Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (St. Gregory of Nazianzus)

στις

εξώφυλλο:  Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος_Αντρέι Ρουμπλιόφ (1408)

γράφει ο Ιωάννης Τζάνος πτυχ. Φιλοσοφικής Α.Π.Θ

Ο Άγιος Γρηγόριος καταγόταν από την Ναζιανζό (329-25 Ιανουαρίου 389) και είναι ευρέως γνωστός ως Γρηγόριος ο Θεολόγος, ή Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Υπήρξε ποιητής, ρήτορας και θεολόγος, έζησε – έδρασε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και χειροτονήθηκε επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Ως επίσκοπος, είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας τόσο στον Ελληνόφωνο όσο και Λατινόφωνο κόσμο κι ως εκ τούτου είναι γνωστός και ως «Τριαδικός Θεολόγος». Κατά την διάρκεια της επισκοπείας του ήλθε αντιμέτωπος με την αίρεση του Αρειανισμού που επικρατούσε τότε στον Ανατολικό Χριστιανικό κόσμο και μαζί με τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην Σύνοδο της Νίκαιας όπου υπερασπίστηκε με σθένος την Χριστιανική αντίληψη για τον Θεό.

Πολλά από τα θεολογικά του έργα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του Χριστιανικού δόγματος, το οποίο έχουν ενστερνιστεί και οι σύγχρονοι θεολόγοι, ειδικά σε ό,τι αφορά στην σχέση μεταξύ των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας (Πατήρ – Υιός – Άγιο Πνεύμα) H διακήρυξη των θεολογικών του αντιλήψεων (οι οποίες πολλές φορές αμφισβητήθηκαν) κατέστη δυνατή χάρη στο γεγονός ότι ο Γρηγόριος θεωρούνταν ευρέως ως ο πιο αξιόλογος ρήτορας της πατερικής εποχής.

Ως ομιλητής και φιλόσοφος που ακολουθεί τα κλασσικά πρότυπα, εμπλούτισε την πρώιμη εκκλησιαστική παράδοση με κλασσικότροπα σχήματα και προσεγγίσεις (με όρους ποίησης και ρητορικής) παράδειγμα που ακολούθησαν οι Βυζαντινοί θεολόγοι και οι κατέχοντες διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα και το οποίο ακολουθείται έως την σήμερον.

Ο Γρηγόριος τιμάται ως Άγιος τόσο στην Ανατολική όσο και την Δυτική Χριστιανική παράδοση. Στην Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία συγκαταλέγεται στους Εκκλησιαστικούς Διδασκάλους (Doctors of the Church – από το λατινικό ρήμα docere=διδάσκω) ενώ στην Ανατολική Ορθόδοξη και Καθολική Εκκλησία τιμάται ως ένας από τους Τρείς Ιεράρχες μαζί με τον Βασίλειο από την Καισαρεία και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Οι Τρεις Ιεράρχες από αριστερά στα δεξιά Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός

Μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης είναι ένας από τους τρεις Καππαδόκες Πατέρες της Εκκλησίας – πρόκειται για μια ομάδα αγίων οι κοινές αντιλήψεις των οποίων για τη θεολογία και την ευσέβεια υπήρξαν ζωτικής σημασίας για την διαμόρφωση της πρώιμης εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, με τους αγίους Ιωάννη τον Χρυσόστομο και Μέγα Βασίλειο αποτελούν τους τρείς Ιεράρχες – προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών.

Τα παιδικά-νεανικά του χρόνια και η εκπαίδευση

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό (ένα χωριό κοντά στη Ναζιανζό της νοτιοδυτικής Καππαδοκίας). Ο πατέρας του, Γρηγόριος ο πρεσβύτερος, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό το 325 (μέχρι τότε ήταν οπαδός της Εβραϊκής αίρεσης των Υψιστάριων) και σε αυτή του την μεταστροφή έπαιξε σημαντικό ρόλο η σύζυγος του Νόννα, ενώ το έτος 328/329 χειροτονήθηκε επίσκοπος στη Ναζιανζό.

