Οι Γηγενείς

στις

copyright © γράφει ο Χείλων

Οι Γίγαντες ήσαν χαρακτήρες της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, οι οποίοι χωρίζονταν σε κατηγορίες και θεωρούνταν εξίσου σημαντικοί με τους αντίστοιχους θεούς και ήρωες. Ανάλογη περίπτωση αποτελούν οι Γηγενείς, οι οποίοι ήσαν φυλή άγριων Γιγάντων, που αντιμετώπισαν οι Αργοναύτες, σύμφωνα με τον Απολλώνιο τον Ρόδιο στο έργο του «Αργοναυτικά».

Προέλευση

Οι Γηγενείς έλαβαν την ονομασία τους ως τέκνα της Γαίας, όπως άλλωστε οι περισσότεροι Γίγαντες της Ελληνικής μυθολογίας. Είχαν τεράστιες διαστάσεις, αλλά το εξέχον χαρακτηριστικό ήταν ότι διέθεταν έξι χέρια, εκ των οποίων δύο στους ώμους και άλλα δύο ζευγάρια στα πλευρά. Περιγράφονται επίσης ως έκνομοι και εριστικοί, χαρακτηριστικά που διέπουν το σύνολο σχεδόν των Γιγάντων της μυθολογίας.

Κατοικία

Οι Γηγενείς κατοικούσαν στην Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα) ανατολικά των εκβολών του ποταμού Αισήπου σε πεδινή έκταση με ψηλά βουνά, η οποία ουσιαστικά ήταν νησί, καθώς υπήρχε μόνο ένας στενός, χαμηλός ισθμός, που την συνέδεε με την ηπειρωτική χώρα της Μυσίας.

Στην ίδια περιοχή στα πεδινά κατοικούσαν οι Δολίονες ενώ οι Γηγενείς στις πλαγιές του βουνού. Παρά το γεγονός ότι αμφότεροι ήσαν εκ φύσεως εριστικοί, εντούτοις δεν υπήρχαν αψιμαχίες μεταξύ τους, διότι οι δεύτεροι φοβόντουσαν την οργή του Ποσειδώνα, αφού οι Δολίονες ήσαν απόγονοί του.

Απεικόνιση Γηγενούς_Χρονικό Νυρεμβέργης

Γηγενείς & Αργοναύτες

Οι Γηγενείς ήλθαν αντιμέτωποι με τους Αργοναύτες, όταν οι δεύτεροι ταξιδεύοντας προς την Κολχίδα, αγκυροβόλησαν στην περιοχή και έγιναν δεκτοί από τον Κύζικο βασιλέα των Δολιόνων. Εφησυχασμένοι από το φιλικό καλωσόρισμα, οι μισοί Αργοναύτες ξεκίνησαν να εξερευνήσουν τις ορεινές πλαγιές, ενώ οι υπόλοιποι ρυμούλκησαν την Αργώ στο λιμάνι του Χυτού.

Βλέποντας τους Αργοναύτες διασπασμένους οι Γηγενείς βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν, ρίχνοντας ογκόλιθους στην είσοδο του λιμανιού, πιστεύοντας ότι τα θύματά τους δεν θα είχαν δυνατότητα διαφυγής, αγνοώντας το γεγονός ότι μεταξύ των Αργοναυτών βρισκόταν ο Ηρακλής, ο μεγαλύτερος ήρωας της Ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος χρησιμοποιώντας το τόξο του κατά των γιγάντων εξαπέλυε το ένα βέλος μετά το άλλο, με αποτέλεσμα πολλοί εξ’ αυτών να σκοτωθούν, αφού τα βέλη ήταν εμποτισμένα με το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας. Οι Γηγενείς απάντησαν εκσφενδονίζοντας τεράστιους βράχους, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Η αντίσταση των Αργοναυτών καθυστέρησε την επίθεση των Γηγενών και το χρονικό διάστημα ήταν αρκετό ώστε να επιστρέψουν οι υπόλοιποι που εξερευνούσαν το βουνό στο πλευρό των συντρόφων τους, με αποτέλεσμα η μάχη να εξελιχθεί σε πραγματική σφαγή για τους γίγαντες.

