Οι Ίνκας/Incas (πολιτισμός)

στις

εξώφυλλο: Χρυσός δίσκος που αναπαριστά τον Ίντι θεό του Ήλιου

copyright © μετάφραση επιμέλεια Χείλων

Ο πολιτισμός των Ίνκας άνθισε στο σημερινό Περού μεταξύ 1400 και 1533 και η αυτοκρατορία τους επεκτάθηκε σε όλη την δυτική Νότια Αμερική, από το Κίτο στα βόρεια μέχρι το Σαντιάγκο στο νότο, καθιστώντας την μεγαλύτερη που εμφανίστηκε στην Αμερική και από τις μεγαλύτερες στον κόσμο εκείνη την εποχή. Παρά το σκληρό περιβάλλον των Άνδεων, οι Ίνκας κατέκτησαν κράτη και αξιοποίησαν εδάφη σε πεδιάδες, βουνά, ερήμους και τροπική ζούγκλα. Φημισμένοι για την μοναδική τους τέχνη και αρχιτεκτονική, κατασκεύασαν καλαίσθητα και επιβλητικά κτίσματα, συνδυάζοντας την υψηλή αισθητική με την αρμονική προσαρμογή στο περιβάλλον, με αποκορύφωμα το περίφημο Μάτσου Πίτσου.

Αναπαράσταση του θεού Βιρακότσα, στην Πύλη του Ήλιου στην αρχαία πόλη Τιαουανάκο στη Βολιβία πηγή

Ανασκόπηση

Όπως και με άλλους πολιτισμούς της αρχαίας Αμερικής, είναι δύσκολο να εντοπισθούν οι ιστορικές καταβολές των Ίνκας από τους μύθους που οι ίδιοι δημιούργησαν. Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς, στην αρχή, ο δημιουργός θεός Βιρακότσα αναδύθηκε από τον Ειρηνικό Ωκεανό και όταν έφτασε στη λίμνη Τιτικάκα, δημιούργησε τον ήλιο και τους πρώτους ανθρώπους τους οποίους κατόπιν έθαψε στην γη, για να ανανήψουν αργότερα μέσα από πηγές, βράχους και ιερούς τόπους τους αποκαλούμενους πακαρίνας και να δημιουργηθεί ο κόσμος. Οι Ίνκας συγκεκριμένα, γεννήθηκαν στο Τιουανάκου από τον Ίντι θεό του Ήλιου και ως εκ τούτου θεωρούνταν οι εκλεκτοί, τα «παιδιά του ήλιου» ενώ ο αρχηγός των Ίνκας ήταν εκπρόσωπος και ενσάρκωση του Ίντι στην γη.

Απεικόνιση του θεού Ίντι στη σημαία του Περού, όπως σχεδιάστηκε από τον José Bernardo de Tagle, 1822  User:Orionist [CC BY-SA 3.0], via Wikimedia Commons

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, οι πρώτοι Ίνκας προήλθαν από ένα ιερό σπήλαιο γνωστό ως Τάμπου Τόκο ή «Σπίτι με τα παράθυρα», το οποίο βρισκόταν στο Πακαρικτάμπο, νότια του Κούσκο. Το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι ήταν ο Μάνκο Κάπακ και η αδελφή και σύζυγός του Μάμα Όκλο, μαζί με άλλα τρία αδέλφια. Αφού υπέταξαν τους Τσάνκα με τη βοήθεια των πέτρινων πολεμιστών (πουρουράουκας) εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα Κούσκο και Μάνκο Κάπακ, ιδρύοντας την Κούσκο που έμελλε να γίνει η πρωτεύουσα των Ίνκας. Σύμφωνα πάντα με τον μύθο, ο Μάνκο Κάπακ κι ο αδερφός του, Πάτσα Κάμακ, γιοι του θεού Ίντι στάλθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια τους, στην γη με ένα χρυσό ραβδί, προκειμένου να χτίσουν ένα Ναό αφιερωμένο στο θεό Ήλιο στο σημείο που θα έπεφτε η ράβδος. Το χρυσό ραβδί βυθίστηκε στο Κούζκο, που ονομάστηκε ομφαλός του κόσμου.

