H Φραγκοκρατία και το δεσποτάτο του Μορέως

στις

Άννα Λαμπροπούλου

Κύρια ερευνήτρια στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Αγγελική Πανοπούλου

Ειδικός λειτουργικός επιστήμονας στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

 

Peloponnese_in_the_Middle_Ages

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204, σηματοδότησε την αφετηρία εξελίξεων και στην Πελοποννησιακή χερσόνησο. Σύμφωνα με τον κατάλογο της οριστικής κατανομής των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Partitio terrarum Imperii Romaniae), το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου είχε παραχωρηθεί στη Βενετία. Η υπό­λοιπη Πελοπόννησος δεν αναφέρεται στην Partitio γιατί βρισκόταν —από τις αρχές του 13ου αιώνα— κάτω από την εξουσία του Λέοντα Σγουρού, ο οποίος είχε καταλάβει το Ναύπλιο, το Άργος και την Κόρινθο.

Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός

Ο Βονιφάτιος Μομφερρατικός, στον οποίο είχαν κληρωθεί οι περιοχές από τη Θεσσαλονίκη ώς την Κόρινθο και το Άργος ανέλαβε την επιχείρηση της κατάκτησής του και με τη βοήθεια του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτ, μέχρι το 1209, είχαν θέσει υπό τον έλεγχο τους τη δυτική, νότια και κεντρική Πελοπόννησο.

640px-Armoiries_Achaïe.svg.pngΈτσι, στην Πελοπόννησο το 1205 ιδρύθηκε το Πριγκιπάτο της Αχαΐας με έδρα την Ανδραβίδα και επικεφαλής το Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Το 1209 ρυθμίστηκαν οι σχέσεις των Φράγκων με τη Βενετία, η οποία σύμφωνα με την Partitio διεκδικούσε τμήμα της Πελοποννήσου. Οι Βενετοί κράτησαν την περιοχή από τον κόλπο του Ναβαρίνου ώς το λιμά­νι τη Ασίνης, τη Μεθώνη, την Κορώνη και εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια στις πόλεις και στα λιμάνια του Πριγκιπάτου.

Από το 1209 ώς το 1278 το Πριγκιπάτο διοικούσε η οικογένεια των Βιλλεαρδουΐνων. Το 1246 πρίγκιπας έγινε ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος, ο οποίος προχώρησε στην κατάληψη της Τσακωνιάς, της περιοχής του Ταϋγέτου, δηλαδή των μόνων εδαφών που δεν είχαν κατακτηθεί από τους Φράγκους, καθώς και της Μονεμβασίας. Οι άρχοντες της Μονεμβασίας, Μαμωνάς, Δαιμονογιάννης και Σοφιανός παρέδωσαν την πόλη και ο πρίγκιπας Γουλιέλμος, αναγνωρί­ζοντας τα προνόμια τους, τους παραχώρησε εδάφη στα Βάτικα. Όμως, μετά τη μάχη της Πελαγονίας (1259), αναγκάσθηκε νά παραχωρήσει τα κάστρα της Μονεμβασίας , της Μεγάλης Μαΐνης και του Μυστρά στους Βυζαντινούς. Τα κάστρα αυτά αποτέλεσαν τον πυρήνα του Δεσποτάτου του Μορέως και σταθερή βάση των Ελλήνων στην Πελοπόννησο.

Despotate_of_Morea_1450-el.svg

Ο πρώτος βυζαντινός διοικητής, ο Καντακουζηνός, -η «κεφαλή»- που στάλθηκε στην Πελοπόννησο για να άρχει στα εδάφη της Λακωνίας, εγκαταστάθηκε στη Μονεμβασία. Αργότερα, η βυζαντινή εξουσία μεταφέρθηκε στο κάστρο του Μυστρά, όπου και παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του Δεσποτάτου του Μορέως.

Με τη Συνθήκη του Βιτέρμπο (1267) η Ηγεμονία της Αχαΐας πέρασε στα χέρια του βασι­λιά της Νεαπόλεως Καρόλου Α´ Ανδεγαυού, εγκαινιάζοντας την ανδεγαυική κυριαρχία στην Πελοπόννησο, η οποία διατηρήθηκε από το 1278 ώς το 1383. Στα μέσα του 14ου αι. εγκατα­στάθηκε στην Ηλεία η φλωρεντινή οικογένεια των Ατσαγιόλι, στην οποία, αργότερα δόθηκε ως φέουδο και η περιοχή της Κορίνθου. Όλη αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από αστάθεια.

Οι συνεχείς πόλεμοι με τους Φράγκους στην Πελοπόννησο, υποχρέωσαν τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνό να στείλει στο Μοριά το γιο του Μανουήλ ως δεσπότη. Έτσι, δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο, πιο αυτόνομο από πριν, αλλά και πιο στενά συνδεδεμένο με την Κωνσταντινούπολη και το βυζαντινό αυτοκράτορα. Κατά τη διάρκεια της μακράς δεσποτείας του Μανουήλ (1348-1380), ο τόπος γνώρισε ηρεμία και σχετική ευημερία. Ο αυτοκράτο­ρας Ιωάννης Ε´ Παλαιολόγος έστειλε με στρατό το γιο του Θεόδωρο, που τελικά πήρε τη θέση των Καντακουζηνών στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου. Η περίοδος της δυναστείας των Παλαιολόγων στο Μυστρά χαρακτηρίζεται από τη στενότερη σχέση του Δεσποτάτου με την πρωτεύουσα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του Δεσποτάτου σε ολόκλη­ρη σχεδόν την Πελοπόννησο. Το Δεσποτάτο, παρά του εσωτερικού και εξωτερικού κινδύ­νου που αντιμετωπίζει, την ποικιλία της πληθυσμικής σύνθεσης, που οξύνει συχνά τα προ­βλήματα, κατόρθωσε να διατηρήσει τον ελληνικό του χαρακτήρα και τον πρωτεύοντα και κυρίαρχο ρόλο του στον πολιτικό και πνευματικό τομέα.

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β´ Παλαιολόγος ενδιαφέρθηκε πολύ για το Δεσποτάτο και την κατασκευή του τείχους του Εξαμιλίου στην Κόρινθο. Παρόλα αυτά δεν απέτρεψε την επίθεση των Τούρκων στο Μυστρά το 1423 και την αιχμαλωσία πολλών κατοίκων. Επί δεσποτείας του Θεοδώρου Β´ Παλαιολόγου (1407-1443), οι Φράγκοι ηγεμόνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις πιέσεις των Βυζαντινών και μέχρι το 1432 η Πελοπόννησος (εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης, του Ναυπλίου και του Άργους) ανήκε πάλι στους Έλληνες. Τότε ιδρύεται ένα δεύτερο Δεσποτάτο με έδρα τη Γλαρέντζα, όπου εγκατα­στάθηκε ο αδελφός του Θεοδώρου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Το 1430 ιδρύθηκε και το τρίτο Δεσποτάτο του Μοριά, με έδρα τα Καλάβρυτα και δεσπότη το Θωμά Παλαιολόγο. Μετά από αλλεπάλληλες εσωτερικές διαμάχες και ιδεολογικές διαφωνίες μεταξύ των δεσπο­τών, στις 30 Μαΐου 1460, ο Μυστράς παραδόθηκε στου Τούρκους, οι οποίοι στη συνέχεια κατέλαβαν και τις βενετικές κτήσεις: το 1463 το Άργος, το 1500 τη Μεθώνη και την Κορώνη και το 1540 το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία.

Κατά την περίοδο αυτή η Πελοπόννησος απαντά στις πηγές με τα ονόματα, Πελοπόννησος, Αχαΐα και Μορέας. Οι Φράγκοι, σε αντίθεση με τους βυζαντινούς συγγραφείς που χρησιμοποιούσαν τον όρο Πελοπόννησος, υιοθέτησαν τους όρους Αχαΐα και Μορέας. Έτσι, η Πελοπόννησος ονομάστηκε Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Παράλληλα στη λαϊκή γλώσσα επικρά­τησε το τοπωνύμιο Μορέας, το οποίο εμφανίζεται στις πηγές από το 13ο ως το 15ο αιώνα.

Crusaders_attack_Constantinople

Οι πηγές που μας πληροφορούν για την περίοδο αυτή είναι η Partitio terrarum Imperii Romaniae, δηλαδή ο κατάλογος της διανομής των βυζαντινών εδαφών από τους Σταυροφόρους, που σώζεται σε πολλά αντίγραφα και έχει μελετηθεί από αρκετούς ιστορικούς. Η πληρέστερη διπλωματική έκδοση έγινε από τον καθηγητή Α. Carile. Από τις ελληνικές αφη­γηματικές πηγές μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι το Χρονικόν του Μορέως. Πρόκειται για ιστορικό κείμενο, που αφηγείται τη φραγκική κατάκτηση και σώζεται σε τέσσερις παραλλαγές, μία έμμετρη γραμμένη στην ελληνική και τρεις πεζές διασκευές στη γαλλική, στην αραγωνική και στην ιταλική γλώσσα. Πιθανότατα γράφτηκε το 14ο αι. από ανώνυμο συγγραφέα, του οποίου ο πατέρας ήταν Φράγκος και η μητέρα Ελληνίδα. Πολύτιμες πληρο­φορίες προσφέρουν επίσης τα ιστορικά έργα των Βυζαντινών συγγραφέων Γεωργίου Παχυμέρη, Νικηφόρου Γρήγορα, Νικήτα Χωνιάτη και Γεωργίου Ακροπολίτη. Από τις δυτι­κές αφηγηματικές πηγές αξιολογότερες είναι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης (La conquête de Constantinople) του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου και η Ιστορία (Istoria del regno di Romania) του βενετού Marino Sanudo Torsello. Για την κατανόηση του φεουδαρχι­κού δικαίου της Πελοποννήσου είναι απαραίτητη η μελέτη των λεγόμενων Ασσιζών της Ρωμανίας, [νομικός κώδικας που ίσχυε στις φραγκοκρατούμενες περιοχές και ρύθμιζε τις φεουδαρχικές σχέσεις] που καταγράφτηκαν στην Πελοπόννησο από ανώνυμο συγγραφέα και έχουν υποστεί επιδράσεις από τις Ασσίζες των Ιεροσολύμων και το ρωμαϊκό δίκαιο. Στοιχεία για το σύστημα γαιοκτησίας μας δίνουν τα έγγραφα που εξέδωσαν οι ιστορικοί J. Longnon, Ρ. Topping και Ch. Perrat. Η οικονομική ζωή της εποχής τεκμηριώνεται με τη μελέτη των εμπορικών συνθηκών του Βυζαντίου με τη Βενετία που δημοσίευσαν οι ιστορικοί G. L. F. TafelG. M. Thomas. Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Βενετίας με τις κτήσεις της στην Πελοπόννησο, τη διοίκηση, τη φορολογία, τη γεωργία και το εμπόριο σημαντική πηγή απο­τελούν τα έγγραφα που εξέδωσαν ο Fr. Thiriet και ο Κ. Σάθας. Πρόσφατα, η καθηγήτρια Ιουλιανή Χρυσοστομίδου δημοσίευσε συλλογή εγγράφων για την ιστορία της Πελοποννήσου από το 14ο ώς το 15ο αι. με τίτλο Monumenta Peloponnesiaca. Για τη μελέτη των κτήσεων της Βενετίας, Μεθώνη και Κορώνη, σώζεται και συμβολαιογραφικό υλικό. Παλαιότερα είχαν εκδοθεί οι πράξεις του συμβολαιογράφου της Κορώνης Pasquale Longo από τον Α. Lombardo, ενώ πρόσφατα εκδόθηκαν από τον Α. Nanetti οι πράξεις πέντε νοταρίων που αναφέρονται και στις δύο πόλεις.

