Χατζημιχάλης Νταλιάνης, ο έμπορος της διασποράς που έγινε πρωτοπόρος του επαναστατικού ιππικού

στις

εξώφυλλο: Προσωπογραφία του Χατζημιχάλη Νταλιάνη (1775-1827), πίνακας αγνώστου καλλιτέχνη από το Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο

copyright © γράφει ο Δημήτριος Σχορτσανίτης

Εισαγωγή

Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης αποτελεί μία από τις πιο ρομαντικές και ταυτόχρονα χαρακτηριστικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης. Η ανιδιοτέλειά του ήταν τέτοια που, ενώ ξεκίνησε ως ένας από τους πλουσιότερους Έλληνες της διασποράς, πέθανε αγωνιζόμενος ενσαρκώνοντας την έννοια της απόλυτης θυσίας έχοντας προσφέρει τα πάντα για την ελευθερία. Η πορεία της ζωής του, από την γενέτειρα του Ήπειρο, στον εμπορικό βίο της Τεργέστης έως τα πεδία των μαχών της Πελοποννήσου, του Λιβάνου, της Κύπρου, της Στερεάς Ελλάδας και της Κρήτης, αναδεικνύει τη συμβολή των Ελλήνων της Ευρώπης στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή της Επανάστασης. Ο ηρωικός θάνατος με τους ιππείς του στην μάχη του Φραγκοκάστελλου στις 18 Μαίου 1828 στην Κρήτη, δημιούργησε τον θρύλο των «Δροσουλιτών» αναδεικνύοντας τον ως έναν ακοίμητο φρουρό του νησιού.

Εμπορική – προεπαναστατική δράση

Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης γεννήθηκε το 1775 στο Δελβινάκι Πωγωνίου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Χρήστου. Σε νεαρή ηλικία ο Μιχαήλ έφυγε από την Ήπειρο και μετέβη στην Ιταλία για σπουδές. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, η οποία την εποχή εκείνη αποτελούσε σημαντικό εμπορικό λιμάνι της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, με ισχυρή ελληνική παροικία. Διαθέτοντας ένα υψηλό επιχειρηματικό δαιμόνιο ασχολήθηκε με το εμπόριο καπνών αξιοποιώντας τις εμπορικές οδούς για να αγοράζει υψηλής ποιότητας προϊόντα από την Μικρά Ασία και την Συρία χρησιμοποιώντας ως σημαντικό σταθμό την Κύπρο, όπου διατηρούσε ισχυρές διασυνδέσεις. Σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να δημιουργήσει έναν εμπορικό οίκο που διακινούσε τεράστιες ποσότητες καπνού σε όλη την Ευρώπη αποκτώντας με τον τρόπο αυτό μεγάλη περιουσία και υψηλές διασυνδέσεις.

Η ονομασία Νταλιάνι προέρχεται από τη λέξη «Italia» (Ιταλία), καθώς αυτά τα όπλα είτε κατασκευάζονταν στην Ιταλία (κυρίως στη Μπρέσια) είτε ακολουθούσαν ιταλικά κατασκευαστικά πρότυπα. Οι πιστολές ήταν κυρίως τύπου Μικελέ (Miquelet) τα καρυοφύλια τύπου Σαρλεβίλ (Charleville) και οι σπάθες ιππικού υποδείγματος 1813 του Βασιλείου της Νάπολης. Στη φωτογραφία ιταλική πιστόλα με τον χαρακτηριστικό ισπανικό/μεσογειακό μηχανισμό «Miquelet», γνωστά για την αντοχή τους

Λόγω των εμπορικών του δραστηριότητων του ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους για θρησκευτικούς λόγους βαφτιζόμενος στον Ιορδάνη ποταμό, γεγονός που σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής του χάρισε το προσωνύμιο «Χατζής». Το 1816 ο Χατζημιχάλης μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία στην Τεργέστη από τον Πέτρο Σκυλιτζή Ομηρίδη, αποτελώντας έναν από τους πρώτους και πιο ένθερμους υποστηρικτές της οργάνωσης στην περιοχή, ενώ παράλληλα ανέλαβε τον ρόλο του κατηχητή. Η φιλοπατρία του και η στήριξη στην Φιλική Εταιρεία ήταν τόσο δραστήρια, που η οργάνωση τον θεωρούσε έναν από τους πιο αξιόπιστους «στύλους» της στη Δυτική Ευρώπη. Η δράση του επικεντρώθηκε σε τρεις κύριους άξονες στην:

Α.       Στρατολόγηση στην Τεργέστη μετατρέποντας τον εμπορικό του κύκλο σε δίκτυο της Εταιρείας. Παράλληλα σε συναντήσεις της ελληνικής παροικίας κατηχούσε άλλους εύπορους Έλληνες εμπόρους, πείθοντάς τους να προσφέρουν οικονομική ενίσχυση για τον «ιερό σκοπό». Υπό την καθοδήγηση του Χατζημιχάλη δημιουργήθηκε το «Κοινό Ταμείο», το οποίο συγκέντρωνε χρήματα που εμφανίζονταν ως «δωρεές για σχολεία» ή «φιλανθρωπίες», ενώ στην πραγματικότητα προορίζονταν για την αγορά όπλων.

Β.       Εξάπλωση του φιλελληνικού ρεύματος και των μελών της φιλικής εταιρείας στην Αυστρία και την Ιταλία λειτουργώντας ως σύνδεσμός μεταξύ των ελληνικών παροικιών, λόγω των συχνών επαγγελματικών μετακινήσεων. Παράλληλα χρησιμοποιούσε την δυνατότητα του αυτή για την μεταφορά της μυστικής αλληλογραφίας της Φιλικής Εταιρείας καταφέρνοντας να συντονίσει και να ενώσει τις τοπικές «Εφορείες» της οργάνωσης.

