Η μάχη του Ταλάς (Μάϊος–Σεπτέμβριος 751)

στις

Στο εξώφυλλο: Η μάχη του Ταλάς_βιβλιοθήκη Κογκρέσου.

μετάφραση – επιμέλεια: Χείλων

Ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν την μάχη του ποταμού Ταλάς. Ωστόσο, αυτή η σχεδόν άγνωστη σύγκρουση μεταξύ της αυτοκρατορικής Κίνας και της Αραβικής δυναστείας των Αββασιδών είχε σημαντικές συνέπειες, όχι μόνο για την Κίνα και την Κεντρική Ασία, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο.

Τον 8ο αιώνα η Ασία αποτελείτο από ένα μωσαϊκό φυλετικών και περιφερειακών δυνάμεων, οι οποίες μάχονταν για εμπορικά δικαιώματα, πολιτική εξουσία και/ή θρησκευτική ηγεμονία. Η εποχή χαρακτηριζόταν από συγκρούσεις, συμμαχίες, ίντριγκες και προδοσίες και ουδείς φανταζόταν ότι η συγκεκριμένη μάχη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις όχθες του ποταμού Ταλάς στην σημερινή Κιργιζία, θα σταματούσε τις Αραβικές και Κινεζικές επεκτάσεις στην Κεντρική Ασία και θα καθόριζε τα όρια Βουδιστικής και Μουσουλμανικής Ασίας.

Καμμιά από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η συγκεκριμένη μάχη θα ήταν καθοριστική για την διάδοση στον δυτικό κόσμο μιας σημαντικής Κινεζικής εφεύρεσης …..της τέχνης παραγωγής χαρτιού, μια τεχνολογία που θα άλλαζε την παγκόσμια ιστορία για πάντα.

Ιστορικό

Για αρκετό χρονικό διάστημα, η πανίσχυρη αυτοκρατορία Τάνγκ (618-906) και οι προκάτοχοι είχαν επεκτείνει την Κινεζική επιρροή στην Κεντρική Ασία, χρησιμοποιώντας «ήπια μέσα» όπως εμπορικές συμφωνίες, συγχώνευση προτεκτοράτων και όχι στρατιωτική ισχύ. Ο πιο ενοχλητικός εχθρός που αντιμετώπιζαν από το 640 και εντεύθεν ήταν η ισχυρή αυτοκρατορία του Θιβέτ που είχε ιδρύσει ο Σονγκτσάν Γκαμπό (Songtsen Gampo).

Χάρτης αυτοκρατορίας Τανγκ περί τον 7ο αιώνα_πηγή wikipedia

Κατά την διάρκεια του 7ου και 8ου αιώνα ο έλεγχος της σημερινής Ξινγιάνγκ (Xinjiang) στην δυτική Κίνα και των γειτονικών επαρχιών εναλλασσόταν μεταξύ Κίνας και Θιβέτ. Η Κίνα αντιμετώπιζε επίσης προκλήσεις από τους Τούρκους Ουιγούρους στα βορειοδυτικά, τους Τουρπάν (βορειοδυτική Κίνα) και φυλές από Λάος/Ταϊλάνδη στα νότια σύνορα.

Η άνοδος των Αράβων

Ενώ οι Τανγκ ασχολούνταν με όλους αυτούς τους αντιπάλους, μια νέα υπερδύναμη αναδυόταν στην Μέση Ανατολή.

Ο Προφήτης Μωάμεθ πέθανε το 632 και οι Μουσουλμάνοι πιστοί υπό το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών (661-750) προσάρτησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τεράστιες περιοχές. Από την Ισπανία και την Πορτογαλία στα δυτικά, την Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή και από τις πόλεις Μέρβ, Τασκένδη και Σαμαρκάνδη στα ανατολικά, η Αραβική κατάκτηση εξαπλώθηκε με εκπληκτική ταχύτητα.

