Ο χαρακτήρας των Ελλήνων

στις

Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα

Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνση κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.

Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

K.Π. Kαβάφη, Ποιήματα I (1896-1918) Διόνυσος

(επιλογή κεφαλαίων)

2. Οι πηγές της ελληνικής ανθρωπογνωσίας ή αυτογνωσίας και η αξιοπιστία τους

Απαραίτητο γι᾽ αυτή την έρευνα είναι να εξετάσουμε αν πράγματι τα εθνικά χαρακτηριστικά εντοπίζονται στο απώτερο ιστορικό παρελθόν και να εξακριβώσουμε, αν είναι δυνατόν, πώς γεννήθηκαν, αν εντάθηκαν ή μειώθηκαν κατά περιόδους. Είναι άραγε βιολογικές μόνο καταβολές ή παίρνουν μέρος στη γένεση και στις εκδηλώσεις τους και άλλα αίτια, φυσικά ή πολιτικοκοινωνικά; Ποιές επιδράσεις λ.χ. ασκεί το φυσικό και ποιές το κοινωνικοπολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον, και αν αυτές δημιουργούν νέα χαρακτηριστικά ή αυξομειώνουν την ένταση των παλιών. Επομένως οι έρευνες και οι παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να περιοριστούν στην εξέταση μόνο των Νεοελλήνων, αλλά να επεκταθούν, και επομένως τα κοινά εθνικά χαρακτηριστικά ν’ απομονωθούν και να εξεταστούν και σε συνάρτηση με τα αντίστοιχα των Βυζαντινών και των Αρχαίων, εφόσον μάλιστα οι παρατηρητές, κυρίως ξένοι, από την τουρκοκρατία ως τη σύγχρονη εποχή, διαπιστώνουν ομοιότητες μεταξύ τους.

Έτσι μ’ ένα εντελώς διαφορετικό δρόμο φθάνουμε ακούσια, χωρίς δηλαδή να είναι αυτός ο σκοπός και ο στόχος μας, στο πολυθρύλητο πρόβλημα, που κούρασε τόσο πολύ τον επιστημονικό κόσμο, στο πρόβλημα της καταγωγής των Νεοελλήνων. Τελευταία μάλιστα ο Churcill μιλώντας στ᾽ Απομνημονεύματά του για τους Εβραίους και τους Έλληνες —θεωρώντας αυτονόητη τη λύση του προβλή­ματος— γράφει ότι οι χιλιετίες δεν άλλαξαν σε τίποτε τον χαρακτήρα των δύο λαών και επέζησαν παρ᾽ όλες τις σκληρές δοκιμασίες που πέρασαν κατά τη διάρκεια των αιώνων και παρ’ όλα τα δεινά που προξένησαν οι ίδιοι στους εαυτούς των. Η κρίση αυτή, επηρεασμένη και από το μεγάλο ρεύμα του ρομαντισμού και την πίστη του στη δύναμη των λαών και στο αναλλοίωτο του εθνικού χαρακτήρα, είναι σφαλερή στην απόλυτη γενίκευσή της, όπως θ’ αποδείξω, έστω και αν παραδέχομαι την ενότητα και τη συνέχεια στην πορεία του ελληνικού έθνους και της ιστορίας του, παρά τα παρατηρούμε­ να σε ορισμένες περιόδους κενά από έλλειψη επαρκών πηγών.

