Λεξικό αρχαίων Γεωγράφων και Ιστοριογράφων

στις

Από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι το 1453

Με ιδιαίτερη χαρά και τιμή φιλοξενούμε στη βιβλιοθήκη μας το παρόν έργο του κ. Δημήτρη Χηνιάδη τον οποίο ευχαριστούμε για τη συγκατάθεσή του και εκτιμούμε ιδιαίτερα για τη συνεισφορά του στη διάσωση αφενός της ιστορικής μνήμης και αφετέρου της συνέπειας των σύγχρονων απόψεων για τα γεγονότα του παρελθόντος. Ευελπιστούμε κάποια στιγμή να δοθεί ένα τέλος στην αποσπασματική συλλογή αρχαίων Ελληνικών κειμένων από δαιδαλώδεις διαδρομές σε Ισπανικές, Αμερικάνικες, Αγγλικές, Γερμανικές και Γαλλικές βιβλιοθήκες, όπως αναφέρει στον πρόλογό του ο συγγραφέας και να δημιουργηθεί μια ψηφιοποιημένη εκδοχή του συνόλου της Ελληνικής γραμματείας, διαθέσιμη στο κοινό των Ελλήνων.

Πρόλογος

Το παρόν Λεξικό έρχεται περιληπτικά να καλύψει -τουλάχιστον ονοματολογικά- ότι έχει διασωθεί από ένα πολύ πλούσιο, ογκώδες και κυρίως μοναδικό υλικό γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα, ιστοριογραφίας, περιηγήσεων και γεωγραφικών περιγραφών της αρχαίας περιόδου, μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Στο υλικό αυτό συναντάμε ιστορικά στοιχεία λαών, που σήμερα δεν υπάρχουν ή έχουν αλλοιωθεί τα εθνολογικά τους χαρακτηριστικά, ύστερα από επιμειξίες. Λαοί που έχουν υποστεί γλωσσολογικές τροποποιήσεις, λαοί που πέρασαν από μια προφορική γλώσσα σε γραπτή με τη βοήθεια της Ελληνικής και της Λατινικής γραμματείας, περιοχές που έχουν αλλοιωθεί τα γεωλογικά τους στοιχεία, έχει αλλάξει η πανίδα τους καθώς και οι συνήθειες των κατοίκων τους ως προς την χρήση προϊόντων της καθημερινής τους ζωής και γενικά περιοχές στις οποίες συνέβησαν πολλαπλές μετακινήσεις λαών.

Το υλικό αυτό συγκεντρώθηκε από παλιές εκδόσεις των ελληνιστών της Εσπέριας (Δυτικής Ευρώπης) οι οποίοι προέβησαν στην έκδοση της Ελληνικής γραμματείας κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου κυρίως αιώνα. Μια πλούσια Ελληνική γραμματεία με ιστοριογράφους, μυθογράφους, ενοποιούς, βιογράφους, παραδοξογράφους, γεωγράφους, πολυΐστορες, χρονικογράφους, λεξικογράφους, φιλοσόφους, τραγικούς, κωμωδούς. Όλους αυτούς που θεμελίωσαν τον τρόπο του σκέπτεσθαι του δυτικού πολιτισμού και τις βασικές (θετικές τις χαρακτηρίζουμε σήμερα) επιστήμες.

Οι ενοποιοί, οι σχολιαστές και οι υπομνηματογράφοι αποτελούν σημαντικές πήγες καταγραφής των ιστορικών δρώμενων με το σύστημα περισσότερο της γενεαλογίας παρά της χρονολογίας. Έπη όπως τα Κύπρια, η Αιθιοπίς, η Μικρά Ιλιάς, οι Νόστοι, η Τηλεγόνεια, η Ιλίου Πέρσις, η Θηβαΐς, οι Επίγονοι, η Ατθίς, η Μινυάς, η Δαναΐς κ.ά αποθησαυρίζουν τις αρχαίες παραδόσεις και καταγράφουν τα κατορθώματα των ηρώων, υπαρκτών ή φανταστικών; Ποιος ξέρει; Πολλοί στοχαστές έγραψαν τις παραδόσεις της ιδιαίτερης πατρίδας τους σε στίχους, όπως ο Σιμωνίδης την «Αρχαιολογία Σάμιων» ή ο φιλόσοφος Ξενοφάνης την «Κολοφώνος κτίσιν» ή ο Πανύασις, θείος του Ηροδότου τα «Ιωνικά». Οι ίαμβοι του Αρχίλοχου ή του Μυτιληναίου Αλκαίου μας διαφωτίζουν σε ιστορικά συμβάντα, όπως και ο λυρικός Πίνδαρος.

