Μικρασιατική καταστροφή……….μέρος 1ο

στις

Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης σε μία απέλπιδα προσπάθεια εξεύρεσης βοήθειας, κυρίως οικονομικής, γιά τήν λύση του μικρασιατικού προβλήματος διέτρεχε τίς ευρωπαϊκές πόλεις. Από τό Λονδίνο μετέβη στήν Ρώμη καί από εκεί στίς Κάννες, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων της Entente (Αντάντ). Ολες οι συναντήσεις απέβησαν άκαρπες. Τήν ίδια ώρα πού οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές καί οι Ιταλοί κεφαλαιοκράτες σε συνεργασία μέ τούς Κομμουνιστές της Σοβιετικής Ενωσης, υποστήριζαν μέ όλα τά μέσα τούς γενοκτόνους του Κεμάλ, η Αγγλία ηρνείτο καί τήν ελάχιστη οικονομική βοήθεια πού χρειάζοταν ο Δημήτριος Γούναρης γιά να συντηρήσει τόν ελληνικό στρατό στήν Μικρά Ασία.
Μικρά Ασία Σαγγάριος 1921
Τό ημερήσιο κόστος του πολέμου έφτανε τά 8.000.000 δραχμές. Στίς 10 Ιανουαρίου 1922 ο στρατηγός Παπούλας ειδοποίησε τήν κυβέρνηση, ότι αν δεν  σταλούν στό μέτωπο ενισχύσεις, χρήματα καί πολεμικό υλικό, ο Ελληνικός στρατός  έπρεπε νά αποχωρήσει από τή Μικρά Ασία.

Ο Γούναρης, πού είχε μεταβεί στό Λονδίνο μετά τή Συνδιάσκεψη των Καννών, ειδοποίησε στίς 2 Φεβρουαρίου, τό αγγλικό Υπουργείο Εξωτερικών μέ επίσημη διακοίνωση, ότι αν η Ελλάδα δέν κατόρθωνε νά βρεί κεφάλαια στήν αγγλική χρηματαγορά, η μόνη επιλογή πού απέμενε στήν κυβέρνησή του ήταν νά διατάξει τήν εκκένωση της γής της Ιωνίας. Ακολουθεί διάλογος του Γούναρη μέ τόν Ξενοφώντα Στρατηγό:

«– Πρέπει νά φύγωμεν από τήν Μικρά Ασία. Ο χειμών προχωρεί δριμύς, οι στρατιώτες μας καταπονούνται καί πάσχουν, μετ’ ολίγον δέν θά έχωμεν τά μέσα νά τούς θρέψωμεν! Οι ξένοι αφού μάς ώθησαν εις τήν περιπετειώδη αυτήν πολιτικήν, αφού εξέθεσαν τούς δυστυχείς πληθυσμούς μέ τάς υποσχέσεις των περί ελευθερίας των λαών κλπ, προσπαθούν τώρα να εξοικονομήσουν μόνον τά συμφέροντά των, λησμονούν τάς επαγγελίας των, λησμονούν τήν ανθρώπινη αλληλεγγύην καί μας εγκαταλείπουν! Αλλά τί θ’ απογίνουν οι δυστυχείς πληθυσμοί; Πρέπει να προσπαθήσωμεν νά τούς σώσωμεν!
– Κύριε Πρόεδρε. Ριζική λύσις τοιούτων καταστάσεων δύναται να επιτευχθή μόνον δι’ εντόνου στρατιωτικής δράσεως, οία υπήρξεν του παρελθόντος θέρους, η δέ παθητική άμυνα φθείρει τόν στρατόν καί παραλύει τάς δυνάμεις του. Φρονώ, ότι είναι αδύνατον σήμερον διά τήν Ελλάδα, νά επιχειρήση νέαν μεγάλην επιθετικήν προσπάθειαν, καί λόγω καταπονήσεως του στρατού καί λόγω οικονομικής εξαντλήσεως, ώστε απο καθαρώς στρατιωτικής απόψεως, άν κάθε άλλη λύσις ήθελεν αποκλεισθή, πρέπει να εγκαταλείψωμεν τήν Μικρά Ασία.».

Ο Αγγλος υπουργός Εξωτερικών Curzon πού ενδιαφερόταν κυρίως γιά τόν έλεγχο των Στενών, έκρινε ότι η Ελλάδα δέν είχε φτάσει ακόμα σέ κατάσταση πού θά οδηγούσε σε κατάρρευση του μετώπου. Γνώριζε ο Κόρζον ότι η κατάρρευση θά είχε οδυνηρά αποτελέσματα γιά τά συμφέροντα της Αγγλίας στήν Εγγύς Ανατολή καί γι’ αυτό ανέλαβε τήν πρωτοβουλία χειρισμών γιά τήν λήξη του μικρασιατικού πολέμου μέ τήν τακτική όμως αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τήν Μικρά Ασία. Εν τω μεταξύ παραιτήθηκε στή Γαλλία η κυβέρνηση Μπριάν καί ανέλαβε τήν πρωθυπουργία ο Πουανκαρέ, ο οποίος ήταν σαφώς κατά της Ελλάδος καί υπέρ της Τουρκίας.

Στή Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη των Παρισίων τόν Μάρτιο του 1922, οι εκπρόσωποι των τριών Δυνάμεων συμφώνησαν ένα σχέδιο ειρήνης σύμφωνα μέ τό οποίο θά υποχωρούσαν οι δύο εμπόλεμοι στρατοί κατά 10 χιλιόμετρα από τίς γραμμές πού κατείχαν μέ τήν προοπτική της αποχωρήσεως του ελληνικού στρατού από τή Μικρά Ασία, αδιαφορώντας πλήρως γιά τή μοίρα των χριστιανικών μειονοτήτων της τουρκικής επικράτειας. Τό μόνο πού εξασφάλισαν οι Ευρωπαίοι ήταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στά Στενά μέ τή μόνιμη αποστρατικοποίηση τους. Στήν Ελλάδα τό σχέδιο ειρήνης έγινε δεκτό μέ έκπληξη καί αγανάκτηση τήν οποία εξέφρασε έντονα ο Αθηναϊκός τύπος. Κατηγορούσαν οι ελληνικές εφημερίδες τήν βρετανική κυβέρνηση, ότι έχοντας εξασφαλίσει τά ζωτικά της συμφέροντα στά Δαρδανέλια καί τη βόρεια Μεσοποταμία, εγκατέλειπε τούς χριστιανικούς πληθυσμούς (Αρμενίους, Ελληνες, Ασσυροχαλδαίους) στήν τύχη τους.

«Καί οι υπογράψαντες τάς ωραίας αυτάς λέξεις, εξήλθον εκ της αιθούσης της Διασκέψεως τελείως ευχαριστημένοι, φυσικά, μέ τόν εαυτόν των, ότι αυτοί εξετέλεσαν τό καθήκον των, αφειδώς μοιράσαντες συμβουλάς καί φιλοφρονήσεις, σύν τή μερίμνη περί των συμφερόντων των. Τό ότι όμως τό έγγραφον αυτό απετέλει τό σάβανον ενός μικρού Εθνους, όπερ εκάλεσαν εις βοήθειαν των κατά τήν ώραν του κινδύνου καί όπερ μετά σπανίως εθελοθυσίας καί τελεσφόρως τούς εβοήθησαν, ουδόλως ετάραττε τάς συνειδήσεις τών αξιούντων να διευθύνωσι τάς τύχας του Κόσμου! Εστω τούτο δίδαγμα τουλάχιστον διά τό μέλλον!».
Ξενοφών Στρατηγός – Η Ελλάς εν Μικρά Ασία, 1925

Τά συνεχή αδιέξοδα ώθησαν τόν Γούναρη σε παραίτηση καί ακολούθησαν οι κυβερνήσεις του Νικόλαου Στράτου καί του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη οι οποίες ενέτειναν τά προβλήματα σέ μία χώρα πού είχε φθάσει στήν χρεωκοπία καί έπρεπε να συντηρήσει έναν μεγάλο στρατό πού βρισκόταν στά αφιλόξενα οροπέδια της Καππαδοκίας. Μία πρωτότυπη λύση στό οικονομικό πρόβλημα έδωσε ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης: διχοτόμησε το χαρτονόμισμα. Η αριστερή πλευρά χρησιμοποιείτο ως νόμισμα στη μισή αξία του ακεραίου χαρτονομίσματος (π.χ. το τεμάχιο του εκατονταδράχμου άξιζε πλέον πενήντα δραχμές). Η δεξιά πλευρά του χαρτονομίσματος ανταλλασσόταν με έντοκη ομολογία στη μισή αξία του ακεραίου χαρτονομίσματος. Το σύστημα αυτό, που έχει επαινεθεί ιδιαιτέρως, κατάφερε αφ’ ενός να μην κυκλοφορήσει νέο χαρτονόμισμα, το οποίο θα οδηγούσε σε ασφυκτική πληθωριστική πίεση, και αφ’ ετέρου να συγκεντρωθεί αμέσως ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Ο Πρωτοπαπαδάκης προκειμένου να μην κατηγορηθεί για το ιδιαίτερα σκληρό οικονομικό μέτρο που πήρε, την προηγουμένη της δημοσιεύσεως του νόμου υποθήκευσε τα ακίνητά του, παίρνοντας δάνειο 225 χιλιάδων δραχμών. Την επομένη ακριβώς ημέρα της δημοσιεύσεως του νόμου, ο υπουργός είχε χάσει 112.500 δραχμές με δική του θέληση

Μικρασιατική άμυνα

Μετά από τά διπλωματικά αδιέξοδα καί τήν επερχόμενη οικονομική καταστροφή οι Μικρασιάτες, μπροστά στό ενδεχόμενο της εγκατάλειψής τους από τόν Ελληνικό στρατό, δημιούργησαν μία κίνηση μέ σκοπό τήν κινητοποίηση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας καί τή δημιουργία ανεξάρτητου στρατιωτικού σώματος μέ κύριο στόχο τήν ανακήρυξη της αυτονομίας τους. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Ελληνική Μικρασιατική Αμυνα» καί ο στρατός θά απαρτίζονταν από Μικρασιάτες καί από εθελοντές Ελλαδίτες.

Αρχιστράτηγος ΠαπούλαςΕκατοντάδες αξιωματικοί δήλωσαν ότι θά ετίθεντο επικεφαλής του στρατού ο οποίος θά ανελάμβανε τήν διαφύλαξη της ελευθερίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Παράλληλα άρχισαν έρανοι σέ ομογενείς της Αιγύπτου, της Αμερικής καί οπουδήποτε κτυπούσε παλμός ελληνικής καρδιάς, ενώ η ηγεσία της Μικρασιατικής Αμυνας προσεφέρθη στόν Αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα ο οποίος έβλεπε ευνοϊκώς μία τέτοια προσπάθεια. Αντιθέτως, η ελληνική κυβέρνηση δέν στήριξε τήν ιδέα ενός αυτόνομου μικρασιατικού κράτους, ενώ εκείνος πού την πολέμησε μέ λύσσα, ήταν ο Αριστείδης Στεργιάδης, ένα πρόσωπο πού κατά πολλούς επεδίωξε τήν καταστροφή του Ελληνικού στοιχείου της Σμύρνης, εργαζόμενος μάλλον γιά τά βρετανικά συμφέροντα, παρά γιά τά συμφέροντα της πατρίδος του.

Ο Παπούλας πρότεινε τήν κατάταξη στό στρατό Αμύνης όλων των ανδρών από 18 έως 50 ετών, τήν επίταξη του 20% των περιουσιών όλων των Μικρασιατών καί τήν εκποίηση των περιουσιών των κοινοτήτων καί των εκκλησιών. Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος διεκήρυξε ότι «καί τό αίμα μας θά προσφέρωμεν διά τήν κατοχύρωσιν της ελευθερίας μας καί ότι πολύτιμον έχομεν καί τόν χρυσόν καί τόν αργυρόν των εκκλησιών.» Θερμός συμπαραστάτης της Μικρασιατικής Αμύνης ήταν καί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος Μεταξάκης.

