Παράξενα πλάσματα

στις

μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το πλήθος των ζώων που κατοικούν στη Γη και δικαιολογημένα προξενεί έκπληξη όταν ανακαλύπτονται πλάσματα που αγνοούσαν, αφού υπάρχουν 1.367.555 ταυτοποιημένα είδη ζώων εξαιρουμένων των εντόμων. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, ο αριθμός αντιπροσωπεύει μόνο το 1% όλων των ειδών ζώων που έζησαν ποτέ. Παρακάτω αναφέρονται αλφαβητικά ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα πλάσματα:

Άι-άι  (Daubentonia madagascariensis) nomis-simon, CC BY 2.0 via Wikimedia Commons

Άι-άι (Daubentonia madagascariensis)

Τα Άι-άι συναντώνται μόνο στο νησί της Μαδαγασκάρης και σχετίζονται με χιμπατζήδες, πιθήκους και ανθρώπους. Το δέρμα τους είναι σκούρο καφέ ή μαύρο και διακρίνονται για την θαμνώδη ουρά τους που είναι μεγαλύτερη από το σώμα τους καθώς και το τρίτο δάκτυλο, το οποίο είναι πολύ πιο λεπτό από τα άλλα και χρησιμοποιείται για κτυπήματα, ενώ το τέταρτο, το μεγαλύτερο, χρησιμεύει για την εξαγωγή εντόμων από τα δέντρα. Διαθέτουν επίσης μεγάλα μάτια, λεπτά δάχτυλα και μεγάλα ευαίσθητα αυτιά. Έχουν μυτερά νύχια σε όλα τα δάχτυλα, εκτός από τους αντίχειρες στα δάχτυλα των ποδιών με τους οποίους γραπώνουν κλαδιά για να αναρριχηθούν.

Διαβιούν σε τροπικά δέντρα και αποφεύγουν να κατεβαίνουν στο έδαφος. Είναι νυχτόβια και περνούν την ημέρα κουλουριασμένα σε φωλιές από φύλλα και κλαδιά οι οποίες είναι στρογγυλές με μονή είσοδο, κατασκευασμένες στις διχάλες μεγάλων δέντρων.

Ενώ σκαρφαλώνει ψηλά, το Άι-άι χτυπάει τα δέντρα με το μακρύ μεσαίο δάχτυλό του για να ακούσει τις προνύμφες που κινούνται κάτω από το φλοιό και κατόπιν χρησιμοποιεί το ίδιο δάχτυλο για να τις πιάσει. Το δάκτυλο χρησιμεύει επίσης για τη εξαγωγή του καρπού από καρύδες και άλλα φρούτα που συμπληρώνουν τη διατροφή του.

Πολλοί ιθαγενείς της Μαδαγασκάρης θεωρούν το Άι-άι ως προάγγελο κακού και πολλές φορές, θανατώνεται επί τόπου. Κάποιοι ιθαγενείς πιστεύουν ότι συμβολίζει τον θάνατο και μάλιστα, αν κάποιο ζώο «δείξει» με το λεπτό τρίτο δάκτυλο κάποιον άνθρωπο, προαναγγέλλει το τέλος του. Οι ιθαγενείς ισχυρίζονται ότι τα Άι-άι τρυπώνουν στις καλύβες από τις αχυρένιες σκεπές και δολοφονούν όσους κοιμούνται, χρησιμοποιώντας το μεσαίο δάκτυλο για να τρυπήσουν την αορτή του θύματος.

Ακανθώδης δράκος (Moloch horridus) KeresH, CC BY-SA 4.0, via Wikimedia Commons

Ακανθώδης δράκος (Moloch horridus)

Ο ακανθώδης διάβολος επίσης γνωστός ως ορεινός διάβολος, ακανθώδης σαύρα, ακανθώδης δράκος και μολώχ, είναι είδος σαύρας της οικογένειας Αγαμιδών/Agamidae. Το είδος είναι ενδημικό στην Αυστραλία και το μοναδικό στο γένος Μολώχ/Moloch. Μεγαλώνει σε μήκος 21 εκατοστά (συμπεριλαμβανομένης της ουράς) με τα θηλυκά να είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά.

Το δέρμα έχει αποχρώσεις της ερήμου σε καφέ και μαύρα χρώματα τα οποία αλλάζουν σε απαλά χρώματα κατά τη διάρκεια του ζεστού καιρού και σε πιο σκούρα κατά τη διάρκεια κρύου καιρού. Ο ακανθώδης διάβολος καλύπτεται εξ ολοκλήρου με κωνικά αγκάθια που είναι κυρίως ασβεστοποιημένα εξογκώματα.

Μια σειρά ακίδων καλύπτει ολόκληρη την άνω πλευρά του σώματος του η οποία χρησιμεύει στην προστασία από τους θηρευτές όπως το καμουφλάζ και η εξαπάτηση. Το ασυνήθιστο βάδισμα αυτής της σαύρας περιλαμβάνει ακινησία και λίκνισμα καθώς κινείται αργά σε αναζήτηση τροφής, νερού και συντρόφων. Ο ακανθώδης δράκος διαθέτει επίσης ένα ακανθώδες «ψευδές κεφάλι» στο πίσω μέρος του λαιμού του το οποίο προβάλλει σε πιθανούς θηρευτές βυθίζοντας το πραγματικό του κεφάλι. Το «ψεύτικο κεφάλι» αποτελείται από μαλακό ιστό. Τα εξογκώματα του ακανθώδους δράκου «πέφτουν», επιτρέποντας στο ζώο να συλλέγει νερό απλώς αγγίζοντας το με οποιοδήποτε μέρος του σώματος, συνήθως τα άκρα.

