Η Φυλλάδα του Γαδάρου

στις

Γαδάρου, Λύκου και Αλεπούς διήγησις ωραία

Λευτέρης Αλεξίου
Κρητικά Χρονικά Θ´ (1955), σ. 81-118

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Ο εικοστός αιώνας είχε προχωρήσει στη δεύτερη δεκαετία του κι οι βιβλιοπώλες της Κρήτης, (ο πατέρας μου ήταν βιβλιοπώλης στο Ηράκλειο από το 1879), πλάι στα βιβλία που έφερναν από την Αθήνα, ξακολουθούσαν να προμηθεύονται τέτοια κι από τη Βενετιά. Ήταν μια παλιά κι αξιομνημόνευτη επιβίωση.

Το ελληνικό τυπογραφείο ο «Φοῖνιξ», μ᾽ έμβλημά του το μαγικό πουλί, που πετάει φεύγοντας ακέριο μεσ’ τις φλόγες, ήταν ακόμη στη ζωή και ξακολουθούσε να τυπώνει εκκλησιαστικά και λαϊκής χρήσης βιβλία, που ξοδεύονταν στις πολλές τότε τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές και στα νησιά, την Κρήτη, την Κύπρο, τα Δωδεκάνησα, Σάμο, Χιό, Μυτιλήνη κ.λ.

Τα εκκλησιαστικά βιβλία της Βενετιάς ήταν καλύτερα από της Αθήνας, με καθαρότερα στοιχεία και προσεχτικότερο τύπωμα, με κόκκινα τα κεφαλαία της αρχής των παραγράφων, με στερεότερα δεσίματα και με το λαμπρό χαρτί τους.

Πότε έκλεισε το τυπογραφείο ο «Φοῖνιξ» δεν ξέρω. Πάντα-πάντα ήταν το τελευταίο από μιά σειρά τέτοιων ελληνικών εργαστηρίων, που από πεντακόσια χρόνια δούλευαν όμορφα και φώτιζαν το γένος από την καρδιά της Αδριατικής.

Οι αφορμές που προκάλεσαν το κλείσιμό του —φανερές. Ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους και το συμμάζωμα του Έθνους γύρω από το λεύτερο Κράτος, όλοι κόβαν τις εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό. Οι συγκοινωνίες ήταν ευκολότερες και φθηνότερες μέσα στο Κράτος κι οι δασμοί μικρότεροι. Η αγορά κλείστηκε για κάθε προμήθεια που γινότανε πριν απ᾽ έξω κι ο δούλος Ελληνισμός δεν αρκούσε πια για να συντηρεί τυπογραφεία στη Βενετιά.

Πλάι στα ωραία εκκλησιαστικά βιβλία, που μας προμήθευε η Βενετιά, παίρναμε από κει και μια σειρά κοσμικά βιβλία, πάλι σύμφωνα με παλιά κι αδιάκοπη προτουρκική παράδοση. Στα βιβλία τούτα μέσα ήταν ο Ρωτόκριτος του Κορνάρου, που δεν έπαψε από τις πρώτες του κείνες έκδοσες να τυπώνεται στη Βενετιά και να πουλιέται παντού. Έπειτα τα τρία ανώνυμα στιχουργήματα: η «Εὒμορφη Βοσκοπούλα», η «Θυσία τοῦ Ἀβραὰμ» και η «Γαδάρου, Λύκου καὶ Ἀλεποῦς διήγησις χαρίεις», που ο λαός την έλεγε «Φυλλάδα τοῦ Γαϊδάρου», και πλήθος άλλα.

Πρωτογνώρισα τη «Φυλλάδα» (ἐτσι θα τη γράφω για το συντομότερο) απ᾽ αυτές τις βενετσιάνικες έκδοσες, όταν ήμουν ακόμα παιδί, όπως και τ᾽ άλλα παρόμοια βιβλία. Τη «Βοσκοπούλα», τη «Θυσία» και τη «Φυλλάδα» τις ήξερα απ᾽ έξω.

