναμή του επεδείκνυε με κάθε τρόπο τον κόσμο, λύγιζε τους κορμούς των δέντρων μέχρι να φιλήσουν το χώμα οι κορφές τους για να εκσφενδονίσει τα σώματα των ανθρώπων στον αέρα·
Ως κι ο δρόμος για τα Μέγαρα ελευθερώθηκε, όταν έριξες τον ληστή Σκίρωνα στον γκρεμό· γη και θάλασσα αρνήθηκαν ν᾽ αναπαύσουν τα κόκαλά του —βράχια γίναν και φέρουν τ᾽ όνομά του·
Πως ν᾽απαριθμήσουμε τα τόσα ένδοξα κατορθώματά σου, που ξεπερνούν τα χρόνια σου!
Σε σένα γενναίε ήρωα, αφιερώνουμε δημόσια τούτες τις ευχαριστίες και προσευχές·
Προς τιμήν σου στραγγίζουμε τα ποτήρια του κρασιού μας!»

Χαρούμενα τραγούδια ηχούσαν απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη στο παλάτι, μαζί τις ευγνώμονες προσευχές όλων των ανθρώπων —και θλίψη τι θα πεί, δεν γνώριζε η πόλη.

[453] Αλλά την χαρά πάντοτε αλυσοδεμένη με την λύπη θα την βρεἰς και την στενοχώρια συντροφιά με τις ξέγνοιαστες ώρες. Τώρα που ο βασιλιάς Αιγέας γλεντά με τον γιό του, ο Μίνως ετοιμάζεται για πόλεμο. Ήταν ανίκητος σε άντρες και πλοία —κι ακόμα πιο έντονη η επιθυμία του να ξεθυμάνει την οργή του προς τον βασιλέα ο οποίος δολοφόνησε τον γιό του, Ανδρόγεω. Πρώτα όμως ζήτησε από φίλους να συμπαρασταθούν στην επιχείρησή του·  κι έριξε στην θάλασσα έναν γρήγορο στόλο —κάτι στο οποίο πλεονεκτούσε. Ανάφη και Αστυπάλαια συμφώνησαν να συνδράμουν τον σκοπό του, η πρώτη παρακινούμενη από υποσχέσεις και η δεύτερη από τις απειλές του.  Η ξερόκαμπη Μύκονος και η Κίμωλος με τα ασβεστολιθικά χώματα, δέχτηκαν να βοηθήσουν· αλλά και η Σύρος, ντυμένη με άγριο θυμάρι, η πεδινή Σέριφος, η Πάρος με τα μαρμαρένια βράχια και ᾽κείνος ο τόπος που είχε προδώσει η ασεβής Σίφνια, Άρνη, η οποία έχοντας συγκεντρώσει τον χρυσό που απαιτούσε η απληστία της, μεταμορφώθηκε σε πουλί, μιά μαυροπόδαρη, μαυρόφτερη καρακάξα, πόθος της οποίας έκτοτε φαντάζει νά᾽ναι ότι πιο αστραφτερό. 

