Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Στο εξώφυλλο παραπλεύρως απεικονίζεται Θυρεός με τα κράτη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε χειροποίητη ξυλογραφία 1510

απόσπασμα από το έργο του Georg Ostrogorsky «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους»
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1978
Τίτλος πρωτοτύπου: GESCHICHTE DES BYZANTINISCHEN STAATES
Μετάφραση: ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Επιστημονική εποπτεία: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Κ. ΧΡΥΣΟΣ

———————————–

Η Ρωμαϊκή πολιτική θεωρία, ο Ελληνικός πολιτισμός και η Χριστιανική πίστη αποτελούν τα κύρια στοιχεία που καθόρισαν την εξέλιξη του Βυζαντίου. Χωρίς αυτά τα τρία στοιχεία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το Βυζάντιο. Η σύνθεση του Ελληνικού πολιτισμού με τη Χριστιανική θρησκεία στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οδήγησε στη γένεση του ιστορικού εκείνου φαινομένου που ονομάζουμε Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Η σύνθεση αυτή πραγματοποιήθηκε όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετατόπισε το κέντρο της στην Ανατολή, μετά την κρίση που ξέσπασε τον 3ο αιώνα. Συγκεκριμένη μορφή έλαβε με την αναγνώριση του Χριστιανισμού από το Imperium Romanum και την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας στον Βόσπορο. Τα δύο αυτά γεγονότα, δηλαδή η νίκη του Χριστιανισμού και η οριστική μετάθεση του πολιτικού κέντρου του κράτους στην εξελληνισμένη Ανατολή, εγκαινιάζουν τη Βυζαντινή εποχή.

Στην πραγματικότητα η Βυζαντινή ιστορία είναι μία νέα φάση της Ρωμαϊκής ιστορίας, όπως και το Βυζαντινό κράτος είναι βασικά η συνέχεια του Imperium Romanum. Βέβαια το επίθετο «Βυζαντινός» χρησιμοποιήθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους και ήταν άγνωστο στους ονομαζόμενους «Βυζαντινούς». Αυτοί χρησιμοποιούσαν συνήθως το όνομα «Ρωμαίοι», θεωρούσαν τον αυτοκράτορα τους  Ρωμαίο ηγεμόνα, διάδοχο και κληρονόμο των παλαιών Ρωμαίων Καισάρων. Έμειναν πιστοί στο όνομα της Ρώμης όσο χρόνο διήρκεσε η αυτοκρατορία και οι Ρωμαϊκές πολιτικές παραδόσεις κυριάρχησαν ως το τέλος στην πολιτική τους συνείδηση και βούληση. Η Ρωμαϊκή πολιτική θεωρία συνένωσε τα ετερογενή εθνικά φύλα της αυτοκρατορίας και η Ρωμαϊκή ιδέα της παγκόσμιας κυριαρχίας καθόρισε τη θέση της αυτοκρατορίας απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.

Ως κληρονόμος του Ρωμαϊκού Imperium το Βυζάντιο πίστευε ότι ήταν η μοναδική αυτοκρατορία πάνω στη γη και διεκδικούσε κυριαρχικό ρόλο πάνω σε όλες τις χώρες που ανήκαν κάποτε στον Ρωμαϊκό κόσμο (orbis) και τώρα είχαν γίνει τμήματα της Χριστιανικής οικουμένης. Η σκληρή όμως πραγματικότητα ανέτρεψε προοδευτικά την εν λόγω αξίωση. Πάντως τα κράτη που δημιουργήθηκαν μέσα στο χώρο της Χριστιανικής οικουμένης στο παλαιό Ρωμαϊκό έδαφος, παράλληλα με το Ρωμαιο-Βυζαντινό κράτος, δεν θεωρήθηκαν νομικά και ιδεολογικά ισότιμα με αυτό

Χάρτης Orbis Romanus Christianus_1850-1870_πηγή University of North Texas Libraries
Χάρτης Orbis Romanus Christianus_1850-1870_πηγή University of North Texas Libraries

Δημιουργήθηκε μια περίπλοκη ιεραρχία κρατών, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο ηγεμόνας του Βυζαντίου ως Ρωμαίος αυτοκράτορας και ως κεφαλή της Χριστιανικής οικουμένης. Στην πρώτη Βυζαντινή εποχή η πολιτική της αυτοκρατορίας απέβλεπε στην άσκηση άμεσης κυριαρχίας πάνω στον orbis romanus, ενώ στη μέση και την ύστερη Βυζαντινή εποχή η διατήρηση της θεωρητικής αυτής ηγεμονίας αποτελούσε τον άξονα, γύρω από τον οποίο στρεφόταν η πολιτική της αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, αν και το Βυζάντιο διατήρησε συνειδητά τον σύνδεσμό του με την παλαιά Ρώμη και για λόγους θεωρητικούς και πρακτικούς επέμενε στη διατήρηση της Ρωμαϊκής κληρονομιάς, με την πάροδο του χρόνου απομακρύνθηκε σιγά – σιγά από τις αρχικές Ρωμαϊκές θέσεις. Ενώ στο χώρο του πολιτισμού και της γλώσσας επικρατεί προοδευτικά το Ελληνικό πνεύμα και παράλληλα αυξάνει η επιρροή της Εκκλησίας στη ζωή των Βυζαντινών, οι εξελίξεις στον οικονομικό, τον κοινωνικό και τον πολιτικό χώρο οδηγούν αναγκαστικά στο σχηματισμό μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής δομής, έτσι που στον πρώιμο ήδη μεσαίωνα να εμφανίζεται ένα νέο ουσιαστικά κράτος με νέο διοικητικό σύστημα. Σε αντίθεση με την αντίληψη που επικρατούσε άλλοτε είναι φανερό ότι η εξέλιξη του παλαιού Βυζαντινού κράτους είναι έντονα δυναμική. Όλα βρίσκονται σε κίνηση, σε αδιάκοπη αναδιαμόρφωση και ανανέωση. Έτσι, όταν η ιστορική αυτή εξέλιξη φθάνει στο τέρμα της, το κράτος των Βυζαντινών δεν έχει πια τίποτε το κοινό με το παλαιό Ρωμαϊκό imperium, εκτός βέβαια από το όνομα και τις παραδοσιακές αξιώσεις, που όμως έμειναν ανεκπλήρωτες.

Πάντως στην πρώτη του εποχή το Βυζαντινό κράτος είναι ακόμη πραγματικά Ρωμαϊκό και η ζωή του διαποτίζεται από τη Ρωμαϊκή παράδοση. Η εποχή αυτή θα μπορούσε εξίσου να ονομασθεί πρώιμη Βυζαντινή όσο και υστερο-Βυζαντινή, αφού περιλαμβάνει τους τρεις πρώτους αιώνες της Βυζαντινής ή τους τρεις τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής ιστορίας. Είναι μια χαρακτηριστική εποχή μεταβάσεως από το Ρωμαϊκό imperium στη μεσαιωνική Βυζαντινή αυτοκρατορία, στην ιστορική πορεία της οποίας ο παλαιός Ρωμαϊκός τρόπος ζωής παραχωρεί σταδιακά τη θέση του στα νέα Βυζαντινά στοιχεία.

Ειδικότερα οι καταβολές της Βυζαντινής ιστορίας βρίσκονται στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως τη διαμόρφωσε η κρίση του 3ου αιώνα. Η οικονομική εξαθλίωση της εποχής αυτής είχε τρομακτικές επιπτώσεις στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η Ανατολή μπόρεσε να αντέξει με επιτυχία στην κρίση, γεγονός που προδιαγράφει την κατοπινή εξέλιξη και εξηγεί τη «Βυζαντινοποίηση» του Ρωμαϊκού κράτους. Πάντως και η Ανατολή (pars orientalis) πέρασε την ίδια κρίση, που ήταν μια κρίση γενική όλης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την εξαθλιωμένη οικονομική και κοινωνική δομή της και δεν απέφυγε την οικονομική κατάρρευση, που συνοδεύθηκε από μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αναστατώσεις. Βέβαια, στην Ανατολή δεν σημειώθηκε η ίδια μείωση του πληθυσμού και η κατάπτωση της αστικής ζωής και της οικονομίας δεν ήταν το ίδιο ανεπανόρθωτη όπως στη Δύση.

Ωστόσο κι εδώ η οικονομική ζωή διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο από την έλλειψη εργατικών χεριών και το εμπόριο και η βιοτεχνία σημείωσαν αισθητή πτώση, όπως άλλωστε έγινε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η κρίση του 3ου αιώνα οδήγησε στην κατάρρευση του αρχαίου αστικού τρόπου ζωής. Έτσι είναι γενικό το φαινόμενο της αυξήσεως της μεγάλης γαιοκτησίας (latifundium). Σε ολόκληρη την αυτοκρατορία εδραιώθηκε σταθερά η μεγάλη ιδιωτική γαιοκτησία σε βάρος των μικρών γαιοκτημόνων και της δημόσιας περιουσίας. Συνέπεια της παρακμής της μικρής γαιοκτησίας υπήρξε η προοδευτική προσκόλληση των χωρικών στα κτήματα, γεγονός μάλιστα που ενισχύθηκε από την έλλειψη εργατικού δυναμικού. Η υποτέλεια των χωρικών ήταν βέβαια μόνο μια ειδική περίπτωση μέσα στο γενικό φαινόμενο της αναγκαστικής προσδέσεως του πληθυσμού στα επαγγέλματά του, που από την εποχή της κρίσεως του 3ου αιώνα αποτελεί σταθερή πολιτική του φθίνοντος Ρωμαϊκού κράτους. Οπωσδήποτε η μορφή αυτή της οικονομίας αποτέλεσε το θεμέλιο του αυταρχικού κράτους.

Διοκλητιανός
Διοκλητιανός

Το καθεστώς της Ρωμαϊκής ηγεμονίας (principatus) αφανίσθηκε με τις θύελλες της εποχής της μεγάλης κρίσεως και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από το σύστημα της δεσποτείας (dominatus) του Διοκλητιανού. Από αυτό προήλθε στην πραγματικότητα η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το παλαιό σύστημα διοικήσεως των δήμων στις Ρωμαϊκές πόλεις είχε αρχίσει να καταρρέει. Ολόκληρη η κρατική διοίκηση συγκεντρώθηκε στα χέρια του αυτοκράτορα και του σώματος των επιτελών του· το σώμα τούτο οργανώθηκε συστηματικά και έγινε το στήριγμα του Βυζαντινού αυταρχικού κράτους. Το Ρωμαϊκό σύστημα των δημόσιων λειτουργών (magistratus) παραχώρησε τη θέση του στη Βυζαντινή γραφειοκρατία. Ο αυτοκράτορας δεν είναι πλέον ο ανώτατος δημόσιος λειτουργός, αλλά ο απόλυτος δεσπότης, που η εξουσία του δε στηρίζεται τόσο σε γήινους παράγοντες όσο στο θέλημα του θεού. Τα χρόνια άλλωστε της κρίσεως με τις σκληρές μάστιγες και δοκιμασίες, εγκαινιάζουν μια εποχή θρησκευτικότητας και στροφής προς τα υπερκόσμια.

