Όμηρος (περ. 800 – 701 π.Χ.)

στις

εξώφυλλο: Φωτογραφία μαρμάρινης προτομής του Ομήρου στο Βρετανικό Μουσείο. Ρωμαϊκό αντίγραφο χαμένου Ελληνιστικού πρωτοτύπου του 2ου αι. π.Χ. στις Βάιες/Baiae, Ιταλίας. Ο λεγόμενος Ελληνιστικός τυφλός τύπος μπορεί να παραλληλιστεί με τις μορφές του Βωμού της Περγάμου και το πρωτότυπο ίσως δημιουργήθηκε για τη μεγάλη βιβλιοθήκη της Περγάμου. British Museum / Public domain

μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Ο Όμηρος είναι ίσως ο μεγαλύτερος επικός ποιητής της κλασικής εποχής. Συνέθεσε (δεν συνέγραψε, αφού τα ποιήματα αρχικά διαδόθηκαν προφορικά και γράφτηκαν αργότερα) δύο μεγάλα έργα, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ενώ του αποδίδονται και άλλα, τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση. Μαζί με τον Ησίοδο, υπήρξε πηγή πληροφοριών για το πάνθεο των αρχαίων Ελλήνων, ενώ είναι ο πρώτος ποιητής του δυτικού πολιτισμού του οποίου τα έργα διασώθηκαν άθικτα.

Λεπτομέρεια από νωπογραφία (ζωγραφισμένη 1509–1510) του Ραφαήλ, που απεικονίζει τον Όμηρο δαφνοστεφανωμένο, με τον Δάντη Αλιγκέρι δεξιά του και τον Βιργίλιο αριστερά του. Raphael / Public domain

Βίος

Εκτιμάται ότι καταγόταν από την Ιωνία και σύμφωνα με το θρύλο τον διεκδικούν επτά πόλεις, η Σμύρνη, η Χίος, η Κύμη, ο Κολοφών, η Πύλος, το Άργος και η Αθήνα. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και αργότερα πήρε το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός (αρχαία Ελληνικά ως μη ορών) είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις Ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά όταν συμμετείχε σε ένα διαγωνισμό στη Χαλκίδα βραβεύτηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος.

Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στον Όμηρο αποδόθηκαν και άλλα έπη του Τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν κουτό ήρωα, τον Μαργίτη όπως και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).

Οι σύγχρονοι ερευνητές και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος είναι υπαρκτό πρόσωπο, τοποθετούν τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρούν ότι ήταν Ίωνας ραψωδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα περί το 750 π.Χ. και την Οδύσσεια περί το 710 π.Χ.

Σε αντίθεση με τον Ησίοδο, ο οποίος στα έργα του αναφέρει προσωπικά στοιχεία για την οικογένεια και τον βίο του, δεν ισχύει το ίδιο με τον Όμηρο και καθώς η συγγραφή θεωρείται ότι έχει ξεκινήσει περί το 700 π.Χ., δεν υπάρχει γι’ αυτόν κάποια πηγή, παρά μόνο διάφορες Ελληνιστικές και Ρωμαϊκές βιογραφίες (διαγωνισμός Ομήρου και Ησιόδου). Επειδή η διάλεκτος των έργων του Ομήρου αποτελείται από μια αρχαϊκή μορφή Ιωνικής διαλέκτου και στην Ιλιάδα υπάρχει εξοικείωση με τη γεωγραφία της Μικράς Ασίας, διαφαίνεται κάποιο στοιχείο αλήθειας όσον αφορά στους ισχυρισμούς ότι γενέτειρά του ήταν η Σμύρνη, η Χίος ή η Ίος.

Η γενική πεποίθηση ότι ο Όμηρος ήταν Ίωνας φαίνεται λογική διότι τα ποιήματα είναι γραμμένα κυρίως σε Ιωνική διάλεκτο. Παρόλο που Σμύρνη και η Χίος άρχισαν να ανταγωνίζονται για την καταγωγή (ο ποιητής Πίνδαρος, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, συνέδεσε τον Όμηρο με τις δύο πόλεις) και ακολούθησαν άλλες πουθενά δεν υπήρξε κάποια αυθεντική τοπική ανάμνηση για κάποιον άνθρωπο που είτε ήταν είτε δεν ήταν αοιδός, πρέπει, ωστόσο, να υπήρξε διάσημος στην εποχή του. Η έλλειψη πραγματικών περιστατικών προβλημάτιζε, αλλά δεν απέτρεψε τους Έλληνες, οι μυθιστορίες που είχαν ξεκινήσει ακόμα και πριν τον 5ο αιώνα π.Χ. αναπτύχθηκαν κατά την Αλεξανδρινή εποχή (3ο και 2ο αιώνα π.Χ.) σε φανταστικές ψευδο βιογραφίες οι οποίες εξελίχθηκαν από λόγιους της Ρωμαϊκής περιόδου. Η εκτενέστερη που έχει διασωθεί θεωρείται ότι προέρχεται από τον Ηρόδοτο, κάτι το οποίο είναι τελείως ανυπόστατο.