[469] Ωστόσο, η Ωλίαρος (σημ. Αντίπαρος) η Διδύμη (πλησίον της Σύρου) η Τήνος, η Γιάρος, η Άνδρος και η Πεπάρηθος (σημ. Σκόπελος) πλούσια σε γυαλιστερές ελιές, ουδεμία βοήθεια παρείχαν στον πανίσχυρο Κρητικό στόλο.  Αποπλέοντας από τα μέρη τους, ο Μίνως έφθασε στην Οινοπία (σημ. Αίγινα) στο γνωστό βασίλειο των Αιακιδών —οι άνθρωποι του παρελθόντος αποκαλούσαν το μέρος Οινοπία· αλλά ο Αιακός το προσονόμασε Αίγινα από το όνομα της μητέρας του. Κατά την προσέγγισή του, όχλος ανυπόμονος έσπευσε αποφασισμένος να δεί και να γνωρίσει έναν τόσο σπουδαίο άντρα. Τον συνάντησε ο Τελαμώνας, ο νεότερος αδελφός του και ο Φώκος, τρίτος στην σειρά. Ακόμη κι ο Αιακός εμφανίστηκε, αργός από το βάρος των χρόνων και του ζήτησε να μάθει ποιός θα μπορούσε να ήταν ο λόγος της άφιξής του. Ο ηγέτης των εκατό πόλεων, αναστέναξε καθώς κοίταξε τους γιούς του Αιακού επειδή του θύμισαν το χαμένο του παιδί και βαθύτατα θλιμμένος απάντησε: «Έρχομαι ικετεύοντάς σας ν᾽ αναλάβετε τα όπλα και να με βοηθήσετε στον πόλεμο ενάντια στους εχθρούς μου·  τούτη την παρηγοριά οφείλω την σκιά του χαμένου μου γιού, του οποίου το αίμα έχυσαν».  Αλλά ο Αιακός απάντησε στον Μίνωα: «Όχι, είναι μάταιο το αίτημά σου, στενή συμμαχία με την γη και τον λαό της Κεκροπίας μας δεσμεύει». Γεμάτος οργή από την άρνηση που έλαβε, ο βασιλέας της Κρήτης αποπλέοντας από τις ακτές τους, απάντησε: «Ας γίνει αυτή η συμφωνία, ο όλεθρός σας». Με την πανούργα αυτή απειλή απομακρύνθηκε, θεωρώντας σκόπιμο να μην σπαταλήσει την δύναμή του σε πολέμους μέχρι την κατάλληλη στιγμή. 

[490] Προτού εξαφανισθούν τα πλοία από την Κρήτη, πριν η ομίχλη και το μπλέ των κυμάτων κρύψουν τα ξεθωριασμένα ίχνη τους από τα μάτια του ανήσυχου πλήθους που είχε μαζευτεί στις ακτές της Οινοπίας, πλοίο από την Αθήνα με φαρδυά πανιά εμφανίστηκε κι αγκυροβόλησε με ασφάλεια πλησίον της φίλιας ακτής τους· ευθύς παρουσιάστηκε ο πανίσχυρος Κέφαλος, καλά γνωστός σε όλο εκείνο το έθνος για τα κατορθώματά του, ο οποίος μόλις πάτησε το πόδι του στην ξηρά, τους απηυθύνε χαιρετισμό καλής θελήσεως από τον λαό του.  Οι γόνοι του Αιακού τον θυμόντουσαν καλά, παρόλο που είχαν να τον δούν αμέτρητα χρόνια. Τον οδήγησαν στο μέρος που θα τον υποδεχόταν ο πατέρας τους και μαζί πήγαν και οι δύο του σύντροφοι, ο Κλύτος και ο Βούτης.

[501] Με ὀλα τα μάτια στραμμένα πάνω του, μιας και διατηρούσε την γοητεία του, ανταλλάχθηκαν οι συνήθεις χαιρετισμοί και ο χαρισματικός ήρωας, κρατώντας στα χέρια του κλαδί ελιάς από την γη των προγόνων του, παρέδωσε το Αθηναϊκό μήνυμα, με το οποίο ζητούσε βοήθεια, υπενθυμίζοντας τους όρους της συμμαχίας και τους αρχαίους δεσμούς μεταξύ των λαών τους.  Επιδίωξη του Μίνωα, πρόσθεσε, δεν ήταν μόνο η κατάκτηση του κράτους των Αθηνών, αλλά η κυριαρχία σε όλα τα Ελληνικά κράτη. Όταν εύγλωττα αποκαλύφθηκαν οι λόγοι, με το αριστερό χέρι του στην λαβή του λαμπερού σκήπτρου, ο βασιλέας Αιακός αποκρίθηκε:  «Μην ζητάτε την βοήθειά μας Αθηναίοι, πάρτε την μόνοι σας· με τόλμη υπολογίστε για δική σας όση δύναμη κατέχει το νησί και όλα τα εφόδια που μπορεί να προμηθεύσει ο τόπος που εξουσιάζω. Δεν είναι μικρή η αντοχή μου γι αυτόν τον πόλεμο, έχω αρκετούς στρατιώτες για τον εαυτό μου και για τον εχθρό μου. Χάρη στους Θεούς!»