Ωστόσο η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας δεν εξαφανίσθηκε τελείως. Η σύγκλητος, ο οργανωμένος σε δήμους αστικός πληθυσμός και ο στρατός αποτέλεσαν πολιτικές δυνάμεις, που ιδιαίτερα κατά την πρώτη Βυζαντινή εποχή περιόριζαν αισθητά την αυτοκρατορική εξουσία. Με την πάροδο όμως του χρόνου η βασιλική παντοκρατορία απορρόφησε και τους τρεις αυτούς παράγοντες, που είχαν τις ρίζες τους στο Ρωμαϊκό παρελθόν. Από την άλλη μεριά, η Εκκλησία αποκτούσε συνεχώς και μεγαλύτερη σημασία και δύναμη ως πνευματικός παράγοντας. Κατά την πρώτη Βυζαντινή εποχή ο αυτοκράτορας ελέγχει σχεδόν απεριόριστα την εκκλησιαστική ζωή και σύμφωνα με τις Ρωμαϊκές αρχές, καθορίζει τη θρησκεία των υπηκόων του ως υπόθεση δημόσιου δικαίου (ius publicum).

Κατά τους μέσους όμως χρόνους η Εκκλησία επιβάλλεται αναγκαστικά και στο Βυζάντιο ως δυναμικός παράγοντας, που θέτει ισχυρούς φραγμούς στην αυτοκρατορική εξουσία. Τούτο φαίνεται από τις συγκρούσεις ανάμεσα στην κοσμική και την πνευματική εξουσία, που δεν λείπουν ούτε στο Βυζάντιο και από τις οποίες δεν βγαίνει πάντοτε νικητής ο αυτοκράτορας. Ωστόσο το Βυζάντιο δεν το χαρακτηρίζει η διαμάχη μεταξύ του imperium και του sacerdotium, αλλά ο στενός και βαθύς σύνδεσμος μεταξύ κράτους και Εκκλησίας, δηλαδή η ουσιαστική αλληλεξάρτηση του Ορθόδοξου κράτους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα σε έναν ενιαίο κρατικο – εκκλησιαστικό οργανισμό. Είναι πολύ συνηθισμένη η σύμπτωση συμφερόντων και των δύο εξουσιών όπως και η σταθερή συνεργασία τους κάθε φορά που κίνδυνοι απειλούσαν τη θεόδοτη τάξη, είτε από εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους του αυτοκράτορα είτε από τους εχθρικούς προς την Εκκλησία αιρετικούς. Από την άλλη όμως πλευρά η σύμπραξη αυτή παρασύρει αναπόδραστα την Εκκλησία κάτω από την άμεση κηδεμονία του παντοδύναμου αυτοκράτορα. Έτσι η υπεροχή της αυτοκρατορικής εξουσίας σε σχέση με την εκκλησιαστική θα καταστεί η χαρακτηριστική και κανονική σχέση για όλες τις εποχές του Βυζαντίου.

Ο αυτοκράτορας δεν είναι μόνο ο ανώτατος διοικητής του στρατού, ο ανώτατος δικαστής και ο μοναδικός νομοθέτης, είναι ακόμη ο προστάτης της Εκκλησίας και της ορθής πίστεως. Είναι ο εκλεκτός του Θεού, και γι’ αυτό όχι μόνο ο αυθέντης και δεσπότης, αλλά και η ζωντανή εικόνα του Χριστιανικού κράτους που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Υπερυψωμένος πάνω από τη γήινη και ανθρώπινη σφαίρα, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το Θεό και γίνεται αντικείμενο μιας ιδιότυπης πολιτικής και θρησκευτικής λατρείας. Η λατρεία αυτή γίνεται καθημερινά στη βασιλική Αυλή, σε ένα πλαίσιο εντυπωσιακής τελετουργίας, με τη σύμπραξη της Εκκλησίας και όλου του κόσμου της Αυλής. Εκφράζεται ακόμη με τις εικόνες που παριστάνουν τον φιλό Χριστο αυτοκράτορα, με κάθε προσφώνηση που απευθύνει ή δέχεται σε δημόσιο χώρο. Οι υπήκοοι του κράτους είναι δούλοι του. Όταν τους παραχωρείται η εύνοια να αντικρύσουν το πρόσωπό του, τον χαιρετούν όλοι, ακόμη και οι ανώτατοι στην τάξη, υποκλινόμενοι σε προσκύνηση ως το έδαφος.

Pars Orientalis
Pars Orientalis

Βέβαια η θαμβωτική λαμπρότητα του τελετουργικού της Βυζαντινής Αυλής όπως και η αυτοκρατορική παντοδυναμία που αντικατοπτρίζει, έχουν τις ρίζες τους στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή παράδοση. Από την παράδοση αυτή, που ήταν ήδη διαποτισμένη με ορισμένα ανατολικά στοιχεία, προέρχεται η ξεχωριστή λαμπρότητα, της Βυζαντινής Αυλής, που ενισχύθηκε και με άλλα απ’ ευθείας δάνεια από την Ανατολή, τόσο από το βασίλειο των Σασσανιδών όσο αργότερα και από το αραβικό Χαλιφάτο.

Ο Βυζαντινός κόσμος όχι μόνο προήλθε από τον Ελληνιστικό, αλλά συνδεόταν μαζί του και με εσωτερική συγγένεια. Όπως στον Ελληνιστικό έτσι και στο Βυζαντινό κόσμο, τα διάφορα στοιχεία συνδέονται και εναρμονίζονται μεταξύ τους σε ένα κοινό πολιτιστικό σύνολο. Και οι δύο αυτοί κόσμοι, ιδιαίτερα όμως το Βυζάντιο, έχουν κάτι το επιγονικό και εκλεκτικό. Και οι δύο αντλούν από την κληρονομιά μεγαλύτερων και δημιουργικότερων πολιτισμών, και η ιστορική τους προσφορά δεν συνίσταται στη δική τους δημιουργικότητα, όσο στη σύνθεση.

Ο άνθρωπος και των δύο αυτών κόσμων είναι από πολιτιστική άποψη ο τύπος του συλλέκτη. Βέβαια είναι μοιραίο από το έργο του συλλέκτη να λείπει το πνευματικό σφρίγος, ενώ η μίμηση ισοπεδώνει το νόημα και το περιεχόμενο του προτύπου, και το αρχικό κάλλος της μορφής μεταβάλλεται σε κενή, συμβατική ρητορεία. Ωστόσο, είναι εξίσου ορθό ότι το Βυζάντιο προσέφερε μια μεγάλη και ιστορική υπηρεσία με το να διατηρήσει με αγάπη τα αρχαία πολιτιστικά αγαθά, να καλλιεργήσει το Ρωμαϊκό δίκαιο και την Ελληνική παιδεία. Τα δύο μεγάλα μεγέθη και συνάμα οι δύο αντίποδες της αρχαιότητας, η Ελλάδα και η Ρώμη, αναπτύσσονται μαζί πάνω στο Βυζαντινό έδαφος.

Τα μεγαλύτερα επιτεύγματά τους, το Ρωμαϊκό κρατικό σύστημα και ο Ελληνικός πολιτισμός, ενώνονται σε μια νέα μορφή και συνδέονται άρρηκτα με το Χριστιανισμό, τον οποίο παλαιότερα τόσο το κράτος όσο και οι πολιτιστικοί φορείς τον έβλεπαν ως τον μεγάλο εχθρό τους. Το Χριστιανικό Βυζάντιο δεν αποστρέφεται ούτε την εθνική τέχνη ούτε την εθνική σοφία. Όπως το Ρωμαϊκό δίκαιο παρέμεινε πάντοτε η βάση του νομικού συστήματος και της νομικής συνειδήσεως των Βυζαντινών, έτσι και ο Ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντοτε το θεμέλιο της πνευματικής τους ζωής. Η Ελληνική επιστήμη και φιλοσοφία, η Ελληνική ιστοριογραφία και ποίηση αποτελούν το μορφωτικό αγαθό και των πιο ευσεβών Βυζαντινών. Ακόμη και η Βυζαντινή Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της Χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας.

Από την προσήλωση στις αρχαίες παραδόσεις η Βυζαντινή αυτοκρατορία αντλούσε ιδιαίτερη δύναμη. Ριζωμένο στην Ελληνική παράδοση στάθηκε το Βυζάντιο για μια χιλιετία το σπουδαιότερο κέντρο πολιτισμού και παιδείας στον κόσμο. Ριζωμένο εξ άλλου στην πολιτειακή παράδοση του Ρωμαϊκού κράτους διατήρησε ως κρατικός μηχανισμός ξεχωριστή θέση μέσα στον μεσαιωνικό κόσμο. Το Βυζαντινό κράτος διαθέτει ένα μοναδικό διοικητικό μηχανισμό, με καλά διαρθρωμένες και εκπαιδευμένες δημόσιες υπηρεσίες, διαθέτει επίσης μια ασυναγώνιστη πολεμική τεχνική, εξαίρετο νομικό σύστημα και πολύ αναπτυγμένο οικονομικό και δημοσιονομικό μηχανισμό. Έχει στη διάθεσή του πλούσιες παραγωγικές πηγές, και το νόμισμά του γίνεται ολοένα και περισσότερο η βάση της οικονομίας του.

Στον τομέα αυτό το Βυζάντιο διακρίνεται ουσιαστικά από τις λοιπές χώρες της ύστερης αρχαιότητας και του μεσαίωνα, που είχαν πρωτόγονη, ανταλλακτική οικονομία. Η δύναμη και το κύρος του Βυζαντίου στηρίζονται πάνω απ’ όλα στον χρηματικό του πλούτο, του οποίου τα πιστωτικά αποθέματα ήταν σχεδόν ανεξάντλητα στις περιόδους ακμής. Από την άλλη όμως μεριά το κράτος αναπτύσσει αυστηρή διαχείριση του δημόσιου χρήματος με αποτέλεσμα να ελέγχει απόλυτα κάθε οικονομική πράξη, ενώ συγχρόνως το τέλεια οργανωμένο διοικητικό σύστημα γίνεται το όργανο για την πιο ανελέητη εκμετάλλευση. Οι πολυδαίδαλες δημόσιες υπηρεσίες, το στήριγμα αυτό του γραφειοκρατικού κράτους, χαρακτηρίζονται από μεγάλη διαφθορά. Η παροιμιώδης δωροδοκία και απληστία των Βυζαντινών δημόσιων υπαλλήλων ήταν το μόνιμο φόβητρο των πολιτών. Ο πλούτος και το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο του κράτους αποκτήθηκαν με τίμημα την εξαθλίωση και την έλλειψη έννομης προστασίας και ελευθερίας των απλών πολιτών.