Εκτός από τις γραπτές πηγές σώζεται κατά χώραν πολύτιμο αρχαιολογικό υλικό, όπως μνημεία (κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια), αλλά και μεμονωμένα ευρήματα, όπως νομίσματα του νομισματοκοπείου της Γλαρέντζας, κ.λπ.

Ο Βιλλεαρδουίνος ασχολήθηκε με την οργάνωση και τη διανομή των φεούδων, ενώ ειδική επιτροπή ανέλαβε τη συγκρότηση ενός φεουδαρχικού καταστίχου. Η φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησος διαιρέθηκε σε 12 βαρονίες:

1. Της Άκοβας (κοντά στη σημ. Δημητσάνα) με 24 φέουδα.

2. Της Καρύταινας με 22 φέουδα.

3. Της Πάτρας με 24 φέουδα.

4. Του Πασσαβά (στο Λακωνικό κόλπο) με 4 φέουδα.

5. Της Βοστίτσας, (σημ. Αιγίου), με 8 φέουδα.

6. Των Καλαβρύτων με 12 φέουδα.

7. Της Χαλανδρίτσας (νότια τη Πάτρα) με 4 φέουδα.

8. Τη Βελίγοστης (στην Αρκαδία) με 4 φέουδα.

9. Του Νικλίου με 6 φέουδα.

10. Του Γερακίου (δυτικά του Πάρνωνα) με 6 φέουδα.

11. Της Γρίτσενας (περιοχή Λάκκων, στη Μεσσηνία) με 4 φέουδα.

12. Της Καλαμάτας και Αρκαδίας (Κυπαρισσία) που ήταν φέουδα του Βιλλεαρδουίνου.

Παράλληλα οι βενετικές κτήσεις οργανώθηκαν ως εξής: Η Μεθώνη και η Κορώνη αποτέλεσαν το 1320 ενιαία διοίκηση (regimen) με δύο καστελλάνους. Στη Μονεμβασία και στην Πύλο τοποθετήθηκε ρέκτορας [βενετός αξιωματούχος με πολιτικά και στρατιωτικά καθήκοντα] και καστελλάνος [διοικητής του κάστρου, υπεύθυνος για τη συντήρησή του και για τη φύλαξη των κρατουμένων], ενώ στο Άργος και στο Ναύπλιο αρχικά ρέκτορες και καπιτάνοι και στη συνέχεια βάιλος και καστελλάνοι. Την Πάτρα, τέλος, διοι­κούσε podestà. [διοικητής τομέα]

Εντελώς διαφορετική ήταν η διοικητική οργάνωση του Δεσποτάτου του Μορέως, η οποία διαιρείται σε δύο περιόδους. Από το 1262 ώς το 1349 τα βυζαντινά εδάφη της Πελοποννήσου διοικούνταν, ως επαρχία του Βυζαντινού κράτους, από τις «κεφαλές», δηλαδή διοικητές διο­ρισμένου από την αυτοκρατορική αυλή. Από το 1349 ώς την άλωση από τους Τούρκους, η Πελοπόννησος παραχωρήθηκε από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες σε μέλη της βασιλικής οικογένειας που διοίκησαν με τον τίτλο του δεσπότη.

Σε ό,τι αφορά την εκκλησιαστική οργάνωση, αρχικά ιδρύθηκαν 7 λατινικές επισκοπές, που υπάγονταν στην αρχιεπισκοπή Πάτρας. Όταν κατακτήθηκε και η Κόρινθος το 1210, η εκκλησία της τελευταίας ορίστηκε ως δεύτερη μετά την Πάτρα αρχιεπισκοπή. Η οργάνωση αυτή όμως δεν τηρήθηκε και με την πάροδο του χρόνου η λατινική εκκλησία οδηγήθηκε σε αλλαγές, που εξυπηρετούσαν τις νέες ανάγκες. Γι’ αυτό πολλές επισκοπές, χωρίς περιουσία και λατινικό πληθυσμό, καταργήθηκαν ή ενώθηκαν με άλλες πιο εύπορες. Έτσι στα μέσα του 13ου αι. στην αρχιεπισκοπή της Πάτρας υπάγονταν οι επισκοπές Ωλένης, Μεθώνης, Κορώ­νης, Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, ενώ στην αρχιεπισκοπή της Κορίνθου υπάγονταν οι επισκο­πές Άργους και Λακεδαίμονος. Οι καθολικοί ιερείς στους οποίους είχαν δοθεί εδαφικές εκτάσεις, εκτός από τα οικονομικά προνόμια, είχαν και δικαστικές αρμοδιότητες. Γη είχε παραχωρηθεί επίσης και στα καθολικά τάγματα, όπως των Φραγκισκανών, των Δομι­νικανών, των Κιστερκιανών, των Αυγουστίνων κ.ά. Οι ορθόδοξοι ιερείς, από το άλλο μέρος, διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, αλλά πέρασαν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα, ως απλοί καλλιεργητές. Κατέβαλλαν έγγειο φόρο, το ακρόστιχο, [βυζαντινής προέλευσης ετήσιος έγγειος φόρος που κατέβαλλαν οι αγρότες στον κύριό τους] ήταν όμως απαλλαγμένοι από προσωπική εργασία.

Με την ανακατάληψη εδαφών από τους Βυζαντινούς, μειώθηκε η δικαιοδοσία της λατινικής εκκλησίας στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο η μητρόπολη Μονεμβασίας, ενώ με χρυσόβουλλο του 1301, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Παλαιολόγος της παραχώρησε και τις επισκοπές Μεθώνης, Κορώνης και Ζεμενού, αν και οι δύο πρώτες ανήκαν στους Λατίνους. Το 1395, όταν η Κόρινθος ανακτήθη­κε από τους Βυζαντινούς, ο μητροπολίτης Κορίνθου διεκδίκησε τις επισκοπές Μαΐνης και Ζεμενού, που πριν από τη Φραγκοκρατία ανήκαν στη μητρόπολή του. Άρχισε έτσι μία διαμά­χη μεταξύ των δύο μητροπόλεων για τις δύο επισκοπές χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Φαίνεται όμως ότι η γεωγραφική θέση είχε συμβάλει στη σιωπηλή λύση του προβλήματος. Έτσι, η μεν επισκοπή Μαΐνης παρέμεινε στη μητρόπολη Μονεμβασίας, ενώ η επισκοπή Ζεμενού στη μητρόπολη Κορίνθου. Στις βενετικές κτήσεις είχε επιτραπεί η παρουσία ορθο­δόξων επισκόπων πλάι στους καθολικούς. Βέβαια, η Βενετία περιόριζε τις ελευθερίες των ορθοδόξων επισκόπων, οι οποίοι όφειλαν να κατοικούν έξω από την πόλη.

Η πληθυσμική σύνθεση της πελοποννησιακής χερσονήσου κατά την περίοδο που ακολουθεί τη φραγκική και ώς την τουρκική κατάκτηση, παρουσιάζεται με επιγραμματικό τρόπο σε ένα κείμενο των αρχών του 15ου αι., όπου αναφέρεται ότι στην περιοχή κατοικούν Πελοποννήσιοι, δηλ. αυτόχθονες, Λακεδαίμονες, δηλ. κάτοικοι του βυζαντινού Μυστρά, Σθλαβίνοι, δηλ. απόγονοι των παλιών Σλάβων, Ιλλυριοί, δηλ. Αλβανοί, Ιταλοί, δηλ. Λατίνοι εν γένει, Αιγύπτιοι, δηλ. Τσιγγάνοι, καθώς και Ιουδαίοι δηλ. Εβραίοι. Πάντως, σίγουρο μπο­ρεί να θεωρηθεί ότι η Πελοπόννησος έχει υποστεί κατά την εποχή αυτή σημαντική μείωση του πληθυσμού, λόγω των πολέμων με τους Φράγκους, της πειρατείας, των διαφόρων επιδημιών, της γενικότερης ανασφάλειας, καθώς και των εσωτερικών συγκρούσεων.

Παρά τη φραγκική κατάκτηση, η περιοχή διατήρησε από πλευράς πληθυσμικής σύνθεσης, τον προέχοντα ελληνικό χαρακτήρα που παρουσίαζε και κατά τους προηγούμενους αιώνες. Εκτός από τους αναφερόμενους αυτόχθονες Πελοποννήσιους, τους κατοίκους του βυζαντι­νού Μυστρά, μαρτυρούνται οι Τζάκωνες και οι Μανιάτες, εγκατεστημένοι σε απομακρυσμέ­να, ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη της πελοποννησιακής χερσονήσου, όπως η Κυνουρία και η Μάνη. Η αναφορά, εξάλλου, στους Σθλαβίνους, σχετίζεται άμεσα με την παρουσία στην περιοχή απογόνων των παλαιών Σλάβων, οι οποίοι κατοικούσαν, σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, στο ζυγό των Μελιγών, δηλ. στις πλαγιές του Ταϋγέτου.