Ο ακανθώδης δράκος τρέφεται κυρίως με μυρμήγκια και άλλα έντομα.

Βαρελόφθαλμο ψάρι (Macropinna microstoma) Ezra Weller, CC BY 3.0, via Wikimedia Commons

Βαρελόφθαλμο ψάρι (Macropinna microstoma)

Η μακροπίννα είναι το μόνο ψάρι του ομώνυμου γένους, που ανήκει στις οπισθοπροκτίδες, της οικογένειας βαρελόφθαλμων. Ξεχωρίζει για τον ασυνήθιστο διαφανή θόλο με υγρό στο κεφάλι, μέσω του οποίου φαίνονται οι φακοί των ματιών του. Τα μάτια έχουν σχήμα βαρελιού και περιστρέφονται προς τα εμπρός ή προς τα πάνω, μέσα από τον διαφανή θόλο του ψαριού. Η μακροπίννα έχει μικροσκοπικό στόμα και το μεγαλύτερο μέρος του σώματός της καλύπτεται με μεγάλες φολίδες. Τα ψάρια αιωρούνται σχεδόν ακίνητα στο νερό, σε βάθος περίπου 600 έως 800 μέτρα, χρησιμοποιώντας τα μεγάλα πτερύγια για σταθερότητα και με τα μάτια στραμμένα προς τα πάνω. Σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού το ψάρι ανιχνεύει το θήραμα από τη σιλουέτα του. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όταν εντοπίζει θηράματα όπως μικρά ψάρια και μέδουσες, τα μάτια περιστρέφονται σαν κιάλια, στραμμένα προς τα εμπρός καθώς γυρίζει το σώμα του από οριζόντια σε κάθετη θέση για να τραφεί. Εικάζεται ότι η μακροπίννα κλέβει τροφή από σιφωνόφορους οργανισμούς (διαβιούν σε θερμικούς σίφωνες).

Το ψάρι είναι γνωστό από το 1939, αλλά φωτογραφήθηκε ζωντανό το 2004. Είναι ευρέως διαδεδομένο στο βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό, από τη θάλασσα Μπέρινγκ έως την Ιαπωνία και την Μπάγια Καλιφόρνια.

Θηλυκό Dasymutilla occidentalis Judy Gallagher, CC BY 2.0 via Wikimedia Commons

Βελούδινο μυρμήγκι (Dasymutilla occidentalis)

Αυτό το έντομο μπορεί να έχει μήκος μόνο 0,65 εκ., αλλά διαθέτει θανατηφόρο δήγμα. Το βελούδινο μυρμήγκι παρά το όνομά του, στην πραγματικότητα είναι ένα είδος σφήκας. Λόγω των υψηλών επιπέδων σεξουαλικής διμορφίας, τα αρσενικά έχουν φτερά, αλλά όχι τα θηλυκά, προσδίδοντας στα δεύτερα εμφάνιση μυρμηγκιού. Τα βελούδινα μυρμήγκια βρίσκονται στα θερμότερα τμήματα του Δυτικού Ημισφαιρίου. Αυτά τα τρομακτικά έντομα μπορούν να παράγουν αρκετό δηλητήριο σε ένα τσίμπημα για να καταστείλουν μια αγελάδα – που ζυγίζει περίπου 2.000 κιλά, βάρος που ισοδυναμεί με 13 ανθρώπους μέσου μεγέθους. Δεν είναι μόνο τα ενήλικα βελούδινα μυρμήγκια τρομακτικά, αλλά και οι προνύμφες τους. Κατά την ωοτοκία τα θηλυκά αναζητούν φωλιές άλλων εντόμων στο έδαφος και όταν εκκολάπτονται τα αυγά, τα νεογέννητα μυρμήγκια τρέφονται με τις προνύμφες των άλλων εντόμων.

Γαβιάλης (Gavialis gangeticus) Cliff, CC BY 2.0, via Wikimedia Commons

Γαβιάλης (Gavialis gangeticus)

Αυτοί οι κροκόδειλοι μπορεί να φαίνονται αστείοι εξάδελφοι των κροκόδειλων, αλλά τα δυσανάλογα μακριά σαγόνια τους διαθέτουν 110 κοφτερά δόντια, δηλαδή 30 περισσότερα από τον τυπικό κροκόδειλο και πολύ πιο αιχμηρά. Οι γαβιαλίδες φτάνουν σε μήκος τα 6 μέτρα και μέσο βάρος περίπου 160 κιλά. Συναντώνται στην Ινδία και το Νεπάλ, ειδικά σε μεγάλα οικοσυστήματα ποταμών του βορρά. Τα αρσενικά εμφανίζουν ένα σεξουαλικά δίμορφο χαρακτηριστικό στην άκρη του ρύγχους τους, που ονομάζεται gahra (τύπος Ινδικής αγγειοπλαστικής) και από το οποίο προέρχεται το όνομά τους. Αυτά τα ογκώδη πλάσματα δεν επιτίθενται σε ανθρώπους, αλλά τρέφονται με ψάρια και ανθρώπινα πτώματα που επιπλέουν κατά τη διάρκεια τελετών κηδειών.

Δελφίνι του Ιραουάντι (Orcaella brevirostris) https://cache.pakistantoday.com.pk/web_301421.jpg

Δελφίνι του Ιραουάντι (Orcaella brevirostris)

Τα δελφίνια Ιραουάντι βρίσκονται σε παράκτιες περιοχές στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία και σε τρείς ποταμούς στον Αγιεγιαρβάντι (Μιανμάρ) τον Μαχακάν (Βόρνεο) και τον Μεκόνγκ. Τα δελφίνια του ποταμού Μεκόνγκ είναι λιγοστά (περίπου 92) και κατοικούν σε έκταση 190 χιλιομέτρων μεταξύ Καμπότζης και Λάος. Αυτά τα δελφίνια έχουν διογκωμένο μέτωπο, κοντό ράμφος και 12-19 δόντια σε κάθε πλευρά των σιαγόνων.