Πορτρέτο του Ιουλιανού του Παραβάτη (Ιουλιανός ο Αποστάτης) σε χάλκινο νόμισμα από την Αντιοχεία, 360-363. Φωτο Κλασική Νομισματική Ομάδα

Καθώς οι γονείς του ήταν εύποροι γαιοκτήμονες, ο Γρηγόριος κατάφερε να λάβει εξαιρετική μόρφωση. Ο νέος τότε Γρηγόριος και ο αδελφός του, Καισάριος, μαθήτευσαν αρχικά κοντά στον θείο τους Αμφιλόχιο. O Γρηγόριος, καθώς είχε ιδιαίτερη έφεση στη ρητορική όντας παιδί ακόμα, πήγε να σπουδάσει ρητορική και φιλοσοφία στη Ναζιανζό, την Καισάρεια, την Αλεξάνδρεια και την Αθήνα. Στην Αθήνα συνήψε ιδιαίτερες σχέσεις με τον τότε συνομήλικό του Άγιο Βασίλειο από την Καισάρεια και γνώρισε τον Ιουλιανό, τον μελλοντικό Ρωμαίο Αυτοκράτορα, ο οποίος απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό και γι’ αυτό το λόγο του δόθηκε η επωνυμία «Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Αποστάτης».

Καθ’ όλη την διάρκεια των σπουδών του στην Ελληνική πρωτεύουσα (6 χρόνια), ο Γρηγόριος μαθήτευσε κοντά σε φημισμένους ρήτορες του καιρού του και ιδιαίτερα κοντά στον Ιμέριο (315-385 μ.Χ.) και τον Προαιρέσιο (276-368 μ.Χ). Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, δίδαξε και ο ίδιος ρητορική για ένα μικρό διάστημα στην Αθήνα.

Καθώς επέστρεφε στην Ελλάδα από την Αλεξάνδρεια, ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα που διήρκεσε μέρες ολόκληρες. Ο Άγιος Γρηγόριος, που ήταν ακόμα κατηχούμενος, φοβόταν ότι θα πέθαινε στη θάλασσα προτού εξαγνιστεί με τα νερά του Βαπτίσματος (δεν είχε βαπτιστεί ακόμα). Ο Άγιος έκειτο στην πρύμνη του καραβιού επί 20 είκοσι ολόκληρες ημέρες παρακαλώντας τον ελεήμονα Θεό να τον σώσει. Ορκίστηκε να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό και σώθηκε επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου.

Ιεροσύνη (Ιερατείο)

Μετά από συνεχή προσευχή, διαρκή συλλογισμό και συζητήσεις με φίλους του (κυρίως τον Βασίλειο από την Καισάρεια) αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα των Αγίου Αντωνίου και Αγίου Παχώμιου – απαρνήθηκε την εγκόσμια ζωή για να αφιερωθεί αποκλειστικά (ασκητικά) στον Χριστό. Αυτά τα σχέδια ανατράπηκαν με την επιστροφή  στο σπίτι του το 356, καθώς ο ηλικιωμένος πατέρας του ζήτησε να αναλάβει τα καθήκοντα του πρεσβυτέρου στη σύναξη της Ναζιανζού.

Ο νεαρός τότε Άγιος αγανάκτησε, καθώς ο πατέρας του τον πίεζε να διαλέξει ανάμεσα στις υπηρεσίες της ιεροσύνης και την μοναχική ζωή, γεγονός που ο ίδιος περιέγραψε ως «πράξη τυραννίας». Είχε «χωρισθεί» στα δύο…..από την μία οι επιθυμίες του κι από την άλλη η ευσέβεια του ως υιού προς τον πατέρα του. Φεύγοντας μετά από μερικές ημέρες, πήγε να συναντήσει τον φίλο του, Βασίλειο, στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, όπου οι δυο τους (κατά διαστήματα) έζησαν σαν ασκητές για πολλά χρόνια. Ο δυο πεπαιδευμένοι καλόγεροι ετοίμασαν αυτό το διάστημα μια έκδοση των έργων του Ωριγένη.

Σε ένα σωζόμενο γράμμα της ίδιας περιόδου (357-358 μ.Χ.), ο Γρηγόριος εξέφραζε την απογοήτευσή του στο Βασίλειο:

«… Δεν μπόρεσα να κρατήσω τον όρκο μου, το ομολογώ. Είχα υποσχεθεί τότε στην Αθήνα, κατά τον καιρό της φιλίας μας και της βαθιάς μας διασύνδεσης (δεν βρίσκω καλύτερη λέξη να το εκφράσω αυτό), να σε ακολουθήσω σε μια ζωή γεμάτη φιλοσοφία. Δεν μπόρεσα, όμως, να κρατήσω την υπόσχεσή μου και αυτό δεν έγινε με δική μου θέληση αλλά επειδή ένας νόμος είναι ανώτερος από κάποιον άλλο και εννοώ φυσικά το νόμο που επιτάσσει να τιμούμε τους γονείς μας, ο οποίος κατανικά το νόμο της φιλίας. Ωστόσο, δεν θα σε απογοητεύσω ολοκληρωτικά, εάν αποδεχτείς τη πρότασή μου: θα είμαι μαζί σου τον μισό χρόνο ενώ τον άλλο μισό θα είσαι εσύ μαζί μου, ώστε να περνάμε όλο το χρόνο μαζί και να είναι η φιλία μας επί ίσοις όροις. Έτσι ούτε οι γονείς μου θα είναι λυπημένοι κι εγώ θα είμαι μαζί σου….»

