Ηράκλεια η Ποντική…… «Ιστορία» Μέμνωνος (μέρος 1ο)

Στο εξώφυλλο Χάρτης Ρωμαϊκής εποχής (264 π.Χ) με την Ηράκλεια υπογραμμισμένη (wikipedia)

από την Βιβλιοθήκη του Φωτίου Α’, Πατριάρχου του Βυζαντίου

απόδοση στην νεοελληνική Πυθεύς

Ελάχιστα είναι γνωστά για τον ιστορικό συγγραφέα Μέμνωνα, ο οποίος εκτιμάται ότι έζησε τον 1ο αιώνα της σύγχρονης εποχής.  Συνέγραψε την τοπική ιστορία της Ηράκλειας Ποντικής, σημαντικής Ελληνικής αποικίας στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Αποσπάσματα του έργου αυτού, τα οποία συνιστούν αφήγηση περί ακμής και παρακμής, ενός από τα προπύργια του Ελληνικού πολιτισμού, διεσώθησαν με την Μυριόβιβλο, έργο του λογίου Βυζαντινού Πατριάρχη Φώτιου Α’, το οποίο αναφερόταν σε πολλούς συγγραφείς εκκλησιαστικής και θύραθεν παιδείας. Η χρονική περίοδος που καλύπτει το διασωθέν έργο εκτείνεται από το τυραννικό καθεστώς του Κλεάρχου (364-353 π.Χ) έως την κατάληψη της πόλης από τους Ρωμαίους (70 π.Χ). 

Απάνθισμα κειμένων από διακόσιους ογδόντα συγγραφείς, η Μυριόβιβλος θεωρείται η πρώτη προσπάθεια των Βυζαντινών, να εντρυφήσουν στην αρχαία ελληνική αλλά και βυζαντινή γραμματεία. Ο Φώτιος, συνοδεία φίλων και μαθητών του συνέθεσε και σχολίασε τα έργα και ακολούθως παρότρυνε τους πάντες, να διαβάσουν το πολυσχιδές λογοτεχνικό έργο το οποίο περιελάμβανε θέματα φιλολογίας, λογοτεχνίας και θεολογίας. 

Μεταγενέστερη έκδοση της “Βιβλιοθήκης” του Φωτίου (wikipedia)
Μεταγενέστερη έκδοση της “Βιβλιοθήκης” του Φωτίου (wikipedia)

Ἀνεγνώσθη βιβλίον Μέμνονος ἱστορικόν, ἀπὸ τοῦ θʹ λόγου ἕως Ϛʹ καὶ ιʹ. Ἡ δὲ πραγματεία, ὅσα περὶ τὴν Ποντικὴν Ἡράκλειαν συνηνέχθη σκοπὸν ἀναγράψαι προτίθεται, τοὺς ἐν αὐτῇ τυραννήσαντας ἀναλεγομένη καὶ πράξεις αὐτῶν καὶ ἤθη, καὶ τοὺς ἄλλων βίους, καὶ τὰ τέλη οἷς ἐχρήσαντο, καὶ ὅσα τῶν εἰρημένων ἐξήρτηται.

[Κεφάλαια 1-21]

[1] Ο Μέμνων μας πληροφορεί ότι, ο Κλέαρχος ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να αυτοχρισθεί τύραννος της πόλης. Είχε διδαχθεί φιλοσοφία από τον Πλάτωνα και επί τέσσερα έτη μαθήτευσε την ρητορική κοντά στον Ισοκράτη. Στην πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε βάναυσος και αιμοδιψής προς τους υπηκόους του, στο απόγειο δε της αλαζονείας του, αποκαλούσε τον εαυτό του γιό του Δία, χρωμάτιζε το πρόσωπό του με αφύσικες βαφές, κοσμώντας το με διάφορα είδη και τρόπους, ώστε να δείχνει αστραφτερός ή αναψοκοκκινισμένος σ’ αυτούς που τον έβλεπαν, ενώ άλλαζε και τον ρουχισμό του ανάλογα με το πως ήθελε να εμφανιστεί, τρομακτικός ή κομψός και δεν ήταν αυτό το μόνο του ελάττωμα. Στάθηκε αγνώμων απέναντι στους ευεργέτες του, ήταν δε  ακραία βίαιος και διατεθειμένος να πραγματώσει τις πιο φριχτές πράξεις. Εξόντωσε ανηλεώς όλους όσοι του αντιτάχθηκαν, είτε προέρχονταν από τον λαό του, είτε από οπουδήποτε εμφανιζόταν κάποια δυνητική απειλή. Ωστόσο, ήταν ο πρώτος μεταξύ των τυράννων, ο οποίος εγκαθίδρυσε βιβλιοθήκη στην πόλη του.

Εξαιτίας του δολοφονικού, απάνθρωπου και υπεροπτικού χαρακτήρα του, έγιναν πολλές συνωμοσίες εναντίον του, αλλά τις παρέκαμψε όλες  μέχρις ότου ο Χίων, γιός του Μάτρη ενός υψηλόφρονα άνδρα, ο οποίος είχε δεσμούς αίματος με τον Κλέαρχο, οργάνωσε σκευωρία εναντίον του με τον Λέοντα, τον Εύξενο και πολλούς άλλους. Κατάφεραν μοιραίο πλήγμα στον Κλέαρχο, στο οποίο αυτός υπέκυψε οικτρά εξαθλιωμένος.

Ήταν τότε που ο τύραννος πραγματοποιούσε θυσιαστήρια τελετή δημόσια, όταν ο Χίων και οι ακόλουθοί του θεώρησαν ότι τους παρουσιαζόταν ευκαιρία να δράσουν. Ο Χίων βύθισε το σπαθί του στο πλευρό του κοινού τους εχθρού, κάνοντάς τον να υποφέρει από τρομερό, διαπεραστικό πόνο και φριχτά οράματα, φαντάσματα αυτών που κάποτε είχε βάναυσα δολοφονήσει. Δύο ημέρες αργότερα εξέπνευσε, έχοντας ζήσει για 58 χρόνια, από τα οποία τα 12 ήταν τύραννος.

Αρταξέρξης ΙΙΙ
Αρταξέρξης ΙΙΙ

Εκείνο τον καιρό, βασιλέας της Περσίας ήταν ο Αρταξέρξης ΙΙΙ και μετά από αυτόν ο γιός του Όχος. Ο Κλέαρχος είχε στείλει κάμποσες πρεσβείες σ᾽ αυτούς όσο ζούσε. Εντούτοις, όλοι οι δολοφόνοι του τυράννου σκοτώθηκαν. Κάποιοι σφαγιάσθηκαν από τους φύλακές του την ώρα της επίθεσης, μαχόμενοι γενναία, άλλοι δε, συνελήφθησαν αργότερα και καταδικάσθηκαν σε φοβερά βασανιστήρια.

[2] Ο Σάτυρος, αδελφός του Κλεάρχου, ανέλαβε την διακυβέρνηση, δρώντας ως φύλακας των γιων του τυράννου, Τιμόθεου και Διονύσιου. Επέδειξε απαράμιλλη σκληρότητα, ξεπερνώντας όχι μόνον τον Κλέαρχο, αλλά και όλους τους άλλους τυράννους. Δεν πήρε εκδίκηση μόνο από αυτούς που συνωμότησαν ενάντια στον αδελφό του, αλλά προκάλεσε εξίσου αφόρητη ζημιά στα παιδιά τους, τα οποία δεν είχαν συμμετάσχει στις πράξεις των γονέων τους, φέρθηκε δε σε πολλούς αθώους, σαν να ήταν εγκληματίες, τιμωρώντας τους.  Ήταν παντελώς αδιάφορος προς τη μόρφωση, τη φιλοσοφία και όλες τις ελευθέριες τέχνες. Μοναδικό του πάθος, ο φόνος και τίποτε ανθρώπινο ή πολιτισμένο δεν του κέντριζε το ενδιαφέρον. Ήταν κακός με κάθε τρόπο, ακόμη κι όταν ο χρόνος άμβλυνε τον πόθο να ξεδιψά με το αίμα των συμπατριωτών του, αλλά τουναντίον, επέδειξε καταφανή στοργή προς τον αδελφό του. Διατήρησε τη διαδοχή της εξουσίας, ασφαλή για τα παιδιά του (αδελφού του) και αποτίμησε την ευημερία των αγοριών τόσο σπουδαία, που ενώ είχε σύζυγο την οποία αγαπούσε πολύ, ήταν αποφασισμένος να μην αποκτήσει παιδιά, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο ώστε να καταστεί άτεκνος, με στόχο να μην αφήσει πίσω του κάποιον που θα μπορούσε να αντιστρατευθεί τ’ ανίψια του.