imageΗ φιλολογία με τα ζώα σαν πρωταγωνιστές είναι πολύ παλιά. Οι παλιοί Έλληνες κι οι Ρωμαίοι έδιναν μεγάλη σημασία στους μύθους τους λεγόμενους του Αισώπου και τους λογάριαζαν άριστο ηθοπλαστικό μέσο. Τα ζώα στους μύθους παίζουν το ρόλο των ανθρώπων κάθε λογής. Μιλούν, χωρατεύουν, ξεγελούν ένα τ᾽ άλλο κι η Αλεπού κρατεί πάντα τον κύριο ρόλο. Στο Μεσαίωνα, από επιβίωσες των αρχαίων χρόνων, δημιουργέται στη Δύση ολάκερη φιλολογία γύρω στην Αλεπού. Στη Γαλλία πρωτοαναφέρεται το «Μυθιστόρημα τῆς Ἀλεποῦς» (Le Roman du Renard) στις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα. Το 1250 μεταφράζεται σε μιά διάλεχτο των Κάτω-Χωρών. Πριν από το 1350 κάποιος ανώνυμος το ξαναδουλεύει και το μεγαλώνει, φέρνοντάς το στη δυτική Φλάντρα. Το κείμενο, με σχόλια και λοιπά, γραμμένα από τον Hendrik van Alkmaar, τυπώθηκε το 1487 και πάνω σ᾽ αυτό πλάστηκε η πρώτη σε γερμανική διάλεχτο διασκευή, που με τον τίτλο «Reynke de Vos» είδε το φως στο Lübeck το 1498. Η ανατύπωσή του, που έκαμε ο Hackmann στα 1711, χρησίμεψε στον Goethe για την έμμετρη σε δαχτυλικούς εξάμετρους διασκευή του, που τυπώθηκε το 1794 με τον τίτλο «Reineke Fuchs».

Mathurin_Reignier_2.jpgΟ Γάλλος σατυρογράφος Mathurin Régnier, που έζησε κάμποσο στη Ρώμη και πολλές από τις σάτυρές του τις έγραψε κάτω από ιταλικές επίδρασες, στην τρίτη σάτυρά του, από το στίχο 216 και κάτω, δίνει περίπου το μύθο της «Φυλλάδας», με πρόσωπα το Λύκο, τη Λιόντισσα και τη Μούλα. Θα σημειώσω πως και μιά πρόχειρη σύγκριση της σάτυρας του Régnier με την πολύ παλαιότερη «Φυλλάδα» δείχνει την ανώτερη ποιότητα του δεύτερου σ᾽ εκφραστική ακρίβεια, σ᾽ εξυπνάδα και χιούμορ, σε ψυχολογική κατατόπιση και σ᾽αίστηση της πραγματικότητας. Έχομε και στη «Φυλλάδα» τα ίδια γνωρίσματα, που βρίσκομε και στα μεταγενέστερα προϊόντα της κρητικής μούσας.

Ο Régnier πιστεύει, πως οι Ιταλοί που του προμήθεψαν το μύθο, τον είχαν από τους Έλληνες, όπως τόσους άλλους, και ξεκινά μ᾽ ένα σφάλμα: Or entends à ce point ce qu’ un Grec en écrit. Ο μύθος όμως της «Φυλλάδας» δεν είναι, άμεσα τουλάχιστον, ελληνικός. Βρίσκεται κι αυτός μέσα στον κύκλο των δυτικοευρωπαϊκών παραμυθιών, που᾽ χουν πρωταγωνίστρια την τυπικά πονηρή, υποκρίτρια, ψευτοθρησκευόμενη και χωρίς ηθικό χαλινό Αλεπού και που πλάστηκαν, για να σατυριστούν τύποι ανθρώπινοι κάθε καιρού και τόπου. Οι μύθοι αυτοί κυκλοφορούσαν από πολύ παλιά και στην Ιταλία.

Τρείς το λιγότερο Ιταλοί, πριν από τον Mathurin Régnier, μας διηγένται το μύθο της «Φυλλάδας»: Ένας ανώνυμος στο «Novelliere Antico» (μύθος 91), ο Στέφανος Guazzo στους «Διαλόγους» του κι ο Σκιπίωνας Ammirato στις «Παροιμίες». Αξίζει να προσέξουμε, πως και στις τρείς ιταλικές παραλλαγές παίρνουν μέρος τρία ζώα, δηλ. Η Αλεπού, ο Λύκος κι η Μούλα, το θύμα των δύο θηρίων, που τελικά νικά και θριαμβεύει. Έτσι και στη «Φυλλάδα» παίζουν τρία ζώα. Μόνο που της Μούλας τη θέση την παίρνει ο Γάϊδαρος, γιατί, καθώς φαίνεται, από κείνα τα χρόνια ήταν πιο συνηθισμένος στην Κρήτη από τ᾽ άλλα ζωντανά του είδους του, και σαν τέτοιος πιο κατάλληλος για τη σάτυρα.