Επίσης, η παρουσία των Αλβανών στην Πελοπόννησο βεβαιώνεται για πρώτη φορά κατά τον 14ο αι., όταν ο δεσπότης Θεόδωρος Α´ (1383-1394) επέτρεψε την εγκατάσταση τους στην περιοχή, με σκοπό, όχι μόνον την ενίσχυση του πληθυσμού, που συνεχώς μειωνόταν, αλλά και τη χρησιμοποίηση τους εναντίον εξωτερικών και εσωτερικών επιβουλών. Οι Αλβανοί στελεχώνουν κυρίως το στρατό, αλλά εγκαθίστανται και σε περιοχές έρημες με σκοπό την καλλιέργεια της γης, κυρίως στην Αρκαδία, στη Μεσσηνία και στην Αργολίδα, όπου ζούσαν ως νομάδες ή πάροικοι, έξω από τις μεγάλες πόλεις και τα χωριά. Οι πόλεμοι που εκδηλώνο­νται τα τελευταία χρόνια του Δεσποτάτου καί η αντίσταση των Βενετών, είχαν ως συνέπεια τη βαθμιαία μείωση του αλβανικού στοιχείου στην Πελοπόννησο και την εγκατάσταση του στη Σικελία και στην Ιταλία.

Michael_VIII_Palaiologos_(head) (1).jpg

Το λατινικό στοιχείο, που ήταν αριθμητικά πολύ περιορισμένο στην Πελοπόννησο, πριν από τη φραγκική κατάκτηση, στη συνέχεια αυξήθηκε σημαντικά, ενώ οι επαφές Ελλήνων και Λατίνων έγιναν ακόμη περισσότερο συχνές. Από τις επιμειξίες των Λατίνων με τους Έλλη­νες προήλθε μία καινούργια γενιά Ελληνολατίνων, που ονομάζονται Γασμούλοι. Πολλοί Γασμούλοι μεταφέρθηκαν από το Μιχαήλ Η´ τον Παλαιολόγο στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού της.

Οι αναφερόμενοι στο κείμενο Αιγύπτιοι της Πελοποννήσου, είναι οι Τσιγγάνοι, που μαρτυρούνται στην περιοχή ήδη από το 14ο αι. Οι Τσιγγάνοι εγκαθίστανται —σχεδόν την ίδια εποχή με τους Αλβανούς— σε ελληνικές περιοχές, όπως η Ήπειρος, η Κέρκυρα και η Πελοπόννησος. Τους βρίσκουμε στην Πάτρα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο περί τα τέλη του 14ου αι., αλλά κυρίως στη Μεθώνη, όπου ζούσαν έξω από την πόλη και ασχολούνταν με τη σιδηρουργία.

Τέλος, σημαντικές εβραϊκές κοινότητες αναπτύσσονται στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο αυτή. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους, οικονομικού καί πολιτικού, από την ανα­τολική προς τη δυτική ακτή τη χερσονήσου από το 13ο αι. και μετά, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση εβραϊκού πληθυσμού σε οικισμούς, όπου η εβραϊκή παρουσία ήταν πολύ μικρή ή ανύπαρκτη κατά τη βυζαντινή περίοδο. Ακμαίες εβραϊκές κοινότητες μαρτυρούνται στην Κόρινθο, στην Ανδραβίδα, πιθανότατα στη Γλαρέντζα, κυρίως στις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και στο Μυστρά. Οι Εβραίοι κάτοικοι της υστεροβυζαντι­νής Πελοποννήσου, για λόγους που σχετίζονται κυρίως με τη φύση των ασχολιών τους (βυρ­σοδέψες, βαφείς υφασμάτων, μεταξουργοί κ.λπ.) ζούσαν και εργάζονταν κατά κανόνα, πέρα από το κέντρο των πόλεων.

Παρά την ποικιλία που παρουσιάζει η πληθυσμική σύνθεση της Πελοποννήσου κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, ο προέχων χαρακτήρας της είναι ελληνικός, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άριστος γνώστης των προβλημάτων της λατινικής Ανατολής, Marino Sanudo Torsello, σε επιστολή του: «οι χώρες και τα νησιά που ανήκουν στο Πριγκιπάτο του Μορέως και στο Δουκάτο των Αθηνών, κατοικούνται από Έλληνες. Και μολονότι αυτοί δηλώνουν υποταγή σε ό,τι αφορά τα λόγια, δεν υποτάσσονται στην πραγματικότητα» (et omnes terrae aliae et insulae, quae pertinent ad principatum et ducatorum Amoreae et Athenarum, omnes abitantur a Graecis. Et quamvis obedientes sint verbis, corde tarnen male obediunt).

1200px-The_map_of_the_Holy_Land_by_Marino_Sanudo_(drawn_in_1320)

Οι Φράγκοι επιχείρησαν να εφαρμόσουν ένα φεουδαρχικό καθεστώς σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Δήμευσαν τις κρατικές και εκκλησιαστικές γαίες, καθώς και τις ιδιοκτησίες των Βυζαντινών που δεν προσχώρησαν στις δυνάμεις τους. Κατακτώντας όμως την Πελοπόν­νησο, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν πληθυσμό με πολιτιστική παράδοση και νοοτροπία τελείως διαφορετική από τη δική τους. Η αντίσταση και η αριθμητική υπεροχή των Ελλήνων, καθώς και οι διαφορετικές βυζαντινές δομές, ανάγκασαν τους κατακτητές να συμφιλιωθούν με τα συμφέροντα των τοπικών αρχόντων, οι οποίοι ενσωματώθηκαν στη φεουδαρχική τάξη των κατακτητών. Εξάλλου, Έλληνες άρχοντες έλαβαν μέρος και στις εργασίες της επιτροπής για τη διανομή των φέουδων.

Στην κορυφή της φεουδαρχικής πυραμίδας βρισκόταν ο πρίγκιπας, πλαισιούμενος από τους μεγάλους φεουδάρχες, τους βαρόνους, οι οποίοι μοιράστηκαν τα φέουδα των βαρονιών και που —εκτός από το φέουδο— είχαν και δικαστική εξουσία. Κάτω από τους ισότιμους με τον πρίγκιπα φεουδάρχες υπήρχαν οι απλοί υποτελείς φεουδάρχες, που αποτελούσαν μέλη των τοπικών συμβουλίων. Στην κατώτερη βαθμίδα εντάχθηκαν και προϋπάρχοντες βυζαντι­νοί μεγαλογαιοκτήμονες, οι οποίοι αναγνώρισαν τη φραγκική κυριαρχία.

Διαφορετική ήταν η βενετική πολιτική ως προ την αντιμετώπιση του θέματος αυτού. Στις κτήσεις της, Μεθώνη και Κορώνη, η Βενετία αναγνώρισε το προηγούμενο βυζαντινό καθεστώς. Αλλά, όταν παρέλαβε από τους Φράγκους το Άργος και το Ναύπλιο, διατήρησε το προηγούμενο καθεστώς ιδιοκτησίας και εφάρμοσε το δίκαιο των Ασσιζών της Ρωμανίας. Μάλιστα στους αξιωματούχους της έδινε οδηγίες στις οποίες αναφερόταν ότι ήταν υποχρεω­μένοι να αναγνωρίζουν τα τοπικά έθιμα.

Οι Φράγκοι δεν επέφεραν αλλαγές στους αγροτικούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, οι χωριάτες των χωριών να στέκον ωσάν του ηύραν. Είναι πιθανό ότι στο Πριγκιπάτο το 13ο αι. υπήρχαν ελεύθεροι αγρότες, όπως εξάλλου συνέβαινε και στις βενετι­κές κτήσεις. Φαίνεται όμως ότι το 14ο αι. το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού πληθυσμού αποτελούσαν οι εξαρτημένοι αγρότες (villani). Στις πηγές μαρτυρείται ότι κατά την περίοδο αυτή στους αγρότε είχε εκχωρηθεί γη (στάσεις), στην οποία είχαν κληρονομικά δικαιώματα ενώ όφειλαν στον εκχωρητή ετήσιο έγγειο φόρο (το ακρόστιχο) και υποχρεωτική εργασία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ονομασίες των περισσότερων φόρων είχαν βυζαντινή προέλευση. Γενικότερα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανεί ότι μετά το 1204 επιδεινώθηκε η θέση των αγροτών.

Από το άλλο μέρος οι κάτοικοι των πόλεων, οι βουργήσιοι του Χρονικού του Μορέως, απέκτησαν πλούτο και αίγλη με την άνθηση του εμπορίου. Ιδιαίτερος λόγος χρειάζεται να γίνει για τους κατοίκου της Γλαρέντζας, οι οποίοι μετά το 1267, εξαιτίας των συνεχών επα­φών με τη Δύση και την ανάπτυξη του εμπορίου, δάνειζαν επανειλημμένως χρήματα στους ευγενείς και στους αξιωματούχους. Ως ανταμοιβή ο Κάρολος Α´ Ανδεγαυός του παρείχε προνόμια, γαίες και αξιώματα. Οι εκχωρήσεις γαιών σε κατοίκους πόλεων ήταν βεβαίως απαλλαγμένες από τις φεουδαρχικές υποχρεώσεις, αλλά σε περίπτωση θανάτου χωρίς απο­γόνους, ανακαλούνταν από τον πρίγκιπα.