«Μακάρι να᾽ναι έτσι» απάντησε ο Κέφαλος «είθε να πολλαπλασιαστούν οι άντρες στην πόλη σου: μόνο και μόνο από την ώρα που πάτησα το πόδι μου εδώ, είχα την χαρά να συναντήσω νέους, άξιους και σε κατάλληλη ηλικία. Κι ακόμη λείπουν πολλοί από αυτούς που είδα όταν είχα επισκεφθεί τελευταία φορά τα μέρη σου»

[517] Ο Αιακός στέναξε και με λυπημένη φωνή αποκρίθηκε: «Με θρήνους ξεκινήσαμε, αλλά καλύτερη τύχη ακολούθησε.  Θα μπορούσα να αρκεστώ στο τελευταίο και να μην πώ το πρώτο! Προστάζοντας την καρδιά μου να μην σταθεί πολύ σ᾽αυτά τα απλά και σύντομα λόγια. Εκείνοι οι πρόσχαροι νέοι που περίμεναν να σου φανούν κάπου χρήσιμοι, που σου χαμογέλασαν κι αναρωτιέσαι τώρα για το τι απέγιναν, επειδή η απουσία τους θλίβει τον ευγενή σου νου, χάθηκαν!  Ξασπρισμένα κόκαλα ή σκόρπιες στάχτες ίσως να᾽ναι τα μόνα που απομένουν, θλιβερά υπολείμματα, κουφάρια δύναμης εξανεμισμένης, όπως, τελευταία, η ελπίδα και η σθεναρότητά μου»

«Επειδή το νησί αυτό φέρει το όνομα μιας αντιζήλου, παθιασμένη για εκδίκηση, η ζηλόφθονη Ήρα έπληξε με φονικό λοιμό τους πιστούς μου υπηκόους. Η μεγάλη αυτή πληγή φάνηκε αρχικά σαν κοινή αρρώστια, αλλά σύντομα η δύναμή της ξεγέλασε τις υπέρτατες προσπάθειές μας. Τα φάρμακα δεν ωφελούσαν· ο εφιάλτης σάρωσε τον τόπο πέρα για πέρα και ξέσπασε τρομερή καταστροφή. Πυκνό σκοτάδι μαζεύτηκε στους ουρανούς που χαμήλωσαν και τύλιξαν την ταπεινή γη μας σε ζεστή, λιποθυμική και άρρωστη ατμόσφαιρα μέχρι να γεμίσει η Σελήνη τέσσερις φορές. Ζεστοί, νοτιάδες ξεφυσούσαν την μολυσμένη ανάσα τους επάνω μας. Ταυτόχρονα σχεδόν η επιδημία έφθασε στις πολύτιμες πηγές και τις λίμνες μας, χιλιάδες ερπετών που σέρνονταν σε μέρη έρημα, μόλυναν τα ποτάμια μας με το δηλητήριό τους»

«Η αρρώστια φανέρωσε αρχικά την φρικιαστική της δύναμη σε σκύλους, πτηνά, βοοειδή και άγρια ζώα. Οι δύσμοιροι ζευγολάτες σάστιζαν αντικρύζοντας τους γεροδεμένους ταύρους να λυγίζουν, να πέφτουν και να βυθίζονται στ᾽ αυλάκια που μόλις είχαν σκάψει. Μαλλιαρά κοπάδια βέλαζαν ασθενικά ενώ το τρίχωμά τους έπεφτε δίχως λόγο και τα σώματά τους μαράζωναν.  Άλογα, απαράμιλλου θάρρους, δοξασμένα κι αναγνωρισμένα στους αγώνες, έχουν τώρα χάσει το αγέρωχο πνεύμα του νικητή και σα να λησμονούν την δόξα του παρελθόντος, μουγκρίζουν κλεισμένα σε ανήλιαγους στάβλους, καταδικασμένα σε άδοξο θάνατο. Τ᾽ αγριογούρουνα ξεχνάνε να θεριέψουν, τα ελάφια δεν εμπιστεύονται τα γρήγορα πόδια τους· ακόμα και η πεινασμένη αρκούδα δεν τα βάζει πιά με ολόκληρα κοπάδια»