Συμπεριλαμβάνονται οι τραγωδοί και οι κωμικοί, οι οποίοι αποτελούν σπουδαίες πηγές πληροφόρησης ιστορικών γεγονότων και συμβάντων, με πολυποίκιλες αφηγήσεις ηθοποιών. Για τους κωμικούς και τραγωδούς, αφιερώθηκε ένα πρόσθετο κεφάλαιο, που βρίσκεται προς στο τέλος του τόμου.

 

Απόστολος Αρβανιτόπουλος (1874 – Μάρτιος 1942) αρχαιολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου (προσθήκη Χείλων)

 

Ακολουθεί στη συνέχεια το πρώτο παράρτημα, με μια διδασκαλία του 1928 του αρχαιολόγου Απόστολου Αρβανιτόπουλου, η οποία μας δίνει μια αίσθηση του πλούτου, που μας κληρονομεί αυτός ο ψυχαγωγικός τομέας της τραγωδίας και κωμωδίας, για ένα ιστορικό γεγονός, αυτό της Αργοναυτικής εκστρατείας.

Τα μέλη των δημιουργών του δράματος, με χιλιάδες γραπτές πραγματείες, σε μας έφτασαν λιγοστές αναφορές και αποσπάσματα, συνιστούν μια πρωτοφανή γραμματεία, που εκδηλώθηκε εκδοτικά και συστηματικά κατά τα τέλη του 19ου και κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, αλλά παραγκωνίστηκε στη συνέχεια από κάποιους «Ακαδημαϊκούς» κύκλους, ή δεν ολοκληρώθηκε η συνολική έκδοσή τους. Την περιόρισαν σε συγκεκριμένα εδάφια, αφήνοντας στη λήθη την ύπαρξη των λειψάνων της υπόλοιπης, γιατί ήθελαν να βολέψουν την ιδεολογία τους ή τα ιδεολογήματά τους, μη κάνοντας προσβάσιμη την ολιστική παρουσία της και επιστημονική εξέταση. Άλλοι πάλι φρόντισαν να τη νοθεύσουν με αβάσιμες «επιστημονικές» επινοήσεις κι αυθαίρετα παραδοξολογήματα.

Το λεξικό αυτό γεννήθηκε κάτω από τη συγγραφή ενός μεγαλύτερου σε όγκο Λεξικού αρχαίων λιμένων και παραλίων πόλεων (ανέκδοτου κι ανολοκλήρωτου) όταν η ανάγκη υλοποίησής του βρέθηκε στο συμπέρασμα, ότι λείπει μεγάλος αριθμός αρχαίων εκπροσώπων της γνώσης, που αντλήθηκε γι’ αυτή τη συγγραφή. Είναι ήσσονος σημασίας βέβαια, αλλά είναι αισθητή η απουσία τους και ένα συμπληρωματικό υλικό απωθείται συστηματικά στο πεδίο της λήθης.