Αντίστοιχα φαινόμενα σημειώνονται και στις πόλεις του Δεσποτάτου, κυρίως στη Μονεμβασία, στους κατοίκους της οποίας οι βυζαντινοί αυτοκράτορες παραχώρησαν πολλά οικονομικά προνόμια. Οι λόγοι ήταν προφανείς: η περιοχή αποτελούσε στρατηγικό σημείο και οι κάτοικοι έπρεπε να προβάλλουν αντίσταση σε κάθε εχθρική επίθεση. Απαλλαγές από το φόρο της καστροκτησίας και άλλων εμπορικού χαρακτήρα φόρων, οδήγησαν στην ανάπτυ­ξη μίας μέσης τάξης εμπόρων, που άρχισε να συμμετέχει στις οικονομικές δραστηριότητες των Λατίνων.

Άμεση σχέση με την πληθυσμική σύνθεση, την κοινωνική, αλλά και την οικονομική δομή, έχει η οργάνωση του αστικού και του αγροτικού χώρου. Οι πόλεις, όπως παρουσιάζονται στην Πελοπόννησο της ύστερης βυζαντινής περιόδου, και ιδιαίτερα της εποχής των Παλαιο­λόγων, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό ως προς την οργάνωση του χώρου τους, παρά τις ιδι­αίτερες λειτουργίες τους: είναι τειχισμένες. Το τείχος ορίζει και περιορίζει τον αστικό χώρο. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναπτύσσονται δύο σειρές τειχών, η καθεμία από τις οποί­ες διαφοροποιεί το χώρο. Σε ό,τι αφορά δε τη λειτουργία της πόλης, διακρίνουμε τι πόλεις-κάστρα, τι πόλεις-εμπόρια και τις πόλεις με πολλαπλή λειτουργία. Πέρα όμως από αυτά, η υστεροβυζαντινή πόλη, με εξαίρεση ίσως την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη, παρα­μένει ένας πρωταρχικά αγροτικός οικισμός, που συγκεντρώνει μέσα στα τείχη της, με κάπως αλλαγμένες λειτουργίες και αναλογίες, τα ίδια κοινωνικά στρώματα, που απαντούν και εκτός των τειχών. Ακριβώς αυτά τα τείχη, που προστατεύουν το διοικητικό, εκκλησιαστικό και στρατιωτικό κέντρο κάθε περιοχής, συμβολίζουν και την ύπαρξη αστικής ζωής. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι η σημασία που είχε η πόλη για την κεντρική εξουσία, αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι ως διοικητής κάθε πόλης, ως κατεπάνω ή κεφαλή, οριζόταν, κατά τους παλαιολόγειους χρόνους, πρόσωπο της εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα προερχόμενο συνήθως από την τοπική αριστοκρατία.

Ας δούμε λοιπόν ενδεικτικά, ποιες είναι οι αντιπροσωπευτικότερες πόλεις της υστεροβυζαντινής Πελοποννήσου.

Στίς βόρειες υπώρειες του Ταϋγέτου, σε απόσταση 6 χιλιομέτρων βορειοδυτικά της σημε­ρινής Σπάρτης, υψώνεται ο Μυστράς, σε ύψος περίπου 620 μ. Η θέση είναι εξαιρετικά ισχυρή γιατί είναι απροσπέλαστη από τη νότια και νοτιανατολική πλευρά. Την εξέλιξη του σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις του Μοριά ευνόησε και η ίδια η φυσική του διαμόρφωση, που είχε στην κορυφή του ευρύχωρο πλάτωμα για να κτισθεί το κάστρο, στη βορεινή ράχη του άλλο πλάτωμα, όπου κτίσθηκαν τα παλάτια, αφήνοντας και αρκετό χώρο για την πλατεία, το φόρο των Βυζαντινών. Καμία θετική πληροφορία δεν υπάρχει για το Μυστρά, πριν από την ίδρυση του κάστρου, το 1249, με εξαίρεση κάποιες ρωμαϊκές σαρκοφάγους. Το όνομα του προέρχεται πιθανόν από κάποιον ιδιοκτήτη της περιοχής, που ήταν Μυζηθράς κατά το όνομα ή το επάγγελμα. Η ίδρυση του κάστρου του Μυστρά, το 1249, λαμπρόν κάστρον το έποικεν και μέγα δυναμάριν, κατά το Χρονικό του Μορέως, σημειώνει την επιτυχή έκβαση της προσπάθειας των Φράγκων να εδραιώσουν στην Πελοπόννησο την επικυριαρχία που τους είχε επιδικασθεί στα 1204, μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ελάχιστα κατάλοιπα του κάστρου αυτού σώζονται στην κορυφή του λόφου. Από αυτήν την περίοδο σώζονται επίσης και μερικά τμήματα των παλατιών στην πλατεία τη Πάνω Χώρας.

Μετά το 1262, την ελληνική περιοχή του Μοριά κυβερνά βυζαντινός στρατηγός, ο οποίος εδρεύει στο Μυστρά. Οι Έλληνες κάτοικοι της Σπάρτης, που υποφέρουν από τους πολέμους, μετακινούνται σιγά-σιγά στο κάστρο και εκεί συνοικίζεται η χώρα του Μυστρά. Ο Μυστράς σταδιακά διαμορφώνεται από κάστρο σε πόλη. Κτίζεται η Μητρόπολη, ιδρύονται οι εκκλη­σίες των Αγίων Θεοδώρων και της Οδηγήτριας, τα παλάτια μεγαλώνουν, πνευματική ζωή δημιουργείται. Η έδρα της μητρόπολης Λακεδαιμονίας μεταφέρεται στο Μυστρά. Οι στρατη­γοί αντικαθίστανται από το 1308 και μετά από τους διοικητές, που γίνονται πια μόνιμοι. Ο διοικητής Ανδρόνικος Παλαιολόγος Ασάν (1316-1321), βοηθά στην επέκταση της επικράτειας μέχρι την Άκοβα και την Καρύταινα.

Κατά την επόμενη περίοδο, οικοδομούνται μνημεία της αρχιτεκτονικής και εικαστικής αισθητικής του επιπέδου της Περιβλέπτου και τη Παντάνασσας. Ακόμη, πνευματικές μορφές του Μυστρά, όπως του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα και άλλων σημαντικών προσωπικο­τήτων, φωτίζουν τον τελευταίο δραματικό αιώνα της ζωής του Δεσποτάτου. Ο Μυστράς, το κάστρο και η πόλη, είναι δημιούργημα των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής αυτοκρατο­ρίας. Μας παρέχει μια πλήρη εικόνα της βυζαντινής πόλης, έτσι όπως αυτή αναπτύχθηκε μετά τη φραγκική κατάκτηση της Πελοποννήσου.

Η Ανδραβίδα, χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον τον Μορέως, είναι το διοικητικό κέντρο και η πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, που ιδρύθηκε το 1205. Βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα του κάμπου της Γαστούνης-Ανδραβίδας. Από το παλάτι των Φράγκων πριγκίπων, δε σώζεται κανένα ίχνος, ενώ από τη μητροπολιτική εκκλησία των Λατίνων, την Αγία Σοφία, κτίσμα του πρώτου μισού του 13ου αι., σώζονται μόνον η τεράστια αψίδα του ιερού με τα δύο παρεκκλή­σια και τα θεμέλια των τοίχων του ναού. Στο μοναδικό λόφο, που υψώνεται και δεσπόζει στον απέραντο χαμηλό κάμπο της Γαστούνης, κτίστηκε από τον Γοδεφρείδο Β´ Βιλλεαρδουίνο, πάνω στα ερείπια αρχαίας πόλης, το επιβλητικό και καλύτερα σωζόμενο φράγκικο κάστρο στην Πελοπόννησο, το Χλεμούτζι. Αργότερα θα πάρει το όνομα Καστέλ Τορνέζε. Η Κυλλήνη, εξάλλου, το αρχαίο λιμάνι που θα ονομαστεί Γλαρέντζα, γίνεται το επίνειο του Πριγκιπάτου και το κυριότερο εμπορικό λιμάνι με τη Δύση. Σήμερα σώζονται λιγοστά λείψα­να των οχυρών του και του μώλου. Στη Γλαρέντζα, ή κατά άλλους στο Χλεμούτζι, λειτουρ­γούσε και το νομισματοκοπείο, που έκοβε τα γνωστά νομίσματα, τα τορνέζια. Το άλλο λιμάνι της αρχαίας Ηλείας, το λιμάνι της Φειάς, βόρεια του Κατάκωλου, ξαναπαίρνει ζωή. Στα θεμέλια του αρχαίου φρουρίου υψώνεται νέο κάστρο, το Ποντικόκαστρο. Τέλος, στο δρόμο από τα Κρέσταινα προς την Καρύταινα ιδρύεται η φραγκική μονή της Ίσοβας, από τα πιο αξιόλογα κατάλοιπα της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο των μέσων του 13ου αι. Μετά την κατάληψη του κάστρου στο Χλεμούτζι από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο το 1430, τερ­ματίζεται η κατοχή της Ηλείας από τους Φράγκους.

Σε σημαντικά αστικά κέντρα εξελίχθηκαν την περίοδο αυτή η Μεθώνη και η Κορώνη. Οι δύο πόλεις-λιμάνια ονομάστηκαν από τους Βενετούς oculi capitales comunis (δηλ. μάτια της Βενετίας), επειδή τα λιμάνια τους ανήκαν στους σημαντικότερους εμπορικούς σταθμούς στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, συγχρόνως όμως αποτελούσαν στρατιωτικές βάσεις. Κατά τη διάρκεια του 13ου αι. στις δύο πόλεις εκτελέστηκαν οχυρωματικά έργα. Επιδιορθώθηκε και ενισχύθηκε το κάστρο της Κορώνης και χτίστηκε το τείχος της Μεθώνης. Μέσα στο κάστρο της Μεθώνης υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με γοτθι­κά μορφικά χαρακτηριστικά. Έξω από τα τείχη (sita et posita ad splaciam castri Mothoni/prope extra castrum Mothoni) εντοπίζεται η εκκλησία της Santa Maria de Velverde. Σε από­σταση 3 χλμ. από το κάστρο της Μεθώνης, στη θέση Παληομεθώνη, μαρτυρείται ναός γοτθι­κής αρχιτεκτονικής, ίσως του πρώτου μισού του 13ου αι. Το κτίσμα πιθανόν ανήκε στο πανί­σχυρο τότε μοναχικό τάγμα των Κιστερκιανών. Στην Κορώνη αναφέρεται το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Μινοριτών μοναχών και οι εκκλησίες της Santa Marie Maioris, του Αγίου Συμεών, του Αγίου Θεοδώρου, των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού κ.λπ.

