Διάσημοι αθλητές της αρχαιότητας

στις

εξώφυλλο: Χρυσό στεφάνι ελιάς, περί τον 4ο αιώνα π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο, Θεσσαλονίκης  Original image by Carole Raddato. Uploaded by Carole Raddato, published on 10 April 2014 under the following license: Creative Commons Attribution-ShareAlike.

copyright © γράφει ο Χείλων

Η λέξη ἀγών για τους αρχαίους Έλληνες σήμαινε: συγκέντρωση – συνέλευση – συγκέντρωση για την παρακολούθηση αθλητικών αγώνων – τόπος όπου διεξάγεται αθλητικός αγώνας – αθλητικός αγώνας για την απόκτηση ενός βραβείου.

Οι αγώνες διακρίνονταν σε τοπικούς και σε πανελλήνιους. Οι τοπικοί αγώνες συγκέντρωναν τοπικό ενδιαφέρον και τέτοιοι ήταν τα Παναθήναια, τα Ελευσίνια, τα Ηράκλεια, τα Διόκλεια, τα Έρμαια, τα Ηραία, τα Ελευθέρια, τα Ρίεια, τα Λύκαια κ.α.

Στους Πανελλήνιους Αγώνες που ήταν σημαντικοί, συμμετείχαν αθλητές απ’ όλη την Ελλάδα. Γίνονταν μ’ επισημότητα, θεωρούνταν ιεροί και κατά τη διάρκεια τους σταματούσαν οι εχθροπραξίες. Οι κυριότεροι από αυτούς ήταν τα Ίσθμια, τα Νέμεα, τα Πύθια και τα Ολύμπια ή Ολυμπιακοί.

Αρχαία Ολυμπία Pierers Universal-Lexikon, 1891

Ωστόσο οι αρχαίοι αγώνες δεν αποτελούσαν αθλητικό παράδεισο όπου οι νέοι επιδίδονταν στην ευγενή άμιλλα, έχοντας αναπτύξει αρμονικά σώμα και νου, για να κερδίσουν κότινο ελαίας. Στην πραγματικότητα υπήρχαν όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως ευγένεια, ήθος, πολιτισμός, άμιλλα αλλά και ματαιοδοξία, απληστία, δωροδοκία, απάτη, φθόνος. Η ιστορική έρευνα στα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, φωτίζει τις αθέατες πλευρές των Ολυμπιακών αγώνων καθώς αναδεικνύει πολεμικές συγκρούσεις για τον έλεγχο των αγώνων, περιπτώσεις πολιτικής εκμετάλλευσης της νίκης είτε εκ μέρους κρατών και ηγεμόνων είτε εκ μέρους των αθλητών, παράνομες πολιτογραφήσεις αθλητών, δωροδοκίες – χρηματισμό, παραβιάσεις των κανονισμών, εξαπατήσεις Ελλανοδικών, κ.α.

Παρακάτω αναφέρονται χαρακτηριστικές περιπτώσεις αθλητών που με την παρουσία τους σφράγισαν τους αγώνες είτε ως υπεραθλητές είτε ως παραβάτες κανονισμών και διαδικασιών.

Απεικόνιση δρομέα σε αγγείο που βρέθηκε στη Ρόδο του 500 π.Χ. Βρετανικό μουσείο

Άστυλος ο Κροτωνιάτης

Ο Άστυλος το 488 π.Χ. νίκησε τόσο στους αγώνες σταδίου (δρόμος ταχύτητας) όσο και στους αγώνες διαύλου (δρόμος 400 μ.) στην Ολυμπία και ίσως θεωρούσε ότι άξιζε περισσότερη λατρεία και δώρα όταν επέστρεψε στην πατρίδα του. Τις επόμενες δύο φορές που συμμετείχε στην Ολυμπία κέρδισε ξανά και τις δύο αναμετρήσεις, καθώς και τον δόλιχο (δρόμος 4.800 μ.) αυτή τη φορά για λογαριασμό των Συρακουσών. Οι φήμες έλεγαν ότι δωροδοκήθηκε από τον Συρακούσιο τύραννο Ιέρωνα με τεράστιο χρηματικό ποσόν. Οι πολίτες του Κρότωνα εξοργίστηκαν και αφού κατέστρεψαν τα αγάλματα του, μετέτρεψαν το σπίτι του σε κρατική φυλακή. Ακόμα και η οικογένειά του τον αποκήρυξε και πέθανε πλούσιος αλλά μόνος. Παρομοίως, όταν η πόλη Έφεσος δωροδόκησε τον Ολυμπιονίκη νικητή του δολίχου (δρόμος ημιαντοχής) Σωτάδη της Κρήτης να αγωνιστεί για αυτούς σε επόμενους Αγώνες, οι Κρήτες διαμήνυσαν στον Σωτάδη να μην επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Οπλιτοδρόμος Πλευρά Β από αττικό μελανόμορφο Παναθηναϊκό αμφορέα, 323–322 π.Χ. από την Κυρηναϊκή Μουσείο Λούβρου Louvre Museum, CC BY 2.5 <https://creativecommons.org/licenses/by/2.5&gt;, via Wikimedia Commons

Λεωνίδας ο Ρόδιος

Ο Λεωνίδας ήταν ο ικανότερος και περισσότερο βραβευμένος δρομέας στην αρχαία Ελλάδα. Το 164 π.Χ. στην Ολυμπία, κέρδισε σε μια ημέρα το στάδιο, τον δίαυλο, τον οπλίτη δρόμο (δρόμος με πανοπλία) και επανέλαβε την τριπλή νίκη του το 160 π.Χ., το 156 π.Χ. και το 152 π.Χ. Επισκίασε όλους όσους αγωνίστηκαν πριν από αυτόν και ουδέποτε ηττήθηκε. Οι συμπολίτες του τον λάτρευαν ως θεό, κάτι που σπανίζει ακόμα και στους δημοφιλέστερους σύγχρονους αθλητές.