Η λήθη είναι εχθρός της ιστορικής επιστήμης. Η απουσία των εκπροσώπων αυτών των περασμένων αιώνων από την Ελληνική πραγματικότητα δημιουργεί επίσης κενό που δύσκολα μπορεί να εκτιμηθεί. Ιστορικοί, γεωγράφοι, περιηγητές, ταξιδιώτες ακόμη και «μυθικά» πρόσωπα εξερευνητών, υπαρκτά μεν, αλλά μυθοποιημένα από τους επικούς ποιητές για να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού τους ή ακολουθώντας τις εντολές κάποιου ιερατείου ή εξουσιαστικής αρχής, απαριθμούνται και παρουσιάζουν στην Ελληνική γλώσσα ένα μοναδικό κι απέραντο πλούτο γραμματείας. Στο περιεχόμενο των επών των μυθογράφων, φρόντιζαν να εμπλουτίζουν τα διαδραματιζόμενα με δεδομένα, που όριζε και συνέφερε τους ιερείς του τότε υπάρχοντος ιερατείου, κρατώντας ισορροπίες και αποκλεισμούς προσώπων από τα προϊστορικά γεγονότα ή μετατρέποντας σε τέρατα συμπρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων. Άλλωστε οι μυθογράφοι στην αρχαιότητα θεωρούνται ότι είναι ιστοριογράφοι των μυθικών χρονών, εκεί όπου ο χρόνος μετράται κυρίως με γενιές.

Από το υλικό αυτό όλο και κάτι νέο συναντάς στους χειριστές των μύθων με τα ερμηνευτικά τους σχόλια. Το υλικό όμως αυτό κυριολεκτικά εξαφανίζεται, λείπει από τις βιβλιογραφικές αναφορές των συγχρόνων Ελληνικών ακαδημαϊκών μελετών. Η Ελληνιστική περίοδος μένει απούσα και η προϊστορική ή αυτή των «μυθικών χρονών» υποτιμάται σε επίπεδο παραμυθιού κι ουχί ερμηνευτικής διάθεσης, χωρίς να αναγράφονται οι αναφορές των Ελληνιστικών χρονών στις ελληνικές ακαδημαϊκές τους μελέτες, που επαναφέρουν σε πραγματικό επίπεδο τα γεγονότα της γενεαλογικής περιόδου. Άλλωστε ο όρος έπος, Ομηρική λέξη, σημαίνει λόγος, διήγηση ιστορίας. Ο ίαμβος πάλι που ακολούθησε το έπος, ήταν σατιρική ποίηση, η οποία αναφέρεται σε ιστορικά συμβάντα από την εποχή του Πίνδαρου και μετρά το έπος, καθιερώνεται ως μια διηγηματική ποίηση προς αντίθεση της λυρικής.

Το υλικό των στοιχείων, που συγκεντρώθηκε για να χρησιμοποιηθεί για το λεξικό των αρχαίων λιμένων κι εμπορικών παράλιων σταθμών, αλιεύτηκε από παλιές βιβλιοθήκες και παλιά βιβλία, τα οποία ευτυχώς συναντάς σε ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες Ιταλίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, Αμερικής και Ισπανίας. Δυστυχώς στην Ελληνική γλώσσα η Ελληνική γραμματεία βρίσκεται αποσπασματικά και με φιλότιμες προσπάθειες την «κατεβάζεις» από θαυμάσιες ιδιωτικές ιστοσελίδες, κάτι που δεν παρέχει η Εθνική μας Βιβλιοθήκη ή η Ακαδημία μας. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτέλεσαν ένα πρόδρομο υλικό για τη διαμόρφωση του παρόντος, όμως ο πλούτος της γνώσης που αποκαλύφθηκε, απλωμένος στα πέρατα της οικουμένης, έγινε το κίνητρο για να αριθμηθούν οι εκατοντάδες ιστορικοί και γεωγράφοι και να φυλλομετρηθούν οι χιλιάδες σελίδες γραπτών στην ελληνική γλώσσα, οι οποίες έχουν διασωθεί. Αυτές έδωσαν το κίνητρο να συμπληρωθεί και να αποκαλύψει πάνω από χίλια πρόσωπα της ιστοριογραφίας και γεωγραφίας. Αν η αρχαιολογική σκαπάνη στη συνέχεια εμπλουτίσει τον αριθμό, είδομεν.

Στο πάνθεο όλων αυτών των προσώπων αξίζει αποσπασματικά να σταθούμε για παράδειγμα στα κείμενα του Παλαίφατου, αυτά που έχουν διασωθεί και ερμηνεύουν τους μύθους. Είναι ένα από τα φωτεινά σημεία ενός μελετητή, που πήγε στα μέρη που ξετυλίχθηκαν οι μύθοι, ανέτρεξε σε παλιότερους συγγραφείς, κατέγραψε προφορικές μαρτυρίες κι ερμηνείες της τότε παράδοσης για να στοιχειοθετήσει το υλικό του.