Ιαπωνικός κάβουρας-αράχνη (Macrocheira kaempferi)

Ιαπωνικός κάβουρας-αράχνη (Macrocheira kaempferi)

Το Ιαπωνικό καβούρι αράχνη έχει εύρος 3-4 μέτρα (διπλάσιο από το μέσο όρο ενός ανθρώπου). Επαληθεύοντας πλήρως το όνομά τους, αυτά τα αρθρόποδα μοιάζουν με γιγάντιες υποβρύχιες αράχνες και τρέφονται με μικρότερα καρκινοειδή καθώς και φυτά. Τα Ιαπωνικά καβούρια αράχνη ανακαλύφθηκαν το 1836 κυρίως σε νερά που περιβάλλουν τη νότια ακτή της Ιαπωνίας. Βρίσκονται σε βάθος 150-300 μέτρων και επί του παρόντος αποτελούν προστατευόμενο είδος λόγω υπεραλίευσης, αφού θεωρούνται λιχουδιά σε πολλά μέρη της Ιαπωνίας.

Ιπτάμενος λεμούριος της Σούντα (Galeopterus variegatus)

Ιπτάμενος λεμούριος της Σούντα (Galeopterus variegatus)

Ο κερκοπίθηκος Σούντα, επίσης γνωστός ως λεμούριος κερκοπίθηκος, είναι είδος κολούγκο. Μέχρι πρόσφατα, θεωρείται ότι είναι ένα από τα δύο είδη ιπτάμενου λεμούριου, το άλλο είναι ο ιπτάμενος κερκοπίθηκος των Φιλιππίνων. Αυτό το είδος βρίσκεται σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία, από την Ινδονησία, την Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, το νότιο Βιετνάμ, τη νότια Βιρμανία και τη Σιγκαπούρη.

Ο ιπτάμενος λεμούριος της Σούντα δεν πετάει, αλλά αιωρείται καθώς μετακινείται ανάμεσα στα δέντρα. Είναι αυστηρά δενδρόβιος – νυχτόβιος και τρέφεται με μαλακά φυτικά μέρη όπως φύλλα, βλαστούς, λουλούδια και φρούτα. Μετά από 60 ημέρες κυοφορίας, ένας απόγονος μεταφέρεται στην κοιλιά της μητέρας σε μια μεγάλη μεμβράνη. Είναι είδος εξαρτώμενο από το δάσος.

Το μήκος κεφαλής-σώματος είναι περίπου 33 έως 42 εκατοστά. Το μήκος της ουράς του είναι 18 έως 27 εκ. και το βάρος του 0,9 έως 1,3 κιλά.

Ο ιπτάμενος λεμούριος είναι επιδέξιος αναρριχητής, αλλά είναι αβοήθητος όταν βρίσκεται στο έδαφος. Η ανεμοπλοϊκή μεμβράνη του ξεκινά από το λαιμό και εκτείνεται κατά μήκος των άκρων στις άκρες των δακτύλων, των ποδιών και των νυχιών. Αιωρείται σε απόσταση 100 μέτρων σε ύψος μικρότερο των 10 μέτρων. Ενώ αιωρείται μπορεί να ελιχθεί και να πλοηγηθεί, αλλά επηρεάζεται από την δυνατή βροχή και τον άνεμο. Η αιώρηση συνήθως γίνεται σε ανοικτές περιοχές ή υψηλά σημεία, ειδικά σε πυκνά τροπικά δάση. Ο ιπτάμενος λεμούριος χρειάζεται μια συγκεκριμένη απόσταση για να αιωρηθεί και να προσγειωθεί με ασφάλεια. Η ικανότητα αιώρησης αυξάνει την πρόσβαση του κολούγκο σε τροφή στο τροπικό δάσος, χωρίς να κινδυνεύει από χερσαίους ή άλλους θηρευτές.

Καβούρι Γέτι (Kiwa hirsuta) http://bioweb.uwlax.edu/bio203/s2009/decker_rour/

Καβούρι Γέτι (Kiwa hirsuta)

Το πλάσμα που ονομάζεται καβούρι Γέτι στην πραγματικότητα είναι είδος αστακού, που ανακαλύφθηκε σε υδροθερμικό ρήγμα στην θαλάσσια έκταση Ειρηνικού-Ανταρκτικής.

Πέραν της παράξενης εμφάνισης, αυτά τα καβούρια διαβιούν σε ακραία περιβάλλοντα. Το καβούρι Γέτι ανακαλύφθηκε το 2010 σε θερμικές περιοχές κοντά στην Ανταρκτική σε θερμοκρασίες έως 380 °C. Οι λευκές αποχρώσεις και τα περίεργα μοτίβα μαλλιών θεωρούνται προσαρμογές σε αυτά τα ακραία περιβάλλοντα, καθότι οι θερμικοί σίφωνες, ενώ εσωτερικά αναπτύσσουν υψηλές θερμοκρασίες, περιβάλλονται από παγωμένα νερά. Αυτό αναγκάζει όλα τα καβούρια Γέτι να στοιβάζονται σε μια μικρή περιοχή (θαλάσσιος βιολόγος εντόπισε 600 σε έναν ρήγμα). Τα θηλυκά ωστόσο, διακινδυνεύουν να γεννήσουν στα επικίνδυνα κρύα νερά, καθώς οι θερμικοί σίφωνες έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε θείο για να επιβιώσουν τα αυγά τους. Το θηλυκό καβούρι σπάνια επιβιώνει στο κρύο νερό και συνήθως πεθαίνει από πείνα όταν εκκολάπτονται τα ωάρια. Όσο για τα τριχωτά άκρα, είναι ένα είδος βακτηρίων από τα οποία τρέφεται το καβούρι.