[552] «Θάνατος έζωσε όλα τα σπλάχνα της ζωής· στα δάση, στους δρόμους, στους αγρούς, αηδιαστικοί σοροί βάραιναν ακόμα περισσότερο την πνιγηρή ατμόσφαιρα.  Οι λύκοι, οι γύπες, ακόμα και τα σκυλιά, ούτε άγγιζαν τις σάρκες που σάπιζαν ανάμεσα στην γη και τον καυτό ήλιο· μοιραίες δίνες αναθυμιάσεων γιγάντωναν τον τρόμο. Έτσι, μπολιασμένη με τα δικά της μικρόβια, εξαπλώθηκε η καταστροφική δύναμη της επιδημίας, η οποία φάνηκε να ξεπηδά από τα άψυχα κουφάρια όλων των ζώων της πλάσης μέχρι να φτάσει στα οργωμένα χώματα κι από ᾽κει να πετάξει και να σκεπάσει με τα φτερά της ολάκερη τούτη την πόλη. Πάντα ξεκινούσε με τους αρρώστους να αισθάνονται ότι τα σωθικά τους φλέγονται· κόκκινες κηλίδες εμφανίζονταν στο σώμα μετά από λίγο και διαπεραστικοί πόνοι στα πνευμόνια, έκοβαν την ανάσα. Σειρά είχε η πρησμένη γλώσσα να ξεπροβάλλει, τραχιά και αποχρωματισμένη, από το στόμα που έχασκε για να ρουφά τον μολυσμένο αέρα, αποκαλύπτοντας κόκκινες παλλόμενες φλέβες»

«Το πιο μαλακό κρεβάτι, τα ακριβότερα σκεπάσματα, ανακούφιση δεν μπορούσαν να προσφέρουν· τουναντίον ο άρρωστος γυμνωνόταν και κυλιόταν καταγής για να δροσίσει το φλεγόμενο στήθος του, αλλά μονάχα ζέσταινε τη γη κι εκείνη βοήθεια δεν του επέστρεφε. Γιατρός πουθενά. Εκείνοι που υπηρετούσαν τους αρρώστους, πρώτοι υπέφεραν από την φοβερή αρρώστια· σαν να ξέσπασε με μανία πάνω σε όσους θεράπευαν. Η ιερή τέχνη της ιατρικής έγινε θανάσιμη παγίδα για όσους την γνώριζαν καλύτερα. Ασφάλεια μόνο η φυγή μπορούσε να προσφέρει· οι πιο κοντινοί με τους πληγέντες κι εκείνοι που με πίστη εκπλήρωναν τις επιθυμίες τους, ήσαν πάντα οι πρώτοι που υπέφεραν όπως οι προστατευόμενοί τους»