Αν εξαιρέσουμε τη συγκριτική μελέτη των ηθών, των εθίμων, των παραδόσεων, του τρόπου ζωής και της γλώσσας των αρχαίων, βυζαντινών και νέων Ελλήνων, τη μελέτη των στοιχείων που μαρτυρούν κοινές ομαδικές εκδηλώσεις, μελέτη που έχει κιόλας προχωρήσει αρκετά, μόνη λύση μας μένει να προσφύγουμε στην εξέταση των διαφόρων μαρτυριών και κρίσεων που βρίσκονται σποραδικά σε ελληνικά και σε ξένα κείμενα κατά τη διάρκεια των αιώνων. Στα κείμενα όμως αυτά δεν βρίσκει κανείς συνήθως πολλά στοιχεία αναπτυγμένα σε έκταση ή σε φιλοσοφικό δοκίμιο. Μολαταύτα θαυμαστή μικρή απόπειρα δοκιμίου θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τις εύστοχες για τους Έλληνες παρατηρήσεις ενός Ρωμαίου συγκλητικού, του Μενενίου Απίου, που φαίνεται να είχε υπηρετήσει χρόνια στην Ελλάδα, στα χρόνια του Αυγούστου, και ο οποίος έπειτα το απόσταγμα της πείρας του το είχε ανακοινώσει με αλλεπάλληλες επιστολές του σ’ ένα αξιωματούχο και φίλο του, στον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο. Τις επιστολές αυτές, γραμμένες στα λατινικά, που βρέθηκαν στην Οξύρρυγχο, στο σημερινό Μπενεζά, πλάι σε μια αναποδογυρι­σμένη σαρκοφάγο, μετέφρασε και τις δημοσίευσε με τον τίτλο «Οξυρρύγχειοι πάπυροι» στη «Νέα Εστία» τεύχ. 56 (1954) 1470- 1477, τεύχ. 656 (1954) 1542-1550) ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Στις παρατηρήσεις αυτές του Απίου θα έχουμε συχνά την ευκαιρία να προστρέξουμε κατά τη διαπραγμάτευση του θέμα­τός μας, γιατί μας δίνουν αναλυτικές πληροφορίες γραμμένες με γαλήνια θεώρηση, sine ira et studio, θα έλεγε κανείς (αν όχι με κατανόηση και φιλελληνική διάθεση), για τον ελληνικό χαρακτήρα, τις οποίες δεν τις βρίσκουμε στις σύντομες συνήθως ή δογματικές παρατηρήσεις των Ρωμαίων συγγρα­φέων.

Ακόμη στους ταξιδιώτες, κυρίως στους ξένους, στους φιλοσόφους ή θεολόγους, ιδίως των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, καθώς και των αιώνων της τουρκο­κρατίας, στους άνδρες που ασκούν δριμεία κριτική της κοινω­νίας, που δοκιμάζεται από έκδηλα σημεία σήψης και παρακμής, συναντά κανείς ανάμεσα στις υπερβολές τους, και χαρακτηρι­σμούς, που είναι δυνατό ν᾽ απομονωθούν και απογυμνωμένοι από το θρησκευτικό πάθος να δώσουν μια ιδέα για την κατάσταση και τα εθνικά γνωρίσματα. Τέτοιοι είναι π.χ. ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, ο Ηλίας Μηνιάτης, ο Φραγκίσκος Σκούφος, ο Νικ. Θεοτόκης και ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί και να μη στηριζόμαστε απόλυτα στις πληροφορίες και γενικές κρίσεις των πληροφοριοδοτών, ιδίως των ξένων περιηγητών. Πολλοί βέβαια, ιδίως μετά την έναρξη του διαφωτισμού στην Ελλάδα, μελετώντας τη θέση των Ελλήνων διαπιστώνουν τη θλιβερή εικόνα ενός λαού που βρίσκεται σε κατάπτωση, ενός λαού, επάνω στον οποίο μένουν αποτυπωμένα δυνατά τα ίχνη των προγονικών ελαττωμάτων, αλλά πολύ αδύνατα τα σημάδια των αρετών του. Υπάρχουν κι᾽ άλλοι, που είχαν δυσάρεστες περιπέτειες στην Ελλάδα ή έμειναν μικρό χρονικό διάστημα σ᾽ αυτήν, συχνά λίγες μόνο μέρες, αν έμειναν, και έφυγαν κατόπιν απογοητευμένοι, γεμάτοι εμπάθεια και μίσος εναντίον των κατοίκων της.