Παρά τις αμφιβολίες του, ο Γρηγόριος επέστρεψε στο πατρικό του το 361 όπου και χειροτονήθηκε παρά τη θέλησή του από τον πατέρα του. Υπηρετώντας το τοπικό θρησκευτικό περιβάλλον, ο ίδιος διαπίστωσε πως η τοπική Χριστιανική κοινότητα ήταν «σχισμένη στα δύο» από τις θεολογικές διαφορές και ο πατέρας του κατηγορήθηκε ως αιρετικός από του μοναχούς. Ο Γρηγόριος έβαλε τέλος στις διάφορες ρήξεις και χάρη στην διπλωματική του προσέγγιση, την οξυδέρκεια των θεολογικών του κηρυγμάτων και την ρητορική του δεινότητα κατάφερε σταδιακά να ενώσει τους Χριστιανούς.

Όσον αφορά στο θρησκευτικό-πολιτικό φάσμα, ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός έφερε ξανά στο προσκήνιο τις «παγανιστικές» θρησκευτικές πρακτικές και ζήτησε από τους εξόριστους επισκόπους να επιστρέψουν στις θέσεις τους, υποσκάπτοντας και προσβάλλοντας έτσι με έμμεσο τρόπο τη Χριστιανοσύνη. Αποκρινόμενος στην άρνηση της Χριστιανικής πίστης από μέρους του Αυτοκράτορα, ο Γρηγόριος συνέγραψε τις Ύβρεις κατά του Ιουλιανού μεταξύ του 362 και του 363, όπου μιλώντας υποτιμητικά για τα ήθη και τη νοημοσύνη του αυτοκράτορα, διατυπώνεται το αξίωμα ότι ο Χριστιανισμός θα υπερνικήσει τους ατελείς κυβερνήτες όπως ο Ιουλιανός έχοντας ως μέσο την αγάπη και την υπομονή. Αυτή η διαδικασία, όπως την περιέγραψε ο Γρηγόριος, γίνεται αντιληπτή ως μια δημόσια εκδήλωση της διαδικασίας της θέωσης, η οποία οδηγεί σε πνευματική ανύψωση και μυστική ένωση με το Θεό.

Συγκλονισμένος από τις διαπομπεύσεις των επικριτών του σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας, ο Ιουλιανός αποφάσισε να εκδιώξει με βίαιο τρόπο τον Γρηγόριο και άλλους Χριστιανούς στα τέλη του 362. Παρόλα αυτά ο αυτοκράτορας πέθανε τον επόμενο χρόνο κατά τη διάρκεια εκστρατείας κατά των Περσών κι ως εκ τούτου ο Γρηγόριος και οι Χριστιανοί των Ανατολικών εκκλησιών δεν φοβούνταν πλέον μήπως εκδιωχθούν, καθώς ο νέος αυτοκράτωρ Ιοβιανός ομολόγησε την πίστη του στο Χριστιανισμό.

Ευσέβιος Kαισαρείας_wikipedia

Ο Γρηγόριος αντιμαχόταν για αρκετά χρόνια την αίρεση του Αρειανισμού, η οποία απειλούσε να χωρίσει την Καππαδοκία στα δύο. Σε αυτό το έντονο κλίμα, ο Γρηγόριος ήρθε σε επαφή, εκ μέρους του φίλου του Βασίλειου, με τον επίσκοπο Καισαρείας, Ευσέβιο. Οι δύο σύντροφοι άρχισαν να διανύουν μία περίοδο στενής αδερφικής συνεργασίας καθώς έλαβαν μέρος σε ένα σπουδαίο ρητορικό διαγωνισμό που οργάνωσε η Ορθόδοξη εκκλησία της Καισαρείας εναντίον κάποιων επιδέξιων Αρειανών θεολόγων και ρητόρων. Στις δημόσιες διενέξεις που ακολούθησαν, υπό την εποπτεία των εκπροσώπων του αυτοκράτορα Ουάλη, ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος αναδείχθηκαν νικητές.

Αυτό το επιτυχές γεγονός επιβεβαίωσε πως το μέλλον και των δυο τους ήταν να αναλάβουν τη διοίκηση της εκκλησίας. Ο Βασίλειος, που ανέκαθεν ήθελε να ασχοληθεί με την επισκοπή, εκλέχτηκε επίσκοπος Καισαρείας και Καππαδοκίας το 370, ενώ ο Γρηγόριος, αντιμετώπισε το ενδεχόμενο της επισκοπείας με περισσότερη σύνεση.