Χάρτης της Ελλάδας σύμφωνα με την Ιλιάδα Pinpin (talk · contribs) / CC BY-SA

Ιλιάδα

Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 εξάμετρους (γραμμές στίχου) και χωρίζεται σε 24 ραψωδίες που αντιστοιχούν σε κάθε κεφαλαίο γράμμα του Ελληνικού αλφαβήτου από το Άλφα έως το Ωμέγα, σύστημα που υπήρχε ήδη από την εποχή του Ηροδότου. Η Ιλιάδα ανιχνεύει τον θυμό του Αχιλλέα  και διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του δέκατου και τελευταίου έτους του Τρωικού Πολέμου. Το έπος πήρε το όνομά του από την πόλη της Τροίας, η οποία είναι επίσης γνωστή ως Ίλιον.

Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος = Ψάλλε θεά, τον τρομερόν θυμόν του Αχιλλέως Ιλιάδα ραψωδία Α στίχος 1

Τα κυριότερα σημεία περιλαμβάνουν τον μακρύ κατάλογο των πλοίων των Ελληνικών δυνάμεων, τον θάνατο του Σαρπηδόνα και την μεταφορά του από τους δίδυμους Ύπνο και Θάνατο, την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, τη συμφιλίωση μεταξύ Αχιλλέα και Πριάμου, ίσως μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές στη δυτική λογοτεχνία και αρκετές μονομαχίες ηρώων, με γνωστότερη τη μάχη μεταξύ Αχιλλέα και Έκτορα. Σε όλα τα γεγονότα η παρέμβαση των θεών, ειδικά της Αθηνάς από την πλευρά των Ελλήνων και του Απόλλωνα για τους Τρώες, είναι καθοριστική για την έκβαση του πολέμου.

Παγκόσμιος χάρτης στην Ομηρική εποχή. Unknown author / Public domain

Οδύσσεια

Η Οδύσσεια αποτελείται από 12.109 εξάμετρους και διαιρείται όπως η Ιλιάδα σε 24 ραψωδίες (αντιστοιχία με τα μικρά γράμματα του αλφαβήτου). Ενώ στην Ιλιάδα κυρίαρχα θέματα ήταν ο πόλεμος και ο θυμός, η Οδύσσεια διαδραματίζεται μετά τον Τρωικό πόλεμο και τη νίκη των Αχαιών και αφορά στον νόστο (το ταξίδι) του Οδυσσέα και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κατά την επιστροφή από την Τροία στην πατρίδα, λόγω θεϊκών παρεμβάσεων, κυρίως του Ποσειδώνα. Σημαντικότερα συμβάντα είναι οι διαβόητες συναντήσεις του Οδυσσέα με τις Σειρήνες, τον Κύκλωπα Πολύφημο και η δολοφονία των μνηστήρων της συζύγου του Πηνελόπης κατά την επιστροφή του στον Ιθάκη.

Δομή των Ομηρικών επών

Ο Όμηρος πρέπει να αποφάσισε ότι έπρεπε να επεξεργαστεί το υλικό του όχι μόνον ποιοτικά, αλλά και ως προς την έκταση και την συνθετότητα της πλοκής. Κάθε προφορική ποίηση είναι στην ουσία δημιούργημα προσθετικής διαδικασίας. Ο στίχος δημιουργείται προσθέτοντας την μία φράση στην άλλη, προσθέτοντας τον έναν στίχο στον άλλο. Το σύνολο της πλοκής ενός άσματος συντίθεται με την προοδευτική συσσώρευση ελασσόνων μοτίβων και μειζόνων θεμάτων, από τις απλές ιδέες όπως «η αναχώρηση του ήρωα» ή «ο ήρωας απευθύνεται στον εχθρό του» και τις τυπικές σκηνές (όπως οι συναθροίσεις ανθρώπων ή θεών) ως σύνθετα, αλλά τυποποιημένα θεματικά σύνολα (όπως τα επεισόδια αναγνώρισης ή συμφιλίωσης). Φαίνεται ότι ο Όμηρος επεξέτεινε αυτή την προσθετική διαδικασία σε νέες περιοχές της ποίησης και της αφήγησης. Ως προς αυτό το σημείο, αλλά και ως προς άλλες απόψεις (όπως λόγου χάρη στην ποιητική του έκφραση) εφάρμοζε το δικό του ατομικό όραμα στο γόνιμο υλικό της εκτεταμένης και πασίγνωστης παράδοσης.

Το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο σύνθετο απ’ ότι σε ένα κανονικό παραδοσιακό ποίημα. Για να καταλάβει κανείς την καταγωγή και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της Ιλιάδας και της Οδύσσειας πρέπει να προσπαθήσει να εντοπίσει όχι μόνον τα ιδιαίτερα στοιχεία της Προομηρικής παράδοσης, αλλά και την πιθανή συμβολή του ίδιου του Ομήρου είτε αυτή διακρίνεται από το γεγονός ότι βασίζεται στην μνημειακότητα, είτε από τις φανερές καινοτομίες της ως προς την παράδοση συνολικά είτε από άλλα στοιχεία. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν στο μέτρο του δυνατού τα στοιχεία της γλώσσας και των διαλέκτων, όπως λόγου χάρη τα κατάλοιπα της Μυκηναϊκής γλώσσας ή λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στις Αιολικές πόλεις της δυτικής Μικρασιατικής ακτής ή τύποι της Αθηναϊκής διαλέκτου οι οποίοι εισήχθησαν στα έπη μετά την εποχή του Ομήρου.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί με τις ειδικές αναφορές σε θέματα οπλισμού, ενδυμασιών, κατοικιών, ταφικών εθίμων, πολιτικής γεωγραφίας και ούτω καθεξής, τα οποία μπορεί να τοποθετούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ή στην περίοδο κατά την οποία έδρασε ο Όμηρος- τουλάχιστον πρέπει να χρονολογηθούν ως σχετικά πρώιμα ή όψιμα μέσα στο σύνολο της ποιητικής παράδοσης μέχρι τον Όμηρο.

Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο British Museum / Public domain

Το Ομηρικό ζήτημα

Ανέκαθεν υπήρχαν συζητήσεις όσον αφορά στο γεγονός τα δύο έπη να γράφτηκαν ή όχι από το ίδιο πρόσωπο και οι αρχαίοι αποκαλούσαν «Χωρίζοντες» αυτούς που το υποστήριζαν, ένας χαρακτηρισμός που
δόθηκε σε αρχαίους Αλεξανδρινούς κριτικούς με γνωστότερους τους γραμματικούς Ξένωνα και Ελλάνικο που πίστευαν ότι Ιλιάδα και Οδύσσεια προέρχονταν από διαφορετικούς ποιητές. Ορισμένοι αμφιβάλλουν ακόμη και αν πίσω από αυτά τα έργα βρισκόταν ένα άτομο και αυτό οδηγεί στο Ομηρικό Ζήτημα, την άποψη δηλαδή ότι τα ποιήματα είναι μια συλλογή αποσπασμάτων που ενσωματώθηκαν σε μία ιστορία, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει ασυνέπειες στην αφήγηση και τη χρησιμοποιούμενη φραστική γλώσσα. Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, τα ποιήματα πιθανότατα ερμηνεύθηκαν περιοδικά από ραψωδούς, άποψη που υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά το 1795 από τον Φρίντριχ Όγκαστ Βολφ στο έργο του Prolegomena ad Homerum.

Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν μειώνει το μεγαλείο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και αυτό τεκμαίρεται από τη διαχρονικότητα των έργων. Τα ποιήματα αρχικά, οργανώθηκαν και επιμελήθηκαν από τον Πεισίστρατο, αλλά το Ελληνικό κείμενο που διασώθηκε οφείλεται σε Αλεξανδρινούς μελετητές και συγκεκριμένα τον Ζηνόδοτο, τον Αριστοφάνη του Βυζαντίου, τον Αρίσταρχο και τα σχόλιά τους. Οι πρώτες έντυπες εκδόσεις του Ομήρου έγιναν το 1488 στη Φλωρεντία από τον Δημήτριο Χαλκοκονδύλη. Το έργο του είχε τεράστια επιρροή στην Ελληνική παιδεία και σκηνές από τα έργα του αναβίωσαν στην γλυπτική, την κεραμική, την τραγωδία και κωμωδία. Αποτέλεσαν αντικείμενα εκπαίδευσης και οι θρύλοι στο έργο του επηρέασαν τον Ελληνιστικό, τον Ρωμαϊκό πολιτισμό και άλλους, με αποτέλεσμα να καταστούν μόνιμη κληρονομιά και να μελετώνται μέχρι σήμερα.

Έμμεσες αναφορές στον Όμηρο και αποσπάσματα από τα ποιήματα χρονολογούνται στα μέσα του 7ου αιώνα. Ο Αρχίλοχος, ο Αλκμάνος, ο Τυρταίος και ο Καλλίνος τον 7ο π.Χ. αιώνα και η Σαπφώ και άλλοι στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα προσάρμοσαν το Ομηρικό λεκτικό και μέτρο στους δικούς τους ποιητικούς στόχους και ρυθμούς, ενώ την ίδια εποχή, σκηνές από τα έπη έγιναν προσφιλή θέματα σε έργα τέχνης. Ο ψευδό-Ομηρικός «Ύμνος προς τον Απόλλωνα της Δήλου» πιθανότατα στα τέλη του 7ου π.Χ αιώνα, χαρακτηρίστηκε ως έργο «ενός τυφλού που κατοικούσε στην άγρια Χίο» μια αναφορά στον Όμηρο. Η άποψη ότι ο Όμηρος είχε απογόνους γνωστούς ως «Ομηρίδες» και ότι είχαν αναλάβει τη διατήρηση και διάδοση της ποίησης του, χρονολογείται τουλάχιστον στις αρχές του 6ου αιώνα και όντως την εν λόγω χρονική περίοδο ξεκίνησε ένα είδος Ομηρικής μελέτης. Ο Θεαγένης ο Ρηγίνος στη νότια Ιταλία προς το τέλος του ίδιου αιώνα έγραψε την πρώτη από πολλές αλληγορικές ερμηνείες και μέχρι τον 5ο αιώνα οι βιογραφικές μυθοπλασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ο προ-Σωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος της Εφέσου χρησιμοποίησε έναν ασήμαντο θρύλο του θανάτου του Ομήρου – ότι προκλήθηκε από στενοχώρια που δεν μπόρεσε να λύσει τον γρίφο κάποιων αγοριών σχετικά με τις παιδικές ψείρες – και η ιδέα του διαγωνισμού μεταξύ Ομήρου και Ησιόδου ίσως ξεκίνησε στην Σοφιστική παράδοση. Ο Ηρόδοτος αποδίδει την ανάλυση της Ελληνικής θεογονίας στον Όμηρο και τον Ησίοδο και ισχυρίζεται ότι ο πρώτος δεν μπορεί να έζησε περισσότερα από 400 χρόνια πριν την εποχή του, τον 5ο π.Χ. αιώνα, αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη εκτίμηση ότι ο Όμηρος πρέπει να έζησε λίγο μετά τον Τρωικό Πόλεμο.