«Ομως είχεν αρχίσει τό ψυχορράγημα της Ελληνικής Μικράς Ασίας. Ηδη ήτο φανερόν καί παρά τήν αγρίαν λογοκρισίαν ότι ο πόλεμος συνεχίζετο όχι μόνον πρός τόν Τούρκον αλλά καί πρός τούς Συμμάχους, οι οποίοι κάθε τρόπον εμηχανεύοντο νά ενισχύσουν τόν Κεμάλ εις όπλα καί εις πολιτικά επιχειρήματα. Ο Μικρασιατικός λαός μολονότι ουδέ πρός στιγμήν εφαντάζετο τί επρόκειτο να συμβεί, έβλεπεν ημέρα τήν ημέρα ότι εγένετο ο ορίζων περισσότερο θολός.

Τό έβλεπε εις τά δεσμευτικά μέτρα του Στεργιάδου, τό έβλεπεν εις τήν αδυναμίαν των ελληνικών αρχών να χαλιναγωγήσουν τήν ξένην προπαγάνδαν, εις τάς πληροφορίας της οποίας μετέφεραν από τά εξωτερικόν καί από τό εσωτερικόν οι πονούντες Ελληνες καί οι φρυάττοντες κατά του ελληνισμού ξένοι. Μόνος ατάραχος, πάντοτε κρατών τόν βούρδουλαν ο Στεργιάδης. Συνέχιζε τήν ιδίαν τακτικήν του μίσους καί της σατραπικής συμπεριφοράς, όπως καί κατά τάς προνοεμβριανάς ημέρας καί της επιδαψιλεύσεως παντός είδους φροντίδος πρός τούς Τούρκους καί της υποχωρήσεως εις κάθε απαίτηση των ξένων.

Εξηκολούθει, νά κατεξευτελίζη τούς ιερείς καί να μή δέχεται καί τήν ελάχιστην συζήτησιν επί της προτεινομένης οργανώσεως της αμύνης του μικρασιατικού λαού

πρός Γούναρης Θεοτόκης Παπούλας Κοντούλης ενίσχυσιν των προσπαθειών της ελληνικής κυβερνήσεως. Εξηκολούθει νά μήν ακούη, νά μή βλέπη τήν ώραν κατά τήν οποίαν, εκάστη παρερχόμενη ημέρα επέτεινε τό δράμα. Εξηκολούθει να αδιαφορή εις τήν κραυγήν της απογνώσεως πού έφθανεν από τό εσωτερικόν της Μικρασίας. Από τά εδάφη τά οποία κατείχαν οι κεμαλικοί καί από τά εδάφη εις τά οποία εισέδυαν οι τσέται, κατερχόμενοι από τά βουνά εις τήν ανοχύρωτον, παρά τας προτροπάς καί τάς τόσας εισηγήσεις, ζώνην των πρόσω – διότι η οχύρωσις καί αυτής τής ζώνης των Σεβρών ήρχισεν μέν αλλά ουδέποτε είχε συντελεστεί.

Από τήν αγωνίαν αυτήν του μικρασιατικού λαού πού έβλεπε καθαρά ότι κάτι έπρεπε νά γίνη, εξεπήδησεν η ιδεά της επιτοπίου αμύνης. Περί τά τέλη του Οκτωβρίου του 1921 συνελθόντες εις τό γραφείον του ιατρού Αποστόλου Ψαλτώφ, ο δημοσιογράφος Σωκράτης Σολομωνίδης, οι ιατροί Ιωακειμίδης, Δουλγερίδης, καί Χαριάτης, ο Αχ. Λάμπρου, ο Ψαλτώφ καί ο εκ των ανωτέρων της Υπάτης Αρμοστείας Π. Ευριπαίος έθεσαν τάς βάσεις μυστικής οργανώσεως διά τήν άμυναν της Μικράς Ασίας.

Ητο γνωστόν ότι καί ο ίδιος ο αρχιστράτηγος έκλινε πρός τήν ιδέαν της Αμύνης. Τό μέγα όμως εμπόδιον εξηκολούθει νά είναι ο Υπατος Αρμοστής, ο οποίος κατέπνιγε μέ όλα τά μέσα κάθε εκδήλωση των μικρασιατών, παρά τό γεγονός ότι η εκδήλωσις αυτή εις τίποτε άλλο δέν απέβλεπεν ή εις τήν τόνωσιν των κυβερνητικών προσπαθειών.

Η καταρτισθείσα επιτροπή ετέθη αμέσως επί τό έργον καί εντός ολίγων εβδομάδων, η ιδέα της αμύνης είχε κατακτήσει όλα τά στρώματα. Εκατοντάδες αξιωματικών είχαν δηλώσει εις τήν κεντρικήν επιτροπήν ότι θά ετίθεντο επί κεφαλής του λαού καί του στρατού ο οποίος θά ανελάμβανε τήν εξασφάλισιν της μικρασιατικής ελευθερίας. Παραλλήλως, ήρχισεν η συλλογή εράνων διά τήν εξασφάλισιν εφοδίων τά οποία θά απητούντο διά τάς κινήσεις της οργανώσεως.

Η σκοτεινή μορφή του Στεργιάδου καί η ακατανόητος ψυχή του εσκίασαν ακόμη περισσότερον τό θέατρον της φοβεράς τραγωδίας τάς ημέρας πού επλησίαζεν δεινή η θύελλα. Εις τούς περί αυτόν ανωτέρους υπαλλήλους έλεγε: «Τί σκοτίζεσθε! Μετά δύο μήνας θά έχωμεν φύγει…»

Τήν 6ην Μαρτίου 1922, ο εκ των μελών της διοικούσης επιτροπής, Κ. Τενεκίδης, συνέταξε τήν κατωτέρω διαμαρτυρίαν πρός τούς πρωθυπουργούς καί υπουργούς των εξωτερικών Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας καί Αμερικής:
«Αι Ελληνικαί κοινότητες Δυτικής Μικράς Ασίας, νομίμως εκπροσωπούμεναι υπό της Κεντρικής Επιτροπής της Ελληνικής Μικρασιατικής Αμύνης, κατά την ιστορικήν αυτήν στιγμήν καθ’ ην μελετάτε ν’ αποφασίσητε περί της τύχης των εχουσι τήν τιμήν νά επιστήσωσι τήν προσοχήν υμών επί των ακολούθων σημείων:
Μακρά καί τραγική πείρα κατάστησεν εις τους χριστιανικούς πληθυσμούς αφόρητον τό οθωμανικόν καθεστώς. Θά προτιμήσωσιν ούτοι νά εκπατριστώσι, παρά νά υπαχθώσιν εκ νέου υπ’ αυτό. Νέα καί επίσημα προνόμια πρός τάς εγγυήσεις των μειονοτήτων, τάς καθοριζομένας εις τάς τελευταίας μεταπολεμικάς συμβάσεις, τοίς εχορηγήθησαν πλείστα, ιδία δέ διά των αυτοκρατορικών φιρμανίων του 1839 καί 1856. Η νίκη, εγγύησις των Δυνάμεων, εφαίνετο ότι θά καθίστα αυτά απολύτως αποτελεσματικά. Πικρά ειρωνεία!

Οι σύμμαχοι εδέησε νά ομολογήσωσι τόσον, εις τήν διακοίνωσιν αυτών της 16ης Ιουλίου 1920, τάς σφαγάς καί τους εκτοπισμούς πλέον του εκατομμυρίου χριστιανών, όσον καί τάς βιαίας εξισλαμίσεις, τάς δημεύσεις των περιουσιών. Τά κακουργήματα άτινα εκλόνισαν καί συνετάραξαν πάσαν ανθρωπίνην συνείδησιν, δέν είναι δυνατόν οι Σύμμαχοι νά λησμονήσωσιν. Οι Τούρκοι απέδειξαν ότι είναι ανεπίδεκτοι πολιτισμού. Η κεμαλική Τουρκία, τήν εξόντωσιν των χριστιανικών πληθυσμών τήν διενήργησεν εκ συστήματος, υπό τό πρόσχημα των στρατιωτικών μέτρων, άτινα απεμιμήθησαν εκ της τακτικής του Λίμαν Φον Σανδερς πασά. Καί ο φόβος νέων εκατομβών έφερεν εις Κιλικίαν τόν πανικόν καί τήν έξοδον.

Οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι ιδίως πεπεισμένοι, ότι αι ελευθερίαι των δέν δύναται νά διαφυλαχθώσιν αποτελεσματικώς ή δι’ ενόπλου δυνάμεως εν τη περιστάσει υπό του ελληνικού στρατού, όστις επί τρία έτη ενεπέδωσε τήν δημοσίαν τάξιν καί εξησφάλισε τά συμφέροντα πάντων μετά επαινετής αμεροληψίας. Η υποχώρησις του θά συνεπήγετω τήν αταξίαν καί αναρχίαν καί θά ήτο δια τήν χώραν συμφορά. Οι μικρασιατικοί ελληνικοί πληθυσμοί υπήρξαν αείποτε άμεμπτοι έναντι των συμμάχων καί αναλλοιώτως αφοσιωμένοι εις τήν συμμαχικήν υπόθεσιν…» «.
Χρήστος Αγγελομάτης – Τό Επος της Μικράς Ασίας

Η ιδέα της Μικρασιατικής Αμυνας τελικώς θάφτηκε καί τήν ταφόπλακα τήν έβαλε ο παντοδύναμος, ελέω Εγγλέζων, Αριστείδης Στεργιάδης: «Απαγορεύω τήν οργάνωσιν χωριστικού κινήματος εις τήν Μικρασίαν.» Η Σμύρνη έπρεπε νά μείνει ανοχύρωτος πόλις όταν θά έμπαιναν οι τσέτες. Η προδοτική συμπεριφορά του Στεργιάδη δυσανασχέτησε καί τόν Αρχιστράτηγο Παπούλα ο οποίος επανειλημμένως ζητούσε τήν αντικατάστασή του. Ο Στεργιάδης ήταν ο πρώτος πού έπρεπε να εκτελέσει ο Πλαστήρας στό Γουδί, αλλά οι Αγγλοι τούς ανθρώπους τους, ξέρουν να τούς προστατεύουν.

Η μόνη τιμωρία του Στεργιάδη, τουλάχιστον ενωπίον ανθρώπων, ήταν αυτή πού μας δίνει μέ τή μαρτυρία της η Χριστίνα Βεϋνόγλου, σύμφωνα μέ τήν οποία, όταν ο προδότης βρισκόταν στό Μόντε Κάρλο, εντός λεωφορείου, τόν ανεγνώρισε μία Σμυρνιά, τόν πλησίασε, σήκωσε τό βέλο της καί τόν έφτυσε κατά πρόσωπο.

Χατζηανέστης……η χειρότερη επιλογή

Στίς 23 Μαΐου 1922 ανέλαβε τήν αρχιστρατηγία του στρατεύματος ο Γεώργιος Χατζηανέστης, ένας θεωρητικός καί μονομανής στρατηγός πού ουδεμία σχέση είχε μέ τήν πραγματικότητα του μικρασιατικού μετώπου. Νέες αλλαγές αξιωματικών επήλθαν στό στράτευμα, γεγονός πού επηρέασε αρνητικά τό ήδη μειωμένο ηθικό του στρατού. O Χατζηανέστης τοποθέτησε τό Νικόλαο Τρικούπη διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού, τόν Κίμωνα Διγενή διοικητή του Β’ Σώματος Στρατού καί τόν Πέτρο Σουμίλα διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού. Η ελληνική Στρατιά ήταν επιφορτισμένη μέ τήν φύλαξη χιλιάδων χιλιομέτρων μετώπου στό Δορύλαιο καί τό Ακροϊνό, απομακρυσμένη από τίς γραμμές ανεφοδιασμού καί από τά παράλια, τήν ίδια ώρα πού ο εχθρός ενισχύονταν μέ δυνάμεις ατάκτων αλλά καί μέ άφθονο πολεμικό υλικό από τούς Κομμουνιστές του Λένιν, τούς Γάλλους καί τούς Ιταλούς.