Γ.        Προετοιμασία των «Αποστόλων», των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας, που ταξίδευαν από τη Ρωσία προς την Ελλάδα παρέχοντας τους στέγη, χρήματα και ασφαλείς διαδρομές μέσω των λιμανιών της Αδριατικής. Επιπρόσθετα χρησιμοποιούσε τις επαφές του με την αυστριακή διοίκηση στην Τεργέστη για την παροχή πληροφοριών και εφοδίων προς τους Έλληνες αγωνιστές που βρίσκονταν στα Επτάνησα.

Δ.       Συγκέντρωση οπλισμού, κυρίως νταλιάνια (τα μακρύκαννα καριοφίλια από όπου πήρε και το προσωνύμιο του), σπαθιά και πιστόλες ευρωπαϊκής κατασκευής, τα οποία θεωρούνταν ανώτερα από τα οθωμανικά. Για την αγορά του οπλισμού αυτού άρχισε να χρησιμοποιεί τα κέρδη από το εμπόριο καπνού για να αγοράζει σταδιακά σημαντικές ποσότητες. Λόγω της αυστριακής παρακολούθησης, οι αγόρες πραγματοποιούνταν διασκορπισμένα και τα όπλα αποθηκεύονταν σε μυστικές κρύπτες στις εμπορικές αποθήκες που διέθετε.


Αυστριακή παρακολούθηση και διαφυγή

Η ιταλική εξέγερση στη Νάπολη (Ιούλιος 1820) προκάλεσε την βίαιη καταστολή της από τις δυνάμεις της Αυστρίας κατόπιν αποφάσεων της Ιεράς Συμμαχίας. Ο καγκελάριος Κλέμενς φον Μέτερνιχ για την αποφυγή εκδήλωσης παρόμοιων κινημάτων σε άλλες περιοχές της Ιταλίας ενίσχυσε τις δυνάμεις της αυστριακής αστυνομίας και έθεσε αυτές σε συναγερμό, αυξάνοντας τον έλεγχο που ασκούσαν στις δραστηριότητες των μειονοτήτων. Η δράση της αστυνομίας περιλάμβανε:

Α.       Στενή παρακολούθηση των μελών της Ελληνικής Κοινότητας που θεωρούνταν ύποπτοι για διασυνδέσεις με τη Φιλική Εταιρεία. Η μυστική αστυνομία παρακολουθούσε συστηματικά τις συγκεντρώσεις σε μέρη όπως το ελληνικό καφέ Τομάσσο όπου παλαιότερα είχε συλληφθεί ο Ρήγας Φεραίος. Οι πράκτορες της αυστριακής αστυνομίας παρακολουθούσαν καθημερινά τα σπίτια των Ελλήνων εμπόρων και τις αποθήκες καπνού του Χατζημιχάλη. Κατέγραφαν ποιος έμπαινε, ποιος έβγαινε και ποιες επιστολές ανταλλάσσονταν. Πολλοί Έλληνες έμποροι δέχονταν πιέσεις ή απειλές για δήμευση της περιουσίας τους αν αποδεικνυόταν η συμμετοχή τους σε «μυστικές εταιρείες». Ο Χατζημιχάλης, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά προσεκτικός και παρουσίαζε τις συγκεντρώσεις των Φιλικών ως κοινωνικές εκδηλώσεις ή εμπορικές συναντήσεις.

Β.       Λογοκρισία και ταχυδρομικός έλεγχος της αλληλογραφίας από και προς την Τεργέστη περνούσε από συστηματικό έλεγχο σε ειδικούς σταθμούς υποκλοπής («post-lodges») για τον εντοπισμό επαναστατικών μηνυμάτων. Η αστυνομία άνοιγε συστηματικά τα γράμματα που έστελνε ο Χατζημιχάλης από την Τεργέστη προς τη Βιέννη ή την Οδησσό. Για να τον αντιμετωπίσουν, ο Χατζημιχάλης και οι Φιλικοί χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικό κώδικα (π.χ. αντί για «όπλα» έγραφαν «καπνός ποιότητας» και αντί για «στρατιώτες» έγραφαν «υπάλληλοι»).

Γ.        Αυστηρός έλεγχος διαβατηρίων και μετακινήσεων στα σύνορα και στο λιμάνι για να εμποδιστεί η ροή όπλων, χρημάτων και εθελοντών (Φιλελλήνων και Ελλήνων) προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Παρά τους εξονυχιστικούς ελέγχους στα πλοία που ναύλωνε ο Χατζημιχάλης, εκείνος, χάρη στις διασυνδέσεις του, κατάφερνε συχνά να δωροδοκεί υπαλλήλους ή να κρύβει τα πολεμοφόδια μέσα σε μπάλες καπνού, που η έντονη μυρωδιά τους δυσκόλευε την έρευνα.

Η Φιλική Εταιρεία πριν την έναρξη της επανάστασης έκρινε, ότι η παρουσία του Χατζημιχάλη στην Ελλάδα ήταν αναγκαία. Η απόδραση του από την Τεργέστη ήταν μια επιχείρηση υψηλού ρίσκου, καθώς οι αυστριακές αρχές είχαν αρχίσει να σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τους «ύποπτους» Έλληνες εμπόρους. Ο Χατζημιχάλης για να συμμετάσχει στον αγώνα έπρεπε να βγάλει από την Αυστρία τον εαυτό του, τους άνδρες του και το κυριότερο τα κεφάλαια του. Η μεταφορά των κεφαλαίων και των εφοδίων δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με μία κίνηση, αλλά μέσα από ένα δίκτυο που βασιζόταν στη μυστικότητα και την εμπορική κάλυψη. Χρησιμοποιώντας το δίκτυο των Ελλήνων εμπόρων της διασποράς ο Χατζημιχάλης κατάφερε μέσω συναλλαγματικών να αποστείλει σημαντικό μέρος της περιουσίας του στα Επτάνησα (που ήταν υπό την αγγλική κυριαχρία). Ενώ όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα, στα τέλη του 1820, ρευστοποίησε την ακίνητη περιουσία και τις αποθήκες του στην Τεργέστη και τα μετέτρεψε σε χρυσές λίρες και πολύτιμους λίθους, τα οποία έκρυψε μέσα στα εμπορεύματα των πλοίων.