Αξίζει κανείς να ανατρέξει στα διάφορα χρονικά και κυρίως σε αυτό του Πάριου Μαρμάρου του 3ου αιώνα π.Χ., στο οποίον αναγράφονται χρονολογίες γεγονότων που δεν έχουν, περιέργως γιατί, εκτιμηθεί για να επεκτείνουν την ιστορική περίοδο στα «μυθικά» χρόνια της Ελλάδας. Αξίζει να μνημονευτεί ο Ευήμερος, που ανθρωποποιεί τους θεούς και τους καθιστά ευεργέτες των ανθρώπων και που δημιούργησαν κάποια ιεραρχία στις πρώτες κοινωνίες. Οι διάδοχοι των ευεργετών θεοποίησαν τους προκατόχους τους, ιδρύοντας «ιερατεία» με το όνομά τους, ασκώντας εξουσία στο όνομά τους, φέροντας πολλές φορές και το όνομα του αρχικού «ευεργέτη».

Αξίζει να γνωρίσουμε το ναύαρχο ή κυβερνήτη του στόλου του Αλέξανδρου, που ήταν ο Νέαρχος ο Κρης (Κρήτης), ο οποίος κατέγραψε τη διαδρομή του στόλου του από τις εκβολές του Ινδού μέχρι τον Περσικό κόλπο. Αξίζει να δει κάποιος τις γεωγραφικές αντιλήψεις του Κράτη από την Μαλλό της Κιλικίας, που κατασκεύασε τη γήινη σφαίρα (ΣΦΑΙΡΟΠΟΙΪΑ) με τις σημερινές κλιματικές ζώνες και τις ηπείρους. Αξίζει κάποιος να περιπλανηθεί στην τοπογραφία που καταγράφει ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στη «Γεωγραφική Υφήγησή» του, περιγράφοντας ονομαστικά χώρες, λιμάνια, βουνά με πηγές ποταμών και ποτάμια στην Ευρώπη, βόρεια και δυτική Αφρική, Ινδία, Ινδοκίνα, φθάνοντας μέχρι τα Κατίγγαρα της Κίνας. Δυστυχώς έχουμε το κείμενο του έργου αυτού με ονόματα και γεωγραφικά μήκη και πλάτη, αλλά λείπουν οι χάρτες που το συνόδευαν. Τις περιοχές αυτές και τα ονόματα των πόλεων ελάχιστοι σύγχρονοι ερευνητές ταυτοποιούν σε σύγχρονους χάρτες.

Μάξιμος Πλανούδης (προσθήκη Χείλων)

Όλες αυτές οι ψηφίδες στο αρχικό υλικό των λιμένων, διαμόρφωσαν την παρούσα μορφή σε αυτό το λεξικό. Πλήθος Ανωνύμων ιστορικών και γεωγραφικών κειμένων συμπληρώνουν αυτά τα λήμματα, ανεβάζοντας στον εκπληκτικό αριθμό των υπερχιλίων συγγραφέων, αρχίζοντας από τον Όμηρο και τους προομηρικούς επικούς αφηγητές και καταλήγοντας στα μισά του 15ου αιώνα, στο έτος 1453, χρονιά της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, που περιέγραψε ο Φραντζής, ο Δούκας κι άλλοι ιστορικοί, σύγχρονοι της πτώσης. Στη Βυζαντινή περίοδο έχουμε πλήθος ενδιαφερόντων ιστορικών, που θα πρέπει να συνυπολογίσουμε σε αυτούς, τους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής ιστορίας ή ιστορικούς ειδικευμένων τομέων, τους χρονικογράφους, τους λεξικογράφους, τους βιογράφους, τους εποποιούς, ποιητές, επιστολογράφους και ελάχιστους γεωγράφους. Ευτυχώς ο Μάξιμος Πλανούδης διέσωσε τη Γεωγραφική υφήγηση του Κλαύδιου Πτολεμαίου και συνέβαλε πολύ στην εξέλιξη της Γεωγραφίας, την οποίαν εκμεταλλεύτηκαν αργότερα οι Λατίνοι. Ο αριθμός των έργων αυτής της γραμματείας είναι υπερβολικά υψηλός και μοναδικός στα παγκόσμια δεδομένα, αντιπροσωπεύοντας ένα τεράστιο συγγραφικό έργο στην ελληνική γλώσσα, μιας γλώσσας που κυριαρχούσε στην οικουμένη για πολλές δεκάδες αιώνων, το περισσότερο σήμερα να θεωρείται μη σωζόμενο, αφού έχει καταστραφεί στο μεγαλύτερο από τους εχθρούς της γνώσης μέρος και ένα μικρότερο από την φθορά του χρόνου.