Ενώ ζούσε ακόμη, βεβαρημένος από τα γηρατειά, ο Σάτυρος παρέδωσε τον έλεγχο του κράτους στον Τιμόθεο, τον μεγαλύτερο από τους γιούς του αδελφού του και λίγο αργότερα προσβλήθηκε από σοβαρή και ανίατη ασθένεια. Καρκίνωμα εξαπλώθηκε χαμηλά ανάμεσα στη βουβωνική χώρα και το όσχεό του, επεκτεινόμενο οδυνηρά προς τα σωθικά του. Η σάρκα διερράγη και οι σωματικές εκκρίσεις ανέδυαν αποκρουστική και αφόρητη μυρωδιά, τόσο έντονη που ακόλουθοι και θεραπευτές, δεν μπορούσαν να αποκρύψουν την διάχυτη δυσωδία της σήψης. Συνεχείς οξύτατοι πόνοι ταλάνιζαν όλο του το σώμα καταδικάζοντας τον σε αϋπνία και σπασμούς μέχρι που η αρρώστια πρόσβαλλε τελικά τα σπλάχνα και του στέρησε τη ζωή. Λένε ότι κατά την διάρκεια της ασθένειας, συχνά παρακαλούσε, μάταια, τον θάνατο και αφού βυθίστηκε σε αυτή την σκληρή και τραγική θλίψη για πολλές ημέρες, τελικά εκπλήρωσε το χρέος του. Είχε ζήσει 65 και ήταν τύραννος για 7, την εποχή που βασιλέας της Σπάρτης ήταν ο Αρχίδαμος.

[3] Ο Τιμόθεος αναμόρφωσε την διακυβέρνηση που ανέλαβε, σε πιο ήπιο και δημοκρατικό καθεστώς, έτσι ώστε οι υπήκοοί του έπαψαν να τον αποκαλούν τύραννο αλλά τουναντίον, ευεργέτη και λυτρωτή. Εξόφλησε τα δάνειά που είχαν συνάψει με τοκογλύφους από δικούς του πόρους και τους χρηματοδότησε άτοκα για το υπόλοιπο των αναγκών διαβίωσής τους. Απελευθέρωσε αθώους αλλά και ενόχους από τις φυλακές. Ήταν αυστηρός αλλά ανθρώπινος δικαστής και γενικότερα επέδειξε χαρακτήρα καλό και άξιο εμπιστοσύνης. Έτσι, φρόντισε τον αδελφό του Διονύσιο σαν να ήταν πατέρας του, τοποθετώντας τον αρχικά στην εξουσία και κατόπιν προτείνοντάς τον ως διάδοχό του.

Συλλογή στατήρων των Τιμοθέου & Διονύσου της Ηράκλειας

Απεδείχθη επίσης γενναίο πνεύμα στα θέματα του πολέμου. Μεγαλόψυχος και ευγενής, ψυχή τε και σώματι, δίκαιος και ελεήμων στους διακανονισμούς των πολέμων. Ταλαντούχος στη διάκριση ευνοϊκών συγκυριών και σθεναρός στην πραγμάτωση των σχεδίων του. Ελεήμων, εγκρατής και συνάμα αμείλικτα τολμηρός, μετριοπαθής, ευγενής και συμπονετικός. Εντούτοις, κατά την διάρκεια της ζωής του υπήρξε αντικείμενο φόβου και τρόμου για τους εχθρούς του, ενώ προς τους οικείους του, νηφάλιος και ευχάριστος, και κατά συνέπεια ο θάνατός του θεωρήθηκε μεγάλη απώλεια, την ώρα που βουβή θλίψη και νοσταλγία σκέπαζαν την πόλη. Ο αδελφός του Διονύσιος, αποτέφρωσε το σώμα του αποδίδοντας μεγαλειώδεις τιμές, με δάκρυα στα μάτια και στεναγμούς απ’ την καρδιά του. Διοργάνωσε προς τιμήν του, ιπποδρομίες, θεατρικές, μουσικές και γυμναστικές επιδείξεις, δρώμενα από τα οποία κάποια έγιναν άμεσα και άλλα αργότερα, με μεγαλύτερη λαμπρότητα.  

[4] Ο Διονύσιος έγινε ο επόμενος ηγέτης της Ηράκλειας, της οποίας την θέση ισχυροποίησε. Η νίκη του Μεγ. Αλεξάνδρου επί των Περσών στον ποταμό Γρανικό, είχε ελευθερώσει τον ορίζοντα όσων επιθυμούσαν να αυξήσουν τη δύναμή τους, περιορίζοντας την ηγεμονία των Περσών, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν σταθεί εμπόδιο προς αυτούς. Αργότερα όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολλούς κινδύνους, ιδιαίτερα όταν οι εξόριστοι από την Ηράκλεια απέστειλαν πρεσβεία στον Αλέξανδρο, ο οποίος μέχρι τότε είχε κατακτήσει ολόκληρη την Ασία, αιτούμενοι την έγκριση της επιστροφής τους και την αποκατάσταση της, κατά παράδοση, δημοκρατίας της πόλης. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, ο Διονύσιος σχεδόν απομακρύνθηκε από την εξουσία η οποία θα του είχε αφαιρεθεί εντελώς, αν δεν φερόταν πολύ έξυπνα και ευρισκόμενος σε πνευματική ετοιμότητα, κέρδιζε την ευαρέσκεια των υπηκόων του, αξιώνοντας συνάμα την εύνοια της Κλεοπάτρας.

Έτσι, αντιστάθηκε στους εχθρούς που τον απειλούσαν, κάποιες φορές υποχώρησε μπροστά στις απαιτήσεις τους, παρηγορώντας τον θυμό τους ή χρονοτριβώντας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις εναντιώθηκε. Τα νέα για τον θάνατο του Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα, από δηλητήριο ή αρρώστια, ακολούθησε η ανέγερση αγάλματος από τον Διονύσιο, αφιερωμένου στην Ευθυμία.  Η τέρψη που τον κυρίευσε με το πρώτο άκουσμα της είδησης, ήταν το ίδιο κατακλυσμιαία με την ακραία θλίψη που βίωσε αμέσως μετά. Σχεδόν κατέρρευσε από το ξάφνιασμα και έμοιαζε αναίσθητος. Οι εξόριστοι της Ηράκλειας προέτρεψαν τον Περδίκκα, ο οποίος είχε αναλάβει τα ηνία της πόλης, να ακολουθήσει την ίδια πολιτική (με τον Αλέξανδρο) αλλά ο Διονύσιος αν και στην κόψη του ξυραφιού, με παρόμοιες μεθόδους, διέφυγε όλους τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Ο Περδίκκας ήταν ανεπαρκής ως ηγέτης με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί από τη φρουρά του. Οι ελπίδες των εξορίστων εξανεμίσθηκαν και όλες οι επιχειρήσεις του Διονυσίου ευοδώθηκαν.