Μέγας Κωνσταντίνος (Flavius Valerius Aurelius Constantinus Augustus, 27 Φεβρουαρίου 272 - 22 Μαΐου 337)
Μέγας Κωνσταντίνος (Flavius Valerius Aurelius Constantinus Augustus, 27 Φεβρουαρίου 272 – 22 Μαΐου 337)

Ο Διοκλητιανός με το σπουδαίο μεταρρυθμιστικό του έργο επιχείρησε να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση, που προκάλεσε η κρίση του 3ου αιώνα. Αξιοποίησε ό,τι καλό είχε το παλαιό σύστημα, αλλά και δέχθηκε ή εισήγαγε αναγκαίες τροποποιήσεις· έτσι πέτυχε ν’ αναδιοργανώσει ουσιαστικά ολόκληρη τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συμπλήρωσε και τελειοποίησε το μεταρρυθμιστικό έργο του Διοκλητιανού με αποτέλεσμα να προκύψει ένα νέο σύστημα, που έγινε η βάση της Βυζαντινής διοικήσεως. Η νέα διοικητική τάξη του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου επικράτησε σ’ όλη την πρωτο Βυζαντινή περίοδο. Τα βασικά της όμως χαρακτηριστικά, όπως η απολυταρχία του αυτοκράτορα, η συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας και η γραφειοκρατική διακυβέρνηση, διατηρήθηκαν όσο χρόνο έζησε και το Βυζαντινό κράτος.

Τα μέτρα που έθεσαν σε εφαρμογή ο Διοκλητιανός και ο Κωνσταντίνος απέβλεπαν στη σταθεροποίηση και την αύξηση της αυτοκρατορικής εξουσίας και επιρροής, που είχαν κλονισθεί κατά την εποχή της κρίσεως. Έτσι εξηγείται η προσπάθειά τους όχι μόνο να περιορίσουν την επιρροή της συγκλήτου και των λοιπών πολιτειακών παραγόντων, που προέρχονταν από το δημοκρατικό παρελθόν της Ρώμης, αλλά και να καθορίσουν με ακρίβεια τις αρμοδιότητες των κυβερνητικών φορέων και να εμποδίσουν κάθε τυχόν επικίνδυνη συγκέντρωση εξουσίας. Επέβαλαν λοιπόν έναν αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής διοικήσεως, όπως και μεταξύ της κεντρικής και της επαρχιακής οργανώσεως. Οι επί μέρους κλάδοι της διοικήσεως κατέληγαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, που βρίσκεται στην κορυφή της κρατικής ιεραρχίας και κατευθύνει όλη την κρατική μηχανή από το κέντρο.

Ωστόσο η απέραντη έκταση της αυτοκρατορίας επέβαλλε τη διαίρεσή της σε μικρότερες διοικητικές μονάδες για να εξασφαλισθεί ο δραστικότερος έλεγχός τους. Ο Διοκλητιανός υιοθέτησε τον γνωστό και από την εποχή των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων θεσμό της συμβασιλείας και δημιούργησε το σύστημα της τετραρχίας, μοιράζοντας την εξουσία σε δύο Αυγούστους και δύο Καίσαρες. Ο ένας Αύγουστος ανέλαβε τη διακυβέρνηση του ανατολικού και ο άλλος του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Κάθε Αύγουστο τον επικουρούσε και ένας Καίσαρ, που εκλεγόταν όχι με κριτήριο την εξ αίματος συγγένεια αλλά τις προσωπικές του ικανότητες και συνδεόταν μετά με τον Αύγουστό του με υιοθεσία. Τον Αύγουστο μετά την αποχώρησή του έπρεπε να διαδεχθεί ο Καίσαρ, ο οποίος στην συνέχεια εξέλεγε τον νέο Καίσαρα για να συμπληρωθεί η τετραρχία. Το σύστημα όμως αυτό, πολύ λογικό στη σύλληψή του, είχε ως συνέπεια ατέλειωτους εμφύλιους πολέμους. Από τους αιματηρούς αυτούς αγώνες για τη διαδοχή βγήκε νικητής και επικράτησε ως μονοκράτορας ο Κωνσταντίνος, ο οποίος εγκαθίδρυσε πάλι μια πολυκέφαλη συλλογική εξουσία και στις τελευταίες του στιγμές, διαίρεσε και πάλι την αυτοκρατορία σε τμήματα. Πάντως δεν υιοθέτησε το περίτεχνο σύστημα εκλογής ηγεμόνων του Διοκλητιανού, αλλά διαμοίρασε την αυτοκρατορία στους επιγόνους του. Όμως κι αυτός ο τρόπος της οικογενειακής βασιλείας κατέληξε σε σκληρές και αιματηρές συγκρούσεις. Παρά ταύτα διατηρήθηκε η αρχή της διαιρέσεως της αυτοκρατορίας και επικράτησε γενικά το σύστημα της συλλογικής εξουσίας.

Χάρτης των δώδεκα διοικήσεων που προέκυψαν με την διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού_© copyrights ΙΜΕ/FHW
Χάρτης των δώδεκα διοικήσεων που προέκυψαν με την διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού_© copyrights ΙΜΕ/FHW

Η αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοικήσεως, που πραγματοποίησε ο Διοκλητιανός, έθεσε τέλος στην προνομιακή θέση της Ιταλίας και κατήργησε τη διάκριση μεταξύ αυτοκρατορικών και συγκλητικών επαρχιών, που από καιρό είχε χάσει τη σημασία της. Τώρα πια όλες οι επαρχίες υπάγονταν αποκλειστικά στον αυτοκράτορα. Η άλλοτε κυρίαρχη Ιταλία διαιρέθηκε σε επαρχίες και υποβλήθηκε στην υποχρέωση καταβολής φόρων όπως και όλες οι άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι μεγάλες επαρχίες κατακερματίσθηκαν σε μικρές ενότητες με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των επαρχιών. Η αυτοκρατορία αριθμούσε στην εποχή του Διοκλητιανού 100 περίπου επαρχίες, ενώ στον 5ο αιώνα περισσότερες από 120. Εκτός τούτου ο Διοκλητιανός διαίρεσε το κράτος σε 12 διοικήσεις (dioecesis) που αυξήθηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα σε 14. Τέλος ο Κωνσταντίνος διαίρεσε την αυτοκρατορία σε «επαρχότητες» (praefecturae)· κάθε επαρχότητα περιλάμβανε περισσότερες διοικήσεις και κάθε διοίκηση περισσότερες επαρχίες. Οι επαρχίες δηλαδή αποτέλεσαν τμήματα διοικήσεων και οι διοικήσεις τμήματα των επαρχοτήτων, έτσι ώστε διαμορφώθηκε ένα συγκεντρωτικό και ιεραρχικά οργανωμένο διοικητικό σύστημα. Αρχικά η έκταση και ο αριθμός των επαρχοτήτων δεν ήταν σταθερός, αργότερα όμως, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, διαμορφώθηκαν σταθερά τα όριά τους.

Η αχανής επαρχότητα της Ανατολής (praefectura praetorio per Orientem) αποτελείτο από τις 5 διοικήσεις της Αιγύπτου (Aegyptus) Ανατολής (Oriens) Πόντου (Pontus) Ασιανής (Asiana) και Θράκης (Thracia) δηλ. από την Αίγυπτο και Λιβύη (την Κυρηναϊκή) την Εγγύς Ανατολή και τη Θράκη. Δίπλα σ’ αυτήν οργανώθηκε το Ιλλυρικό (praefectura praetorio per Illyricum) που αποτελούσαν οι διοικήσεις της Δακίας (Dacia) και Μακεδονίας (Macedonia) δηλαδή η Ελλάδα και τα κεντρικά Βαλκάνια. Η Ιταλική επαρχότητα (praefectura praetorio Illyrici, Italiae et Africae) περιλάμβανε εκτός από την Ιταλία το μεγαλύτερο τμήμα της Λατινικής Αφρικής όσο και τη Δαλματία (Dalmatia) Παννονία (Pannonia) Νορικό (Noricum) και Ραίτια (Raetia). Η Γαλατική επαρχότητα (praefectura praetorio Galliarum) αποτελείτο από την Ρωμαϊκή Βρεταννία και Γαλλία, την Ιβηρική Χερσόνησο και το απέναντί της δυτικό τμήμα της Μαυριτανίας. Έτσι κάθε επαρχότητα περιλάμβανε τα εδάφη που περικλείουν πολλά σημερινά κράτη. Επικεφαλής κάθε επαρχότητας ήταν ο έπαρχος των Πραιτωρίων, αν και συχνά το αξίωμα τούτο ασκήθηκε συλλογικά από δύο επάρχους. Ο έπαρχος των πραιτωρίων της Ανατολής (με έδρα την Κωνσταντινούπολη) και της Ιταλίας (Ρώμη) ήταν οι δύο ανώτατοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας. Ακολουθούσαν στην ιεραρχία οι έπαρχοι των πραιτωρίων του Ιλλυρικού, με έδρα τη Θεσσαλονίκη και της Γαλατίας.

Ο Μέγας Δουξ Αλέξιος Απόκαυκος (1341-1345) στο έδρανό του.
Ο Μέγας Δουξ Αλέξιος Απόκαυκος (1341-1345) στο έδρανό του_πηγή wikipedia

Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του διοικητικού συστήματος του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου ήταν όπως ελέχθη ο ουσιαστικός χωρισμός της στρατιωτικής από την πολιτική εξουσία. Την πολιτική διοίκηση της επαρχίας ασκούσε αποκλειστικά ο διοικητής της, την στρατιωτική εξουσία ασκούσε ο Δουξ (dux) που διοικούσε τα στρατεύματα μιας ή περισσότερων επαρχιών. Η αρχή αυτή εφαρμόσθηκε σχολαστικά σε ολόκληρη την επαρχιακή διοίκηση. Ακόμη και το αξίωμα του επάρχου των πραιτωρίων, που ήταν η μοναδική κυβερνητική θέση της εποχής του Διοκλητιανού, η οποία συνδύαζε πολιτική και στρατιωτική εξουσία, έχασε με τον Κωνσταντίνο οριστικά την αρχική στρατιωτική του σημασία και μετατράπηκε σε καθαρά πολιτικό αξίωμα. Ωστόσο και με την μορφή αυτή διατήρησε κατά τη διάρκεια της πρώτης Βυζαντινής εποχής εξαιρετικά ευρείες αρμοδιότητες.