Επίσκοπος στα Σάσιμα και στην Κωνσταντινούπολη

Λίγο αργότερα από τη χειροτονία του Βασιλείου ως επισκόπου, ο αυτοκράτωρ Ουάλης, όντας ανήσυχος από την επιρροή που ασκούσε ο άγιος, διαίρεσε το επισκοπάτο σε δυο επισκοπικές έδρες. Προκειμένου ο Βασίλειος να διατηρήσει την ισχύ της θέσης του, το 372 διόρισε τον Γρηγόριο ως Επίσκοπο Σασίμων (νέα επισκοπική έδρα). Οι φιλοδοξίες του πατέρα του να λάβει αξίωμα στην εκκλησιαστική ιεραρχία και η επιμονή του φίλου του Βασίλειου, έπεισαν τον Γρηγόριο να δεχτεί την πρόταση του Βασιλείου παρά τους όποιους ενδοιασμούς του.

Μαρμάρινη προτομή του Ουάλη_μουσείο Καπιτωλίου Ρώμη

Περιγράφοντας το νέο του επισκοπικό αξίωμα, έλεγε περίλυπος ότι δεν ήταν τίποτε άλλο από «μία άκρως φριχτή, στενόχωρη τρώγλη στερούμενη ύδατος, βλάστησης και συντροφιάς φίλων….αυτή ήταν η δική μου Εκκλησία στα Σάσιμα.» Κατέβαλε προσπάθεια να διοικήσει την επισκοπή του και εξέφραζε το παράπονό του στον Βασίλειο πως προτιμούσε να ζήσει μια στοχαστική ζωή. Στα τέλη του έτους 372 ο Γρηγόριος εγκατέλειψε το αξίωμά του καθώς ο ετοιμοθάνατος πατέρας του ζητούσε από εκείνον να διοικήσει την επισκοπή του στη Ναζιανζό. Μάλιστα, ο ίδιος σχολίασε την επιστροφή του στα πρότερα καθήκοντά του εκφωνώντας έναν λόγο στη συνάθροιση της ενορίας του:

«Τώρα, λοιπόν, δίνω τη συγκατάθεση μου στον πατέρα μου που με χρειάζεται να σταθώ στο πλευρό του και να μοιραστώ τις έγνοιες του, όπως ένα αετόπουλο που πετάει κοντά σε έναν δυνατό αετό πετούμενο ψηλά στον ουρανό. Κι από εδώ και στο εξής θα προσφέρω το φτερό μου στο Άγιο Πνεύμα για να με πάει όπου και όπως Αυτός βούλεται: δεν θα με εξαναγκάσει κανείς να βαδίσω κάποιο δρόμο παρά μόνο όποιον με συμβουλέψει Εκείνος, διότι είναι γλυκό να διαδέχεσαι τον πατέρα σου σε κάτι για το οποίο μόχθησε και αυτό το μονοπάτι είναι πιο οικείο από κάποιο άλλο άγνωστο….»

Η επιτακτική ανάγκη να πάρει τη θέση του πατέρα του στην εκκλησιαστική ιεραρχία είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι σχέσεις του με τον Βασίλειο, ο οποίος επέμενε ότι ο Γρηγόριος έπρεπε να επιστρέψει στην επισκοπή του στα Σάσιμα. O Γρηγόριος αποκρίθηκε με κάπως απότομο τρόπο ότι δεν επρόκειτο να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο της «μαριονέτας» για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του Βασιλείου.

Αυτό το ατυχές επεισόδιο οδήγησε σε ρήξη τους δύο φίλους, η οποία παρέμεινε αγεφύρωτη ως τον θάνατο του Βασιλείου το 379 μ.Χ. Ο Γρηγόριος εν συνεχεία έστρεψε όλη του την προσοχή στα νέα του καθήκοντα παρέχοντας τις υπηρεσίες του στη Ναζιανζό όπου εκφώνησε με τη μορφή κηρύγματος έναν από τους σπουδαιότερους επισκοπικούς του λόγους.

Μετά τον θάνατο των γονιών του το 374, ο ίδιος συνέχισε να διοικεί την επισκοπή της Ναζιανζού αλλά αρνήθηκε να επονομαστεί επίσκοπος. Δωρίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομιάς του στους φτωχούς, έζησε μια ασκητική ζωή αφοσιωμένος στο στοχασμό, στην ενασχόλησή του με τη θεολογία και στα εκκλησιάσματά του. Στα τέλη του 375 αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι στη Σελεύκεια, όπου έζησε τρία χρόνια. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 379, πεθαίνει ο φίλος του, ο Βασίλειος.