Άγαλμα του Πατσακούτι Ίνκα Γιούπανκ στην Plaza de Armas, Κούσκο, Περού πηγή

Αρχαιολογικά ευρήματα έχουν αποκαλύψει ότι οι πρώτοι οικισμοί στην κοιλάδα του Κούσκο χρονολογούνται περί το 4500 π.Χ., όταν εμφανίστηκαν στην περιοχή οι πρώτοι κυνηγοί – συλλέκτες τροφής. Ωστόσο, η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο στην αρχή της Ύστερης Ενδιάμεσης περιόδου (1000 -1400 μ.Χ) όταν ξεκίνησε η ενοποίηση προς τα τέλη του 14ου και αρχές του 15ου αιώνα με την εμφάνιση του πρώτου μεγάλου ηγέτη Πατσακούτι Ίνκα Γιούπανκ και την ήττα των Τσάνκα το 1438. Τότε οι Ίνκας άρχισαν να επεκτείνονται σε αναζήτηση λαφύρων και πρώτων υλών, αρχικά νότια και αργότερα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τελικά έχτισαν μια αυτοκρατορία που απλωνόταν στις Άνδεις, κατακτώντας λαούς όπως οι πολιτισμοί Λουπάκα, Κόλλα, Χίμορ και Γουάνκα, θεσπίζοντας ένα πανεθνικό σύστημα φορολογίας και διοίκησης το οποίο ενίσχυε την εξουσία της πρωτεύουσας Κούσκο. Σημειώνεται ότι η αυτοκρατορία των Ίνκας περιελάμβανε περισσότερα από 200 έθνη και εκτεινόταν μέχρι τον Ισημερινό, Χιλή και Αργεντινή.

Χάρτης που απεικονίζει την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας Ίνκας με διαφορετικά χρώματα ανά χρονική περίοδο. Πρωτεύουσα ήταν η πόλη Κούσκο και η λίμνη Titicaca ήταν η κύρια λίμνη. Σήμερα η περιοχή περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του Περού, του Εκουαδόρ, καθώς και της Βολιβίας, της Χιλής και της Αργεντινής. πηγή

Η άνοδος της αυτοκρατορίας ήταν εκπληκτικά γρήγορη. Αρχικά, όλοι οι ομιλητές της γλώσσας Ίνκα Κέτσουα (ή Ρουνασίμι) τύγχαναν προνομιακής μεταχείρισης, αποτελώντας την τάξη των ευγενών, στελεχώνοντας τις σημαντικές θέσεις της αυτοκρατορίας. Ο Τούπα Ίνκα Γιουπάνκι (γνωστός και ως Τόπα Ίνκα) διάδοχος του Πατσακούτι, πιστώνεται με την επέκταση της αυτοκρατορίας σε έκταση 4.000 χιλιομέτρων. Οι Ίνκας ονόμαζαν την αυτοκρατορία τους Ταγουαντινσούγιο που σημαίνει «γη των τεσσάρων βασιλείων» ή «τα τέσσερα βασίλεια μαζί». Η Κούζκο θεωρείτο ο ομφαλός του κόσμου και το σημείο απ’ όπου ξεκινούσαν οι οδοί και οι ιερές ακτίνες (θέγκες/ceques) που συμβόλιζαν τα τμήματα της αυτοκρατορίας: το Τσιντσαϊσούγιου (βόρειο τμήμα στο σημερινό Περού, τον Ισημερινό και την Κολομβία) Αντισούγιου (ανατολικό τμήμα στον Αμαζόνιο και μέρος της Κολομβίας) Κογιασούγιου (νότιο τμήμα βορειοανατολικά της Αργεντινής) και Κουντισούγιου (δυτικό τμήμα στην ακτή του Ειρηνικού ωκεανού) διασχίζοντας τον αρχαίο Ισημερινό, το Περού, την βόρεια Χιλή, την Βολιβία, την Αργεντινή και την νότια Κολομβία. Σε μια έκταση 5.500 χλμ. από βορρά προς νότο, 40.000 Ίνκας κυβερνούσαν μια τεράστια περιοχή με περίπου 10 εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι μιλούσαν περισσότερες από 30 διαφορετικές γλώσσες.

 Τούπα Ίνκα Γιουπάνκι Felipe Huaman Poma de Ayala [Public domain], via Wikimedia Commons