Ακολουθεί το κείμενο από τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ρόδιου στίχοι 935 – 1011 σε απόδοση Γεωργίου Βασίλαρου – Ακαδημία Αθηνών – Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής & Λατινικής Γραμματείας – εκδόσεις Λογοθέτης 2004.

Υπάρχει μέσα στην Προποντίδα ένα απόκρημνο νησί, λίγο μακριά από την εύφορη γη τής Φρυγίας, πού γέρνει προς τη θάλασσα, όπου ένας ισθμός σκεπάζεται από τα κύματα- έχει μια κλίση απότομη προς τη στεριά και ακτές με διπλό λιμάνι- βρίσκεται απέναντι απ’ τού Αισήπου το ρέμα – Αρκουδοβούνι το ονομάζουν αυτοί πού μένουνε τριγύρω και κατοικούν σ’ αυτό βίαιοι κι άγριοι άνθρωποι οι Γηγενείς, τρομερό θέαμα στους γείτονες να τούς βλέπουν, γιατί στον καθένα κρεμόντουσαν έξι πολύ δυνατά χέρια, δύο από τούς στιβαρούς ώμους τους και από κάτω τέσσερα καλά συναρμοσμένα στα τρομερά πλευρά τους.

Και οι Δολίονες κατοικούσαν γύρω απ’ τον ισθμό και την πεδιάδα- σ’ αυτούς βασίλευε ο ήρωας γιος τού Αινέα, ο Κύζικος, πού τον γέννησε ή κόρη τού θεϊκού Εύσώρου, ή Αίνήτη. Αυτούς οι Γηγενείς, κι ας ήταν τόσο τρομεροί, δεν τούς λεηλατούσαν, γιατί ο Ποσειδώνας τούς προστάτευε, αφού απ’ αυτόν αρχικά κατάγονταν οι Δολίονες.

Εκεί προσορμίστηκε ή Αργώ σπρωγμένη απ’ τούς Θρακιώτικους ανέμους. Την υποδέχτηκε καθώς έτρεχε το όμορφο Λιμάνι. Εκεί αφού αμόλησαν τη μικρή πέτρινη άγκυρα, σύμφωνα με τις συμβουλές τού Τίφυ, την άφησαν κάτω απ’ την Αρτακία την πηγή- και πήρανε άλλη πιο βαριά πού ταίριαζε και την πρώτη πέτρα, σύμφωνα με το χρησμό τού Εκάτου, οι γιοι τού Νηλέα, οι Ίωνες, την έθεσαν αργότερα ως ιερό θεμέλιο λίθο, όπως έπρεπε, στο ναό τής Ιασονίας Αθηνάς. Εκείνους όλοι οι Δολίονες κι ό Κύζικος ό ίδιος τούς υποδέχτηκαν με αγάπη, κι όταν έμαθαν για το ταξίδι τους και τη γενιά τους, ποιοι ήταν, τους καλωσόριζαν με αισθήματα φιλόξενα- τούς παρότρυναν να μπουν με τα κουπιά ακόμη πιο μπροστά και τις πρυμάτσες του πλοίου στης πόλης το λιμάνι να δέσουν.

Και εκεί έκτισαν βωμό του Απόλλωνα Εκβασίου στην αμμουδιά και άρχισαν να ασχολούνται με τη θυσία.

Κι ό βασιλιάς, μια κι είχαν έλλειψη, τούς δίνει κρασί γλυκό και πρόβατα, γιατί είχε πάρει αυτός χρησμό, όταν θα φτάσει ομάδα θείων ανδρών ηρώων, αμέσως αυτήν να την δεχτεί με τρόπο ευγενικό, και να μη σκέφτεται για πόλεμο.