Οι έπαρχοι των πραιτωρίων επιχείρησαν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την εξουσία που κατείχαν ως εκπρόσωποι του αυτοκράτορα, με ασυγκάλυπτο ανταγωνισμό προς τα όργανα της κεντρικής διοικήσεως. Η εξουσία τους αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα της πρώιμης Βυζαντινής διοικήσεως και χαρακτηρίζει κατά κάποιο τρόπο ολόκληρο το σύστημα. Από την άλλη όμως μεριά οι αυτοκράτορες προσπαθούσαν συστηματικά να περιστείλουν τη δύναμη των επάρχων των πραιτωρίων, περιόριζαν το χώρο της επιρροής τους, υποστηρίζοντας φανερά τους αναπληρωτές (βικαρίους) δηλ. τους προϊσταμένους των διοικήσεων και προπαντός διευρύνοντας σε βάρος τους τις αρμοδιότητες ορισμένων οργάνων της κεντρικής διοικήσεως. Στον εσωτερικό αυτόν ανταγωνισμό ανάμεσα στους κυβερνητικούς φορείς βρίσκεται το δυναμικό στοιχείο στην εξέλιξη του διοικητικού συστήματος της πρώιμης Βυζαντινής εποχής.

Τόγα
Ένδυμα τόγα

Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη εξαιρέθηκαν από την αρμοδιότητα των επάρχων των πραιτωρίων. Οι πόλεις αυτές υπάγονταν σε ανεξάρτητους «πολίαρχους» (praefectus urbi). Αυτοί κατείχαν τις υψηλότερες θέσεις μέσα στην υπαλληλική ιεραρχία μετά τους επάρχους των πραιτωρίων. Ο έπαρχος της πόλεως θεωρούνταν ο ανώτατος εκπρόσωπος της συγκλήτου και ενσάρκωνε κατά κάποιο τρόπο ό,τι είχε απομείνει από τις παλαιές δημοκρατικές παραδόσεις της αστικής διοικήσεως. Ήταν ο μοναδικός κρατικός αξιωματούχος που δεν φορούσε στρατιωτική στολή, αλλά την «τόγα» (toga) το ένδυμα του Ρωμαίου πολίτη. Ο έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως (ο «έπαρχος της πόλεως») διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη ζωή της πρωτεύουσας τόσο κατά την πρώιμη όσο και κατά τη μεταγενέστερη Βυζαντινή περίοδο. Ασκούσε τη δικαστική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη, φρόντιζε για τη διατήρηση της ησυχίας και της τάξεως όπως και για την προμήθεια των ειδών διατροφής της πρωτεύουσας. Εκτός τούτου ασκούσε άμεσο έλεγχο σ’ ολόκληρη την οικονομία της πόλεως, στο εμπόριο και στη βιοτεχνία της.

Με την αυτόνομη διοίκηση της Κωνσταντινουπόλεως και της Ρώμης περιορίσθηκε αισθητά η εξουσία των επάρχων των πραιτωρίων. Ακόμη περισσότερο περιορίσθηκε όμως με την ανάπτυξη της κεντρικής διοικήσεως, που εισήγαγε ο Μ. Κωνσταντίνος. Πιο σημαντικός αξιωματούχος της κεντρικής διοικήσεως έγινε τώρα ο magister officiorum, που ενώ παλαιότερα ήταν άσημος υπάλληλος, περιβλήθηκε τώρα μεγάλη εξουσία, κυρίως σε βάρος της διοικήσεως της επαρχότητας. Σ’ αυτόν υπάγονταν όλα τα officia του κράτους, δηλ. ολόκληρη η διοίκηση της αυτοκρατορίας, φυσικά και η επαρχιακή. Τα officia, δηλ. τα γραφεία των επί μέρους διοικητικών κλάδων με τους αναρίθμητους υπαλλήλους, ήταν στην πραγματικότητα οι τροχοί της γραφειοκρατικής διοικητικής μηχανής. Στο ιδιαίτερό του όμως officium ανήκαν οι agentes in rebus, που διέτρεχαν τις επαρχίες ως αυτοκρατορικοί ταχυδρόμοι και κρατικοί πράκτορες (curiosi) με ειδική αποστολή να παρακολουθούν τη δράση και τα φρονήματα των υπαλλήλων και των υπηκόων. Αποτέλεσαν ένα ισχυρό σώμα, το οποίο κατά τα μέσα του 5ου αιώνα αριθμούσε μόνο στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας περισσότερα από 1200 στελέχη.

Στρατιωτικές μονάδές Scholae Palatinae (Σχολές Παλατίνων)

Ο magister officiorum είχε ακόμη και την ευθύνη της προσωπικής ασφάλειας του αυτοκράτορα και για τον σκοπό αυτό ήταν διοικητής των Scholae Palatinae, των μονάδων της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής. Παράλληλα ήταν ο πρώτος τελετάρχης, που επέβλεπε ολόκληρη την τελετουργική ζωή της Αυλής. Με τον τρόπο αυτό είχε μια ακόμη σπουδαία κρατική αρμοδιότητα. Δεχόταν τις ξένες αποστολές και ρύθμιζε όλα τα θέματα που αφορούσαν στις επαφές με τις ξένες χώρες. Τέλος, από τα τέλη του 4ου αιώνα, ανέλαβε και τη διοίκηση του αυτοκρατορικού ταχυδρομείου (cursus publicus) που διοικούσαν αρχικά οι έπαρχοι των πραιτωρίων.

Μετά τον magister officiorum, το πιο σπουδαίο αξίωμα της κεντρικής διοικήσεως από τον Μ. Κωνσταντίνο και εξής ασκούσε ο quaestor sacri palatii ήτοι ο «υπουργός» της δικαιοσύνης. Ήταν αρμόδιος για την επεξεργασία των νομοσχεδίων και προσυπέγραφε τα αυτοκρατορικά διατάγματα. Υπεύθυνοι επί των οικονομικών ήταν οι διευθυντές του δημόσιου ταμείου (fiscus) και του ιδιωτικού ταμείου του αυτοκράτορα (res privatae) που από την εποχή του Κωνσταντίνου έφεραν τον τίτλο comes sacrarum largitionum και comes rerum privatarum. Η σημασία τους όμως περιορίσθηκε αρκετά, όταν οι βασικοί επαρχιακοί φόροι, ή annona, περιήλθαν στην άμεση αρμοδιότητα των επάρχων των πραιτωρίων.

Οποιοδήποτε λειτούργημα είχε σχέση με το πρόσωπο του αυτοκράτορα αποκτούσε σιγά – σιγά ιδιαίτερη σπουδαιότητα· έτσι αυξήθηκε η σπουδαιότητα του sacrum cubiculum, που είχε την ευθύνη για τη διαχείριση του ιδιωτικού οίκου του αυτοκράτορα και κυρίως της αυτοκρατορικής ιματιοθήκης (sacra vestis). Ο praepositus sacri cubiculi ήταν από τους ανώτερους και ισχυρότερους αξιωματούχους. Όταν μάλιστα τον θρόνο κατείχε ανίσχυρος ηγεμόνας, ο «μέγας θαλαμηπόλος» του ήταν συχνά ο ισχυρότερος άνδρας της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με ανατολικά πρότυπα, οι praepositi sacri cubiculi ήταν σχεδόν πάντοτε ευνούχοι, όπως επίσης και οι περισσότεροι αυλικοί υπηρέτες που υπάγονταν σε αυτούς.

Υπατικό δίπτυχο του Φιλοξένου, με προσωποποίηση της Συγκλήτου («σοφή Γερουσία») στο κατώτερο τμήμα. Κωνσταντινούπολη, 525. © copyrights Bibliothèque nationale de France
Υπατικό δίπτυχο του Φιλοξένου, με προσωποποίηση της Συγκλήτου («σοφή Γερουσία») στο κατώτερο τμήμα. Κωνσταντινούπολη, 525. © copyrights Bibliothèque nationale de France

Η Σύγκλητος της Κωνσταντινουπόλεως, που συνέστησε ο Κωνσταντίνος, ήταν βασικά ένα συμβουλευτικό σώμα. Η σύγκλητος, που ήδη κατά τη Ρωμαϊκή εποχή είχε χάσει αρκετή από την παλαιά δύναμή της μπροστά στον αυξανόμενο αυτοκρατορικό δεσποτισμό, περιορίσθηκε φυσιολογικά ακόμη περισσότερο στο Βυζάντιο. Ωστόσο δεν μειώθηκε τελείως και αμέσως ο ρόλος της ως συνταγματικού παράγοντα και νομοθετικού σώματος, αλλά αντίθετα συνεχίσθηκε για μακρό χρόνο, ώσπου να σβήσει οριστικά η παλαιά αίγλη της.

Η σύγκλητος της Κωνσταντινουπόλεως, αν και απλώς σκιά της παλαιάς Ρωμαϊκής συγκλήτου, διαδραμάτισε για πολλούς αιώνες αξιόλογο ρόλο στη ζωή του Βυζαντινού κράτους. Βέβαια δέσποζε πάντοτε η θέληση του αυτοκράτορα, πλην όμως η σύγκλητος συνέπραττε συμβουλευτικά στη νομοθεσία και μερικές φορές ήταν ο χώρος εξαγγελίας των νέων νόμων. Ετοίμαζε νομοσχέδια (senatus consulta) τα οποία εφόσον ενέκρινε ο αυτοκράτορας, είχαν ισχύ νόμου. Πολλοί νόμοι εξαγγέλλονταν στη σύγκλητο πριν δημοσιευθούν. Μπορούσε ακόμη, με εντολή του αυτοκράτορα, να λειτουργήσει ως ανώτατο δικαστήριο. Την πιο σπουδαία όμως αποστολή της ασκούσε η σύγκλητος όταν άλλαζε η διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, οπότε είχε το δικαίωμα της εκλογής και της αναγορεύσεως του νέου αυτοκράτορα.