Δίδραχμο με την Άμαστρη_Βρετανικό μουσείο
Δίδραχμο με την Άμαστρη_Βρετανικό μουσείο

Η καλή του τύχη ξεπέρασε κάθε προηγούμενο με τον δεύτερο γάμο του. Παντρεύτηκε την Άμαστρις, κόρη του Οξάθρη που ήταν αδελφός του Δαρείου, του οποίου την κόρη Στάτειρα, νυμφεύθηκε ο Αλέξανδρος, αφού σκότωσε τον πατέρα της. Έτσι, οι δύο γυναίκες ήταν εξαδέλφες οι οποίες μάλιστα, ανετράφησαν μαζί, γεγονός που είχε προσδώσει ιδιαίτερη τρυφερότητα στη σχέση τους. Όταν είχε παντρευτεί την Στάτειρα, ο Αλέξανδρος έδωσε την Άμαστρη στον Κρατερό, έναν από τους κοντινούς φίλους του. Μετά την αναχώρησή του (Αλεξάνδρου) απ΄αυτόν τον κόσμο, ο Κρατερός στράφηκε προς την Φίλα, κόρη του Αντιπάτρου και με τη σύμφωνη γνώμη του πρώην συζύγου της, η Άμαστρις πήγε να ζήσει με τον Διονύσιο.

Έκτοτε, το βασίλειό του ευημερούσε, εξαιτίας του πλούτου που του απέφερε ο γάμος και της αγάπης που επέδειξε προς την σύντροφό του. Αποφάσισε ν’ αγοράσει εξ’ ολοκλήρου τον βασιλικό εξοπλισμό του Διονυσίου, τυράννου της Σικελίας, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την εξουσία. Ωστόσο, δεν ήταν το μόνο που ενδυνάμωσε την εξουσία του, αλλά επίσης η επιτυχία και η καλή θέληση των υπηκόων του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ποτέ δεν εξουσίαζε. Παρείχε μεγάλη βοήθεια στον Αντίγονο, κυρίαρχο της Ασίας, όταν πολιορκούσε την Κύπρο και ως αντάλλαγμα έλαβε τον ανιψιό του Αντιγόνου, Πτολεμαίο, στρατηγό των δυνάμεων του Ελλησπόντου, ως σύζυγο για την κόρη που είχε από τον προηγούμενο γάμο του.  Έχοντας καταφέρει τέτοια διάκριση, απαξίωσε τον τίτλο του τυράννου και αποκαλούσε τον εαυτό του βασιλέα.

Απελεύθερος φόβου και ανησυχίας, αφέθηκε να ζει σε διαρκή χλιδή, κατήντησε υπέρβαρος και αφύσικα πρησμένος. Συνεπακόλουθα, όχι μόνον επεδείκνυε ολιγωρία στα κυβερνητικά του καθήκοντα, αλλά όταν ξάπλωνε να κοιμηθεί, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να βγει από τον ασυναίσθητο λήθαργο,  ήταν να τον τρυπούν με μεγάλες βελόνες. Απέκτησε τρία παιδιά με την Άμαστρη, τον Κλέαρχο, τον Οξάθρη και μια κόρη φέρουσα το ίδιο όνομα με την μητέρα της. Στο κατώφλι του θανάτου, ενεργώντας ως θεματοφύλακας, άφησε στην Άμαστρι τις ευθύνες της διακυβέρνησης και της κηδεμονίας των παιδιών, τα οποία ήταν πολύ μικρά, με την βοήθεια κάποιων άλλων. Είχε ζήσει για 55 χρόνια, από τα οποία τα 30 περίπου, ήταν κυβερνήτης. Ειπώθηκε ότι ήταν μειλίχιος ηγέτης και κέρδισε το επίθετο «καλός» για τον χαρακτήρα του. Οι υπήκοοί του, λυπήθηκαν βαθειά για τον θάνατό του.

Προτομή Λυσιμάχου_μουσείο Νάπολι
Προτομή Λυσιμάχου_μουσείο Νάπολι

Ακόμη και μετά τη φυγή του από τον κόσμο αυτό, η πόλη εξακολούθησε να ευημερεί, καθώς ο Αντίγονος προστάτευε τόσο το καταπίστευμα των παιδιών του Διονυσίου, όσο και τους πολίτες της. Όταν όμως το ενδιαφέρον του στράφηκε αλλού, ο Λυσίμαχος ανέλαβε τις ευθύνες της Ηρακλείας και των παιδιών, έκανε δε, την Άμαστρη γυναίκα του. Αρχικά ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της, αλλά όταν κατεπείγουσες περιστάσεις το απαίτησαν, την άφησε στην Ηράκλεια και πήγε να τις αντιμετωπίσει. Όταν ξεπέρασε τις πολλές δυσκολίες του, γρήγορα έστειλε να την φέρουν κοντά του, ώστε να τον ακολουθήσει στις Σάρδεις, επιδεικνύοντας αμείωτο ενδιαφέρον προς αυτήν. Ωστόσο αργότερα αυτό στράφηκε προς την κόρη του Πτολεμαίου Φιλάδελφου, την οποία έλεγαν Αρσινόη, γεγονός που ανάγκασε την Άμαστρη να τον εγκαταλείψει. Αφού έφυγε, πήρε στα χέρια της την εξουσία της Ηράκλειας, την αναζωογόνησε με την παρουσία της και ίδρυσε τη νέα πόλη Άμαστρη.

[5] Ο Κλέαρχος, έφηβος πλέον, ανέλαβε καθήκοντα κυβερνήτη της πόλης. Πολέμησε σε πολλές μάχες, κάποιες φορές ως σύμμαχος άλλων και κάποιες αντιστεκόμενος σε επιθέσεις εναντίον του. Σ’ έναν από αυτούς τους πολέμους, είχε παραταχθεί στο πλευρό του Λυσιμάχου ενάντια στους Γέτες, αλλά αμφότεροι αιχμαλωτίστηκαν. Ο Λυσίμαχος αφέθηκε ελεύθερος και η ίδια τύχη συνόδευσε αργότερα τον φυλακισμένο Κλέαρχο. Μαζί με τον αδελφό του, Οξάθρη, πήραν τα ηνία της πόλης διαδεχόμενοι τον πατέρα τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν στους υποτελείς τους, απείχε μακράν της φιλευσπλαχνίας του Διονυσίου. Πραγμάτωσαν τα αισχρότερα των εγκλημάτων, υπαίτιοι του πνιγμού της μητέρας τους, η οποία ουδέποτε αναμίχθηκε στις υποθέσεις τους, όταν ευρισκόμενη εν πλώ, ρίχτηκε στη θάλασσα μ’ ένα τρομερό και διαβολικό τέχνασμα.

Ο Λυσίμαχος, στον οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί πολλάκις, ήταν τώρα βασιλέας της Μακεδονίας και παρά το ότι η σχέση του με την Αρσινόη προκάλεσε την Άμαστρη να τον εγκαταλείψει, διατηρούσε την φλόγα του πρότερου πάθους του γι αυτήν. Δεν ήταν προετοιμασμένος να αγνοήσει την αποτρόπαια δολοφονία της, αλλά το έκανε πολύ προσεκτικά με τα αισθήματά του και προσποιήθηκε ώστε να τηρήσει την ίδια φιλική στάση προς τον Κλέαρχο, όπως στο παρελθόν. Με πληθώρα επινοήσεων και εμπαιγμών (καθώς ήταν από τους πλέον ικανούς στην απόκρυψη των επιδιώξεών του) έφθασε στην Ηράκλεια όπως αν επρόκειτο να το κάνει για να εγκρίνει την διαδοχή. Παρότι φορούσε την μάσκα της πατρικής αγάπης προς τον Κλέαρχο, σκότωσε τους μητροκτόνους, πρώτα τον Κλέαρχο κι έπειτα τον Οξάθρη, εκπληρώνοντας το τίμημα για την δολοφονία της μητέρας τους. Έθεσε την πόλη υπό την προστασία του και απέσπασε αρκετή από την περιουσία την οποία είχαν συσσωρεύσει οι τύραννοι. Αφού επέτρεψε στους πολίτες να συστήσουν εκ νέου δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο άλλωστε ήταν αυτό που ήθελαν, ξεκίνησε για το βασίλειό του.