Και σ’ αυτόν μόλις πού φυτρώνανε τα πρώτα του γένια και δεν του είχε δώσει ή μοίρα του ως τώρα παιδιά να τα χαρεί, αλλά στο σπίτι ή γυναίκα του ήταν ακόμη ανέγγιχτη από τούς πόνους τής γέννας, του Περκώσιου Μέροπα η κόρη η Κλείτη μέ τις όμορφες πλεξούδες- πρόσφατα αυτήν την έφερε απ’ τον πατέρα της, από την απέναντι στεριά με δώρα εξαιρετικά. Και παρ’ όλα αυτά αφήνοντας το θάλαμο και τής νύφης το κρεβάτι φρόντιζε για το δείπνο τους κι απ’ την καρδιά του εξόρισε το φόβο. Με τη σειρά ρωτούσε ό ένας τον άλλο – από τη μια τούς ρώταγε αυτός για το σκοπό του ταξιδιού και τις διαταγές του Πελία, κι αυτοί πάλι για τις γειτονικές τις πόλεις τον ρωτούσαν και για ολόκληρο τον κόλπο τής πλατιάς Προποντίδας – μα περισσότερα δεν γνώριζε να πει, παρόλο πού θέλανε να μάθουν.

Και την αυγή ανέβηκαν στο μέγα Δίνδυμο, για να δουν οι ίδιοι με τα μάτια τους τής θάλασσας εκείνης τα περάσματα- και οι άλλοι έφεραν το καράβι απ’ τον προηγούμενο όρμο στο Λιμάνι του Χυτού- κι ό δρόμος όπου πέρασαν λέγεται του Ιάσωνα.

Ωστόσο οι Γηγενείς απ’ το βουνό όρμησαν με βία κι έφραξαν κάτω την είσοδο του Χυτού με βράχους, σαν να έστηναν ενέδρα σε θαλάσσιο θεριό πού εκεί μέσα βρισκόταν- αλλ’ εκεί είχε παραμείνει με τούς πιο νέους συντρόφους ο Ηρακλής κι επάνω στους Γηγενείς τεντώνοντας το ελαστικό του τόξο τον ένα πάνω στον άλλο έσπρωξε προς τη στεριά.

Όμως κι εκείνοι βράχους σκισμένους σήκωναν εκσφενδονίζοντάς τους πάνω τους. Γιατί κι αυτά τα τρομερά θηρία σίγουρα ή θεά ‘Ήρα, του Δία η γυναίκα, τα έτρεφε για άθλο στον Ηρακλή.

Έπειτα και οι άλλοι πού ήταν στραμμένοι αντίθετα τούς συναντάνε πριν ν’ ανεβούν στην κορυφή, κι άρχισαν οι γενναίοι ήρωες να συμμετέχουν στο φονικό των Γηγενών, άλλοι με βέλη κι άλλοι με δόρατα εφοδιασμένοι, έως ότου όλους αυτούς, καθώς ορμούσαν εναντίον τους με βία, τούς θανατώνουν.

Κι όπως όταν μακριά ξύλα, πού έκοψαν πρόσφατα με τα τσεκούρια οι ξυλοκόποι, στην ακτή τα βάζουν στη σειρά για να φουσκώσουν απ’ το νερό και να δέχονται γερές μέσα τους σφήνες, έτσι κι αυτοί στην είσοδο του κάτασπρου λιμανιού ήταν ξαπλωμένοι στη σειρά, άλλοι μέσα στο αλμυρό νερό κατά σωρούς βουτηγμένοι μέχρι το κεφάλι και τα στήθη, έχοντας όμως τα πόδια προς τα πάνω τεντωμένα στη στεριά- κι άλλοι πάλι στην ακτή στήριζαν το κεφάλι τους στην άμμο και τα πόδια στο νερό, για να γίνουν συγχρόνως και οι δυο λεία στα όρνια και τα ψάρια.

Κι οι ήρωες, όταν τέλειωσαν τον αγώνα χωρίς φόβο, τότε του πλοίου τα πρυμνήσια σχοινιά έλυσαν με το φύσημα του ανέμου, κι έπλεαν πιο μπροστά μέσα απ’ τής θάλασσας το κύμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.