Το γλωσσικό ζήτημα (1760-1824)

στις

Αθήνη, Α., Ξούριας, Ι., 2015.
Νεοελληνική γραμματεία 1670-1830.

[Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.
Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/3325 [σ.σ. 63-74]


Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Σύνοψη

Από τα μέσα του 18ου αιώνα ως τα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης, μέσα στα χρόνια δηλαδή της ωρίμανσης και της κορύφωσης του Ελληνικού Διαφωτισμού, κυοφορήθηκαν έντονες γλωσσικές ζυμώσεις που σηματοδοτούν τις απαρχές του γλωσσικού ζητήματος στη νεότερη εποχή. Συγγραφείς και μεταφραστές, διαμεσολαβητές των νεωτερικών ιδεών της Ευρωπαϊκής σκέψης, επιστήμης και παιδείας, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δίλημμα: να επιλέξουν ως γραπτή γλώσσα την ομιλουμένη ή την αρχαΐζουσα; Στη συζήτηση αυτή για το ποια γλώσσα ήταν η ενδεδειγμένη να καλλιεργηθεί και να καθιερωθεί ως «κοινή» γλώσσα, η οποία έλαβε συχνά τον χαρακτήρα πολεμικής αντιπαράθεσης, πήραν μέρος σημαντικοί λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Δημήτριος Καταρτζής, ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Παναγιώτης Κοδρικάς, ο Ιωάννης Βηλαράς, αλλά και ο Διονύσιος Σολωμός. Οι μαχητικές τους απόψεις διοχετεύθηκαν μέσα από προλογικά, κυρίως, κείμενα σε εκδόσεις ή άλλες δοκιμιακές μορφές του λόγου.

Προαπαιτούμενη γνώση

Ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο της περιόδου 1670-1830 – Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, τα χαρακτηριστικά του κινήματος και οι εκπρόσωποι της σκέψης – Η ανώτερη παιδεία και οι μεταρρυθμίσεις – Ο φαναριώτικος χώρος – Το έντυπο βιβλίο, λόγιο και λαϊκό – Διονύσιος Σολωμός και Επτανήσιοι.

4.1 Εισαγωγή

Μολονότι η χρήση της ομιλουμένης είχε δώσει αξιόλογα δείγματα γραφής στην περιοχή λ.χ. της ρητορικής και της ομιλητικής (Τέχνη Ρητορικής του Φραγκίσκου Σκούφου, Διδαχαί του Ηλία Μηνιάτη κ.ά.) εντούτοις η αρχαία Ελληνική παρέμενε γλώσσα της ανώτερης εκπαίδευσης. Η Γραμματική της ομιλουμένης δεν είχε δει το φως της τυπογραφίας και το παλαιότερο εγχείρημα του Νικόλαου Σοφιανού (1500-1550) παρέμενε αδημοσίευτο (βλ. σχετικά εδώ). Οι λόγιοι στην επιστολική επικοινωνία τους με την Ευρωπαϊκή Πολιτεία των Γραμμάτων χρησιμοποιούσαν την αρχαία. Επίσης, λόγιοι που έστρεφαν το ενδιαφέρον τους προς τη νεότερη Ευρωπαϊκή σκέψη, όπως λ.χ. ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (1680-1730) που στη δεκαετία του 1720 διακήρυσσε κατηγορηματικά την ανωτερότητα της φιλοσοφίας των Νεωτέρων απέναντι στον Αριστοτέλη (Κιτρομηλίδης 2010), επέλεγαν την αττικίζουσα γλώσσα για να εκφράσουν τις ιδέες τους. Παράλληλα, «οι πολλοί», το αναγνωστικό και ακροαματικό κοινό ικανοποιούσε την ανάγκη του για τέρψη και έτρεφε τη φαντασία του μέσα από τα «λαϊκά λογοτεχνικά βιβλία και αναγνώσματα» των τυπογραφείων [βλ.ενδ.ΧείλωνΤο Βενετικό τυπογραφείο του Αγίου Γεωργίου (1850-1882)] της Βενετίας, τυπωμένα σε απλή γλώσσα που περιλάμβανε συχνά πολλά ιδιωματικά στοιχεία.

Η διείσδυση νέων ιδεών από την ευρωπαϊκή σκέψη και επιστήμη, η ανάπτυξη της παιδείας και η ανάγκη συγγραφής εγχειριδίων (ερανίσματα συνήθως από ξένα έργα) υπαγόρευσαν την αναζήτηση μιας γλώσσας που όφειλε να αποδώσει με επάρκεια τον επιστημονικό και φιλοσοφικό λόγο, που να διαθέτει τα κατάλληλα εννοιολογικά ισοδύναμα. Ταυτόχρονα, η εκλαϊκευτική διάθεση, σύμφυτη με το διαφωτιστικό ωφελιμιστικό και εκπαιδευτικό πνεύμα, η επιδίωξη δηλαδή διάδοσης των ιδεών σε ευρύτερα στρώματα του αναγνωστικού κοινού, επέβαλαν την αναζήτηση μιας γλώσσας κατανοητής από τους πολλούς. Οι διαμεσολαβητές των νεωτερικών ιδεών βρέθηκαν αντιμέτωποι με το σημαντικό δίλημμα: να αντλήσουν από το οπλοστάσιο της αρχαίας Ελληνικής που ήταν και η γλώσσα της εκπαίδευσης ή να προσφύγουν σε μια νεότερη, ομιλουμένη, γλωσσική εκδοχή της; Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα αναδύθηκε το γλωσσικό ζήτημα (βλ. αναλυτικά Mackridge, 2013).

4.2 Η στροφή προς τον αρχαϊσμό

4.2.1 Ευγένιος Βούλγαρης

Screen Shot 2018-08-25 at 12.44.09Υποκινητής του γλωσσικού ζητήματος (Μέγας, 1927, σελ. 5) θεωρείται ο θεολόγος και φιλόσοφος Ευγένιος Βούλγαρης (Κέρκυρα, 1716 – Μόσχα Ρωσίας, 1806), ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού στον ελληνόφωνο χώρο, που περιλαμβάνει γεωγραφικά τη νοτιοανατολική Ευρώπη, ο οποίος μετέφερε ριζοσπαστικές απόψεις της Ευρωπαϊκής επιστήμης και σκέψης.

Ο Βούλγαρης είχε σπουδάσει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας και είχε αποκτήσει πλούσια εκπαιδευτική εμπειρία σε ανώτερες σχολές (Φλαγγίνειο της Βενετίας, Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, Σχολή Κοζάνης). Μετά από πρόσκληση του πατριάρχη Κύριλλου Ε´ ανέλαβε τη διεύθυνση της Αθωνιάδας (1753-1759) στο Άγιον Όρος. Παραιτήθηκε, όμως, εξαιτίας διενέξεων και προστριβών του τόσο με τον Πατριάρχη όσο και με το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό της Σχολής, κυρίως λόγω των νεωτερικών φιλοσοφικών του αντιλήψεων. Διετέλεσε, επίσης, καθηγητής στην Πατριαρχική Σχολή (1759-1761), όπου και πάλι αντιμετώπισε αντιδράσεις. Το 1763 εγκατέλειψε οριστικά τον Ελληνόφωνο χώρο. Εγκαταστάθηκε αρχικά για επτά χρόνια στη Λειψία, όπου ανέπτυξε πλούσια εκδοτική δραστηριότητα. Έγινε ευρύτερα γνωστός στα πανεπιστημιακά και θεολογικά κέντρα της Γερμανίας και γνώρισε τον αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκο Β´, Screen Shot 2018-08-25 at 12.46.55ο οποίος τον συνέστησε στην αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη τη Μεγάλη· ύστερα από πρόσκλησή της ανέλαβε βιβλιοθηκάριος της Αυλής στην Πετρούπολη (1771). Το 1775 ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος στην περιοχή της Ν. Ρωσίας/Κριμαίας.

Από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού Διαφωτισμού (Κιτρομηλίδης, 1999, σσ. 195, 54, 62-63), ο Βούλγαρης έκανε γνωστά τα ονόματα των Newton, Leibniz, Malebranche, Descartes, Locke μέσα από τη διδασκαλία του και από τα βασικά εγχειρίδια που συνέγραψε για εκπαιδευτικούς σκοπούς (μεταφράσεις ή ερανίσματα), δείχνοντας τον δρόμο σε μια γενιά νέων στοχαστών να καλλιεργήσουν τις επαφές με την ευρωπαϊκή επιστήμη και σκέψη. Στην έκδοση του Περί των διχονοιών τών εν ταις εκκλησίαις της Πολωνίας. Δοκίμιον ιστορικόν και κριτικόν (Λειψία 1768) που αποτελεί μετάφραση έργου του Βολταίρου ―στο επίμετρο της οποίας καταχώρησε το Σχεδίασμα περί ανεξιθρησκείας— εισηγήθηκε τους νεολογισμούς «δοκίμιον» και «ανεξιθρησκία».