Υπό το πρόσχημα επένδυσης σε «εξοπλισμό» ναύλωσε δικά του πλοία και ζήτησε ειδική άδεια απόπλου για «εμπορικούς λόγους», παρουσιάζοντας το ταξίδι του, στις αυστριακές αρχές, ως μια συνηθισμένη μεταφορά καπνού από την Ανατολική Μεσόγειο. Στα πλοία κατάφερε να επιβιβάσει τους έμπιστους Ηπειρώτες του και άλλους εθελοντές που είχε στρατολογήσει κρυφά στην Ιταλία εμφανίζοντας τους στην αυστριακή αστυνομία ως «προσωπικό» και «ναύτες» του εμπορικού οίκου. Παράλληλα φόρτωσε στα πλοία εκατοντάδες τουφέκια και το σύνολο του αναγκαίου εξοπλισμού για την δημιουργία ενός σώματος 600 πεζών και 100 ιππέων. Παρά τις υποψίες της αυστριακής αστυνομίας, ο Χατζημιχάλης κατάφερε να αποπλεύσει από την Τεργέστη. Αρχικά κατευθύνθηκε προς τα Επτάνησα αποκτώντας επαφές με τους Έλληνες οπλαρχηγούς που είχαν καταφύγει σε αυτά.

Η δημιουργία του πρώτου οργανωμένου ιππικού

Με την έναρξη της επανάστασης πέρασε στην Πελοπόννησο κατευθυνόμενος προς το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στα Τρίκορφα Αρκαδίας. Στην συνάντηση τους ο Χατζημιχάλης δεν εμφανίστηκε ως ένας απλός εθελοντής, αλλά ως ένας έτοιμος ηγήτορας διαθέτοντας το δικό του άρτια εξοπλισμένο σώμα. Η εμφάνιση του εντυπωσίασε τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς με τον εξοπλισμό και την ποιότητα και την διακόσμηση των όπλων του, τα περίφημα νταλιάνια. Παράλληλα η συμμετοχή των ανδρών του στην ενίσχυση των τμημάτων που περιέσφιγγαν την Τριπολιτσά, τον καθιέρωσαν ως ισότιμο με τους άλλους οπλαρχηγούς.

Λέγεται ότι όταν ο Κολοκοτρώνης είδε τα όπλα του, αναφώνησε με θαυμασμό για την ποιότητά τους. Μάλιστα, η παράδοση αναφέρει ότι από αυτή την πρώτη συνάντηση και την επίδειξη των τουφεκιών καθιερώθηκε το προσωνύμιο «Νταλιάνης» Στη φωτογραφία μουσκέτο Charleville Model 1777 που κατασκευάζονταν στην Brescia

Πέρα από τις μάχες παρέδωσε σημαντικό μέρος του οπλισμού και των χρημάτων που διέθετε στην κεντρική διοίκηση, πόσο καθοριστικό για την αγορά πολεμοφοδίων και τροφίμων και την στήριξη της επιμελητείας στις πρώτες φάσεις του αγώνα. Στις αρχές Ιουλίου 1821 ο Χατζημιχάλης πληροφορήθηκε για τις μεγάλες σφαγές που πραγματοποιούνταν στην Κύπρο από τον Κιουτσούκ Μεχμέτ. Με δικά του έξοδα ο Χατζημιχάλης ναύλωσε δύο ιστιοφόρα, τα οποία κατάφεραν με μυστικότητα να καταπλεύσουν στην Κύπρο και να απεγκλωβίσουν δεκάδες επιφανείς Κυπρίους, τους οποίους μετέφεραν στα Επτάνησα και στην Ιταλία.

Ο Κιουτσούκ Μεχμέτ (Es-Seid Mehmed Emin) ήταν ο Οθωμανός κυβερνήτης (μουχασίλης) της Κύπρου από το 1820 έως το 1822. Περιγράφεται από ιστορικές πηγές ως άνθρωπος με σκληρό και βίαιο χαρακτήρα. Το προσωνύμιο «Κιουτσούκ» σημαίνει «Μικρός» (λόγω του αναστήματός του) και χρησιμοποιείτο για να τον διακρίνει από άλλους αξιωματούχους με το ίδιο όνομα. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Κιουτσούκ Μεχμέτ υιοθέτησε σκληρή στάση για να προλάβει αντίστοιχη εξέγερση στην Κύπρο. Συνέταξε μια λίστα με 486 επιφανείς Κυπρίους (ιεράρχες, προκρίτους, δασκάλους), υποστηρίζοντας στον Σουλτάνο ότι η εξόντωσή τους ήταν απαραίτητη για την ασφάλεια του νησιού. Στις 9 Ιουλίου 1821, ημέρα που άρχισαν οι εκτελέσεις στη Λευκωσία, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαγχονίστηκε, ενώ τρεις μητροπολίτες (Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Λαυρέντιος) αποκεφαλίστηκαν. Οι σφαγές και οι δημεύσεις περιουσιών συνεχίστηκαν για εβδομάδες, οδηγώντας σε πλήρη τρομοκρατία και αναγκάζοντας πολλούς Κυπρίους να διαφύγουν στην επαναστατημένη Ελλάδα ή στο εξωτερικό.

Ο Χατζημιχάλης κατά την παραμονή του στην Πελοπόννησο ξεκίνησε την προσπάθεια οργάνωσης του πρώτου επαναστατικού σώματος ιππέων. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ήταν:

Α.       Η απουσία παράδοσης και εκπαίδευσης των Ελλήνων αγωνιστών, οι οποίοι ήταν παραδοσιακά κλέφτες πολεμώντας με το σύστημα του ταμπουριού(οχύρωση πίσω από βράχια). Η εκπαίδευση ανδρών ώστε να πολεμούν πάνω στο άλογο με σπαθί και πιστόλες απαιτούσε χρόνο και πειθαρχία που το άτακτο στράτευμα συχνά δεν διέθετε.