Η Αποθέωση του Ομήρου σε πίνακα του Jean-Auguste-Dominique Ingres_στα πόδια του κάθονται αριστερά η Ιλιάδα και δεξιά η Οδύσσεια Jean Auguste Dominique Ingres / Public domain

Η προσφορά του Ομήρου

Ο Όμηρος σηματοδότησε την ουσιαστική απαρχή της Ελληνικής λογοτεχνίας και γραμματείας. Το αρχαιοελληνικό δράμα, η ιστοριογραφία, ακόμη και η φιλοσοφία, όλα φέρνουν το στίγμα των θεμάτων, κωμικών ή τραγικών, που εντοπίζονται στα έπη και των τεχνικών που χρησιμοποίησε ο δημιουργός τους για να προσεγγίσει τα θέματα αυτά. Η επίδραση των δύο αριστουργημάτων της ελληνικής αρχαιότητας ήταν πολύ μεγάλη όχι μόνο για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους για τους οποίους αποτέλεσαν θεμέλιο της παιδείας τους, αλλά και για όλη τη μεταγενέστερη δυτική ποίηση και λογοτεχνία. Από τον Πλάτωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο ως τον Βιργίλιο και τον Δάντη και από τον Shakespeare και τον Tennyson ως τον Milton, τον Joyce και τον Καζαντζάκη, οι επιρροές των αθάνατων Ομηρικών επών υπήρξαν βαθιές και ισχυρές.

Για τον Όμηρο δεν γνωρίζουμε τίποτα εκτός από τα ποιητικά δημιουργήματα που άφησε. Στις 27 χιλιάδες λέξεις των Ομηρικών ποιημάτων δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο δημιουργό τους. Πράγματι, η ζωή και η προσωπικότητα του Ομήρου είναι καλυμμένα από ένα πέπλο μυστηρίου και γύρω από αυτόν έχει δημιουργηθεί το μεγαλύτερο φιλολογικό πρόβλημα όλων των εποχών, το λεγόμενο «Ομηρικό ζήτημα». Τα σημεία που διχάζουν τους ερευνητές είναι ο τόπος γέννησης και η εποχή δράσης του Ομήρου, αλλά και το εάν ο Όμηρος πράγματι υπήρξε και ποιο άτομο βρίσκεται πίσω από αυτό το όνομα. Παρόλο που οι απόψεις είναι πολλές και συχνά αντικρουόμενες, οι πιο εμπεριστατωμένες και σύγχρονες γλωσσολογικές και ιστορικές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι τα δύο έπη γράφτηκαν από το ίδιο άτομο στην ελληνική δυτική ακτή της Μικράς Ασίας κατά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, κάποια στιγμή μεταξύ του 9ου και 8ου αιώνα π.Χ. και ότι η Ιλιάδα γράφτηκε πριν από την Οδύσσεια.

Εικόνα από την Αμβροσιανή Ιλιάδα, όπου ο Αχιλλέας θυσιάζει στον Δία για την ασφαλή επιστροφή του Πάτροκλου. Unknown author / Public domain

Και τα δύο ποιήματα διαπραγματεύονται μυθικά γεγονότα που υποτίθεται ότι είχαν λάβει χώρα πολύ πριν από την εποχή που γράφτηκαν. Και στα δύο έπη η δράση είναι παράλληλη και εξελίσσεται τον τελευταίο χρόνο των δύο δεκάχρονων κύκλων, από τους οποίους ο πρώτος ορίζεται με την κατάκτηση της Τροίας και ο δεύτερος με την επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα του Ιθάκη. Η Ιλιάδα τοποθετείται στο τελευταίο έτος του Τρωικού πολέμου, που αποτελεί και το υπόβαθρο της κεντρικής πλοκής του έργου, όταν δηλαδή οι Έλληνες αφότου ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της γύρω περιοχής και των νησιών, πολιορκούν στενότερα την Τροία. Η  Οδύσσεια έχει μικρότερη έκταση από την Ιλιάδα όμως η δομή της είναι πιο περίτεχνη, καθώς δεν κινείται ο ποιητής σε μια γραμμική γραμμή εξιστόρησης των γεγονότων, αλλά αρχίζει από το μέσο της ιστορίας και περιγράφει τα γεγονότα αναδρομικά. Τα πρόσωπά της είναι μερικοί ήρωες του Τρωικού πολέμου, και κυρίως ο πρωταγωνιστής Οδυσσέας, υπάρχουν όμως και κάποιες φανταστικές και μυθικές μορφές. Το θέμα της Οδύσσειας είναι ο νόστος (= ο γυρισμός) του Οδυσσέα στην πατρίδα του και περιγράφει την επίμονη θέληση ενός ανθρώπου να μην λυγίσει μπροστά στις δυσκολίες, να φτάσει στον σκοπό του και να κλείσει τον κύκλο της ζωής του εκεί όπου τον άρχισε. Ο κόσμος του Ομήρου είναι ο μυκηναϊκός κόσμος, επειδή όμως ο ποιητής έζησε σε μεταγενέστερες εποχές το έργο του φυσικό είναι να ενσωματώνει και στοιχεία της μετα-Μυκηναϊκής εποχής καθώς και της πρώιμης Γεωμετρικής της οποίας πρέπει να ήταν σύγχρονος. Τα Ομηρικά έπη και οι ιστορίες τους τοποθετούνται στην Εποχή του Χαλκού όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός ανθούσε οικονομικά, και παρόλο που τα έπη απέκτησαν την τελική τους μορφή πολύ αργότερα, ενσαρκώνουν τις μνήμες αυτής της Αρχαϊκής εποχής.