Καρχαρίας Γκόμπλιν (Mitsukurina owstoni) Dianne Bray / Museum Victoria, CC BY 3.0 AU via Wikimedia Commons

Καρχαρίας Γκόμπλιν (Mitsukurina owstoni)

Ο καρχαρίας Γκόμπλιν (Mitsukurina owstoni) ή καρχαρίας καλικάντζαρος είναι καρχαρίας της βαθιάς θάλασσας και το μόνο υπάρχον είδος της οικογενείας Μιτσουκουρινιδών. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι το παράξενο σχήμα του κεφαλιού του.

Έχει μακρύ, ραμφόμορφο ρύγχος με σχήμα μυστριού, πολύ μακρύτερο από ρύγχη άλλων καρχαριών. Άλλα χαρακτηριστικά είναι το χρώμα του σώματός του, το οποίο είναι ως επί το πλείστο ροζ και τα μακριά, προεξέχοντα σαγόνια του. Όταν είναι κλειστά τα σαγόνια, ο καρχαρίας μοιάζει με ροζ καρχαρία ταύρο με ασυνήθιστα μακριά μύτη. Φτάνει σε μήκος τα 3,3 μέτρα και βάρος τα 160 κιλά.

Το είδος καρχαρία αυτό συναντάται στον Ειρηνικό και Ατλαντικό ωκεανό, σε βάθος μεγαλύτερο από 250 μέτρα, πολύ κάτω από όπου φτάνει το φως του ήλιου. Είναι ο πιο κοινός καρχαρίας στα νερά γύρω από την Ιαπωνία, όπου ανακαλύφθηκε.

Οι καρχαρίες Γκόμπλιν τρέφονται με ποικιλία οργανισμών που ζουν στα βαθιά νερά. Μεταξύ άλλων η λεία τους περιλαμβάνει βαθύβια καλαμάρια, καβούρια και ψάρια βαθέων υδάτων. Πολύ λίγα είναι γνωστά για την ιστορία του είδους και τις αναπαραγωγικές συνήθειες, καθώς οι συναντήσεις με αυτούς είναι σχετικά σπάνιες. Είναι ωοζωοτόκο, όπως και άλλα μέλη των λαμνόμορφων. Αν και σχετικά σπάνιος, δεν απειλείται με εξαφάνιση και έχει χαρακτηριστεί από την Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης ως είδος ελαχίστης ανησυχίας.

Μπλε δράκος της θάλασσας (Glaucus atlanticus) Sylke Rohrlach from Sydney, CC BY-SA 2.0 via Wikimedia Commons

Μπλε δράκος της θάλασσας (Glaucus atlanticus)

Ο μπλε δράκος της θάλασσας είναι από τα σπανιότερα θαλάσσια ζώα και συναντάται συνήθως στις Νοτιοανατολικές ακτές της Νότιας Αφρικής και τις ανατολικές ακτές Αυστραλίας, τις ακτές της Μοζαμβίκης και στις Ευρωπαϊκές ακτές. Έχει διάφορες ονομασίες όπως: μπλε γλαύκος, μπλε άγγελος, μπλε δράκος, μπλε θαλάσσιος γυμνοσάλιαγκας. Το μέγεθός του δεν ξεπερνά τα 3 εκατοστά, το δέρμα του είναι γκρι στην πίσω πλευρά και σκούρο – απαλό μπλε στην κοιλιακή χώρα. Έχει σκούρες μπλε λωρίδες στο κεφάλι, επίπεδο, κωνικό σώμα και έξι άκρα που διακλαδίζονται σε ακτινωτά δαχτυλίδια.

Τα αγκάθια του μπλε δράκου είναι δηλητηριώδη και το δηλητήριο το προσλαμβάνει από άλλα δηλητηριώδη ζώα, όπως μέδουσες με τα οποία τρέφεται. Οι άνθρωποι που αγγίζουν τον μπλε θαλάσσιο δράκο, μπορεί να δεχτούν ένα οδυνηρό και ενίοτε θανατηφόρο τσίμπημα.

Ο μπλέ δράκος συχνάζει στην επιφάνεια της θάλασσας και μετακινείται με την βοήθεια ενός ειδικού σάκου στον οποίο περιέχεται αέριο που λειτουργεί προωθητικά στην κίνηση του μπλε δράκου.

Ντιγκόνγκ (Dugong dugon) Julien Willem, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Ντιγκόνγκ (Dugong dugon)

Το ντιγκόγκ ή ντουγκόγκ είναι θαλάσσιο μεγαλόσωμο θηλαστικό ζώο, που ανήκει στην τάξη των σειρήνων, ή σειρηνοειδών, ως μόνος αντιπρόσωπος της οικογένειας των ντιγκονγκιδών (ή αλικοριδών). Το ντιγκόνγκ είναι το μικρότερο της τάξης των σειρήνων, στην οποία ανήκουν και οι τριχεχίδες με τον μανάτο. Τα δύο αυτά ζώα αποκαλούνται συχνά «θαλάσσιες αγελάδες». Το όνομα προέρχεται από τη λέξη ντουγιόγκ/duyung, που σε διάλεκτο της Μαλαισίας σημαίνει «κυρά της θάλασσας» ή «γοργόνα».