Εσκί Σεχίρ 1921

Η λογική υπαγόρευε τήν σύμπτυξη του μετώπου σέ περιοχές πού προσφέρονταν γιά άμυνα καθώς ο τουρκικός κλοιός έκλεινε. Αντί αυτού η ελληνική κυβέρνηση καί ο Χατζηανέστης απέσυραν γύρω στούς 25.000 άνδρες από τό μέτωπο της Μικράς Ασίας καί τούς έφεραν στήν Θράκη γιά νά καταλάβουν τήν Κωνσταντινούπολη, σέ μία προσπάθεια αφενός νά δείξουν τήν ισχύ του ελληνικού στρατού στούς Συμμάχους καί αφετέρου νά αναγκάσουν τόν Κεμάλ νά ζητήσει ειρήνη.

Η Κωνσταντινούπολις ήταν ανοχύρωτος πόλις καί η απελευθέρωσις της θά ήταν θέμα ωρών. Ομως οι Σύμμαχοί μας – αν είναι έτσι οι σύμμαχοι πώς πρέπει να είναι οι εχθροί; – προέβαλαν ισχυρές αντιρρήσεις μέ τήν απειλή ακόμα καί του πολέμου εναντίον της Ελλάδος. Προστάτευαν τόν Κεμάλ σέ όλα τά επίπεδα, ενώ γνώριζαν ότι από τά Στενά καί τόν Βόσπορο περνούσαν τά πλοία πού προμήθευαν μέ πυροβόλα τόν τουρκικό στρατό. Απαγορεύθηκε στήν Ελλάδα η απελευθέρωσις της ιστορικώτερης πόλης της Ρωμιοσύνης, της χιλιόχρονης πρωτεύουσάς μας, της σκλάβας στόν Οθωμανό κατακτητή γιά 469 χρόνια. Βέβαια μετά από 18 χρόνια θά  ζητούσαν τή βοήθειά μας γιά να αντιμετωπίσουν τόν γερμανικό στρατό του Χίτλερ, τήν ίδια ώρα πού η φίλη τους Τουρκία θά δήλωνε ουδετερότητα. Εμείς πάλι θά βοηθούσαμε αυτούς πού έκαναν τό πάν να εξοντωθεί γιά πάντα ο ελληνισμός της Ιωνικής γής!!!! Καί η ανταμοιβή μας θά ήταν ο Εμφύλιος, τά Σεπτεμβριανά καί η Κύπρος…

Φυσικά τό εγχείρημα της κατάληψης απέτυχε εξ αρχής. Οι βασιλικές κυβερνήσεις τό 1921 είχαν στείλει τόν ελληνικό στρατό στά περίχωρα της Αγκυρας γιά να μην τήν καταλάβουν ποτέ μέ απώλειες 25.000 άνδρες. Οι βασιλικές κυβερνήσεις ξαναέστειλαν στρατιώτες τό 1922 στά περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, πάλι γιά να μήν τήν καταλάβουν ποτέ. Τό αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Τό μέτωπο έχασε δυνάμεις, ο στρατός πού βρίσκοταν σέ αδράνεια ενός έτους, έβλεπε νά μειώνονται τά εφόδια καί η σίτησή του, ενώ ο αρχιστράτηγός του βρίσκονταν στά σαλόνια της Σμύρνης, 500 χιλιόμετρα μακρυά από τό μέτωπο καί δήλωνε ότι «ο τουρκικός στρατός ήταν ελεεινός καί αξιοδάκρυτος, μή δυνάμενος ουδέ σκεπτόμενος νά κινηθή.»

Διάσπαση μετώπου

Ο Κεμάλ βλέποντας τήν αποδυνάμωση του μετώπου, σέ συνεργασία μέ τόν Ισμέτ πασά καί τόν Φεβζή πασά, αποφάσισε γενική επίθεση στίς αρχές Αυγούστου. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, ενώ γνώριζε ότι τό ηθικό του στρατού ήταν χαμηλό, ενώ γνώριζε ότι οι στρατιώτες μας ήταν καταπονημένοι καί τούς έλλειπαν τά βασικά είδη διατροφής καί ένδυσης, ενώ γνώριζε ότι οι λιποταξίες αριθμούσαν χιλιάδες, ενώ γνώριζε ότι τό μέτωπο ήταν πολύ απλωμένο καί ότι έπρεπε νά συμπτυχθεί τουλάχιστον στή ζώνη της συνθήκης των Σεβρών, ενώ γνώριζε ότι είχε αντικαταστήσει τούς εμπειροπόλεμους αξιωματικούς μέ άλλους απόλεμους, ενώ γνώριζε ότι οι Σύμμαχοι καί ο Λένιν ενίσχυαν αφειδώς τόν κεμαλικό στρατό, ενώ γνώριζε ότι τό Αφιόν Καραχισάρ ήταν ο πιθανός στόχος, λόγω της σιδηροδρομικής γραμμής πού έφθανε εκεί από τό Ικόνιο πού ήταν τόπος συγκέντρωσης του τουρκικού στρατού, ενώ γνώριζε ότι οι μάχιμες μονάδες είχαν χάσει τό 50% των δυνάμεών τους, ενώ γνώριζε ότι οι εφεδρείες ήταν ανύπαρκτες. Ενώ γνώριζε …ουδέν έπραξε.
Αφιόν Καραχισάρ (Ακροϊνό) 1922
Ο αρχιστράτηγος κοιμόταν στήν Σμύρνη, εκείνο τό φοβερό πρωϊνό της καταραμένης 13ης Αυγούστου 1922. Εκείνη τήν ημέρα ξέσπασε η φωτιά πού θά σάρωνε τούς τσολιάδες μας. Τρία χρόνια θυσιών εξαφανίζονταν σέ μερικές ώρες. Στίς 4:30 άρχισε τό τουρκικό πυροβολικό τή φονική του καταιγίδα στά νοτιοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ, αιφνιδιάζοντας τό Α’ Σώμα Στρατού. Ο διοικητής του Νικόλαος Τρικούπης, δέν φάνηκε άξιος των περιστάσεων. Εχασε τήν επικοινωνία μέ τά υπόλοιπα Σώματα Στρατού, άργησε να προχωρήσει σε τακτική υποχώρηση μέ αποτέλεσμα νά βρεθεί ο εχθρός στά μετόπισθεν. Ο Τρικούπης δέν πήρε καμμία πρωτοβουλία, περιμένοντας διαταγές από τόν … Χατζηανέστη πού έπινε τό τσάϊ του σέ κάποιο μέγαρο της Σμύρνης, αποκομμένος από τήν πραγματικότητα του μετώπου. Τήν ίδια ώρα ο Γκρίζος Λύκος, ηταν στήν πρώτη γραμμή, στήν κορυφή Κοτζά Τεπέ, παρακολουθούσε μέ διόπτρες καί έδινε διαταγές, οι οποίες εκτελούνταν μέ αστραπιαία ταχύτητα.
Τουρκική Επίθεση. Χάρτης 1922
Τό βάρος της επίθεσης ανέλαβε η 1η Μεραρχία (διοικητής Αθανάσιος Φράγκου) καί η 4η Μεραρχία (διοικητής Δημήτριος Δημαράς). Οι εύζωνοι πού βρίσκονταν στά χαρακώματα αποδεκατίστηκαν. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίστηκαν μέ σφοδρότητα ολόκληρη τήν ημέρα καί τήν επομένη ο Τρικούπης, μετά τήν αναφορά από τόν ταγματάρχη Γεώργιο Τσολάκογλου ότι κατέρρευσε η 4η μεραρχία, διέταξε τήν εγκατάλειψη του Αφιόν Καραχισάρ καί τήν σύμπτυξη των δυνάμεων δυτικά στό Τουμλού Μπουνάρ. Πλέον οι Ελληνες στρατιώτες υποχωρούσαν ατάκτως μή υπακούοντας στίς διαταγές των ανωτέρων τους. Πολλές φορές οι αξιωματικοί ήταν εκείνοι πού εγκατέλειπαν πρώτοι τίς θέσεις τους, τρέχοντας στά μετόπισθεν. Αλλες φορές στρατιώτες πυροβολούσαν τούς αξιωματικούς τους καί λιποτακτούσαν. Γίνονταν φυγάδες καί διέπραταν φοβερά εγκλήματα εις βάρος τούρκων αμάχων. Φωτεινή εξαίρεση ήταν τό 5/42 σύνταγμα του Πλαστήρα τό οποίο μαχόμενο μέ γενναιότητα κάλυπτε τήν υποχώρηση της 1ης μεραρχίας. Οταν ο Ρεσάτ Μπέης δέν κατάφερε νά καταλάβει τό ύψωμα 1310, πού υπεράσπιζε τό σύνταγμα του Πλαστήρα, θεώρησε ζήτημα τιμής να αυτοκτονήσει, δεδομένου ότι είχε δώσει τόν λόγο του στόν Κεμάλ, νά τό καταλάβει εντός μιάς ώρας.

Τήν 15η Αυγούστου η 9η Μεραρχία (διοικητής Παναγιώτης Γαρδίκας) κατέστρεψε πλήρως τή 2η Μεραρχία Τουρκικού Ιππικού, η οποία ήταν εξοπλισμένη μέ ολοκαίνουργια πυροβόλα πού έφεραν ρωσικές επιγραφές. Ο Λένιν υποστήριζε τόν Κεμάλ καί αυτός ήταν ο λόγος πού η ελληνική Αριστερά μέ κάθε τρόπο έπαιζε τό χαρτί της Τουρκίας καί έφερνε εμπόδια στήν μικρασιατική εκστρατεία.

«Μετά τη νίκη του Σαγγάριου στο γραφείο του συσσωρεύονται τα τηλεγραφήματα. Όλοι σπεύδουν να τον συγχαρούν. Η Περσία, η Ινδία, η Αμερική, η Ιταλία, η Γαλλία … Όλοι επιζητούν τη φιλία του Κεμάλ, που μέσα από τον όγκο των τηλεγραφημάτων ξεδιαλέγει ένα μόνο. Ήταν ένα σύντομο τηλεγράφημα, που ανέφερε: «Συγχαρητήρια διά μεγαλειώδη νίκην σας υπέρ ελευθερίας πατρίδος σας, κατά του ιμπεριαλισμού». Υπογραφή: Λένιν.
Στην Αθήνα αδιαφόρησαν. Δεν είχαν υπολογίσει τη βοήθεια των Ελλήνων κομμουνιστών, που αρχίζουν συνειδητά, προγραμματισμένα, τη διάβρωση του Στρατού, την υπονόμευση του ηθικού του.
Αλλ’ ο Ελευθέριος Σταυρίδης, άλλοτε γενικός γραμματεύς του Κ.Κ.Ε., δεν διστάζει ν’ αποκαλύψει την αλήθεια. Η Μόσχα είχε στείλει εγγράφως οδηγίες στους Έλληνες κομμουνιστές, που όφειλαν να προπαγανδίζουν, ότι …ο Βενιζέλος είχε κάνει την εκστρατεία της Μικράς Ασίας για να κερδίσουν οι Αγγλοι τα πετρέλαια της Μουσούλης.»
Γιάννης Καψής – Χαμένες Πατρίδες, 1962

Καθοριστικός παράγων γιά τήν γενοκτονία του χριστιανικού στοιχείου από τό τουρκικό κράτος, υπήρξε και η στάση της Αριστεράς. Τήν ίδια ώρα πού ζητούσε αυτονόμηση γιά τούς Σλάβους της Μακεδονίας καί της Θράκης, γιά τούς Ελληνες της Μικράς Ασίας δέν έλεγε λέξη. Τα αντιπολεμικά δημοσιεύματα των ελληνικών κομμουνιστικών εντύπων, αποτέλεσαν κι ένα απρόσμενο δώρο για τους Νεότουρκους του Κεμάλ, οι οποίοι τα ανατύπωναν και τα σκόρπιζαν στις γραμμές του ελληνικού στρατού, ενισχύοντας έτσι την πτώση του ηθικού.