Β.       Η έλλειψη κατάλληλων ίππων, καθώς στην επαναστατημένη Ελλάδα δεν υπήρχαν οργανωμένα εκτροφεία. Οι περισσότεροι ίπποι προέρχονταν από λάφυρα μαχών (κυρίως από το τουρκικό ιππικό) ή ήταν μικρόσωμα άλογα για την μεταφορά φορτίων, που δεν ήταν πάντα κατάλληλα για την χρησιμοποίηση τους για την εκτέλεση κατά μέτωπο επιθέσεων.

Γ.        Το ακατάλληλο ορεινό έδαφος, το οποίο περιόρισε το ιππικό του Νταλίανη σε ρόλο παρατηρητή, καθώς δεν μπορούσε να ελιχθεί στα στενά και στους γκρεμούς.

Δ.       Το τεράστιο οικονομικό κόστος της αγοράς και της συντήρησης ενός πολεμικού ίππου, το οποίο υπερέβαινε την συντήρηση και τον εξοπλισμό δέκα πεζών.

Συμμετοχή στις μεγάλες συγκρούσεις

Παρά τις δυσκολίες ο Χατζημιχάλης κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να οργανώσει ένα μικρό σώμα ιππικού δύναμης 100 περίπου ανδρών. Η πρώτη  συμμετοχή του σώματος πραγματοποιήθηκε στη μάχη των Δερβενάκιων (26 Ιουλίου 1822). Σύμφωνα με τις εντολές του Κολοκοτρώνη ο Χατζημιχάλης με τους ιππείς του τοποθετήθηκε στις παρυφές της πεδιάδας του Άργους κοντά στις εξόδους των περασμάτων. Κύρια αποστολή του ήταν η επιτήρηση των δευτερευουσών διόδων για να εμποδίσει τμήματα του οθωμανικού στρατού να κυκλώσουν τους Έλληνες που ήταν ταμπουρωμένοι στα υψώματα. Παράλληλα το τμήμα βρισκόταν σε αναμονή για την παροχή ενισχύσεων σε περίπτωση που οι Τούρκοι κατόρθωναν να σπάσουν τον ελληνικό κλοιό.

Η πιο ενεργός συμμετοχή του έγινε δύο μέρες μετά την κύρια μάχη. Ο Δράμαλης επιχείρησε να διαφύγει προς την Κόρινθο από το πέρασμα του Αγιονορίου. Το έδαφος ήταν ελαφρώς πιο ομαλό σε ορισμένα σημεία, επιτρέποντας στο ιππικό του Χατζημιχάλη να δράσει. Η παρουσία ενός οργανωμένου ελληνικού ιππικού, με άνδρες που έφεραν λαμπρό οπλισμό, προκάλεσε πανικό στους ήδη καταπονημένους Οθωμανούς. Οι Τούρκοι πίστευαν ότι οι Έλληνες διέθεταν πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις ιππικού από ό,τι στην πραγματικότητα, γεγονός που επιτάχυνε την άτακτη φυγή τους. Ο Χατζημιχάλης καταδίωξε τους διασκορπισμένους Τούρκους, προκαλώντας τους περαιτέρω απώλειες και αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν λάφυρα και πολεμοφόδια για να σωθούν.

Ο Φιλήμων στο «Δοκίμιον Ιστορικόν» αναφέρει για την κίνηση των σωμάτων μετά τη μεγάλη μάχη: «…το δε ιππικόν του Χατζημιχάλη, καίτοι ολίγον, εφαίνετο πανταχού, παρέχον την εντύπωσιν μεγαλυτέρας δυνάμεως και εκφοβίζον τους διασκορπισμένους Τούρκους οι οποίοι εζήτουν σωτηρίαν εις τας λόχμας.». Ο Φωτάκος περιγράφοντας τη φάση της καταδίωξης προς το Αγιονόρι (28 Ιουλίου 1822) αναφέρει: «Οι Έλληνες κατεδίωκον τους Τούρκους πανταχόθεν… ο δε Χατζημιχάλης μετά των συντρόφων του, έχοντες ίππους και όντες καλά οπλισμένοι, έτρεχον εις τας πεδιάδας και τας παρυφάς των ορέων διά να μη αφήσουν κανένα να διαφύγη προς την Κόρινθον.» Στην εικόνα έφιππος Έλληνας πολεμιστής πίνακας αγνώστου καλλιτέχνη από το Μουσείο Φιλελληνισμού των ΗΠΑ

Στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1823 – 1825) ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης τήρησε μια στάση που χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια και προσπάθεια για ενότητα, αν και οι συνθήκες τον έφεραν συχνά στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, λόγω της της στενής τους σχέσης. Ωστόσο, ως άνθρωπος της διασποράς με ευρωπαϊκή παιδεία, δυσανασχετούσε με τις εσωτερικές συγκρούσεις που αποδυνάμορωναν τον αγώνα. Πολλές φορές χρησιμοποίησε το κύρος του και το γεγονός ότι ήταν οικονομικά ανεξάρτητος (δεν εξαρτιόταν από τους μισθούς της Κυβέρνησης) για να κατευνάσει τα πνεύματα. Δεν συμμετείχε σε ακρότητες ή λεηλασίες κατά άλλων Ελλήνων, κάτι που ήταν σύνηθες τότε. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για τον έλεγχο του Ναυπλίου (1824), το σώμα του βρέθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας. Παρέμεινε πιστός στον Κολοκοτρώνη, αλλά όταν η πλάστιγγα έγειρε οριστικά υπέρ της Κυβέρνησης Κουντουριώτη και άρχισαν οι συλλήψεις των οπλαρχηγών, ο Χατζημιχάλης αποσύρθηκε διακριτικά για να αποφύγει την πλήρη εμπλοκή στην αδελφοκτονία. Η μεγαλύτερη απόδειξη της στάσης του ήταν ότι μόλις εμφανίστηκε ο εξωτερικός κίνδυνος του Ιμπραήμ, ο Χατζημιχάλης άφησε πίσω του κάθε εσωτερική διαμάχη και έσπευσε αμέσως στη Μεσσηνία για να πολεμήσει τους Αιγυπτίους, παροτρύνοντας και άλλους να πράξουν το ίδιο.