Το ντιγκόγκ έχει σώμα κυλινδρικό, που στο πίσω μέρος καταλήγει σε διχαλωτή και οριζοντίως πεπλατυσμένη ουρά. Το δέρμα του είναι παχύ, με διάσπαρτες τρίχες. Τα ενήλικα έχουν μήκος από 2,5 έως 4 μέτρα, και ζυγίζουν 200-300 κιλά. Τα θηλυκά είναι λίγο μεγαλύτερα από τα αρσενικά (φυλετικός διμορφισμός). Συνήθως έχει γκριζοκάστανο χρώμα στο πάνω μέρος του σώματος, και λίγο πιο ανοιχτόχρωμο στο κάτω. Έχει μόνο δυο μπροστινά άκρα, που έχουν διαφοροποιηθεί σε πτερύγια 35-45 εκ. Το κάτω χείλος του ντιγκόγκ προεξέχει, πράγμα που το βοηθά να πιάνει τα φυτά που θέλει να φάει. Δεν έχει κυνόδοντες. Το αρσενικό διαθέτει δυο χαυλιόδοντες μήκους 20 εκ. τους οποίους χρησιμοποιεί κατά την περίοδο ζευγαρώματος στις διαμάχες με τα άλλα αρσενικά και γενικότερα ως αμυντικό όπλο. Τα ρουθούνια του ντιγκόνγκ ανοιγοκλείνουν κατά βούληση, τα πολύ μικρά μάτια του προστατεύονται από ένα τρίτο βλέφαρο που κινείται από δεξιά προς τ’ αριστερά και αντίστροφα και τα μικρά αυτιά του δεν έχουν πτερύγια.

Απαντάται σε ρηχά νερά στον Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό, στην Ερυθρά Θάλασσα, κατά μήκος των ακτών της νοτιοανατολικής Αφρικής, της Νότιας Ασίας, της Μαδαγασκάρης και της Αυστραλίας, εκτός από τις νότιες ακτές της. Παλαιότερα ζούσε και στη Μεσόγειο θάλασσα.

Τα ντιγκόγκ ζουν ανά δύο ή σε ομάδες των έξι ατόμων και όταν φοβηθούν, βγάζουν ήχο σαν σφύριγμα. Την ημέρα ξεκουράζονται σε βαθιά νερά και τη νύχτα κολυμπούν προς τα ρηχά για να τραφούν. Αναπαράγονται όλο το χρόνο, η περίοδος κύησης διαρκεί 1 περίπου έτος και όταν γεννηθεί το μικρό κολυμπά στην επιφάνεια για ν’ αναπνεύσει. Μερικά συμπεριφέρονται ως αποδημητικά, καθώς μετακινούνται σε πιο ζεστά νερά το χειμώνα.

Τρέφεται με θαλάσσια φυτά, κυρίως αγγειόσπερμα που φυτρώνουν σε μικρό βάθος. Περιστασιακά τρώει φύκια και καβούρια.

Τα ντιγκόγκ τα κυνηγούν οι καρχαρίες και οι άνθρωποι για το κρέας, το δέρμα, το λάδι και τα δόντια τους. Τα θαλάσσια φυτά από τα οποία εξαρτώνται για τη διατροφή τους κινδυνεύουν λόγω της ρύπανσης. Επίσης καθώς τρέφονται σε ρηχά νερά, συχνά τραυματίζονται ή σκοτώνονται σε συγκρούσεις με θαλάσσια σκάφη. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με το ότι ζουν πολλά χρόνια και αναπαράγονται με αργό ρυθμό, κινδυνεύουν με εξαφάνιση.

Οκάπι (Okapia johnstoni) Raul654, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Οκάπι (Okapia johnstoni)

Το οκάπι είναι αρτιοδάκτυλο θηλαστικό της οικογενείας των Καμηλοπαρδαλιδών, που απαντά αποκλειστικά στα δάση βροχής της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.

Ιδιαίτερο σε εμφάνιση θηλαστικό, το οκάπι είχε κινήσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων στα τέλη του 19ου αιώνα, από αναφορές του εξερευνητή της Αφρικανικής ηπείρου Χένρι Στάνλεϊ. Όπως συνέβη με πληθώρα άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου, αυτό το «ενδιαφέρον» προκάλεσε τον αποδεκατισμό του από τους κυνηγούς που σε συνδυασμό με τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους στις περιοχές όπου ζει, το έφεραν σήμερα να ανήκει σε αυτά που κινδυνεύουν.

Το οκάπι είναι αρκετά «ιδιαίτερο» στο παρουσιαστικό του και με λίγη παρατηρητικότητα, προδίδει την αρχέγονη συγγένειά του με την καμηλοπάρδαλη, το άλλο μέλος της οικογενείας. Όντως, το σχήμα του σώματος του είναι παρόμοιο με εκείνο της καμηλοπάρδαλης, αλλά με πολύ βραχύτερο λαιμό και κοντύτερα πόδια, που ωστόσο παραμένουν αρκετά μακριά σε σχέση με το ισχυρό σώμα.

Τα ζώα έχουν σκούρα κοκκινωπή ράχη, με εντυπωσιακές οριζόντιες λευκές ρίγες, τόσο στα μπροστινά πόδια, όσο και στα πίσω από το ύψος των γλουτών, στοιχείο που με φευγαλέα ματιά, τα κάνει να μοιάζουν με ζέβρες. Οι ραβδώσεις αυτές ενδεχομένως να βοηθούν τα νεαρά άτομα να ακολουθούν τις μητέρες τους μέσα στο πυκνό δάσος βροχής και μπορεί επίσης να χρησιμεύουν ως καμουφλάζ. Το τρίχωμά τους είναι βελούδινο και με ελαιώδη υφή, ειδικά διαμορφωμένο για να απωθεί το νερό στο δασώδες περιβάλλον όπου απαντώνται.