Αυτοί, επειδή τους λείπει η αναγκαία ηρεμία, η μόρφωση ή η παρατηρητικότητα, κατέχονται συχνά από πάθος και προκαταλήψεις και γενικεύουν ορισμένες προσωπικές εντυπώσεις ή και διαφωνούν —όπως είναι αυτονόητο— ως προς την εκτίμηση των προτερημάτων και ελαττωμάτων των Ελλήνων. Ας παρατηρηθεί ακόμη αμέσως ότι ορισμένοι ξένοι και μάλιστα φιλέλληνες έχοντας μέτρα συγκρίσεως την εξιδανικευμένη εικόνα των αρχαίων Ελλήνων, τόσο αδικούν τους απογόνους των που ζουν κάτω από άλλες συνθήκες, ώστε όταν γυρίζουν πίσω στην πατρίδα τους, παρασυρόμενοι από προσωπικές κακές εμπειρίες και από προκαταλήψεις —μολονότι οι Ελληνες απέναντι τους δείχ­νουν συνήθως τον καλύτερο εαυτό τους— περιγράφουν τον χαρακτήρα τους με τα πιο ζοφερά χρώματα· και αυτό γιατί απατήθηκαν στις ποικίλες προσδοκίες τους. Αυτοί δεν βρί­σκουν τίποτε στους Νεοέλληνες, στους εξαθλιωμένους ραγιά­δες, ούτε το ελληνικό πνεύμα, ούτε συνείδηση της υψηλής αποστολής τους (!), ούτε γνώσεις, ούτε στρατιωτική μόρφωση, αλλά μόνο —τα γνωστά, είναι αλήθεια, ελαττώματά τους— την έλλειψη πειθαρχίας, τον εγωισμό, την οίηση και την περιφρό­νηση των άλλων εθνών. Αυτοί πρέπει οπωσδήποτε ν’ αποκλείονται, ως παραδείγματα προς αποφυγήν, ή να χρησιμο­ποιούνται εν μέρει μόνο, δηλαδή μόνο τα στοιχεία εκείνα που αντέχουν σε αυστηρή κριτική. Έτσι π.χ. έμποροι ή αξιωματι­κοί ιδίως του εμπορικού ναυτικού, που είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν μόνο τους Έλληνες ομότεχνούς των και ανταγωνι­στές τους στο Αιγαίο ή στη Σμύρνη, αναφέρουν ότι εκείνοι είναι πιο πανούργοι και πιο δόλιοι και απ᾽ αυτούς ακόμη τους Εβραίους· ότι ζώντας κάτω από το ρόπαλο του δεσποτισμού είναι δουλοπρεπείς και μαζεμένοι· ότι κερδίζουν χρήματα μόνο με απάτες και τεχνάσματα και ότι τα κρατούν αφορολόγητα κάνοντας τον φτωχό (πρβλ. και τους σύγχρονους επιδέξιους φοροφυγάδες)· ότι είναι έθνος κατεργάρηδων, παλιανθρώπων, που δεν αξίζουν να τους προσέχει κανείς περισσότερο από τους Τούρκους. Είναι αλήθεια ότι ο έμπορος και μάλιστα ο ανερχόμενος Έλληνας αστός —και κατά πλειοψηφία κάθε έμπορος— είναι οξύνους, επιχειρηματικός, ακούραστος, αλλά πανούργος, κατεργάρης, ευλύγιστος και δόλιος. Ο σκληρός οικονομικός ανταγωνισμός επηρεάζει φανερά και τον Γάλλο πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Beaujour, όταν αόριστα καταλο­γίζει στους Έλληνες και Εβραίους εμπόρους πολλά ψυχικά ελαττώματα ως μέλη γερασμένων και διαφθαρμένων από τη σκλαβιά εθνών.