«Χάρις στην εκτεταμένη προπαγάνδα του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που συνεργάστηκε με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας 100.000 φυγόστρατοι ή λιποτάκτες απέφυγαν τον ελληνικό στρατό. Ομάδες των κομμουνιστών παλαιμάχων της Μικράς Ασίας καυχώνταν ότι είχαν παίξει οργανικό ρόλο, διαδίδοντας τη σύγχυση και τον πανικό ανάμεσα στις ελληνικές μονάδες, τις κρίσιμες μέρες του Αυγούστου του 1922, όταν ο τουρκικός στρατός διέσπασε τις ελληνικές γραμμές. Αν και η αποτελεσματικότητα των κομμουνιστών πρακτόρων την κρίσιμη στιγμή δεν πρέπει να υπερτιμηθεί, συνέβαλαν στην περαιτέρω διάσπαση του μετώπου, όταν η τουρκική επίθεση έφτασε στο αποκορύφωμά της».
Σοβιετικός ιστορικός Νόβιτσεφ

Παράδοση Τρικούπη

«Πόλεμος πάντων πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους». Αυτά έλεγε ο Ηράκλειτος στήν αρχαιότητα. Αυτοί οι αρχαίοι τά είπαν όλα. Στόν πόλεμο διακρίνεται η ψυχή του ανθρώπου. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού μένουν στά χαρακώματα, από αυτούς πού τρέχουν στά μετόπισθεν. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού ρίχνουν καί τήν τελευταία σφαίρα τους στόν εχθρό, από αυτούς πού αυτοτραυματίζονται γιά να τούς μεταφέρουν στά νοσοκομεία. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού βοηθούν τούς πληγωμένους συντρόφους τους, απο αυτούς πού λεηλατούν τά τούρκικα χωριά καί βιάζουν τίς τουρκάλες. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού τρέχουν να καταλάβουν ένα λόφο, από αυτούς πού πετούν τά όπλα τρέχοντας. Εκεί ξεχωρίζουν οι αετοί πού πετούν στόν ουρανό, από τά σκουλήκια πού σέρνονται στό χώμα. Εκεί ξεχωρίζουν αυτοί πού πεθαίνουν ελεύθεροι από αυτούς πού παραδίδονται. Καί ο Τρικούπης παρέδωσε ολόκληρη τήν Α’ Στρατιά.

«Απεγνωσμένα ο στρατηγός Τρικούπης προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη Στρατιά, χωρίς να το κατορθώσει. Κι απελπισμένος, όταν φθάνει το μεσημέρι, χωρίς απάντηση από τη Σμύρνη, διατάζει εγκατάλειψη της γραμμής του Αφιόν. Ήταν ολέθρια η διαταγή εκείνη. Σύμπτυξη στο φως της ημέρας, τη στιγμή, που ο εχθρός διατηρεί επαφή με τις γραμμές μας, δεν είναι δυνατό να επιχειρηθεί με τάξη. Ολόκληρο το Α’ Σώμα Στρατού φεύγει διαλυμένο. Ο Κεμάλ, ψηλά στο παρατηρητήριο του, δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του – πανηγυρίζει. Γρήγορα όμως συνέρχεται από τη χαρά, από το μεθύσι της νίκης και διατάζει «απηνή καταδίωξιν» του Στρατού μας που φεύγει. Ευτυχώς, η διαταγή εκείνη δεν εκτελέστηκε, διαφορετικά ο Κεμάλ θα έφθανε πολύ πιο γρήγορα στη Σμύρνη. Και δεν εκτελέστηκε, γιατί στο Στρατό μας δεν υπήρχαν μόνο πανικόβλητοι φυγάδες.
Ο Τρικούπης διατάζει την υποχώρηση των μονάδων του Α’ Σώματος να καλύψουν δύο Συντάγματα – τό απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Οι δύο αυτές μονάδες, πειθαρχημένες, με ακλόνητο το ηθικό, ακολουθούν το Στρατό μας που υποχωρεί. Είναι θλιβερό κι αχάριστο το καθήκον τους, πρέπει να προστατεύσουν τους φυγάδες, και να υποχωρούν μαζί τους, τη στιγμή που θα ήθελαν να μείνουν – να μείνουν και να δώσουν στους Τούρκους ένα ακόμη μάθημα της ελληνικής λεβεντιάς. Και ενώ υποχωρούν δεν περιορίζονται στο ν’ αποκρούσουν τους Τούρκους. Γυρίζουν κι εξαπολύουν μικρές αντεπιθέσεις.
Η υποχώρηση του Α’ Σώματος αφήνει εκτεθειμένο το δεξιό του Γ’ Σώματος στους Τούρκους. Και ο σωματάρχης Διγενής προτιμά την ευκολότερη λύση: διατάζει και αυτός σύμπτυξη των δυνάμεων του. Κι όμως οι άνδρες του δεν έχουν ρίξει ούτε μια τουφεκιά – δεν έχουν καν παρενοχληθεί από τις τουρκικές περιπόλους. Ο στρατηγός Διγενής σκέπτεται το δεξιό του. ‘Ηταν, άραγε, τόσο δύσκολο να σκεφθεί, ότι και το αριστερό των Τούρκων παρέμενε εκτεθειμένο; Δίπλα του, ένας συνάδελφος του και χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες δοκιμάζονταν από τις αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις, Κι όμως το Γ’ Σώμα Στρατού δεν έσπευσε να τους ενισχύσει. Η δικαιολογία ήταν και στη περίπτωση αυτή, η ίδια: το Γ’ Σώμα δεν είχε διαταγή της Στρατιάς. Κι ο Χατζηανέστης παρακολουθούσε αδιάφορος το δράμα του Στρατού του.
Ήταν δραματικός ο αγώνας της 15ης Αυγούστου. Οι περισσότερες μονάδες μας βρίσκονταν σε διάλυση, φεύγουν κι απειλούν να μεταδώσουν τον πανικό και στους άλλους. Ο στρατηγός Τρικούπης ελπίζει, ότι θα κατορθώσει να καταλάβει και να οργανώσει τη δεύτερη γραμμή άμυνας. Και περιμένει την ενίσχυση τη Ομάδας Φράγκου. Αλλά ο τελευταίος αγνοεί τις προθέσεις του Σώματος και βλέποντας τους Τούρκους να κινούνται προς Τουμλού Μπουνάρ με προφανή σκοπό ν’ αποκόψουν την υποχώρηση αποφασίζει να συμπτυχθεί όσο γίνεται πιο γρήγορα. Στην απόφαση του αυτή συνέβαλαν και τα πολυάριθμα κρούσματα πανικού και λιποταξίας – έπρεπε να κερδίσει χρόνο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του.
Δεν είχε λάβει ακόμη οριστική απόφαση ο στρατηγός Φράγκου, όταν είδε ένα τραγικό θέαμα – ένα συρφετό στρατιωτών μας να κατεβαίνει τρέχοντας σχεδόν, τα υψώματα του Μπακσιμέ. Ήταν τ’ απομεινάρια της 4ης Μεραρχίας και δύο ταγμάτων της 12ης. Φθάνουν στις γραμμές μας αλλά και πάλι δεν σταματούν. Κι όμως οι Τούρκοι βρίσκονται μακριά. Τους πανικόβλητους φυγάδες ακολουθούν δύο συντάγματα, που πειθαρχημένα και διατηρώντας τη συνοχή τους, είναι έτοιμα να δώσουν μάχη: Το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Οι διοικητές τους παρουσιάζονται στον Φράγκου, αλλά δεν μπορούν να τον πληροφορήσουν πού βρίσκονται οι υπόλοιπες μονάδες. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Κι ο Φράγκου δεν διστάζει πλέον. Στον Πλαστήρα, που ζητεί διαταγές, συνιστά – μια και δεν ανήκει στη δύναμη του – να καταλάβει τα υψώματα Χασάν Ντεντέ Τεπέ. Ήταν γνώστης της περιοχής κι ο καταλληλότερος για να την υπερασπίσει. Λίγες ώρες αργότερα ακολουθούν και τα υπόλοιπα τμήματα.
Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, ν’ αναφερθεί ένα περιστατικό, που χαρακτηρίζει την αδράνεια και τη μοιρολατρικότητα που επέδειξε, στις κρίσιμες εκείνες στιγμές, ο Τρικούπης. ‘Αφησε να χαθεί πολύτιμος χρόνος, περιμένοντας να συνδεθεί μαζί του η Ομάδα Φράγκου. Κι όταν αποφασίζει να κινηθεί πάλι, η προσπάθεια του είναι να ενωθεί με τον Φράγκου. Κι όμως το απόγευμα της 15ης Αυγούστου του δίνεται η ευκαιρία αυτή, αλλά δεν σπεύδει να την εκμεταλλευθεί.
Το μεσημέρι της μέρας εκείνης, περίπολος αναγνώρισης της 1ης Μεραρχίας, υπό τον ανθυπασπιστή Νάκη συναντάται, στον αυχένα του Ουλουτζάκ με τον λοχαγό Πυροβολικού Καβρή της 9ης Μεραρχίας. Κι ο ανθυπασπιστής Νάκης του εκθέτει την κατάσταση της Μεραρχίας του. Από τον αυχένα εκείνο ο λοχαγός Καβρής μπορούσε να δει ότι αγνοούσε ο στρατηγός του, που είχε το στρατηγείο του στο Ουλουτζάκ, στη κατηφόρα του ορεινού όγκου, που τον χώριζε από την Ομάδα Φράγκου. Κι ο ανθυπασπιστής Νάκης του έδειξε, κάτω εκεί στην κοιλάδα του Ντους Αγάτς τα στίφη των Τούρκων να σπεύδουν προς το Τουμλού Μπουνάρ. Ήταν ατέλειωτη η φάλαγγα του εχθρού, που δεν μπορούσε να πιστέψει στην ανέλπιστη τύχη – ο εχθρός είχε καθηλωθεί μόνος του και περίμενε να τον κυκλώσουν.
Αλλ ο λοχαγός Καβρής είδε κι ένα άλλο θέαμα – είδε τα μπουλούκια των φυγάδων της 4ης και της 12ης Μεραρχίας να υποχωρούν τρέχοντας μπορούσε να διακρίνει, από τη πανοραμική εκείνη θέση, τα δυο μοναδικά πλέον, συντεταγμένα τμήματα – τους άνδρες του Πλαστήρα και του Λούφα – να συγκρατούν την τουρκική πλημμυρίδα. Κι η αναφορά, που υπέβαλε μισή ώρα αργότερα στον μέραρχο του συνταγματάρχη Γαρδίκα, διαφώτιζε απόλυτα τις προθέσεις του εχθρού – έδινε ανάγλυφα τη στρατιωτική κατάσταση της στιγμής εκείνης.
Ο μέραρχος Γαρδίκας, με τον επιτελάρχη του ταγματάρχη Μπασακίδη πηδούν σε άλογα και τρέχουν να ενημερώσουν τον σωματάρχη. Είναι τόσο βέβαιος ο Γαρδίκας, ότι ο Τρικούπης θα διέταζε την άμεση κίνηση προς το Τουμλού Μπουνάρ, ώστε πριν να φύγει, δίνει προκαταρκτικές εντολές στα τμήματα του. Και, ενώ καλπάζει προς το επιτελείο του Τρικούπη, φωνάζει στους διοικητές των τμημάτων να ετοιμασθούν – στους μεταγωγικούς ν’ ανοίξουν το δρόμο. Είχε βιασθεί όμως.
Ο Γαρδίκας έφθασε στο επιτελείο του Σώματος στις 4.30′ το απόγευμα. Αναφέρει την κατάσταση και εισηγείται την δια νυκτερινής πορείας προώθηση προς τον ορεινό όγκο του Τουμλού. Αλλ’ ο Τρικούπης αρνείται: «Είμαι εν αναμονή διαταγών της Στρατιάς», λέγει και δίνει στο Γαρδίκα να καταλάβει, ότι δεν επιθυμεί να συνεχιστεί η συζήτηση. Κι όμως, αν έβγαινε από τη σκηνή του, αν έκανε μια σύντομη επιθεώρηση των μονάδων του, θα διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε να περιμένει, τα τμήματα δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τη συνοχή τους – το ηθικό των ανδρών ήταν εκμηδενισμένο.»