 

Μουσειακό αντίγραφο από χάλκινο δίσκο με επιγραφή: ως ανάθημα στον Δία από τον ολυμπιονίκη Ασκληπιάδη, νικητή του πεντάθλου στην 255η Ολυμπιάδα (Γλυπτοθήκη του Μονάχου, το πρωτότυπο είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας) User:MatthiasKabel, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Κάλλιππος ο Αθηναίος

Ο Κάλλιπος ήταν αθλητής του πεντάθλου (άλμα εις μήκος – ακοντισμός – δισκοβολία – στάδιο – πάλη) ο οποίος επιζητούσε τόσο πολύ την Ολυμπιακή δόξα, που το 322 π.Χ. δωροδόκησε τους αντιπάλους του για να τον αφήσουν να κερδίσει. Οι Ελλανοδίκες το ανακάλυψαν και επέβαλλαν στον Κάλλιπο και τους αντιπάλους του να πληρώσουν μεγάλα πρόστιμα στο ιερό. Η Αθήνα άσκησε έφεση στην απόφαση αλλά απορρίφθηκε. Οι Αθηναίοι αρνήθηκαν να πληρώσουν το πρόστιμο και μποϊκόταραν τους Ολυμπιακούς. Τελικά, οι Δελφοί δήλωσαν ότι θα απαγορεύσουν στην Αθήνα την πρόσβαση στην Πυθία αν δεν καταβληθεί το πρόστιμο. Η Αθήνα δεν είχε άλλη επιλογή από το να πληρώσει τα χρήματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση έξι χάλκινων αγαλμάτων του Δία στο ιερό της Ολυμπίας, με επιγραφές που δυσφημούσαν τους Αθηναίους.

Μίλων ο Κροτωνιάτης, άγαλμα του Πιέρ Πιαζέτ (Pierre Puget) στο Μουσείο του Λούβρου – Παρίσι Pierre Puget, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Μίλων ο Κροτωνιάτης

Ο Μίλων κέρδισε για πρώτη φορά την πάλη στην Ολυμπία και τους Δελφούς στην κατηγορία νέων στην 60η Ολυμπιάδα, κερδίζοντας ξανά ως ενήλικας άλλες πέντε φορές στην Ολυμπία και έξι στους Δελφούς. Κέρδισε επίσης εννέα τίτλους στα Νέμεα και δέκα στα Ίσθμια. Αυτό σήμαινε ότι η επαγγελματική του σταδιοδρομία διήρκεσε περίπου 30 χρόνια από το 540 π.Χ., εκ των οποίων τα 24 χρόνια ως ανίκητος πρωταθλητής σε κάθε στεφανιτική διοργάνωση (αγώνες με κότινο ως έπαθλο). Ο αθλητής που νικούσε και στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες ονομαζόταν περιοδονίκης. Κάτι που ο Μίλων πέτυχε πέντε φορές. Τελικά έχασε το 512 π.Χ. από έναν άλλο παλαιστή από τον Κρότωνα, ονόματι Τιμασίθεο, ο οποίος απλά παρέμενε σε απόσταση και περίμενε μέχρι ο Μίλων να κουραστεί.

Ο Μίλων προπονείτο κουβαλώντας ένα μοσχάρι στους ώμους του κάθε μέρα επί τέσσερα χρόνια μέχρι αυτό να γίνει ένας πλήρως ανεπτυγμένος ταύρος. Επιπλέον, ακολουθούσε μια δίαιτα που εμπνέει δέος, τρώγοντας 9 κιλά κρέας, 9 κιλά ψωμί και πίνοντας 8 κιλά κρασί την ημέρα. Το 520 π.Χ. αγωνίστηκε σε μια γιορτή προς τιμή του Δία ντυμένος Ηρακλής, κουβαλώντας έναν ταύρο τον οποίο αργότερα έφαγε σε μια συνεστίαση. Δέκα χρόνια μετά όταν ο Κρότωνας επιτέθηκε στη γειτονική Σύβαρη, ο Μίλων φόρεσε ξανά τη στολή του Ηρακλή και τις αθλητικές του διακρίσεις και ηγήθηκε της μάχης.

Ο Μίλων λάτρευε τα κόλπα και αρέσκονταν να δένει ένα κορδόνι γύρω από το λαιμό του κρατώντας την αναπνοή του, σπάζοντας το σχοινί μόνο με τις φλέβες του. Προκαλούσε επίσης τους αντιπάλους να πάρουν ένα ρόδι από το χέρι του, κάτι που ουδείς κατάφερε αφού δεν μπορούσε να χαλαρώσει την λαβή του. Αγαπημένο παιχνίδι του Μίλωνα ήταν όταν ζητούσε από κάποιον να λυγίσει το τεντωμένο δάχτυλό του, κάτι που ουδείς κατάφερε.

Ο Μίλων πέθανε κατά την διάρκεια μιας βόλτας στο δάσος όπου είδε έναν κορμό δέντρου που είχαν αφήσει οι ξυλοκόποι μαζί με τις σφήνες. Μη μπορώντας να αντισταθεί στην πρόκληση να δοκιμάσει την δύναμή του τελειώνοντας τη δουλειά που άφησαν στην μέση οι ξυλοκόποι, προσπάθησε να τον σχίσει με γυμνά χέρια. Κατά την προσπάθειά του αυτή όμως, οι σφήνες γλίστρησαν έξω και τα χέρια του πιάστηκαν στον κορμό, με αποτέλεσμα όταν νύχτωσε να τον κατασπαράξουν οι λύκοι.