Παρόλο που η υγεία του Γρηγορίου δεν του επέτρεπε να παρευρεθεί στην νεκρώσιμο ακολουθία, έγραψε ένα γράμμα από καρδιάς θέλοντας να εκφράσει τα θερμά του συλλυπητήρια στον αδερφό του, Γρηγόριο Νύσσης, στο οποίο συμπεριέλαβε δώδεκα επιμνημόσυνα ποιήματα για να τιμήσει τη μνήμη του απολεσθέντος φίλου του.

Ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη

Μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα Ουάλη το 378, ανεβαίνει στο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Θεοδόσιος ο Α΄, ακλόνητος υποστηρικτής του ορθόδοξου Δόγματος της Νίκαιας, ο οποίος συνέδραμε στο να εξαγνιστεί η Κωνσταντινούπολη (κατ’ επέκταση ολόκληρος ο Χριστιανικός κόσμος) από τις αιρέσεις του Αρειανισμού και του Απολλιναρισμού. Μέσα σε αυτό το κλίμα στήριξης από μέρους του Θεοδοσίου, οι εξόριστοι κάτοικοι της Νίκαιας επέστρεψαν σταδιακά στη πόλη. Ο Βασίλειος, όντας στο νεκροκρέβατό του, υπενθύμισε τις ικανότητες του Γρηγορίου και τον πρότεινε για να προασπίσει το Τριαδικό Δόγμα στην Κωνσταντινούπολη.

Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Ι σε σύγχρονο αργυρό δίσκο (Βασιλική Ακαδημία Επιστημών, Μαδρίτη)

Το 379, η σύνοδος της Αντιοχείας και ο αρχιεπίσκοπος Μελέτιος, ζήτησαν από το Γρηγόριο να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και να ηγηθεί μιας θεολογικής εκστρατείας ώστε να πείσει την πόλη να πιστέψει στο Ορθόδοξο Δόγμα της Νίκαιας, ο οποίος ενώ αρχικά δίστασε, τελικά αποδέχτηκε την πρόταση. Η εξαδέλφη του Θεοδοσία, του προσέφερε μια έπαυλη για τη διαμονή του, την οποία ο Γρηγόριος μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετέτρεψε σε εκκλησία δίνοντας το όνομα Αναστασία, «μια σκηνή ( ένας τόπος) για την ανάσταση της πίστης». Σε αυτό το μικρό παρεκκλήσιο εκφώνησε πέντε λόγους (ομιλίες) υπερασπιζόμενος το Δόγμα της Νίκαιας, επεξηγώντας τη φύση της Αγίας Τριάδας. Καθώς ο Ευνόμιος αρνείται την θεία φύση του Αγίου Πνεύματος, ο Γρηγόριος επιχειρηματολογεί υπέρ αυτής θέλοντας να αντικρούσει την πεποίθησή του:

«…Προσέξτε αυτά τα γεγονότα: ο Χριστός γεννιέται, το Άγιο Πνεύμα είναι ο πρόδρομος του. Ο Χριστός βαπτίζεται, το Άγιο Πνεύμα φέρει τη μαρτυρία αυτού. Ο Χριστός κάνει θαύματα, το Άγιο Πνεύμα τα συνοδεύει. O Χριστός σταυρώνεται, το Άγιο Πνεύμα παίρνει τη θέση του. Τι σπουδαία πράγματα έχει στο νου του να κάνει ο Θεός που να είναι αδύνατα γι’ Αυτόν; Ποιοι τίτλοι αποδίδονται στο Θεό που να μην αποδίδονται και σε αυτόν, πέραν του Αγέννητου και του Γεννημένου; Ριγώ όταν σκέπτομαι τι πληθώρα χαρακτηρισμών υπάρχει καθώς και πόσα Ονόματα βλασφημούν τα στόματα εκείνων που εξεγείρονται ενάντια στο Άγιο Πνεύμα…»

Οι ομιλίες του Γρηγορίου γινόταν αμέσως αντιληπτές και προσέλκυαν όλο και περισσότερο κόσμο στο παρεκκλήσι. Οι εχθροί του όταν αντιλήφθηκαν πόσο δημοφιλής είχε γίνει, αποφάσισαν να κινηθούν εναντίον του. Κατά την ολονυκτία του Πάσχα το 379, οι οπαδοί του Αρειανισμού εισέβαλαν στην εκκλησία κατά την διάρκεια της λειτουργίας, τραυματίζοντας τον Γρηγόριο και σκοτώνοντας έναν άλλο επίσκοπο. Καθώς δραπέτευσε από τον όχλο αμέσως κατάλαβε ότι τον πρόδωσε ο πρώην φίλος του, ο φιλόσοφος Μάξιμος ο Κυνικός.