Γιάννης Καψής – Χαμένες Πατρίδες, 1962

Η αδράνεια του Τρικούπη είχε ως αποτέλεσμα νά αποκοπεί η ομάδα του από τήν ομάδα Φράγκου ο οποίος εκινείτο μέ κατεύθυνση τήν οχυρή τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ. Ανοίχθηκε μεταξύ τους ένα κενό 25 χιλιομέτρων τό οποίο δέν έμεινε απαρατήρητο από τό επιτελείο του Κεμάλ. Οι Τούρκοι κινήθηκαν με τό σύνολο των δυνάμεών τους εναντίον του ευάλωτου τμήματος δηλαδή της Στρατιάς του Τρικούπη, ενώ τό ιππικό τους φρόντιζε νά μην έρχονται σε επικοινωνία τά δύο αποκομμένα τμήματα του ελληνικού στρατού.
Ελληνες εναντίον Τούρκων Μικρά Ασία 1922
Στίς 16 Αυγούστου 1922, η ομάδα Τρικούπη έδωσε σκληρή μάχη στό Χαμούρκιοϊ. Η 9η Μεραρχία είδε τούς αξιωματικούς της να τραυματίζονται ή νά σκοτώνονται καί τό ηθικό των στρατιωτών της να κλονίζεται περαιτέρω. Γεώργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Καλλιεγκάκης, Αθανάσιος Πουρνάρας ήταν μερικοί από τούς αξιωματικούς πού σκοτώθηκαν εκείνη τήν ημέρα. Η ομάδα Τρικούπη βρέθηκε τελείως κυκλωμένη απο τίς τουρκικές μεραρχίες καί τή νύχτα ξεκίνησε πάλι, αποδεκατισμένη τήν πορεία της πρός τά δυτικά.

Η ομάδα Φράγκου ήταν εγκατεστημένη στό Τουμλού Μπουνάρ. Τό πρωΐ της 16ης Αυγούστου δέχτηκε ισχυρή επίθεση στό χωριό Καραγκιοσελί, όπου κράτησε τίς θέσεις της. Τό μεσημέρι ο Πλαστήρας πού μάχονταν στό κέντρο της διάταξης, επικοινώνησε τηλεφωνικά μέ τήν 1η Μεραρχία καί τόν Φράγκου, ζητώντας νά αναλάβει άμεση αντεπίθεση γιά να κινηθεί ανατολικά καί να ενωθεί μέ τήν ομάδα Τρικούπη. Η αντεπίθεση δέν έγινε ποτέ καί ο Τρικούπης έτσι καταδικάστηκε σέ συντριβή. Μέ τή δύση του ηλίου ο Φράγκου έδωσε διαταγή γιά σύμπτυξη των μεραρχιών του, ακόμα δυτικότερα στό Ισλάμκιοϊ.

«Αλή Βεράν – η χαράδρα του θανάτου
Ο Τρικούπης θέλει να προχωρήσει. Σκοπός του είναι το Μπανάζ. Ελπίζει ακόμη να ενωθεί με τον Φράγκου και να οπισθοχωρήσει προς Σμύρνη, υπερασπιζόμενος σπιθαμή προς σπιθαμή τη ποτισμένη μ’ αίμα γη. Θέλει να εκτελέσει κατά γράμμα τη διαταγή του αρχιστράτηγου. Θέλει να προχωρήσει, αλλά δεν προφθαίνει. Οι Τούρκοι τον υποχρεώνουν να σταθεί και να δώσει μάχη, να πολεμήσει εκεί που θέλει ο Κεμάλ – μέσα σε μια κοιλάδα, που την περιβάλλουν άγρια βουνά, γεμάτα τουρκικά πυροβόλα. Ο εχθρός έχει συντριπτική υπεροχή. Κι όμως ο Τρικούπης δεν διστάζει να τον αντιμετωπίσει. ‘Ηταν γενναίος αξιωματικός. Προσπαθεί να εκμεταλλευθεί κάθε πτυχή του εδάφους και διατάζει ν’ αναπτυχθούν τα τμήματα στους δίδυμους λόφους Αντά. Στους πρόποδές τους βρίσκεται το Αλή Βεράν…
Είναι τόσο λίγοι οι δικοί μας, ώστε ο Τρικούπης σχηματίζει εφεδρείες με τους γραφείς, τους τηλεφωνητές. Ακόμη και μ’ ελαφρά τραυματισμένους. Κι όταν βλέπει, ότι υπάρχουν ακόμη κενά διατάζει μια πυροβολαρχία του να καλύψει το δυτικό τομέα. Ακόμη και τα πυροβόλα μας πολεμούν στις προφυλακές. Όλοι, μέχρι τον τελευταίο στρατιώτη, αντιλαμβάνονται τη σημασία της μάχης εκείνης. Κι είναι αποφασισμένοι να πληρώσουν ακριβά τη ζωή τους. Στη κρίσιμη όμως στιγμή, στο λατομείο, όπου έχει εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο Τρικούπης, φθάνει ασθμαίνων ο ανθυπολοχαγός Καραμάνος Κωνσταντίνος. Συνοδεύεται από τέσσερις Τσολιάδες, και τ’ άλογά τους κοντεύουν να σκάσουν, τα πλευρά τους είναι γεμάτα αίματα απ’ τ’ άγριο σπηρούνισμα. Ο τολμηρός εκείνος ανθυπολοχαγός έχει περάσει μέσα απ’ τις τουρκικές γραμμές. Είναι απεσταλμένος του Πλαστήρα. Ο διοικητής του 5/42 δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον οπτικό – έχει βαρειά συννεφιά, ομίχλη. Και διέταξε τον Καραμάνο να φθάσει «πάση θυσία» στον Τρικούπη, ο οποίος, στην επίσημη έκθεσή του γράφει:
«Ότι αποσταλείς σύνδεσμος μου ανέφερε προφορικώς, ότι ύπήρχεν ήμιονική οδός, ήτη έκ τού χώρου τής μάχης εβαίνε προς τήν ύπό τού συνταγματάρχου Πλαστήρα κατεχομένην θέσιν, πρός νύκτα, εάν έπεθύμουν. Δεδομένου, όμως, ότι αί μονάδες εστερούντο τελείως, ου μόνον τροφών, αλλά καί ανεφοδιασμού, αν βεβαίως δέν θά επετύγχανον επί τών κορυφών τών ορέων τού Τουμλού Μπουνάρ, διά τούτο απεφάσισα, εάν ή μάχη εξειλίσσετο ομαλώς, μέχρις επελεύσεως τού σκότους, νά κατευθύνω τά στρατεύματα πρός Μπανάζ, όπου, ώς έκ τής προστασίας τού αποσπάσματος Πλαστήρα επί τού Χασάν Ντεντέ Τεπέ, υπήρχε μεγίστη πιθανότης νά συναντηθώ μετά τών Μεραρχιών 1ης και 7ης…».
Η προσφορά του Πλαστήρα είχε απορριφθεί μ’ ελαφρά καρδία. Χωρίς να διστάσει, χωρίς να πολυσκεφθεί, ο Τρικούπης ψιθυρίζει:
– Καλύτερα να πάμε προς Μπανάζ… και γυρίζοντας προς το στρατηγό Διγενή τον ρωτά: Τι λες κι εσύ, Κίμων;
– Κι εγώ συμφωνώ, καλύτερα προς Μπανάζ.
Ο Τρικούπης, με την άρνηση του να οπισθοχωρήσει αμέσως από το Αφιόν είχε υπογράψει τη καταδίκη των ανδρών του. Απορρίπτοντας τη πρόταση του Πλαστήρα, υπέγραψε το διάταγμα της εκτέλεσης τους. Ο τίμιος και γενναίος εκείνος αξιωματικός, μέχρι τελευταία στιγμή, δεν κατόρθωσε ν’ αναδειχθεί σε αρχηγό. Έμεινε ένας πειθαρχικός εκτελεστής διαταγών – τίποτε περοσσότερο. Δεν ήταν δική του ευθύνη η σφαγή του Αλή Βεράν. Περισσότερο υπεύθυνοι ήταν εκείνοι, που τον όρισαν ως αντικαταστάτη του υπέροχου Νίδερ. Διαβάζοντας κανείς την έκθεση του, δεν μπορεί να συγκρατήσει το σπαρακτικό παράπονο ενός ολόκληρου λαού: Γιατί ο Τρικούπης να μην ήταν μεγάλος; Γιατί στη θέση του να μην ήταν ο Πάγκαλος, ο Παρασκευόπουλος; Χιλιάδες παλικάρια θα διηγόντουσαν σήμερα τη μεγάλη νίκη στα παιδιά τους – δεν θα ήταν άταφα κουφάρια στη καταραμένη κοιλάδα του Αλή Βεράν.
Πώς να περιγράψει κανείς τη μάχη εκείνη; Παρόμοιά της δεν έχει άλλη η πολυτάραχη Ιστορία μας. Πώς να ζωγραφίσει τα λαμπρά παλικάρια; Δεν ήταν ήρωες οι πολεμιστές του Αλή Βεράν – ημίθεοι, Αίαντες και Ηρακλείς πολεμούσαν στις γραμμές μας. Είναι εκείνοι, που το ζοφερό απομεσήμερο της καταραμένης ημέρας, την ώρα της συμφοράς, τη στιγμή που στα φλογισμένα μέτωπα τους νιώθουν το παγερό χάδι του Χάρου, δεν δειλιάζουν. Ξεδιπλώνουν τις Κυανόλευκες, τραβούν τις ξιφολόγχες κι ορμούν. Η κραυγή «Αέρα!» αντηχεί και πάλι στα φαράγγια της Ασίας. Κακόμοιρες πατρίδες…. Πόσο καιρό είχατε να σκιρτήσετε στο γλυκόλογο αυτό… «Αέρα!»… Χαρήτε το… Θάναι το τελευταίο… Δεν χρειάζονται δάκρυα για τους ημίθεους – οι θνητοί θέλουν και δάκρυα και λειτουργίες. Εκείνοι είναι αθάνατοι. Γι άλλους ας τρέξουν τα δάκρυα… Γι’ αυτούς, που και στις υπέροχες τούτες στιγμές δεν μπορούν να ξεκολλήσουν απ’ το χώμα. Είναι σκουλήκια που κατέτρωγαν τα σωθικά της περήφανης Στρατιάς. Την ώρα, που οι συνάδελφοι τους πεθαίνουν για να μείνουν αθάνατοι, εκείνοι φεύγουν για να μην υπάρξουν ποτέ. Να γιατί δεν αναφέρονται τα ονόματά τους. ‘Ηταν λίγοι, αλλά τόσο δειλοί, τόσο μεγάλο το κακό που έκαναν, ώστε αιώνια πρέπει να τους βαραίνει τ’ ανάθεμα της Φυλής.
– Γιαλλάχ! Γιαλλάααχ!…
Ήταν απίστευτη η λύσσα των Τούρκων. Επιτίθενται και το πυροβολικό τους ξερνά άφθονο το καυτό σίδερο. Σκαρφαλωμένα στις γύρω πλαγιές τα τουρκικά πυροβόλα, μεταβάλλουν τη κοιλάδα σε Κόλαση. Οι οβίδες σκάζουν η μιά δίπλα στην άλλη κι οι εκρήξεις τους πνίγονται μέσα στις σάρκες των ανδρών μας. Οι Τούρκοι ορμούν, αλλ’ οι γενναίοι μας δεν φεύγουν. Εκεί, στην είσοδο της χαράδρας του Αλή Βεράν, έχει γαντζωθεί η 13η Μεραρχία. Οι «Μεμέτηδες» πλησιάζουν δεν τους ρίχνουν. Περιμένουν και, όταν φθάνουν στα 200 μέτρα, τους τσακίζουν. Στη κρίσιμη εκείνη στιγμή κάνουν οικονομία στα πυρομαχικά τους. Αλλά το κόκκινο λεφούσι επιστρέφει σαν το μανιασμένο κύμα της πλημμύρας.
Κι η τιτανομαχία αρχίζει. Κανένας – ναι, είναι αλήθεια – Στρατός του Κόσμου δεν θα μπορούσε να πολεμήσει όπως οι γενναίοι της 13ης. Έχουν γαντζωθεί στα μετερίζια τους, κι δεν φεύγουν. Πώς μπορούσαν ν’ αφήσουν την αγαπημένη γη; ‘ Ηταν τα ίδια εκείνα χώματα, που πριν δυο χρόνια, με τον Κονδύλη, τον Διαλέτη, τον Πλαστήρα, είχαν απελευθερώσει. Πώς θα τ’ άφηναν τώρα; Δεν φεύγουν, πολεμούν. Και μαζί τους μάχονται ο Αβράμπος κι ο Τσάκαλος, ο σεμνός εκείνος ήρωας, που γράφει τον επίλογο μιας επικής σταδιοδρομίας.
Στην κρίσιμη στιγμή ένα τάγμα διαλύεται. Δεν φεύγουν οι στρατιώτες μας. Ακολουθούν τον διοικητή τους. Κι είναι το βλέμμα τους γεμάτο απορία: Γιατί; Γιατί έφυγαν; Ίσως για να δώσουν τη θέση τους σ’ έναν ήρωα. Ο ταγματάρχης Ματσούκας με μια τρομερή πολεμική κραυγή ξεσηκώνει τα παλικάρια του. Οι Τούρκοι φεύγουν και πάλι. Η μάχη έχει προσλάβει ένα δραματικό μεγαλείο. Δεξιά, ένα άλλο τάγμα κλονίζεται, βρέθηκε ένας ακόμη Έλληνας αξιωματικός να δειλιάσει. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τον Δασωμένο Λόφο. Αν μείνουν, το παν έχει χαθεί. Και τότε ξεπροβάλλει καθαρά η ευθύνη αυτών, που προστάτεψαν τους δειλούς. Το τάγμα διαλύεται. Οι άνδρες φεύγουν κι ο πανικός τους απειλεί να μεταδοθεί και στους άλλους. Δεν υπάρχει παρά μία μόνο ελπίδα. Ο ταγματάρχης Βλάχος διατάζεται ν’ αναλάβει τη διοίκηση του διαλυθέντος τάγματος. Βιαστικά αποχαιρετά τους ουλαμίτες του: «Παιδιά, το νου σας…», φωνάζει. Κι αρπάζοντας μια σημαία σπεύδει. Οι στρατιώτες του – οι άνδρες της νέας μονάδας του – τρέχουν σαν λαγοί, πανικόβλητοι.
«Πού πάτε, μωρέ;…» βροντοφωνεί ο Τσάκαλος. «Αυτά τα σκυλιά φοβάστε; Εμπρός μαζί μου…»
Ήταν θαυματουργά τα λόγια εκείνα. Οι «λαγοί» μεταβάλλονται σε λιοντάρια. Το «Αέρα» τους είναι ένας τρομακτικός βρυχηθμός. Οι λόγχες ξεκοιλιάζουν τους Τούρκους και τα «Μεμέτια» τρέπονται σε φυγή. Ο Τσάκαλος Διοικεί το 2ο Σύνταγμα ο γενναίος αξιωματικός και κατέχει δύο λόφους, που δέσποζαν της οδού προς Αλή Βεράν – ενός καρόδρομου, ποτισμένου με αίμα. Μαζί με το Δασωμένο Λόφο, οι θέσεις του 2ου Συντάγματος είναι το κλειδί της άμυνας. Στον Τσάκαλο έστειλε η Μοίρα δύο υπέροχα παλληκάρια: τον Τσάμη και τον Ζερβογιάννη. Γρήγορα όμως μετάνοιωσε και του στέλνει κι αυτόν, που θα τον έσερνε στο θάνατο. Είναι ο ταγματάρχης που κιοτεύει. Δειλιάζει και φεύγει και φεύγοντας συμπαρασύρει τους άνδρες του. Αστραψε ο Τσάκαλος. Να φύγει το Σύνταγμα του; Έχει διαταγή να «κρατηθεί επί των θέσεων του μέχρι της νυκτός». Μέχρις ότου το σκοτάδι λυτρώσει τα σακατεμένα τμήματα.
Ο Τσάκαλος βρίσκεται 200 μέτρα μόνο πίσω από τη πρώτη γραμμή. Έχει τη σημαία και μία χούφτα γενναίων – είναι οι εφεδρείες του. Η Γαλανόλευκη ξεδιπλώνεται και πάλι και με το περίστροφο στο χέρι ο Τσάκαλος ορμά. Γύρω όλοι είναι πεσμένοι στη γη. Το τουρκικό πυροβολικό βάλλει με ρυθμό… πολυβόλων. Το καυτό σίδερο έχει ανασκάψει τη κοιλάδα. Οι οβίδες του είναι εγκαιροφλεγείς. Αλλ’ ο Τσάκαλος προχωρεί. Οι άνδρες του αναθαρρεύουν κι απωθούν τους Τούρκους. Η νίκη έχει σιμώσει. Και τη στιγμή εκείνη η ζηλόφθονη Μοίρα παίρνει τον Τσάκαλο. Μια εγκαιροφλεγή οβίδα τσακίζει τα πόδια του – τα κόβει σύρριζα από το κορμό. Ο Τσάκαλος πέφτει και στο γκρέμισμα του αντήχησε η καταραμένη κοιλάδα. Με τα χέρια του προσπαθεί να κρατήσει το αίμα, τη ζωή, που του φεύγει. Ζητεί να τον στήσουν σ’ ένα μικρό βράχο. Θέλει να παρακολουθεί τους άνδρες του. Κι όταν τους βλέπει να προχωρούν, το πρόσωπο του φωτίζει ένα πονεμένο χαμόγελο. Αλλ’ ο θάνατος σκοτεινιάζει γρήγορα το βλέμμα του κι αγωνιά:
– «Πώς πάμε; Πέστε μου, πώςπάμε;»
– «Νικήσαμε… οι Τούρκοι φεύγουν», του λένε, θέλοντας να γλυκάνουν τις τελευταίες του στιγμές.
Τη μάχη τη κέρδισε, έτσι τουλάχιστον, πιστεύει ο γενναίος αξιωματικός. Και στα τελευταία λεπτά της ζωής του αφήνει τη σκέψη να τρέξει πίσω, εκεί πέρα στη ξελογιάστρα Σμύρνη. Πίσω απ’ το διοικητήριο, σ’ ένα από τα σμυρνέϊκα αρχοντικά, μια κοπέλλα περιμένει τον ερχομό του – είναι η μνηστή του.
– «Να της δώσεις τα πράγματα μου, λέει σ’ ένα νεαρό αξιωματικό του. Και πες να μη λυπηθεί. Πεθαίνω ευχαριστημένος…»