Γνωρίζοντας όμως τέτοιους ανθρώπους οι Ευρωπαίοι αδι­κούν τον ελληνικό λαό, όταν γενικεύουν τις κρίσεις τους για όλα τα στρώματα και όλες τις τάξεις. Και ο Κοραής αγανακτισμένος από μερικές πικρές παρατηρήσεις του Γερμανού περιη­γητή J.L.S. Bartholdy, παρατηρούσε ορθά σε υποσημείωση των Προλεγομένων στην έκδοση του Ισοκράτη (1807), ότι εκείνος δεν άνοιξε τα μάτια του να ιδεί τον φανερό πόθο του ελληνικού λαού για ελευθερία ούτε και το πλήθος των ελληνικών μεταφράσεων από ξένα σοφά βιβλία, που τυπώνονται κάθε μέρα στα κοντινά του ευρωπαϊκά τυπογραφεία, αλλά πρόσεξε μόνο τις φυλλάδες μερικών ανοήτων σα να μη βρίσκονται ανόητοι και στα σοφά έθνη.

Το πνεύμα της καταφοράς εναντίον των Ελλήνων, το οποίο παρατηρείται κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, μπορεί να πει κανείς ότι δυναμώνει μετά την απελευθέρωσή τους, ιδίως μετά την εμφάνιση της θεωρίας του Fallmerayer, και προκαλεί την απορία, σε ποιούς άραγε λόγους να οφείλεται. Το θέμα είναι ενδιαφέρον και έχουν κιόλας δοθεί ορισμένες απαντήσεις, όπως και οι δικές μου παραπάνω, καθώς και σε άλλα μέρη του βιβλίου μου, αλλά νομίζω ότι παρουσιάζει ευρύτητα φάσματος και ότι θα πρέπει να διερευνηθεί συστηματικά σε ειδική ιστορικοκοινωνιολογική μελέτη, ως μια πρώτη πετυχημένη προσπάθέια επισημαίνω την κριτική θεώρηση του προβλήμα­τος από τον Αμερικανό πρεσβευτή του περασμένου αιώνα Κάρολο Τάκερμαν, Οι Έλληνες τη σήμερον (σ. 299 κ.ε.).

Αλλά ας προχωρήσουμε τώρα στην πλησιέστερη προσέγ­γιση του προβλήματος μας.

3. Υπάρχει ένας γενικός εθνικός χαρακτήρας των Ελλήνων ή περισσότεροι κατά τόπους; Τα γενεσιουργά αίτια του εθνικού χαρακτήρα

1. Σχετικά με τη γένεση και τον καθορισμό των εθνικών χαρακτηριστικών ενός λαού, από τους τελευταίους κιόλας αιώνες έχουν διατυπωθεί γνώμες που αμφισβητούν ή απο­κλείουν την επίδραση της κληρονομικότητας στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ήδη ο Άγγλος φιλόσοφος David Hume (1711-1776) αμφισβητούσε την ύπαρξη βιολογικών καταβολών, θεωρούσε «τεχνητό» τον νόμο που καθορίζει τη γένεση των εθνικών χαρακτηριστικών και παραδεχόταν τη μεταβολή των γνωρισμάτων αυτών με την επίδραση των θεσπισμάτων μιας κυβερνήσεως ή των αστάθμητων παραγόντων της ανθρώπινης κοινωνίας, της τύχης. Μια νέα κυβέρνηση, υποστήριζε, ή η επιμειξία μ᾽ ένα ξένο λαό μπορούν να μεταβάλουν σε σημαντι­κό βαθμό, από γενιά σε γενιά, τα ήθη των κατοίκων του ίδιου χώρου —ακόμη και αυτή η αστάθεια των ανθρωπίνων μπορεί να προκαλέσει αυτή τη μεταβολή. Με τις απόψεις του Hume για την αμφισβήτηση της κληρονομικότητας στα ψυχικά φαινό­μενα, που έχουν σχέση ιδιαίτερα με τον χαρακτήρα, συμφω­νούν οι κορυφαίοι της σύγχρονης ατομικής ψυχολογίας. Απόψεις της εκφράζει και ένας αξιόλογος Έλληνας κοινωνιο­λόγος, ο Δημοσθένης Δανιηλίδης, που είναι λυπηρό ότι δεν προχώρησε πολύ περισσότερο στις αναζητήσεις του, και ο οποίος έκανε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στο βιβλίο του «Η νεοελληνική κοινωνία και οικονομία». Εκεί, μη παραδεχόμενος και αυτός τη σημασία των επιδράσεων των βιολογικών καταβο­λών στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, παρατηρούσε ότι ο εθνικός χαρακτήρας απορρέει από το πνεύμα ενός ορισμένου πολιτισμού, ριζωμένου σ᾽ ένα ορισμένο έδαφος, σε μια ορισμέ­νη ιστορία· «άρα δεν είναι κάτι το πρωταρχικό κι᾽ αμετάβλητο, που μπορούσε να διατυπωθεί μια για πάντα, μα έχει διαμορφω­θεί, όπως κι᾽ ο πολιτισμός στο διάστημα μακρών αιώνων κι᾽ εξακολουθεί να διαμορφώνεται παραπέρα με την επίδραση παραγόντων οικονομικών, κοινωνικών κι’ άλλων, που είναι εκτεθειμένοι σε αδιάκοπη μεταβολή».