Ο Μάξιμος, που είχε συνάψει μυστική συμμαχία με τον Πέτρο Επίσκοπο Αλεξανδρείας, επινόησε αυτό το επεισόδιο προκειμένου να πάρει τη θέση του Γρηγορίου και να χειροτονηθεί ο ίδιος Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Τρομαγμένος καθώς ήταν, αποφάσισε να εγκαταλείψει την θέση του, αλλά ο λαός που πίστευε σε αυτόν τον έπεισε να παραμείνει και εκδίωξε τον Μάξιμο. Έτι περισσότερο τον έκανε να ντραπεί και ο χαρακτηρισμός που του απέδωσαν ορισμένοι «ως αφελή επίσκοπο της επαρχίας, ανίκανο να τα βγάλει πέρα με τις διάφορες ίντριγκες που λαμβάνουν χώρα στην Πρωτεύουσα».

Οι σχέσεις στην Κωνσταντινούπολη παρέμεναν τεταμένες, καθώς η θέση του Γρηγορίου ήταν ακόμη ανεπίσημη και οι ιερείς του Αρειανισμού κατέλαβαν πολλές σημαντικές εκκλησίες. Ευτυχώς για τον γερασμένο κληρικό, αυτή η διαμάχη έλαβε επίσημα τέλος υπέρ του με την άφιξη του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου το 380. Ο Αυτοκράτορας, αποφασισμένος να εξαλείψει τον Αρειανισμό, εκδίωξε τον Επίσκοπο Δημόφιλο και όρισε τον Γρηγόριο Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

H Β΄ Οικουμενική Σύνοδος (Second Ecumenical Council)

Καθώς παρέμενε ανικανοποίητος από τις τμηματικές μεταρρυθμίσεις, ο Θεοδόσιος θέλησε να ενώσει ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω της Ορθοδοξίας και αποφάσισε να συγκαλέσει εκκλησιαστική σύνοδο για να επιλύσουν θέματα που σχετίζονται με την πίστη και την πειθαρχία. Ο Γρηγόριος συναίνεσε σ’ αυτό επιθυμώντας την ένωση όλου του Χριστιανικού κόσμου.

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος της Κων/πολης, τοιχογραφία του 18ου αιώνα στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι

Την άνοιξη του 381, ο Αυτοκράτωρ συνεκάλεσε τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία είχαν παρευρεθεί 150 επίσκοποι της Ανατολής. Μετά τον Επίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο (ο οποίος πέθανε), επελέγη ο Γρηγόριος να ηγηθεί της Συνόδου. Ελπίζοντας στην συμφιλίωση Δύσης – Ανατολής, πρότεινε την αναγνώριση του Παυλίνου ως Πατριάρχη Αντιοχείας. Οι Αιγύπτιοι και οι Μακεδόνες επίσκοποι που υποστήριζαν τις κινήσεις του Μαξίμου, έφθασαν αργά στη σύνοδο και αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Γρηγόριο ως επικεφαλής της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, υποστηρίζοντας πως η μετάθεσή του από την επισκοπική έδρα των Σασίμων έγινε με νόθο τρόπο.

Ο Γρηγόριος ήταν ανήσυχος καθώς έβλεπε ότι άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη του Αυτοκράτορα και των επισκόπων και προκειμένου να δυσχεράνει την κατάσταση, αποφάσισε να παραιτηθεί «Αφήστε με να είμαι σαν τον Προφήτη Ιωνά! Ήμουν υπεύθυνος για την καταιγίδα αλλά θα θυσιαστώ για τη σωτηρία του πληρώματος. Πιάστε με λοιπόν και πετάξτε με…..η ενθρόνισή μου με άφηνε αδιάφορο, γι’ αυτό ευχαρίστως θα εγκατέλειπα το θρόνο μου…»

Το συμβούλιο εξεπλάγη από την ξαφνική παραίτηση και ο ίδιος λίγο αργότερα, εκφώνησε έναν δραματικό λόγο μπροστά στον Θεοδόσιο ζητώντας να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του. Ο Αυτοκράτορας συγκινημένος από τα λόγια του, χειροκρότησε, τον επαίνεσε για το μόχθο του και δέχτηκε την παραίτησή του. Η σύνοδος του ζήτησε να παρευρεθεί εκεί ακόμη μια φορά για μια αποχαιρετιστήρια λειτουργία/τελετή και να εκφωνήσει έναν τελευταίο πανηγυρικό λόγο, τον οποίο και εκφώνησε και έπειτα αναχώρησε.