Στον εντυπωσιακό κατάλογο των ιστορικών και γεωγράφων διαγράφονται στους περισσότερους κάποια ίχνη σε αναφορές ή από το αποσπασματικό διασωθέν έργο τους σε άλλους μεταγενέστερους συγγραφείς. Στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου του Ναυκρατίτη αποτυπώνεται ένα πλήθος ονομάτων μόνο με την ιδιότητα του καθενός. Κανένα άλλο στοιχείο δεν εντοπίζεται στις αναφορές των συγγραφέων της ύστερης Ελληνιστικής περιόδου ή της Βυζαντινής. Γιατί το μοναδικό αυτό υλικό, που εκπόνησαν οι σοφοί της Ελληνιστικής κυρίως περιόδου, φρόντισαν κάποιοι εξουσιαστές της Ρωμαιοκρατίας και της νέας θρησκείας να το φθείρουν ή να το εξαφανίσουν. Το συμπλήρωμα επήλθε από τους απολίτιστους επιδρομείς στα μορφωτικά κέντρα, τα οποία κατέστρεψαν μη γνωρίζοντάς τη διαχρονική πολύτιμη και πολλαπλή αξία τους. Τέτοιοι ήταν κυρίως πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, όπως για παράδειγμα ο Διοκλητιανός το 292 μ.Χ. που κατέστρεψε τις μεγάλες βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας ή ο Θεοδόσιος ο Μέγας υστερότερα (384 και 392), που έκλεισε όλες τις φιλοσοφικές σχολές και κατέστρεψε τους ναούς της παλαιάς θρησκεία με τα αρχεία τους ή του Ιουστινιανού που ολοκλήρωσε αυτή την καταστροφή. Στις προηγούμενες καταστροφές πρέπει να προσθέσουμε και τους «τυχαίους» εμπρησμούς βιβλιοθηκών, όπως αυτής της μεγάλης βιβλιοθήκης το 42 π.Χ. της Αλεξάνδρειας, όταν ο αδελφός της Κλεοπάτρας πολιορκούσε τον Καίσαρα και την αδελφή του, για να απαλλάξει την Αίγυπτο από την Ρωμαϊκή κηδεμονία και για λίγο απέτυχε του σκοπού του.

Η Ελληνική γλώσσα στη Ρωμαϊκή περίοδο, ιδιαίτερα στις ανατολικές επαρχίες δεν έχασε την πρωτοκαθεδρία στον κόσμο του πολιτισμού και των συνδιαλλαγών, παρ’ όλο που ταυτίστηκε αρχικά με την παλαιά θρησκεία. Κι αυτό συνέβη, γιατί η Ελληνική αστική τάξη είχε πρωτεύοντα ρόλο, έναντι της Ρωμαϊκής ιδιαίτερα στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, παράλια Ευξείνου Πόντου, στη Μασσαλία, βόρεια Αφρική, ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου και νότια Ιταλία με Σικελία. Αντιθέτως στην Ευρώπη δέχτηκε τη συστηματική Λατινοποίηση της Ελληνικής γραμματείας της, μια κατεύθυνση που δόθηκε από τους συγκλητικούς της Ρώμης αρχικά και κατόπιν από το ιερατείο του Βατικανού.