Όπως ο Mathurin Régnier, πολύ μεταγενέστερος από τον ποιητή της «Φυλλάδας», κινήθηκε να γράψει σάτυρα μ᾽ αυτό το θέμα, έτσι κι ο Lafontaine μεταγενέστερος από τον Régnier, συνθέτει δύο σχετικούς μύθους: Τον όγδοο του πέμπτου βιβλίου και τον δέκατο-έβδομο του δωδέJean_de_La_Fontaine.pngκατου βιβλίου των μύθων του. Ο πρώτος έχει τριανταέξι στίχους και δύο μόνο πρόσωπα-ζώα, τον Λύκο και τ᾽ Άλογο. Είναι ένα σκίτσο χωρίς δράση, απ᾽όπου λείπουν όλες οι χάρες της «Φυλλάδας». Ο δεύτερος έχει τριαντατρείς στίχους και πρόσωπα την Αλεπού, τον Λύκο και τ᾽ Άλογο. Τούτος είναι πιό κοντά στη «Φυλλάδα». Είναι κι αυτός μια μονοκοντυλιά· μα τα κύρια γνωρίσματα βρίσκονται χωρίς κόπο. Ο Λύκος πληρώνει και δω τα σπασμένα, όταν σκύβει να διαβάσει τ᾽ όνομα του Άλόγου, που είναι τάχα γραμμένο γύρω-γύρω στο πέταλό του. Βιάζεται χωρίς δισταγμό να το κάμει, για να ρεκλαμάρει τις γνώσες του στην ανάγνωση, την ώρα που η Αλεπού, που κατάλαβε πως κάτι τους μαγείρευε τ᾽ Άλογο, s’ excusa sur son peu de savoir! (δικαιολογούσε τη φτωχή της γνώση). Πηγές του Lafontaine —οι ιταλικές του Mathurin Régnier. Αυτές που είχε μπροστά του κι ο Ανώνυμος, που στιχούργησε το «Συναξάριον του τιμημένου Γαδάρου». Σημειώνω πως σε μιά παράγραφο του «Ασκημόπαπου» του Andersen, το διωγμένο από παντού πουλί, μπαίνει και στο χαμόσπιτο μιας χήρας, που ζεί μ᾽ ένα γάτο και μιά κότα. Τ᾽ αγαπάει σα παιδιά της κ.λ. Τα χνάρια του μύθου της «Φυλλάδας» είναι και δω χεροπιαστά.

image

Σίγουρα θα υπάρξουν και σε πολλά άλλα λογοτεχνήματα επίδρασες από το μύθο μας. Και τα λίγα όμως τούτα δείχνουν αρκετά τη διάδοση του μύθου, άρα και το σατυρικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει. Κάτω από τα τρία πρόσωπα-ζώα αναγνωρίζονται εύκολα οι τρείς μεγάλες μεσαιωνικές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνικές τάξεις, των ευγενών, του κλήρου και της τρίτης τάξης, και καυτηριάζεται, σκεπασμένα κι ανώδυνα, η αυθαιρεσία που χαρακτήριζε τη συμπεριφορά των δύο πρώτων αντίκρυ στην τρίτη.

Karl_Krumbacher_-_Imagines_philologorum.jpgΌπως μας λέει ο Κάρολος Krumbacher στην Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (Munchen 1897, C.H. Beck’sche Verlagsbuchhandlung, σ.880 και κάτω), ο μύθος είναι δυτικοευρωπαϊκός κι ανήκει στον κύκλο των παραμυθιών της Αλεπούς. Το ίδιο υποστηρίζει στα Προλεγόμενα της έκδοσής του κι ο Ιάκωβος Grimm.

Όμως η «Φυλλάδα» δεν έχει άμεση πηγή δυτικοερωπαϊκά και ιταλικά πρότυπα. Άλλος πιο παλιός στιχουργός, ανώνυμος κι αυτός και Κρητικός, είχε γράψει πάνω στον ίδιο μύθο εν᾽ άλλο σατυρικό στιχούργημα, που απ᾽ αυτό και μόνο κατάγεται η «Φυλλάδα».

Ο Γουλιέλμος Wagner (1843-1880) στα Carmina Graeca Medii Aevi (Lipsiae in Aedibus B.G. Teuner, 1874) στις σελίδες 112 ίσαμε 123, δημοσιεύει για πρώτη φορά από τον περίφημο Βιενέζικο Κώδικα (Codex Vindobonensis Thelogicus 244) το από 393 ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους πολιτικούς στίχους «Συναξάριον τοῦ Τιμημένου Γαδάρου» και σε συνέχεια, στις σελίδες 124 ίσαμε 140, τη «Φυλλάδα» με τον τίτλο «Γαδάρου, Λύκου και Ἀλουποῦς Διήγησις Ὡραία» (όχι «Χαρίεις»).

Konstantinos_Sathas.JPGΤην έκδοση της «Φυλλάδας» ο Wagner την έκαμε με πολλή ευσυνειδησία σύμφωνα α) με την εκδοση του Ιάκωβου Grimm του 1832 που είχε γίνει απάνω σε συγκαιρινή λαϊκή βενετσιάνικη έκδοση, και β) μιά πάλι βενετσιάνικη λαϊκή έκδοση του 1871, που του προμήθεψε ο Σάθας.