«Πολλοί, βέβαιοι για το επερχόμενο τέλος, παραδόθηκαν στ᾽ ανομολόγητα πάθη τους, ασυνείδητοι, εγκαταλελειμμένοι και δίχως αίσθηση ντροπής μαζεύονταν με ανήθικες διαθέσεις πλάι σε πηγάδια, ποταμούς και δροσερές πηγές· αλλά την δίψα τους κανένα νερό δεν μπορούσε να καταπραΰνει και μονάχα ο θάνατος ήταν σε θέση να σβήσει τον πόθο τους. Πολύ αδύναμοι για να σταθούν ορθοί, πέθαιναν στα νερά και τα βρώμιζαν, την ίδια ώρα που άλλοι έπιναν από τον θάνατό τους. Φρενίτιδα τους κατέλαβε, κάνοντας τα κρεβάτια τους να μοιάζουν με ακραίο βασανιστήριο για τα ταλαίπωρα νεύρα τους. Αλλόφρονες, μη μπορώντας να αντέξουν τον πόνο, τινάζονταν πάνω και πηδούσαν απεγνωσμένα ή αν ήταν πολύ εξασθενημένοι στριφογύριζαν το σώμα τους στο έδαφος οι δύσμοιροι, προκειμένου να ξεφύγουν από τα μισητά σπίτια τους, την πηγή του κακού, όπως φαντἀζονταν· με την αιτία να᾽ναι κρυφή και άγνωστη, η φρίκη αποδόθηκε στον τόπο. Η καχυποψία περιέβαλλε κάθε αδύναμη ύπαρξη σε απόδειξη του αδιεξόδου. Πολλοί δυστυχείς τρέκλιζαν μισοπεθαμένοι στους αποπνικτικούς δρόμους για όσο τους βαστούσαν τα πόδια τους· άλλοι, οδυρόμενοι, ξαπλωμένοι στο χώμα, πέθαιναν με σπασμούς και τα μάτια τους γυρίζαν προς τα πάνω ατενίζοντας τα μετέωρα σύννεφα· κάτω από το θλιμμένο φως των αστεριών εξέπνεαν τις ψυχές τους»

[582] «Ω, τι βαθειά απελπισία ήταν αυτή που κυρίευσε κι εμένα, τον ηγέτη αυτού του δύσμοιρου λαού! Βασανίστηκα από παθιασμένη επιθυμία να πεθάνω με τον ίδιο τρόπο· μισούσα την ζωή. Όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα μου, πλήθος από τρομακτικές φιγούρες σε αποτρόπαιες στάσεις ήσαν σκορπισμένες στο έδαφος σαν σάπια μήλα που τα πήρε ο αέρας από τα κλαδιά ή σαν βελανίδια πεσμένα γύρω από κάποιο ροζιασμένο δρύινο κορμό.  Σηκώστε τα μάτια σας! Ιδού ο ιερός ναός! από χρόνια αφιερωμένος στον Δία! —Σε τι οφέλησαν οι προσευχές του φοβισμένου πλήθους ή των θυμιαμάτων που κάηκαν σ᾽εκείνους τους αφιερωμένους βωμούς; —Στο μέσον των πιο θερμών ικεσιών του, ο σύζυγος προσευχόμενος για την αγαπημένη του σύντροφο ή ο περήφανος πατέρας για τον πληγωμένο γιό του, έμελλε, πριν καν αρθρώσουν λέξη, να πεθάνουν γαντζωμένοι από τα θυσιαστήρια των θεών τους, κρατώντας με το ένα χέρι τεντωμένο προς την φωτιά, κλάδο από λιβάνι».

«Πόσο συχνά σφάγια εξιλαστήρια σύρθηκαν σ᾽ εκείνους τους ναούς κι ενώ ασπροντυμένοι ιερείς έχυναν κρασί ανάμεσα στα κέρατά τους, λύγιζαν πριν επέλθει το μοιραίο χτύπημα! Όταν προετοίμαζα θυσία στον Δία, για εμένα, την πατρίδα και τα τρία παιδιά μου,  το θύμα πάντα έβγαζε ήχους ζοφερούς και προτού δεχθεί πλήγμα, αίφνης σωριαζόταν πλάι στον βωμό· το λιγοστό του αίμα έρεε αδύναμα από τις μαχαιριές, του σφαξίματος. Απ᾽ τα εντόσθιά τους έλλειπε κάθε ίχνος αλήθειας· τα σημάδια των θεών δεν μπορούσαν να διαβαστούν —η ολέθρια αρρώστια είχε παρεισφρήσει στην καρδιά της ζωής. Έχω δει κουφάρια ανθρώπων να κείτονται σαπίζοντας μπροστά στις εισόδους των ναών ή σιμά στους βωμούς, όπου έπεσαν φανερώνοντας το απεχθές πρόσωπο του θανάτου στους θεούς. Έβλεπα συχνά κάποιους απελπισμένους να τερματίζουν την ζωή με δικά τους μέσα, έτσι ώστε να ξεγελάσουν τον φόβο του χαμού πεθαίνοντας εκούσια,  με μια παράλογη βιασύνη να προσπεράσουν την μοίρα που κοντοζύγωνε.