Διοίκηση

Οι Ίνκας τηρούσαν αρχείο των βασιλέων τους (Σάπα Ίνκα) με αποτέλεσμα να γνωρίζουμε ονόματα όπως του Πατσακούτι Ίνκα Γιουπάνκι (βασιλεία 1438-63) Τόπα Ίνκα Γιουπάνκι (βασιλεία 1471-93) και Γουάϊνα Οχαπάκ (τελευταίος προ Ισπανικός βασιλέας, 1493-1525). Είναι πιθανόν να κυβερνούσαν δύο βασιλείς ταυτόχρονα και οι βασίλισσες να είχαν μερικές σημαντικές εξουσίες, αλλά τα Ισπανικά αρχεία δεν είναι σαφή. Ο Σάπα Ίνκα (τίτλος του βασιλέα που σήμαινε «ο μοναδικός») ήταν ο απόλυτος ηγέτης και διαβίωνε στην απόλυτη χλιδή, αφού έπινε από χρυσά και ασημένια σκεύη, φορούσε ασημένια παπούτσια και ζούσε σε παλάτι επιπλωμένο με τα καλύτερα έπιπλα και υφάσματα. Ακόμα και μετά θάνατον τύγχανε ιδιαίτερης φροντίδας, καθώς οι Ίνκας μουμιοποιούσαν τους ηγέτες τους. Οι μούμιες οι οποίες ονομάζονταν μάλκι/mallki φυλάσσονταν στον ναό Κορικάντσα στο Κούσκο και «συμμετείχαν» σε περίτεχνες τελετουργίες, όπου ήσαν ενδεδυμένες με ακριβά ρούχα, ενώ οι πιστοί προσέφεραν φαγητά και ποτά, ζητώντας την βοήθειά τους για κρατικά θέματα.

Η «Παρθένος», μία από τις μούμιες Llullaillaco_η ανθρώπινη θυσία Ίνκας_ επαρχία Salta (Αργεντινή) grooverpedro [CC BY 2.0], via Wikimedia Commons

Το οργανόγραμμα διοίκησης των Ίνκας ήταν πυραμιδικό. Στην κορυφή βρισκόταν ο ηγεμόνας και δέκα συγγενικές ομάδες ευγενών που ονομάζονταν πανάκα/panaqa. Στη συνέχεια υπήρχαν δέκα ομάδες έμμεσης συγγένειας με τον βασιλέα και στη συνέχεια μια τρίτη ομάδα ευγενών οι οποίοι δεν κατάγονταν απευθείας από τους Ίνκας αλλά κατείχαν τα προνόμιά τους. Στην βάση της πυραμίδας περιλαμβάνονταν τοπικοί διοικητές – άρχοντες οι οποίοι επόπτευαν αποικίες και η μικρότερη ομάδα των Άνδεων (άιλου/ayllu) η οποία αποτελείτο από συγγενικές αγροτικές οικογένειες που ζούσαν μαζί και παρείχαν αμοιβαία υποστήριξη σε δύσκολες περιόδους. Κάθε άιλου διοικείτο από μικρό αριθμό ευγενών ή κουράκας, ο οποίος μπορούσε να περιλαμβάνει γυναίκες.

Οι τοπικοί διοικητές υπάγονταν σε περισσότερους από 80 περιφερειάρχες, οι οποίοι με τη σειρά τους, ανέφεραν στον υπεύθυνο κυβερνήτη, για κάθε τμήμα της αυτοκρατορίας. Οι τέσσερις κυβερνήτες ανέφεραν στον ανώτατο ηγέτη της Ίνκας στο Κούσκο. Για να εξασφαλισθεί η αφοσίωση, οι διάδοχοι των τοπικών ηγετών κρατούνταν στην πρωτεύουσα των Ίνκας. Οι σημαντικότερες πολιτικές, θρησκευτικές και στρατιωτικές θέσεις της αυτοκρατορίας είχαν ανατεθεί στην κοινωνική ελίτ των Ίνκας, τους οποίους οι Ισπανοί ονόμαζαν ορεγόνες/orejones ή «μεγάλα αυτιά» επειδή φορούσαν μεγάλα σκουλαρίκια για να υποδηλώνουν την θέση τους. Για να διασφαλισθεί το έργο των ορεγόνες στην αυτοκρατορία, εγκαταστάθηκαν τοπικά φρουρές και δημιουργήθηκαν νέα διοικητικά κέντρα, κυρίως στο Τάμπο Κολοράντο, το Χουάνουκο Πάμπα και το Χάτουν Σάουσα.