Πυγμαχία

Κλεομήδης ο Αστυπάλαιος

Ο Κλεομήδης θα μπορούσε να είναι χαρακτήρας αρχαίας τραγωδίας. Ήταν πυγμάχος που διαγωνίστηκε το 492 π.Χ. εναντίον του Ίκκου της Επιδαύρου. Ο Κλεομήδης κατάφερε στον Ίκκο ένα θανατηφόρο χτύπημα, αλλά οι Ελλανοδίκες ακύρωσαν την νίκη και είπαν ότι το χτύπημα ήταν αντικανονικό. Ο Κλεομήδης εξοργίστηκε από την ταπείνωση και απογοητευμένος, επέστρεψε στην Αστυπάλαια. Όντας τρελός τράβηξε τον πυλώνα ενός σχολείου προκαλώντας την κατάρρευση του κτιρίου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 60 παιδιά. Οι συμπολίτες του τον λιθοβόλησαν και ο Κλεομήδης αναγκάστηκε να κρυφτεί σε έναν ναό της Αθηνάς, δραπετεύοντας αργότερα αθέατος. Ο Κλεομήδης ευχαρίστησε αργότερα το Ιερό των Δελφών για το έλεος που έδειξε η Πυθία όταν τον ανακήρυξε ήρωα.

Πλευρά Β Παναθηναϊκού αμφορέα όπου παγκρατιστές παλεύουν υπό την εποπτεία ελλανοδίκη Kleophrades Painter, CC BY 2.5, via Wikimedia Commons

Αρριχίων ο Φιγαλεύς

Ο Αρριχίων κέρδισε το παγκράτιο στην Ολυμπία το 572 και το 568 π.Χ. Το 564 π.Χ. επιχείρησε τρίτη νίκη αλλά κατά τη διάρκεια του αγώνα βρέθηκε σε θανατηφόρα λαβή πνιγμού και όταν προσπάθησε να εγκαταλείψει ο προπονητής του, Ερυξίας, φώναξε:

«Τι υπέροχη τιμητική κηδεία όταν μπορεί κάποιος να πει: δεν τα παράτησε στην Ολυμπία»

Συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, ο Αρριχίων κατάφερε να εξαρθρώσει το πέλμα του αντιπάλου του αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την ίδια στιγμή που ο ίδιος ξεψυχούσε. Παρά το γεγονός πως ο Αρκάς παλαιστής ήταν νεκρός, οι Ελλανοδίκες τον ανακήρυξαν νικητή.

Μελανόμορφο αγγείο του 500 π.Χ., όπου ο πυγμάχος στα δεξιά ανασηκώνει το χέρι του μη μπορώντας να συνεχίσει. Staatliche Antikensammlungen, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Δαμόξενος ο Συρακούσιος & Κρεύγας ο Επιδάμνιος

Στην αρχαία Ελληνική πυγμαχία όταν οι αντίπαλοι ήταν ισάξιοι και ο αγώνας φαινόταν ότι δεν τελείωνε, οι Ελλανοδίκες διέτασσαν τους πυγμάχους να χτυπούν το κεφάλι εναλλάξ μέχρι κάποιος να εγκαταλείψει ή να μην μπορεί να συνεχίσει. Αυτό συνέβη στους αγώνες της Νεμέας περί το 400 π.Χ. όταν ο Κρεύγας χτύπησε με τη γροθιά του, σύμφωνα με τους κανόνες. Σε απάντηση, ο Δαμόξενος έμπηξε τα δάχτυλά του κάτω από το πλευρό του Κρεύγα και έπληξε τα σπλάχνα του. Ο Κρεύγας ανακηρύχθηκε μεταθανάτιος νικητής, όχι επειδή ο Δαμόξενος δεν χτύπησε το κεφάλι του, αλλά διότι τα τέσσερα ακροδάχτυλα μέτρησαν ως τέσσερα διαφορετικά χτυπήματα. Προς τιμή του Κρεύγα ανεγέρθηκε στο Άργος άγαλμα.

Βάση ταφικού κούρου που βρέθηκε στην Αθήνα, χτισμένη στο Θεμιστόκλειο τείχος. Τρεις πλευρές είναι διακοσμημένες με ανάγλυφο: οι παλαιστές βρίσκονται στην μπροστινή πλευρά. National Archaeological Museum of Athens, CC BY-SA 2.0 DE, via Wikimedia Commons

Κλειτόμαχος ο Θηβαίος

Ο Κλειτόμαχος ήταν τριπλός νικητής όταν στα Ίσθμια κέρδισε τους αγώνες πάλης, πυγμαχίας και παγκρατίου σε μία ημέρα. Κέρδισε επίσης τρεις νίκες στα Πύθια και ήταν τόσο φοβερός που οι Ελλανοδίκες στην Ολυμπία συμφώνησαν να μετατρέψουν το πρόγραμμα και να αλλάξουν τη σειρά των αγωνισμάτων κατόπιν αιτήματός του (ο Κλειτομάχος δεν ήθελε να συναγωνιστεί στο παγκράτιο με τραύματα πυγμαχίας.) Κέρδισε το παγκράτιο στην Ολυμπία το 216 π.Χ. και το 212 π.Χ. την πυγμαχία.

Απελάμβανε τόσο μεγάλης φήμης, ώστε ο Πτολεμαίος Δ’ του Ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου έστειλε έναν εξαιρετικά ισχυρό πυγμάχο τον Αριστόνικο, για να νικήσει τον Κλειτόμαχο, τον οποίο όμως ο Κλειτόμαχος κέρδισε. Σύμφωνα με μια αναχρονιστική παράδοση ο Μέγας Αλέξανδρος (4ο αιώνα π.Χ.) ξαναθεμελίωσε τη Θήβα σεβόμενος τις νίκες του Κλειτόμαχου.

Χαρακτηριστικό του Κλειτόμαχου ήταν η πλήρης αποχή από τη σεξουαλική δραστηριότητα κατά την περίοδο των αγώνων, ώστε να διατηρεί το μέγιστο των δυνάμεων του.