Άγαλμα του Ban Chao στο Kashgar_wikipedia

Τα συμφέροντα της Κίνας στην Κεντρική Ασία επανήλθαν περί το 97 π.Χ., όταν ο στρατηγός Μπαν Τσάο (Ban Chao) της δυναστείας Χαν, οδήγησε έναν στρατό 70.000 ανδρών μέχρι το Μερβ (στο σημερινό Τουρκμενιστάν) καταδιώκοντας τις ληστρικές φυλές που δραστηριοποιούνταν κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού.

Η Κίνα είχε ανέκαθεν αγαστές εμπορικές σχέσεις με την αυτοκρατορία των Σασσανιδών στην Περσία, όπως και με τους προκατόχους Πάρθους. Οι Πέρσες και οι Κινέζοι είχαν συνεργαστεί για να εμποδίσουν την άνοδο των Τουρκικών δυνάμεων, υποστηρίζοντας διαφορετικούς φυλετικούς ηγέτες στις εμφύλιες συγκρούσεις. Επιπλέον, οι Κινέζοι είχαν μακρά ιστορία επαφών με την Σογδιανή αυτοκρατορία, με επίκεντρο το σημερινό Ουζμπεκιστάν.

Πρώιμες Κινεζικές/Αραβικές συγκρούσεις

Αναπόφευκτα, η αστραπιαία επέκταση των Αράβων, θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Κίνας στην Κεντρική Ασία.

Το 651, οι Ομεϋαδοί κατέλαβαν την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών στο Μερβ και εκτελέστηκε ο βασιλέας Ισδιγέρδης ΙΙΙ (Yazdegard) έχοντας ως ορμητήριο την πόλη, θα κατακτούσαν την Μπουχάρα, την κοιλάδα Φεργκάνα (Ferghana) και θα επεκτείνονταν ανατολικότερα έως το Κασγκάρ (Kashgar) στα σύνορα Κίνας – Κιργιζιστάν.

Οι ειδήσεις των κατακτήσεων έφθασαν στον αυτοκράτορα Τάνγκ από τον γιο του Φιρούζ (Firuz) που κατέφυγε στην Κίνα μετά την πτώση της Μέρβ. Ο Φιρούζ αργότερα έγινε στρατηγός ενός εκ των στρατιών της Κίνας και στην συνέχεια διοικητής μιας περιοχής που εντοπίζεται στην σύγχρονη Ζαράν, στο Αφγανιστάν.

Απεικόνιση ιππέα Καρλάκ (Qarluk)

Το 715, η πρώτη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο δυνάμεων έγινε στην κοιλάδα Φεργκάνα του Αφγανιστάν. Οι Άραβες και οι Θιβετιανοί εκθρόνισαν τον βασιλέα Ιχσιδίδη (Ikhshid) και ενθρόνισαν κάποιον ονόματι Αλουτάρ (Alutar). Ο Ιχσιδίδης ζήτησε την βοήθεια της Κίνας και ο Τάνγκ έστειλε στρατό 10.000 ανδρών, ο οποίος ανέτρεψε τον Αλουτάρ και απεκατέστησε τον Ιχσιδίδη.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Αραβικός/Θιβετιανός στρατός πολιόρκησε δύο πόλεις στην περιοχή Ακσού, την σημερινή Ξινγιάνγκ στην δυτική Κίνα. Οι Κινέζοι έστειλαν στρατό από μισθοφόρους Καρλάκ (Τουρκική νομαδική φυλή) που νίκησαν τους Άραβες και Θιβετιανούς και έλυσαν την πολιορκία. Το 750 το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών ανετράπη από την δυναστεία των Αββασιδών.

Οι Αββασίδες

Έχοντας ως ορμητήριο την πρωτεύουσα στο Χαρράν της Τουρκίας, το Χαλιφάτο των Αββασιδών εφορμούσε, για να κυριαρχήσει στην ήδη εκτεταμένη Αραβική αυτοκρατορία των Ομευαδών, με πρώτη περιοχή ενδιαφέροντος τα ανατολικά σύνορα – από την κοιλάδα Φεργκάνα και εντεύθεν.