Το σίγουρο ήταν ότι η Ομηρική παράδοση ήταν προφορική, ότι πρόκειται για ένα είδος ποίησης που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και χωρίς τη διαμεσολάβηση της γραφής. Πράγματι, ο όρος που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Όμηρος για τον ποιητή είναι αοιδός, δηλαδή τραγουδιστής. Οι Έλληνες γνώριζαν από στήθους μεγάλα τμήματα των επών και τα θεωρούσαν όχι απλά σύμβολα της ενότητας του ελληνικού κόσμου, αλλά και μια πανάρχαια πηγή ηθικής ακόμη και πρακτικής αγωγής.

Τα Ομηρικά έπη χάριν στους ραψωδούς διαδόθηκαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις ασιατικές ακτές και στις δυτικές της αποικίες. Κατά την απαγγελία των επών δημιουργήθηκε η ανάγκη χωρισμού τους σε μικρότερα μέρη, για να αναπαύεται έτσι όχι μόνο ο ραψωδός αλλά και το ακροατήριό του. Έτσι, τα έπη διαιρέθηκαν σε «ραψωδίες» και σταδιακά επικράτησε η συνήθεια να απαγγέλλονται και ορισμένες μόνο ραψωδίες ανάλογα με τις προτιμήσεις του ακροατηρίου και τις ικανότητες του ραψωδού. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να λησμονηθούν κάποια τμήματα των επών, ενώ ταυτόχρονα οι ραψωδοί επέφεραν προσθήκες και αλλοιώσεις όπου το θεωρούσαν κατάλληλο.

Πίνακας του Αλεξάντρ Ιβάνοφ (1824). «τοὺς δ’ ἔλαθ’ εἰσελθὼν Πρίαμος μέγας, ἄγχι δ’ ἄρα στὰς χερσὶν Ἀχιλλῆος λάβε γούνατα καὶ κύσε χεῖρας δεινὰς ἀνδροφόνους, αἵ οἱ πολέας κτάνον υἷας». Ο μέγας Πρίαμος μπήκε χωρίς αυτοί να τον καταλάβουν και αφού στάθηκε κοντά με τα χέρια του έπιασε τα γόνατα του Αχιλλέα και του φίλησε τα χέρια τα φοβερά και ανδροφόνα, τα οποία του είχαν σκοτώσει πολλούς γιους.Ραψωδία Ω (477-479). Alexander Andreyevich Ivanov / Public domain

Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που διέταξε τους ραψωδούς να τηρούν πιστά το παραδοσιακό κείμενο στις δημόσιες απαγγελίες τους. Ο Πεισίστρατος όρισε περί το 535 π.Χ. επιτροπή ποιητών η οποία ανέλαβε να συγκεντρώσει τα διασκορπισμένα μέρη των επών, να επιμεληθεί εκ νέου το κείμενο και να καταγράψει τα έπη στη βάση των προφορικών παραδόσεων των ραψωδών. Η πρώτη συστηματική εργασία για την οριστική αποκατάσταση των ομηρικών έργων έγινε στην Αλεξάνδρεια από τους φιλολόγους του Μουσείου, οι οποίοι έκαναν πραγματικά τεράστια επιστημονική εργασία. Χάρη σ’ αυτούς, η Ιλιάδα και η  Οδύσσεια πήραν τη μορφή που σώθηκε στα μεσαιωνικά χειρόγραφα, από τα οποία γίνονται οι σύγχρονες εκδόσεις.