Screen Shot 2018-08-25 at 12.49.22Το έργο του Λογική εκ παλαιών τε και νεωτέρων συνερανισθείσα (1766) υπήρξε ένα σημαντικό φιλοσοφικό επίτευγμα, που εισήγαγε τη νεότερη φιλοσοφία και εκλαΐκευε τη σκέψη του Τζον Λοκ (John Locke)· ταυτόχρονα, άνοιγε τη συζήτηση για το γλωσσικό ζήτημα. Ο Βούλγαρης μέσα στην προσπάθειά του να προσεγγίσει τα πνευματικά επιτεύγματα του δυτικού κόσμου, διαπίστωσε την ανεπάρκεια της καθημερινής γλώσσας να αποδώσει τον εννοιολογικό τους πλούτο· υιοθέτησε λοιπόν τον γλωσσικό αρχαϊσμό, απορρίπτοντας με κατηγορηματικό τρόπο τα φιλοσοφικά βιβλία που χρησιμοποιούν τη «χυδαία» γλώσσα. Στον πρόλογο της έκδοσης δήλωσε κατηγορηματικά: «ἐκσυρικτέον ἄρα τὰ χυδαϊστὶ φιλοσοφεῖν ἐπαγγελλόμενα βιβλιδάρια», υποστηρίζοντας τη χρήση της αρχαίας γλώσσας στον φιλοσοφικό λόγο. Πίστευε ότι μόνο η γλώσσα των αρχαίων φιλοσόφων μπορούσε να ανταποκριθεί με επάρκεια στις φιλοσοφικές και επιστημονικές απαιτήσεις. Άλλωστε, σύμφωνα με την «αριστοκρατική άποψή» του μόνο οι μορφωμένοι μπορούσαν να κατανοήσουν τη φιλοσοφία και την επιστήμη και, φυσικά, αυτοί μπορούσαν να διαβάζουν αρχαία ελληνικά, στον βαθμό που η παιδεία βασιζόταν στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Έτσι τα φιλοσοφικά και επιστημονικά κείμενα έπρεπε να γράφονται στα αρχαία ελληνικά, ή τουλάχιστον σε αρχαΐζουσα γλώσσα (Mackridge, 2013). Μέσα από την απορριπτική ρήση «ἐκσυρικτέον… τὰ χυδαϊστὶ φιλοσοφεῖν» άφηνε υπαινιγμούς για τον πρώην δάσκαλό του Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752), πιο παραδοσιακό στη σκέψη, ο οποίος, όμως, είχε διδάξει φιλοσοφικά κείμενα στην ομιλουμένη στο σχολείο που είχε ιδρύσει στην Κεφαλονιά (Κιτρομηλίδης, 1999, σσ. 50-51· Screen Shot 2018-08-25 at 12.50.35Μπόμπου-Σταμάτη, 1998), αλλά και για τον μαθητή του στην Αθωνιάδα Ιώσηπο Μοισιόδακα,υποστηρικτή του «απλού ύφους», όπως θα δούμε στη συνέχεια, καθώς και για τους συνδεόμενους με την παράδοση της ρητορικής Φραγκίσκο Σκούφο και Ηλία Μηνιάτη, που είχαν χρησιμοποιήσει την ομιλουμένη στα έργα τους (Τέχνη Ρητορικής, Διδαχαί).

Πάντως ο Βούλγαρης σε άλλα κείμενά του, που δεν ανήκαν στην περιοχή της φιλοσοφίας, χρησιμοποίησε την ομιλουμένη γλώσσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έμμετρη διασκευή του φιλοσοφικού παραμυθιού του Βολταίρου Μέμνων, που δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά με τη Λογική στη Λειψία, σε γλώσσα καθημερινή της εποχής, με πολλά λεξιλογικά δάνεια από τα ιταλικά και τα τουρκικά.

4.2.2 Νικηφόρος Θεοτόκης

Screen Shot 2018-08-25 at 12.54.07Την αρχαϊστική γλωσσική κατεύθυνση που υπέδειξε ο Βούλγαρης υιοθέτησαν και άλλοι νεωτεριστές λόγιοι όπως ο φίλος και συμπατριώτης του Νικηφόρος Θεοτόκης (Κέρκυρα, 1731 – Μόσχα, 1800). Ο Θεοτόκης είχε σπουδάσει ιατρική, μαθηματικά και φυσική στην Πάντοβα και στην Μπολόνια και διέθετε πλούσια διδακτική εμπειρία στο Κοινόν Φροντιστήριον της Κέρκυρας και στην Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου· ήταν γλωσσομαθής (γνώριζε λατινικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά). Με την πραγματεία του Στοιχεία φυσικής εκ νεωτέρων συνερανισθέντα (Λειψία 1766-1767) εισήγαγε στον ελληνόφωνο χώρο τη θεωρία του ηλιοκεντρικού συστήματος και τη νευτώνεια φυσική (Βλαχάκης, 1990· Πατηνιώτης, 2001).

Ως ιερομόναχος κατά τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του στην Κέρκυρα αλλά και στην έκδοσή του Λόγοι εις την αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν μετά και τινων πανηγυρικών (1766), που ανήκει στο πεδίο της εκκλησιαστικής ρητορικής, είχε ακολουθήσει τη γλώσσα του Μηνιάτη. Στη συνέχεια, όμως, ασπαζόμενος τις απόψεις του Βούλγαρη στράφηκε στα επόμενα έργα του σε όλο και πιο αρχαΐζουσα γλώσσα. Μάλιστα, στον πρόλογο του θεολογικού του έργου Κυριακοδρόμιον (Μόσχα 1796) —αφορούσε την ερμηνεία περικοπών που συνοδεύονται από ομιλίες με ηθικά συμπεράσματα— εξέθεσε την προτίμησή του προς μια γλωσσική μορφή απαλλαγμένη από ξενισμούς και λέξεις του αμόρφωτου λαού, που την ονόμασε «καθαρεύουσα», εισάγοντας έτσι έναν όρο που θα σφραγίσει τα νεοελληνικά γλωσσικά πράγματα (Χριστοδούλου, 2010α).

4.3 Η ομιλουμένη και η παιδεία για τους «πολλούς»

4.3.1 Ιώσηπος Μοισιόδαξ

Ο πρώτος που έθεσε το ζήτημα της καλλιέργειας της ομιλουμένης στον γραπτό λόγο ήταν ο προσήλυτος στην ελληνική παιδεία Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1725-1800) —«Δαξ εκ Μοισίας», όπως δηλώνει το όνομά του— μαθητής του Βούλγαρη στην Αθωνιάδα. Έκρινε ότι, προκειμένου να πραγματωθεί η πολιτισμική ανανέωση, έπρεπε να καλλιεργηθεί μια σύγχρονη γλωσσική εκδοχή. Τη θέση αυτήν τη διατύπωσε στο προοίμιο της μετάφρασης του έργου του Lodovico Antonio Muratori Ηθική Φιλοσοφία (Βενετία 1761) (Κιτρομηλίδης, 2004α).