Φθάνοντας εκεί, γεμάτος επαίνους για την Άμαστρις, εγκωμίασε αφενός το χαρακτήρα και τον τρόπο διακυβέρνησής της και αφετέρου τη δημιουργία ευμεγέθους βασιλείου υψίστης σπουδαιότητας και υπολογίσιμης ισχύος. Εκθείασε την Ηράκλεια και δόξασε την Τίο και την Άμαστρη, πόλη που ίδρυσε η ίδια στο όνομά της. Τα λεγόμενά του προκάλεσαν την πόθο της Αρσινόης να γίνει παλλακίδα των περιοχών που αυτός είχε εξυμνήσει και του ζήτησε να εκπληρώσει την επιθυμία της. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε θεωρώντας την υπερβολική, αλλά αργότερα καθώς εκείνη εξακολουθούσε να εκλιπαρεί, της παραχώρησε τη θέση αυτή, μιας και η Αρσινόη δεν εγκατέλειπε την θέλησή της και τα γηρατειά είχαν κάνει τον Λυσίμαχο πιο συγκαταβατικό. Όταν η Ηράκλεια πέρασε στα χέρια της, έστειλε εκεί τον Ηρακλείδη από την Κύμη (Κυμαίο) άνθρωπο φιλικά προσκείμενο πρός εκείνη, αλλά κατά τα άλλα αδίστακτο και πονηρό, επιτήδειο και οξύνου. Αυτός κυβέρνησε την πόλη αυστηρά, κατηγορώντας και τιμωρώντας πολλούς από τους πολίτες, αποστερώντας τους την εύνοια της τύχης που μόλις είχαν προλάβει να νοιώσουν. 

Επηρεασμένος από την Αρσινόη, ο Λυσίμαχος σκότωσε τον Αγαθοκλή, πρεσβύτερο και καλύτερο από τους γιούς του, ο  οποίος ήταν απόγονος προερχόμενος από τον προηγούμενο γάμο του. Αρχικά προσπάθησε να τον δηλητηριάσει, αλλά όταν ο Αγαθοκλής ανακάλυψε κι έφτυσε το δηλητήριο, του επεφύλασσε πιο επαίσχυντη μέθοδο. Τον έριξε στη φυλακή και διέταξε να ακρωτηριασθεί, με πρόσχημα ότι τον επιβουλευόταν. Ο Πτολεμαίος, διεκπεραιωτής αυτού του αίσχους, ήταν αδελφός της Αρσινόης ο οποίος εξαιτίας τρέλας και απερισκεψίας που τον διακατείχαν, είχε προσονομασθεί “κεραυνός”. Σκοτώνοντας τον γιό του, ο Λυσίμαχος κέρδισε επάξια το μίσος των συνανθρώπων του. Έτσι, όταν ο Σέλευκος πληροφορήθηκε το γεγονός αλλά και πόσο εύκολο ήταν να ανατραπεί η βασιλεία, αφού αρκετές πόλεις είχαν επαναστατήσει εναντίον του Λυσιμάχου, συντάχθηκε μαζί τους και κινήθηκαν εχθρικά πρός αυτόν. Ο Λυσίμαχος σκοτώθηκε σ’ εκείνο τον πόλεμο, χτυπημένος από δόρυ που είχε φύγει από τα χέρια του Μαλάκωνα, Ηρακλεινού που πολεμούσε στο πλευρό του Σελεύκου. Μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου το βασίλειό του προσαρτήθηκε σε αυτό του Σελεύκου.

[Σε αυτό το σημείο τελειώνει το 12ο βιβλίο του Μέμνωνα]

[6] Στο 13ο βιβλίο του, ο Μέμνων αφηγείται ότι όταν οι  Ηρακλεινοί έμαθαν ότι ο Λυσίμαχος είχε χάσει τη ζωή του από χέρι συμπατριώτη τους, αναθάρρησαν και με γενναιότητα διεκδίκησαν την ανεξαρτησία που είχαν στερηθεί επί 84 χρόνια, αρχικά από τους ιθαγενείς τυράννους και στη συνέχεια απ’ τον Λυσίμαχο. Κατά πρώτον επισκέφθηκαν τον Ηρακλείδη με την προτροπή να εγκαταλείψει την πόλη, πράξη την οποία θα συνόδευαν όχι μόνο με αμνηστία αλλά και ξεχωριστά δώρα, αρκεί να τους επέτρεπε να ανακτήσουν την ελευθερία τους. Αυτός, εκτός του ότι δεν πείστηκε, εξαγριώθηκε και μάλιστα δρομολόγησε την τιμωρία κάποιων πολιτών, οι οποίοι όμως συνθηκολόγησαν με τους αρχηγούς της φρουράς, υποσχόμενοι στους στρατιώτες ίσα δικαιώματα και καμία μεταβολή στις αμοιβές τους. Ακολούθως, συνέλαβαν τον Ηρακλείδη και τον φυλάκισαν για σύντομο χρονικό διάστημα, ικανό όμως να τους απελευθερώσει από κάθε φόβο. Γκρέμισαν συθέμελα τα τείχη της ακρόπολης, διόρισαν το Φώκριτο κυβερνήτη της πόλης και απέστειλαν πρεσβεία στον Σέλευκο.

Αλλά, ο Ζιποίτης, ηγέτης των Βιθυνίων, εχθρικός πρός την Ηράκλεια για λογαριασμό των Λυσιμάχου και Σελεύκου (όντας εχθρός και των δύο) επιτέθηκε στα περίχωρα της πόλης και τα λεηλάτησε, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι στρατιώτες του υπέστησαν μικρότερη ζημία από αυτή που προκάλεσαν.

[7] Εν τω μεταξύ, ο Σέλευκος είχε στείλει τον Αφροδίσιο διαχειριστή των πόλεων της Φρυγίας και των βορείων τμημάτων του Πόντου. Επιστρέφοντας με την ολοκλήρωση του έργου του, επαίνεσε τις άλλες πόλεις αλλά κατηγόρησε τους Ηρακλεινούς για την εχθρότητα που επέδειξαν πρός τον Σέλευκο. Αυτός ενοχλημένος, χρησιμοποίησε απειλές με σκοπό να υποτιμήσει και φοβίσει την αποστολή τους που βρισκόταν εκεί, αλλά ένας από αυτούς, ο επονομαζόμενος “χαμαιλέων”, δεν φοβήθηκε και απάντησε “Ἡρακλῆς κάρρων Σέλευκε” – όπου κάρρων στη δωρική διάλεκτο, σήμαινε δυνατότερος. Ο Σέλευκος δεν το κατάλαβε αλλά παρέμεινε θυμωμένος κι έφυγε μακριά τους. Έτσι, η αποστολή δεν ήταν δυνατό να διακρίνει το όφελος ανάμεσα στην παραμονή της εκεί ή την επιστροφή της στην πατρίδα.

Μιθριδάτης ΣΤ' ο Ευπάτωρ_μουσείο Λούβρου
Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτωρ_μουσείο Λούβρου

Όταν οι Ηρακλεινοί πληροφορήθηκαν το συμβάν, εκτός των άλλων προετοιμασιών, άρχισαν να συγκεντρώνουν συμμάχους, αποστέλλοντας συνάμα πρεσβείες στον Μιθριδάτη, βασιλέα του Πόντου και στις πόλεις του Βυζαντίου και της Χαλκηδόνος. Τότε, ο Νύμφις (ιστορικός) ένας από τους παραμένοντες εξορίστους της Ηράκλειας, παρότρυνε τους υπολοίπους να επιστρέψουν στην πατρίδα, λέγοντας πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί απλά,  εφόσον δεν αξίωναν την ανάκτηση των περιουσιών που τους είχαν αφαιρεθεί από τους γονείς τους. Κατάφερε να τους πείσει πολύ εύκολα και ο γυρισμός τους πραγματοποιήθηκε όπως είχε προβλέψει. Οι εξόριστοι και η πόλη που τους υποδέχτηκε μοιράστηκαν την ίδια χαρά και ικανοποίηση, καθώς οι πολίτες τους επεφύλαξαν θερμή υποδοχή εξασφαλίζοντας ότι πλέον δεν έλειπε κάτι που θα μπορούσε να συμβάλλει στην ευημερία τους.