Όσο χρόνο κυβερνούσε ο αυτοκράτορας, η σύγκλητος ασκούσε μηδαμινή επιρροή· σε περιπτώσεις όμως χηρείας του θρόνου η επιρροή της ήταν μεγάλη. Είναι βέβαια γεγονός ότι ο λόγος της συγκλήτου δεν είχε βαρύτητα σε όλες τις περιπτώσεις διαδοχής του θρόνου. Όταν ο αυτοκράτορας είχε ορίσει ή στέψει συναυτοκράτορα τον διάδοχό του, η έγκριση της συγκλήτου ήταν τυπική. Όταν όμως μεσολαβούσε χηρεία, χωρίς προηγουμένως να έχει ορισθεί διάδοχος του θρόνου ή δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα από την πλευρά κάποιου εκπροσώπου της βασιλικής δυναστείας (άνδρα ή γυναίκας) τότε βέβαια την απόφαση για τη διαδοχή του θρόνου έπαιρναν η σύγκλητος και η ηγεσία του στρατεύματος.

Μέλη της συγκλήτου της Κωνσταντινουπόλεως ήταν δικαιωματικά οι απόγονοι της Ρωμαϊκής συγκλητικής τάξεως. Αν και ο Κωνστάντιος καθιέρωσε τη νομική ισοτιμία της συγκλήτου της πρωτεύουσας με τη σύγκλητο της Ρώμης, εν τούτοις ο Μεγ. Κωνσταντίνος πέτυχε να προσελκύσει μεγάλο ποσοστό από τους εκπροσώπους της παλαιάς Ρωμαϊκής συγκλητικής αριστοκρατίας στην Κωνσταντινούπολη. Μέλη της Βυζαντινής συγκλήτου έγιναν οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι των τριών ανώτερων τάξεων, οι illustres, spectabiles και clarissimi. Στην ουσία οι συγκλητικοί, τόσο οι απόγονοι της παλαιάς αριστοκρατίας όσο και οι εκπρόσωποι της νέας τάξεως των ευγενών υπαλλήλων, ήσαν πλούσιοι μεγαλοκτηματίες. Στο γεγονός αυτό καθώς και στη θέση τους στην υπηρεσία του αυτοκράτορα οφείλεται το κύρος αυτής της υψηλής κοινωνικής τάξεως και όχι στη συγκλητική της ιδιότητα. Οι περισσότεροι συγκλητικοί, ο αριθμός των οποίων έφθασε στα μέσα του 4ου αιώνα τις δύο χιλιάδες, προτιμούσαν να ζουν στα αγροκτήματά τους. Ως ενεργά μέλη της συγκλήτου δρούσαν στην ουσία μόνο οι εκπρόσωποι της ανώτερης και αριθμητικά μικρότερης τάξεως των illustres, που κατείχαν τα ανώτατα αξιώματα της αυτοκρατορίας.

Από τα μέσα του 6ου αιώνα οι ανώτατοι υπάλληλοι έλαβαν τον νέο τίτλο gloriosi. Η γενναιοδωρία των αυτοκρατόρων στην απονομή των τίτλων συνετέλεσε στη σταδιακή μείωση της αξίας των τιμητικών διακρίσεων. Όταν η τάξη των clarissimi απλώθηκε προοδευτικά σε ευρύτερους κύκλους, οι πρώτοι τιτλούχοι ανυψώθηκαν στην τάξη των spectabiles, οι πρώην spectabiles ανήλθαν στην τάξη των illustres, ενώ για τους μέχρι τώρα illustres επινοήθηκε η νέα και ανώτατη κατηγορία των gloriosi. Εδώ έχουμε μια κλασική περίπτωση υποτιμήσεως τίτλων, που εμφανίσθηκε και πάλι σε μεγαλύτερη έκταση στη μεταγενέστερη Βυζαντινή εποχή.

Παράλληλα με τη σύγκλητο λειτουργούσε ως συμβουλευτικό σώμα του αυτοκράτορα το sacrum consistorium, σύμφωνα με το πρότυπο του παλαιού consilium principis. Τα τακτικά του μέλη, οι consistorii, προέρχονταν από τις τάξεις των ανώτατων υπαλλήλων της κεντρικής διοικήσεως. Εκτός απ’ αυτούς μερικές φορές στις διαβουλεύσεις συμμετείχαν και συγκλητικοί, που δεν ανήκαν στο consistorium. Αντίθετα οι έπαρχοι των πραιτωρίων, που ήταν αρχικά τα πιο σημαίνοντα μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου, αποκλείσθηκαν από το σώμα αυτό. Το νέο όνομα του συμβουλίου του θρόνου οφείλεται στο γεγονός, ότι τα μέλη του έπρεπε να στέκονται όρθια (consistere) μπροστά στον αυτοκράτορα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που διαφωτίζει τη σχέση του συμβουλίου αυτού προς τον ηγεμόνα είναι ότι οι συνεδριάσεις του ονομάσθηκαν silentium, και όταν συμμετείχαν και συγκλητικοί, silentium et conventus. Ο εκφραστικός αυτός όρος καθιερώθηκε αργότερα ως επίσημη ονομασία του αυτοκρατορικού συμβουλίου. Το μεταγενέστερο σιλέντιον δεν ήταν πια τακτικό σώμα, αλλά λειτουργούσε περιστασιακά με εντολή του αυτοκράτορα, όταν έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις πάνω σε σοβαρές κρατικές υποθέσεις. Από την άλλη μεριά ο όρος κονσιστόριον χαρακτήριζε στους μέσους χρόνους του Βυζαντίου μόνο την επίσημη εμφάνιση των ανωτάτων υπαλλήλων στις τελετές της Αυλής.

Ενώ οι μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου αποκατέστησαν τη διοίκηση και στερέωσαν την εξουσία του κράτους, οι ευρύτερες μάζες εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Οι coloni, που αποτελούσαν την πλειονότητα των χωρικών και στην ύστερη Ρωμαϊκή εποχή, ήταν ο βασικός φορέας της αγροτικής παραγωγής και υπάγονταν όλο και περισσότερο στο σύστημα της κληρονομικής προσκολλήσεως στη γη. Το φορολογικό σύστημα του Διοκλητιανού χειροτέρεψε τη θέση τους και επιτάχυνε την εξέλιξη αυτή. Η παλαιά φορολογία, που καταβάλλονταν σε νόμισμα, έχασε την αξία της εξ αιτίας της υποτιμήσεως του νομίσματος και έτσι προτιμήθηκαν ιδιαίτερα οι πληρωμές σε είδος.

Οι έκτακτες αυτές πληρωμές, που εισήχθηκαν σε κρίσιμη εποχή, έγιναν από τον Διοκλητιανό μόνιμες. Έτσι προήλθε η γνωστή annona, η οποία στο εξής θα αποτελούσε τη βασική φορολογία και την κύρια πηγή εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Το βάρος της φορολογίας αυτής έπεσε αποκλειστικά στους ώμους των χωρικών. Σύμφωνα με το φορολογικό σύστημα του Διοκλητιανού, την capitatio-iugatio, ο συνδυασμός κεφαλικού και κτηματικού φόρου αποτέλεσε το κύριο συστατικό της annona. Φορολογική μονάδα είναι τόσο το iugum, ένα τμήμα γης με ορισμένο μέγεθος και ορισμένη τιμή, όσο και το caput, ο ιδιοκτήτης που το καλλιεργεί. Στην τελική εκτίμηση μετριούνται βέβαια χωριστά τα iuga και τα capita, ωστόσο, σύμφωνα με το διοκλητιάνειο σύστημα, ένα iugum δεν μπορεί να φορολογηθεί, αν δεν ανήκει σε ένα caput και αντίστροφα.

Αναγκαστικά λοιπόν το δημόσιο ταμείο έπρεπε να εξισορροπήσει τα iuga και τα capita, αποδίδοντας τα διαθέσιμα iuga σε αντίστοιχα capita. Ωστόσο η διαδικασία αυτή δεν ήταν πάντοτε εύκολη, εξ αιτίας της ισχυρής μειώσεως του πληθυσμού, της αστάθειας και της αβεβαιότητας, που ανάγκαζε τους χωρικούς να περιφέρονται εδώ και εκεί. Γι’ αυτό οι κρατικές αρχές έκαναν τα πάντα για να προσδέσουν το ελεύθερο caput στο διαθέσιμο iugum. Με τον χρόνο το σύστημα αυτό της capitatioiugatio στέρησε την ελευθερία σε μεγάλους αγροτικούς πληθυσμούς. Οι κάτοικοι των πόλεων, που δεν διέθεταν κτήματα, εξαιρέθηκαν από την annona και έτσι βρέθηκαν σε πλεονεκτική θέση. Από την εποχή όμως του Κωνσταντίνου επιβλήθηκε στους πληθυσμούς των πόλεων, που ασκούσαν το εμπόριο και την βιοτεχνία, βαρειά φορολογία, η auri lustralis collatio.

Η έλλειψη αγροτικών εργατικών χεριών οδήγησε στην εφαρμογή ενός σπουδαίου για τα οικονομικά του Βυζαντίου φορολογικού θεσμού, της επιβολής (adiectio sterilium). Το σύστημα αυτό αναπτύχθηκε αρχικά στην Αίγυπτο κατά την εποχή των Πτολεμαίων, όταν χέρσα κρατικά εδάφη δόθηκαν για υποχρεωτική εκμετάλλευση σε ιδιώτες κτηματίες με την υποχρέωση να πληρώνουν τους αντίστοιχους φόρους. Το σύστημα αυτό γενικεύθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία από τα τέλη του τρίτου αιώνα και εφαρμόσθηκε όχι μόνο στα δημόσια κτήματα αλλά και στις ακαλλιέργητες ιδιωτικές εκτάσεις.

Το Ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα κατέρρευσε οριστικά στον τρίτο αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να ανέβουν οι τιμές αλλά και να γίνει στροφή προς τη συναλλαγή και την ανταλλακτική οικονομία. Στη Δύση επικράτησε η ανταλλακτική αυτή οικονομία και απέβη το κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής ζωής στα μεσαιωνικά βασίλεια, αν και διατηρήθηκε για πολύ ακόμη χρόνο το νομισματικό σύστημα. Στην οικονομικά ανθηρότερη Ανατολή επικράτησε και πάλι η νομισματική συναλλαγή, ενώ η ανταλλακτική οικονομία επιβίωσε για αρκετό χρόνο. Η ισχυροποίηση των χρηματικών συναλλαγών στο Βυζάντιο φαίνεται καθαρά στο γεγονός, ότι η annona, καθώς και οι λοιπές εισφορές σε είδος μετατρέπονται με αυξανόμενο ρυθμό σε νομισματικές πληρωμές.