640px-São_Bento_e_São_Bernardo_(1542)_-_Diogo_de_Contreiras

Η πόλη της Μονεμβασίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υστεροβυζαντινής πόλης. Ήταν κτισμένη σε δυσπρόσιτο σημείο και αποτελείτο από το κάστρο με την ισχυρή οχύρωση, όπου βρισκόταν το παλάτι του κυβερνήτη και την Κάτω πόλη. Οι κάτοικοι της πολύ γρήγορα στράφηκαν προς τη θάλασσα, όπως ήταν φυσικό και η πόλη εξελίχθηκε σε κύριο διαμετακομιστικό κέντρο τη Πελοποννήσου και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου. Μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους, η Μονεμβασία κατόρθωσε να παραμείνει υπό την κυριαρχία των βυζαντινών ώς το 1248, οπότε παραδόθηκε στον ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, Γουλιέλμο, ο οποίος την οχύρωσε και εγκατέστησε φρουρά. Ίσως, σε αυτά τα πλαίσια θα μπορούσε να γίνει λόγος για ένα ελληνικό κρατίδιο στις παρυφές του ελληνικού κόσμου. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι Παλαιολόγοι παραχώρησαν στην πόλη και τους κατοίκου της πολλά προνόμια. Με έγγραφο του 1248, ο Ανδρόνικος Β´, επικαλούμενος προνόμια που είχαν παραχωρηθεί από τον πατέρα του, αναφέρει ότι οι κάτοικοι θα έχουν ατέλειες και δε θα πληρώνουν φόρους για τη διακίνηση και την πώληση των προϊόντων τους. Τα προνόμια θα ανανεωθούν και αργότερα. Από τα εκκλησιαστικά μνημεία της πόλης ο μεγαλύτερος ναός είναι ο Ελκόμενος Χριστός, ο οποίος έχει κτιστεί επάνω σε παλαιότερη εκκλησία του 13ου αιώνα. Σέ χρυσόβουλλα και νοταριακά έγγραφα επίσης υπάρχουν αναφορές για την ύπαρξη στην περιοχή της Μονεμβασίας της μονής του Ταξιάρχη (1426) και της μονής του Αγίου Γεωργίου (1301).

800px-Serres_IM_Prodromou_Andronicos.jpg

Η θέση της Πάτρας στη βορειδυτική ακτή τη πελοποννησιακής χερσονήσου την καθιστά πόλη σημαντική και κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο. Λόγω της θέσης και της σημασίας του λιμανιού της, η πόλη θα αποτελέσει από το 1205 ώς το 1267 έδρα βαρονίας του Πριγκιπάτου της Αχαΐας με 24 φέουδα. Ο Αλεμάνος, το 1267, θα πουλήσει τη βαρονία των Πατρών στο λατίνο αρχιεπίσκοπο και από την εποχή αυτή η πόλη θα αποτελέσει ένα ανεξάρ­τητο κρατίδιο, προσαρτημένο —από εκκλησιαστική άποψη— στην Αγία Έδρα. Το 1430, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θα καταλάβει την πόλη και το κάστρο και η Πάτρα θα παραμεί­νει υπό τη βυζαντινή κυριαρχία ώς την τουρκική κατάκτηση της, το 1458. Τα ακριβή όρια της πόλης και της περιοχής της κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο δεν είναι δυνατόν να προσ­διορισθούν. Μέσα στο κάστρο που είχε δύο Πύλες, την Εβραϊκή Πύλη ή Ζευγαλατείου και την Πύλη του Αιγιαλού που επικοινωνούσε με τη θάλασσα, αναφέρεται ότι υπήρχε ο ναός των Αγίων Θεοδώρων. Στην πόλη μαρτυρούνται δύο συνοικίες, του Αγίου Νικολάου και τη Αναστάσεως, ενώ και άλλες υποκρύπτονται κάτω από τα ονόματα των εκκλησιών του Αγίου Νικολάου του Βλατερού, της Αγίας Αναστασίας τη Φαρμακολύτριας, της Αγίας Ειρήνης κ.λπ. Το αρχιεπισκοπικό μέγαρο με μεγάλη αίθουσα, που ήταν διακοσμημένη με τοιχογρα­φίες, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, ήταν έξω από το κάστρο. Το 1210, ο λατίνος αρχιεπίσκοπος Άντελμος παραχώρησε το μετόχι της Θεοτόκου του Γηροκομείου, κοντά στην Πάτρα, στο γαλλικό μοναστήρι του Κλυνύ.

Ciriaco_d'Ancona_di_Benozzo_GozzoliΠαρά την πλούσια πληροφόρηση των πηγών για τα μνημεία της υστεροβυζαντινής πόλης, λίγα είναι τα κατάλοιπα, που σώζονται από την εποχή αυτή. Αναφέρουμε τα κατάλοιπα των φραγκικών επεμβάσεων στο κάστρο, προς τη νότια πλευρά του εξωτερικού τείχους και στη νότια και δυτική πλευρά του εσωτερικού περιβόλου, που βοηθούν να αναγνωρίσουμε την οικοδομική δραστηριότητα του πρώτου βαρόνου της πόλης, ο οποίος διεύρυνε την οχύρωση, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν και το ναό των Αγίων Θεοδώρων. Επίσης, σώζονται οι επι­σκευές στο μεσοβυζαντινό ναό της Αγίας Ειρήνης στο Ριγανόκαμπο Πατρών, ενώ βαλανείο αποκαλύφθηκε σε θέση κοντά στο ναό του Αγίου Ανδρέα, όπου ο Κυριακός ο Αγκωνίτης είχε δει τον υπόγειο καμαρωτό διάδρομο το 1436. Στην Πάτρα, πόλη κοσμοπολίτικη, εμπορική και πολυσύχναστη, εκτός από τους Έλληνες ορθόδοξους, ζούσαν καθολικοί Λατίνοι και Γάλλοι, καθώς και αρκετοί Εβραίοι, που διέθεταν σημαντική περιουσία μέσα στην πόλη και στην ευρύτερη περιφέρειά της, ασκώντας ποικίλα επαγγέλματα κ.λπ.

acrokorinth-grv.jpgΚατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας πραγματοποιήθηκε με ταχείς ρυθμούς η ιδιαίτερη ανάπτυξη των λιμανιών και των πόλεων της δυτικής Πελοποννήσου. Συνέπεια αυτής της ανά­πτυξης ήταν η σταδιακή μείωση της σημασία του λιμανιού και της πόλης της Κορίνθου. Στις αρχές του 13ου αι. ήταν σε χρήση το μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα με νοσοκομείο που ήρθε στο φως με τις ανασκαφές των τελευταίων χρόνων και το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρ­κεια των καταλανικών επιδρομών. Την ίδια περίοδο άκμαζε και το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κεντρική αγορά της Κορίνθου. Όμως, μετά την κατάληψη του δου­κάτου των Αθηνών από τους Καταλανούς η περιοχή του Ισθμού, από σημείο επικοινωνίας έγινε σημείο διαχωρισμού. Παρά τα γεγονότα αυτά, σταθερή παρέμεινε η σημασία του ισχυρού φρουρίου της πόλης, του Ακροκορίνθου.Από το δεύτερο μισό του 14ου αι. και μετά, η Κόρινθος ταυτίζεται στις πηγές με τον Ακροκόρινθο, όπου καταφεύγει ο πληθυσμός. Είναι χαρακτηριστι­κό ότι τόσο ο Νικολό ντε Μαρτόνι στα τέλη του 14ου αιώνα, 1024px-Akrokorinth_nordmauernόσο και ο Ιωάννης Ευγενικός, στα μέσα του 15ου αι., δεν αφήνουν καμία αμφιβολία, ότι και γι’ αυτούς και για τους συγχρόνους τους, η πόλη της Κορίνθου είχε πλέον ταυτισθεί με την οχύρωση του Ακροκορίνθου. Φαίνεται ότι οι τουρκικές πειρατικές επιδρομές, που ερήμωσαν την καστελλανία, αποτέλεσαν τον κυριό­τερο λόγο για τη μετακίνηση του πληθυσμού προς το ισχυρό φρούριο.

Κύριο χαρακτηριστικό των πόλεων της υστεροβυζαντινής Πελοποννήσου ήταν οι εμπορικές τους δραστηριότητες. Τα λιμάνια της δυτικής Πελοποννήσου είχαν εμπορικές επαφές με τις ιταλικές πόλεις, κυρίως τη Βενετία, με τα νησιά του Ιονίου και τα λιμάνια των Δαλματι­κών ακτών, όπως η Ραγούζα. Η Πάτρα, η Γλαρέντζα, η Μεθώνη και η Κορώνη ήταν κέντρα εμπορικών συναλλαγών και εξαγωγής πολλών προϊόντων της χερσονήσου: λάδι, σιτηρά, κρασί, λαχανικά, λινάρι, μετάξι, βαμβάκι, μέλι, κερί και αλάτι είναι τα προϊόντα που μαρτυρούνται στι πηγές. Από το λιμάνι της Πάτρας διακινούνταν πολλά προϊόντα προς τη Δύση, όπως το λάδι, το κρασί, οι σταφίδες, το μέλι, το αλάτι και το μετάξι. Η Γλαρέντζα ήταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας του Πριγκιπάτου. Εκεί συγκεντρώνονταν τα προϊόντα της Θήβας, της Κορίνθου και της Πάτρα προκειμένου να διοχετευτούν στη Βενετία, τη Ραγούζα, τη Φλωρεντία, την Απουλία και τη Νεάπολη. Ιδαίτερη θέση στην αγορά της Γλαρέντζας κατείχε το βενετικό εμπόριο. Μάλιστα, το 1340, η Βενετία αγόρασε στην πόλη οικόπεδο για να χτιστεί εκκλησία του Αγίου Μάρκου, ενώ γύρω στα 1350 μαρτυρείται η ύπαρξη βενετού προξένου στη Γλαρέντζα.