Η διαδεδομένη Ελληνική γλώσσα στην Ιβηρική χερσόνησο, στην Καλαβρία, Απουλία, στη νότια Γαλλία των Κελτών (μητρόπολη της οποίας ήταν η Μασσαλία) και στη Σικελία μέχρι το 15ο αιώνα έχασε τα βασικά λαϊκά της ερείσματα και τις εστίες διάδοσής της. Η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και το Βυζάντιο, στο οποίο επικράτησε η Ελληνική γλώσσα ως επίσημη στις αρχές του 7ου αιώνα, αν και κυριαρχούσε σε όλα τα εδάφη του ανατολικού τμήματος, στην Ελλάδα, Αίγυπτο, Λιβύη (Κυρήνη – Καρχηδόνα) Σικελία και νότια Ιταλία σε όλα τα επίπεδα την καθημερινής ζωής. Όταν το Ισλάμ απλώθηκε στην ανατολή, η Ελληνική γραμματεία κακοποιήθηκε εν πολλοίς, ένα μέρος της όμως μεταφράστηκε αρχικά στη Συριακή γλώσσα και κατόπιν στα Αραβικά και ένας σημαντικός κορμός της διασώθηκε και μεταδόθηκε στους Λατίνους της Ευρώπης μέσω Ισπανίας και Σικελίας. Ένας σημαντικός αριθμός της Ελληνικής γραμματείας επίσης μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη στην Βενετία από τον 11ο , 12ο , 13ο , 14ο και 15ο αιώνα.

Ένας σημαντικός αριθμός χρονικών θίγεται στο παρόν πόνημα, τα περισσότερα αναφερόμενα στους Βυζαντινούς χρόνους, όπως το Χρονικό της Μονεμβασιάς (βλ. Χείλων) που ανακαλύφθηκε το 19ο αιώνα στη μονή Ιβήρων από τον Σπυρίδωνα Λάμπρου και στο οποίον θίγονται οι μετακινήσεις των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, όταν αυτή κατακλύζεται από σλάβους κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, αποκαλύπτοντας σημαντικά συμβάντα, που δικαιώνουν μερικώς τη θεωρία του Φλαμεράιερ. Το πιο όμως σημαντικό χρονικό είναι αυτό του Πάριου μαρμάρου του 3ου π.Χ. αιώνα, που περιέργως υποβαθμίζεται για την αξία χρονολόγησης της ιστορίας. Έτσι στη θέση του 1581 π.Χ., χρονολογία του Πάριου χρονικού βασιλείας του Κέκροπα τοποθετούν την (επαν)ίδρυση των ολυμπιακών αγώνων το 776 π.Χ. ως αρχή μέτρησης των ιστορικών χρόνων. Η διαφορά των δύο χρονολογιών είναι μία περίοδος, που έντεχνα δια της μεθόδου της αποσιώπησης, περιλαμβάνει τους γνωστούς «σκοτεινούς» αιώνες της ιστορίας από τους απολογητές της σύγχρονης ιστορίας, οι οποίοι συσκοτίζουν έντεχνα την περίοδο αυτή και ευνοούν πλαστογραφήσεις που έχουν εξουσιαστικούς σκοπούς. Ευτυχώς οι λάτρεις της πλούσιας ελληνικής γραμματείας ανατρέπουν τους σκοπούς αυτούς και η επιστημονική έρευνα εμπλουτίζει διαρκώς την ιστορική αλήθεια.