Συσκευή καταγραφής κίπου/quipu Pi3.124 [CC BY-SA 4.0], via Wikimedia Commons

Για φορολογικούς σκοπούς έγιναν απογραφές και οι πληθυσμοί χωρίστηκαν σε ομάδες βασισμένες σε πολλαπλάσια του δέκα (τα μαθηματικά των Ίνκας ήταν σχεδόν πανομοιότυπα με το σύστημα που χρησιμοποιούμε σήμερα). Καθώς δεν υπήρχε νόμισμα, οι φόροι πληρώνονταν σε είδος – συνήθως τρόφιμα, πολύτιμα μέταλλα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, εξωτικά φτερά, βαφές και σπονδύλους (οστρακοειδή) – αλλά και εργάτες (γνωστοί ως μίτα) που μετακινούνταν ανά την αυτοκρατορία όταν απαιτείτο. Η γεωργία και κτηνοτροφία χωρίζονταν σε τρία μέρη: την παραγωγή για τους θεούς, τον κυβερνήτη και τους ίδιους τους αγρότες. Οι τοπικές κοινότητες βοηθούσαν στην κατασκευή και συντήρηση αυτοκρατορικών έργων, όπως το οδικό σύστημα που απλωνόταν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Για να παρακολουθούν όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία, οι Ίνκας χρησιμοποιούσαν το κίπου/quipu, ένα εξελιγμένο σύστημα αποτελούμενο από κορδόνια με κόμπους, το οποίο ήταν μεταφερόμενο και μπορούσε να καταγράψει μέχρι 10.000 δεκαδικούς αριθμούς.

Παρόλο που οι Ίνκας επέβαλαν την θρησκεία και την εξουσία τους στους κατακτημένους λαούς, απαιτούσαν φόρο υποτέλειας και μετακινούσαν έποικους (μίτμας/mitmas) για την ενσωμάτωση νέων εδαφών στην αυτοκρατορία, εντούτοις προσέφεραν αρκετά οφέλη, όπως αναδιανομή τροφίμων σε περιόδους καταστροφής, εγκαταστάσεις τροφίμων, εργασία μέσω κρατικών προγραμμάτων, κρατικά χορηγούμενες θρησκευτικές τελετές, δρόμους, στρατιωτική βοήθεια και είδη πολυτελείας, ιδίως αντικείμενα τέχνης που απολάμβανε η τοπική ελίτ.

Ερείπια του Κορικάντσα – σημαντικού ναού των Ίνκας του 15ου αι., με τοίχους & δάπεδα καλυμμένα από ατόφιο χρυσάφι.  Diego Delso [CC BY-SA 4.0], via Wikimedia Commons

Η πρωτεύουσα Κούσκο

Η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Κούσκο/Cuzco (από το qosqo, που σημαίνει «αποξηραμένη λίμνη» ή από το cozco, μία πέτρινη επιγραφή στην πόλη) ήταν θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας και είχε πληθυσμό 150.000 κατοίκων. Χαρακτηριζόταν από το ιερό συγκρότημα Κορικάντσα/Coricancha (ή Ναός του Ήλιου) που κατασκευάσθηκε από τον Πατσακούτι, ήταν επενδυμένο από χρυσό και σμαράγδια και ήταν από τα μεγαλύτερα κτίρια. Υπέρλαμπροι ήσαν επίσης οι ναοί που χτίστηκαν προς τιμήν του Ίντι (θεός Ήλιος) και της Μάμα Κίλια (θεά σελήνης) – ο πρώτος ήταν επενδυμένος με 700 φύλλα χρυσού βάρους 2 κιλών έκαστο και ο δεύτερος από ασήμι. Ολόκληρη η πρωτεύουσα ήταν διαμορφωμένη σε σχήμα πούμα (ορισμένοι ιστορικοί μελετητές το αμφισβητούν και εκλαμβάνουν την περιγραφή μεταφορικά) με την αυτοκρατορική μητρόπολη Πούματσουπαν να σχηματίζει την ουρά και το συγκρότημα του ναού Σακσαϊγουάμαν το κεφάλι. Από τα μεγαλειώδη μνημεία – κατασκευές της πόλης, όπως……….τεράστιες πλατείες, πάρκα, ιερά, πηγές και κανάλια, δεν διασώζεται κάποιο και οι όποιες περιγραφές βασίζονται στις μαρτυρίες των πρώτων Ευρωπαίων που θαύμασαν την αρχιτεκτονική και τα πλούτη της.

Θρησκεία

Οι Ίνκας έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για δύο προηγούμενους πολιτισμούς που κατείχαν μεγάλο τμήμα της περιοχής, τους Γουάρι/Wari και Τιγουανάκου/Tiwanaku. Όπως αναφέρθηκε, οι τοποθεσίες του Τιγουανάκου και της λίμνης Τιτικάκα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στους μύθους της δημιουργίας των Ίνκας και έτσι ήταν ιδιαίτερα σεβαστές. Οι βασιλείς μετέβαιναν τακτικά για προσκύνημα στο Τιγουανάκου και τα νησιά της λίμνης, όπου έχτισαν δύο λάρνακες αφιερωμένες στον θεό Ήλιο Ίντι (υπέρτατη θεότητα των Ίνκας) και την θεά της Σελήνης Μάμα Κίλια. Επίσης στο συγκρότημα Κορικάντσα στο Κούσκο, οι εν λόγω θεότητες αναπαρίσταντο από μεγάλα έργα τέχνης κατασκευασμένα από πολύτιμα μέταλλα και λατρεύονταν από ιερείς και ιέρειες με επικεφαλής τον Αρχιερέα του Ήλιου (Βίλακ Ούμου/Willaq umu) ο οποίος ήταν το δεύτερο σημαντικότερο πρόσωπο μετά τον βασιλέα. Με αυτόν τον τρόπο, η θρησκεία των Ίνκας αποσκοπούσε στον έλεγχο του φυσικού κόσμου και την αποτροπή καταστροφών, όπως σεισμούς, πλημμύρες και ξηρασία, στοιχεία που συνδέονται άρρηκτα με τον κύκλο ζωής, τον θάνατο και την ανανέωση.