Ο Διαγόρας μεταφέρεται στο στάδιο από τους γιούς του Δαμάγητο και Ακουσίλαο VladoubidoOo, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Διαγόρας ο Ρόδιος και οικογενειακή παράδοση

Ο Διαγόρας ο Ρόδιος είχε λαμπρή σταδιοδρομία, κερδίζοντας την πυγμαχία δύο φορές στην Ολυμπία, τουλάχιστον μία φορά στους Δελφούς, δύο στη Νεμέα και τέσσερις φορές στα Ίσθμια. Κέρδισε επίσης αγώνες σε ολόκληρη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των Αθηνών. Υπήρξε το θέμα ωδής του Πινδάρου, η οποία ανεγράφη στον τοίχο του Ναού της Αθηνάς στη Λίνδο με χρυσά γράμματα (95 στίχοι).

Ήταν πατριάρχης αθλητικής δυναστείας, αφού οι τρεις γιοι του ήταν επίσης νικητές των Ολυμπιακών. Ο Δαμάγητος κέρδισε το παγκράτιο, ο Ακουσίλαος ήταν πυγμάχος όπως ο πατέρας του και ο Δωριέας ήταν πρωταθλητής τόσο στο παγκράτιο όσο και στην πυγμαχία. Φυσικά, οι κόρες του Φερενίκη και Καλλιπάτειρα απαγορεύονταν να διαγωνιστούν, αλλά η καθεμία γέννησε αγόρια που προορίζονταν για την Ολυμπιακή νίκη, αφού οι Πεισίρροδος και Ευκλής ακολούθησαν τα βήματα του παππού τους και νίκησαν στην πυγμαχία.

Ο θρύλος λέει ότι όταν ο Διαγόρας παρακολουθούσε τον Δαμάγητο και τον Ακουσίλαο να κερδίζουν το παγκράτιο και την πυγμαχία αντίστοιχα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 448 π.Χ., οι γιοι του τον σήκωσαν στους ώμους τους και τον περιέφεραν γύρω από το στάδιο. Οι φίλαθλοι τον έραναν με λουλούδια και ένας Σπαρτιάτης φώναξε:

«Κάτθανε Διαγόρα, ουκ εις Όλυμπον αναβήση (Πέθανε Διαγόρα, μην περιμένεις να ανέβεις και στον Όλυμπο)»

και ο Διαγόρας εν μέσω επευφημιών και πλήρους ευδαιμονίας άφησε την τελευταία του πνοή.

Η Ολυμπιακή κληρονομιά του θα βοηθήσει επίσης δυο από τα παιδιά του όταν αντιμετώπισαν προβλήματα.

Η Καλλιπάτειρα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους αγώνες ως γυναίκα, αλλά θέλοντας απεγνωσμένα να δει τον γιο της, Πεισίρροδο να διαγωνίζεται, μεταμφιέστηκε σε εκπαιδευτή του. Όταν κέρδισε, ήταν τόσο ενθουσιασμένη που όταν πήγε να τον αγκαλιάσει σκάλωσε κάπου ο χιτώνας της και αποκάλυψε ότι ήταν γυναίκα. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αν έπιαναν οποιαδήποτε γυναίκα να παρακολουθεί τους αγώνες ή να εισέρχεται στην Ολυμπία, την έριχναν από την κορυφή ενός απόκρημνου βουνού, που ονομαζόταν Τυπαίον και βρισκόταν στο δρόμο προς την Σκιλλούντα της Τριφυλίας. Οι βοηθοί των Ελλανοδικών τη συνέλαβαν αμέσως και την οδήγησαν στους αντιπροσώπους της Ολυμπιακής Βουλής, που ήταν αρμόδιοι να της απαγγείλουν την ποινή του θανάτου. Αυτοί όμως δεν την καταδίκασαν σεβόμενοι την Ολυμπιακή της παράδοση, αλλά για να μην επαναληφθεί αυτή η ιεροσυλία, από την επόμενη Ολυμπιάδα θέσπισαν νέο κανονισμό, κατά τον οποίο, οι γυμναστές των αθλητών θα έμπαιναν ολόγυμνοι στο στάδιο.

Ο Δωριέας επισκίασε τις νίκες του πατέρα του με οκτώ νίκες στα Ίσθμια, επτά στα Νέμεα, τρείς συνεχόμενες στην Ολυμπία και μια νίκη στα Πύθια, όπου ο αντίπαλός του ήταν τόσο τρομαγμένος που εγκατέλειψε πριν ξεκινήσει ο αγώνας. Ο Δωριέας πολέμησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως σύμμαχος της Σπάρτης. Η αθλητική του φήμη τον γλύτωσε όταν οι Αθηναίοι τον αιχμαλώτισαν και τον άφησαν ελεύθερο από σεβασμό για τα επιτεύγματά του. Ωστόσο η ίδια φήμη δεν γλύτωσε τον Δωριέα όταν η Ρόδος άλλαξε συμμαχική πλευρά και οι Σπαρτιάτες δεν δίστασαν να τον εκτελέσουν.

Ο πυγμάχος των Θερμών, ορειχάλκινο άγαλμα της Ελληνιστικής περιόδου, 4ος – 3ος αιώνας π.Χ., Εθνικό μουσείο Ρώμης Palazzo Massimo alle Terme, Public domain, via Wikimedia Commons

Θεαγένης ο Θάσιος

Ο Θεαγένης ήταν ένας τολμηρός άντρας. Ο πατέρας του Τιμοσθένης ήταν ιερέας, αλλά φημολογείτο ότι πραγματικός του πατέρας ήταν ο Ηρακλής. Ο Θεαγένης έγινε διάσημος σε ηλικία εννέα ετών όταν επιστρέφοντας από το σχολείο είδε στην αγορά ένα μπρούτζινο άγαλμα θεού και του άρεσε τόσο πολύ που το άρπαξε από τη βάση του και κουβαλώντας στους ώμους το μετέφερε σπίτι του. Όταν αποκαλύφθηκε η πράξη του, που θεωρείτο ιεροσυλία, κάποιοι παρά το νεαρό της ηλικίας ζήτησαν την ποινή του θανάτου. Για καλή του τύχη πρυτάνευσε η λογική ενός γέροντα, που δήλωσε πως αρκούσε ως τιμωρία να κουβαλήσει το άγαλμα πάλι πίσω στη θέση του.

