Ηλύσια πεδία

Γράφει ο Χείλων

Στην Ελληνική μυθολογία Ηλύσια Πεδία ονομάζονταν οι μεταθανάτιες κατοικίες για τις ψυχές των ηρώων και ενάρετων ανθρώπων. Διακρίνονταν σε δύο βασίλεια – την νήσο των Μακάρων και τα Λήθεια πεδία του Άδη. Συγκρινόμενα με την σύγχρονη αντίληψη για την μετά θάνατον ζωή, τα Ηλύσια θεωρούντο ο παράδεισος, σε αντίθεση  με τα Τάρταρα που ήταν η κόλαση. Το πρώτο εξ’ αυτών γνωστό ως Λευκή νήσος ή νήσος των Μακάρων, ήταν μεταθανάτιο βασίλειο που προοριζόταν για τους μυθικούς ήρωες. Βρισκόταν σε παραδείσιο νησί δυτικά του ποταμού Ωκεανού, και διοικείτο σύμφωνα με τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο από τον Τιτάνα Κρόνο, ή σύμφωνα με τον Όμηρο από τον Ραδάμανθυ, γιό του Δία.

Το δεύτερο Ηλύσιο πεδίο ήταν βασίλειο του κάτω κόσμου στα βάθη του Άδη πέρα από τον ποταμό Λήθη και στο οποίο κατευθύνονταν οι μύστες των Μυστηρίων που είχαν διάγει ενάρετο βίο. Οι θεοί των Μυστηρίων που συνδέονται με το πέρασμα των μυημένων στο Ηλύσιο πεδίο είναι η Περσεφόνη, ο Ίακχος (Ελευσίνιος Ερμής ή Διόνυσος) ο Τριπτόλεμος, η Εκάτη, ο Ζαγρεύς (Ορφικός Διόνυσος) η Μελινόη (Ορφική Εκάτη) και η Μακαρία.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα Ηλύσια ήταν μια συγκεχυμένη έννοια, καθότι επί παραδείγματι ενώ ο Ησίοδος και άλλοι ποιητές μιλούν για παραδείσια βασίλεια που προορίζονταν αποκλειστικά για ήρωες, οι Ρωμαίοι συγγραφείς (όπως ο Βιργίλιος) συνδυάζουν αμφότερα τα Ηλύσια πεδία – το βασίλειο των ενάρετων νεκρών και το βασίλειο των ηρώων – σε ένα και το αυτό.

Μεταγενέστεροι Έλληνες συγγραφείς που προσπάθησαν να εξορθολογήσουν τους μύθους, εντόπισαν το μυθικό λευκό νησί κοντά στις εκβολές του ποταμού Δούναβη στη Μαύρη Θάλασσα. Τα νησιά των Μακάρων, από την άλλη πλευρά, ορισμένες φορές ταυτίζονται με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ή με τα νησιά στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Στην αρχαία Ελληνική οι όροι Ηλύσιο και Άδη επέχουν θέση επιθέτου παρά κυρίου ονόματος, π.χ Ηλύσιο πεδίο και Άδου οίκος. Η ετυμολογία της λέξης Ηλύσιον είναι ασαφής. Μπορεί να προέρχεται από το ρήμα ελευσώ ή ελευθώ που σημαίνει «για την ανακούφιση» ή «απελευθέρωση» (δηλαδή από τον πόνο) ή από την πόλη της Ελευσίνας, τοποθεσία των φημισμένων Ελευσινίων Μυστηρίων, ή σύμφωνα με τον Ευστάθιο τον Θεσσαλονικέα από την λέξη αλυούσας (αναβλύζω από χαρά) ή από την λέξη αλύτως (συνώνυμο του αφθάρτως). 

Ορισμένα από τα μυθικά πρόσωπα που μεταφέρθηκαν στα Ηλύσια πεδία είναι τα κάτωθι:

Κάδμος και Αρμονία (βασιλικό ζεύγος των Θηβών) Λύκος (γιός του Ποσειδώνα) Ραδάμανθυς (γιός του Διός) Αλκμήνη (μητέρα του Ηρακλή) Μήδεια (κόρη του Αιήτη) Ορφεύς και Ευρυδίκη, Αχιλλεύς (γιός του Πηλέα) Αίας ο Τελαμόνιος, Αίας ο Λοκρός, Αντίλοχος (γιός του Νέστορα) Διομήδης (γιός του Τυδέα) Ελένη (κόρη του Δία) Ιφιγένεια (κόρη του Αγαμέμνονα) Μέμνων (γιός της Ηούς) Μενέλαος (γιός του Ατρέα) Νεοπτόλεμος (γιός του Αχιλλέα) Πάτροκλος (φίλος του Αχιλλέα) Πηνελόπη (σύζυγος του Οδυσσέα) Τηλέγονος (γιός του Οδυσσέα) Τηλέμαχος (γιός του Οδυσσέα).

———————————–

… τὸν δ’ ἴδον ἐν νήσῳ θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντα,

νύμφης ἐν μεγάροισι Καλυψοῦς, ἥ μιν ἀνάγκῃ

ἴσχει ὁ δ’ οὐ δύναται ἣν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι

οὐ γάρ οἱ πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι,

οἵ κέν μιν πέμποιεν ἐπ’ εὐρέα νῶτα θαλάσσης.

σοὶ δ’ οὐ θέσφατόν ἐστι, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,

Ἄργει ἐν ἱπποβότῳ θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν,

ἀλλά σ’ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης

ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς,

τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν

οὐ νιφετός, οὔτ’ ἂρ χειμὼν πολὺς οὔτε ποτ’ ὄμβρος,

ἀλλ’ αἰεὶ ζεφύροιο λιγὺ πνείοντος ἀήτας

Ὠκεανὸς ἀνίησιν ἀναψύχειν ἀνθρώπους.

(Ομήρου – Οδύσσεια 4.560 έως 565)

(Απόδοση στην νεοελληνική)

Τον είδα εγώ σ΄ ένα νησί δάκρυα πολλά να χύνει,

στης θέαινας της Καλυψώς, που δίχως θέλησή του

κρατάει τον, και δε δύνεται να δει γλυκιά πατρίδα·

τι μήτε πλοία με τα κουπιά μήτε συντρόφους έχει,

που να τον πάρουν απ΄ εκεί στης θάλασσας τα πλάτια.

Κι εσύ, Μενέλαε διόθρεφτε, της μοίρας σου δεν είναι

στ΄ Άργος τ΄ αλογοβόσκητο να λιώσεις τη ζωή σου,

παρά στα πέρατα της γης, στα Ηλύσια τα λημέρια,

που ΄ναι ο ξανθός Ραδάμανθης, οι θεοί θε να σε στείλουν,

εκεί που οι μέρες των θνητών ανάλαφρες διαβαίνουν·

δεν έχει ούτε χειμώνα εκεί, μήτε βροχή και χιόνι,

μόνε τ΄ αγέρι το γλυκό του Ζέφυρου ανεβάζει

παντοτινά ο Ωκεανός, και τους θνητούς δροσίζει·

Διὰ τί ὁ ζέφυρος εὐδιεινὸς καὶ ἥδιστος δοκεῖ εἶναι τῶν ἀνέμων͵ καὶ οἷον καὶ Ὅμηρος ἐν τῷ Ἠλυσίῳ πεδίῳ͵ ἀλλ΄ αἰεὶ ζεφύροιο διαπνείουσιν ἀῆται

(Αριστοτέλους – Προβλήματα 943b.21 έως 943b.23)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s