Ανάπαυση στην Αριανζό

Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο Γρηγόριος έγινε και πάλι επίσκοπος της Ναζιανζού. Τα χρόνια που ακολούθησαν τον ήθελαν να μάχεται διαρκώς τους ντόπιους οπαδούς της αίρεσης του Αππολινάριου και να παλεύει με την αρρώστια του. Εδώ ξεκίνησε να συγγράφει και το έργο του «De vita sua (Εἰς τὸν ἑαυτοῦ βίον)» ένα αυτοβιογραφικό ποίημα, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τον τίτλο. Ήδη από τα τέλη του 383, ένιωθε αδύναμος να ανταπεξέλθει στα επισκοπικά του καθήκοντα λόγω προβλημάτων υγείας. Ως εκ τούτου, ο Γρηγόριος παραχώρησε τη θέση του στον Ευλάλιο (τον αγαπημένο του ξάδερφο) και αποσύρθηκε στη μοναξιά του στην Αριανζό, όπου διέμενε σε μία μικρή αγροικία με ό,τι είχε μείνει από την περιουσία των γονιών του.

Μετά από 5 χρόνια γαλήνης και ανάπαυσης καθώς και διαρκούς προσευχής και συγγραφής ποιημάτων, απεβίωσε στις 25 Ιανουαρίου του 389. Μερικοί από τους στοχασμούς του κατά την περίοδο των γηρατειών του είναι καταγεγραμμένοι σε ένα σωζόμενο ποίημα, στο οποίο ο τόνος της νοσταλγικής ματαιότητας αντηχεί στον Εκκλησιαστή:

Που να απιθώσω αυτό το σώμα; Τι θα δώσει ένα τέλος στη δυστυχία μου;

Ποιο απαλό χώμα και ποιος φιλόξενος τάφος θα με υποδεχτεί;

Ποιος, τέλος, θα απλώσει το χέρι του για να μου κλείσει τα μάτια;

Κάποιος Άγιος, αφοσιωμένος στον Σωτήρα;

Ή κάποιος από αυτούς που δεν γνωρίζουν την ύπαρξή Του;

O αέρας περνά και σκορπίζει αυτά τα λόγια.

Καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του ήρθε αντιμέτωπος με κάποιες ακραίες επιλογές. Έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα ενός ρήτορα ή ενός φιλοσόφου; Η μοναστική ζωή ήταν καταλληλότερη από τον δημόσιο βίο; Ήταν ορθότερο να χαράξει τη δική του πορεία ή να ακολουθήσει αυτά για τα οποία τον προόριζαν ο πατέρας του και ο Βασίλειος;

Τα γραπτά του σκιαγραφούν τις εσωτερικές συγκρούσεις που τον βασάνιζαν και τον παρακινούσαν. Οι βιογράφοι του, μάλιστα, παρατηρούν πως είναι ακριβώς αυτή η διαλεκτική, η διττότητα των επιλογών του που τον καθόρισε, σφυρηλάτησε τον χαρακτήρα του και ενέπνευσε την διαρκή αναζήτηση του ουσιαστικού νοήματος της ζωής και της αληθείας.

Θεολογικά και άλλα έργα

Οι σημαντικότερες συνεισφορές του Γρηγορίου από θεολογική άποψη έγκεινται στην υπεράσπιση του Δόγματος της Νίκαιας για την Αγία Τριάδα. Εν αντιθέσει με τις αιρέσεις του Αρειανισμού και του Αππολινάριου (κραταιές τον καιρό του Γρηγορίου) υποστήριζε με ζήλο ότι ο Χριστός όταν εξανθρωπίστηκε δεν έπαψε να είναι και Θεός, ούτε απώλεσε τα θεϊκά του γνωρίσματα όταν έλαβε ανθρώπινη μορφή. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος υποστήριζε πως ο Χριστός ήταν ολοκληρωτικά ανθρώπινος και είχε μια εξ’ ολοκλήρου ανθρώπινη ψυχή, καθώς αυτό ήταν ουσιαστικό για την λύτρωση της ανθρωπότητας.

Α’ Οικουμενική_Σύνοδος στην Νίκαια 

Διακήρυξε, τέλος, την αέναη ζωτικότητα του Αγίου Πνεύματος, λέγοντας πως οι ενέργειες του Αγίου Πνεύματος ήταν τρόπον τινά κρυμμένες στην Παλαιά Διαθήκη αλλά αποσαφηνίστηκαν μετά την Ανάληψη του Χριστού στους Ουρανούς και την Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στη εορτή της Πεντηκοστής.