Ούτε ο Grimm ούτε ο Wagner δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη του αντιτύπου της πρώτης έκδοσης της Βενετίας του 1539, που αναφέρει ο Krumbacher. Ίσως επειδή, κι αν βρισκόταν βρισκόταν από τότε στη βιβλιοθήκη του Μονάχου, δεν είχε γίνει γνωστή η εκεί παρουσία του.

Δεν είχα για τη δουλειά μου παρά μόνο τον τόμο του Wagner. Αλλά το αντίτυπο που χρησιμοποίησα έχει ιδιαίτερη στο προκείμενο αξία: Προέρχεται από το τμήμα της βιβλιοθήκης του Στεφάνου Ξανθουδίδη, που με τη διαθήκη του, δωρήθηκε στο Μουσείο Ηρακλείου. Στα περιθώρια των σελίδων της «Φυλλάδας» υπάρχουν κάμποσες ιδιόχειρες σημείωσες και διόρθωσες του πατέρα της κρητολογίας, που χρησιμοποιώ στην έκδοσή μου, μνημονεύοντας προσεχτικά την πηγή τους. Στις περισσότερες απ᾽ αυτές ο Ξανθουδίδης, πλάϊ στο αρχικό του επιθέτου του Ξ., ή και χωρίς αυτό, βάζει ένα Μ. ή (Μ.) που δεν είχα κατορθώσει να εξακριβώσω τι σημαίνει, μ᾽ όλο που είχα για καιρό προσπαθήσει κι ερευνήσει. Φαινόταν όμως ότι πρόκειται για γραφές προερχόμενες από άγνωστη σε μένα έκδοση της «Φυλλάδας».

Ο διαλεχτός μεσαιωνοδίφης φίλος κ. Μανούσος Μανούσακας, περαστικός από το Ηράκλειο, είχε την καλοσύνη, κατά παράκλησή μου, να κοιτάξει τον τόμο. Ύστερα από προσεχτική εξέταση, μου είπε, πως είναι πολύ πιθανό το Μ. (Μ.) που σημειώνει ο Ξανθουδίδης να φανερώνει γραφές της πρώτης βενετσιάνικης έκδοσης της «Φυλλάδας» του 1539, που θα είχε προμηθευτεί από το Μόναχο αντίγραφό της, με σκοπό να εκδώσει το έργο. Κατά κακή τύχη τα κατάλοιπα του Ξανθουδίδη δεν έχουν φυλαχτεί στις ντόπιες βιβλιοθήκες, όπου θα ήταν η θέση τους, παρά βρίσκονται σκορπισμένα.

Παρατηρώ, πως η έκδοση του 1539, (αν είναι σωστή η εκδοχή, πως οι γραφές που σημειώνει ο Ξανθουδίδης προέρχονται απ᾽ αυτήν), δεν είναι έκδοση του ίδιου ποιητή. Τούτο αποδείχνεται από το γεγονός, πως πολλές γραφές απ᾽ όσες παραδίδουν οι άλλες λαϊκές βενετσιάνικες έκδοσες, που είχε υπ᾽ όψη του ο Grimm και ο Wagner, είναι καλύτερες από της έκδοσης του 1539. Θα πεί, πως, παράλληλα προς το κείμενο της «Φυλλάδας» που μας δίνει η πρώτη κείνη λεγόμενη έκδοση, κυκλοφορούσαν κι άλλα, συγκαιρινά ή παλιότερα, που δεν τα ήξερε ο εκδότης του 1539, τα γνώρισαν όμως οι μεταγενέστεροι επιμελητές των λαϊκών εκδόσεων.

Karl_Lachmann_-_Imagines_philologorum.jpgΟ Ιακ. Grimm, ο μεγάλος γερμανολόγος, την έκδοση της «Φυλλάδας» την επιχείρησε, ανατυπώνοντας αυτούσια μια λαϊκή βενετσιάνικη έκδοση, για να τη στείλει στον συνιδρυτή της γερμανιστικής επιστήμης Κάρολο Lachmann, αποκλειστικά για το λόγο, πως σχετιζόταν με το Reinhart Fuchs, που τους απασχολούσε και τους δυό. Γι αυτό, η αμέλεια στην έκδοση και το πλήθος των παρανοήσεων του γλωσσάριου, που αναφέρει Krumbacher, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήταν ειδικός για έκδοσες νεοελληνικών κειμένων. Τα προλεγόμενά του όμως, όπου θα γίνεται λόγος για την καταγωγή και τη διαμόρφωση του μύθου, δεν ήταν εύκολο, παρά τη ζωηρή επιθυμία μου, να τα συμβουλευτώ, αν και πιστεύω πως θα μου ήταν πολύ χρήσιμα.