[8] Ο Σέλευκος, ενθαρρυμένος από την επιτυχία εναντίον του Λυσιμάχου, αποφάσισε να διασχίσει την περιοχή προς την Μακεδονία. Λαχταρούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του απ’ όπου είχε ξεκινήσει με τον Αλέξανδρο και σκόπευε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του εκεί (ήταν ήδη ηλικιωμένος) έχοντας αφήσει στο τιμόνι της Ασίας το γιό του Αντίοχο. Αλλά στη συνοδεία του Σελεύκου βρισκόταν και ο Πτολεμαίος ο Κεραυνός, καθώς το βασίλειο του Λυσιμάχου είχε περάσει στον έλεγχο του Σελεύκου, διόλου καταφρονημένος αλλά τουναντίον χαίροντας τιμής και υπολήψεως ανάλογης βασιλικού γόνου. Οι ελπίδες του αναζωπυρώθηκαν από τις δεσμεύσεις σύμφωνα με τις οποίες ο Σέλευκος θα τον τοποθετούσε και πάλι στην Αίγυπτο ως νόμιμο κληρονόμο του βασιλείου μετά τον θάνατο του πατέρα του, Πτολεμαίου. Ωστόσο, η εκτίμηση με την οποία περιεβλήθη τόσο προσεκτικά και οι χάρες που του αποδόθηκαν, απέτυχαν να απεμπολήσουν τις κακές προθέσεις του. Συνωμότησε εις βάρος του ευεργέτη του, τον οποίο τελικά σκότωσε. Στη συνέχεια έσπευσε έφιππος στη Λυσιμάχεια, φόρεσε διάδημα και συνοδευόμενος από μεγαλοπρεπή φρουρά, πήγε να συναντήσει τα στρατεύματα τα οποία αναγκάστηκαν να τον αποδεχθούν αποκαλώντας τον βασιλέα, παρόλο που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει τον Σέλευκο.

Εξήρης
Εξήρης

Όταν ο Αντίγονος, γιός του Δημητρίου, πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, προσπάθησε να αποτρέψει τον Πτολεμαίο κινούμενος με στρατό και στόλο πρός την Μακεδονία. Ο Πτολεμαίος είχε πάει ν’ αντιμετωπίσει το στόλο του Λυσιμάχου, ο οποίος απαρτιζόταν από πολεμικά πλοία που είχαν σταλεί από την Ηράκλεια, εξήρεις, πεντήρεις, άφρακτους (χωρίς καταστρώματα) και μια οκτήρη, που αποκαλούσαν Λεοντοφόρο, εκπληκτικού μεγέθους και ομορφιάς. Είχε 100 κωπηλάτες σε κάθε σειρά (η οκτήρη είχε οκτώ σειρές κωπηλατών σε κάθε πλευρά) γεγονός που ανέβαζε τον συνολικό αριθμό τους, σε χίλιους εξακόσιους. Μετέφερε επίσης 1.200 στρατιώτες στα καταστρώματά της και δύο πηδαλιούχους. Από την αρχή της ναυμαχίας, η νίκη έγειρε στο μέρος του Πτολεμαίου, ο οποίος απώθησε το στόλο του Αντιγόνου, με τα πλοία από την Ηράκλεια να μάχονται πιο γενναία απ’ όλα και την Λεοντοφόρο να διακρίνεται. Μετά την ήττα του στη θάλασσα ο Αντίγονος αποσύρθηκε στη Βοιωτία και ο Πτολεμαίος προωθήθηκε στη Μακεδονία εξασφαλίζοντας την υποταγή της. Ευθύς φανέρωσε την φαυλότητά του, νυμφευόμενος την αδελφή του Αρσινόη (κατά την Αιγυπτιακή παράδοση) και σκοτώνοντας τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον Λυσίμαχο. Αφού τα ξεφορτώθηκε, εξόρισε και την ίδια την Αρσινόη από το βασίλειο.

Διέπραξε σωρεία άλλων εγκλημάτων σε περίοδο μεγαλύτερη από δύο χρόνια μέχρι μια συμμορία ενδεών Γαλατών να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και να εισβάλλουν στη Μακεδονία. Ενεπλάκη σε μάχη με αυτούς και σκοτώθηκε με τρόπο που άρμοζε στην δική του αναλγησία, κατασπαρασσόμενος στην κυριολεξία από τους Γαλάτες, οι οποίοι τον συνέλαβαν ζωντανό, όταν ρίχτηκε στη γη από τον πληγωμένο ελέφαντα που τον μετέφερε. Ο Αντίγονος, γιός του Δημητρίου, ο οποίος είχε ηττηθεί στη ναυμαχία, έγινε κυβερνήτης της Μακεδονίας μετά το θάνατο του Πτολεμαίου.

[9] Ο Αντίοχος, γιός του Σελεύκου, ο οποίος μέσω αρκετών πολέμων είχε ανακτήσει το βασίλειο του πατέρα του με δυσκολίες και όχι ολοκληρωτικά, έστειλε τον στρατηγό Πατροκλή με στρατιωτικό απόσπασμα στο πλευρό του, στην ορεινή περιοχή Ταύρου. Ο Πατροκλής όρισε τον Ερμογένη, του οποίου η οικογένεια καταγόταν από την Άσπενδο, να ηγηθεί σε επιθέσεις κατά της Ηράκλειας και άλλων πόλεων. Όταν οι Ηρακλεινοί έστειλαν πρεσβεία στον Ερμογένη, συνθηκολόγησε μαζί τους και αποσύρθηκε από τα εδάφη τους, αλλά κατευθύνθηκε προς την Βιθυνία μέσω της Φρυγίας. Εκεί όμως, παγιδεύτηκε από του Βιθυνούς και σκοτώθηκε μαζί με όλο το στρατό του, παρόλο που πολέμησε γενναία. Αποτέλεσμα ήταν ο Αντίοχος να οργανώσει εκστρατεία εναντίον των Βιθυνών και ο βασιλέας τους Νικομήδης να αποστείλει πρεσβείες για συμμαχία στην Ηράκλεια, την οποία και έλαβε άμεσα, υποσχόμενος να ανταποδώσει την βοήθεια όταν η πόλη θα βρισκόταν σε ανάλογη περίσταση.

Εν τω μεταξύ, ξοδεύοντας μεγάλο χρηματικό ποσό οι Ηρακλεινοί ανέκτησαν την Κίερο την Τίο και την γη της Θυνίδος, χωρίς ωστόσο να κατορθώσουν το ίδιο με την Άμαστρη (η οποία είχε αφαιρεθεί από την εξουσία τους όπως και οι άλλες πόλεις) παρά την σκληρές προσπάθειές τους είτε με πόλεμο είτε με εξαγορά. Ο Ευμένης, ο οποίος κατείχε την Άμαστρις, επηρεασμένος από αδικαιολόγητο θυμό, προτίμησε να παραδώσει την πόλη χωρίς αντίτιμο στον Αριοβαρζάνη, το γιό του Μιθριδάτη, από το να δεχθεί την οικονομική προσφορά των Ηρακλεινών. Σχεδόν τον ίδιο καιρό, εκείνοι είχαν αρχίσει εχθροπραξίες με τον Ζιποίτη τον Βιθυνό, ο οποίος διοικούσε την Θυνία στη Θράκη. Σ’ αυτόν τον πόλεμο σκοτώθηκαν πολλοί Ηρακλεινοί πολεμώντας γενναία και ο Ζιποίτης επικράτησε ολοκληρωτικά, αλλά με τον ερχομό συμμάχων των Ηρακλειδών, ντρόπιασε τη νίκη του διαφεύγοντας. Παρότι νικήθηκαν, οι Ηρακλεινοί ανέκτησαν τις δυνάμεις τους και αποτέφρωσαν τα σώματα των νεκρών τους ανεμπόδιστοι. Στη συνέχεια έχοντας πετύχει απλά και μόνο να πολεμήσουν, μετέφεραν τα οστά των πεσόντων στην πόλη, όπου και τα ενταφίασαν κατά τη διάρκεια λαμπρής τελετής στο μνημείο των ηρώων.