Οι Αραβικές δυνάμεις στην Ανατολική Κεντρική Ασία με συμμάχους τους Θιβετιανούς και Ουιγούρους εξορμούσαν με επικεφαλής τον ικανό κυβερνήτη – στρατηγό Ζιγιάντ Ιμπν Σαλίχ (Ziyad ibn Salih). Ο δυτικός στρατός της Κίνας διοικείτο από τον στρατηγό Γκάο Ξιανζί (Gao Xianzhi) Κορεατικής καταγωγής, φαινόμενο σύνηθες τότε για ξένους, ή μειονοτικούς αξιωματικούς να διοικούν Κινεζικούς στρατούς, αφού η στρατιωτική σταδιοδρομία θεωρείτο ανεπιθύμητο πεδίο σταδιοδρομίας για τους Κινέζους ευγενείς.

Σε ανύποπτο χρόνο, η σύγκρουση στον ποταμό Ταλάς επισπεύσθηκε από ένα απρόσμενο επεισόδιο.

Το 750, ο βασιλιάς της Φεργκάνα λόγω συνοριακών διαφορών με τον κυβερνήτη του γειτονικού Τσάκ (Chach) έκανε έκκληση βοήθειας στους Κινέζους, οι οποίοι έστειλαν τον στρατηγό Κάο για να συνδράμει τα στρατεύματα του.

Ο Κάο πολιόρκησε την Τσάκ προσφέροντας στον βασιλέα Τσακάν ασφαλή διαφυγή από την πρωτεύουσά του, ενώ στην συνέχεια υπαναχώρησε και τον αποκεφάλισε. Όπως σε πανομοιότυπο επεισόδιο κατά την Αραβική καάκτηση της Μέρβ το 651, ο γιος του βασιλέα δραπέτευσε και ανέφερε το περιστατικό στον Αββασίδη Αμπού Μουσλίμ, κυβερνήτη του Χορασάν.

Ο Αμπού συγκέντρωσε τα στρατεύματα στην Μέρβ και βάδισαν για να ενταχθούν στον στρατό του Ζιγιάντ Ιμπν Σαλίχ. Οι Άραβες ήταν αποφασισμένοι να δώσουν στον Κάο ένα μάθημα… και ταυτόχρονα να εδραιώσουν την παρουσία τους στην περιοχή.

Η μάχη

Τον Ιούλιο του 751, οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στον Ταλάς, κοντά στα σύνορα της σημερινής Κιργιζίας/Καζακστάν. Τα Κινεζικά αρχεία αναφέρουν ότι ο στρατός Τάνγκ αριθμούσε 30.000 άνδρες, ενώ Αραβικές πηγές τον ανεβάζουν σε 100.000. Ο συνολικός αριθμός των Αραβικών, Θιβετιανών και Ουιγούρων πολεμιστών δεν καταγράφεται, αλλά ήταν υπεράριθμοι των αντιπάλων.

Χάρτης μάχης Ταλάς

Οι δύο στρατοί συγκρούονταν επί πέντε ημέρες και όταν οι Τούρκοι Καρλάκ συνέπραξαν με την Αραβική πλευρά, η ήττα του Κινεζικού στρατού ήταν πλέον αναπόφευκτη. Κινεζικές πηγές ισχυρίζονται ότι οι Καρλάκ αρχικά πολεμούσαν γι’ αυτούς, αλλά αυτομόλησαν κατά την διάρκεια της μάχης.

Στον αντίποδα τα Αραβικά αρχεία, δείχνουν ότι οι Καρλάκ ήσαν ήδη σύμμαχοι πριν από τη σύγκρουση. Ο Αραβικός ισχυρισμός φαίνεται πιθανότερος, δεδομένου ότι οι Καρλάκ επιτέθηκαν στους Κινέζους εκ των όπισθεν και εφόσον ίσχυε ο Κινεζικός ισχυρισμός, αυτοί θα έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο του πεδίου μάχης, αντί στα νώτα, άρα δεν θα ίσχυε το στοιχείο του αιφνιδιασμού.