image

Από ένα em [endavit] Bicelas στο κριτικό σημείωμα της «Φυλλάδας» (στίχος 228) συμπεραίνω, πως ο Βικέλας ανακοίνωσε μ᾽ επιστολή στον Wagner την ωραία διόρθωση του μὲ ταῦτα σε μετ᾽ αὐτὰ. Στο σύγγραμμα του Αλεξάνδρου Οικονόμου «Τρεῖς Ἂνθρωποι», που μου υπόδειξε ο λόγιος φίλος Νίκος Σταυρινίδης, Αθήνα 1953, τόμος ΙΙ, σελίδες 267 και κάτω, βλέπομε πως ο Βικέλας κι ο Wagner ήταν φίλοι κι αλληλογραφούσαν για χρόνια. Όμως στη βιβλιογραφία του Βικέλα, που παραθέτει ο Οικονόμου, δεν γίνεται μνεία καμμιάς εργασίας του Βικέλα πάνω στη «Φυλλάδας».

Ο Α.Α. Παπαδόπουλος, διευθυντής του λεξικού της Ακαδημίας (Κανίσκιον Φαίδωνι Κουκουλέ, Αθήνα 1953, σελίδες 386 και κάτω), σ᾽ άρθρο του για τη «Φυλλάδα», είναι επιφυλαχτικός ως προς τις γνώμες του Krumbacher. Δεν κάνει κανένα λόγο για την κρητική καταγωγή του έργου, ούτε το συσχετίζει με τους άλλους καρπούς της κρητικής γραμματείας και με την Αναγέννηση. Κακίζει τον Krumbacher, γιατί θεωρεί το μύθο της «Φυλλάδας» δυτικοευρωπαϊκό. Αλλά ο Krumbacher δεν αρνιέται την αρχικά πιθανή ελληνική καταγωγή του.

412px-Wenceslas_Hollar_-_The_wolf_and_the_fox_2

Δεν το πιστεύω ακόμα, ως ιστορικά σωστό, το να υποστηρίζεται, πως η «Φυλλάδα» ανήκει στους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, κι αν ακόμα ο Krumbacher την περιλαβαίνει στην ιστορία του, μαζί μ᾽ όλα τ᾽ άλλα κρητικά ποιητικά προϊόντα. Ο Krumbacher έγραφε πριν από το 1897. Μα από τότε ίσαμε το 1953 η μελέτη των κρητικών κειμένων έφερε σημαντικές αλλαγές στις άποψες του Krumbacher.

Η περίοδος ανάπτυξης των κρητικών γραμμάτων, από τον Δελαπόρτα ίσαμε τον Φώσκολο, πάει πιο πολύ με τη Δύση παρά με την Ανατολή. Είναι μιά αρχή κι όχι ένα τέλος. Κάτι χρονικά, γεωγραφικά και γλωσσικά διαφορετικό απ᾽ ότι ξέρομε για το Βυζάντιο. Εκεί ίσαμε την τελευταία στιγμή βασίλευε ο δασκαλισμός των γραμματισμένων κι η πνευματική φτώχεια των αγράμματων. Στην Κρήτη τ᾽ άνθισμα είναι καθαρό και γενικό. Τα στιχουργήματα ξαμώνουν στο σύνολο κι όχι σε μιά «ελίτα». Τα ποιητικά έργα εκδίδονται και σκορπίζονται στα τετραπέρατα σε χιλιάδες αντίτυπα. Πρόκειται για ένα βαθμιαίο ανέβασμα, που ξεκινώντας από ψελίσματα και πατώντας σκαλί-σκαλί, φτάνει στο Ρωτόκριτο και ξαφανίζεται με την τελειωτική κατάχτηση του νησιού από τους Τούρκους το 1669.

Όσο για τον τιμητικό τίτλο «Νῖκος», που ο ποιητής της «Φυλλάδας», σαν είδος παράσημο, κολνάει στον απίθανο θριαμβευτή της άνισης αμάχης, είναι πιστεύω αρκετά φανερή η αφορμή του, ώστε να μη φαίνεται απαραίτητο το να καταφύγωμε στον αρχαίο κείνο «Νίκωνα». Νίκησε. Λοιπόν πρέπει να λέγεται Νῖκος.

Δεν έχω στη διάθεσή μου την πεζή διασκευή του «Συναξαριοῦ» που αναφέρει ο Krumbacher, πως έγινε για τους ευλαβικούς αναγνώστες, κι όπου γίνεται λόγος και για το Άγιον Όρος. Δεν ξέρω, αν μετά το 1874, που τυπώθηκαν τα Carmina του Wagner, δημοσιεύτηκε καμμιά έκδοση της «Φυλλάδας», εχτός από τις λαϊκές της Βενετιάς, ούτε αν γράφτηκαν κι είδαν το φως άλλες μελέτες σχετικές. Οπωσδήποτε για το σκοπό της δουλειάς αυτής, να δώσω δηλαδή ένα κείμενο καθαρό και φροντισμένο, που να τραβήξει την προσοχή και του πλατύτερου κοινού και των ειδικών σ᾽ ένα πνευματικό καρπό σ᾽ όλα αντάξιο της εποχής του, μου έφτασαν όσα μπόρεσα να διαβάσω και να χρησιμοποιήσω.