[10] Περίπου ταυτόχρονα, ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στον Αντίοχο, γιό του Σελεύκου και τον Αντίγονο, γιό του Δημητρίου. Τεράστιες δυνάμεις αντιπαρατάχθηκαν και ο πόλεμος διήρκεσε μακρά περίοδο. Ο Νικομήδης Α’ βασιλέας της Βιθυνίας, πολέμησε στο πλευρό του Αντιγόνου και πολλοί άλλοι συμμάχησαν με τον Αντίοχο. Έτσι, μετά τη σύγκρουση με τον Αντίγονο, ο Αντίοχος έμμεσα είχε αναλάβει να πολεμήσει με τον Νικομήδη. Ο τελευταίος συγκέντρωσε δυνάμεις από διάφορα μέρη και έστειλε πρεσβείες για βοήθεια στους Ηρακλεινούς οι οποίοι του διέθεσαν 13 τριήρεις για να τον ενισχύσουν. Ο Νικομήδης έσπευσε ν’ αντιταχθεί στο στόλο του Αντιόχου, αλλά παρέμειναν για λίγο αντικρυστά δίχως κανείς να αρχίζει τη μάχη και αποσύρθηκαν χωρίς να συμβεί κάτι.

[11] Όταν οι Γαλάτες έφθασαν στο Βυζάντιο και λεηλάτησαν σχεδόν όλα τα περίχωρα, οι Βυζαντινοί έχοντας υποστεί φθορές από τον πόλεμο, αποτάθηκαν στους συμμάχους τους για βοήθεια. Εκείνοι έκαναν ότι μπορούσαν και οι Ηρακλεινοί κατέβαλαν 4.000 χρυσά νομίσματα (κατ’ απαίτηση της διπλωματικής αποστολής). Όχι πολύ αργότερα, ο Νικομήδης συνθηκολόγησε με του Γαλάτες, οι οποίοι επιτίθονταν στο Βυζάντιο, διευθετώντας το πέρασμά τους στην Ασία, καθώς είχαν προσπαθήσει πολλές φορές ανεπιτυχώς εξαιτίας της αντίστασης των Βυζαντινών.

Οι όροι της συμφωνίας ήταν οι παρακάτω: οι βάρβαροι όφειλαν να υποστηρίζουν πάντα τον Νικομήδη και τα παιδιά του και να μην συνάψουν συμμαχία με κανένα άλλο κράτος που θα το ζητήσει, χωρίς την άδεια του Νικομήδη. Όφειλαν να είναι σύμμαχοι των συμμάχων του και εχθροί των εχθρών του. Θα έπρεπε να υπηρετήσουν ως σύμμαχοι τους Βυζαντινούς αν παρουσιαζόταν ανάγκη και τους κατοίκους της Τίου, τους Ηρακλεινούς, τους Χαλκηδόνιους και τους Κιέριους, όπως επίσης και μερικούς άλλους κυβερνήτες. Με αυτούς τους όρους ο Νικομήδης έφερε την πλειοψηφία των Γαλατών στην Ασία. Οι Γαλάτες είχαν 17 επιφανείς ηγέτες εκ των οποίων σημαντικοί και διακεκριμένοι ήταν ο Λεοννόριος και ο Λουτάριος.

Αρχικά η επέλαση των Γαλατών στην Ασία φάνηκε να δημιουργεί μόνο προβλήματα στους ιθαγενείς, αλλά τελικά απεδείχθη ωφέλιμη γι αυτούς. Οι βασιλείς προσπάθησαν να αποκαθηλώσουν τις δημοκρατίες των πόλεων, αλλά οι Γαλάτες τις ενδυνάμωσαν απωθώντας τους τυράννους. Ο Νικομήδης αφού εξόπλισε τους Γαλάτες, ξεκίνησε κατακτώντας τη γή της Βιθυνίας, σφαγιάζοντας τους κατοίκους με την βοήθεια των Ηρακλεινών. Οι Γαλάτες μοιράστηκαν τα υπόλοιπα λάφυρα μεταξύ τους. Αφού προωθήθηκαν αρκετά στη χώρα, αποσύρθηκαν και επέλεξαν ένα κομμάτι γης για τον εαυτό τους, το οποίο σήμερα ονομάζεται Γαλατία. Χώρισαν την περιοχή σε τρία μέρη διανέμοντάς τα στις φυλές των Τρωγμών, Τολοστοβογίων και Τεκτοσάγων. Αυτές ίδρυσαν τις πόλεις, Τρωγμοί στην Άγκυρα, Τολοστοβόγιοι στην Ταβία και Τεκτοσάγες στην Πισινούντα.

[12] Ο Νικομήδης απόλαυσε λαμπρή ευδαιμονία και ίδρυσε πόλη που έφερε τ´όνομά του απέναντι από τον Αστακό. Ο Αστακός, αποικισμός Μεγαρέων, είχε ιδρυθεί στις αρχές της 17ης Ολυμπιάδας (712/11 π.Χ.) και βαπτίσθηκε σύμφωνα με την επιταγή χρησμού στο όνομα ενός αυτόχθονα Σπαρτού (Σπαρτοί ήταν οι προπάτορες των Θηβαίων) ευγενούς και πνευματικού άνδρα που ονομαζόταν Αστακός. Η πόλη υπέμεινε πολλές επιθέσεις από γείτονές της και είχε εξαντληθεί από τους πολέμους, αλλά όταν οι Αθηναίοι έστειλαν αποίκους να ενωθούν με τους Μεγαρείς, απαλλάχθηκε από τις δυσκολίες της και κατάφερε ν´ αποκτήσει δόξα και ισχύ, την εποχή που ο  Δυδαλσός ήταν κυβερνήτης των Βιθυνών. Τον Δυδαλσό διαδέχθηκε ο Βοτείρας, ο οποίος έζησε για 76 χρόνια και τον διαδέχθηκε ο γιός του, Βας. Αυτός νίκησε τον Κάλα, στρατηγό του Αλεξάνδρου, παρά την καλή του προετοιμασία και κράτησε τους Μακεδόνες μακρυά από τη Βιθυνία. Έζησε 71 χρόνια και ήταν βασιλέας τα 50 από αυτά.

Τον διαδέχθηκε ο γιός του, Ζιποίτης, εξαιρετικός πολεμιστής ο οποίος σκότωσε έναν απο τους στρατηγούς του Λυσιμάχου και έτρεψε σε φυγή κάποιον άλλο, μακρυά από το βασίλειό του. Αφού νίκησε πρώτα τον Λυσίμαχο, βασιλέα των Μακεδόνων και στη συνέχεια τον Αντίοχο, γιό του Σελέυκου, βασιλέα της Ασίας, ίδρυσε πόλη στους πρόποδες τους όρους Λυπερόν, στην οποία έδωσε τ´όνομά του. Ο Ζιποίτης έζησε 76 χρόνια και κυβέρνησε το βασίλειο για 48 από αυτά, αφήνοντας πίσω του τέσσερα παιδιά. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο νεώτερος, ο Νικομήδης, ο οποίος συμπεριφέρθηκε περισσότερο ως εκτελεστής στους αδελφούς του. Εν τούτοις ενδυνάμωσε το βασίλειο των Βιθυνών ιδιαίτερα με την παροχή βοήθειας προς τους Γαλάτες να περάσουν στην Ασία, όπως προαναφέρθηκε και ιδρύοντας πόλη που έφερε τ’ όνομά του.

