Παῖς κλέπτης καὶ μήτηρ

στις

Στο εξώφυλλο «Πορτραίτο του Αισώπου» Velazquez_μουσείο Prado_1639_wikipedia

Παρακάτω παρατίθεται στην νεοελληνική και αρχαία, ένας από τους διδακτικότερους μύθους του Αισώπου.

Κάποτε ένα μικρό παιδί έκλεψε στο σχολείο τον άβακα (πλάκα γραφής) ενός άλλου παιδιού και το μεσημέρι όταν γύρισε σπίτι, τον έδειξε στην μητέρα του.

– Πού τον βρήκες; Ρώτησε εκείνη.

– Στο σχολείο, αποκρίθηκε το παιδί.

– Σε ποιο μέρος του σχολείου;

– Τον είχε αφήσει ένα άλλο παιδί και εγώ τον πήρα χωρίς να το καταλάβει.

– Μπράβο! Είπε η μητέρα ενθουσιασμένη. Φαίνεσαι έξυπνος. Διότι πίστευε πως ήταν εξυπνάδα που πήρε τον ξένο άβακα χωρίς να το καταλάβει ο συμμαθητής του.

Ύστερα από λίγο καιρό έφερε στο σπίτι του ένα παιδικό πανωφόρι .

– Πού το βρήκες; Ρώτησε η μητέρα.

– Στο σχολείο, απήντησε το παιδί.

– Σε κατάλαβαν που το πήρες;

– Όχι. Το έκρυψα κάτω από το δικό μου και προσποιήθηκα πως ψάχνω να το βρω, μαζί με τα άλλα παιδιά.

Η μητέρα ικανοποιήθηκε πολύ που το παιδί της σκέφτηκε τέτοια πανουργία, να κλέψει το πανωφόρι, να το φορέσει κάτω από το δικό του και να κάνει τάχα πως το ψάχνει μαζί με τ’ άλλα παιδιά.

«Το παιδί μου είναι πολύ έξυπνο και θα προκόψει στη ζωή!», έλεγε μέσα της.

Ήταν ενθουσιασμένη που είχε τόσο έξυπνο παιδί και ο ενθουσιασμός, όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε περισσότερο, διότι ο γιος της έφερνε στο σπίτι όλο και περισσότερα κλεμμένα πράγματα.

Το παιδί μεγάλωσε, έγινε άντρας και εξελίχθηκε στον ικανότερο κλέφτη της περιοχής.

Κάποτε, όμως, τον έπιασαν, την ώρα που λήστευε ένα σπίτι, τον δίκασαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού.

Την ώρα που τον έσερναν δεμένο προς τον δήμιο, η μητέρα του έτρεχε πίσω από τη συνοδεία κι έκλαιγε, χτυπώντας το στήθος της με απελπισία.

– Γιε μου πού σε πάνε; Γιε μου! Πού σε πάνε; Φώναζε απελπισμένα.

Τότε ο κατάδικος σταμάτησε και παρακάλεσε εκείνους που τον μετέφεραν να του επιτρέψουν να πει κάτι κρυφά στη μητέρα του.

Εκείνοι δέχτηκαν, αφού του απέμεναν ελάχιστα λεπτά ζωής.

Τότε ο κατάδικος έσκυψε, τάχα να πει κάτι στ’ αφτί της μητέρας του και της το ξερίζωσε με τα δόντια του!

– Δεν ντρέπεσαι, καταραμένο παιδί! Φώναξε εκείνη, ουρλιάζοντας από τους πόνους. Δεν σου φτάνουν τόσα εγκλήματα που έκανες, φέρνεσαι έτσι και στη μητέρα που σε γέννησε;

– Εσύ φταις για το κατάντημά μου, της αποκρίθηκε ο κατάδικος. Αν με μάλωνες όταν έκλεψα για πρώτη φορά εκείνη την πλάκα, σήμερα δεν θα με πήγαιναν να μου κόψουν το κεφάλι.

Αρχαίο κείμενο:

(Παῖς φέρει δέλτον κλέψας τοῦ διδασκάλου καὶ [τῇ] μητρὶ φέρει ταύτην μετ᾿ εὐφροσύνης. Ἡ δὲ λαμβάνει ταύτην σὺν χαρμοσύνῃ. Ἐν δευτέρῳ δὲ χρόνῳ ἐσθῆτα κλέπτει, καὶ τοῦτο πράττων ὁ παῖς συχνάκις ἄγει. Ὡς γοῦν ηὔξανεν ὁ νεανίας ἔτει, γηράσας ποτὲ τῷ χρόνῳ μείζω κλέπτει. Ἀλλ᾿ ὀψέ ποτε ληφθεὶς ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ ἄγεται κριθεὶς πρὸς φόνον, φεῦ τῆς τέχνης. Ἀλλ᾿ ὀπίσωθεν [αὐτοῦ] ἡ μήτηρ ἱσταμένη [καὶ] κλαίουσα ἐβόα· Τί πέπονθας τοῦτο, [ἐμὸν] ὦ τέκνον; Ὁ δ᾿ ἔφησε πρὸς τὴν μητέρα· Ἔγγισον δή μοι καὶ δὸς ἀσπασμόν, μῆτερ, τὸν τελευταῖον. Ἡ δ᾿ ἐλθοῦσα πλησίον τούτου, ἔδακεν εὐθὺς τὴν ῥίνα ταύτης, καὶ δακὼν ἀπέκοψεν εἰς τέλος, λόγον εἰπὼν τοιόνδε ταύτῃ· Εἰ γὰρ σύ, μῆτερ, τὸ πρῶτον ἐτύπτησάς με, ὅτε δέλτον σοι ἔφερον, οὐκ ἂν φόνῳ παρεδόθην.

Οὗτος ὁ μῦθος λέγει· Δεῖ τοὺς φρονίμους τὰς ῥίζας ἐκκόπτειν τῶν σφαλμάτων· ἤγουν τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων καὶ τῶν ἄλλων κακῶν, ὅπως τῆς ῥίζης κοπείσης οἱ κλάδοι ξηρανθῶσιν.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s