Το πλέον εντυπωσιακό ανατομικό στοιχείο του οκάπι είναι η εξαιρετικά μεγάλη και ευέλικτη γλώσσα του. Έχει γκριζομπλέ χρώμα, είναι μυτερή και κολλώδης και μπορεί να φθάσει τα 35 εκ. σε μήκος. Χρησιμεύει στο ζώο για να αφαιρεί τα φύλλα και τα μπουμπούκια από τα δέντρα, αλλά και για να καθαρίζει το πρόσωπο σε όλη του την επιφάνεια, φθάνοντας μέχρι τις βλεφαρίδες και το εσωτερικό των αυτιών.

Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των οκάπι είναι οι μικρές κεράτινες προεξοχές στην κορυφή του κεφαλιού των αρσενικών. Αυτά τα φύματα καλύπτονται από δέρμα και ονομάζονται οστεόκωνοι.

Γενικά είναι ζώα μοναχικά που συνευρίσκονται μόνο για να αναπαραχθούν, με εξαίρεση τις μητέρες και τα μικρά τους. Περιπλανώνται αναζητώντας τροφή στο δάσος και ακολουθούν σταθερά, πατημένα μονοπάτια μέσα στην πυκνή βλάστηση.

Ρεοβάτραχος (Rheobatrachus silus)

Ρεοβάτραχος (Rheobatrachus silus)

Η ιδιομορφία του ρεοβάτραχου δεν έγκειται στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά στο γεγονός ότι γεννά από το στόμα του. Αφού τα ωάρια γονιμοποιηθούν σωματικά από το αρσενικό, το θηλυκό τα καταπίνει και κατόπιν εκκολάπτονται ως γυρίνοι στο στομάχι της, όπου μεγαλώνουν μέχρι να γίνουν βατράχια πλήρους μεγέθους – και μετά η μητέρα τα μηρυκάζει επί μια εβδομάδα. Οι βάτραχοι οι οποίοι ζούσαν στην νότια Αυστραλία, εξαφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980, αλλά οι επιστήμονες προσπαθούν να τους επαναφέρουν στη ζωή χρησιμοποιώντας μια μέθοδο κλωνοποίησης που ονομάζεται πυρηνική μεταφορά σωματικών κυττάρων.

Σκώρος της Βενεζουέλας

Σκώρος της Βενεζουέλας

Το όνομα προέρχεται από τη ομοιότητα της φυσικής του εμφάνισης με σκώρο και poodle (σκυλάκι). Μετρήσεις που προέκυψαν από τις φωτογραφίες δείχνουν ότι τα μοναδικά λεπιδόπτερα έχουν μήκος περίπου 1 έως 2,5 εκ. Η φυσική εμφάνιση και η έλλειψη πραγματικών πληροφοριών οδήγησε ορισμένους να τον χαρακτηρίσουν ως φάρσα. Οι επόμενες αποστολές στην περιοχή δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν ξανά τον σκώρο.

Μέχρι σήμερα, τα μόνα γνωστά δείγματα του σκώρου ζουν στη Βενεζουέλα, στο Εθνικό Πάρκο Κανάιμα. Η περιοχή περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους βιοτόπων, όπως υγρά δάση και οροπέδια με ψηλά βράχια.

Τυφλοπόντικας με μύτη αστερία (Condylura cristata)

Τυφλοπόντικας με μύτη αστερία (Condylura cristata)

Ο εν λόγω τυφλοπόντικας βρίσκεται σε υγρές περιοχές, συνήθως στον ανατολικό Καναδά και τις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Το χαρακτηριστικό του είναι το παράξενο ροζ δακτυλίδι γύρω από το ρύγχος, που ονομάζεται αστέρι. Αυτό είναι γεμάτο με νευρώνες και έχει λειτουργίες παρόμοιες με τα μάτια, για να σχηματοποιεί την εικόνα περιβάλλοντος χώρου του τυφλοπόντικα χρησιμοποιώντας έντονη αίσθηση της αφής. Τα γιγαντιαία νύχια χρησιμοποιούνται για σκάψιμο σηράγγων κάτω από τους βάλτους οι οποίοι αποτελούν το κύριο ενδιαίτημα του τυφλοπόντικα. Ο αστερόμυτος θεωρείται το πιο γρήγορα τρεφόμενο θηλαστικό στη γη, αφού καταναλώνει έντομα σε λιγότερο από 0,2 δευτερόλεπτα.

Φάλαινα μονόκερος (Monodon monoceros) Image credits: gowild.wwf.org.uk | Richard Thomas

Φάλαινα μονόκερος (Monodon monoceros)

Η φάλαινα μονόκερος ή ναρβάλ είναι μεσαίου μεγέθους «οδοντωτή» φάλαινα που ζει στις θάλασσες της Αρκτικής ζώνης. Το επιστημονικό όνομα προέρχεται από το χαρακτηριστικό μακρύ και μυτερό χαυλιόδοντα του αρσενικού, που εκτείνεται από την άνω γνάθο και προς τα εμπρός, στον άξονα του σώματός του, σαν κέρατο. Το μήκος του χαυλιόδοντα φτάνει μέχρι και 2,5 μέτρα. Για πολλά χρόνια δεν είχε διευκρινιστεί η λειτουργία αυτού του δοντιού και θεωρούταν ότι ήταν όργανο άμυνας. Σύμφωνα με νεότερες μελέτες, είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο αισθητήριο όργανο, που βοηθά το ζώο να αντιληφθεί τις διαφορές στην πίεση, την περιεκτικότητα σε αλάτι ή τη θερμοκρασία των νερών. Τα νεαρά άτομα και των δύο φύλων έχουν δύο μόνο δόντια στην άνω γνάθο τους.

Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 3,5 μέχρι 5 μέτρα, έχει ανοιχτό γκρίζο χρώμα, δεν έχει ραχιαίο πτερύγιο, ενώ το πτερύγιο της ουράς έχει πλάτος περίπου ένα μέτρο, είναι οριζόντιο και αποτελείται από δύο λοβούς. Το ναρβάλ ζει σε ομάδες των 5 με 20 ατόμων, τρέφεται με διάφορα καρκινοειδή, ψάρια και μαλάκια· ζευγαρώνει την άνοιξη και το θηλυκό γεννά ένα μικρό έπειτα από περίοδο κύησης 15 μηνών. Αρκετές φορές μεταναστεύουν από την Αρκτική ζώνη προς τις βόρειες ακτές της Ευρώπης αναζητώντας τροφή.

Παλαιότερα, οι αυτόχθονες ιθαγενείς των Αρκτικών περιοχών, κυνηγούσαν το ναρβάλ και χρησιμοποιούσαν το δέρμα και τα δόντια για την κατασκευή αντικειμένων και το κρέας και λίπος για διατροφή. Σήμερα οι πληθυσμοί του απειλούνται, διότι είναι πολύ ευαίσθητα στις κλιματικές αλλαγές. Στον Μεσαίωνα απέδιδαν μαγικές ιδιότητες στο κέρατο, το οποίο είχε πολύ μεγάλη αξία. Αναφορές για το θαλάσσιο μονόκερο υπάρχουν στους μύθους των Ινουίτ, και σε λογοτεχνικά έργα.

Φαλαινοκέφαλος (Balaeniceps rex) Quartl, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Φαλαινοκέφαλος (Balaeniceps rex)

Ο Φαλαινοκέφαλος είναι πελεκανόμορφο πτηνό της οικογενείας των Φαλαινοκεφαλιδών, που απαντάται στην Αφρικανική ήπειρο.

Εκ πρώτης όψεως, αυτό το πτηνό μπορεί να μην φαίνεται τόσο τρομακτικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα μεγαλόσωμο σαρκοβόρο, με ύψος 110 – 140 εκατοστά, το οποίο τρέφεται με χελώνες, ψάρια και νεαρούς κροκόδειλους. Ο φαλαινοκέφαλος έχει μεγάλα λεπτά πόδια και δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι και ράμφος. Ζει στους βάλτους της ανατολικής Αφρικής και αποκεφαλίζει το θήραμά του πριν το καταναλώσει, ενώ όταν αναπαράγονται, εστιάζουν μόνο στους μεγαλύτερους απογόνους. Σε περίπτωση εκκόλαψης δύο αυγών, οι γονείς απορρίπτουν τη νεότερη εκκόλαψη και σε ορισμένες περιπτώσεις ο μεγαλύτερος αδελφός σκοτώνει τον μικρότερο. Γενικότερα ο νεότερος απόγονος θεωρείται ως «αντίγραφο ασφαλείας» σε περίπτωση που συμβεί κάτι στον πρεσβύτερο.

Φιλιππινεζικός τάρσιος (Carlito syrichta) Majuro~enwiki at English Wikipedia, CC BY-SA 3.0, via Wikimedia Commons

Φιλιππινεζικός τάρσιος (Carlito syrichta)

Οι τάρσιοι των Φιλιππίνων είναι από τα πιο παράξενα θηλαστικά στη Γη. Με μάτια που καταλαμβάνουν το μισό κεφάλι τους, οι τάρσιοι μεγαλώνουν στο μέγεθος μιας ανθρώπινης γροθιάς. Το κεφάλι τους μπορεί να περιστρέφεται κατά 180 μοίρες – ένα εξελικτικό χαρακτηριστικό που εμφανίστηκε ως απάντηση στην αδυναμία κίνησης των ματιών τους. Έχουν ισχυρά πίσω πόδια που τους επιτρέπουν να πηδούν μέχρι 1 μέτρο. Όπως ευκόλως εννοείται, έχουν εξαιρετική νυχτερινή όραση – η οποία μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι κόρες των ματιών τους να καλύπτουν όλο το οπτικό πεδίο.

Χαιτοφόρος λύκος (Chrysocyon brachyurus)

Χαιτοφόρος λύκος (Chrysocyon brachyurus)

Ο Χαιτοφόρος λύκος είναι το μεγαλύτερο κυνοειδές της Νότιας Αμερικής. Τα χαρακτηριστικά του μοιάζουν με εκείνα των αλεπούδων, αλλά δεν είναι αλεπού ούτε λύκος, καθώς δεν έχει στενή σχέση με τα άλλα κυνοειδή. Είναι το μοναδικό είδος στο γένος Χρυσοκύων (χρυσό σκυλί).

Το θηλαστικό βρίσκεται σε ανοικτούς και ημιυπαίθριους βιότοπους, ειδικά σε λιβάδια με διάσπαρτους θάμνους και δέντρα, στη νότια, κεντροδυτική και νοτιοανατολική Βραζιλία, Παραγουάη, βόρεια Αργεντινή, ανατολικά και βόρεια των Άνδεων στη Βολιβία και στο νοτιοανατολικό Περού. Είναι πολύ σπάνιο στην Ουρουγουάη, όπου ενδεχομένως να είναι εκτοπισμένο λόγω της απώλειας βιοτόπου.