Ο τόμος του Wagner με τις σημειώσεις του Ξανθουδίδη στα περιθώρια· έπειτα η σύσταση που κάνει ο ίδιος ο Wagner (ξέροντας καλά τ᾽ αδύναμα και τρωτά σημεία της δικιάς του έκδοσης) σ᾽ εμάς τους Έλληνες, να ξαναμελετήσωμε και διορθώσωμε τα κείμενα (σελ. VIII)· και τέλος η εχτίμησή μου προς τη «Φυλλάδα», ήταν τα κίνητρα της απόφασής μου να καταπιαστώ μ᾽ αυτή την έκδοση.

DSC_4499
Οι τρεις πρωταγωνιστές της ιστορίας κατά τη διάρκεια του θαλάσσιου ταξιδιού, σκηνή από το κουκλοθέατρο της ΧΑΝΘ «Η αλεπού, ο λύκος και ο γάιδαρος» το 2013, ένα παραμυθόδραμα που αποτελεί διασκευή του μύθου. Πηγή: Road story.gr    

Μια προσεχτική μελέτη κι αντιπαραβολή των κειμένων του «Συναξαριοῦ» και της «Φυλλάδας» μας διδάσκει τα παρακάτω.

α) Η «Φυλλάδα», που η χρονολογία μιας παλιάς έκδοσής της το 1539 μας είναι γνωστή, αποδείχνεται σα μεταγενέστερη και τεχνικώτερη διασκευή του «Συναξαριοῦ». Είναι σφάλμα να θεωρήσωμε τα δυό τούτα στιχουργήματα σα μίμησες και διασκευές ενός παλαιότερου πρότυπου, καθώς υποστηρίζει ο Krumbacher. Ο στιχουργός της «Φυλλάδας» παρακολουθεί στίχο-στίχο το «Συναξάρι». Παίρνει τους καλούς στίχους και τις έξυπνες εύρεσες που συναντά στην πρόοδο της δουλειάς και μας τις βάζει στη διασκευή αυτούσιες.

Στο μεταξύ, πάλι στην πρόοδο της δουλειάς, όλο κι εφευρίσκει και προσθέτει επεισόδια κι επεξεργάζεται καλλιτεχνικά το μύθο, που και στα δύο είν᾽ ένας κι ο ίδιος.

β) Η γλωσσική μορφή του «Συναξαριοῦ» το τοποθετεί πολύ πριν από το 1500, περίπου τον καιρό που ζούσε κι έγραφε στο Χάνδακα ο Στέφανος Σαχλίκης. Η «Φυλλάδα» πάλι μας παρέχει πολύτιμο δείγμα της θέσης που είχε η γλώσσα, μέσα στην εξέλιξή της, κατά το 1539, όταν αρχίζει να παίρνει τη δόκιμη μορφή της.

Ξέρομε σήμερα, χάρη στον Μανούσο Μανούσακα, πως ο πιο παλιός Χανδακίτης ποιητής είναι ο Λινάρδος Δελαπόρτας, που ξέρομε με ασφάλεια τις χρονολογίες της δράσης του γύρω στα 1400. Η γλωσσική μορφή των έργων του Δελαπόρτα είναι για σήμερα το πρώτο γνωστό σκαλί στο δρόμο που φέρνει στην «Βοσκοπούλα», στον Χορτάτση, στον Κορνάρο.

Ανάμεσα στις δυό χρονολογημένες άκρες Δελαπόρτα Φώσκολου διανύθηκε ένας δρόμος από κοντά τρία εκατόχρονα. Η πρώτη έκδοση της «Φυλλάδας» το 1539 μοιράζει τη χρονική τούτη περίοδο περίπου στα δυό. Το δεύτερο μισό, από τη «Φυλλάδα» ίσαμε τον «Φουρτουνᾶτο», μας είναι αρκετά γνωστό, ύστερα από τόσες εργασίες που είδαν το φως. Το πρώτο μισό, από τον δελαπόρτα ίσαμε τη «Φυλλάδα», είναι λιγώτερο διερευνημένο. Σ᾽ αυτό πέφτει η ζωή και η δράση του Χούμνου, του Μπεργαδή, του Σαχλίκη, του ποιητή του «Συναξαριοῦ» κι άλλων Κρητικών, που τα έργα τους βρίσκονται στον Βιεννέζικο Κώδικα κι αλλού.