Το 480 π.Χ. ο Θεαγένης κέρδισε την πυγμαχία σε αγώνα εναντίον του Εύθυμου του Λοκρού και ήθελε να κερδίσει και το παγκράτιο την ίδια μέρα, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει πάλι τον Εύθυμο. Ο Θεαγένης έχασε και του επιβλήθηκε πρόστιμο διότι συμμετείχε στην πυγμαχία με σκοπό να εξασθενήσει τον Εύθυμο, απ’ ότι συμπέραναν οι ελλανοδίκες.

Στους επόμενους Ολυμπιακούς, ο Θεαγένης κέρδισε το παγκράτιο και δεν συμμετείχε στην πυγμαχία την οποία κέρδισε ο Εύθυμος ο οποίος κάποια στιγμή φαίνεται να ταξίδεψε στην Τέμεσα (Κάτω Ιταλία) όπου σύμφωνα με τον θρύλο κατόρθωσε να εξοντώσει τον δαίμονα Αλύβα παλεύοντας μαζί του και ρίχνοντάς τον στη θάλασσα, ενώ ερωτεύθηκε και πήρε ως σύζυγό του την παρθένο που προσέφεραν κάθε χρόνο οι κάτοικοι στον. Ο Εύθυμος μετά τον θάνατό του λατρεύτηκε ως θεός και θεωρήθηκε γιος του ποτάμιου θεού Καικίνου. Ο Παυσανίας (Ελλάδος Περιήγησις, 6,10) γράφει επίσης ότι είχε δει μία εικόνα του Ευθύμου και του δαίμονα, η οποία παρίστανε τον δεύτερο μαύρο, φοβερό και ντυμένο με δέρμα λύκου.

Θεαγένης ο Θάσιος 

Ο Θεαγένης κέρδισε πολλούς κότινους στην πυγμαχία και το παγκράτιο. Δέκα στα Ίσθμια, εννέα στα Νέμεα και τρία στα Πύθια. Επιπλέον πέτυχε 1.400 νίκες σε διάφορους αγώνες κατά τη διάρκεια της εξαιρετικής του καριέρας. Στα Πύθια συμμετείχε και κέρδισε τον δόλιχο, για να αποδείξει ότι είναι ταχύς εκτός από δυνατός.

Μετά το θάνατο του Θεαγένη, η γενέτειρα του έχτισε ένα μεγάλο άγαλμα. Ένας αντίπαλος όμως που δεν είχε καταφέρει ποτέ να νικήσει τον Θεαγένη, ξεθύμαινε την ταπείνωση και την απογοήτευση του, μαστιγώνοντας κρυφά κάθε βράδυ το άγαλμα το οποίο κάποια στιγμή ανατράπηκε και σκότωσε τον άμοιρο άνθρωπο. Το άγαλμα κατηγορήθηκε για φόνο και ρίχτηκε στη θάλασσα, καθώς στη Θάσο η τιμωρία για φόνο ήταν εξορία. Μετά απ’ αυτό, έπληξε το νησί ξηρασία και το Μαντείο των Δελφών προφήτευσε ότι για να σταματήσουν τον λιμό έπρεπε να ανακαλέσουν τους εξόριστους και μόνο όταν ανέκτησαν το άγαλμα του Θεαγένη από τον πυθμένα, σταμάτησε η ξηρασία. Από εκείνο το σημείο και μετά γινόντουσαν θυσίες στο άγαλμα, το οποίο φημολογείται ότι είχε θεραπευτικές δυνάμεις.

Παγκρατιστές σε αντίγραφο Ελληνικού αγάλματος 3 αι. π.Χ. Staatliche Antikensammlungen, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Πολυδάμας της Σκοτούσσας

Ο Πολυδάμας κέρδισε το παγκράτιο στην Ολυμπία το 408 π.Χ., αλλά έγινε διάσημος για τα κατορθώματά του που έκαναν τους Έλληνες να τον παρομοιάζουν με τον Ηρακλή, αφού σύμφωνα με τον θρύλο δάμασε ένα λιοντάρι με γυμνά χέρια, στις πλαγιές του Ολύμπου. Σταμάτησε επίσης ένα κινούμενο άρμα με το ένα χέρι και πάλεψε με έναν ταύρο με τέτοια αγριότητα που το ζώο διέφυγε αφήνοντας στον Πολύδαμα την οπλή.

Κάποτε ο Πολυδάμας προσκλήθηκε από τον βασιλιά των Περσών Δαρείο τον Νόθο, που ήθελε να πεισθεί αν η φήμη του ήταν δικαιολογημένη. Στα Σούσα, ο Πολυδάμας μονομάχησε με τρεις άνδρες ταυτοχρόνως, τρεις από τους «Αθανάτους» και τους σκότωσε. Η μόνη παράδοση που αναφέρεται σε ήττα του σχετίζεται με τη συμμετοχή του σε Ολυμπιακούς Αγώνες για δεύτερη φορά, όταν έχασε σε αγώνα από τον Πρόμαχο, αλλά οι Θεσσαλοί δεν δέχονταν αυτή την παράδοση.