Σύγχρονη αναπαράσταση Αρχιερέα του Ήλιου (Βίλακ Ούμου/Willaq umu) πηγή

Δημιουργήθηκαν επίσης ιερές τοποθεσίες, οι οποίες ονομάζονταν χουάκας/huacas σε περίοπτα φυσικά χαρακτηριστικά όπως κορυφές βουνού, σπηλιές και πηγές και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αστρονομικές παρατηρήσεις σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους. Οι θρησκευτικές τελετές τελούνταν σύμφωνα με το αστρονομικό ημερολόγιο, ιδιαίτερα τις κινήσεις του ήλιου, της σελήνης και του Γαλαξία (Μάγιου/Mayu). Οι πομπές και οι τελετές σχετίζονταν με τη γεωργία, ειδικά τις εποχές σποράς και συγκομιδής. Μαζί με την Τιτικάκα, το νησί του Ήλιου, ο ιερότερος τόπος των Ίνκας ήταν η Πάτσακαμάκ/Pachacamac, μια πόλη που χτίστηκε προς τιμή του ομώνυμου θεού, ο οποίος δημιούργησε ανθρώπους, φυτά και ήταν υπεύθυνος για τους σεισμούς. Σε αυτήν υπήρχε μεγάλο ξύλινο άγαλμα του θεού, θεωρούμενο ως μαντείο, το οποίο προσέλκυε προσκυνητές από τις Άνδεις. Οι Σαμάνοι αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της θρησκείας των Ίνκας και υπήρχαν σε κάθε οικισμό. Χαρακτηριστικά το Κούσκο είχε 475 και σημαντικότερος ήταν ο γιακάρκα/yacarca, ο οποίος ήταν και προσωπικός σύμβουλος του αυτοκράτορα.

Απεικόνιση του Μέγα Δημιουργού (Βιρακότσα)_μυθολογία Ίνκας

Οι θρησκευτικές τελετές των Ίνκας αφορούσαν επίσης στην λατρεία των προγόνων, όπως φαίνεται από την μουμιοποίηση και την παροχή προσφορών στους θεούς, όπως τρόφιμα, ποτά και πολύτιμους λίθους. Οι θυσίες (ζώων και ανθρώπων) συμπεριλαμβανομένων των παιδιών – γίνονταν για να εξευμενίσουν και να τιμήσουν τους θεούς και να εξασφαλίσουν την καλή υγεία του αυτοκράτορα. Οι σπονδές, είτε νερού είτε ζύθου (τσίτσα/chicha) αποτελούσε επίσης σημαντικό στοιχείο των θρησκευτικών τελετών.

Οι Ίνκας επέβαλαν την θρησκεία τους στους τοπικούς πληθυσμούς, αναγείροντας δικούς τους ναούς – ιερές κατασκευές και επιτάσσαν ιερά κειμήλια, τα οποία φύλασσαν στο Κούσκο και αποθήκευαν στο Κορικάντσα/Coricancha, εν είδει ομήρων που εξασφάλιζαν την συμμόρφωση των υποτελών με την κοσμοθεωρία των Ίνκας.

Καθημερινότητα

Δεν γνωρίζουμε πολλά για την καθημερινή διαβίωση των Ίνκας. Υπάρχουν όμως γραπτές αναφορές από εξερευνητές και ιεραπόστολους, καθώς και από δύο απογόνους των Ίνκας: τον Γκαρσιλάσο ντε λα Βέγκα/Garcilaso de la Vega και τον Ουάμαν Πούμα/Waman Puma.

Από αυτούς γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι Ίνκας ζούσαν στα χωριά. Ακόμη και η πρωτεύουσα Κούσκο δεν ήταν μεγάλη πόλη και οι εργαζόμενοι σε αυτήν ζούσαν σε μικρούς οικισμούς στα περίχωρα.