κατάλογοςΟ Μεγ. Κωνσταντίνος εισήγαγε ένα νέο και σταθερό νομισματικό σύστημα. Βάση του συστήματος αυτού ήταν ο χρυσός solidus, με καθαρό βάρος χρυσού 4,48 γραμμάρια, δηλαδή 72 solidi αποτελούσαν μία λίβρα χρυσού. Εκτός τούτου υπήρχε η ασημένια seliqua, με βάρος 2,24 γραμμάρια, που αντιστοιχούσε στο 1/24 του solidus, όταν βέβαια η αξία του αργύρου ισοδυναμούσε με 1:12 προς τον χρυσό. Το νομισματικό αυτό σύστημα αποδείχθηκε εντυπωσιακά σταθερό για μακρό χρόνο. Ο solidus του Κωνσταντίνου (Ελληνικά νόμισμα, αργότερα υπέρπυρον) έγινε η βάση του Βυζαντινού νομισματικού συστήματος για χίλια ολόκληρα χρόνια και ήταν για πολλούς αιώνες το κατ’ εξοχήν νόμισμα του διεθνούς εμπορίου. Βέβαια μεσολάβησαν εποχές σοβαρής κρίσεως· ωστόσο η αξία του άρχισε να υποτιμάται αισθητά μόνο κατά τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν δηλ. άρχισε να κλονίζεται η ίδια η αυτοκρατορία.

Θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις επέφεραν ο Διοκλητιανός και ο Κωνσταντίνος και στην οργάνωση του στρατού. Στην προηγούμενη περίοδο, των αυτοκρατορικών χρόνων, τον στρατό απάρτιζαν στην ουσία οι δυνάμεις που φρουρούσαν τα σύνορα. Όλες σχεδόν οι μονάδες ήταν διαταγμένες στις οχυρωματικές γραμμές κατά μήκος των αχανών Ρωμαϊκών συνόρων. Έλειπαν ευκίνητα σώματα και ισχυρή οπισθοφυλακή στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Βασικά μόνο η πραιτωριανή φρουρά της Ρώμης υπήρχε για τον σκοπό αυτό.

Από καιρό όμως είχε γίνει κατανοητό, ότι το σύστημα αυτό δεν επαρκούσε για τις αυξημένες στρατιωτικές υποχρεώσεις· κατέρρευσε άλλωστε οριστικά μέσα στην δίνη των κρίσιμων περιστάσεων του τρίτου αιώνα. Ο Διοκλητιανός αρχικά είχε ενισχύσει αισθητά τον μεθοριακό στρατό. Υπήρχε όμως άμεση ανάγκη, όχι μόνο για στρατιωτικούς αλλά και για πολιτικούς λόγους, να σχηματισθεί ισχυρός και ευκίνητος στρατός στο εσωτερικό, που να αποτελέσει τόσο την εφεδρεία για την αντιμετώπιση μεγάλων εχθρικών εισβολών όσο και τον στυλοβάτη της αυτοκρατορικής εξουσίας απέναντι σε κάθε πραξικοπηματική δραστηριότητα στο εσωτερικό. Τη διπλή αυτή αποστολή έμελλε να εκπληρώσει το σώμα exercitus comitatensis, που ίδρυσε ο Διοκλητιανός και επαύξησε ο Κωνσταντίνος. Το σώμα των comitatenses είχε εντελώς διαφορετικό ρόλο και άλλη βαρύτητα από την παλαιά πραιτωριανή φρουρά.

«Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου» του Ρούμπενς
«Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου» του Ρούμπενς

Η τελευταία, που ήταν γνωστή για την απείθειά της όπως και για την τάση της να υποστηρίζει σφετεριστές του θρόνου, παραμερίσθηκε από τον Διοκλητιανό και καταργήθηκε οριστικά από τον Κωνσταντίνο μετά τη μάχη στη γέφυρα Μολιβίου. Η νέα αυτοκρατορική φρουρά έγινε σύντομα ο πυρήνας του Ρωμαϊκού στρατού, διότι ο Κωνσταντίνος δεν δίστασε να προωθήσει σημαντικά τους comitatenses σε βάρος των μεθοριακών μονάδων, που είχε πρόσφατα ενισχύσει ο Διοκλητιανός. Με τον τρόπο όμως αυτό το σώμα του exercitus comitatensis έχασε τον αρχικό του χαρακτήρα ως σωματοφυλακή. Τα επίλεκτα τμήματά του ονομάσθηκαν τιμητικά palatini, ενώ η κύρια σωματοφυλακή απαρτίσθηκε από την schola palatina κάτω από την εξουσία του magister officiorum.

Από τους χρόνους του Μ. Κωνσταντίνου την αρχηγεία του στρατεύματος ασκούσε ο magister militum, αν και στην αρχή το πεζικό διοικούσε ο magister peditum, ενώ το ιππικό ο magister equitum. Η διαίρεση αυτής της στρατιωτικής διοικήσεως ήταν οπωσδήποτε ένα προληπτικό μέτρο, ώστε οι δύο ανώτατοι διοικητές να μη καταστούν ποτέ πολύ επικίνδυνοι για την αυτοκρατορική εξουσία. Ωστόσο η ιδιόμορφη αυτή διαίρεση γρήγορα καταργήθηκε και θεωρήθηκε επαρκής ασφάλεια, αν διορίζονταν σε κάθε αυτοκρατορική πρωτεύουσα δύο ισότιμοι αρχηγοί με τον διπλό τίτλο magister equitum et peditum praesentalis.

Στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας διορίσθηκαν ακόμη τρεις στρατιωτικοί διοικητές με τοπικά περιορισμένη εξουσία, οι magistri militum per Orientem, per Thracias και per Illyricum. Είχαν στην εξουσία τους τους σταθμευμένους στίς επαρχίες τους comitatenses όπως και τους στρατηγούς (duces) που διοικούσαν τις μεθοριακές μονάδες στις διάφορες επαρχίες, ενώ οι δύο magistri militum praesentales ορίζονταν αρχηγοί της φρουράς των ανακτόρων. Έτσι στην πρώτη Βυζαντινή εποχή υπήρχαν πέντε ανώτατοι διοικητές του στρατεύματος με διαχωρισμένες αρμοδιότητες. Και οι πέντε υπάγονταν απ’ ευθείας στον αυτοκράτορα, ο οποίος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του την ανώτατη στρατιωτική εξουσία.

Με την ίδρυση του ισχυρού και ευέλικτου σώματος των comitatenses ο μεθοριακός στρατός των limitanei αναπτύχθηκε ως ένα ειδικό σώμα με ειδική αποστολή την υπεράσπιση των συνόρων. Οι σταθμευμένοι στα ακριτικά οχυρά στρατιώτες αποκτούν ως αμοιβή για τη στρατιωτική τους υπηρεσία αγροτικά τεμάχια και σχηματίζουν μία τάξη μόνιμα εγκαταστημένων στρατιωτών, που συντηρούνται με τα έσοδα από τα κτήματά τους και φροντίζουν για την άμυνα των συνόρων. Ο θεσμός αυτός επέζησε για πολλούς αιώνες στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Χαρακτηριστικό φαινόμενο της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής εποχής είναι η σταδιακή αύξηση του βαρβαρικού στοιχείου στο στρατό. Το ικανότερο και αξιολογότερο τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού απαρτίζεται από βαρβάρους, ιδιαίτερα από Γερμανούς και από τους υποτελείς στο Βυζάντιο Ιλλυριούς. Ο αριθμός των ξένων μισθοφόρων αυξάνεται συνεχώς, και από τον τέταρτο αιώνα ευπατρίδες βάρβαροι εισέρχονται προοδευτικά στις τάξεις των αξιωματικών. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι κερδίζει σε σημασία το ιππικό, γεγονός που οφείλεται στην ανάγκη να προσαρμοσθεί η πολεμική τακτική στις μεθόδους του νεοπερσικού στρατού των Σασσανιδών, που στήριζε τη στρατιωτική του ισχύ βασικά στις έφιππες μονάδες του.

Η μετάθεση του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας στην Ανατολή προσδιορίσθηκε κατά πρώτο λόγο από τα μεγάλα οικονομικά αποθέματα της πυκνοκατοικημένης pars orientalis και ύστερα από τα νέα στρατιωτικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία στην Ανατολή. Στην περιοχή του Κάτω Δούναβη εισέβαλλαν οι βάρβαροι από το βορρά, και στην εγγύς Ανατολή αυξανόταν η πίεση από μέρους των Νεοπερσών της σασσανιδικής δυναστείας. Η αυτοκρατορία αυτή των Σασσανιδών ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από ό,τι το βασίλειο των Πάρθων, το οποίο διαδέχθηκε. Όπως οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες παρουσιάζονταν ως διάδοχοι των Ρωμαίων καισάρων έτσι και οι Σασσανίδες πίστευαν ότι είναι κληρονόμοι των αρχαίων Αχαιμενιδών και διεκδικούσαν όλα τα εδάφη που ανήκαν άλλοτε στο παλαιό βασίλειο των Περσών. Ο Περσικός κίνδυνος εμφανίσθηκε ήδη από τα μέσα του 3ου αιώνα και εξακολούθησε να απειλεί σοβαρά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία σε όλο το διάστημα της πρώτης περιόδου της ιστορίας της. Ο πόλεμος κατά των Μεγάλων Βασιλέων της Περσίας έγινε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά και στρατιωτικά προβλήματα του Βυζαντινού κράτους.

Μαξιμιανός
Μαξιμιανός

Πρώτος ο Διοκλητιανός αντιμετώπισε τη νέα κατάσταση, όταν κράτησε για τον εαυτό του το ανατολικό τμήμα και εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στη Νικομήδεια, ενώ παραχώρησε το δυτικό τμήμα στον συναυτοκράτορά του Μαξιμιανό. Ο Κωνσταντίνος όμως ήταν εκείνος που έδωσε στην αυτοκρατορία ένα ισχυρό κέντρο στην Ανατολή, όταν ανοικοδόμησε την αρχαία Ελληνική αποικία, το Βυζάντιο, στις ακτές του Βοσπόρου και την ανύψωσε σε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Η ανοικοδόμηση άρχισε τον Νοέμβριο του 324, αμέσως μετά τη συντριβή του Λικινίου, χάρη στην οποία ο Κωνσταντίνος επεξέτεινε την εξουσία του και στην Ανατολή. Τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας έγιναν πανηγυρικά στις 11 Μαΐου του 330.