Παρότι είναι τα πρώτα μνημεία της Ελληνικής ποίησης και ανεξάρτητα από τις φιλολογικές έριδες, τα Ομηρικά Έπη είναι έργα αισθητικής ωριμότητας, τέχνης και ανθρωπισμού. Αποτελούν μνημεία ανεκτίμητης τέχνης, τα οποία γαλούχησαν γενεές επί γενεών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο ουμανισμός και το ανθρώπινο στοιχείο, ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ελληνικής αρχαιότητας, ήδη είναι διάχυτο στο ομηρικό έργο. Τα Ομηρικά ποιήματα παρουσιάζουν επίσης τεράστιο ενδιαφέρον από γλωσσολογικής και υφολογικής άποψης. Καταρχήν, το εύρος και η πολυπλοκότητα του μέτρου ήταν τελείως ασυνήθιστα στην ηρωική ποίηση. Η γλώσσα είναι συνειδητά ποιητική, και περιέχει λέξεις των οποίων το νόημα δεν γνώριζαν ούτε οι ίδιοι οι ραψωδοί, οι οποίες όμως ανήκαν στο επικό ύφος. Ταυτόχρονα, το ομηρικό ύφος μπορεί να είναι πολύ άμεσο και απλό, και δεν έχει το πομπώδες και απρόσιτο ύφος που χαρακτηρίζει άλλους μεταγενέστερους ποιητές όπως ο Βιργίλιος ή ο Ρακίνας. Οι μακροσκελείς και περίτεχνες μεταφορές που χρησιμοποιεί ο Όμηρος επίσης διαφοροποιεί αυτά τα ποιήματα από όλες τις άλλες επικές παραδόσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτές τις μεταφορές ο Όμηρος έχει την ευκαιρία να απεικονίσει αντικείμενα και σκηνές του κόσμου που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί, όπως η φύση, οι διάφορες οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων, επαγγελματικές δεξιότητες, κ.ά. Έτσι, ο κόσμος του Ομηρικού έπους περιλαμβάνει και περιγράφει ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο τις μάχες ή τον θάνατο, δημιουργώντας στον αναγνώστη μια αίσθηση μοναδικού ρεαλισμού συνδυάζοντας με μοναδική επιτυχία τον ποιητικό λυρισμό με τον νατουραλισμό. Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στον Όμηρο αποδίδονται επίσης μια συλλογή 34 Ομηρικών Ύμνων, δεκαέξι μικρά ποιήματα που ονομάζονται «Επιγράμματα» και το σατυρικό ποίημα «Μαργίτης».

Ο Όμηρος και ο οδηγός του (1874) του William-Adolphe Bouguereau William-Adolphe_Bouguereau Homer_and_his_Guide_(1874)

Συμπεράσματα

Οι σύγχρονοι ερμηνευτές συμφωνούν με τις αρχαίες πηγές μόνον ως προς τον τόπο, όπου έδρασε ο Όμηρος. Το πιο συγκεκριμένο στοιχείο από τις αρχαίες μαρτυρίες είναι ότι οι απόγονοί του, οι Ομηρίδες, ζούσαν στην Ιωνική Χίο. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ανατολικό Αιγαίο ήταν το περιβάλλον στο οποίο έδρασε ο δημιουργός της Ιλιάδας προκύπτει από ορισμένες τοπογραφικές λεπτομέρειες στο ίδιο το έργο, όπως επί παραδείγματι η περιγραφή της κορυφής της Σαμοθράκης που προβάλλει πίσω από την Ίμβρο, όταν την αντικρίζει κανείς από την πεδιάδα της Τροίας ή η αναφορά στα πουλιά στις εκβολές του ποταμού Καύστρου κοντά στην Έφεσο, στις θύελλες στα ανοιχτά της Ικαρίας και στους βορειοδυτικούς ανέμους που φυσούν από την Θράκη. Το χρώμα του ανατολικού Αιγαίου είναι πιο αδύνατο στην Οδύσσεια, η δράση της οποίας εκτυλίσσεται κυρίως στη Δυτική Ελλάδα, αλλά η αοριστία του ποιήματος ως προς την ακριβή θέση της Ιθάκης, δεν είναι ασυμβίβαστη με την άποψη ότι ένας ποιητής της Ιωνίας επεξεργάστηκε υλικό το οποίο προερχόταν από το άλλο άκρο του Ελληνικού κόσμου.

Ομολογουμένως, υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες ακόμη και ως προς το κατά πόσο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν σύνθεση ενός βασικού δημιουργού. Οι αμφιβολίες αυτές διατυπώθηκαν ήδη κατά την αρχαιότητα και στηρίζονταν κυρίως στη διαφορά του λογοτεχνικού είδους (η Ιλιάδα έχει πολεμικό και ηρωικό χαρακτήρα, ενώ η Οδύσσεια είναι μια αφήγηση περιπετειών, συχνά αφύσικων). Οι αμφιβολίες ενισχύονται από τις λεπτές διαφορές του λεξιλογίου, πέρα από εκείνες που επιβάλλονται από την διαφορά του θέματος των δύο επών. Η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο Όμηρος έγραψε την Οδύσσεια σε προχωρημένη ηλικία δεν είναι αβάσιμη. Αν όμως η Ιλιάδα προηγείται χρονικά (πράγμα που φαίνεται πιθανόν λόγω της απλούστερης δομής της Ιλιάδας και της μεγαλύτερης συχνότητας στη χρήση σχετικά μεταγενέστερων γλωσσικών τύπων στην Οδύσσεια) τότε η Οδύσσεια πιθανόν να δημιουργήθηκε με πρότυπο την Ιλιάδα, ως συνειδητό συμπλήρωμά της, εφόσον είχε πλέον δοθεί το υπόδειγμα της μνημειώδους σύνθεσης. Σε κάθε περίπτωση, οι ομοιότητες των δύο ποιημάτων οφείλονται, εν μέρει στη συνοχή της ηρωικής ποιητικής παράδοσης από την οποία προέρχονται και τα δύο.