Αββασίδες πολεμιστές_

Ορισμένοι σύγχρονοι Κινέζοι ιστορικοί εκφράζουν ακόμη και σήμερα αποτροπιασμό για την προδοσία εκ μέρους της Τουρκικής μειονότητας στην αυτοκρατορία Τανγκ. Σε κάθε περίπτωση όμως η επίθεση των Καρλάκ σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τον στρατό του Κάο Χσιέν-Τσι. Από τις δεκάδες χιλιάδες που οι Τανγκ έστειλαν στη μάχη, επέζησε μόνο ένα μικρό ποσοστό. Ο Κάο Χσιέν-Τσι, ένας από τους λίγους που γλίτωσαν την σφαγή, μετά από 5 χρόνια θα δικαζόταν και θα καταδικαζόταν σε θάνατο για διαφθορά. Εκτός από τις δεκάδες χιλιάδες των Κινέζων που σκοτώθηκαν, αρκετοί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στην Σαμαρκάνδη (σημερινό Ουζμπεκιστάν) ως αιχμάλωτοι πολέμου.

Ενώ οι Αββασίδες μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το τακτικό πλεονέκτημα και να προωθηθούν στα ενδότερα της Κίνας, οι γραμμές ανεφοδιασμού τους ήσαν ήδη σε οριακό σημείο και η προέλαση μιας στρατιωτικής δύναμης τέτοιου μεγέθους, πέρα από τα ανατολικά όρη του Χίντου Κους και τις ερήμους της Δυτικής Κίνας ήταν πέρα από τις δυνατότητές τους.

Παρά την συντριπτική ήττα των δυνάμεων του Κάο Τάνγκ, η μάχη του Ταλάς ήταν μια τακτική ισοπαλία. Διακόπηκε η επέκταση των Αράβων προς ανατολάς και η ταραγμένη Κινεζική αυτοκρατορία έστρεψε την προσοχή της στις εκδηλούμενες εξεγέρσεις στα βόρεια και νότια σύνορά της.

Συνέπειες

Οι επιπτώσεις της μάχης εκείνη την εποχή, δεν ήσαν σαφείς, αφού οι Κινέζοι την θεώρησαν ως την αρχή του τέλους για τη δυναστεία των Τανγκ. Επιπλέον το ίδιο έτος, η φυλή Κιτάν στην Μαντζουρία (Βόρεια Κίνα) νίκησε τις αυτοκρατορικές δυνάμεις και εξεγέρθηκαν οι κάτοικοι της Ταϊλάνδης/Λάος στην σημερινή επαρχία Γιουνάν. Τέλος η εξέγερση των Αν Σι (755-763) η οποία ήταν περισσότερο εμφύλιος πόλεμος από ό,τι μια απλή εξέγερση, αποδυνάμωσε περαιτέρω την αυτοκρατορία.

Μέχρι το 763, οι Θιβετιανοί ήταν σε θέση να καταλάβουν την Κινεζική πρωτεύουσα Τσανκγ’αν/ Chang’an (σήμερα Ξιάν). Με τόσες αναταραχές στο εσωτερικό, οι Κινέζοι δεν είχαν ούτε την βούληση, ούτε την δύναμη να ασκήσουν μεγάλη επιρροή στην περιοχή της λεκάνης Ταρίμ μετά το 751.

Για τους Άραβες, η μάχη αυτή σηματοδότησε μια απαρατήρητη καμπή. Υποτίθεται ότι οι νικητές γράφουν ιστορία, αλλά στην περίπτωση αυτή (παρά την νίκη) δεν προέκυψε κάτι περαιτέρω. Όπως επισημαίνει ο Μπάρι Χόμπερμαν, ο Μουσουλμάνος ιστορικός του 9ου αιώνα Αλ -Ταμπάρι (839-923) δεν αναφέρει καν την μάχη του ποταμού Ταλάς και θα περάσουν 500 έτη μέχρι Άραβες ιστορικοί όπως οι Ιμπν-αλ Ατίρ/Ibn al-Athir (1160-1233) και αλ-Νταχαμπί/al-Dhahabi (1274-1348) αναφέρουν την εν λόγω μάχη ως αξιοσημείωτο ιστορικό γεγονός.