Για τον θάνατό του αναφέρεται ότι όταν ράγισε η οροφή ενός σπηλαίου μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Πολυδάμας πίνοντας με φίλους του, ενώ οι φίλοι του έφυγαν, εκείνος νομίζοντας ότι μπορεί να συγκρατήσει με τα χέρια του τους βράχους, καταπλακώθηκε και πέθανε.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, στην Ολυμπία υπήρχε χάλκινος ανδριάντας του Πολυδάμαντα. Ήταν έργο του Λυσίππου βορειοδυτικά του επιβλητικού ναού και επάνω σε υψηλό βάθρο έφερε επιγραφές και ανάγλυφες παραστάσεις των άθλων του Πολυδάμαντα. Από το βάθρο σώζονται δύο κομμάτια στις τρεις πλευρές των οποίων διακρίνονται ανάγλυφες παραστάσεις από την πάλη του στην αυλή του Δαρείου και από το δάμασμα του λιονταριού.

Παράσταση πυγμάχων σε αμφορά των Παναθήναιων αγώνων, 520 π.Χ., Μητροπολιτικό μουσείο Νέας Υόρκης Antimenes Painter, CC BY 2.5, via Wikimedia Commons

Μελαγκόμας ο Κάριος

Ο Μελαγκόμας ήταν πυγμάχος φημισμένος για τα όμορφα χαρακτηριστικά του που δεν αλλοιώθηκαν ποτέ από ουλές ή μελανιές. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του δεν έριξε ποτέ γροθιά και δεν δέχθηκε ούτε μία, τηρώντας μια τόσο σταθερή αμυντική στάση που οι αντίπαλοί του είτε κουράζονταν ή έχαναν την ψυχραιμία τους. Κέρδισε την πυγμαχία το 49 μ.Χ. Ένας σύγχρονος θεατής μπορεί να το βρίσκει κάπως βαρετό, αλλά οι αρχαίοι Έλληνες θαύμαζαν τον Μελαγκόμα για τη στρατηγική και τη αντοχή του. Λέγεται ότι κάποτε κράτησε τις γροθιές του υψωμένες για δύο συνεχόμενες μέρες χωρίς να τρώει ή να κοιμάται. Ο Μελαγκόμας εκπαιδευόταν πιο σκληρά από τους συναδέλφους του και περνούσε πολύ περισσότερο χρόνο στο γυμναστήριο. Πέθανε σε σχετικά νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια Αγώνων που διεξήχθησαν στη Νεάπολη της Μεγάλης Ελλάδας και λίγο πριν το θάνατο του ρώτησε πόσες μέρες απομένουν μέχρι την επόμενη αθλητική διοργάνωση.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τον Μελαγκόμα προέρχονται κυρίως μέσω των μαρτυριών του Διώνα του Χρυσόστομου στον 28ο και 29ο λόγο του, όπου ο Δίων τον συγκρίνει με τον ιδανικό αθλητή και άνθρωπο, ενώ παράλληλα εξυμνεί την αθλητικότητα, τον αυτοέλεγχο, την αρρενωπότητα και τη γενναιότητά του. Έμμεσες αναφορές στον Μελαγκόμα κάνει και ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης.

Παγκρατιστής σε στάση μάχης, ερυθρόμορφος αμφορέας, 440 π.Χ., Κρατική αρχαιολογική συλλογή Μονάχου. Staatliche Antikensammlungen, CC BY-SA 4.0, via Wikimedia Commons

Καλλίας του Διδυμίου

Ο Καλλίας έπρεπε να είναι διάσημος για το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος Αθηναίος περιοδονίκης παγκρατιστής (νικητής στους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες). Σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στην Αθήνα (περ. 419) είχε τέσσερις νίκες στα Νέμεα (483, 481, 479 και 477 π.Χ.) πέντε στα Ίσθμια (484, 482, 480, 476 και 474 π.Χ.) δύο στα Πύθια (478 και 474 π.Χ) ενώ υπήρξε Ολυμπιονίκης στους 77ους Ολυμπιακούς Αγώνες το 472 π.Χ.. Ο Καλλίας είχε νικήσει και στα Μεγάλα Παναθήναια. Δυστυχώς, ήταν περισσότερο γνωστός για την καταστροφική πολιτική του καριέρα που τον βρήκε να εξοστρακίζεται από την πόλη για μια δεκαετία.

Ο γεωγράφος Παυσανίας μας μεταφέρει μερικές πληροφορίες για τις νίκες του Καλλία. Σύμφωνα με τους κανόνες των Ολυμπιακών Αγώνων, οι αγώνες του παγκρατίου λάμβαναν χώρα μετά τις ιπποδρομίες και το πένταθλο, την ίδια μέρα. Στους 77ους Ολυμπιακούς, οι αγώνες του παγκρατίου – στους οποίους είχε νικήσει ο Καλλίας – ξεκίνησαν με καθυστέρηση και ολοκληρώθηκαν τη νύχτα. Γι’ αυτό και αποφασίστηκε η αλλαγή στη διεξαγωγή του αθλήματος, ώστε να μην επηρεάζεται από τη διεξαγωγή άλλων αγώνων. Στην Ολυμπία υπήρχε άγαλμα του Μύκονου, στο οποίο υπάρχει η εξής επιγραφή: «Καλλίας, γιος του Διδυμίου, Αθηναίος, για τη νίκη στο παγκράτιο. Έργο του Αθηναίου Μύκονου».

Στην ομιλία του ρήτορα Ανδοκίδη κατά του Αλκιβιάδη γίνεται λόγος για οστρακισμό του Καλλία από τους Αθηναίους. Αυτή η αναφορά δεν βρίσκει σύμφωνους τους σύγχρονους ιστορικούς, καθώς η αυθεντικότητα του έργου αμφισβητείται και γίνεται αναφορά στην απουσία πληροφοριών για πολιτική δραστηριότητα εκ μέρους του Καλλία. Ωστόσο, τον 20ο αιώνα είχαν ανακαλυφθεί όστρακα με το όνομα του αθλητή, οπότε η αναφορά του Ανδοκίδη φαίνεται πως ισχύει, αφού είναι σαφές πως ο Καλλίας ήταν υποψήφιος για οστρακισμό.