Ο Οδυσσέας, ανάμεσα στον Ευρύλοχο και τον Περιμήδη, συμβουλεύεται τον Τειρεσία. αριστερά ο Ευρύλοχος φορώντας πιλό και χλαμύδα. Πλευρά από ερυθρόμορφο κρατήρα, περί το 380 π.Χ.

Η εσωτερική μαρτυρία των ποιημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την χρονική περίοδο κατά την οποία έζησε ο Όμηρος. Ορισμένα στοιχεία της ποιητικής γλώσσας (ένα τεχνητό αμάλγαμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην καθημερινή ομιλία) αποκαλύπτουν ότι τα έπη δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου και ότι η σύνθεσή τους πρέπει να τοποθετηθεί σε μια εποχή αρκετά μεταγενέστερη από την ίδρυση των πρώτων αποικιών στη Μικρασιατική Ιωνία γύρω στο 1000 π.Χ. Η συνύπαρξη παρακείμενων βραχέων φωνηέντων και η εξαφάνιση του ημίφωνου δίγαμμα (γράμματος το οποίο υπήρχε στο παλαιότερο ελληνικό αλφάβητο) είναι οι σημαντικότερες ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Στο αντίθετο άκρο του χρονικού ορίζοντα, στοιχεία, όπως η διαμόρφωση ενός πραγματικά οριστικού άρθρου στα έπη, αντιπροσωπεύουν μία προγενέστερη φάση από εκείνη της ποίησης των μέσων και του τέλους του 7ου αιώνα. Τόσο ως προς τα υφολογικά όσο και ως προς τα μετρικά χαρακτηριστικά τους, τα Ομηρικά έπη φαίνονται παλαιότερα των έργων του Ησιόδου τα οποία πολλοί ειδικοί τοποθετούν λίγο μετά από το 700 π.Χ. Ένα διαφορετικό και ίσως πιο ακριβές κριτήριο αποτελούν τα χρονολογήσιμα αντικείμενα και έθιμα τα οποία αναφέρονται στα ποιήματα. Κανένα από αυτά, εκτός από μία ή δύο μάλλον αθηναϊκές προσθήκες, δεν φαίνεται να είναι μεταγενέστερο της περιόδου γύρω από το 700 π.Χ. Από την άλλη μεριά, ο ρόλος που αποδίδεται στους Φοίνικες ως εμπόρων στην Οδύσσεια, καθώς και ένα ή δύο άλλα φαινόμενα, υποδεικνύουν ότι η σύνθεση των ποιημάτων έγινε μετά το 900 π.Χ., τουλάχιστον ως προς τα αντίστοιχα συμφραζόμενα. Σε ορισμένα τμήματα της Ιλιάδας ίσως να υπονοείται μία νέα διάταξη μάχης σε πυκνή παράταξη, η οποία επιβλήθηκε από την εξέλιξη του οπλισμού των οπλιτών μετά το 750 π.Χ., περίπου, ενώ και οι αναφορές στο Γοργόνειο ως στοιχείου διακόσμησης, συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι γεγονός ότι τα έπη περιέχουν πολλά παραδοσιακά και αρχαϊκά στοιχεία και ότι το γλωσσικό και υλικό υπόβαθρό τους είναι κράμα διαφορετικών στοιχείων διαφορετικής χρονικής προέλευσης. Φαίνεται πάντως εύλογο να συμπεράνει κανείς ότι η σύνθεση των μεγάλου μεγέθους επών χρονολογείται στον 9ο ή τον 8ο π.Χ. αιώνα με περισσότερα στοιχεία υπέρ του 8ου αιώνα. Η Οδύσσεια πιθανώς να ανήκει στα τέλη, ενώ η Ιλιάδα τοποθετείται προς τα μέσα του ίδιου αιώνα. ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι απεικονίσεις επεισοδίων του έπους εμφανίζονται στην αγγειογραφία την ίδια περίπου εποχή.

Χαρακτηριστικό της Ομηρικής τέχνης είναι ότι τα έπη του έχουν αρχή, μέση και τέλος και ότι με τα αλλεπάλληλα επεισόδια κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος. Η διήγηση του είναι ήρεμη και ευγενής. Απεικονίζει και τις πιο οικτρές σκηνές, αλλά ο ρεαλισμός του ποτέ δε γίνεται χυδαίος. Τα πρόσωπα που παρουσιάζει ενεργούν με συνέπεια προς το «ήθος» τους· κανένα πρόσωπο δε μένει «ανηθοποίητο», στο έργο του. Ως γλώσσα χρησιμοποιεί την Ιωνική διάλεκτο, ανάμεικτη με μερικούς Αιολικούς τύπους. Όπως η ζωή των ηρώων του είναι απλοϊκή και ανεπιτήδευτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η γλώσσα του ποιητή είναι απλή και αφελής, με ιδιαίτερη προτίμηση προς την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων. Ο αφελής όμως αυτός ποιητής έχει τόσο πλούσιο λεκτικό στο έργο του, όσο κανένα άλλο ποίημα ή πεζό σύγγραμμα. Και αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ασύγκριτος παρατηρητής της φύσης και του κόσμου. Ο Ομηρικός στίχος είναι ο «δακτυλικός εξάμετρος», τον οποίο ο ποιητής βρήκε προετοιμασμένο από τους παλαιούς αοιδούς, αλλά τον χρησιμοποίησε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία και τον αξιοποίησε όσο κανένας άλλος.