Ένα επιπλέον κίνητρο για να αποπειραθεί μία μικρή επέκταση στο παρόν πόνημα και να αποκτήσει τη μορφή ενός Λεξικού, ήταν το θαυμάσιο και μοναδικό Λεξικό του Paul Kroh, των αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, Λεξικό μεγάλης και σπουδαίας χρηστικότητας για τα ελληνικά δεδομένα. Στο λεξικό αυτό έλειπαν πολλά ονόματα από την αρχαία ελληνική ιστοριογραφία και γεωγραφία, γιατί αντιμετώπιζε όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία, τεράστια και μοναδική στην έκτασή της, οπότε δεν μπορούσε να αναφέρει ήσσονες ιστοριογράφους και γεωγράφους και απέκλειε αυτούς των βυζαντινών χρόνων. Με βάση την παρατήρηση αυτή, σ’ αυτό το λεξικό έγινε μία προσπάθεια να καταγραφούν στο παρόν εγχειρίδιο, από την αρχαία περίοδο και να επεκταθεί στη Βυζαντινή, φθάνοντας μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης όλοι οι γεωγράφοι και ιστοριογράφοι που έγραψαν στην ελληνική γλώσσα. Ο αριθμός που αποκαλύφθηκε ήταν πραγματικά εντυπωσιακός, ένδειξη της θεμελιώδους θέσης και της μοναδικότητας της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας στη σύγχρονη ιστορική έρευνα, στη γεωγραφική εξερεύνηση και της διαμόρφωσης του δυτικού πολιτισμού. Δύο ιστοριογράφοι ξέφυγαν στο λεξικό, γιατί έγραψαν στα λατινικά, δρώμενα των αλεξανδρινών χρόνων. Πολλές από τις ιστορικές ή γεωγραφικές αναφορές, που καλύπτουν μία απέραντη γεωγραφική έκταση τριών ηπείρων, αγνοούνται, λες και κάποιος θέλει να τις σπρώξει στη λήθη και να αφήνει να επιζούν νεότερες αναφορές που έχουν αφηρημένες κι αόριστες ιστορικές ρίζες.

Το εκπληκτικό ήταν, ότι, πολλές πρωτογενείς πηγές της ελληνικής γραμματείας απουσιάζουν από τις εκδοτικές προσπάθειες της ελληνικής αγοράς και στο σύγχρονο ακαδημαϊκό χώρο διακρίνει κανείς μία ένδεια παραγωγής ανάλογων μελετών και βοηθημάτων, η οποία, όταν συγκριθεί με τα κείμενα που εκδόθηκαν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 1960, είναι εμφανώς απογοητευτική. Θα πρέπει να εξαιρέσουμε κάποιους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι κάτω από αντίξοες συνθήκες, χωρίς επιδοτήσεις, εμπλουτίζουν και συνεχίζουν την παλιότερη πορεία των πρώτων δεκαετιών από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χωρίς η πολιτεία να συμβάλει και η ακαδημαϊκή κοινότητα να στηρίζει από τους αντίστοιχους βασικούς πανεπιστημιακούς τομείς.

Η συλλογή αρχαίων ελληνικών κειμένων είναι αποσπασματική και περνάει από τη δαιδαλώδη διαδρομή των ισπανικών, αμερικάνικων, αγγλικών, γερμανικών και γαλλικών βιβλιοθηκών. Είναι αναγκαίο όλη η Ελληνική γραμματεία να ψηφιοποιηθεί από τα υπουργεία πολιτισμού και παιδείας και να βρίσκεται στη διάθεση του καθενός. Ευτυχώς υπάρχουν φιλότιμες και ελπιδοφόρες ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες, στις οποίες δύναται να έχει κανείς πρόσβαση και να βρει με μικρό ή μεγάλο κόπο τις πηγές, που μας ανήκουν έτσι κι αλλιώς, αλλά επειδή τις αγνοούμε, θεωρούνται κυρίως άγνωστες ή δυσπρόσιτες και χαμένες.

Πιστεύουμε το παρόν να γίνει αφορμή για τη δημιουργία ενός γόνιμου διαλόγου και αναζήτησης, το περιεχόμενο της ιστορίας να εμπλουτιστεί και να φωτιστούν σκοτεινές πτυχές της και να γίνει προαγωγή μιας μοναδικής, πρέπει να τονιστεί στο έργο της αρχαίας ιστοριογραφίας και ιστορικής γεωγραφίας, ιδιαίτερα την εποχή των ελληνιστικών χρόνων και των πρώτων αιώνων της ρωμαιοκρατίας.