Ελαχίστων πόλεων η ίδρυση είχε τόσο μεγάλη σημασία για την παγκόσμια ιστορία. Η επιλογή της τοποθεσίας υπήρξε μεγαλοφυής. Η νέα πρωτεύουσα, χτισμένη στα σύνορα δύο ηπείρων, λουσμένη ανατολικά από τον Βόσπορο, βόρεια από τον Κεράτιο, νότια από τη θάλασσα του Μαρμαρά και προσιτή από την ξηρά μόνο από μια πλευρά, βρισκόταν σε μοναδική στρατηγική θέση. Επί πλέον μπορούσε να ελέγχει την συγκοινωνία ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, όπως και τον θαλάσσιο διάδρομο από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και έτσι γρήγορα έγινε ο πιο σπουδαίος εμπορικός και συγκοινωνιακός κόμβος του τότε κόσμου. Μία ολόκληρη χιλιετηρίδα η Κωνσταντινούπολη έμελλε να αποτελέσει το κέντρο της κρατικής, οικονομικής και στρατιωτικής δραστηριότητας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, καθώς και το επίκεντρο της πνευματικής και εκκλησιαστικής της ζωής, και να επηρεάσει αποφασιστικά την πολιτική και την πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

Η Κωνσταντινούπολη την Βυζαντινή εποχή
Η Κωνσταντινούπολη την Βυζαντινή εποχή

Η νέα πρωτεύουσα αναπτύχθηκε ραγδαία, ενώ η Ρώμη έχανε διαρκώς σε σπουδαιότητα και πληθυσμό. Σε διάστημα εκατό χρόνων από την ίδρυσή της ξεπέρασε σε πληθυσμό τη Ρώμη και τον 6ο αιώνα πλησίαζε σχεδόν το μισό εκατομμύριο. Η Νέα Ρώμη έμελλε να πάρει τη θέση της Πρεσβυτέρας, να τη διαδεχθεί και να την αντικαταστήσει ως νέα πρωτεύουσα. Ακόμη και για την πολεοδομία της νέας πρωτεύουσας χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο η παλαιά, ενώ οι παλαιές παραδόσεις της Ρώμης συνδέθηκαν τώρα με το νέο κέντρο. Τα προνόμια που απολάμβανε η Ρώμη επεκτάθηκαν και στην Κωνσταντινούπολη και ο Μέγας Κωνσταντίνος έκανε ό,τι μπορούσε για να αυξήσει το μεγαλείο και τον πλούτο της νέας πρωτεύουσας. Διακόσμησε την πόλη με μεγαλόπρεπα κτίρια και μνημεία τέχνης, που μετέφερε εκεί από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Με ιδιαίτερο ζήλο επιδόθηκε στην ανοικοδόμηση ναών. Από την αρχή η Κωνσταντινούπολη πήρε Χριστιανικό χρώμα και από την αρχή το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της ήταν Ελληνόφωνο. Με τον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας και με την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας στο Βόσπορο ο Κωνσταντίνος έδωσε διπλή έκφραση στην ιστορική νίκη της Ανατολής.

Λίγα ζητήματα προκάλεσαν τόσο ατέρμονες και ζωηρές συζητήσεις στην ιστορική έρευνα και έλαβαν τόσο αντιφατικές απαντήσεις, όσο το πρόβλημα των σχέσεων του Κωνσταντίνου με τον Χριστιανισμό. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Κωνσταντίνος ήταν θρησκευτικά αδιάφορος και ότι υποστήριζε το Χριστιανισμό από καθαρά πολιτικούς λόγους. Άλλοι πιστεύουν στην ειλικρινή μεταστροφή του και δέχονται ότι αυτή αποτέλεσε τον αποφασιστικό λόγο για την αλλαγή της θρησκευτικής πολιτικής της αυτοκρατορίας. Έχουν προβληθεί πολλά επιχειρήματα και για τις δύο αυτές ερμηνείες. Πραγματικά είναι δυνατό να θεμελιώσει κανείς την άποψη, ότι ο Κωνσταντίνος προσχώρησε στον Χριστιανισμό από πεποίθηση, ενώ άλλα επιχειρήματα επιτρέπουν την υπόθεση ότι έμεινε πιστός στις αρχαίες εθνικές παραδόσεις. Τέλος υπάρχουν ενδείξεις, που οδηγούν στον συνδυασμό των δύο αντιφατικών υποθέσεων. Οπωσδήποτε η πολιτική σκοπιμότητα έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη στάση του Κωνσταντίνου. Είχε γίνει σε όλους φανερό, ακόμη και στον πιστό συνεργάτη του Διοκλητιανού, Γαλέριο, ότι εκείνος είχε χρεοκοπήσει με την τακτική των διωγμών και ότι η μεταφορά του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας προς την Ανατολή δεν μπορούσε να συμβιβασθεί με την εχθρική στάση απέναντι στον Χριστιανισμό.

Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι ο Κωνσταντίνος είχε πλούσια θρησκευτικά βιώματα στη ζωή του, που σχετίζονται τόσο με τον Χριστιανισμό όσο και με τις εθνικές θρησκείες, και επομένως δεν μπορεί να σταθεί η κατηγορία ή ο έπαινος ότι ήταν θρησκευτικά αδιάφορος. Δεν πρέπει ακόμη να λησμονηθεί ότι η θρησκευτικά ανήσυχη εποχή στην οποία έζησε ήταν εποχή θρησκευτικού συγκρητισμού, έτσι που η ταυτόχρονη προσκόλληση σε περισσότερες θρησκείες ήταν τότε κάτι εντελώς φυσιολογικό. Το αργότερο το 312 ο Κωνσταντίνος αναζήτησε την προστασία του Θεού των Χριστιανών και από τότε υποστήριζε σταθερά και με διαρκώς μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τον Χριστιανισμό.

Ωστόσο, τούτο δε σημαίνει ότι ήταν αποκλειστικά αφιερωμένος σ’ αυτόν, ότι είχε διαρρήξει κάθε δεσμό με τις εθνικές παραδόσεις, και ότι υπήρξε Χριστιανός στο βαθμό που ήταν αργότερα οι Βυζαντινοί διάδοχοί του. Είναι επίσης γνωστό ότι δεν αρνήθηκε να υποστηρίξει εθνικά θρησκευτικά έθιμα και ότι ακόμη και ο ίδιος τηρούσε μερικά απ’ αυτά, όπως μαρτυρεί η έντονη προσκόλλησή του στη λατρεία του θεού Ήλιου. Η θεώρηση του Χριστιανισμού ως της μόνης και αποκλειστικής θρησκείας ήταν εντελώς ξένη και αδιανόητη στον αιώνα του θρησκευτικού συγκρητισμού και φυσικά και στον «πρώτο Χριστιανό αυτοκράτορα». Πέρασε πολύς χρόνος ώσπου να επικρατήσει το πνεύμα της αποκλειστικότητας στο θρησκευτικό χώρο και ο Ρωμαϊκός κόσμος να αποδεχθεί τον Χριστιανισμό ως τη μόνη θρησκεία, που κατέχει την απόλυτη αλήθεια και αποκλείει κάθε άλλη διδασκαλία ως αίρεση. Φυσική βέβαια συνέπεια της νέας πολιτικής που χάραξε ο Κωνσταντίνος ήταν να καταλάβει η Χριστιανική πίστη μονοπωλιακή θέση στη Ρωμαιο-Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτό όμως έγινε αρκετά αργότερα. Πάντως όχι μόνο ο Κωνσταντίνος αλλά και οι διάδοχοί του ως το 379 διατήρησαν τον τίτλο του Pontifex Maximus.

Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας, τοιχογραφία του 18ου αιώνα στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι_πηγή wikipedia
Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας, τοιχογραφία του 18ου αιώνα στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι_πηγή wikipedia

Η πιο σαφής έκφραση του εκχριστιανισμού του Ρωμαϊκού κράτους στην εποχή του Μεγ. Κωνσταντίνου με σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον του, ήταν η σύγκληση της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325) της πρώτης από τις οικουμενικές συνόδους που έθεσαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των κανόνων της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της. Αν και δεν ήταν τότε τυπικά μέλος της Εκκλησίας (το βάπτισμα το δέχθηκε, όπως είναι γνωστό, στην επιθανάτια κλίνη) ωστόσο ήταν ο πραγματικός αρχηγός της, δίνοντας έτσι και στο σημείο αυτό το πρότυπο για τους διαδόχους του στο θρόνο του Βυζαντίου.

Αντικείμενο των συζητήσεων ήταν η διδασκαλία του Αλεξανδρινού πρεσβύτερου Αρείου, που ως μονοθεϊστής δεν μπορούσε να δεχθεί την ισότητα Πατρός και Υιού και έτσι κατέληγε στην άρνηση της θεότητας του Χριστού. Η Αρειανική διδασκαλία καταδικάσθηκε, και διακηρύχθηκε το δόγμα του ομοουσίου μεταξύ του Πατρός και του Υιού, που διατυπώθηκε στο «Σύμβολο της πίστεως» της συνόδου. Τούτο συμπληρώθηκε από τη 2η Οικουμενική σύνοδο, της Κωνσταντινουπόλεως (381) και καθιερώθηκε ως η επίσημη ομολογία πίστεως της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας, που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος, απέφερε μεγάλα οφέλη και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και εντελώς νέα προβλήματα. Η Χριστιανική θρησκεία εξασφάλισε ισχυρή πνευματική ενότητα στο Βυζαντινό κράτος όπως και ισχυρό ηθικό έρεισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία. Η Εκκλησία αποκόμισε πλούσια υλική ενίσχυση από το κράτος, υποστηρίχθηκε απ’ αυτό στην ιεραποστολική της δράση και στον αγώνα της εναντίον των εχθρών της, κατέληξε όμως έτσι κάτω από την κηδεμονία του. Από την άλλη πλευρά το κράτος, που συνέδεσε τις τύχες του με την Εκκλησία, συμπαρασύρθηκε στις ατέρμονες διαμάχες των εκκλησιαστικών παρατάξεων. Οι δογματικές έριδες έπαψαν πια να είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας μόνον. Συνδυάσθηκαν με πολιτικές σκοπιμότητες και έτσι επηρέασαν όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας.

Μέγας Αθανάσιος - Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Μέγας Αθανάσιος – Πατριάρχης Αλεξανδρείας

Ωστόσο τα συμφέροντα του κράτους και της Εκκλησίας δεν ταυτίζονταν πάντα. Συχνά η συνεργασία οδήγησε σε σοβαρό ανταγωνισμό των δύο εξουσιών. Οι περιπλοκές αυτές, δηλ. η ανάμιξη του κράτους στις εκκλησιαστικές διαμάχες, η σύγκρουση ανάμεσα στις πολιτικές και θρησκευτικές σκοπιμότητες, η συνεργασία και τέλος ο ανταγωνισμός μεταξύ Εκκλησίας και κράτους εμφανίσθηκαν κιόλας στην εποχή του Κωνσταντίνου. Με τη συνοδική πράξη της Νικαίας δεν εξαφανίσθηκε οριστικά ο Αρειανισμός. Ο αυτοκράτορας, που όπως φαίνεται είχε αρχικά υποτιμήσει τη δύναμη των Αρειανών, άλλαξε τακτική και υποχρέωσε την Εκκλησία να δεχθεί πάλι στους κόλπους της τον Άρειο. Έτσι όμως ήρθε σε σύγκρουση με τον ορθόδοξο κλήρο και προ παντός με τον Αθανάσιο, που από το 328 ήταν Eπίσκοπος Αλεξανδρείας. Ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός ηγέτης συνέχισε αμείωτο τον αγώνα υπέρ της ορθοδοξίας ως το τέλος της ζωής του (375) και παρά τις αλλεπάλληλες εξορίες του.