Με την αποβίβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη της Μεσσηνίας στις 26 Φεβρουαρίου 1825, ο Χατζημιχάλης μετέβη με τους ιππείς του στην περιοχή. Κατά την πολιορκία των δύο σημαντικών φρουρίων (Παλαιόκαστρο – Ναβαρίνο και Νεόκαστρο), οι ιππικό του Χατζημιχάλη πραγματοποίησε αιφνιδιαστικές επιδρομές και συγκρούσεις κατά των αιγυπτιακών αποσπασμάτων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας, ενώ εκτελούσε αντιπερισπασμούς στις προσπάθειες ενίσχυσης των πολιορκημένων Ελλήνων. Μετά την πτώση των δύο φρουρίων τον Μάιο του 1825 ο Χατζημιχάλης συμμετείχε στην προσπάθεια υπεράσπισης της Τρίποληςκαι στις συγκρούσεις που ακολούθησαν την κατάληψή της από τον Ιμπραήμ Πασά τον Ιούνιο του 1825. Η δράση του Χατζημιχάλη κατά την περίοδο αυτή περιλάμβανε συμμετοχή:

Α.       Στις απόπειρες αναχαίτησής του αιγυπτιακού στρατού στα ορεινά περάσματα πριν αυτός εισέλθει στην πεδιάδα της Τρίπολης εκτελώντας κυρίως επιδρομές στα μετόπισθεν του.

Β.       Στις σφοδρές μάχες στα Τρίκορφα παρενοχλώντας με το ιππικό του τις εξόδους των Αιγυπτίων από την πόλη και εμποδίζοντας τον ανεφοδιασμό τους.

Γ.        Στην εφαρμογή του σχεδίου του Κολοκοτρώνη για στενό αποκλεισμό της πόλης, ώστε να αναγκαστούν οι Αιγύπτιοι σε σιτοδεία.

Η παρουσία του Χατζημιχάλη με το οργανωμένο ιππικό του ήταν κρίσιμη, καθώς ήταν το μόνο ελληνικό σώμα που μπορούσε να καταδιώξει το αιγυπτιακό ιππικό στην πεδιάδα, εκεί όπου οι άτακτοι πεζοί οπλαρχηγοί δυσκολεύονταν να κινηθούν. Κρίσιμή αποτελεί η συμμετοχή του στις μάχες:

Α.       Των Μύλων (13 Ιουνίου 1825). Ενώ ο Μακρυγιάννης κράτησε το κέντρο (τον περιτοιχισμένο κήπο), ο Χατζημιχάλης μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη ανέλαβαν να υπερασπιστούν το μονοπάτι προς το Κυβέρι στα νότια. Η θέση του ήταν στρατηγικής σημασίας, καθώς εμπόδιζε τις δυνάμεις του Ιμπραήμ να πλαγιοκοπήσουν τους Έλληνες και να τους αποκόψουν από τη θάλασσα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, πολέμησε με «πάθος και αυτοθυσία», κάτι που οδήγησε τον Δημήτριο Υψηλάντη να τον προτείνει για προαγωγή σε Στρατηγό αμέσως μετά τη μάχη.

Ο Μακρυγίαννης αναφέρει στα απομνημονεύματα του «..Εις το αριστερόν των Μύλων ήταν ένα μονοπατάκι κατά το Κυβέρι, να το πιάση ο Κωσταντήμπεγης κι’ ο Χατζημιχάλης, να τους δώσω κι’ ανθρώπους. Τα τείχη του περιβολιού απόξω να τα πιάσω εγώ κι’ όλες εκείνες τις θέσες». Στην εικόνα έφιππος Έλληνας πολεμιστής πίνακας αγνώστου καλλιτέχνη από την Εθνική Πινακοθήκη

Β.       Της Δαβιάς (12 – 13 Αυγούστου 1825). Καθώς η μάχη φαινόταν να γέρνει υπέρ των Αιγυπτίων, ο Χατζημιχάλης, επικεφαλής του σώματος του (περίπου 150 ιππείς), εξαπέλυσε μια αιφνιδιαστική και ορμητική αντεπίθεση καταφέρνοντας να ανατρέψει τις εχθρικές γραμμές πεζικού. Η ορμή της ήταν τέτοια που ανάγκασε τους Αιγυπτίους να υποχωρήσουν προς την πεδιάδα, αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς και λάφυρα[iii].

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στα απομνημονεύματα του «…Ο Χατζημιχάλης με το ιππικόν του έκαμε μίαν έφοδον εις το πεδινόν και εχάλασε πολλούς. Ήτον άνθρωπος φιλότιμος και είχε το σώμα του καλά ενδεδυμένον και εξοπλισμένον με τα δικά του έξοδα. Εκεί εις την Δαβιά και εις τα Τρίκορφα επολέμησε ανδρείως…». Στην εικόνα ταχυδρομική κάρτα με τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη πηγή Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης Ηλεκτρονικού Περιεχομένου