Πιθανή εξήγηση για τη θέληση των Αθηναίων πολιτών για εξορίσουν τον διάσημο συμπολίτη τους ίσως είναι η θέση του νικηφόρου αθλητή, ο οποίος θεωρείτο εκλεκτός των θεών και υποψήφιος για υψηλή θέση στη διακυβέρνηση της πόλης. Σε συνδυασμό με την αριστοκρατική καταγωγή και τη συμμετοχή σε μια πολιτική ομάδα με μεγάλη επιρροή, αυτή η θέση θεωρείτο επικίνδυνη. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο Καλλίας ίσως είχε εξοστρακιστεί τη δεκαετία του 440 ή του 430 π.Χ. Ο Ρώσος ιστορικός Ίγκορ Σούρικοφ θεωρεί πως εκείνη την περίοδο (440-430 π.Χ.) ο Καλλίας ήταν αρκετά γέρος για να προκαλέσει δυσπιστία στους απλούς πολίτες, ενώ θεωρεί λογικό να υπήρξε εξοστρακισμός στα τέλη της δεκαετίας του 460 και αρχές της δεκαετίας του 450 π.Χ., καθώς ήταν περίοδος με έντονη πολιτική αντιπαράθεση που έληξε με οστρακισμό του Κίμωνα, του Αλκιβιάδου του Πρεσβύτερου και του Μένωνα.

Αλκιβιάδης, ανδρική προτομή. Ρωμαϊκό αντίγραφο από ΅Ελληνικό πρωτότυπο της όψιμης κλασικής περιόδου· ο ερμαϊκός πυλώνας και η επιγραφή (Αλκιβιάδης υιός του Κλινία Αθηναίος) είναι σύγχρονες προσθήκες. Capitoline Museums [Public domain]

Αλκιβιάδης ο Αθηναίος

Τα άρματα και τα καθαρόαιμα άλογα στην αρχαιότητα ήταν ακριβά αγαθά, καθιστώντας τις αρματοδρομίες άθλημα των πλουσίων. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν απλώς πλούσιος, αλλά ήταν και ακατάδεκτος στην συνύπαρξη με σκληρούς παλαιστές. Συμμετείχε με επτά άρματα στην Ολυμπία το 416 π.Χ., επιδεικνύοντας θρασύτατα τον πλούτο του και κατέλαβε την 1η , 2η και 4η θέση. Πρέπει να ήταν βέβαιος για τη νίκη, αφού είχε φέρει χρυσές πλάκες και ποτήρια από την Αθήνα και είχε διοργανώσει μαζικό συμπόσιο για όλους τους θεατές στους αγώνες (πείθοντας διάφορες πόλεις- κράτη να δωρίσουν ζώα, κρασί, ακόμα και σκηνές).

Ηρόδωρος ο Μεγαρεύς

Ο Ηρόδωρος ο Μεγαρεύς (4ος – 3ος αιώνας π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας μουσικός από τα Μέγαρα, ο οποίος υπήρξε δέκα φορές ολυμπιονίκης συνεχόμενα από το 328 π.Χ. (113οι αρχαίοι Ολυμπιακοί αγώνες) έως το 292 π.Χ. (122οι) στο αγώνισμα των σαλπιγκτών. Διακρινόταν για το μεγάλο του σωματικό μέγεθος, την αδηφαγία του – αναφέρεται πως κατανάλωνε πολλά κιλά άρτου, κρέατος και οίνου – καθώς και την ένταση της σάλπιγγας του. Συμμετείχε επίσης ως σαλπιγκτής και κήρυκας στους αγώνες Νέμεα, Ίσθμια και Πύθια και υπήρξε περιοδονίκης.

Ο Αθήναιος, λόγιος του 3ου αιώνα μ.Χ., αντλεί πληροφορίες από τον ιστορικό Αμάραντο τον Αλεξανδρινό του 1ου αιώνα μ.Χ., στην περιγραφή που δίνει για τον Ηρόδωρο και αναφέρει πως είχε ύψος 3,5 πήχεις (1,60 μέτρα) διέθετε δυνατούς πνεύμονες, μπορούσε να παίξει δύο σάλπιγγες ταυτόχρονα και πέρα από τη μεγάλη αγάπη για το φαγητό που διέθετε, συνήθιζε να κοιμάται πάνω σε δέρμα λιονταριού.

Το 303 π.Χ. ο Ηρώδορος συμμετείχε στην πολιορκία του Άργους από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, όταν κατά την δυσκολία που εμφανίστηκε να προσεγγίσει η ελέπολις (αρχαία πολιορκητική μηχανή) τα τείχη της πολιορκούμενης πόλης, εμψύχωσε τους στρατιώτες σαλπίζοντας με δύο σάλπιγγες ταυτόχρονα.

Αναφορά στην πολύ μεγάλη ηχητική ένταση που παρήγαγε ο Ηρόδωρος μέσω της σάλπιγγας του κάνει και ο λόγιος του 2ου αιώνα μ.Χ., Ιούλιος Πολυδεύκης.

Πίνακας που απεικονίζει την Κυνίσκα της Sophie de Renneville [Public domain]

Κυνίσκα της Σπάρτης

Η Κυνίσκα ήταν Σπαρτιάτισσα πριγκίπισσα και η πρώτη γυναίκα που διέκοψε την Ολυμπιακή αρσενική κυριαρχία. Το άρμα τεσσάρων αλόγων της (με άνδρα οδηγό) κέρδισε το 396 π.Χ. και το 392 π.Χ. τις αρματοδρομίες. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι αυτό απέδειξε ότι οι αρματοδρομίες ήταν άθλημα που δεν απαιτούσε αθλητική ικανότητα εφόσον κάποιος διέθετε χρήματα. Η Σπάρτη ήταν εμφανώς λιγότερο μισογυνιστική από την υπόλοιπη Ελλάδα και έτσι η Κυνίσκα αγνόησε τους επικριτές της τοποθετώντας ένα άγαλμα από χάλκινα άλογα στην Ολυμπία, με μια εγκωμιαστική νικητήρια επιγραφή.