Πιστεύω πως η γλώσσα και γενικά η μορφή του «Συναξαριοῦ» το βάζουν χρονολογικά πιό κοντά στον Δελαπόρτα, παρά στη «Φυλλάδα», γύρω δηλαδή στα χρόνια της Άλωσης και πριν.

γ) Στο «Συναξάρι», όπως και στον Δελαπόρτα, βρίσκομε πρωτόγονη στιχουργική, που μας θυμίζει κάπου-κάπου τ᾽ ανεξέλιχτα βυζαντινά δεκαπεντασύλλαβα στιχουργήματα. Με τη διαφορά, πως ο Δελαπόρτας είναι λόγιος κι ο ποιητής του «Συναξαριοῦ» περισσότερο λαϊκός στιχουργός με μέτριο τάλαντο. Από αδεξιότητα κι αστάθεια γούστου ανακατεύει, όπως του έρχεται βολικό, αρχαϊκά και συγκαιρινά του γλωσσικά στοιχεία. Καταφέρνει όμως κάπου-κάπου να βρίσκει ζωντανές έκφρασες, γεμάτες χιούμορ, μέσα στο τυχαίο μάλλον συνταίριασμα των δεκαπέντε συλλαβών. Δεν του λείπουν κάπου-κάπου κι ολόκληροι στίχοι με αξία κι εκφραστικές εύρεσες πετυχεμένες, που, καθώς είπα, ο διασκευαστής της «Φυλλάδας» τις παίρνει αυτούσιες, δείχνοντας το φίνο γούστο του.

Ο τελευταίος είν᾽ επιδέξιος στιχουργός, έχει γούστο ποιητικό και δε λείπει ούτ᾽ απ᾽ αυτόν το πηγαίο χιούμορ. Δε θα υποστηρίξωμε, πως η στιχουργική της «Φυλλάδας» βρίσκεται στο επίπεδο εκείνης που συναντούμε στην «Ερωφίλη» και στο «Ρωτόκριτο». Την πλησιάζει όμως κι ίσως την προετοιμάζει.

δ) Και τα δυό στιχουργήματα, χωρίς να κάνουν πουθενά λόγο για την Κρήτη, είναι γραμμένα στην Κρήτη κι από Κρητικούς. Με τη διαφορά, πως, όπως γίνεται με τα έργα των παλαιότερων, η γλώσσα του «Συναξαριοῦ» δεν είναι καθάρια ιδιωματική, στο βαθμό που είναι της «Φυλλάδας». Ο στιχουργός του αρχαΐζει, σολοικίζοντας και βαρβαρίζοντας ακατάπαυστα, κι αποφεύγει τους ιδιωματισμούς. Ζούν χωρίς άλλο ακόμα στην εποχή του λέξες, τύποι κι έκφρασες αρχαϊκότερες, μα κατά κύριο λόγο ο δασκαλισμός αυγατίζει τα νεκρά στοιχεία. Όπως και νά ᾽ναι τα ζωντανά κρητικά στοιχεία φτάνουν και περισσεύουν, για να στηρίξουν την κρητική καταγωγή του «Συναξαριοῦ».

Μάζεψα τ᾽ ακόλουθα παραδείγματα· κακομάζαλος, (ἀ)μπουκώνω, ἀπηλογιοῦμαι, νὰ πέσω θέλω (=θὰ πέσω, κατὰ διόρθωση Ξανθουδίδη, στίχος 24), θωρῶ, συθρύβω (κατὰ διόρθωσή μου, στίχος 37), συντρομάσσω, ξυλοσοφῶ, ἐσυννεφιάσε (ἀντὶ ἐσυννέφιασε), σύντεκνος και συντέκνισσα, μεταγνώθω, πιδεξοσύνη, τσιλιμπουρδῶ και τσιλιμπούρδισμα, ἐθώρειε, ὂρνιθα, κατάκι (αντί γατάκι), σήκωμαν οὒκ ἒχει (= δεν έχει σηκωμό, δε μπορεί κανένας να σηκώσει [την κότα] από το βάρος της, στίχος 187), ματοφρύδια, βαροφορτώνω, οἱ μύξες νεῦρα γίνονταν, στραβοκωλίζω (γιά γαϊδάρους), ο πόδας, ἀνακούρκουβα, γριλώνω (=γουρλώνω τα μάτια), ὠρδινιάσε, ἐκάτσε (αντί ὠρδίνιασε, ἒκατσε), κατασταίνω (=τοποθετῶ, ἐγκαθιστῶ), ξεματζουκώνει και τσινᾶ (για γαϊδάρους), καταλεφτῶς (=λεπτομερώς, κατά διόρθωση δική μου στο στίχο 322), κοπανιά, ἒνε, ἐδῶκε (δυό φορές στο στίχο 368), κατασβολώνω — δείχνουν κατά τρόπο σίγουρο την κρητική καταγωγή.