Ο Μοισιόδαξ ξεκινώντας να μεταφράσει από τα ιταλικά το κείμενο (Ταμπάκη, 2004) βρέθηκε μπροστά στο βασικό δίλημμα: «με ποίον ύφος, ήγουν με το ελληνικόν ή με το κοινόν, να μεταφράσω το πόνημα». Έριξε και «μίαν ομματίαν και εις το θρυλούμενον μιξοβάρβαρον», για να καταλήξει στο «απλούν ύφος», το οποίο θεώρησε πιο πρόσφορο για την ωφέλεια των πολλών και τη θεραπεία της αμάθειας. Η προσωπική του εμπειρία κατά τη μεταφραστική του δοκιμασία τον έφερε αντιμέτωπο με τις ελλείψεις του «απλού ύφους», τις αδυναμίες του να αποδώσει την εννοιολογική ισοδυναμία, και επισήμανε τις ελλείψεις: Το «απλούν ύφος» του φάνηκε «έντονον, εμφαντικόν, ευφραδές αλλά κατά το αυτό και παντελώς ελλειπές· και ότι η έλλειψίς του […] απ’ άλλο να μη πηγάζει, πάρεξ από την αμέλειαν ή την καταφρόνησιν». Αναγνώριζε, επίσης, τη σχέση της ομιλουμένης με την αρχαία ελληνική, από την οποία μπορούσε να «δανεισθεί ό,τι χρειάζεται». Ζητούσε επίσης διόρθωση της ομιλουμένης γλώσσας από ξενόγλωσσα δάνεια (τουρκικά, αλβανικά, ιταλικά) και λέξεις «οπού δεν γνωρίζουν μητέρα την ελληνικήν». Επίσης, αναγκάστηκε συχνά να «λεξοποιήσει».

Η γλωσσική του αυτή περιπλάνηση τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι «το τοιούτο ύφος εχρειάζετο και μίαν Γραμματικήν, η οποία να το διαρθρώσει και να το θεμελιώσει επάνω εις κανόνας». Στη μεταγενέστερη Θεωρία της Γεωγραφίας (1781) έθεσε ξανά το ζήτημα της γλώσσας, υπερασπιζόμενος και πάλι τη χρήση του «απλού ύφους» στα φιλοσοφικά συγγράμματα, εκφράζοντας ρητά την αντίθεσή του προς τον δάσκαλό του Ευγένιο Βούλγαρη.

4.3.2 Δημήτριος Καταρτζής

Η εγκατάλειψη του αρχαίου γλωσσικού οργάνου και η καλλιέργεια της ομιλουμένης βρέθηκαν στο επίκεντρο της σκέψης του Δημήτριου Καταρτζή (Κωνσταντινούπολη, π. 1730 – Βουκουρέστι, 1807), ο οποίος έζησε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας και κατέλαβε υψηλά αξιώματα στη φαναριώτικη διοίκηση. Οι απόψεις του είναι διάχυτες στα δοκιμιακά του κείμενα —τα επέγραφε «σχέδια» — που άρχισε να τα συνθέτει το 1783. Ενδεικτικός είναι ο τίτλος του πρώτου από αυτά, το οποίο κατά τον Κ. Θ. Δημαρά (1985, σελ. 203) συνιστά το γλωσσικό του μανιφέστο: «Σχέδιο ότ’ η ρωμαίκια γλώσσα, όταν καθώς λαλιέται και γράφετ’ έχει στα λογογραφικά της τη μελωδία και στα ποιητικά της το ρυθμό και το πάθος και την πειθώ στα ρητορικά της. Ότι τέτοια είναι σαν την ελληνική, κατά πάντα καλύτερ’ απ’ όλες τες γλώσσες. Κι ότ’ η καλλιέργειά της, κι η συγγραφή βιβλίων σ’ αυτήνα είναι γενική και ολική αγωγή του έθνους» (1783), όπου υπογράμμιζε:

«Η γλώσσα εφευρέθηκε για να κοινολογούμε τις ιδέες μας αναμεταξύ μας και για να καταλαβαίνουμε μ’ ευκολία ένας τον άλλον· αυτό λοιπόν δε γένεται σωστά και ορθά α δε λαλούμε ή α δεν ακούμε τη γλώσσα που έχουμ’ έξη κι οπού ’συνηθίσαμε να λαλούμε και ν’ ακούμ’ απ’ τα μικράτα μας· το οποίο σ’ εμάς είν’ η ρωμαίκια γλώσσα, στην οποία μπορούμε με καθ’ ευκολία και χωρίς σκέψη πολλή να εκφράζουμε τις ιδέες μας και να καταλαβαίνουμ’ άλλονα να κάμει το αυτό· αλλιώς δυσκολευόμαστε αρκετά και στα δύο, όταν δηλαδή πούμε ή ακούσουμε νόημα μ’ έναν ασυνήθιστον τρόπο, που δεν έχουμ’ έξη».

Ο Καταρτζής εξέφραζε τη διαφωνία του για όσους έγραφαν αρχαΐζουσα γλώσσα: «Όθεν τα ρωμαίκα που γράφουν οι σπουδαίοι μας, και τα γεμίζουν μ᾽ ελληνικές φράσες, κλίσες, σχηματισμούς, μετοχές με πτώσες και χρόνους, και σύνταξη ελληνική και σχήματα ελληνικά, με τις προσωδίες και την προφορά, τα έχω για βεβιασμένα, για άνοστα, για παρά κανόνα και της μερικής ρωμαίκιας γραμματικής, και της γενικής ολωνών των εθνών ήτοι της γραμματικής επιστήμης». Θεωρούσε ότι η συγγραφή στην αρχαία ελληνική συνιστούσε μια τεχνητή διαδικασία, αφού στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μορφή αυτομετάφρασης από την ομιλουμένη. Υποστήριζε ότι η μητρική γλώσσα έπρεπε να υποκαταστήσει την αρχαία ελληνική στη συγγραφή και στην εκπαίδευση. Η χρήση της ομιλουμένης θα απάλλασσε τους μαθητές και τους συγγραφείς από την απώλεια χρόνου που συνεπαγόταν η χρήση μιας νεκρής γλώσσας (της αρχαίας ελληνικής)· θεωρούσε λοιπόν ότι η καλλιέργεια μιας σύγχρονης γλωσσικής μορφής ήταν συνυφασμένη με τη γενικότερη πολιτισμική πρόοδο. Συνέθεσε, μάλιστα, μια «Γραμματική της ρωμαίικιας γλώσσας» που την προόριζε για τα παιδιά.

Ο Καταρτζής έκρινε ότι το καταλληλότερο γλωσσικό ιδίωμα μέσα στην υπάρχουσα διαλεκτική ποικιλία ήταν η ομιλουμένη των Ρωμαίων —δηλαδή των απογόνων των Βυζαντινών σε αντιδιαστολή προς τους (αρχαίους) Έλληνες—, η «ρωμαίικια» γλώσσα που μιλούσαν στην πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη: «Για ρωμαίικα καθ’ αυτό όμως έχω τα πολίτικα που συντυχαίνουν οι Πολίτες και (πρωτεία πὂχουν όλοι οι πολίτες της μητρόπολης κάθε έθνους) φυσικά με τες λέξες τους απ’ τα ελληνικά και ξενικές γλώσσες, που μια πολυκαιρινή χρήση τις έκαμε νόμιμες, και τις προφέρνουν με τη φυσική προσωδία και προφορά, τις κλίνουν με τον τρόπο τους, τις σχηματίζουν με την ιδιοτροπία τους και τις συνθέτουν με τον ιδιωτισμό τους και με τις επίλοιπες φράσες τους και σχήματά τους, πράγματα που συνιστούν κάθε γλώσσα και την δίδουν είδος και μορφή και την εξεχωρίζουνε από άλληνα». Πίστευε ότι μέσα από τη συστηματική της καλλιέργεια η «ρωμαίκια» θα μπορούσε να καθιερωθεί ως γλώσσα «κοινή» του νέου ελληνισμού. Σημαντικό μέσο για την καλλιέργεια της ομιλουμένης ήταν η δοκιμασία στη μετάφραση από ευρωπαϊκές γλώσσες: «Γιατί να μην καταδεχτώ ύστερ’ απ’ αυτά να πω την αλήθεια, πως τώρα μαθαίνω να μεταφράζω απ’ τα φραντσέζικα και πως εν ταυτώ γυμνάζουμαι να συνθέτω μετά λόγου ρωμαίικα και να μεταλλεύω την καλλονή τους μέσα στα ίδια; Μ’ όλον τούτο αυτό πὤκαμα ’γω αν το κάμει άλλος και άλλος, κ’ εγκρίνουνται πάλι με κοντύλι από ευφυείς σπουδαίους τα καλά κ’ αποδοκιμάζουνται τα στραβά, νά που κουλτιβάρετ’ η γλώσσα και αποχτούμε βιβλία κ’ ιδέες και γλώσσα, τη γλώσσα μας, ως οικειότερο μέσο στην ταχεία και καθ’ αυτό προκοπή ενός ανθρώπου ιδίως και ολόκληρου ενού έθνους κοινώς». Η ενθάρρυνση των μεταφράσεων αποτέλεσε κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπόσπαστο τμήμα του εκπαιδευτικού του προγράμματος, υπηρετώντας το διττό σχήμα της πολιτισμικής ανανέωσης και της καλλιέργειας της μητρικής γλώσσας (Ταμπάκη, 2004).