Πολεμιστές δυναστείας Tang

Παρόλα αυτά, η μάχη του Ταλάς είχε σημαντικές συνέπειες. Η εξασθενημένη Κινεζική αυτοκρατορία δεν ήταν πλέον σε θέση να παρεμβαίνει στην Κεντρική Ασία, με αποτέλεσμα η επιρροή των Αββασιδών να μεγαλώσει. Μερικοί μελετητές αποφεύγουν να αναφέρουν την υπερβολική έμφαση της μάχης στην «Ισλαμοποίηση» της Κεντρικής Ασίας. Είναι σίγουρα αλήθεια ότι τα Τουρκικά και Περσικά φύλα της Κεντρικής Ασίας δεν Ισλαμοποιήθηκαν άμεσα τον Αύγουστο 751, αφού ένας τέτοιος άθλος μαζικής επικοινωνίας σε μία αχανή χώρα γεμάτη ερήμους, βουνά και στέπες θα ήταν εντελώς αδύνατο πριν τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, ακόμη και αν οι λαοί της Κεντρικής Ασίας ήσαν δεκτικοί στο Ισλάμ.

Ωστόσο, η απουσία αντίβαρου στην Αραβική παρουσία επέτρεψε στους Αββασίδες να επηρεάσουν (θρησκευτικά – πολιτιστικά – πολιτισμικά) βαθμιαία ολόκληρη την περιοχή. Στα επόμενα 250 έτη, οι περισσότεροι Βουδιστές, Ινδουιστές, Ζωροάστρες, Νεστοριανές Χριστιανικές φυλές της Κεντρικής Ασίας είχαν γίνει Μουσουλμάνοι.

Σημαντικότερο όλων ήταν το γεγονός ότι μεταξύ των κρατουμένων του πολέμου που συνελήφθησαν από τους Αββασίδες μετά την μάχη του ποταμού Ταλάς, ήταν μια σειρά από ειδικευμένους Κινέζους τεχνίτες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στην κατασκευή του χαρτιού Xuan. Μέσω αυτών, πρώτα ο Αραβικός κόσμος και στη συνέχεια η Ευρώπη έμαθε την τέχνη του χαρτιού, αφού εκείνη την εποχή, οι Άραβες ήλεγχαν Ισπανία, Πορτογαλία, καθώς και Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή και μεγάλα τμήματα της Κεντρικής Ασίας.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκαν εργαστήρια χαρτιού στην Σαμαρκάνδη, Δαμασκό, Κάιρο, Βαγδάτη, Δελχί και το 1120 ιδρύθηκαν τα πρώτα εργοστάσια χαρτοποιίας στην Τούρια της Ισπανίας (Βαλένθια). Από αυτές τις πόλεις, η τεχνολογία εξαπλώθηκε στην Ιταλία, Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη. Η έλευση της τεχνολογίας, μαζί με την ξυλόγλυπτη εκτύπωση και αργότερα την κινητή εκτύπωση, τροφοδότησε την πρόοδο στις επιστήμες, θεολογία και την ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης, η οποία έληξε με την εμφάνιση του Μαύρου Θανάτου το 1340.

Βιβλιογραφία

«Battle of Talas» Barry Hoberman. Saudi Aramco World, pp. 26-31 (Sep./Oct. 1982).

«A Chinese Expedition across the Pamirs and Hindukush, A.D. 747» Aurel Stein. The Geographic Journal, 59:2, pp. 112-131 (Feb. 1922).

Gernet, Jacque, J. R. Foster (μετ.), Charles Hartman (μετ.). «A History of Chinese Civilization» (1996).

Oresman, Matthew. «Beyond the Battle of Talas: China’s Re-emergence in Central Asia» Ch. 19 of «In the tracks of Tamerlane: Central Asia’s path to the 21st Century,» Daniel L. Burghart and Theresa Sabonis-Helf, eds. (2004).

Titchett, Dennis C. «The Cambridge History of China: Volume 3, Sui and Tang China, 589-906 AD, Part One (1979)».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s