[13] Όχι πολύ αργότερα, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Βυζαντινών, Καλλατιανών (αποίκων της Ηράκλειας) και Ιστριανών εξαιτίας του εμπορικού σημείου στην πόλη Τόμοι, το οποίο οι Καλλατιανοί ήθελαν να μονοπωλήσουν. Αμφότεροι οι αντιμαχόμενοι έστειλαν διπλωματικές αντιπροσωπείες στους Ηρακλεινούς ζητώντας βοήθεια, αλλά εκείνοι δεν ενίσχυσαν στρατιωτικά καμία πλευρά, παρά μόνο έστειλαν διαπραγματευτές, αν και τη δεδομένη στιγμή δεν κατάφεραν να φέρουν εις πέρας την επίτευξη εκεχειρίας. Αφού υπέφεραν πολλά στα χέρια των εχθρών τους, οι κάτοικοι της Καλλατίδος συνθηκολόγησαν αλλά τουλάχιστον για εκείνο το διάστημα, στάθηκε αδύνατη κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης μετά τις ολέθριες καταστροφές που είχαν υποστεί.

Νικομήδης Ι βασιλέας Βιθυνίας
Νικομήδης Ι βασιλέας Βιθυνίας

[14] Μεσολάβησε λίγος χρόνος έως ότου ο Νικομήδης, βασιλέας της Βιθυνίας, όντας ετοιμοθάνατος, κατονόμασε διαδόχους του, τους γιούς που είχε αποκτήσει με την δεύτερη γυναίκα του, Εταζέτα και καθώς τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά, όρισε επιτρόπους, τον Πτολεμαίο, τον Αντίγονο και τους λαούς του Βυζαντίου, της Ηράκλειας και της Κίου. Ο Ζιήλας, γιός του από προηγούμενο γάμο, είχε αποπεμφθεί κατόπιν επιβουλής της μητριάς του Εταζέτας και ζούσε εξόριστος μαζί με τον βασιλέα των Αρμενίων. Όμως, επέστρεψε για να διεκδικήσει το βασίλειο με στρατιωτική δύναμη ενισχυμένη από Τολοστοβόγιους Γαλάτες. Οι Βιθυνοί, οι οποίοι επιθυμούσαν να διαφυλάξουν το βασίλειο για τα νεαρά αγόρια, κατέληξαν να παντρέψουν τον αδελφό του Νικομήδη με την μητέρα των παιδιών. Συγκέντρωσαν στρατό με την αρωγή των επιτρόπων που προαναφέρθηκαν και αντιστάθηκαν στην επίθεση του Ζιήλα, καταλήγοντας σε συνθηκολόγηση μετά από πολλές αμφίρροπες μάχες. Οι Ηρακλεινοί πολέμησαν ηρωικά εξασφαλίζοντας ότι η συμφωνία θα ήταν ευνοϊκή. Εν τούτοις οι Γαλάτες, θεωρώντας την Ηράκλεια εχθρό τους, λεηλάτησαν τα περίχωρα μέχρι τον ποταμό Κάλλη και επέστρεψαν στην πατρίδα τους με πολλά λάφυρα.

[15] Όταν οι Βυζαντινοί βρίσκονταν σε πόλεμο με τον Αντίοχο, οι Ηρακλεινοί τους είχαν υποστηρίξει με 40 τριήρεις, αλλά η διαμάχη δεν προχώρησε πέρα από εκατέρωθεν προφορικές απειλές.

[16] Όχι πολύ αργότερα, ο Αριοβαρζάνης εγκατέλειψε τον κόσμο αυτό, ενώ βρισκόταν σε διένεξη με τους Γαλάτες. Ο γιός του, Μιθριδάτης, ήταν ακόμη νέος κι έτσι οι Γαλάτες απαξιώνοντάς τον, κατέστρεψαν το βασίλειό του. Οι υπήκοοι του Μιθριδάτη υπέφεραν τα πάνδεινα, αλλά διασώθηκαν από τους Ηρακλεινούς, οι οποίοι έστειλαν σιτάρι στην Αμισό, ώστε να μπορούν να τραφούν και να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Εξαιτίας αυτής της πράξης, οι Γαλάτες επέδραμαν εκ νέου στα εδάφη της Ηράκλειας και τα λεηλατούσαν μέχρι οι Ηρακλεινοί να στείλουν πρεσβεία σ’ αυτούς. Ο ιστορικός Νύμφις ήταν επικεφαλής της αποστολής. Πληρώνοντας 5.000 χρυσά νομίσματα στο στρατό των Γαλατών και 200 επιπλέον στον κάθε αρχηγό, τους έπεισαν να αποσυρθούν από την περιοχή.

[17] Ο Πτολεμαίος, βασιλέας της Αιγύπτου, είχε φθάσει στο απόγειο της ακμής του και αποφάσισε να ανταμείψει τις πόλεις με υπέροχα δώρα. Στους Ηρακλεινούς παρέδωσε 500 αρτάβες (αρτάβα: μονάδα χωρητικότητας της ελληνιστικής περιόδου που ισούται με σαράντα λίτρα) σιτάρι και κατασκεύασε ιερό του Ηρακλή στην ακρόπολη, από μάρμαρο Προκοννησίας.

[18] Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας κάνει μια παρέκβαση για την ανάρρηση των Ρωμαίων στην εξουσία: από πού καταγόταν αυτή η φυλή, πως εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, τι προηγήθηκε και πως εγκαθιδρύεται η Ρώμη. Αφηγείται τα σχετικά με τους αρχηγούς τους, τους λαούς που πολέμησαν, τη συνάθροιση των βασιλέων, την αλλαγή του μοναρχικού πολιτεύματος σε υπατική εξουσία και το πώς οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν από τους Γαλάτες και η πόλη τους θα είχε καταληφθεί αν δεν παρενέβαινε ο Κάμιλλος και την διέσωζε. Στη συνέχεια, περιγράφει πως ο Αλέξανδρος, όταν προέλαυνε στην Ασία, τους διεμήνυσε ότι θα έπρεπε να κατακτούν άλλους εφόσον ήταν ικανοί να τους διοικήσουν ή να τους παραχωρούν σε δυνατότερους από αυτούς και ότι οι Ρωμαίοι του είχαν στείλει χρυσοποίκιλτο διάδημα. Περιγράφει τους πολέμους με τους Ταραντίνους και τον Πύρρο από την Ήπειρο, κατά τη διάρκεια των οποίων οι αποτυχίες άλλαξαν αρκετές φορές στρατόπεδο αλλά τελικά επιβλήθηκαν, εξώθησαν τους Ταραντίνους σε υποταγή και τον Πύρρο μακρυά από την Ιταλία.

Συνεχίζει με τους πολέμους των Ρωμαίων ενάντια στους Καρχηδονίους και τον Αννίβα, τις επιτυχίες τους στην Ισπανία με τον Σκιπίωνα και άλλους στρατηγούς, πώς ο Σκιπίων ανακυρήχθηκε βασιλέας από τους Ισπανούς αλλά αρνήθηκε τον τίτλο και πώς ο Αννίβας ηττήθηκε τελικά και τράπηκε σε φυγή. Κατόπιν, αφηγείται το πώς οι Ρωμαίοι διέπλευσαν το Ιόνιο Πέλαγος και πώς ο Περσεύς, γιός του Φιλίππου, όταν έγινε βασιλέας των Μακεδόνων, παρορμητικά αθέτησε το σύμφωνο που είχε συνάψει ο πατέρας του με τους Ρωμαίους και ανατράπηκε μετά την ήττα του από τον Παύλο (Λούκιο Αιμίλιο), πώς νίκησαν τον Αντίοχο, βασιλέα της Συρίας, Κομμαγηνής και Ιουδαίας σε δύο μάχες, εκδιώκοντάς τον από την Ευρώπη. Τέλος, αφού ολοκλήρωσε την αφήγηση για τις κατακτήσεις των Ρωμαίων, ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι Ηρακλεινοί είχαν στείλει πρεσβείες στους Ρωμαίους στρατηγούς που είχαν διασχίσει την Ασία, τις οποίες εκείνοι υποδέχθηκαν ένθερμα και τους συμπεριφέρθηκαν με ευγένεια.