Γιάννης Καψής – Χαμένες Πατρίδες, 1962

Μέσα στή νύχτα τά αποσπάσματα της Στρατιάς του Τρικούπη κινούνται πρός Μπανάζ. Σκοπός του στρατηγού είναι να φθάσει στό Ουσάκ καί να ενωθεί μέ τόν Φράγκου. Αλλά το έδαφος ήταν ορεινό αφού παρεμβαλόταν ο βράχος του Μουράτ Νταγ. Μέσα στή νύχτα ο Τρικούπης έχασε τόν δρόμο καί βρέθηκε να περιπλανιέται μέσα από στενά ορεινά μονοπάτια. Χρειάσθηκε άλλες τρεις ώρες για να φθάσει στο Ογιουτσούκ η φάλαγγα του Τρικούπη. Κι εκεί πληροφορήθηκαν, ότι ο Πλαστήρας είχε συμπτυχθεί μόλις δύο ώρες πριν. Τό πέρασμα είχε καταληφθεί από τους Τούρκους κι η φάλαγγα σταμάτησε. Ο Τρικούπης πάλι πήρε λανθασμένη απόφαση καί δέν επιχείρησε νά διασπάσει τόν κλοιό, κάτι πού έκανε μόνος του ο διοικητής της 9ης Μεραρχίας συνταγματάρχης Γαρδίκας.
Αφιόν Καραχισάρ - Τρικούπης

Μάταια προσπαθούσε να πείσει τόν Τρικούπη, ότι είχαν απέναντι τους μόνο ιππείς και θα μπορούσαν να τους διαλύσουν με την ξιφολόγχη. Κι όταν βλέπει, ότι οι εισηγήσεις του δεν εισακούονται, ότι οι επιτελικοί φοβούνται ν’ αντιμετωπίσουν λίγους καβαλλάρηδες, πηδά στ’ άλογο του φωνάζοντας: «Εμπρός η 9η… Βαδίζομε προς Πλαστήρα». Ακάθεκτος, απτόητος, καταδιώκει τις περιπόλους του εχθρικού ιππικού, περνά το Μουράτ Νταγ και φτάνει στην αμαξιτή οδό Τσεντές-Ουσάκ. Ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός. Η 9η Μεραρχία έχει διαφύγει την αιχμαλωσία.

«Οι αποτελούντες φάλαγγα άνδρες από της πρωΐας της 16ης μέχρι τής εσπέρας της 18ης Αυγούστου, ουδόλως είχον αναπαυθή, ότε μέν προπορευόμενοι, ότε δέ μαζόμενοι καί όντες επί πλέον νήστεις. Η κόπωσις, η ασιτία καί οι παντοειδείς συγκινήσεις ιδίως εκ της μάχης της 17ης Αυγούστου επέφερον εις πολλούς σημαντικήν εξάντλησιν καί ποιάν τινά ψυχικήν διαταραχήν.»
Στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης – Αναμνήσεις