«Τα πτώματα, απρεπώς παραπεταμένα, δίχως επικήδειες τελετές όπως όριζαν τα έθιμα. Όλες οι πύλες συνωστισμένες από νεκρικές πομπές. Άταφοι μπορεί να κείτονταν στο έδαφος ή αφημένοι σε υπερυψωμένες πυρές δίχως θρήνο για τον δύστυχο χαμό τους που διαλυόταν σε βεβηλωμένες στάχτες. Κάθε ίχνος αυτοσυγκράτησης έλλειπε από το ξέφρενο πλήθος το οποίο κατέλαβε μαχόμενο τις φλεγόμενες ξύλινες σωρούς· ακόμα και οι νεκροί στερήθηκαν την ανάπαυσή τους. Και ποιός θα θρηνούσε τώρα για τις ψυχές των απογόνων, των συντρόφων, νέων και γέρων, όλοι τους αμοιρολόγητοι; Η γη δεν χωρούσε τόσα μνήματα και το πυκνό δάσος γυμνώθηκε από δέντρα». 

[614] «Συντετριμμένος από την όψη της μεγάλης συμφοράς, θρηνούσα: “Ω Δία! αν είναι αλήθεια ότι βρήκες γλυκιά παρηγοριά στην αγκαλιά της Αίγινας· αν δεν ντέπεσαι για μένα, τον γιό σου, παλινόρθωσε τον λαό μου, είτε θάψε το σώμα μου ώστε να υποφέρω όπως εκείνοι που αγαπώ”.  Υπέρλαμπρη αστραπή στο φως της μ᾽ έλουσε κι ο ήχος της βροντής φανέρωσε ότι το παράπονό μου είχε εισακουστεί. Ευθύς μόλις το αντιλήφθηκα, φώναξα: “Είθε, Δία βασιλιά, τα ευχάριστα σημάδια της συγκατάθεσής σου να είναι οιωνοί μιας ιερής υπόσχεσης”.

[622] «Παραδίπλα μια βελανιδιά, σπέρμα φερμένο από την Δωδώνη,  άπλωνε τ᾽ αραιόφυλλα κλαδιά της·  σαν στρατός που παρελαύνει, είδα αλυσίδα από μυρμήγκια να κουβαλάνε σπόρια και να προχωρούν μισοκρυμμένα στον βαθιά ρυτιδωμένο κορμό. Κι ενώ θαύμαζα την ατελείωτη γραμμή, είπα: “Καλέ μου πατέρα, δωσ᾽ μου τόσους πολίτες για τα άδεια τείχη μου”. Με το που έσβησε η φωνή μου, το δέντρο άρχισε να τρέμει δίχως άνεμο, μήτε καν αύρα, ενώ συρτός ήχος έβγαινε μέσα απ᾽ τα κλαδιά του. Μην απορήσετε για τον τρόμο που με κυρίευσε· ανατρίχιασα και με δυσκολία μπορούσα να συγκρατήσω τα αδύναμα, τρεμάμενα, γόνατά μου που λυγίσαν και γονάτισα στο χώμα προσκυνώντας το ιερό δέντρο· ίσως τότε η καρδιά μου αγκάλιασε μια σκέψη που ασυνείδητα μου χάρισε κάποια ελπίδα».