Προτομή του Σκιπίωνα του Αφρικανού στο Μουσείο Πούσκιν στη Μόσχα.
Προτομή του Σκιπίωνα του Αφρικανού στο Μουσείο Πούσκιν στη Μόσχα.

Ο Πόπλιος Αιμίλιος τους ενεχυρίασε ιδιόχειρη επιστολή, με την οποία τους διαβεβαίωνε για την φιλική στάση της Συγκλήτου απέναντί τους και για την παροχή οιασδήποτε φροντίδας και προσοχής έχρηζαν. Αργότερα έστειλαν διπλωμάτες στον Κορνήλιο Σκιπίωνα, ο οποίος είχε κατακτήσει την Αφρική για λογαριασμό των Ρωμαίων, με σκοπό να επικυρώσουν τη συμφωνία που προηγουμένως είχε επιτευχθεί. Στη συνέχεια απέστειλαν εκ νέου πρεσβεία στον Σκιπίωνα αιτούμενοι την συμφιλίωση του βασιλέα Αντιόχου με τους Ρωμαίους, προωθώντας παράλληλα θέσπισμα συναίνεσης προς τον Αντίοχο προτρέποντάς τον να παραμερίσει την εχθρότητά του απέναντι στους Ρωμαίους. Ο Κορνήλιος απάντησε στους Ηρακλεινούς ξεκινώντας ως εξής: “Σκιπίων, ο στρατηγός και Ανθύπατος των Ρωμαίων, χαιρετίζει την Σύγκλητο και το λαό της Ηράκλειας”. Ακολούθως, επιβεβαίωσε την καλή θέληση των Ρωμαίων προς τους Ηρακλεινούς όπως επίσης την πρόθεση τερματισμού του πολέμου με τον Αντίοχο. Ο Λούκιος, αδελφός του Πόπλιου Κορνήλιου Σκιπίωνα, ο οποίος διοικούσε το στράτευμα, έδωσε παρόμοια απάντηση στους απεσταλμένους των Ηρακλεινών.

Όχι πολύ αργότερα, ο Αντίοχος πολέμησε εκ νέου με τους Ρωμαίους, ηττήθηκε κατά κράτος και οι μεταξύ τους εχθροπραξίες τερματίστηκαν με προσχώρησή του σε συνθήκη, κατά την οποία απομακρυνόταν από το σύνολο των περιοχών της Ασίας, παραδίδοντας τους ελέφαντες και το στρατό του. Κομμαγηνή και Ιουδαία παρέμεναν στην κυριαρχία του. Η πόλη της Ηράκλειας έστειλαν πρεσβείες στους επόμενους στρατηγούς που διορίστηκαν από τους Ρωμαίους, με παρόμοια αιτήματα, οι οποίες έγιναν δεκτές με την ίδια καλή θέληση και ευγένεια του παρελθόντος. Τελικά, Ρωμαίοι και Ηρακλεινοί κατέληξαν σε συμφωνία κατά την οποία συνομολογούσαν όχι μόνο την διατήρηση της φιλίας τους αλλά και τη συμμαχική δράση τους εναντίον άλλων κρατών, το οποίο ήταν προαπαιτούμενο αμφοτέρων. Πανομοιότυπα αντίτυπα της συμφωνίας χαράχθηκαν σε δύο χάλκινες πινακίδες εκ των οποίων η μία τοποθετήθηκε στο ιερό του Δία, στον λόφο του Καπιτωλίου της Ρώμης και η άλλη στην Ηράκλεια, επίσης στο ιερό του Δία.

[19] Το δέκατο πέμπτο βιβλίο της ιστορίας, αρχίζει με την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο Προυσίας Α’, σθεναρός και δραστήριος βασιλέας των Βιθυνίων, εξουσίασε την Κίερο (η οποία ανήκε στους Ηρακλεινούς, τη μετονόμασε δε, σε Προυσιάδα) και μερικές ακόμη πόλεις, όπως για παράδειγμα την Τίο, μια ακόμη πόλη των Ηρακλεινών, με αποτέλεσμα οι κατακτήσεις του να περικυκλώνουν την Ηράκλεια μέχρι την θάλασσα. Μετά από αυτές, πολιόρκησε δριμύτατα την ίδια την Ηράκλεια, σκοτώνοντας πολλούς από τους πολιορκημένους. Η πόλη βρέθηκε στο κατώφλι της υποταγής αλλά η φραγή άρθηκε εξαιτίας ατυχήματος που υπέστη ο Προυσίας, όταν ευρισκόμενος στις επάλξεις του τείχους, χτυπήθηκε από πέτρα και συνετρίβη στο έδαφος σπάζοντας το πόδι του. Ο τραυματισμένος βασιλέας απομακρύνθηκε φοράδην και μετά δυσκολίας από τους Βιθυνούς, επιστρέφοντας στην πατρίδα του, όπου έζησε λίγα χρόνια πριν πεθάνει, έχοντας επονομασθεί (εξαιτίας του τραυματισμού του) “χωλός”.

Προυσίας Α' της Βιθυνίας
Προυσίας Α’ της Βιθυνίας

[20] Πριν την επέλαση των Ρωμαίων στην Ασία, οι Γαλάτες οι οποίοι ζούσαν στα βόρεια του Πόντου και επιθυμούσαν την πρόσβασή τους στη θάλασσα, προσπάθησαν να υποτάξουν την Ηράκλεια, θεωρώντας ότι δεν θα δυσκολεύονταν, καθώς η πόλη είχε χάσει αρκετή από την ισχύ που είχε στο παρελθόν, γεγονός που τους έκανε να την καταφρονούν. Συντάχθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις εναντίον της και οι Ηρακλεινοί ανέτρεξαν προς οποιαδήποτε βοήθεια μπορούσαν να βρούν τη δεδομένη στιγμή.

Έτσι, η πόλη υπέστη πολιορκία, η οποία συνεχίστηκε για αρκετό χρονικό διάστημα ωσότου οι Γαλάτες αρχίσουν να υποφέρουν από έλλειψη προμηθειών, καθώς ήταν παθιασμένοι περισσότερο, με τις πολεμικές συρράξεις, παραγκωνίζοντας τη διενέργεια βασικών προετοιμασιών.  Έχοντας εγκαταλείψει το στρατόπεδό τους σε αναζήτηση εφοδίων, οι αμυνόμενοι εξόρμησαν και τους αιφνιδίασαν. Κατέλαβαν το στρατόπεδο, σκότωσαν πολλούς από τους Γαλάτες και αιχμαλώτισαν τους άλλους που είχαν διασκορπιστεί στην ύπαιθρο, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, με αποτέλεσμα να καταφέρουν να αποδράσουν προς τη Γαλατία, λιγότεροι από το ένα τρίτο των Γαλατών. Αυτή η επιτυχία, παρότρυνε τους Ηρακλεινούς να ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να ανακτήσουν την παρελθούσα δόξα και ευημερία τους.

[21] Όταν οι Ρωμαίοι στράφηκαν εναντίον Μάρσων, Πελιγνών και Μαρουκίνων, φύλων που ζούσαν στα βόρεια της Αφρικής κοντά στα Γάδειρα, οι Ηρακλεινοί έσπευσαν προς βοήθεια των Ρωμαίων με δύο κατάφρακτες τριήρεις. Αφού τους βοήθησαν να κερδίσουν τον πόλεμο και ανταμείφθηκαν για την προσφορά τους, επέστρεψαν στην πατρίδα τους, έντεκα χρόνια μετά την ημέρα που είχαν φύγει.

[Κεφάλαια 22-40, στο δεύτερο μέρος]

Πηγή

http://attalus.org/

One Comment Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s