Τήν 19η Αυγούστου τά υποχωρούντα τμήματα του Α’ καί Β’ Σώματος Στρατού άλλαξαν δύο φορές κατεύθυνση γιά νά αποφύγουν συμπλοκή μέ τόν εχθρό, πού λόγω της ολοκληρωτικής σχεδόν εξάντλησής τους, δέν ήταν σέ θέση να φέρουν εις πέρας. Στίς 20 Αυγούστου, οι στρατιώτες κατευθυνόμενοι πρός Ουσάκ, συμπλήρωναν άϋπνοι και νηστικοί οκτώ ημέρες πορείας καί άγριων μαχών.
Η φάλαγγα 1.500 ανδρών καί 82 αξιωματικών του συνταγματάρχη Κολλιδόπουλου καί του υποστράτηγου Δημαρά, εξαντλημένη καί χωρίς πυρομαχικά παραδόθηκε στούς Τούρκους στό όρος Μουράτ Δάγ. Από αυτή τή φάλαγγα είχε αποκοπεί τήν προηγούμενη, λόγω διαφωνίας ο ταγματάρχης Γεώργιος Τσολάκογλου (ο μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός), πού μαζί μέ αξιωματικούς καί οπλίτες της 4ης μεραρχίας, ακολουθώντας διαφορετικό δρομολόγιο, έφθασε στό Ουσάκ τό πρωΐ της 19ης Αυγούστου καί ενώθηκε μέ τήν ομάδα Φράγκου.
Στίς 20 Αυγούστου, η ομάδα Τρικούπη, ακολουθούμενη από Αρμένιους καί Ελληνες πρόσφυγες, έφθασε στό τουρκοχώρι Καρατζά Χισάρ καί εκεί τόν πληροφόρησαν οι γέροντες πού είχαν απομείνει, ότι τό Ουσάκ, η τελευταία ελπίδα, έχει καταληφθεί από τήν προηγούμενη μέρα. Πολλοί στρατιώτες κατάκοποι αρνιόντουσαν νά συνεχίσουν τή μάχη καί ο Τρικούπης αποφάσισε τήν παράδοση. Ο Σπαρτιάτης αντισυνταγματάρχης της XII Μεραρχίας Αθανάσιος Σακέτας αρνήθηκε να παραδοθεί και εξόρμησε εναντίον των επερχόμενων εχθρών. Σκοτώθηκε από σφαίρα, τη στιγμή που σπάθιζε Τούρκους πεζούς. Το όνομα του δόθηκε αργότερα σε ένα στρατόπεδο της Αθήνας.
Ο Νικόλαος Τρικούπης και ο Κίμων Διγενής ήταν οι πρώτοι υψηλόβαθμοι Ελληνες αξιωματικοί στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού, οι οποίοι παραδόθηκαν στον εχθρό και δέχονταν με σκυμμένο το κεφάλι την οργή αξιωματικών τους, όπως ο Βλάχος, ο οποίος έσχισε τίς τις επωμίδες του κλαίγοντας από ντροπή. 4.400 οπλίτες καί 190 αξιωματικοί ήταν οι αιχμάλωτοι, αλλά πολλοί Μικρασιάτες φαντάροι προτίμησαν νά αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν γιατί αυτούς ειδικά οι Τούρκοι τούς βασάνιζαν καί τούς εκτελούσαν επί τόπου.
Η κυβέρνηση στήν πλήρη άγνοιά της, έπαυσε τόν Χατζηανέστη καί όρισε αρχιστράτηγο τόν …αιχμάλωτο Τρικούπη. Ο τελευταίος θά μάθαινε τήν προαγωγή του από τόν ίδιο τόν Κεμάλ. Μόλις αντελήφθηκε τό λάθος η κυβέρνηση των Αθηνών, όρισε νέο αρχιστράτηγο τόν Γελωργιο Πολυμενάκο. Στρατός όμως δέν υπήρχε πλέον.

Η ομάδα Φράγκου

Οι δυνάμεις του Αθανασίου Φράγκου τό βράδυ της 16ης Αυγούστου 1922 βρίσκονταν στό Τσουρούμ Δάγ, δυτικώς του Τουμλού Μπουνάρ, εκτός από τούς τσολιάδες του Πλαστήρα πού ήταν προωθημένοι στό Χασάν Ντεντέ Τεπέ, περιμένοντας τίς δυνάμεις του Τρικούπη. Αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις ανάγκασαν τόν Φράγκου σέ περαιτέρω υποχώρηση, καί αφού εγκατέλειψε τήν κοιλάδα Μπανάζ, οχυρώθηκε ανατολικά του Ουσάκ γιά να καλύψει τή σιδηροδρομική γραμμή.
Τό βάρος της μάχης τό έλαβε τό 34ο σύνταγμα του Ιωάννη Πιτσίκα τό οποίο κράτησε τίς θέσεις του, μέχρι πού δέχτηκε επίθεση από τό αριστερό του, πού κάλυπτε τό 4ο σύνταγμα του αντισυνταγματάρχη Χατζηγιάννη. Ο τελευταίος, χωρίς ιδιαίτερη πίεση παράτησε τή θέση του καί τράπηκε σέ φυγή. Εκείνη τή στιγμή συνέβη κάτι το απίθανο. Από ένα αντικρινό λόφο κατέβαιναν τραγουδώντας οι τσολιάδες του 5/42. Είχαν διασπάσει τίς τουρκικές γραμμές καί επέστρεφαν εν πλήρει τάξη. Ο Καρα – Σείτάν μάζεψε τότε τούς φυγάδες του 4ου συντάγματος μαζί μέ τόν διοικητή τους καί ξεκίνησε αντεπίθεση κατά του εχθρού. Ο «Μαύρος Καβαλλάρης» μετέτρεψε τά πρόβατα σε λιοντάρια. Οι στρατιώτες μας είχαν ανάγκη από ηγέτες, αλλά τούς άξιους αξιωματικούς τούς είχε εκδιώξει η κυβέρνηση των Αθηνών. Καί βεβαίως είχαν δίκιο οι Βυζαντινοί πού έλεγαν: «βέλτιον λέοντα άρχειν ελάφων ήπερ λεόντων έλαφον»
H ζημιά από τή φυγή Χατζηγιάννη είχε ήδη γίνει. Τό Ουσάκ, κέντρο ανεφοδιασμού, έπεσε. Η φάλαγγα Φράγκου υποχωρούσε ακόμα δυτικότερα. Αν κρατούσε ο Φράγκου 24 ώρες ακόμα στό Ουσάκ, θά κατάφερνε νά ενωθεί μέ τόν Τρικούπη, ο οποίος παραδίδονταν στίς 20 Αυγούστου στά περίχωρα της πόλης. Η τραγωδία των μεραρχιών πού διοικούσε ο Φράγκου συνεχίζονταν.

«Τα υψώματα του Ακ Τας δεσπόζουν του κάμπου που απλώνεται, απέραντος θάλεγε κανείς, βορειανατολικά της Φιλαδέλφειας. Εκεί, μέσα σ’ ένα σύδενδρο έχει στήσει το καραούλι του ένας Τσολιάς και το θέαμα, που βλέπει, τον κάνει να χλωμιάσει από την φρίκη. Ένα ατέλειωτο λεφούσι ξεχύνεται μέσα στο κάμπο, είναι αμέτρητοι οι Τούρκοι. Κινούνται ταχύτατα, σαν να ήθελαν να προφθάσουν κάτι. Τι; Μα τι άλλο; – το Στρατό μας. Θέλουν να καταλάβουν το Ακ Τας και ν’ αποκόψουν τις Μεραρχίες του Φράγκου και του Γονατά. Η παράδοση του Τρικούπη τους είχε ανοίξει την όρεξη. Πίστευαν, ότι θα πιάσουν όλο το Στρατό μας αιχμάλωτο.
Τη στιγμή που ο Πλαστήρας παίρνει την αναφορά του σκοπού του, καταφθάνει κι ένας αγγελιαφόρος της 7ης. Ο μέραρχος Κουρουσόπουλος πληροφορεί το διοικητή του 5/42 ότι πιέζεται ισχυρά και του ζητεί να καταλάβει τα υψώματα του Ακ Τας, καλύπτοντας το αριστερό του. Κι ο Πλαστήρας διαισθάνεται αμέσως, ότι είναι η ευκαιρία να επαναλάβει το θρίαμβο του Ασλανάρ. Δεν σπεύδει να καταλάβει τα υψώματα. Παρακολουθεί τις τούρκικες περιπόλους, που προωθούνται για ν’ αναγνωρίσουν το Ακ Τας. Κι όταν φεύγουν για ν’ αναφέρουν στο Φεβζή Πασά, ότι είναι αφύλακτα, οι Τσολιάδες μας σκαρφαλώνουν έρποντας – γνωρίζουν τις συνήθειες του διοικητή τους κι εκτελούν τις διαταγές του με σχολαστική ακρίβεια.
Οι Τούρκοι είναι τετραπλάσιοι. Προχωρούν όμως, ανύποπτοι, βέβαιοι ότι ο Στρατός μας έχει φθάσει στη Φιλαδέλφεια. Προπορεύονται τμήματα ιππικού – περίπου 500 ιππείς κι ακολουθούν το πεζικό σε πυκνές φάλαγγες. Βιάζονται και δεν παίρνουν αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Αλλ’ οι Τσολιάδες μας καραδοκούν με το δάκτυλο στη σκανδάλη.
Χρειάζεται μεγάλη ψυχραιμία για ν’ αφήνεις τον τετραπλάσιο εχθρό να φθάνει μέχρι την κάνη του τουφεκιού σου, απόλυτη πειθαρχία πυρός, πίστη στην ηγεσία και, προς παντός, ψυχή. Οι Τούρκοι έχουν πλησιάσει τόσο κοντά, που οι Τσολιάδες διακρίνουν τα χαρακτηριστικά τους, ακούνε τις κουβέντες τους – το χνώτο τους βαραίνει την ατμόσφαιρα. Κι άξαφνα ξεσπά ο κεραυνός. Οι πλαγιές ξερνούν καυτό μολύβι, σείεται η κοιλάδα. Τα πολυβόλα μας αποδεκατίζουν τους Τούρκους, τ’ άλογα χλιμιντρίζουν αγριεμένα, ρίχνουν τους αναβάτες τους και τρέπονται σε φυγή. Τα βογγητά αντηχούν ως πέρα, μέχρι τη κοιλάδα του Αλή Βεράν – μνημόσυνο στις ψυχές των αδικοσκοτωμένων παλικαριών μας.
Οι Τούρκοι κάνουν να φύγουν τότε επεμβαίνει το πυροβολικό. Εκτελεί πυρά φραγμού – όχι για να πλησιάσουν οι Τούρκοι, αλλά για να μη φύγουν. Τους έχει ζώσει ένας πύρινος κλοιός.
Κάποτε τα πολυβόλα άναψαν, οι κάνες των πυροβόλων κοκκίνησαν. Οι Τσολιάδες ορμούν το γνωρίζουν καλά το μάθημα τους. Δεν ήταν επίθεση εκείνη – σαν δαίμονες ξεπηδούν τα παλικάρια της Θεσσαλίας μας. Είναι οι τρομεροί εκδικητές της σφαγής του Αλή Βεράν. Και οι τρείς Μεραρχίες – αυτές ήταν οι δυνάμεις, που αντιμετώπισε το 5/42 – τρέπονται σε φυγή. Είναι τόσο τρομοκρατημένοι οι Τούρκοι, ώστε μέχρι το βράδυ δεν τολμούν να πλησιάσουν.» ………………………..
Γιάννης Καψής – Χαμένες Πατρίδες, 1962

Τήν επομένη τό Ελληνικό στράτευμα συμπτύχθηκε πρός τή Φιλαδέλφεια (Αλάσεχιρ). Στήν πόλη είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες πρόσφυγες Ελληνες καί Αρμένιοι. Ετρεχαν νά γλυτώσουν από τούς τσέτες, αλλά ταυτόχρονα εμπόδιζαν τόν ελληνικό στρατό να οργανώσει στοιχειωδώς τήν άμυνά του. Ο Φράγκου έψαχνε τήν 5η Μεραρχία γιά νά της δώσει εντολή νά μεταφερθεί σιδηροδρομικώς στό Σαλιχλί γιά νά οργανώσει νέα γραμμή αμύνης. Αλλά 5η Μεραρχία δέν υπήρχε. Την αποστολή αυτή ανέλαβε ποιός άλλος; Ο «Καρα Σεϊτάν», ο οποίος έσπευσε μέ τό 5/42 στό Σαλιχλί, όπου θα ετίθετο υπό τάς διαταγάς του διοικητή της Μεραρχίας Ιππικού, υποστράτηγου Καλλίνσκυ.
Δυστυχώς όμως, ο Πλαστήρας φθάνοντας στό Σαλιχλή, διαπίστωσε ότι η Μεραρχία Ιππικού δέν είχε οργανώσει δεόντως τήν άμυνα της πόλεως. Ο Θεσσαλός συνταγματάρχης συνέστησε τήν αλλαγή του τρόπου αμύνης καί πρότεινε ένα σχέδιο σύμφωνα μέ τό οποίο οι Τσολιάδες του θα καθήλωναν τους Τούρκους καί θα τους υποχρέωναν να πεζομαχήσουν. Κι όταν η μάχη θα είχε ανάψει για καλά, το ιππικό μας θα εξαπέλυε επίθεση από τα αριστερά. Ο Καλλίνσκης μέ τόν επιτελάρχη του Αλέξανδρο Παπάγο συμφώνησαν κι ο Πλαστήρας ξεκίνησε να επιστρέψει στους Τσολιάδες του. Επιστρέφοντας άκουσε πυροβολισμούς. Τί είχε γίνει;