Εκστρατεία του Λιβάνου

Στις αρχές του 1826 η επανάσταση βρισκόταν σε κρίσιμή καμπή. Παράλληλα υπήρχαν πληροφορίες ότι ο τοπικός ηγεμόνας του Λιβάνου Εμίρης Μπεσίρ Σιχάμπ Β΄ ήταν έτοιμος να επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου. Ο Ιωάννης Κωλέτης μαζί με τον Βάσο Μαυροβουνιώτη συνέλαβαν την ιδέα της εκτέλεσης ενός αντιπερισπασμού, που θα απομάκρυνε τις οθωμανικές δυνάμεις από την Ελλάδα. Μην λαμβάνοντας την επίσημη έγκριση της Ελληνικής Κυβέρνησης από Γεώργιο Κουντουριώτη, ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και ο Νικόλαος Κριεζώτης ανέλαβαν την πρωτοβουλία να υλοποιήσουν την εκστρατεία ως «ιδιωτική επιχείρηση» συγκεντρώνοντας 800 άνδρες. Ο Νταλιάνης μάλιστα χρηματοδότησε μέρος της αποστολής με δικά του έξοδα, ναυλώνοντας περίπου 15 πλοία για την μεταφορά του σώματος στην Βηρυτό.

Ο Εμίρης Μπεσίρ Σιχάμπ Β΄ πηγή Wikipedia https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/11/BashirChehab.jpg Ο Μακεδόνας αγωνιστής Χατζηστάθης Ρεζής παρουσιάστηκε στο Βουλευτικού του Ναυπλίου ισχυριζόμενος, ότι μετέφερε προτάσεις από τον ηγεμόνα του Λιβάνου για κοινή δράση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Ρεζής χωρίς να παρουσιάσει κάποιο επιβεβαιωτικό έγγραφο από τον Εμίρη προσδοκούσε ότι η συμμαχία αυτή θα οδηγούσε στην απελευθέρωση της Κύπρου.

Πριν την άφιξη τους στον Λίβανο, τα ελληνικά πλοία προσέγγισαν την Κύπρο αγκυροβολώντας στον κόλπο της Αγίας Νάπας στις 17 Μαρτίου 1826. Περίπου 200 άνδρες υπό τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη αποβιβάστηκαν με σκοπό τον ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και νερό. Η οθωμανική φρουρά της Αμμοχώστου, αποτελούμενη από περίπου 200 Τούρκους στρατιώτες (πεζούς και ιππείς), ενημερώθηκε για την παρουσία των πλοίων και έσπευσε στην περιοχή. Η μάχη διεξήχθη κοντά στον παραθαλάσσιο πύργο και το μοναστήρι της Αγίας Νάπας. Οι Έλληνες, παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν σε άγνωστο έδαφος, επέδειξαν μεγάλη εμπειρία. Ο Χατζημιχάλης οργάνωσε την άμυνα και στη συνέχεια αντεπιτέθηκε. Οι οθωμανικές δυνάμεις ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή προς την Αμμόχωστο, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και τραυματίες. Οι Έλληνες δεν είχαν απώλειες, κατάφεραν να ολοκληρώσουν τον ανεφοδιασμό τους και επιβιβάστηκαν ξανά στα πλοία για να συνεχίσουν προς τη Βηρυτό.

Αναπαράσταση της απόβασης του Χατζημιχάλη Νταλιάνη στην Άγια Νάπα πηγή famagusta.news https://famagusta.news/local/ayianapa/timithike-i-199i-epeteios-tis-machis-agias-napas-17-martiou-1826-eikones

Στις 18 Μαρτίου 1826, οι άνδρες του «Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος Λιβάνου», αποβιβάσθηκαν αιφνιδιαστικά στη Βηρυτό και εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη στρατευμάτων και τα λιγοστά πυρομαχικά που υπήρχαν στην πόλη, κατάφεραν να καταλάβουν μια λωρίδα κατά μήκος της παραλίας. Μετά την αποβίβαση οι επικεφαλής έκαναν εκκλήσεις στους Ρωμιούς της πόλης να εξεγερθούν, ενώ παράλληλα απέστειλαν πρόσκληση στον αρχηγό των Δρούζων να ενωθεί μαζί τους. Η απεύθυνση στους Δρούζους ήταν μια λανθασμένη πρωτοβουλία, καθώς αποτελούσαν αντίπαλους του εμίρη. Ο Μπεσίρ κατανοώντας ότι η εκστρατεία δεν διέθετε την επίσημη στήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης αντέδρασε κινητοποιώντας τις δυνάμεις του. Χωρίς τοπική στήριξη και με τον Εμίρη να στρέφεται εναντίον τους, οι Έλληνες αποχώρησαν από τη Βηρυτό στις 25 Μαρτίου 1826.

Χαλκογραφία του λιμανιού της Βηρυτού το 1838 από τους Μπάρλετ και Άπλετον. Ο ιστορικός Πρωτοωάλτης Εμμανουήλ αναφέρει ότι η έμπνευση της εκστρατείας ήρθε και από ένα Μαρωνίτη μονάχο που συνάντησε τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο μοναχός τον παρακάλεσε να ελευθερώσει τους χριστιανούς που υπέφεραν από τις οθωμανικές θηριωδίες στη Συρία.

Δράση στη Στερεά Ελλάδα και την Αττική

Επιστρέφοντας από την εκστρατεία στον Λίβανο στα τέλη Μαρτίου 1826, ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης αποβιβάστηκε αρχικά στην Κάρυστο της Εύβοιας για να βοηθήσει το αποκλεισμένο στα Στύρα Τακτικό Σώμα υπό τον Κάρολο Φαβιέρο. Στις 30 Μαρτίου 1826 ο Χατζημιχάλης με το έμπειρο σώμα του επιτέθηκε στα πλευρά των Οθωμανών αναγκάζοντας τον Ομέρ Πασά να χαλαρώσει την πίεση που ασκούσε στις δυνάμεις του Φαβιέρου. Η κύρια επιτυχία του σώματος του Χατζημιχάλη ήταν ότι κατάφερε να διατηρήσει ανοιχτό ένα σημείο στη θάλασσα (τον μόλο των Στύρων) από το οποίο οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να επιβιβαστούν στα πλοία. O Χατζημιχάλης πολεμώντας στην πρώτη γραμμή χρησιμοποίησε το ιππικού εκτελώντας σφοδρές αντεπιθέσεις για να «σκουπίζει» τις Οθωμανικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να εμποδίσουν την επιβίβαση των Ελλήνων στα πλοία.