Χταπόδι Ντάμπο (Grimpoteuthis umbellata) NOAA Okeanos Explorer, Public domain, via Wikimedia Commons

Χταπόδι Ντάμπο (Grimpoteuthis umbellata)

Τα χταπόδια Ντάμπο ζουν στον ωκεανό σε βάθη τουλάχιστον 4.000 μέτρων και βαθύτερα, όντας η βαθύτερα διαβιούσα ομάδα απ’ όλα τα γνωστά χταπόδια. Τα χταπόδια Ντάμπο είναι σπάνια και λόγω βάθους έχουν αναπτύξει εξειδικευμένες συμπεριφορές για να αυξήσουν την πιθανότητα αναπαραγωγής όταν ζευγαρώνουν. Τα θηλυκά φέρουν ωάρια αυγά σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης και είναι σε θέση να αποθηκεύουν σπέρμα για μεγάλα χρονικά διαστήματα μετά το ζευγάρωμα με αρσενικό. Χρησιμοποιώντας αυτά τα πλεονεκτήματα, τα θηλυκά χταπόδια μεταφέρουν σπέρμα στα πιο αναπτυγμένα ωάρια κάθε φορά που οι περιβαλλοντικές συνθήκες είναι κατάλληλες για αναπαραγωγή. Παρόλο που περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αναστολή πάνω από τον πυθμένα, τα Ντάμπο γεννούν τα αυγά τους στο βυθό, προσκολλημένα σε βράχους ή άλλες σκληρές επιφάνειες.

Τα χταπόδια κινούνται χτυπώντας τα πτερύγιά τους που μοιάζουν με αυτιά (εξ’ ου και η ονομασία) και χρησιμοποιούν τα άκρα τους για να κατευθύνουν την κίνηση και τρέφονται με ασπόνδυλα που κολυμπούν πάνω από τον πυθμένα της θάλασσας. Καθώς δεν υπάρχουν πολλοί θηρευτές σε τέτοια βάθη, οι κύριοι θηρευτές των Ντάμπο είναι μεγάλα ψάρια και θαλάσσια θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένων των τόνων, των καρχαριών και των δελφινιών. Λόγω της προτίμησής τους στα μεγάλα βάθη, πολύ σπάνια συλλαμβάνονται σε αλιευτικά δίχτυα και δεν απειλούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες.

Το μεγαλύτερο χταπόδι Ντάμπο που καταγράφηκε είχε μήκος 1,8 μέτρα και ζύγιζε 5,9 κιλά, αλλά τα περισσότερα έχουν μέσο μέγεθος 20-30 εκατοστά.

Ψάρι κηλίδα (Psychrolutes marcidus)

Ψάρι κηλίδα (Psychrolutes marcidus)

Το ψάρι κηλίδα ανακαλύφθηκε το 2003 στις ακτές της ηπειρωτικής Αυστραλίας και Τασμανίας, καθώς και τα νερά της Νέας Ζηλανδίας, προσελκύοντας το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και το 2013 ανακηρύχθηκε ως «Το πιο άσχημο ζώο του κόσμου». Το πλάσμα, το σώμα του οποίου αποτελείται από ζελατινώδη μάζα, διαβιεί πάνω από τον πυθμένα του ωκεανού σε βάθη 600 – 1.200 μέτρων. Διαθέτει σκελετό, αλλά λόγω της έντονης πίεσης που επικρατεί σε τέτοια βάθη, τα οστά είναι πολύ μαλακά και εύπλαστα. Καθώς στερείται μυϊκής μάζας, τρέφεται μόνο με καρκινοειδή και άλλους βρώσιμους οργανισμούς που τυχαίνει να κολυμπάνε μπροστά από το παράξενο στόμα τους.

Τα ψάρια του είδους είναι συνήθως μικρότερα από 30 εκατοστά. Τα ψάρια αυτά αλιεύονται συχνά ως παρεμπίπτοντα αλιεύματα στα δίχτυα αλιείας βυθού. Η εντύπωση ότι το ψάρι κηλίδα είναι βολβοειδές και ζελατινώδες είναι εν μέρει αποτέλεσμα της αποσυμπίεσης που προκαλείται στα δείγματα όταν αυτά μεταφέρονται στην επιφάνεια από τα ακραία βάθη στα οποία ζουν. 

Ψάρι νυχτερίδα με κόκκινα χείλη (Ogcocephalus darwini)

Ψάρι νυχτερίδα με κόκκινα χείλη (Ogcocephalus darwini)

Το κοκκινόχειλο ψάρι είναι θαλάσσιο πλάσμα ασυνήθιστης μορφολογίας που εντοπίστηκε στα νησιά Γκαλαπάγκος και στο Περού, το οποίο δεν είναι μεν επικίνδυνο, αλλά είναι τρομακτικό. Διαβιεί σε βάθη 3 -76 μέτρων και είναι γνωστό για τα φωτεινά κόκκινα χείλη του και τη δυσκολία που έχει όταν κολυμπά. Στο κεφάλι του βρίσκεται ένα εξόγκωμα το οποίο εκπέμπει φως για να προσελκύει θηράματα και τα πτερύγια του λειτουργούν ως «πόδια» με τα οποία περπατά κατά μήκος του βυθού, ενώ τα κόκκινα χείλη χρησιμεύουν στην προσέλκυση συντρόφων.

Πηγές

https://www.britannica.com/

https://www.boredpanda.com/

http://www.walkthroughindia.com/

Φωτο – κείμενα από αντίστοιχα άρθρα στην wikipedia