«Ένα από τα τάγματα του Πλαστήρα είχε καταυλισθεί όπως είδαμε, στις νότιες παρυφές του Σαλιχλή. Οι Τσολιάδες μας είχαν την ανέλπιστη τύχη να κοιμηθούν – με τις αρβύλες, ζωσμένοι τις ξιφολόγχες και τις μπαλάσκες, είναι αλήθεια, αλλά κοιμόντουσαν. Πριν ακόμη χαράξει, ένας νεαρός διοικητής λόχου, ο ανθυπολοχαγός – τότε – Μινιουδάκης, σηκώθηκε και μ’ ένα συνάδελφό του προχώρησε να πλυθεί σε μια κοντινή βρύση. Ποιος ξέρει πότε άλλοτε θα είχε κανείς τη τύχη να τον φυλάγουν άλλοι! Πίστευε, ότι το ιππικό μας κρατούσε τη στενωπό των Αντάλων. Αλίμονο, όμως, δεν ήταν γραφτό να πλυθεί. Είχε πλησιάσει στη βρύση, όταν είδε δυο-τρεις σκιές να κινούνται στο βάθος του δρόμου. Πρόσεξε καλύτερα και κατάλαβε. Ήταν Τούρκοι. Δεν μπορούσε να κάνει λάθος. Αλλά κι αν αμφέβαλε, μια σφαίρα, που σφύριξε δίπλα του, τον έπεισε απόλυτα.
Οι Τσολιάδες πετάχθηκαν ξαφνιασμένοι. Είχαν αιφνιδιασθεί. Αρπαξαν τα όπλα τους κι οχυρώθηκαν πρόχειρα μέχρις ότου διαπιστώσουν πού ήταν ο εχθρός. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Οι Τούρκοι κατείχαν την απέναντι πλευρά του δρόμου. Είχαν μπει στο Σαλιχλή πριν από τους Τσολιάδες, τους οποίους δεν αντιλήφθηκαν όταν έφθασαν, περασμένα μεσάνυκτα – όπως δεν τους αντελήφθηκαν κι οι Τσολιάδες. Κι οι δύο αντίπαλοι αιφνιδιάστηκαν, περισσότερο, όμως οι δικοί μας. Μέσα σε λίγα λεπτά μια σκληρή οδομαχία είχε ανάψει μέσα στο Σαλιχλή. Την ίδια εκείνη στιγμή τα δύο άλλα τάγματα του 5/42, είχαν αφήσει την κωμόπολη και προχωρούσαν προς Βορρά. Έτσι, το Σαλιχλή βρέθηκε αμαχητί στα χέρια των Τούρκων, ο σταθμός κατελήφθη. Μόνο ο ταγματάρχης Παναγάκος, επιτελής της Στρατιάς, που βρέθηκε αποκομμένος εκεί, οχυρώθηκε σ’ ένα δωμάτιο του σταθμού και αντέταξε λυσσώδη άμυνα – έδωσε στους Τούρκους ένα ακόμη μάθημα του τι θα πει Έλληνας αξιωματικός.
Η περιγραφή της μάχης του Σαλιχλή θα έπρεπε να σταματήσει στο σημείο αυτό. Ας μείνει η φαντασία ελεύθερη, αχαλίνωτη, για να ξαναζωντανέψει την ανδρεία των λιγοστών εκείνων παλικαριών, που έπλυναν στο τουρκικό αίμα τη προσβολή του Καρατζά Χισάρ. Ας αφηνιάσει η φαντασία – και πάλι δεν θα μπορέσει να δώσει όλο το μεγαλείο της μάχης του Σαλιχλή.
Οι Τσολιάδες μας αιφνιδιάστηκαν, είναι αλήθεια. Αλλά δεν πανικοβλήθηκαν. Αρπαξαν τα τουφέκια τους κι εφάρμοσαν το γνώριμο επιτελικό σχέδιο τους – όρμησαν κραυγάζοντες «Αέρα!». Κι η τρομερή κραυγή τους ακούσθηκε σαν κεραυνός. Όρμησαν και τ’ αστραποβόλημα των λογχών τους διέλυσε το σύθαμπο του πρωινού. Ήταν τρομακτική η σύγκρουση. Οι Τούρκοι είχαν ένα πυροβόλο κι άρχισαν να βάλλουν αδιακρίτως. Έριχναν και στα τούρκικα σπίτια και τα πυρομαχικά, που έκρυβαν οι Τούρκοι κάτοικοι, τιναζόντουσαν στον αέρα, πνίγοντας την ατμόσφαιρα στη σκόνη.
Ο Πλαστήρας, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, έμπηξε άγρια τα σπιρούνια του στα πλευρά του αλόγου του και το υποχρέωσε να τιναχθεί αγριεμένο – χύθηκε σαν θύελλα. Ο υπασπιστής του δεν μπορεί να τον παρακολουθήσει. Κι αυτό τον σώζει. Μπαίνοντας στο Σαλιχλή πέφτει σε μια τουρκική περίπολο. Τ’ άλογό του σκοτώνεται κι ο Πλαστήρας τραβά το περίστροφο για ν’ αμυνθεί – να πολεμήσει για τη ζωή του πλέον. Στην κρίσιμη στιγμή φθάνει ο υπασπιστής κι οι Τούρκοι διαλύονται. Με τ’ άλογο του υπασπιστή του τώρα, ο Πλαστήρας φθάνει στο τρίτο τάγμα του. Νομίζει, ότι έχουν προσβληθεί τα δύο άλλα κι αναζητά την εφεδρεία για να τα βοηθήσει. Βρίσκει, όμως την εφεδρεία να έχει εμπλακεί σ’ έναν απελπισμένο αγώνα.
Ήταν δεινή η θέση των Τσολιάδων μας. Είχαν σχεδόν κυκλωθεί – ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν από πού τους κτυπούσαν οι Τούρκοι. Οι καπνοί των εκρήξεων, ο κουρνιαχτός της μάχης σκέπαζαν τα πάντα. Δεν υπήρχε παρά μια μόνο διέξοδος: ν’ ανοίξουν το δρόμο ανάμεσα στους Τούρκους – πατώντας στα κορμιά τους. Κι έξαφνα, μέσα στον ορυμαγδό, ακούσθηκε το νοσταλγικό πια σάλπισμα «Προχωρείτε… προχωρείτε».
Η μάχη του Σαλιχλή θα μπορούσε να ήταν υπόδειγμα τακτικής – μια πολύωρη οδομαχία μ’ όλους τους κανόνες της πολεμικής τέχνης. Θα μπορούσε να ήταν ακόμη ένα θαυμάσιο παράδειγμα πειθαρχίας – οι Τσολιάδες μας, αν κι αιφνιδιάστηκαν, αν κι αποκόπηκαν δεν τους συνεπήρε η θύελλα του πανικού. Περισσότερο, όμως κι από υπόδειγμα τακτικής, παράδειγμα πειθαρχίας, είναι ένα θαυμάσιο δείγμα της ελληνικής παλικαριάς. Πενταπλάσιοι, ίσως και δεκαπλάσιοι, ήταν οι Τούρκοι. Καλύτερα οπλισμένοι από τους δικούς μας, ευέλικτοι επάνω στ’ άλογά τους. Τα είχαν όλα, πλην της ελληνικής ψυχής, που ξεπετάχτηκε μέσα απ’ τη συμφορά, υπέροχη, ωραία, παρά ποτέ άλλοτε.
Σαν διάβολοι πήδηξαν οι Τσολιάδες μας. Με την ξιφολόγχη, σαν τα σαλιγκάρια έβγαζαν τους Τούρκους μέσα από τα σπίτια τους. Οι οβίδες έσκαγαν εδώ κι εκεί – κανείς δεν γνώριζε από πού προέρχονταν, για ποιον προορίζονταν. Το αίμα έβαψε άφθονο το καλντερίμι του Σαλιχλή. Ήταν τρομερή η επιθετική ορμή των ανδρών μας, αλλά και λυσσώδης η άμυνα των Τούρκων. Οι αντίπαλοι γνώριζαν καλά, ότι η μάχη εκείνη θα έκρινε οριστικά, όχι πια την μικρασιατική εκστρατεία – ήταν πλέον οριστικά καταδικασμένη. Στη μάχη του Σαλιχλή κρινόταν ο πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας.»  ………………….
Γιάννης Καψής – Χαμένες Πατρίδες, 1962

Η νίκη της 23ης Αυγούστου στό Σαλιχλή, έδωσε τήν ευκαιρία στά υπόλοιπα τμήματα του ελληνικού στρατού να υποχωρήσουν χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση από τούς Τούρκους. Βέβαια τό μεγαλύτερο τμήμα δέν ήταν πλέον ελληνικός στρατός, αλλά ένας όχλος ελεεινών καί εξαθλιωμένων ανθρώπων, πολλοί από τούς οποίους φέρονταν σάν κοινοί εγκληματίες καίγοντας καί βιάζοντας τήν ίδια ώρα πού οι συντρόφοι τους έδιναν τή ζωή τους, γιά να τούς γλυτώσουν. Ο όχλος αυτός έτρεχε πρός τήν Ερυθραία νά βρεί τά πλοία πού περίμεναν στό Τσεσμέ (Κρήνη).
Εύζωνοι Κορδελιό Σμύρνης
Εν τω μεταξύ τό απόσπασμα Λούφα, έφθασε τήν 24η Αυγούστου στό Μπίν Τεπέ καί εγκαταστάθηκε στά γύρω υψώματα γιά νά καλύψει τίς συμπτυσσόμενες δυνάμεις πρός Κασαμπά. Οι τουρκικές δυνάμεις καθηλώθηκαν στό Μπίν Τεπέ, δίδοντας τόν καιρό στά ελληνικά τμήματα νά οχυρωθούν στόν Κασαμπά. Ηταν 25 Αυγούστου 1922 καί οι Τούρκοι είχαν πλησιάσει επικίνδυνα στήν Σμύρνη. Μία Σμύρνη πού η ανικανότητα της πολιτικής ηγεσία καί η προδοτική συμπεριφορά του Χατζηανέστη καί του Στεργιάδη είχαν αφήσει ανοχύρωτη……………….συνεχίζεται


Πηγή

Το παρόν αποτελεί ως επί το πλέιστον αναδημοσίευση από το  http://www.agiasofia.com/

Βιβλιογραφία

Ambassador Morgenthau’s Story 1918
Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια 1971
The Blight of Asia – GEORGE HORTON 1926
Μαύρη Βίβλος (1914-1918) – Οικουμενικό Πατριαρχείο
Το νούμερο 31328 – Ηλίας Βενέζης
1922 Μαύρη Βίβλος – Γιάννης Καψής 1992
Χαμένες Πατρίδες – Γιάννης Καψής 1992
Τοπάλ Οσμάν – Λαμψίδης Γεώργιος, 1969
Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας – Χρήστος Αγγελομάτης
Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ξενοφών Στρατηγός 1925
Ιστορία του Ελληνικού Εθνους – Παπαρρηγόπουλου
Μικρασιατική Εκστρατεία – Νικόλαος Μέρτζος
Στρατιωτική Επιθεώρηση

Advertisements

Ένα Σχόλιο

Τα σχόλια έχουν κλείσει.