Οι βενετοκρατούμενες κτήσεις, Μεθώνη και Κορώνη, είχαν πολιτική σταθερότητα και προσέφεραν περισσότερες ευκαιρίες πλουτισμού. Το θεσμικό πλαίσιο που είχε εξασφαλίσει η Βενετία από τους Φράγκους, καθώς και η συστηματική οργάνωση της διακίνησης των προϊό­ντων, οδήγησαν πολλούς εμπόρους να εγκατασταθούν σ’ αυτές. Βέβαια, αρκετοί πλούσιοι βενετοί έμποροι δεν επισκέφθηκαν ποτέ την Πελοπόννησο και οι εμπορικές τους συναλλαγές διεξάγονταν μέσω πρακτόρων. Υπήρχαν και άλλοι που εγκαταστάθηκαν εκεί καταφέρνοντας σε σύντομο χρονικό διάστημα να πλουτήσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο έμπο­ρος Domenico Trivisan, που εγκαταστάθηκε στην Κορώνη και σε διάστημα είκοσι χρόνων απέκτησε τόσο μεγάλη περιουσία, ώστε το 1329 να κτίσει νοσοκομείο για απόρους στην πόλη. Στην εμπορική δραστηριότητα συμμετείχαν —σε όλη την περίοδο— και οι Έλληνες έμποροι, κάτοικοι των δύο πόλεων. Παρουσία εμπόρων από την Κορώνη μαρτυρείται μέχρι και το λιμάνι της Ραγούζας το 15ο αι. Πολλοί μάλιστα έχοντας αποκτήσει τη βενετική υπηκοότητα, είχαν φορολογικές απαλλαγές και απολάμβαναν εμπορικών προνομίων.

Τα λιμάνια της ανατολικής Πελοποννήσου την περίοδο αυτή δε σημείωσαν ανάλογη ανάπτυξη. Η Κόρινθος, βέβαια, συνέχισε να είναι σημαντικό εμπορικό κέντρο, αλλά έχασε την αίγλη της μέσης βυζαντινής περιόδου. Σε έγγραφα όμως μαρτυρειται και το λιμάνι των Βασιλικών (κοντά στο σημ. Κιάτο), από το οποίο διακινούνταν τα προϊόντα τη κορινθιακής γης. Δυο άλλα λιμάνια των ανατολικών ακτών είχαν αξιόλογη εμπορική δραστηριότητα κυρίως κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, όπως το Ναύπλιο, το οποίο όμως κατά το 15ο αι. υφίστατο συχνά τις επιθέσεις των Τούρκων και η Μονεμβασία, από την οποία υπάρχουν μαρτυρίες για εξαγωγή κρασιού.

Εκτός από τα λιμάνια, διακίνηση πολλών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων διε­ξαγόταν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου κατά τις πολυήμερες εμποροπανηγύρεις που τελούνταν σε αρκετές περιοχές. Οι σπουδαιότερες τη περιόδου σημειώνονται στο Λιβάδι των Βερβένων, στο Νίκλι, στην Ακόνα της Μεσσηνίας, αλλά και στις παραθαλάσσιες πόλεις Γλαρέντζα και Μεθώνη.

Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στα νομίσματα που διακινούνταν στην Πελοπόννησο αυτής της περιόδου. Ευρύτατη διάδοση είχαν τα βενετικά και τα φλωρεντινά νομίσμα­τα. Ο Κάρολος Α´ Ανδεγαυός, για ν’ αντιμετωπίσει τις στρατιωτικές δαπάνες, προχώρησε στην αναδιοργάνωση του νομισματοκοπείου της Γλαρέντζας, που είχε λειτουργήσει κατά το 13ο αι. Η λειτουργία του διακόπηκε οριστικά στα μέσα του 14ου αιώνα.

Χάρη στην προώθηση της ανασκαφικής και της επιφανειακής αρχαιολογικής έρευνας, καθώς και της αντίστοιχης θεωρητικής γνώσης γύρω από τη διαμόρφωση τη υπαίθρου, γίνε­ται ολοένα και περισσότερο εφικτή, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, η σταδιακή ανασύσταση του αγροτικού χώρου της Πελοποννήσου, τόσο κατά την πρωτοβυζαντινή και μεσοβυζαντινή περίοδο, όσο και κατά την υστεροβυζαντινή εποχή. Μέσα στα πλαίσια αυτά ανασκάφησαν μεμονωμένες ή ευρύτερες αγροτικές εγκαταστάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε την εκτεταμένη αγροτική εγκατάσταση στην ηλειακή Πύλο (Αγραπιδοχώρι), όπου βρέθηκαν φραγκικά νομί­σματα, αμφορείς, αγροτική οικία αποτελούμενη από τρία κύρια δωμάτια και πιθανόν ένα τρίτο (κουζίνα), που εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 13ου αι. Επίσης, σε αγροτική εγκατάστα­ση, που επιβιώνει από το 12ο ώς και το 15ο αι., ανήκει η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα (τέλους 10ου-α’ μισού 11ου αι.) στο χωριό Μεταμόρφωση (Σκάρμηγκας) της επαρ­χίας Πυλίας Μεσσηνίας, περιοχής πλούσιας σε φυσικές πηγές. Συνεχής είναι η αγροτική εκμετάλλευση στα Νιχώρια Μεσσηνίας από τη ρωμαϊκή ώς την υστεροβυζαντινή περίοδο, όπως δείχνουν οι ανασκαφικές έρευνες. Εξάλλου, σε αγροτικό πιθανότατα σύνολο ανήκει το νεκροταφείο στη Μέντζαινα Αχαΐας, που λειτούργησε γύρω και μέσα στην ομώνυμη μεσοβυ­ζαντινή βασιλική από τις αρχές του 5ου αι. ώς και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αυτοδύναμη αγροτική ενότητα με συνεχή οικιστική χρήση από τα υστερορωμαϊκά χρόνια ώς την υστεροβυζαντινή περίοδο αποτελούσε η αγρέπαυλη του Αγίου Βασιλείου στη θέση Βαρελά Κορινθίας, ενώ η αγροτική εγκατάσταση της Νεμέας λειτουργεί και κατά τη διάρκεια του 12ου και του 13ου αι., όπως προκύπτει και από τα σιδερένια εργαλεία (τσουγκράνα και δρεπάνι), που βρέθηκαν κατά την ανασκαφή. Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν στην περιοχή της Κορινθίας η καλλιέργεια του αμπελιού. Σε έγγραφο του έτους 1365 μαρτυρούνται οι σχετικές με την αμπελοκαλλιέργεια εργασίες, όπως το τσάπισμα, το πότισμα και το κλάδεμα, ενώ το κρασί φυλασσόταν σε ξύλινα βαρέλια, που κατασκευάζονταν από δόγες και στεφάνια.

Το πνευματικό επίπεδο των κατοίκων της υστεροβυζαντινής Πελοποννήσου ήταν σχετικά χαμηλό. Οι δύσκολες συνθήκες δε δημιουργούσαν προϋποθέσεις εκπαίδευσης και μάθησης για τους πολυάριθμου Πελοποννησίους των κατώτερων τάξεων, πέρα από την ανάγνωση των δημοφιλών αγιολογικών, καθώς και των λειτουργικών κειμένων. Εκτός από το Χρονικόν του Μορέως, και άλλα ομοειδή λαϊκά στιχουργήματα, η εκκλησία αποτελούσε την κατεξοχήν εστία εκπαίδευσης. Στα πλαίσια της λειτουργίας του Δεσποτάτου, δημιουργήθηκε στο Μυστρά έντονη πνευματική κίνηση γύρω από το πρόσωπο του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα, ο οποίος αποκαλείται από ομοϊδεάτες και μη, ως σοφός, διδάσκαλος, διδασκάλων θειότατος και σοφώτατος.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452), ο γνωστός νεοπλατωνιστής φιλόσοφος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στο Μυστρά το 1452. Ο Πλήθων ήλθε στο Μυστρά γύρω στα τέλη του 14ου αι. (1393), όπου αναδείχθηκε σε ανώτερο δικαστή του Δεσποτάτου, χρημάτισε σύμβουλος των δεσποτών, ενώ συνέταξε για λογαριασμό τους υπηρεσιακά Υπομνήματα. Σε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, ο δεσπότης του Μυστρά του παρεχώρησε κτηματικές εκτάσεις στην περιοχή. Το συγγραφικό έργο του Πλήθωνα είναι σημαντικό, μολο­νότι δεν έχει σωθεί ολόκληρο. Θα σταθούμε εδώ μόνο στο τμήμα του έργου του, που αφορά τα πελοποννησιακά πράγματα, τα Υπομνήματα: Περί των εν Πελοποννήσω πραγμάτων και Συμβουλευτικό περί της Πελοποννήσου. Το σημαντικότερο στοιχείο στα πολιτικά κείμενα του Πλήθωνα είναι η ελληνική αυτοσυνειδησία του, με συχνές αναφορές στην ελληνική παρά­δοση, που συνοδεύονται όμως από διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, για τον αναδασμό της γης, για τη διοικητική αναδιοργάνωση τη χώρας, τι κρατικές δαπά­νες, την τροποποίηση του φορολογικού συστήματος, την εθνικοποίηση του στρατού κ.λπ. Οι προτάσεις του, ιδίως οι σχετικέ με τα δημοσιονομικά θέματα τη Πελοποννήσου, σύμφω­να με πολλούς σύγχρονους μελετητές, περιείχαν ρεαλιστικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων. Πέθανε στο Μυστρά, έναν ακριβώς χρόνο πριν από την άλωση τη Κωνσταντι­νούπολης.

Γύρω από τον Πλήθωνα είχε συσπειρωθεί μία ομάδα λαϊκών και εκκλησιαστικών διανοουμένων, μεταξύ των οποίων ο Βησσαρίων, ο Ιωάννης Ευγενικός και ο αδελφός του Μάρκος, μητροπολίτης Εφέσου, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, πιθανόν και ο Γεώργιος Σχολάριος. Η διδασκαλία του Πλήθωνα και η επίδραση, που αυτή άσκησε, σχετίζεται άμεσα με τη συνεχώς αυξανόμενη αντιγραφή στην Πελοπόννησο χειρογράφων κωδίκων, που περιέ­χουν έργα της κλασικής αρχαιότητας.