Ο Καταρτζής εφάρμοσε τις γλωσσικές του αρχές στα δοκιμιακά του κείμενα, που χρονολογούνται κατά το διάστημα 1783-1790. Ωστόσο, οι αντιδράσεις που συνάντησε στο εγχείρημά του να επιβάλει μια γλώσσα που δεν τη χρησιμοποιούσαν οι κύκλοι των καλλιεργημένων της Κωνσταντινούπολης και των φαναριωτών ηγεμόνων τον ανάγκασαν να στραφεί, από το 1791 κ.ε., σε μια απροσδόκητη διγλωσσία: Συνέχισε να υπερασπίζεται θεωρητικά τη «φυσική» γλώσσα, αλλά μεταστράφηκε στην πράξη σε μια γλώσσα διορθωμένη, που την αποκαλεί «αιρετή». Μετέφερε μάλιστα πολλά από τα δοκίμιά του στην «αιρετή». Το παράδειγμα που ακολουθεί, αντλημένο από το δοκίμιο «Λόγος προτρεπτικός στο γνώθι σαυτόν και στην κοινή παιδαγωγία του έθνους, ή σοφός, ημιμαθής, αμαθής» δίνει την εκδοχή της ρωμαίκιας (1786/1787) και της αιρετής γλώσσας (1796):

Και μ’ όλον οπού η κοινή υπόληψις θέλει να προτιμούν άλλοι από ημάς τα ελληνικά οπού και μη λαλώντας τα κοινώς, τα θαρρούνε κυρίως εδικά μας […], μ’ όλον τούτο ο ορθός λόγος θέλει να δίδωμεν προτίμησιν εις τα ρωμαϊκά οπού λαλούμεν όλοι· […] Έτσι και ημείς εις την εδικήν μας πρέπει να συντυχαίνωμεν ορθά, την εδικήν μας να γράφωμεν ορθά, ό έστι να την γράφωμεν και να την λαλούμεν με την ιδίαν της γραμματικήν (ή ας είναι και με την αιρετήν της). Εις αυτήν πρέπει να συγγράφωμεν επιστήμας και τέχνας. (Δημαράς, 1999, σσ. 195-196, 403)

Screen Shot 2018-08-25 at 13.05.50Για τις γλωσσικές του απόψεις ήρθε σε αντίθεση με τον Λάμπρο Φωτιάδη (Ιωάννινα, 1752 – Βουκουρέστι, 1805), διευθυντή της Ηγεμονικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου, ο οποίος υποστήριζε ότι ο γραπτός λόγος, όταν στηρίζεται σε κανονιστικές αρχές, είναι ανώτερος του προφορικού, που είναι επιρρεπής σε υποκειμενικές ιδιοτροπίες· η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αποτελούσε το καλύτερο μέσο για την ανάπτυξη της παιδείας.

Γύρω από τον Καταρτζή, τη σημαντικότατη αυτήν προσωπικότητα, που τη διέκρινε η μετριοπάθεια και ο ρεαλισμός, σχηματίστηκε στο Βουκουρέστι ένας κύκλος προοδευτικών λογίων που συμμερίζονταν τις αντιλήψεις του. Τις γλωσσικές του απόψεις επιχείρησαν να τις εφαρμόσουν στην πράξη οι θεσσαλοί Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς στο εράνισμά τους Γεωγραφία νεωτερική (Βιέννη 1791), υιοθετώντας μια ελαφρώς «καθαρισμένη» ομιλουμένη, απαλλαγμένη από αρχαϊκά στοιχεία στο ύφος και στη σύνταξη· δέχτηκαν όμως πολλές επικρίσεις. Ενδέχεται, μάλιστα, να απογοήτευσαν και τον ίδιο τον δάσκαλό τους, τον Καταρτζή, συμβάλλοντας στη στροφή του προς την «αιρετή» γλώσσα.

Τα κείμενα του Καταρτζή έμειναν ανέκδοτα στην εποχή του, γνώρισαν, όμως, σχετική χειρόγραφη διάδοση. Σήμερα μας είναι γνωστά μέσα από τις εκδόσεις του Κ. Θ. Δημαρά, Τα ευρισκόμενα (Αθήνα: Ερμής, 1970/1999) και Δοκίμια (Αθήνα: Ερμής, 1974).

4.4 Η Κοραϊκή «μέση οδός»

Στις γλωσσικές εντάσεις που κληροδότησε ο 18ος αιώνας ανάμεσα στους αρχαϊστές και στους υποστηρικτές μιας από τις σύγχρονες γλωσσικές μορφές της ομιλουμένης, παρενέβη ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Ο Κοραής δεν δημοσίευσε κάποιο βιβλίο με τις γλωσσικές του απόψεις, ούτε έγραψε γραμματική. Τις σκέψεις του για τη γλώσσα, την παιδεία και την πολιτισμική παλιγγενεσία του νέου ελληνισμού τις εξέθεσε στα προλεγόμενα της εκδοτικής σειράς «Ελληνική Βιβλιοθήκη», που περιλάμβανε εκδόσεις των κειμένων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων· το εκδοτικό αυτό πρόγραμμα ξεκίνησε το 1804 στο Παρίσι και ολοκληρώθηκε το 1827 συμπληρώνοντας 26 τόμους. Οι Αυτοσχέδιοι στοχασμοί περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης ή Προλεγόμενα που περιείχαν τις σκέψεις του είχαν τέτοια απήχηση, που παρακίνησαν αργότερα την έκδοσή τους σε συγκεντρωτικό τόμο (Συλλογή των εις την Ελληνικήν Βιβλιοθήκην και τα Πάρεργα Προλεγομένων και τινών συγγραμμάτων του Αδαμαντίου Κοραή, Παρίσι 1833).

Αδαμάντιος Κοραής

Ο Κοραής, με σπουδές ιατρικής στο Μονπελιέ, ήταν αυτοδίδακτος στη φιλολογία· είχε πετύχει, ωστόσο, να κερδίσει την υψηλή εκτίμηση της ευρωπαϊκής λογιοσύνης για τη φιλολογική και κριτική του οξυδέρκεια στην έκδοση των κλασικών κειμένων, η οποία του αναγνωρίζεται ως σήμερα. Θεωρούσε ότι για την ανάπτυξη της παιδείας ο νέος ελληνισμός έπρεπε να συσφίξει τις σχέσεις του με την ελληνική αρχαιότητα, που αποτέλεσε το θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μολονότι το φιλολογικό του ενδιαφέρον ήταν επικεντρωμένο στα κείμενα των κλασικών, ο γλωσσικός του αγώνας ήταν στραμμένος στην καθιέρωση της κοινής, της απλούστερης προφορικής γλώσσας ως επίσημης και γραπτής γλώσσας, υπεράνω διαλέκτων.

Η πρώτη δημόσια παρέμβασή του για το γλωσσικό βρίσκεται στην «Επιστολήν προς Αλέξανδρον Βασιλείου» (πρόκειται για στενό φίλο και συνομιλητή του, που ασκούσε το εμπόριο στη Βιέννη), την οποία πρόταξε στην έκδοση του αρχαίου ελληνικού μυθιστορήματος Αιθιοπικά του Ηλιοδώρου (Παρίσι 1804)· τις απόψεις του εξέθεσε αναλυτικότερα και επίμονα στους Αυτοσχεδίους στοχασμούς. Αποφεύγοντας τα δύο άκρα, τόσο την ακαλλιέργητη λαϊκή γλώσσα («χυδαία») όσο και την αρχαΐζουσα («ελληνική») και συνάμα παρακολουθώντας την ιστορική εξέλιξη της γλώσσας εισηγήθηκε τη «μέση οδό»: «Αλλά την μέσην οδόν εκείνος μόνος είναι καλός να πατήσει, όστις εξέτασεν ακριβώς την κατάστασιν τής γλώσσης. Ας αρχίσωμεν, λοιπόν, από την έρευναν αυτής». Η γλώσσα των «νυν Γραικών» με το πέρασμα του χρόνου λόγω της υποδούλωσης του ελληνισμού είχε υποστεί τις συνέπειες της παρακμής: ήταν φτωχή, διέθετε πολλά λεξιλογικά δάνεια «βαρβαρόμορφα» (δηλαδή ξενόγλωσσα) και «ζιζάνια χυδαιότητος» (δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι χυδαίοι, ο αμόρφωτος λαός), ήταν ασύντακτη, ακανόνιστη («μειξοβάρβαρη»). Έπρεπε λοιπόν να διορθωθεί, να καθαριστεί από ξένες λέξεις, να κανονιστεί με κανόνες και να εμπλουτιστεί με στοιχεία της αρχαίας παράδοσης που παρέμεναν ζωντανά. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια τυποποιημένη γλώσσα, η «κοινή ημών γλώσσα», βασισμένη σε απλούς κανόνες, κατανοητή από τους πολλούς, απαλλαγμένη από τις λέξεις των «χυδαίων» (του αμόρφωτου λαού).