Στα τέλη του 1826, ο Χατζημιχάλης ενώθηκε με τις δυνάμεις του Καραϊσκάκη που συγκεντρώνονταν στην Ελευσίνα. Η παρουσία του ήταν καταλυτική, καθώς διέθετε το μοναδικό αξιόμαχο σώμα ιππικού που μπορούσε να αντιπαραταχθεί στους Οθωμανούς σε πεδινό χώρο. Καθώς ο Κιουταχής πίεζε ασφυκτικά την Αθήνα, ο Χατζημιχάλης ανέλαβε το δύσκολο έργο των περιπολιών και των αιφνιδιασμών. Η συμμετοχή του Χατζημιχάλη στη Μάχη του Κερατσινίου (4 Μαρτίου 1827) υπήρξε καθοριστική. Οι Έλληνες πεζοί είχαν οχυρωθεί σε μια σειρά από ταμπούρια για να αντιμετωπίσουν στη σφοδρή επίθεση των δυνάμεων του Κιουταχή. Στην αρχή της μάχης, οι ιππείς του Χατζημιχάλη κινούνταν στις παρυφές των ελληνικών οχυρωμένων θέσεων, παράλληλα με το οθωμανικό ιππικό εμποδίζοντας το να κυκλώσεις τις ελληνικές δυνάμεις. Όταν οι Τούρκοι πίεσαν ασφυκτικά τα ελληνικά οχυρώματα, ο Χατζημιχάλης εξαπέλυσε μια ορμητική αντεπίθεση από τα πλάγια. Η κίνηση αυτή προκάλεσε σύγχυση στον στρατό του Κιουταχή και έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στους άνδρες του Καραϊσκάκη να ανασυνταχθούν και να αντεπιτεθούν αναγκάζοντας τις δυνάμεις του Κιουταχή σε αναδίπλωση. Μετά την νίκη ο Καραϊσκάκης εξήρε την ανδρεία του Χατζημιχάλη, κάτι που του χάρισε κύρος ανάμεσα στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας, οι οποίοι αρχικά έβλεπαν με καχυποψία τον «πλούσιο έμπορο από την Τεργέστη». Παράλληλα του εμπιστεύτηκε τη φύλαξη των πιο επικίνδυνων περασμάτων προς τον Πειραιά και το Φάληρο, αναγνωρίζοντάς τον ως τον μόνο ικανό να αντιμετωπίσει το τουρκικό ιππικό.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη (23 Απριλίου 1826), ηγεσία πέρασε στους Άγγλους αρχιστρατήγους, Κόχραν και Τσωρτς, οι οποίοι επέβαλαν ένα παράτολμο σχέδιο κατά μέτωπο επίθεσης σε πεδινό έδαφος. Οι ελληνικές δυνάμεις (περίπου 2.500 άνδρες) κινήθηκαν από το Φάληρο προς την Ακρόπολη μέσα από την πεδιάδα. Εκεί, βρέθηκαν εκτεθειμένες στο οθωμανικό πυροβολικό και, κυρίως, στο πολυάριθμο ιππικό του Κιουταχή. Το οθωμανικό ιππικό εξαπέλυσε μια σαρωτική έφοδο. Τα ελληνικά «ταμπούρια» ήταν πρόχειρα και χαμηλά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συγκρατήσουν τους ιππείς. Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης με τους ιππείς του προσπάθησε απεγνωσμένα να καλύψει το πεζικό, σώζοντας πολλούς αγωνιστές που έτρεχαν προς τη θάλασσα για να σωθούν στα πλοία.

Αψιμαχία ιππικού στη μάχη του Χαϊδαρίου. Έργο του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου πηγή εικόνας: peritexnisologos.blogspot.com

Η εκστρατεία στην Κρήτη και το τέλος

Μετά τις αποτυχίες στην Αττική, ο Χατζημιχάλης αποφάσισε να μεταφέρει τις δυνάμεις του στην Κρήτη, ελπίζοντας να αναζωπυρώσει εκεί τη σπίθα του Αγώνα. Το σώμα του Χατζημιχάλη απέπλευσε από το Λουτράκι και αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Γραμβούσας της Κρήτης στις 5 Ιανουαρίου 1828. Η δύναμη του αποτελούνταν από 600 έως 700 άνδρες από τους οποίους 80 με 100 ήταν ιππείς. Μετά την αποβίβαση στη Γραμβούσα, ο Νταλιάνης κινήθηκε προς τη δυτική Κρήτη και τα Σφακιά. Ο σκοπός του ήταν να ενώσει τις διάσπαρτες επαναστατικές εστίες. Παρά τις δυσκολίες του εδάφους για το ιππικό του, κατάφερε να εμπνεύσει τους ντόπιους, οι οποίοι τον υποδέχτηκαν ως σωτήρα. Παρά τον ενθουσιασμό του λαού, ορισμένοι τοπικοί οπλαρχηγοί είδαν με σκεπτικισμό την κάθοδο ενός «ξένου» (Ηπειρώτη) που ήρθε να αναλάβει την αρχηγία, φοβούμενοι για την αυτονομία τους. Ο Νταλιάνης επέλεξε το Φραγκοκάστελλο, ένα μεσαιωνικό οχυρό κοντά στη θάλασσα, ως βάση των επιχειρήσεών του. Η επιλογή αυτή ήταν στρατηγική αλλά και παρακινδυνευμένη. Το κάστρο επέτρεπε τον ανεφοδιασμό από τη θάλασσα και πρόσφερε πεδινό έδαφος για τη δράση του ιππικού του, αλλά ήταν απομονωμένο και εύκολα προσβάσιμο από τις υπέρτερες δυνάμεις του οθωμανικού στρατού που έδρευαν στα Χανιά και το Ηράκλειο.