Αντίθετα προς το «Συναξάρι» η «Φυλλάδα» είναι γραμμένη σε δοκιμότερο ιδίωμα, με πλεονάζοντες κρητικισμούς και με σχετικά λίγες παρέκκλισες λόγιες κι αρχαΐζουσες. Η γλώσσα της είναι τέτοια, που κι αν δεν είχαμε τη χρονολογία της πρώτης της έκδοσης, θα μας ήταν εύκολο με μικρό λάθος να εικάσωμε την εποχή της συγγραφής της.

Στα κριτικά κι ερμηνευτικά σχόλιά μου, που δεν τα χωρίζω για την απλούστερη χρήση τους, W. σημαίνει τον τόμο του Wagner «Carmina Graeca Medii Aevi». Το Ξ. δίνει τις γραφές, που ο Ξανθουδίδης σημειώνει στα περιθώρια του ποτέ αντιτύπου του τού W., και που είναι πιθανά οι γραφές της πρώτης έκδοσης της «Φυλλάδας». Σε τέτοια περίπτωση το Μ. ή (Μ.) σημαίνει αντίτυπο Μονάχου. Αναφέρω κάθε φορά τις όχι λίγες διόρθωσες που έκαμα και που με ευθύνουν. Στο κείμενο τις δίνω με αραιωμένα στοιχεία.

Τα σχόλια συντάχθηκαν για να κάμουν ευκολώτερη την κατανόηση της «Φυλλάδας» όχι τόσο στους ειδικούς, όσο στο πλατύτερο κοινό των φιλομούσων. Οι γλωσσολογικές παρατηρήσεις που κάνω, είναι σύμφωνες με τα πορίσματα των γλωσσολόγων Χατζηδάκη, Φιλήντα και των άλλων. Γίνεται μόνο υπενθύμισή τους.

Οι αριθμοί στην αρχή των παραγράφων φανερώνουν τους στίχους, που γι᾽ αυτούς γίνεται λόγος.

Για την ευκολία των αναγνωστών δεν χρησιμοποιώ τις συνηθισμένες συντομογραφίες και τα λατινικά μονοσύλλαβα των κριτικών υπομνημάτων, που μόνο φιλόλογοι θα μπορούσαν να νιώσουν εύκολα.

Κομμάτια του κειμένου που γι᾽ αυτά θα γίνει λόγος, τυπώνονται με πλάγια. Το σημείο (=) βάζεται άμα ακολουθούν ερμηνείες. Κριτικά κι άλλα βοηθητικά σχόλια χωρίζονται από τις λέξεις του κειμένου με άνω τελείες. Τα εισαγωγικά κλείνουν χωρία και στίχους άλλων κειμένων.

 

im51_Fuchs.margin_(MMW10F50_f6r)_detail

 

Screen Shot 2018-05-24 at 6.42.43 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.42.32 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.42.12 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.41.53 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.41.31 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.41.03 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.40.53 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.40.41 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.40.21 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.40.10 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.39.56 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.39.42 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.39.29 PMScreen Shot 2018-05-24 at 6.38.48 PM

 

Screen Shot 2018-05-24 at 7.52.04 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.57 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.47 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.38 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.28 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.19 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.09 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.51.00 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.50.50 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.50.39 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.50.29 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.50.18 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.50.09 PM

Screen Shot 2018-05-24 at 7.49.58 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.49.45 PMScreen Shot 2018-05-24 at 7.49.33 PM

 

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορές

‹αρχείο› 
Η Φυλλάδα του Γαδάρου, Λευτέρης Αλεξίου

‹σύνδεσμος›
[http://ir.lib.uth.gr/bitstream/handle/11615/10465/article.pdf?sequence=1&isAllowed=y]

Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από τις ιστοσελίδες του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και την wikiwand

Screen Shot 2018-05-15 at 7.52.22 PM

wikiwand-logo-on-white-background.pngΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ (1890-1964)

Ο Λευτέρης Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του δημοσιογράφου και εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και αδερφός της Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου εργάστηκε στο Νεοελληνικό Σεμινάριο (1931-1933). Παράλληλα ασχολήθηκε από τη νεαρή του ηλικία με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη μουσική. Μιλούσε γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά και έπαιζε βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο. Εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης στην Κρήτη, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Πέθανε στο Ηράκλειο. Εκδότης και συντάκτης του περιοδικού Κάστρο (1934-1938), συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1909 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής για παιδιά Παιδικά τραγούδια. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές, ενώ ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, την θεατρική γραφή, την μετάφραση, την κριτική, την αρθρογραφία, την μελέτη και την μουσική σύνθεση.

Από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου_‹σύνδεσμος

Advertisements