Η κριτική του Κοραή στράφηκε προς τους αρχαϊστές, που υποστήριζαν την επιστροφή στη γλώσσα της κλασικής αρχαιότητας:

«Εις ποίαν δεινήν άγνοιαν και πλάνην ευρίσκονται, όσοι διά την ατέλειαν της κοινής γλώσσης προτιμώσι να γράφωσιν Ελληνικά, ήγουν εις γλώσσαν, ήτις έπαυσε προ πολλού να λαλείται και εις την οποίαν, και όταν ακόμη ελαλείτο, ήταν τόσον ολίγοι οι γράφοντες καλώς. Αυτοί νομίζουν ότι να γράφει τις Ελληνικά, αρκεί να συντάσσει τα ρήματα και τας προθέσεις με τας αυτάς ονομαστικάς πτώσεις, με τας οποίας τα εσύντασσαν οι παλαιοί […] ουδ’ εσυλλογίσθησαν ποτέ ούτε σκέψιν ουδεμίαν έκαμαν εις το λεκτικόν μέρος της γλώσσης, ήγουν την εκλογήν των ονομάτων, και μάλιστα την ευάρμοστον αυτών θέσιν και τάξιν προς άλληλα. Αρκούμενοι λοιπόν εις την κατανόησιν των ελληνικών ποιητών και συγγραφέων, αναγκαίων εις την διόρθωσιν της κοινής ημών γλώσσης, ας αφήσωμεν και εις τους φίλους της ματαιοδοξίας την δόξαν να συγγράφωσι και να στιχουργώσι λόγους και στίχους […] και εις τους φίλους του μακαρονισμού την τιμήν να συγκλώθωσι τ’ ασύγκλωστα· και ας καταγινώμεθα όλοι διόλου εις την μετά λογισμού διόρθωσιν της κοινής του γένους γλώσσης, της οποίας η τελείωσις κρέμεται από την εκλογήν των νοημάτων». Επέκρινε την προσπάθεια διαμόρφωσης λόγιου ύφους με τη χρήση μακροσκελών προτάσεων και αρχαϊσμών (τον «μακαρονισμό»): «Ο μακαρονισμός των κακότυχων τούτων Αττικιστών, των οποίων η σοφία έφθασεν έως να μεταφράσει και το “οργίζομαι” διά του “χαλεπαίνω”, οπόθεν άλλοθεν προέρχεται πλην από την άγνοιαν της γλώσσης; Μην εξεύροντας την μητρικήν αυτών γλώσσαν, καταφεύγουσιν εις την προγονικήν, όχι διότι γνωρίζουσιν εκείνην καλήτερα, αλλά διότι με το κάλυμμά της κρύπτουν την ιδίαν αμαθίαν εις των αμαθεστέρων τους οφθαλμούς ασφαλέστερον» (Δημαράς, 1986, σελ. 503).

Για τον Κοραή η γλωσσική μεταρρύθμιση αποτελούσε οργανικό μέρος της γενικότερης προσπάθειας για την πολιτισμική αναγέννηση του ελληνισμού. Πίστευε ότι η γλώσσα προσδιορίζει τον εθνικό χαρακτήρα: «είναι αληθές […] ότι ολοκλήρου τινός έθνους ο χαρακτήρ από την γλώσσα του γνωρίζεται». Ως εκ τούτου, αν η ελληνική γλώσσα ήταν βάρβαρη, τότε ήταν βάρβαρο και το ελληνικό έθνος. Η μεταβολή της γλώσσας θα συνέβαλλε στον εκπολιτισμό του έθνους.

Η μαχητικότητα με την οποία υπερασπίστηκε ο Κοραής τις θέσεις του απέναντι στους αρχαϊστές αλλά και στους συντηρητικούς κύκλους που επέμεναν στη διατήρηση του ελέγχου της εκκλησίας στην παιδεία, προκάλεσαν οξύτατες έριδες. Οι γλωσσικές απόψεις του δέχτηκαν κριτική από τους συντηρητικούς που τις συνέδεσαν με τη διαφωτιστική ιδεολογία, τους αρχαϊστές, πολλοί από τους οποίους πίστευαν ότι η αρχαία ελληνική μπορούσε να γίνει η ομιλουμένη των συγχρόνων τους και από οπαδούς της ομιλουμένης. Η διαμάχη Κοραή και αρχαϊστών στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα καταγράφηκε σε αρκετά φυλλάδια και σε δημοσιεύματα στα περιοδικά της Βιέννης Ερμής ο Λόγιος (όργανο των Κοραϊστών) και Καλλιόπη (όργανο των αντιπάλων του Κοραή), ενώ οι οπαδοί της ομιλουμένης επιστράτευσαν εναντίον του τα όπλα της σάτιρας και της παρωδίας.

4.5 Οι αντιθέσεις και εναλλακτικές προτάσεις στην κοραϊκή «μέση οδό»

4.5.1 Οι αρχαϊστές

Ένας από τους πρωταγωνιστές των αρχαϊστών ήταν ο Θεσσαλός Στέφανος Κομμητάς (1770-1830) που έζησε αρκετά χρόνια στη Βιέννη και συγχρωτίστηκε με κύκλους της ελληνικής διασποράς της Αυστροουγγαρίας· είχε διδάξει για σύντομο διάστημα στην Ηγεμονική Ακαδημία του Βουκουρεστίου και διέθετε πλούσιο εκδοτικό έργο εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα, που προορίζονταν για την εκπαίδευση. Συνέταξε μια Γραμματική της αρχαίας ελληνικής, όπου πρότεινε τη χρήση των αρχαίων ελληνικών στη συγγραφή ώστε να καθιερωθεί ως κοινή γλώσσα, υποστηρίζοντας ότι μητρική μας γλώσσα είναι η αρχαία ελληνική. Ο Κομμητάς εξαπέλυσε επιθέσεις με προσωπικό χαρακτήρα προς τον Κοραή.

Κυριότερος, όμως, αντίπαλος του Κοραή και της «μέσης οδού» στάθηκε ο ηπειρώτης Νεόφυτος Δούκας (π. 1762-1845), που υπήρξε μαθητής του αρχαϊστή Λάμπρου Φωτιάδη στο Βουκουρέστι. Ο Δούκας έζησε για μεγάλο διάστημα στη Βιέννη, όπου ανέπτυξε εκδοτική δραστηριότητα. Διακατεχόταν από προοδευτικές ιδέες πάνω σε κοινωνικά προβλήματα, θεωρούσε αναγκαίες τις μεταρρυθμίσεις, ζητούσε την αύξηση των σχολείων, την ίδρυση τυπογραφείων, τη διάδοση της παιδείας (Χαριλάου, 2002). Διετέλεσε διευθυντής της Ηγεμονικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου (1815 κ.ε.).

Οι αρχαϊστικές με νεοπλατωνικές καταβολές γλωσσικές απόψεις του Δούκα απέρρεαν από διαδεδομένες φιλοσοφικές και γλωσσικές απόψεις του Διαφωτισμού που υποστήριζαν ότι η λέξη αποτελεί σημείο της ιδέας. Πίστευε, λοιπόν, ότι η καθιέρωση της αρχαίας γλώσσας, δηλαδή του γλωσσικού οργάνου που εξέφραζε τα πνευματικά επιτεύγματα της αρχαιότητας, μπορούσε να εξασφαλίσει ανάλογες επιδόσεις στον «αναγεννώμενο» ελληνισμό. Η ανάσταση της αρχαίας γλώσσας θα μπορούσε να πραγματωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα ως αποτέλεσμα επίπονης και συστηματικής σπουδής. Κατάρτισε ένα πρόγραμμα διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση και έγραψε μια γραμματική, της αρχαίας φυσικά, Η κατ’ επιτομήν γραμματική Τερψιθέα (Βιέννη 1812). Στην εφαρμογή, πάντως, των γλωσσικών αρχών του δεν απέφυγε το λάθος του «μακαρονισμού», της ανάμειξης νέων λέξεων και φράσεων με τύπους, σύνταξη αλλά και λέξεις της αρχαίας ελληνικής. Ήταν αντίπαλος του Κοραή όχι μόνο προς το γλωσσικό ζήτημα αλλά ως προς τα εκδοτικά και φιλολογικά, καθώς υπήρξε και εκείνος εκδότης κλασικών συγγραφέων, αφήνοντας ένα μνημειώδες έργο 36 τόμων.