Ο Μουσταφά Πασάς των Χανίων, βλέποντας την απειλή, εξεστράτευσε με 8.000 πεζούς και 300 ιππείς εναντίον των 600 ανδρών του Χατζημιχάλη. Η μάχη ξεκίνησε στις 18 Μαϊου 1828. Ο Χατζημιχάλης πιστός στην τακτική του, δεν περίμενε κλεισμένος στο κάστρο. Εξαπέλυσε έφοδο με το ιππικό του εναντίον των οθωμανικών γραμμών. Οι Οθωμανοί, λόγω του τεράστιου αριθμού τους, κατάφεραν γρήγορα να κυκλώσουν τους Έλληνες που πολεμούσαν έξω από τα τείχη. Η μάχη μετατράπηκε σε σώμα με σώμα. Ο Χατζημιχάλης πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Όταν το σπαθί του έσπασε, συνέχισε να μάχεται με το πιστόλι και το εγχειρίδιο του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο θάνατός του προήλθε από πολλαπλά τραύματα. Η μάχη ήταν εξαιρετικά αιματηρή από τους Έλληνες έπεσαν 338 αγωνιστές, ανάμεσά τους και ο στενός συνεργάτης του Χατζημιχάλη ο Κυριακούλης Αργυροκαστρίτης. Παράλληλα οι απώλειες του Μουσταφά Πασά ήταν βαριές (περίπου 800 νεκροί), γεγονός που εξόργισε την οθωμανική ηγεσία. Οι Σφακιανοί, συγκλονισμένοι από τον θάνατο του Ηπειρώτη οπλαρχηγού, επιτέθηκαν στις δυνάμεις του Μουσταφά Πασά κατά την αποχώρησή τους, προκαλώντας τους τεράστιες απώλειες στη μάχη που ακολούθησε στο φαράγγι του Κατρέ.

Το φραγκοκάστελλο στην Κρήτη πηγή wikipedia.org

Επίλογος

Η ζωή του Χατζημιχάλη Νταλιάνη δεν γράφτηκε με μελάνι, αλλά με το αίμα μιας από τις πιο ανιδιοτελείς θυσίες της Παλιγγενεσίας. Ξεκινώντας ως ένας εύπορος αστός της διασπορά, επέλεξε συνειδητά να ανταλλάξει την ασφάλεια και τα πλούτη της Τεργέστης με τη σκόνη των πεδίων των μαχών, προσφέροντας όχι μόνο την περιουσία του, αλλά και την ίδια του τη ζωή στον βωμό της ελευθερίας. Η πορεία του από την Ήπειρο στην Ευρώπη και από εκεί στην Πελοπόννησο, την Αττική και τελικά στην Κρήτη, συμβολίζει την πανελλήνια ενότητα του Αγώνα. Η ηρωική του πτώση στο Φραγκοκάστελλο στις 18 Μαΐου 1828, δεν σήμανε το τέλος της δράσης του, αλλά τη μετάβασή του στη σφαίρα του αιώνιου θρύλου. Μέσα από το φαινόμενο των Δροσουλιτών, η λαϊκή μνήμη αρνήθηκε να τον αφήσει να πεθάνει. Κάθε χρόνο, οι σκιές των πολεμιστών του που παρελαύνουν στις ακτές των Σφακίων θυμίζουν ότι η ελευθερία κερδίζεται με θυσίες που ξεπερνούν τα όρια του φυσικού κόσμου. Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης παραμένει ένας αιώνιος φρουρός, ένας «Χατζής» της λευτεριάς που γεφύρωσε με την ανδρεία του ολόκληρο τον ελληνισμό.

Οι προτομές του Χατζημιχάλη Νταλιάνη και του Αργυροκαστρίτη στο Φραγκοκάστελλο πηγή wikipedia.org

Βιβλιογραφία

Καλλίνικος, Κριτοβουλίδης. Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών. Αθήνα: Τυπογραφείο Α. Κορομηλά, 1859. (Βλ. σελ. 540–560).

Κασομούλης, Νικόλαος. Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833. Τόμος Β’. Αθήνα: Εκδόσεις Πάπυρος, 1939. (Βλ. σελ. 460–465, 480–495).

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Αθήνα: Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1846. (Βλ. ενότητες για τη Μάχη της Δαβιάς και τα Τρίκορφα).

Περραιβός, Χριστόφορος. Απομνημονεύματα Πολεμικά: Διαφόρων μαχών συγκροτηθεισών μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών κατά τε το Σούλιον και Ανατολικήν Ελλάδα από του 1820 μέχρι του 1829 έτους. Τόμος Β’. Αθήνα: Τυπογραφείο Κορομηλά, 1836. (Βλ. σελ. 165).

Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ. «Αυθαίρετος επιδρομή Ελλήνων κατά του Λιβάνου (1826)». Αθηνά 58 (1954): 243–277.

Τρικούπης, Σπυρίδων. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τόμος Γ’. Λονδίνο: Τύποις Taylor και Francis, 1856. (Βλ. κεφάλαια για τις επιχειρήσεις στην Αττική και την Κρήτη).

Φιλήμων, Ιωάννης. Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τόμος Δ’. Αθήνα: Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1861. (Βλ. σελ. 290–300).

Χρυσανθόπουλος, Φώτιος (Φωτάκος). Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Τόμος Α’. Αθήνα: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1858. (Βλ. αναφορές στη δράση του ιππικού στην Πελοπόννησο).

Το έργο με τίτλο: «Χατζημιχάλης Νταλιάνης, ο έμπορος της διασποράς που έγινε πρωτοπόρος του επαναστατικού ιππικού» από τον δημιουργό Δημήτρη Σχορτσανίτη διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.