Ένδυση. Οι Ίνκας δεν χρειαζόταν να ντυθούν το πρωί, αφού κοιμόντουσαν με τα ρούχα. Οι γυναίκες φορούσαν μακριά φόρεμα με ένα φύλλο στη μέση ενώ οι άνδρες φορούσαν μπλούζες και αμάνικα που έφταναν σχεδόν μέχρι τα γόνατα. Αμφότερα τα φύλα φορούσαν σανδάλια και μακριά καπέλα.

Ενδυμασία αυτοκρατόρων Ίνκας πηγή 

Φαγητό Το πρώτο γεύμα της ημέρας ήταν 8 – 9 το πρωί. Τα περισσότερα πιάτα ήταν σούπες ή βραστά. Έτρωγαν κυρίως φασόλια, πιπεριές, ντομάτες, φιστίκια και γλυκό μανιόκα, αλλά τα βασικά τρόφιμα ήταν αραβόσιτος (καλαμπόκι) και πατάτες. Οι λεγόμενες πατάτες Ιρλανδίας και Αϊντάχο στην πραγματικότητα προέρχονταν από το αρχαίο Περού. Το μόνο κρέας που κατανάλωναν τακτικά ήταν το ινδικό χοιρίδιο.

Εργασία Οι άνδρες, όταν δεν πολεμούσαν, εργάζονταν στους αγρούς, ενώ οι γυναίκες ασχολούνταν με την κλώση, την ύφανση και την φροντίδα του σπιτιού. Συχνά όμως πήγαν στα χωράφια και βοηθούσαν τους συζύγους τους με την καλλιέργεια. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανονική εκπαίδευση (εκτός των παιδιών των ευγενών) οι περισσότεροι νέοι μάθαιναν τις δουλειές των ενηλίκων παρακολουθώντας τους γονείς τους.

Κάποιοι εργαζόμενοι φρόντιζαν τα κοπάδια προβατοκάμηλων (λάμα) ένα ζώο συγγενικό της καμήλας, που παρείχε χοντρό μαλλί για κλώση και χρησιμοποιείτο ως υποζύγιο. Δεν υπήρχαν τροχοφόρα οχήματα, αλλά ένα λάμα μπορούσε να μεταφέρει 45 κιλά.

Οικία Η μέση οικία αποτελείτο από μονοκατοικία κτισμένη με πέτρα ή τούβλα με λάσπη και διέθετε στέγαστρο. Την νύχτα όλη η οικογένεια κοιμόταν μαζί στο πάτωμα. Δεν υπήρχαν στρώματα (ούτε καν για τον αυτοκράτορα) και οι άνθρωποι άπλωναν μια τεράστια κουβέρτα και σκεπάζονταν.

Αρχιτεκτονική και οδοποιία

Όντας εξαιρετικοί τεχνίτες πέτρας οι Ίνκας κατασκεύασαν μεγάλα κτίρια, τείχη και οχυρώσεις χρησιμοποιώντας επεξεργασμένα τεμάχια – είτε κανονικά είτε πολυγωνικά – τα οποία συναρμολογούσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χρειαζόταν κονία (λάσπη). Με έμφαση στις καθαρές γραμμές, τα τραπεζοειδή σχήματα και την ενσωμάτωση φυσικών χαρακτηριστικών, τα κτίρια αντιπαρήλθαν εύκολα τους ισχυρούς σεισμούς που έπλητταν συχνά την περιοχή. Η ξεχωριστή κεκλιμένη τραπεζοειδής μορφή και η λεπτή τοιχοποιία των κτιρίων, πέρα από την προφανή αισθητική αξία τους, χρησίμευαν ως σύμβολο αναγνώρισης της κυριαρχίας των Ίνκας στην αυτοκρατορία.