Φλάβιος Μάγνος Μαγνέντιος
Φλάβιος Μάγνος Μαγνέντιος

Οι δογματικές διαμάχες είχαν ως αποτέλεσμα να οξυνθούν και οι σχέσεις μεταξύ των γιων του Κωνσταντίνου και να διευρυνθεί το χάσμα μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Ο Κωνστάντιος, που διοικούσε το ανατολικό τμήμα, υποστήριξε τον Άρειο, ενώ ο Κωνσταντίνος, που πέθανε νωρίς (340) και ο νεαρός Κώνστας, που διοικούσαν τη Δύση, έμειναν πιστοί στο δόγμα της Νικαίας. Η σύνοδος που συνήλθε στη Σαρδική (στα σύνορα των δύο αυτοκρατοριών) το φθινόπωρο του 343 απέτυχε να φέρει τη συμφιλίωση. Η πολιτική υπεροχή του νεότερου αδελφού, που κυριαρχούσε τώρα σε ολόκληρη τη Δύση, ανάγκασε τον Κωνστάντιο να υποχωρήσει και να αποκαταστήσει τους εξόριστους ορθόδοξους επισκόπους. Η πολιτική όμως ήττα του Αρειανισμού προκάλεσε τη διάσπασή του σε δύο παρατάξεις, τους λεγόμενους «ημιαρειανούς», που δεν δέχθηκαν το ομοούσιο αλλά το ομοιούσιο μεταξύ Πατρός και Υιού, και τους ριζοσπαστικούς οπαδούς του Ευνομίου, που εξακολουθούσαν να απορρίπτουν εντελώς το ομοούσιο. Ωστόσο η κατάσταση άλλαξε, όταν ο Κώνστας έπεσε στο πεδίο της μάχης πολεμώντας εναντίον του εθνικού σφετεριστή Φλάβιου Μάγνου Μαγνέντιου (Magnus Magnetius) και ο Κωνστάντιος νίκησε τον σφετεριστή σε μια πολύνεκρη μάχη το 351.

Η νίκη του αυτοκράτορα της Ανατολής αποκατέστησε την υπεροχή της pars orientalis. Όπως ο πατέρας του έτσι και ο Κωνστάντιος αγωνίσθηκε να επιβάλει την πολιτειακή ισοτιμία μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης, κι αυτό σήμαινε ουσιαστικά την αντικατάσταση της παλαιάς εθνικής Ρώμης από τη νέα Χριστιανική πρωτεύουσα. Όταν ο Κωνστάντιος επισκέφθηκε τη Ρώμη, απομάκρυνε από την αίθουσα της Ρωμαϊκής συγκλήτου τον βωμό της Θεάς Νίκης (Victoria) γεγονός συμβολικό για την οριστική κατάρρευση του αρχαίου κόσμου. Η νίκη του Κωνσταντίου σήμανε όμως ταυτόχρονα και τον θρίαμβο του Αρειανισμού. Η θέληση του αυτοκράτορα όφειλε να έχει απεριόριστη ισχύ στην Εκκλησία όπως και στο κράτος. Έτσι συνέτριψε την αντίσταση, που είχε αρχηγό τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας, και πέτυχε με τις συνόδους του Σιρμίου και του Ρίμινι (359) την ανακήρυξη του Αρειανισμού σε κρατικό δόγμα. Στο μεταξύ έγινε νέα διάσπαση των ημι αρειανών. Οι μετριοπαθείς πέρασαν στην αντίθετη παράταξη και πλησίασαν τους οπαδούς της Νικαίας, ενώ οι υπόλοιποι συνεταιρίσθηκαν με τους Ευνομιανούς, που με αρχηγό τον αυτοκράτορα αποτέλεσαν την κυρίαρχη παράταξη.

Ο Επίσκοπος Ουλφίλας κηρύττει το ευαγγέλιο στους Γότθους.
Ο Επίσκοπος Ουλφίλας κηρύττει το Ευαγγέλιο στους Γότθους.

Μεγαλύτερη ιστορική σημασία από την προσωρινή νίκη του Αρειανισμού μέσα στο Βυζαντινό κράτος είχε ωστόσο ο εκχριστιανισμός των Γότθων, που άρχισε την εποχή της επικρατήσεως των Αρειανών, με αποτέλεσμα τα Γερμανικά φύλα να γνωρίσουν τον Χριστιανισμό στην Αρειανική του ερμηνεία. Ο Ουλφίλας, που μετέφρασε την Βίβλο στα Γοτθικά, χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον αρειανό Ευσέβιο Νικομηδείας το 343· τα περισσότερα Γερμανικά φύλα έμειναν πιστά στην Αρειανική ομολογία για μακρό χρόνο μετά τη συντριβή του Αρειανισμού στο Βυζάντιο.

Τη φάση των θρησκευτικών ζυμώσεων της εποχής του Κωνσταντίου ακολούθησε η ειδωλολατρική αντίδραση με τον Ιουλιανό (361-63). Έτσι το πρόβλημα της συμβιώσεως του αρχαίου πολιτισμού με τη νέα πίστη, που ήταν καίριο για την πολιτιστική εξέλιξη του Βυζαντίου, μπήκε σε μια κρίσιμη φάση. Η γοητεία του αρχαίου κόσμου που χανόταν, η μεγάλη αγάπη για την τέχνη, την παιδεία και τη σοφία του, έκαναν τον τελευταίο εκπρόσωπο της δυναστείας του Κωνσταντίνου να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της νέας πίστεως. Οι ατέλειωτες διαμάχες ανάμεσα στις εκκλησιαστικές παρατάξεις φαινόταν ότι βοηθούσαν στην επιτυχία του εγχειρήματός του.

Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός (Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Αποστάτης)
Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός (Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Αποστάτης)

Οι εθνικοί υπερτερούσαν ακόμη αριθμητικά, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας και μάλιστα στη Ρώμη. Επίσης ο στρατός, με το μεγάλο ποσοστό βαρβάρων στις τάξεις του, ήταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό εθνικός. Υπήρχε, τέλος, σημαντικός αριθμός αποστατών από τη Χριστιανική θρησκεία. Παρ’ όλα αυτά ο Ιουλιανός δε μπόρεσε να οργανώσει αποτελεσματική εκστρατεία εναντίον του Χριστιανισμού. Στον αγώνα εναντίον της νέας πίστεως δεν ήταν παρά εκφραστής της μορφωμένης εθνικής αριστοκρατίας των νεοπλατωνικών φιλοσόφων και ρητόρων, στην οποία ανήκε. Στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και ειδικά στην Αντιόχεια, που διάλεξε για έδρα του, ο αυτοκράτορας δοκίμασε σοβαρές απογοητεύσεις.

Η εσωτερική αδυναμία του αγώνα του φάνηκε πολύ καθαρά, όταν θέλησε να οργανώσει το εθνικό ιερατείο με πρότυπο την εκκλησιαστική ιεραρχία. Ο ζήλος που έδειξε για την ανανέωση της εθνικής λατρείας όπως και η προσωπική του συμμετοχή στις θυσίες ζώων στους θεούς, προκάλεσαν τον χλευασμό και την αντίδραση όχι μόνο ανάμεσα στους κύκλους των Χριστιανών. Η απόπειρά του ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, όπως συμβαίνει με κάθε κίνηση που ενθουσιάζεται για το αρχαίο μόνο επειδή είναι αρχαίο και καταπολεμεί κάθε τι νέο, μόνο επειδή είναι νέο. Το έργο του θάφθηκε μαζί του, όταν χτυπημένος θανάσιμα από εχθρικό δόρυ πέθανε στη σκηνή του κατά τη διάρκεια της ριψοκίνδυνης εκστρατείας του στην Περσία. Η σύντομη αποτυχία του εγχειρήματός του αποτέλεσε άμεση απόδειξη για το ότι η νίκη του Χριστιανισμού ήταν πλέον ιστορική αναγκαιότητα.

Βιβλιογραφία

Stein, Geschichte Ι.

Bury, Later Roman Empire I

Piganiol, Empire chrétien.

H. St. L. B. Moss, The Formation of the East Roman Empire, Cambr. Med. Hist. IV, Part Ι (2η έκδ. 1966) 1 – 41.

G. Μathew, The Christian Background, σελ. 42-60.

Seeck, Untergang I – IV.

Lot, Fin du Monde Antique.

F. Heichelheim, Wirtschaftsgeschichte des Altertums, Leiden 1938, I 766 – 859, II 1191-1225.

Rostovtzeff, Gesellschaft und Wirtschaft.

Mickwitz, Geld und Wirtschaft.

Kornemann, Weltgeschichte II.

Η. Βengtson, Griechische Geschichte, München1977, 556 εξ.

W. Ensslin, The Reforms of Diocletian, Cambr. Ancient Hist. XII (1939) 383 – 408.

J. Burckhardt, Die Zeit Constantins des Grossen, Gesamtausgabe II, Stuttgart 1929.

Ε. Schwartz, Kaiser Constantin und die christliche Kirche, Leipzig – Berlin 1936.

Ν. Η. Baynes, Constantine the Great and the Christian Church, London 1929.

A. Piganiol, L’Empereur Constantin, Paris 1932.

Η. Gregoire, La «conversion» de Constantin, Revue de l’ Univ. de Bruxelles 34 (1930 – 1) 231 – 72.

Η. Gregoire, Nouvelles recherches constantiniennes, Byzantion 13 (1938) 551 – 93.

A. Alföldi, The Conversion of Constantine and Pagan Rome, Oxford 1948.

J. Vogt, Constantin der Grosse und sein Jahrhundert, München 1960.

Ν. Η. Baynes, Constantine’s Successors to Jovian, Cambr. Med. Hist. I (1911) 24 – 54.

Ρ. Allard, Julian I’apostat, 3 τομ. Paris 1900 – 3.

G. Negri, L’ imperatore Giuliano l’ apostata, Milano 1902.

J. Geffeken, Kaiser Julianus, Leipzig 1914.

J. Βidez, La vie de l’ empereur Julien, Paris 1930 (Γερμανική μετάφραση München 1940).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s