Πάντως, όπως ο Βούλγαρης, ο Κομμητάς και ο Δούκας δεν χρησιμοποίησαν αποκλειστικά την αρχαία γλώσσα σε όλα τους τα κείμενα.

4.5.2 Παναγιώτης Κοδρικάς: ο μαχητικότερος αντίπαλος

Ο Παναγιώτης Κοδρικάς (1762-1827), γεννημένος στην Αθήνα, έζησε στα νεανικά του χρόνια στο Βουκουρέστι· υπήρξε μαθητής του αρχαϊστή Λάμπρου Φωτιάδη, αλλά κινήθηκε αρχικά στον κύκλο του Καταρτζή. Εργάστηκε ως γραμματέας των φαναριωτών [βλ. Χείλων, Οι Φαναριώτες] ηγεμόνων. Έχοντας αποκτήσει φήμη ειδικού σε θέματα διπλωματίας, διορίστηκε διερμηνέας της οθωμανικής πρεσβείας στο Παρίσι (1797).

Ο Κοδρικάς είχε διατυπώσει απόψεις για τη γλώσσα στην εισαγωγή της μετάφρασης του έργου του Bernard Le Bouyer de Fontenelle Ομιλίαι περί πληθύος κόσμων (Βιέννη 1794) —ένα εκλαϊκευτικό εγχειρίδιο αστρονομίας σε διαλογική μορφή που μετέφερε τις απόψεις των Καρτέσιου (Descartes) και Κοπέρνικου (Copernic)—, εκφράζοντας συγκεκαλυμμένα τη διαφωνία του με τον Καταρτζή. Υποστήριζε ότι οι Ρωμιοί δεν έπρεπε να υιοθετήσουν τη γλώσσα που μιλούσαν στην πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη (όπως πρότεινε ο Καταρτζής), καθώς ήταν η γλώσσα των οθωμανών κρατούντων και, επιπλέον, περιείχε πολλές ξένες (τούρκικες) λέξεις. Υποστήριζε, όπως αργότερα και ο Κοραής, τον κανονισμό και καθαρισμό της γλώσσας από ιδιωματισμούς και αρχαϊσμούς. Επέλεγε, όμως, ως γλώσσα-αφετηρία τη γραπτή γλώσσα των φαναριωτών ηγεμόνων, όπως αυτή αποτυπωνόταν στην αλληλογραφία τους, και τη γλώσσα του Πατριαρχείου.

Παναγιώτης Κοδρικάς

Ο Κοδρικάς δεν συντασσόταν με τους αρχαϊστές. Η διαφωνία του με τον Κοραή ήταν κυρίως ιδεολογική: Ο Κοραής αμφισβητούσε το δικαίωμα στους Φαναριώτες —τους θεωρούσε συνδεδεμένους με την οθωμανική κυριαρχία και ταυτισμένους, πλέον, με τη συντήρηση— να αναχθούν σε ηγέτες της πολιτισμικής αναγέννησης του ελληνισμού. Η ιστορική διαμάχη έγινε εμφανής από το 1803 κ.ε., με συνεχείς επικρίσεις του Κοραή, τις οποίες στην αρχή ο Κοδρικάς αντιμετώπισε διπλωματικά. Όμως, από το 1815 περίπου, και ιδιαίτερα μέσα από την έκδοση του φιλοκοραϊκού περιοδικού Ερμής ο Λόγιος, [βλ. Αρχείο «ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ» ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1813-1815] η διένεξη έγινε οριστική και βαθιά. Στο έργο του Μελέτη της κοινής ελληνικής διαλέκτου (Παρίσι 1818) με οξύτατο τόνο προσπάθησε να αναιρέσει τις γλωσσικές απόψεις του Κοραή και να τον εκμηδενίσει ως πνευματικό ον (Δασκαλάκης, 1966). Η απάντηση δόθηκε μέσα από πολλά ψευδώνυμα ή ανώνυμα δημοσιεύματα από τη μεριά του Κοραή, και με τη συμπαράσταση του κύκλου του (Άνθιμος Γαζής, Κωνσταντίνος Κούμας, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Νεόφυτος Βάμβας κ.ά.). Η ανταλλαγή λιβέλων θα διαρκέσει ως τη στιγμή που θα κηρυχθεί η Επανάσταση.

4.5.3 Η «αιολοδωρική» του Αθανάσιου Χριστόπουλου

Ο δημοφιλής καστοριανός ποιητής, νομικός και γιατρός Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847), δραστηριοποιήθηκε στον φαναριώτικο χώρο του Βουκουρεστίου. Επιδίωξε να συνεχίσει στις αρχές του 19ου αιώνα τις γλωσσικές απόψεις του Καταρτζή, με τις οποίες πρέπει να είχε έρθει σε επαφή μέσω του Γρηγόριου Κωνσταντά.

Ο Χριστόπουλος κατέθεσε τις θέσεις του στη Γραμματική της αιολοδωρικής, ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας (Βιέννη 1805). Επιχειρώντας να προσδιορίσει το είδος της εξάρτησης της νεότερης γλώσσας από τα αρχαία υποστήριξε ότι η ομιλουμένη ήταν μια «Πέμπτη διάλεκτος» της αρχαίας ελληνικής, κράμα δύο διαλέκτων, της αιολικής και της δωρικής, και, συνεπώς, διέθετε τα εχέγγυα παλαιότητας. Απέτυχε, όμως, να προσδώσει ιστορικά επιχειρήματα σε αυτήν την υπόθεση. Πίστευε ότι τα γλωσσικά χαρακτηριστικά της ομιλουμένης υπήρχαν και στην αρχαιότητα, αλλά πολλά από αυτά δεν διασώθηκαν στη γραπτή παράδοση. Απέσυρε, όμως, γρήγορα τη στήριξή του στην αντιφατική αυτήν κατασκευή και ασπάστηκε στη συνέχεια τις θέσεις του Βηλαρά, αμφισβητώντας τη δυνατότητα επανόδου στην αρχαία. Προς το τέλος της ζωής του θα στραφεί στην πράξη στον αρχαϊσμό.

4.5.4 Αντικοραϊκές σάτιρες

4.5.4.1 Το «Όνειρον»

Στην πρώτη έκδοση των ποιημάτων του Χριστόπουλου (Λυρικά, Βιέννη 1811), που απέβλεπαν να δείξουν «την ποιητική αρμονία της γλώσσας μας», προτάχθηκε το σύντομο αφήγημα «Όνειρον». Συνθεμένο σε διαλογική μορφή ξεκινά με την ενύπνια εμφάνιση δύο γυμνών γυναικών, δείχνοντας να ακολουθεί τα χνάρια του ερωτικού ονείρου. Ωστόσο, οι δύο αυτές γυναίκες ούτε όμορφες είναι ούτε εξυπηρετούν ερωτικούς σκοπούς. Πρόκειται για τις πανάσχημες και «άγριες» Μιξοβάρβαρη ή «χαριέντως ακούουσα Μιξοσόλοικη Γλώσσα» και την αδελφή της Ορθογραφία, οι οποίες προσδίδουν εφιαλτική διάσταση στο όνειρο, το οποίο λήγει με το γνωστό μοτίβο από παλαιότερα κείμενα, το λάλημα του πετεινού (λ.χ. Μαρίνος Φαλιέρος, κρητικός ποιητής, π. 1397-1474, που συνέγραψε, μεταξύ άλλων, το αφηγηματικό ποίημα Ερωτικόν ενύπνιον, στο οποίο το λάλημα ενός πετεινού ξυπνά τον ονειρευόμενο αφηγητή τη στιγμή που είναι έτοιμος να φιλήσει την αγαπημένη του). Με το προκάλυμμα του ονείρου ασκείται μια γελοιογραφική πολεμική εναντίον της ιστορικής ορθογραφίας και της μεικτής καθαρεύουσας γλώσσας που προσπαθούσε να καθιερώσει ο Κοραής.