[634] «Το βράδυ πλάγιασα εξαντλημένος· ύπνος βαθύς σκλάβωσε το κορμί μου, αλλά το δέντρο έμοιαζε να είναι πάντα μπροστά στα μάτια μου με τα διάπλατα κλαδιά του να μου φανερώνουν ακόμα και τα πουλιά ανάμεσα στα φύλλα του· κι απ᾽ τα κλωνάρια του, που τρέμαν στον ακίνητο αέρα, μυρμήγκια κατεβαίναν και μαζεύονταν καταγής σαν να ᾽ταν στρατιώτες· με το που άγγιζαν το χώμα, ολοένα και μεγάλωναν μέχρι που στάθηκαν ορθά, τα σκληρά μέρη πέσαν απ᾽ το σώμα τους, τα πολλά πόδια χαθήκαν, το σκούρο καφέ χρώμα άλλαξε και πήραν τελικά μορφή ανθρώπου». 

[646] «Όταν τ᾽ αλλόκοτο όνειρό μου τέλειωσε, ξύπνησα· το όραμα είχε διαλυθεί και στράφηκα στους Ουρανούς να παραπονεθώ για την μάταιη παρηγοριά αυτών των ονείρων· αλλά με το που άρθρωσα την θλίψη μου, άκουσα δυνατή βοή να ανανακλάται στους τοίχους του έρημου παλατιού μου, σαν οχλαγωγία·  τέτοια ηχώ είχε πολλές μέρες να ταράξει την σιωπή των έρημων δωματίων. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καπρίτσιο του ονείρου μου, μέχρις ο γενναίος μου γιός, ο Τελαμώνας, να σπρώξει βιαστικά την πόρτα και να μου φωνάξει ασθμαίνοντας: “έλα γρήγορα πατέρα να θαυμάσεις κάτι πέρα κι από τα πιο τρελά σου όνειρα”. Πράγματι, βγήκα έξω κι εκεί είδα τέτοιους άντρες παρατεταγμένους, όπως εκείνοι που είχα δεί να μεταμορφώνονται στο παράξενο όραμα με τα κινούμενα μυρμήγκια. Έκαναν όλοι ένα βήμα μπροστά και μου απηύθυναν βασιλικό χαιρετισμό. Δίχως αργοπορία, προσέφερα όρκους πίστεως στον Δία και μοίρασα εγκαταλελειμμένα κτήματα και καταλύματα των πόλεων σε ᾽κείνους τους άντρες που θαυματουργά γεννήθηκαν και τώρα αποκαλούνται “οι Μυρμιδόνες μου” ζωντανοί μάρτυρες του περίεργου ονείρου μου».

«Έχετε αντικρύσει αυτούς τους ανθρώπους. Αποδεικνύουν περίτρανα όσα συνέβησαν. Διατήρησαν τα πασίγνωστα έθιμα των ημερών που προηγήθηκαν της μεταμόρφωσής τους. Εργάστηκαν υπομονετικά· φύλαξαν τα κέρδη του μόχθου τους και περιφρούρησαν το αντικείμενό του με σπάνια γενναιότητα. Θα σε ακολουθήσουν σε κάθε πόλεμο, ταιριαστοί σε χρόνια κι αντοχή και σου υπόσχομαι όταν γυρίσει τούτος ο ανατολικός άνεμος, που σας ευνόησε και σας έφερε εδώ και φυσήξει νότιος, ούριος για τα σχέδιά μας, τότε οι γενναίοι Μυρμιδόνες μου, θα είναι πλάι σου». 

 

o-35871

Αναφορές

Theoi.com

[http://www.theoi.com/Text/OvidMetamorphoses7.html#5]

METAMORPHOSES BOOK 7, TRANSLATED BY BROOKES MORE

[http://www.latein-pagina.de/index.html?http://www.latein-pagina.de/iexplorer/ovids_metas.htm%5D

Εικόνα εξωφύλλου

Ο Αιακός ζητά από τον Δία να του στείλει τόσους άντρες όσα ήταν τα μυρμήγκια που ξεπηδούσαν από τον κορμό της βελανιδιάς.
(Virgil Solis, Edition 1581) Ovid. Met. VII, 474

[http://www.latein-pagina.de/index.html?http://www.latein-pagina.de/iexplorer/ovids_metas.htm ]

Advertisements

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η vequinox λέει:

    Reblogged στις Manolis.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s