Ιπποδρομίες Αττικό αγγείο, 4ος-5ος αιώνας π.Χ. Walters Art Museum, Public domain, via Wikimedia Commons

Αύρα (ίππος)

Ο ίππος Αύρα κέρδισε την ιπποδρομία κελήτων (ίππος με αναβάτη) στην Ολυμπία το 512 π.Χ. χωρίς αναβάτη, αφού αυτός έπεσε στην αρχή του αγώνα. Το άλογο ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένο που ολοκλήρωσε τη διαδρομή μόνο του. Ο ιδιοκτήτης της, ο Φειδώλας της Κορίνθου κέρδισε τον κότινο.

Προτομή του Νέρωνα στο Μουσείο Καπιτωλίου, Ρώμη cjh1452000, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Νέρων

Οι Ρωμαίοι αγαπούσαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έστω και αν ήταν σκανδαλωδώς γυμνικοί, δεν είχαν βία και απέπνεαν μισογυνισμό.

Συμμετείχαν με ενθουσιασμό πολλοί αθλητές (όταν και όπου τους επιτρεπόταν) και εύποροι Ρωμαίοι δαπάνησαν πολλά χρήματα για να ανανεώσουν τα στάδια και να τα κάνουν πιο άνετα σύμφωνα με τις Ρωμαϊκές προτιμήσεις και προσδοκίες.

Ο Νέρων λάτρευε τους αγώνες τόσο πολύ που εφηύρε δύο δικούς του, τα Γιουβενιάλια/Juvenalia (για να τιμήσει το πρώτο του ξύρισμα) και τα Νερώνια (αυτοί οι αγώνες δεν συνεχίστηκαν μετά το θάνατό του. Ο Δομιτιανός θα δημιουργούσε αργότερα τους Καπιτωλιακούς Αγώνες στη Ρώμη, οι οποίοι είχαν μεγαλύτερη διάρκεια και κύρος).

Αυτό που ήθελε ο Νέρων πάνω απ’ όλα ήταν να είναι περιοδονίκης, δηλαδή να κερδίσει σε κάθε έναν από τους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες. Αυτό θεωρητικά θα απαιτούσε τουλάχιστον τρία χρόνια, αλλά ο Νέρωνας ήθελε να το πετύχει σε ένα και δεν δίστασε να δωροδοκήσει τους Έλληνες για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, ξοδεύοντας ένα εκατομμύριο σεστέρσια μόνο στους Ολυμπιακούς Ελλανοδίκες. Σε μια πρωτοφανή κίνηση, οι Ολυμπιακοί του 65 π.Χ. αναβλήθηκαν και οι τέσσερις Αγώνες προγραμματίστηκαν για το ίδιο έτος το 67 μ.Χ.

Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι ο Νέρων κέρδισε κάθε αγώνισμα στο οποίο συμμετείχε, είτε λόγω δωροδοκιών, είτε επειδή οι αντίπαλοί του φοβήθηκαν.

Στους Ολυμπιακούς, την διοργάνωση που αρνείτο σθεναρά να συμπεριλάβει μουσικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς από το 776 π.Χ., ο Νέρων επέμεινε να διαγωνιστεί στο τραγούδι, να παίξει λύρα και να απαγγείλει τραγική ποίηση. Οι θεατές απαγορευόταν να φύγουν, ενώ κάποιοι προσποιήθηκαν ότι πέθαναν για να ξεφύγουν.

Ο Νέρων συμμετείχε επίσης με άρμα, που έσυραν δέκα άλογα αντί για τα συνηθισμένα δύο ή τέσσερα. Σκανδαλίζοντας τους συντηρητικούς Ρωμαίους οδήγησε ο ίδιος το άρμα αλλά έπεσε απ’ αυτό και παραλίγο να σκοτωθεί. Δεν ολοκλήρωσε τον αγώνα, αλλά ούτως ή άλλως ανακηρύχθηκε νικητής.

Ο Νέρων επέστρεψε στη Ρώμη με 1.800 κότινους από διάφορους Ελληνικούς Αγώνες και έκανε τέσσερις φορές το γύρο θριάμβου για να το γιορτάσει. Μέσα σε δύο χρόνια, αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει, με τις τελευταίες του λέξεις να είναι:

«Qualis artifex pereo» που σημαίνει «Οποίος καλλιτέχνης χάνεται».

Μετά το θάνατό του, οι Έλληνες αξιωματούχοι διέγραψαν τους Αγώνες του 67 μ.Χ. από το Ολυμπιακό χρονολόγιο και ενθάρρυναν τους Έλληνες φιλάθλους να προσποιηθούν ότι δεν είχαν συμβεί ποτέ.

Οι σύγχρονοι αθλητές ενίοτε επισύρουν πρόσκαιρο θαυμασμό και ορισμένοι γίνονται διάσημοι για επιτεύγματα εκτός αγωνιστικών χώρων. Αντίθετα οι αθλητές του αρχαίου Ελληνικού κόσμου απέκτησαν πραγματικά αιώνια φήμη, λατρεύτηκαν ως θεοί και αποτέλεσαν διαχρονικό παράδειγμα για τους μεταγενέστερους.

Πηγές – βιβλιογραφία

Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις» – 6 – Ηλιακά Β΄.

Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις» – 5 – Ηλιακά Β΄.

Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις» – 8 – Αρκαδικά.

Donald G. Kyle, «Sport and spectacle in the ancient world».

Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια («Χάρη Πάτση»).

Herodotus – «A Dictionary of Greek and Roman biography and mythology».

Mark Golden «Sport in the Ancient World from A to Z» Routledge Jun 2004.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.