Η λατινική ιστοριογραφία στηρίχθηκε στην ελληνική και δημιουργήθηκε στους πρώτους αιώνες μ.Χ., γιατί οι Ρωμαίοι συγκλητικοί διέβλεπαν ότι υπήρχε κίνδυνος πλήρους πολιτιστικού εξελληνισμού τους, το οποίον όμως δεν απέφυγαν στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, το μετέπειτα αποκαλούμενο ως Βυζαντινό. Στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επήλθε σταδιακός εξελληνισμός με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσα, η οποία καθιερώθηκε επίσημα από το 602 μ.Χ. Οι Λατίνοι μετέφρασαν πολλά ελληνικά κείμενα, πολλά όμως κατέστρεψαν, λόγω θρησκευτικού φανατισμού και αιρετικών συγκρούσεων, ενώ άλλα έθεσαν στο περιθώριο σε βιβλιοθήκες, όπως αυτή του Βατικανού ή κάποιων μοναστηριών, αποσιωπώντας το περιεχόμενο τους, μέσα στην προσπάθειά τους να αναγάγουν το λαό τους πανάρχαιο, περιούσιο και πολιτιστικά ανώτερο, παρουσιάζοντας κείμενα τεχνολογίας και μαθηματικά των ελληνιστικών κυρίως χρόνων ως δικά τους. Οι χάρτες του Πτολεμαίου ή του Μαρίνου του Τύριου ή οι αρχαιότεροι του Στράβωνα έχουν φυσικά εξαφανιστεί. Στη θέση των χαρτών του Πτολεμαίου έχουν εμφανιστεί λατινικά αντίγραφα. Η Ελληνική γραμματεία γι’ αυτό πρέπει να αναδειχθεί στην ολότητά της και να διερευνηθεί.

Δημήτρης Χηνιάδης


 

  • Σελίδες 102
  • Πρόλογος
  • Συντομογραφίες
  • Άβας … Αρκτίνος ο Μιλήσιος
  • Εγγραφές 1-272
  • Σελίδες 120
  • Αρχίνος … Ιουστίνος Μάρκος Ιουλιανός
  • Εγγραφές 273-647
  • Σελίδες 147
  • Ιούστος από την Τιβεριάδα … Πάππος ο Αλεξανδρεύς
  • Εγγραφές 648-1009
  • Σελίδες 100
  • Πάρθαξ … Ωραπόλλων
  • Εγγραφές 1010-1282
  • Σελίδες 78
  • Κυκλικοί-Ιαμβογράφοι-Ελεγειακοί-Μελωδοί- Πρόσθετα στοιχεία
  • Σελίδες 12
  • Μάθημα του καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1926 Α.Σ. ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ σε φοιτητές του (από το αρχαιολογικό περιοδικό που εξέδιδε ΠΟΛΕΜΩΝ, 1947). Αποτελεί ένα κειμήλιο ακαδημαϊκής διδασκαλίας, που μας δείχνει πόσα πολύτιμα στοιχεία, έστω και φανταστικά για να υφαίνει την πλοκή κάθε δράματος, κρύβουν τα έργα των δραματουργών ή των εκπροσώπων της κωμωδίας, οι οποίοι αναδεικνύουν τις μυθογραφούμενες ιστορικές παραδόσεις. Στα έργα αυτά εμφανίζεται η συνέχεια των παραδόσεων κι αναδεικνύονται ιστορικά γεγονότα ή περιστατικά που συνέβησαν πριν από εκατοντάδες χρόνια, αναφερόμενα σε τόπους μακρινούς, που είχαν όμως εξερευνηθεί και είχαν κάποια διασύνδεση με την Ελλάδα. Το πεδίο αυτό της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας απανθίζει πλούτο ιστορικών γεγονότων. Το πιο σημαντικό στα μάτια του αναγνώστη είναι ότι μιλάει για ανώνυμους θαλασσοπόρους και για το πρώτο όνομα της Αμερικής, που είναι ΈΛΛΗ.
  • Οι Αργοναύται από του μύθου εις την ιστορίαν δια της αρχαιολογίας
  • Σελίδες 14
  • ΠΑΡΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ή Οξώνιον μάρμαρον (Marmora Oxoniensia)
  • Σελίδες 8
  • ΑΝΑΓΡΑΦΗ (ή ΧΡΟΝΙΚΟ) ΤΗΣ ΛΙΝΔΟΥ
  • Σελίδες 10
  • ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ
  • Σελίδες 19