Κτίσματα καλάνκα στο Μάτσου Πίτσου πηγή

Ένα από τα πιο κοινά κτίρια ήταν η αποθήκη ενός δωματίου κόλκα/qollqa, η οποία ήταν χτισμένη με πέτρα, ευάερη, είχε στρογγυλό σχήμα και σε αυτήν αποθήκευαν αραβόσιτο, πατάτες και βολβούς. Τα καλάνκα/kallanka ήταν μεγάλες αίθουσες που χρησιμοποιούντο για συγκεντρώσεις. Τα μικρότερα κτίρια περιλάμβαναν το κάντσα/kancha – σύμπλεγμα μικρών μονοκατοικιών και ορθογώνιων κτιρίων (βάσι/wasi & μάσμα/masma) με τοξωτές στέγες που χτίζονταν γύρω από μια αυλή την οποία περιέβαλε ψηλός τοίχος. Το κάντσα ήταν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό των πόλεων Ίνκας και ευρέως διαδεδομένο στις κατακτημένες περιοχές. Ο εξωραϊσμός για την μεγιστοποίηση της γεωργικής εκμετάλλευσης (ειδικά για τον αραβόσιτο) ήταν μια ακόμη πρακτική των Ίνκας, την οποία εξήγαγαν όπου κι αν πήγαιναν. Αυτά τα «πλατώματα» συχνά περιλάμβαναν κανάλια, καθώς οι Ίνκας ήταν ειδικοί στην εκτροπή του νερού, μεταφέροντας το σε μεγάλες αποστάσεις μέσω υπόγειων καναλιών, δημιουργώντας θεαματικά αρδευτικά έργα και πηγές.

Προβατοκάμηλοι (Λάμα) author provided. Anakin~commonswiki assumed (based on copyright claims). [CC BY-SA 3.0], via Wikimedia Commons

Τα αγαθά μεταφέρονταν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω εμπορικών οδών χρησιμοποιώντας προβατοκάμηλους (λάμα) και αχθοφόρους (δεν υπήρχαν τροχοφόρα οχήματα). Το οδικό δίκτυο κάλυπτε περισσότερα από 40.000 χιλιόμετρα και παράλληλα με την μετακίνηση στρατευμάτων, διοικητικών στελεχών και εμπορικών αγαθών, αποτελούσε σύμβολο κυριαρχίας των Ίνκας στην αυτοκρατορία. Οι οδοί διέθεταν σταθμούς ανάπαυσης κατά μήκος του δικτύου και υπήρχε σύστημα αγγελιοφόρων δρομέων (τσάσκις/chasquis) που μετέφεραν μηνύματα σε απόσταση μέχρι και 240 χιλιόμετρα ημερησίως από τον έναν οικισμό στον άλλο.

Τέχνες

Παρόλο που επηρεάστηκαν από την τέχνη και τις τεχνικές του πολιτισμού Χίμου/Chimu, οι Ίνκας δημιούργησαν την δική τους τεχνοτροπία, η οποία αποτελούσε σύμβολο της κυριαρχίας τους στην αυτοκρατορία. Η τέχνη των Ίνκας είναι εμφανής σε κατασκευές πολύτιμων μετάλλων (χρυσό – συμβολίζει τον ιδρώτα του ήλιου, ασήμι – συμβολίζει τα δάκρυα του φεγγαριού και χαλκό) κεραμικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Τα σχέδια τα οποία χρησιμοποιούσαν είχαν την μορφή γεωμετρικών σχημάτων, ήσαν τεχνικά άρτια και δημοφιλέστερο όλων ήταν η σκακιέρα. Ένας από τους λόγους των επαναλαμβανόμενων σχεδίων ήταν διότι η κεραμική και τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα παράγονταν για το κράτος ως φόρος και έτσι τα έργα τέχνης ήταν αντιπροσωπευτικά των κοινοτήτων και της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Ακριβώς όπως τα σημερινά νομίσματα και τα γραμματόσημα αντανακλούν την ιστορία ενός έθνους, έτσι και τα έργα των Άνδεων προσέφεραν αναγνωρίσιμα μοτίβα τα οποία είτε αντιπροσώπευαν συγκεκριμένες κοινότητες είτε σχέδια που επέβαλλαν οι κυρίαρχοι Ίνκας.

Ίνκας χρυσά αντικείμενα_μουσείο Larco. Λίμα Περού, 1 έως 800 μ.Χ. πηγή

Έργα που αποτελούνταν από πολύτιμα μέταλλα όπως δίσκοι, κοσμήματα, φιγούρες και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τους ευγενείς Ίνκας, όπως και ορισμένα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Είδη που κατασκευάζονταν με το εξαιρετικά μαλακό μαλλί βικούνα/vicuña ήσαν αποκλειστικής χρήσης και μόνο ο κυβερνήτης των Ίνκας μπορούσε να κατέχει κοπάδια vicuña. Τα κεραμικά ήταν για ευρύτερη χρήση και το πιο διαδεδομένο ήταν το ούρπου/urpu, ένα βολβώδες δοχείο με μακρύ λαιμό και δύο μικρές λαβές χαμηλά, που χρησιμοποιείτο για την αποθήκευση του αραβοσίτου. Είναι αξιοσημείωτο ότι η διακόσμηση αγγειοπλαστικής, τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και η αρχιτεκτονική γλυπτική των Ίνκας δεν συμπεριλάμβαναν ανθρώπινες παραστάσεις, τελετουργικά ή κοινές εικόνες των Άνδεων, όπως τέρατα και άλλες ζωικές μορφές.