Η γλωσσική αυτή σάτιρα θεωρήθηκε αρχικά ότι είχε γραφτεί από τον ποιητή των Λυρικών, αλλά κατά την επικρατούσα σήμερα άποψη (Μοσχονάς, 1981, σελ. 6) ανήκει στον εκδότη τους, τον νεαρό κωνσταντινουπολίτη Στέφανο Κανέλο (1792-1823), ο οποίος είχε δεχτεί τη φαναριώτικη «αντικοραϊκή» επίδραση κατά την παραμονή του στις Ηγεμονίες. Στα άμεσα διακείμενα του «Ονείρου» βρίσκονται η Γραμματική της αιολοδωρικής, από την οποία, όπως δήλωνε ο συγγραφέας, αντλούσε τα παραδείγματά του και η κωμωδία του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού Κορακιστικά ή διόρθωσις της ρωμαίικης γλώσσας που ήταν γνωστή τουλάχιστον δύο χρόνια πριν από τη δημοσίευσή της (1813).

4.5.4.2 Τα Κορακιστικά

Από τον φαναριώτικο χώρο των επιγόνων του Καταρτζή προήλθε η σάτιρα Κορακιστικά, ή διόρθωσις της ρωμαίικης γλώσσας (1813) του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού (Κωνσταντινούπολη, 1778-1849). Ο συγγραφέας της, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, που ανέλαβε υψηλά αξιώματα κοντά στους φαναριώτες ηγεμόνες, υπήρξε μαθητής του Δανιήλ Φιλιππίδη, ενός από τους συγγραφείς της Γεωγραφίας νεωτερικής. Ο τίτλος «κορακιστικά» παραπέμπει στα «κορακίστικα» της παιδικής ιδιολέκτου και ταυτόχρονα παρωδεί το επώνυμο του Κοραή, πράγμα που εκμεταλλεύτηκε, μάλιστα, ο Κοδρικάς (Μελέτη της κοινής ελληνικής διαλέκτου, 1818), προκαλώντας την υπέρμετρη ενόχληση στον Κοραή. Το έργο υπερασπιζόταν εμμέσως τις γλωσσικές επιλογές του Δημ. Καταρτζή και παρωδούσε τις αντίστοιχες ιδέες του Κοραή, χωρίς όμως να στρέφεται προς το πρόσωπό του.

Η δράση τοποθετείται σε μια φανταστική πόλη, την Κλαδούπολη, όπου ο Γιάνκος, Κωνσταντινοπολίτης και οπαδός της απλής γλώσσας, είναι ερωτευμένος με την κόρη του Σωτήριου, υπέρμαχου του κοραϊσμού, που σχεδόν ταυτίζεται με τον Κοραή. Για χάρη του έρωτά του, ο Γιάνκος αλλάζει το όνομά του σε Ιωαννίσκος και υποκρίνεται πως προσχωρεί στον κοραϊσμό. Ο Σωτήριος, όμως, είναι ανένδοτος, καθώς θεωρεί ότι οι καταγόμενοι από την Κωνσταντινούπολη συνδέονται με τη «χυδαϊκή» γλώσσα. Ο Ιωαννίσκος-Γιάγκος ύστερα από πολλές προσπάθειες και δοκιμασίες (ανάμεσα στις οποίες είναι ότι έσωσε από πνιγμό τον Σωτήριο, όταν προσπάθησε να προφέρει τη λέξη «λαχανοσαλάτα» στα κορακιστικά) κατάφερε να τον πείσει να αποκηρύξει την παράλογη γλωσσική διδασκαλία του και να κερδίσει την αγαπημένη του.

Η σάτιρα, καθώς δεν υπερασπιζόταν με σαφήνεια τη δημοτική γλώσσα, έγινε όργανο τόσο στα χέρια των δημοτικιστών όσο και των αρχαϊστών, καθώς και των εκφραστών της κυρίαρχης συντηρητικής φαναριώτικης τάσης. Το γεγονός αυτό, ίσως, να υπήρξε η αιτία που το 1815 ο Νερουλός την αποκήρυξε έμμεσα, υποστηρίζοντας πως η έκδοσή της έγινε εν αγνοία του. Το έργο άλλωστε ενέχει και κοινωνική αντιπαράθεση μεταξύ των Φαναριωτών και της εμπορικής τάξης που εκπροσωπεί ο Κοραής (πρόσφατη φιλολογική έκδοση του έργου έγινε από τον Πούχνερ, 2002). Γνώρισε, πάντως, μεγάλη διάδοση στον φαναριώτικο χώρο, αλλά και στα Επτάνησα, στον νεανικό κύκλο του Σολωμού στη Ζάκυνθο.

4.5.5 Ο «Ελλαδικός δημοτικισμός»

Ένας πυρήνας στροφής προς την ομιλουμένη διαμορφώθηκε στον ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο κατά τη διάρκεια της τελευταίας προεπαναστατικής δεκαετίας. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική εκπαιδευτική και γλωσσική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που καταγράφηκε ως «Ελλαδικός δημοτικισμός» (Μοσχονάς, 1981)· μας είναι γνωστή αποσπασματικά, από έναν ικανοποιητικό αριθμό επιστολών συνταγμένων κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, οι οποίες πρέπει να γνώρισαν εκτεταμένη χειρόγραφη διάδοση (Οικονόμος Λαρισαίος, 1964). Συμμετείχε σε αυτήν μια ομάδα διανοουμένων που είχαν σπουδάσει σε ευρωπαϊκά πολιτιστικά κέντρα, είχαν γνωρίσει τον Διαφωτισμό και είχαν επιστρέψει στον ελλαδικό χώρο.

Στον κύκλο αυτόν ανήκουν:

α) Ο γνωστός λυρικός και σατιρικός ποιητής και πεζογράφος Ιωάννης Βηλαράς (Κύθηρα, 1771 – Τσεπέλοβο Ζαγορίου, 1823), μεγαλωμένος στα Ιωάννινα, που είχε σπουδάσει ιατρική και φιλοσοφία στην Πάντοβα και στην Μπολόνια· την εποχή εκείνη ήταν γιατρός στην αυλή του Αλή πασά.

Screen Shot 2018-08-25 at 13.40.42β) Ο Αθανάσιος Ψαλίδας (Ιωάννινα, 1767 – Λευκάδα, 1829), με σπουδές φιλοσοφίας, ιατρικής και φυσικομαθηματικών στη Βιέννη· είχε δημοσιεύσει τη φιλοσοφική πραγματεία Αληθής ευδαιμονία, ήτοι βάσις πάσης θρησκείας… (Βιέννη 1791) και τα Καλοκινήματα, ήτοι εγχειρίδιον κατά φθόνου και κατά της Λογικής του Ευγενίου (Βιέννη 1795), εκφράζοντας τη διαφωνία του στις απόψεις που είχε εκθέσει ο Ευγένιος Βούλγαρης στη Λογική του ως προς το ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο Ψαλίδας είχε διδάξει στην Καπλαναία Σχολή των Ιωαννίνων, όπου είχε εισαγάγει μαθήματα φυσικής, φιλοσοφίας και σύγχρονων μαθηματικών, επιδιώκοντας τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης (είχε γράψει, επίσης, αρκετά σχετικά διδακτικά εγχειρίδια). Το υψηλό επίπεδο της παιδείας του και η γλωσσομάθειά του τον είχαν κάνει δημοφιλή ως δάσκαλο και προσέλκυσαν το ενδιαφέρον του Αλή πασά.

γ) Ο Κορίνθιος Γεώργιος Καλαράς (π. 1790-1824), λιγότερο γνωστός από τους δύο προηγούμενους, που είχε σπουδάσει ιατρική και μαθηματικά στην Πίζα της Ιταλίας. Είχε συνθέσει τη Δοκιμί γραμματικίς τις γλόσας μας (1804), που κίνησε την προσοχή του Βηλαρά, αλλά παρέμεινε ανέκδοτη.

Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε από ατομικές αναζητήσεις, αλλά μέσα από τη διασταύρωση και την ανταλλαγή των απόψεων απόκτησε συλλογικό χαρακτήρα. Η απλοποιητική θεωρία της ομάδας αρνούνταν την ιστορική δέσμευση: Η αρχαία ελληνική ήταν κατάλληλη για τους αρχαίους, αλλά για τους συγχρόνους η αξία της παρέμενε μουσειακή. Οι «δημοτικιστές» υποστήριζαν την κατάργηση της ιστορικής ορθογραφίας και πρότειναν τη φωνητική γραφή, ώστε να υπάρξει ταύτιση προφορικού και γραπτού λόγου. Όπως ανέφερε ο Βηλαράς σε μια επιστολή του προς τον Καλαρά:

«Μη ηθελα μου προβαλης πος πρεπη να γραφομε γηα τα ματια, κε οχη γηα τ’ αφτηα;».

Αναθέτοντας το προβάδισμα στον προφορικό λόγο, δεν συμμερίζονταν το βασικό προεπαναστατικό αίτημα για τη σύνταξη γραμματικής και λεξικού της ομιλουμένης: Η γραμματική και το λεξικό έχουν θέση στον νου των ομιλητών της γλώσσας· η γλώσσα διαμορφώνεται με τη χρήση και όχι από προγραμματικούς κανόνες και διορθώσεις· βρίσκεται κατατεθειμένη στον κανόνα «τον ρομεηκον βηβληον», ο οποίος, σύμφωνα με τον Αθανάσιο Ψαλίδα, καταρτίζεται από τον «Εροτοκρητο, οπου ηνε αλος Όμηρος, για να μην ηπο καλητερος, τον Χρηστόπουλο (οπουνε νέος Ανακρέοντας), την Εροφήλη κε την Βοσκοπούλα».

Ο μοναδικός δημοσιευμένος καρπός του γλωσσικού αυτού προγράμματος είναι η Ρομεηκη γλοσα (Κέρκυρα 1814) του Ιωάννη Βηλαρά, που την αφιέρωσε στον Αθανάσιο Ψαλίδα, προβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την απόλυτη ταύτιση των γλωσσικών τους αντιλήψεων. Στον πρόλογο κατέθετε αλληγορικά τις γλωσσικές του αρχές: «Ενας ορεγονταν να μαθη το βιολη κε εκραξε τον καλητερον τεχνητη για να διδαχτη εντελια κε κατά τους κανονας της τεχνης. Ο μαθητης οστοσο δεν εφχαρηστιοταν στο ηδιο του λακλημα»· άφησε, λοιπόν, «σε μιαν ακρα την περησια πολημαθια του σοφου Δασκαλουτου» για να ακολουθήσει «τον ατεχνον τροπον του Γητονατου», καθώς μέσα από την εμπειρία του κατάλαβε «πος η γληκαδα της μουσηκης δεν κρεμετε μητε απο κανονες, μητε απο τεχνη, μητε πος η γληκη και αρμονηκη μουσηκη γενετε κανονας και τεχνη της ηδηας. Οθεν για να μαθη αθροπος το βιολη σε τροπον, οπου να φχαρηστιετε κιο ηδιος, κε να φχαρησται τους αλους με το λαλημα του, χρηαζετα να σπουδαξη για να μαθη καλο το κηνο βιολη του κερου του». Ο «φωνοκεντρισμός» του Βηλαρά στηρίζεται συχνά σε επιχειρήματα που ανάγονται στον Κρατύλο του Πλάτωνος (Πεχλιβάνος, 2010).

Ο Βηλαράς εξηγούσε τις γλωσσικές του απόψεις περί φωνητικής ορθογραφίας στο σχετικό κεφάλαιο «Μηκρη ορμηνια για τα γραματα κε ορθογραφηα της ρομεηκης γλοσας» και τις εφάρμοζε σε έμμετρα και πεζά παραδείγματα που περιέλαβε στην έκδοση για «να δηξη, οτη στη γλοσα μας ξηγιετε κανης κε πηητηκα κε φηλοσοφηκα».

Τις αντιρρήσεις του απέναντι στις γλωσσικές απόψεις του Κοραή ο Βηλαράς τις διοχέτευσε και μέσα από το πλασματικό αφήγημα σε διαλογική μορφή Λογιότατος ταξιδιώτης, για το οποίο θα γίνει λόγος αλλού (για τις γραμματικές αντιλήψεις των Χριστόπουλου και Βηλαρά και τη σχέση τους με το λογοτεχνικό τους έργο, βλ. Ανδρειωμένος, 2002). Πάντως, η πολεμική της ομάδας κατά της «μέσης οδού» δεν ασκήθηκε προγραμματικά αλλά περιπτωσιακά· ο Κοραής διαφαίνεται εύκολα πίσω από την κριτική τους αλλά δεν κατονομάζεται.

4.5.6 Ο Διάλογος του Διονύσιου Σολωμού

Στις γλωσσικές συζητήσεις της τελευταίας δεκαετίας πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους εντάσσεται και ο Διάλογος του Σολωμού. Το συγκινησιακά φορτισμένο και παθιασμένο διαλογικό αυτό κείμενο, το πρώτο πεζό του Σολωμού, γράφτηκε στη Ζάκυνθο στα χρόνια 1822-1824, αλλά δημοσιεύτηκε στην έκδοση των Ευρισκομένων του Πολυλά το 1859.

Στον Διάλογο παίρνουν μέρος ο Ποιητής (εκπροσωπεί τις απόψεις του Σολωμού), ο Φίλος (πιθανόν ο Σπυρίδων Τρικούπης) και ένας Σοφολογιότατος. Ο Ποιητής μέσα από τη συνομιλία του με τον Φίλο, ο οποίος θα συμμετάσχει ελάχιστα στη συζήτηση, δείχνει ότι ο αγώνας για την επικράτηση της ομιλουμένης ταυτίζεται με τον αγώνα για την εθνική ελευθερία· εκφράζει, επίσης, τη διαφωνία του με τον σοφολογιοτατισμό, που τον ταυτίζει με τον κοραϊσμό (πρβλ. το ρήμα «κρώζει» που παραπέμπει στη φωνή του κορακιού): «Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο». Ο Σοφολογιότατος υποστηρίζει τη διόρθωση των λέξεων «καθώς θέλει ο Κοραής, με τα σχήματα της παλιάς […] με την οδηγία της μητρός της». Ο Ποιητής αντιλέγει ότι ο συγγραφέας δεν διδάσκει τις λέξεις και «ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός». Τα νέα ελληνικά, υποστηρίζει, αποτελούν εξελιγμένη μορφή των αρχαίων ελληνικών και πρέπει να επιβληθούν όπως όλες οι ζωντανές γλώσσες της Ευρώπης. Προβάλλει με θέρμη την αξία της ομιλούμενης γλώσσας και την ανάγκη για απόλυτο σεβασμό στη μορφή της, ενώ, παράλληλα, τονίζει τον δημιουργικό ρόλο του ποιητή, ο οποίος μπορεί να επέμβει και να την εξευγενίσει, εμπλουτίζοντάς την με νέα στοιχεία (Rotolo, 1968-69).

Η υποστήριξη της λαϊκής γλώσσας από τον Σολωμό απορρέει από την ιταλική του εμπειρία, τις απόψεις του φίλου του Giuseppe Montani που υπερασπιζόταν τη χρήση της καθομιλουμένης στην ποίηση και τις επιρροές του από το ρομαντικό κίνημα που πρέσβευε ότι η γλώσσα και τα τραγούδια του λαού αποτελούν έκφραση της ψυχής του έθνους. Γνώριζε φυσικά τη συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Claude Fauriel, ο πρώτος τόμος της οποίας είχε δημοσιευτεί στο Παρίσι το 1824, όπου στην εισαγωγή εκθειαζόταν η εκφραστικότητα της ελληνικής λαϊκής γλώσσας. Εκτός από τα «κλέφτικα», ο Σολωμός μιλάει στο κείμενο επαινετικά για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο και την κρητική Βοσκοπούλα.

Τις γλωσσικές συζητήσεις στον νεανικό κύκλο του Σολωμού στη Ζάκυνθο στα χρόνια της συγγραφής του Διαλόγου καταδεικνύει η Πραγματεία περί γλώσσης (1823) (Ζώρας, 1953) του στενού του φίλου Αντώνιου Μάτεσι (1794-1875), η οποία παρέμεινε ανέκδοτη.

Ανθολόγιο κειμένων και βιβλιογραφία ☛ [http://hdl.handle.net/11419/3325]

φωτογραφίες: wikiwand

Advertisements