Πέρα από την πνευματική κίνηση του Μυστρά, στην οποία πολλοί μελετητές της περιόδου αυτής διέκριναν τα σπέρματα μιας Αναγέννησης, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί λόγω της τουρκικής κατάκτησης, σημαντική είναι και η εξέλιξη, που παρατηρείται στον τομέα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και της εκκλησιαστικής ζωγραφικής. Σε ό,τι αφορά την αρχι­τεκτονική των εκκλησιών του Μυστρά, εκφράζει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μανόλης Χατζηδάκης, «ένα συγκεκριμένο καλαισθητικό πνεύμα στο οποίο προσαρμόσθηκαν όσα ξενό­φερτα στοιχεία παρουσιάσθηκαν, είτε από την Κωνσταντινούπολη, είτε από τους γειτονικούς Φράγκους. Το πνεύμα αυτό…. ανταποκρίνεται σε κλασική μορφολογική έκφραση, με το γεω­μετρικό πνεύμα που κυριαρχεί στη λιτή τοιχοδομία των γυμνών επιφανειών, στη στερεομετρική δομή των όγκων, όλα αρμονισμένα με κάποια χάρη και ευγένεια, που δεν την βρίσκει κανείς εύκολα στις πλουσιότερες κατασκευές στις βορειότερες περιοχές, ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη». Τα σπουδαιότερα μνημεία στην πόλη του Μυστρά είναι οι εκκλησίες του, όπως η Μητρόπολη, αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο, οι Άγιοι Θεόδωροι και η Παναγία η Οδηγήτρια, γνωστή και ως Αφεντικό. Επίσης, ο ναός της Αγίας Σοφίας και ο ναός τη Περιβλέπτου, με τις περίφημες τοιχογραφίες, αντιπροσωπευτικές της καλύτερης παράδοσης της Πρωτεύουσας. Τέλος, ο μικρός ναός της Ευαγγελίστριας, με λιγοστά κατάλοιπα τοιχο­γραφιών, καθώς και ο ναός της Παντάνασσας. Από αρχιτεκτονική άποψη, στους ναούς του Μυστρά εισάγονται αρχιτεκτονικοί τρόποι και συνήθειες της Κωνσταντινούπολης.

Σε ό,τι αφορά τη ζωγραφική, μπορεί κανεί να διακρίνει την τέχνη, που χαρακτηρίζει, αφενός μεν τα μνημεία του Μυστρά, άμεσα σχετιζόμενα με την τέχνη των μνημείων της Κωνσταντινούπολης, αφετέρου δε τα μνημεία των άλλων περιοχών του πελοποννησιακού χώρου, που έχουν χαλαρότερη σχέση με την τέχνη της Πρωτεύουσας, διακρίνονται για τη συντηρητικότητά τους και καλλιεργούν την Υστεροκομνήνεια Κοινή, που δεν έπαυσε μέχρι το τέλος του 13ου αιώνα να καλλιεργείται στις αποκομμένες από τα μεγάλα κέντρα επαρχίες. Έντονες επιδράσεις από την Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζουν οι σύγχρονες σχεδόν τοιχο­γραφίες του ναού των Αγίων Θεοδώρων στην Καφιόνα της Μέσα Μάνης, καθώς και ο εικο­νογραφικός διάκοσμος του ναού της Επισκοπή στην Κίττα, που εκτελέστηκε και αυτός πιθανότατα από κωνσταντινοπολίτη καλλιτέχνη.

Περισσότερες τεχνοτροπικές συγγένειες με άλλα μνημεία του ελληνικού χώρου, που δεν έχουν παρά χαλαρή σχέση με την Πρωτεύουσα, παρουσιάζουν πολλοί ναοί της Μέσα Μάνης, της Χρύσαφας, του Γερακίου, των οποίων η χρονολόγηση ποικίλλει από το 1200 ώς και τον 15ο αι. Η μεγάλη αύξηση των τοιχογραφημένων μνημείων στη Μάνη κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. αποτελεί ένδειξη για μια αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού της περιοχής κατά την περίοδο αυτή, λόγω της μετακίνησης των κατοίκων από τις φραγκοκρατούμενες περιοχές προς τα δύσβατα αυτά μέρη τη λακωνικής γης. Ο αριθμός των τοιχογραφιών ελαττώνεται κατά τους 14ο και 15ο αιώνες. Στο γειτονικό νησί των Κυθήρων το δεύτερο στρώμα των τοι­χογραφιών του Αγίου Ανδρέα στο Λιβάδι χρονολογούνται το 13ο αι. Στα τέλη του ίδιου αιώνα τοποθετούνται και οι τοιχογραφίες του Αγίου Δημητρίου στο Πούρκο. Την περίοδο αυτή άλλωστε χρονολογούνται οι περισσότερες τοιχογραφίες των εκκλησιών του νησιού: του Αγίου Πέτρου στους Αραιούς, της Αγίας Σοφίας στο Σπήλαιο Μυλοποτάμου, του Αγίου Νίκωνα στα Ζαγλιάνικα-Ποταμός κ.ά.

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο και μέχρι τα μέσα περίπου του 15ου αι. αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η μοναστική και ασκητική ζωή στην Πελοπόννησο, τόσο κατά μήκος του βόρειου και ανατολικού άξονα, όσο και κατά μήκος του δυτικού. Ιδιαίτερα πυκνή εμφανίζεται η παρουσία μονών, ναών και ασκητηρίων στην περιοχή της Λακωνικής. Εκτός από τα μονα­στήρια του Μυστρά (Μονή του Βροντοχίου, μονή του Ζωοδότου, μονή της Παντάνασσας) και της Μονεμβασίας, μία σειρά καθολικών μονών, μεμονωμένων ναών και ασκητηρίων οικοδομούνται σε ολόκληρο τον πελοποννησιακό χώρο, είτε αυτά βρίσκονται στι παρυφές των πόλεων και μέσα στα κάστρα, είτε σε πιο απομακρυσμένα σημεία. Ενδεικτικά αναφέρου­με τα πιο σημαντικά από αυτά. Στις αρχές του 14ου αι., γύρω στα 1304-1305, όπως προκύ­πτει από την κτητορική επιγραφή, κτίσθηκε το Παλιομονάστηρο Λακωνίας, σε μικρή σχετικά απόσταση από τη μεταγενέστερη μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Καθολικό μονής αποτελούσε πιθανότατα ο κατάγραφος ναός της Παναγίας στα Χρύσαφα Λακωνίας, που χρονολογείται στα 1290.

panagia_vlaxerna_02

Στη δυτική Πελοπόννησο και πολύ κοντά στη Γλαρέντζα Ηλείας, ιδρύεται στις αρχές του 13ου αι. η μονή Βλαχερνών, που αποτελεί από αρχιτεκτονική άποψη μαζί με το ναό της Παναγίας στο γειτονικό Ανήλιο, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του απο­καλούμενου φραγκοβυζαντινού αρχιτεκτονικού ιδιώματος. Στα τέλη του 13ου αι. λειτουρ­γούσε ήδη η μονή των Στροφάδων στο ομώνυμο νησί στα ανοικτά της Κυπαρισσίας, η ίδρυση της οποίας τοποθετείται γύρω στις αρχές του 13ου αι., στην περίοδο της βασιλείας του Θεόδωρου Λάσκαρη (1206-1222). Το σημερινό οχυρωματικού χαρακτήρα μοναστηριακό κτί­σμα της Παναγίας Παντοχαράς χρονολογείται στην περίοδο της Βενετοκρατίας.

1024px-Kloster_auf_d_Strophaden_-_Griechenland-_Die_Ionischen_Inseln_Nach_Den_Neuesten_Und_Beste_Quellen_Bearbeitet_Schweidnitz_Świdnica_Ca_-_1825
Το μοναστήρι του Σωτήρος στις Στροφάδες, χαλκογραφία του Andre Grasset Saint-Sauver από το βιβλίο «Voyage historique…», Παρίσι 18ος αι. _wikiwand

Στη βόρεια Πελοπόννησο εντοπίζονται αρκετά μοναστήρια, των οποίων οι πρώτοι πυρήνες είχαν ανιχνευθεί ή εντοπισθεί κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Περί τα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αί. χρονολογούνται τα παλαιότερα γνωστά αρχαιολογικά τεκμήρια, που συνδέονται με τη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Αχαΐα, ενώ κατά την ίδια ακριβώς περίοδο παραχωρούνται κτηματικές εκτάσεις στη μονή, όπως προκύπτει από έγγραφα. Στο κοντινό Αίγιο, και παρά τη μονή Ταξιαρχών, εκεί όπου εντοπίσθηκε το καθολικό του μεσοβυζαντινού μοναστηριού, καθώς και εκτεταμένος ασκητικός πυρήνας, ιδρύεται η μεταγενέστερη ομώνυμη μονή από τον όσιο Λεόντιο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 15ου αι. Στη μονή παρα­χωρήθηκαν πολλά κτήματα και δωρεές από τους δεσπότες της Πελοποννήσου Θωμά και Δημήτριο Παλαιολόγο μεταξύ των ετών 1448-1460. Σε μικρή απόσταση εντοπίστηκε το κατάγραφο ασκητήριο του οσίου Λεοντίου με πολύ καλές τοιχογραφίες πιθανόν των ύστατων παλαιολόγειων χρόνων. Η μονή Πεπελενίτζας κοντά στο Αίγιο αναφέρεται σε αργυρόβουλλο του Θωμά Παλαιολόγου του 15ου αι. Επίσης, στην Πάτρα και στην περιοχή της κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους ακμάζει η μονή Γηροκομείου και η μονή τού Ομπλού.

Συνοψίζοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε τα στοιχεία εκείνα της υστεροβυζαντινής Πελοποννήσου, που οριοθετούν και προσδιορίζουν το βάθος και την έκταση των μεταμορφώ­σεων, οι οποίες συντελούνται στην περιοχή, σε σχέση με την προηγούμενη μεσοβυζαντινή περίοδο.