Bασιλικός χιτώνας Ίνκας με τυπικά γεωμετρικά σχέδια και χρώματα. Dumbarton Oaks Research Βιβλιοθήκη & Συλλογές, Ουάσινγκτον D.C. πηγή

Οι Ίνκας παρήγαγαν υφαντά, κεραμικά και μεταλλικά γλυπτά τεχνικά ανώτερα από κάθε προηγούμενο πολιτισμό των Άνδεων και αυτό παρά τον έντονο ανταγωνισμό από διάσημους τεχνίτες μετάλλων όπως τους Μότσε. Όπως επέβαλλαν πολιτική κυριαρχία στους υποτελείς, έτσι και με την τέχνη επέβαλλαν τυποποιημένες μορφές και σχέδια, αλλά επέτρεπαν στις τοπικές παραδόσεις να διατηρούν τα χρώματα και τις αναλογίες τους. Οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες όπως εκείνοι της Τσαν Τσαν/Chan Chan ή της Τιτικάκα και οι γυναίκες με εξειδίκευση στην ύφανση, μεταφέρονταν στην Κούσκο για να παράγουν αριστουργήματα για τους ηγέτες των Ίνκας.

Πορτραίτο του Φρανθίσκο Πιθάρρο Amable-Paul Coutan [Public domain], via Wikimedia Commons

Παρακμή – κατάρρευση

Η αυτοκρατορία ιδρύθηκε και εδραιώθηκε βασιζόμενη στην δύναμη και οι περισσότεροι βασιλείς ήσαν αντιπαθείς στους υποτελείς τους (ειδικά στα βόρεια εδάφη) δημιουργώντας μια κατάσταση την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι Ισπανοί κατακτητές, υπό την ηγεσία του Φρανθίσκο Πιθάρρο. Τον 16ο αιώνα οπότε και έγινε η Ισπανική εισβολή, η αυτοκρατορία αντιμετώπισε την μεγαλύτερη πρόκληση, χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί η εδαφική ενοποίηση. Οι εξεγέρσεις ήταν συχνές και οι Ίνκας βρισκόντουσαν σε πόλεμο στον Ισημερινό, όπου είχε ιδρυθεί μια δεύτερη πρωτεύουσα η Κίτο. Επιπλέον οι Ίνκας επλήγησαν από επιδημίες Ευρωπαϊκών ασθενειών, όπως η ευλογιά, η οποία εξαπλώθηκε αστραπιαία από την Κεντρική Αμερική και εξόντωσε το 65-90% του πληθυσμού. Μια παρόμοια ασθένεια σκότωσε το 1525 τον Ουάινα Κάπακ/Wayna Qhapaq και δύο από τους γιους του.

Το 1532 δύο Σάπα Ίνκα (βασιλείς) ο Ουασκάρ/Waskar και ο Αταχουάλπα/Atahualpa, ενεπλάκησαν σε εμφύλιο πόλεμο για τον έλεγχο της αυτοκρατορίας, την εποχή που αφικνούντο οι Ισπανοί κατακτητές. Αυτός ο συνδυασμός παραγόντων – εμφύλιοι, ασθένειες και εισβολή – ήταν που επέφερε την πτώση της πανίσχυρης αυτοκρατορίας των Ίνκας, της μεγαλύτερης και πλουσιότερης που εμφανίστηκε στην Αμερική.

Κηδεία του Αταχουάλπα_τελευταίου αυτοκράτορα των Ίνκας. Lima Art Museum [Public domain], via Wikimedia Commons

Η γλώσσα των Ίνκας Κέτσουα/Quechua έχει διασωθεί και εξακολουθεί να ομιλείται από περίπου οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους. Υπάρχει επίσης μεγάλος αριθμός κτιρίων, αντικειμένων και γραπτών που «επιβίωσαν» από τους κατακτητές, τους συλητές και τον χρόνο. Αυτά τα ερείπια είναι ελάχιστα σε σύγκριση με τον πλούτο που χάθηκε, αλλά παραμένουν αδιαμφισβήτητοι μάρτυρες του πλούτου, της εφευρετικότητας και των μεγάλων πολιτιστικών επιτευγμάτων αυτού του μεγάλου αλλά βραχύβιου πολιτισμού.

Πηγές – βιβλιογραφία

https://www.ancient.eu/Inca_Civilization/

John Hemming «The Conquest of the Incas» 2003 Harvest Press

Kim MacQuarrie «The Last Days of the Incas» 2007 Simon & Schuster