Ο θαυμασμός για τα έπη του Ομήρου διατηρήθηκε αμείωτος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και γι’ αυτό διδάσκεται σ’ όλα τα σχολεία της Ευρώπης, ως ο μεγαλύτερος ποιητής και παιδαγωγός των αιώνων. Τα Ομηρικά έπη έχουν μεταφραστεί σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Η Ιλιάδα σε χειρόγραφο με μινιατούρες του Francesco Rosselli: Florence, Biblioteca Medicea Laurenziana Homer / Public domain

Παρακάτω παρατίθενται οι τίτλοι ανά ραψωδία στα Ομηρικά έπη:

Ιλιάδα

Α. Λοιμός. Μήνις.

Β. Όνειρος. Βοιωτία ή Κατάλογος νέων.

Γ. Όρκοι. Τειχοσκοπία. Αλεξάνδρου και Μενελάου μονομαχία.

Δ. Ορκίων σύγχυσις. Αγαμέμνωνος επιπώλησις.

Ε. Διομήδους αριστεία.

Ζ. Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία.

Η. Έκτορος και Αίαντος μονομαχία. Νεκρών αναίρεσις .

Θ. Κόλος μάχη.

Ι. Πρεσβεία προς Αχιλλέα. Λιταί.

Κ. Δολώνεια.

Λ. Αγαμέμνονος αριστεία.

Μ. Τειχομαχία.

Ν. Μάχη επί ταις ναυσίν.

Ξ. Διός απάτη.

Ο. Παλίωξις παρά των νέων.

Π. Πατρόκλεια.

Ρ. Μενελάου αριστεία.

Σ. Οπλοποιία.

Τ. Μήνιδος απόρρησις.

Υ. Θεομαχία.

Φ. Μάχη παραποτάμιος.

Χ. Έκτορος αναίρεσις.

Ψ. Άθλα επί Πατρόκλω.

Ω. Έκτορος λύτρα.

Οδύσσεια – χειρόγραφο, του 15ου αιώνα (Βρετανική Βιβλιοθήκη) [1] (uploaded by Odysses) / Public domain

Οδύσσεια

Α. Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον.

Β. Ιθακησίων αγορά. Τηλεμάχου αποδημία.

Γ. Τα εν Πύλω.

Δ. Τα εν Λακεδαίμονι.

Ε. Οδυσσέως σχέδια.

Ζ. Οδυσσέως άφιξις εις Φαίακας.

Η. Οδυσσέως είσοδος προς Αλκίνοον.

Θ. Οδυσσέως σύστασις προς Φαίακας.

Ι. Αλκινόου απόλογος. Κυκλώπεια.

Κ. Τα περί Αιόλου και Λαιστρυγόνων και Κίρκις.

Λ. Νέκυια.

Μ. Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδις, βοές Ηλίου.

Ν. Οδυσσέως απόπλους παρά Φαιάκων.

Ξ. Οδυσσέως προς Εύμαιον ομιλία.

Ο. Τηλεμάχου προς Εύμαιον άφιξις

Π. Τηλεμάχου αναγνωρισμός Οδυσσέως.

Ρ. Τηλεμάχου επάνοδος εις Ιθάκην.

Σ. Οδυσσέως και Ίρου πυγμή.

Τ. Οδυσσέως και Πηνελόπης ομιλία. Αναγνωρισμός υπό Ευρυκλείας.

Υ. Τα προ της μνηστηροφονίας.

Φ. Τόξου θέσις.

Χ. Μνηστηροφονία.

Ψ. Οδυσσέως και Πηνελόπης αναγνωρισμός.

Ω. Σπονδαί.

Τα Ομηρικά έπη μπορείτε να τα βρείτε εδώ

 

Βιβλιογραφία – πηγές

Φ.Ι. Κακριδής «Αρχαία Ελληνική γραμματολογία» Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], Θεσσαλονίκη 2005

M. Edwards, «Όμηρος: ο ποιητής της Ιλιάδος» μετάφρ. Β. Λιαπής – Ν. Μπεζαντάκος, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001

Andrew Ford «Homer: the poetry of the past» Ithaca, NY: Cornell University Press. (1992)

Barbara Graziosi «Inventing Homer: The Early Perception of Epic» Cambridge Classical Studies. Cambridge: Cambridge University Press (2002).

Henry George Liddell, Robert Scott. «A Greek-English Lexicon» (Revised ed.). Oxford: Clarendon Press; Perseus Digital Library (1940).

https://www.ancient.eu/homer/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8C%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82

http://www.agiotatos.gr/greekhistory/greekhistory/2009-07-21-16-27-33/2009-07-21-16-32-48.html