Η άφιξη και η εγκατάσταση των Φράγκων στην πελοποννησιακή χερσόνησο συνέβαλε —τουλάχιστον σε πρώτη φάση— στη δημιουργία νέων ισχυρών οικιστικών εγκαταστάσεων, η πολιτική και οικονομική σημασία των οποίων είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση του κέντρου βάρους από την ανατολική στη δυτική πελοποννησιακή ακτή. Έτσι, αναδεικνύονται σε ισχυρά κέντρα η πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, Ανδραβίδα, με το λιμάνι της τη Γλαρέντζα, και το κάστρο της το Χλεμούτζι, η Πάτρα, με το λιμάνι και το κάστρο της, η Μεθώνη καί η Κορώνη, ισχυρά εμπορικά κέντρα στη νοτιοδυτική ακτή. Με την ίδρυση του Δεσποτάτου, ο Μυστράς καί η Μονεμβασία αναδεικνύονται, επίσης, σε ισχυρά εμπορικά κέντρα της ανατολικής Πελοποννήσου.

Το κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο των πόλεων, ως προς την οργάνωση του χώρου, παρά τις ιδιαίτερες λειτουργίες τους, αποτελεί πλέον το κάστρο. Τυπικό παράδειγμα πόλης-κάστρου της υστεροβυζαντινής Πελοποννήσου, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση είναι ο Μυστράς. Ο Μυστράς χτισμένο σε λόφο, όπως αναφέρθηκε ήταν χωρισμένος σε τμήματα. Η χωροταξική διάρθρωση του είναι τέτοια, ώστε να εξασφαλίζεται μέσα στα όρια του η ζωή, η δραστηριότητα και η επικοινωνία των δεσποτών, των αρχόντων και του λαού. Έτσι, στον οχυρωμένο χώρο βρίσκεται η ακρόπολη, τα παλάτια, οι ναοί, τα μοναστήρια, τα σπίτια και τα αρχοντικά. Πιθανόν οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με την αγορά και το εμπόριο πραγματοποιούνται έξω από το τειχισμένο τμήμα.

Η παρουσία των Λατίνων στην περιοχή, η συρροή ξένων πριγκίπων, εμπόρων ή περιηγητών, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας ορισμένων ιδιαίτερα πόλεων, όπως η Πάτρα, καθώς και η παρουσία μειονοτήτων τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο, όπως Εβραίων, Αλβανών, Τσιγγάνων, μολονότι διαφοροποιούν την εικόνα της σε σχέση με το παρελθόν, δεν αλλοιώ­νουν τον προέχοντα ελληνικό χαρακτήρα της. Αυτό προκύπτει από όλα τα διαθέσιμα στοι­χεία, που μαρτυρούνται από τις πηγές και προκύπτουν από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Παράλληλα, συντελείται στην Πελοπόννησο, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό, την εξάρτη­ση από το δυτικό κόσμο και τη θρησκευτική αντίθεση, μία βαθμιαία απομάκρυνση από τα ιδε­ώδη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, που βλέπουμε να ενσαρκώνεται στις επαγγελίες του Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνα, το όραμα και οι ιδέες του οποίου αποτελούν το προανάκρου­σμα ενός εθνικού κράτους δικαίου.

1024px-ShepherdByzempire1265

Χρονολόγιο

1205: Οι Φράγκοι καταλαμβάνουν τις πόλεις της δυτικής Πελοποννήσου. / Οι Έλληνες της Αργολίδας, της Αρκαδίας και της Λακεδαιμονίας μαζί με τους Μηλιγγούς του Ταϋγέτου ηττώνται στον ελαιώνα Κούντουρα.

1207: Οι Βενετοί αποσπούν τη Μεθώνη και την Κορώνη από τους Φράγκους.

1208: Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος είναι μόνος κύριος της Πελοποννήσου.

1209: Συνθήκη Σαπιέντσας (Σφακτηρία). Ρυθμίζονται οι σχέσεις των Φράγκων με τη Βενετία. Στους Βενετούς παραμένουν η Μεθώνη και η Κορώνη, οι οποίοι απο­κτούν το δικαίωμα της ελεύθερης εμπορίας στις φραγκοκρατούμενες περιοχές.

1246: Ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος διαδέχεται το Γοδεφρείδο.

1248: Μετά τριετή πολιορκία οι Φράγκοι καταλαμβάνουν τη Μονεμβασία.

1259: Μάχη τη Πελαγονίας, ήττα του φραγκικού στρατού από τους βυζαντινούς και αιχμαλωσία του Γουλιέλμου.

1261/1262: Ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ο Γουλιέλμος Β´ Βιλλεαρδουίνος παραδίδει στους Βυζαντινούς τη Μονεμβασία, τη Μάνη, το Γεράκι και το Μυστρά.

1263: Ο βυζαντινός στόλος με αρχηγό τον πρωτοστάτορα Φιλανθρωπηνό καταλαμβά­νει τα νότια παράλια της Λακωνίας.

1263/1264: Νίκη των Φράγκων στην κλεισούρα Αγρίδι Κουνουπίτσας και στο Μακρυπλάγι.

1267: Συνθήκη του Βιτέρμπο: Ο Γουλιέλμος παραχωρεί στον Κάρολο Α´ Ανδεγαυό τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με τους παρακάτω όρους: α) κρατά ισόβια την επικαρπία β) παντρεύει την κόρη του Ισαβέλα με το Φίπιππο, γιο του Καρόλου και γ) η ηγεμονία μετά το θάνατο του θα περιέλθει στο Φίλιππο ή στα παιδιά του.

1278: Τέλος της κυριαρχίας των Βιλλεαρδουίνων στην Πελοπόννησο (1209-1278) και αρχή της Ανδεγαυικής κυριαρχίας (1278-1383).

1318-1319: Επιδρομές της Καταλανικής Εταιρείας στην Αργολίδα.

1318-1320: Οι Έλληνες του Μυστρά καταλαμβάνουν σημαντικά φραγκικά κάστρα: Καρύταινας, Άκοβας. Οι δώδεκα βαρονίες μειώνονται σε τρεις.

1325: Παραχωρούνται εδάφη της Ηλείας στη φλωρεντινή οικογένεια των Acciaiuoli.

1348-1380: Δεσπότης της Πελοποννήσου ο Μανουήλ Καντακουζηνός. Περίοδος ακμής για το Δεσποτάτο.

1358: Η καστελλανία της Κορίνθου προσφέρεται στο Νικόλαο Acciaiuoli.

1376: Η Ιωάννα Α´, βασίλισσα τη Νεαπόλεως παραχωρεί για πέντε χρόνια τις φρα­γκικέ κτήσεις της Πελοποννήσου στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου.

1381: Οι Ιωαννίτες Ιππότες παραδίδουν τη διοίκηση της ηγεμονίας στην Ιωάννα. Εμφανίζονται ως κυριαρχούσα δύναμη οι Ναβαρραίοι, οι οποίοι είχαν προσλη­φθεί στην υπηρεσία των Ιωαννιτών.

1382: Δεσπότης του Μορέως αναλαμβάνει ο Θεόδωρος Α ‘ Παλαιολόγος.

1388: Η Μαρία d’Enghien, διάδοχος του δούκα των Αθηνών Guy de la Roche, πουλά το Άργος και το Ναύπλιο στου Βενετούς.

1389, 1394: Κατάληψη του Ναυπλίου και του Άργους αντίστοιχα από τους Βενετούς.

1395-1396: Η Κόρινθος περιέρχεται στο Θεόδωρο Α´ Παλαιολόγο, ο οποίος όμως την εκχωρεί στους Ιωαννίτες Ιππότες.

1400: Ολόκληρο το δεσποτάτο παραχωρείται στους Ιωαννίτες Ιππότες, που ήδη έχουν κυριεύσει τα Καλάβρυτα και το Μυστρά.

1404: Συνθήκη του Βασιλοποτάμου μεταξύ του βυζαντινού αυτοκράτορα και των Ιωαννιτών, με την οποία οι βυζαντινές πόλεις επιστρέφονται στο Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο.

1408: Ο αρχιεπίσκοπος Πατρών Στέφανος Zaccaria παραδίδει την Πάτρα για πέντε χρόνια στους Βενετούς.

1415: Κτίζεται το τείχος του Εξαμιλίου από του Βυζαντινούς.

1423: Η Βενετία αγοράζει το Ναβαρίνο.

1427: Ο Ιωάννης Η´ Παλαιολόγος νικά τον Κάρολο Τόκκο, που είχε κυριεύσει τη Γλαρέντζα και τον αναγκάζει να παραχωρήσει την πόλη στο δεσπότη Κωνστα­ντίνο Παλαιολόγο, ως προίκα της ανηψιάς του.

1429-1430: Η ηγεμονία της Αχαΐας δίνεται ως προίκα στο Θωμά Παλαιολόγο από τον τελευταίο ηγεμόνα Centurione Zaccaria (1404-1430). Η Πάτρα περιέρχεται στους Βυζαντινούς.

1432: Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρίσκεται στα χέρια των Βυζαντινών, εκτός από τις βενετικές κτήσεις. Τη διοίκηση του δεσποτάτου μοιράζονται οι τρεις αδελφοί Παλαιολόγοι: Ο Θεόδωρος το Μυστρά, ο Κωνσταντίνος τα Καλάβρυτα και ο Θωμάς τη Γλαρέντζα.

1460: Κατάληψη της Μονεμβασίας από τους Βενετούς.

1461: Η Πελοπόννησος, εκτός από τις βενετικές κτήσεις περιέρχεται στα χέρια των Τούρκων.

1463: Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Άργος.

1500: Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τα Μοθοκόρωνα.

1532-1534: Επιχειρήσεις του Ισπανού Ανδρέα Doria στην Πελοπόννησο.

1540: Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τις τελευταίες βενετικές κτήσεις, το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία και ολόκληρη πλέον η Πελοπόννησος περιέρχεται στα χέρια τους.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορά

Screen Shot 2018-05-25 at 21.56.36

‹αρχείο Οι μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου

Advertisements