Ωστόσο, τα έργα που πραγματεύονται το Άγιο Πνεύμα αποτελούν μόλις το 1/3 των Θεολογικών Λόγων του και μνημονεύεται κυρίως για την συνεισφορά του στο πεδίο της πνευματολογίας (κλάδος της θεολογίας που διερευνά τη φύση του Αγίου Πνεύματος). Σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, ο Γρηγόριος είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «ακολουθία» για να περιγράψει την σχέση Αγίου Πνεύματος και Θεού: «Το Άγιο Πνεύμα είναι πράγματι πνεύμα, εκπορευόμενο από τον Πατέρα αλλά όχι και από τον Υιό, καθώς δεν είναι θέμα γένεσης αλλά ακολουθίας, εφόσον πρέπει να εφεύρω μία λέξη που να λειτουργεί αποσαφηνιστικά…»

Εκτός από τις επιβλητικές θεολογικές ομιλίες του, ο Γρηγόριος συχνά μνημονεύεται ως ένας από τους σημαντικότερους Χριστιανούς ρήτορες και «άνθρωπος των γραμμάτων» του οποίου οι επιστολές, οι ομιλίες και η ποίηση εξακολουθούν να είναι αντικείμενα θαυμασμού χάρη στην βαθιά στοχαστικότητα και διορατικότητά τους.

Επιρροή

Ο μεγαλύτερος ανιψιός του Γρηγορίου, Νικόβουλος, συγκέντρωσε και εξέδωσε πολλά από τα έργα του. O Ευλάλιος (Επίσκοπος Ναζιανζού και εξάδελφος του Γρηγορίου) εξέδωσε επίσης κάποια αξιοσημείωτα έργα του Γρηγορίου το 391. Καθώς η έννοια του βαθέος θεολογικού νοήματος άρχισε να διαδίδεται, τα έργα του άρχισαν να μεταφράζονται το 400 μ.Χ στα Λατινικά, χάρη στην συμβολή του Τυράννιου Ρουφίνου ή Ρουφίνου της Ακυληίας (Λατίνου μοναχού, ιστορικού και θεολόγου).

Καθώς η πλειονότητα των Χριστιανών μπορούσε να κατανοήσει τα έργα του, αυτά άσκησαν σημαντική επιρροή στην δογματική και θεολογική σκέψη (τόσο στην Ανατολή όσο και την Δύση). Το 431 η Σύνοδος της Εφέσου έκρινε τους λόγους (τα έργα) του Γρηγορίου ως έγκυρους και το 451 η Σύνοδος της Χαλκηδόνας του απέδωσε την επωνυμία Θεολόγος – τίτλος που προγενέστερα είχε δοθεί στον Απόστολο Ιωάννη. Παρά το γεγονός πως η επιρροή που άσκησε δεν είχε τον ίδιο αντίκτυπο στην Μεσαιωνική Ευρώπη που κυριαρχούσε ο Καθολικισμός, οι Ορθόδοξοι θεολόγοι της Ανατολής τον μνημονεύουν διαρκώς, καθώς τον θεωρούν ένθερμο υπερασπιστή της Χριστιανικής πίστης.

Όπως προαναφέρθηκε, η πιο αξιόλογη συνεισφορά του την οποία αναγνώρισε σύσσωμος ο Χριστιανικός κόσμος, ήταν η ανάπτυξη και διάδοση της Τριαδικής Θεολογίας. Ο Paul Tillich, ένας διεθνώς αναγνωρισμένος θεολόγος του 20ου αιώνα, αποδίδει στον Γρηγόριο την «δημιουργία του οριστικού προτύπου του δόγματος της Αγίας Τριάδας».

Λείψανα

Μετά τον θάνατο του, ο Άγιος Γρηγόριος ετάφη στην Ναζιανζό. Λόγω του μεγάλου κύρους που απέκτησε κατά τους πρώιμους Χριστιανικούς αιώνες, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 950 μ.Χ. όπου φυλάττονταν στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν η τελευταία μεταθανάτια «περιπλάνηση» του Αγίου, καθώς ένα μεγάλο μέρος των λειψάνων εκλάπη από τους Σταυροφόρους κατά την διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας το 1204.

Όταν οι Σταυροφόροι επέστρεψαν στην Δύση, τα λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη, όπου και φυλάσσονται τα τελευταία 800 χρόνια. Τον Νοέμβριο του 2004, τα λείψανα του Αγίου (μαζί με εκείνα του Ιωάννη του Χρυσόστομου) επεστράφησαν την Κωνσταντινούπολη μετά από έγκριση του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ ενώ το Βατικανό κράτησε ένα μικρό μέρος αυτών. Σήμερα, βρίσκονται, σε τιμητική θέση ως τους αρμόζει, στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.

Πηγές

http://www.newworldencyclopedia.org/entry/Gregory_of_Nazianzus

https://oca.org/saints/lives/2014/01/25/100298-st-gregory-the-theologian-the-archbishop-of-constantinople

Advertisements