Πράγματι διαπιστώνουμε αυτή τη συνεχή εξέλιξη, αυτό το «πάντα ρει», αλλ᾽ αυτή είναι τόσο αργή στον ελληνικό χώρο, μέσα στα πλαίσια της αρχαιοελληνικής, της ρωμαϊκής και ιδίως της τουρκικής αυτοκρατορίας, ώστε ο χαρακτήρας των κατοίκων του, επηρεαζόμενος από το ίδιο σχεδόν και μόνιμο περιβάλλον με ελάχιστα παραλλάσσουσες κατά καιρούς αντι­κειμενικές συνθήκες, να παρουσιάζει σταθερές σχεδόν αντιδρά­σεις και γνωρίσματα. Το παρελθόν λοιπόν των Ελλήνων εξακολουθεί να κλείνει μέσα του τεράστια δύναμη και συνδεό­μαστε με αυτό πολύ περισσότερο απ’ όσο το φανταζόμαστε.

Από τις αρχές όμως του 20ου αιώνα υπάρχει μια εκπληκτι­κή ολοένα και περισσότερο επιταχυνόμενη πορεία της ιστορίας που οφείλεται στις αλλεπάλληλες μέσα σε μικρά χρονικά διαστήματα πολιτικοκοινωνικές και οικονομικοτεχνολογικές αλλαγές. Μολαταύτα και μια τέτοια ακόμη εξέλιξη, αν και είναι δυνατόν να ισοπεδώσει μερικές παλιές διαφορές μεταξύ των λαών και να δημιουργήσει και καινούριες ανάμεσα στις τάξεις ενός και του αυτού λαού, δεν επιφέρει ποτέ τόσο βαθιές μεταβολές, ώστε να εκμηδενίσει τις αρχικές διαφορές, «που φανερές ή διαλανθάνουσες, εξελιγμένες ή μη, εξακολουθούν να υφίστανται». Αυτή τη σταθερότητα των εθνικών χαρακτηρι­στικών εννοούσε προφανώς ο Ευάγγελος Παπανούτσος, όταν σ᾽ ένα άρθρο του έγραφε, ότι μολονότι οι ιστορικοί, αντίθετα προς τους παλιούς ομοτέχνους των, δεν δέχονται την κληρονο­μικότητα και τη φυλετική καθαρότητα στη διαδοχή των γενιών (και έχουν δίκαιο), παρατηρείται πάντως κάτι το «κοινό», που μένει για πολλούς αιώνες σ᾽ εκείνες τις γωνιές του κόσμου, οι οποίες για πολλά χρόνια έχουν γνωρίσει την ίδια μοίρα. Επιδρούν όμως μολαταύτα με ποικίλο ποσοστό και ορισμένες βιολογικές καταβολές στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, όπως παραδέχεται σήμερα η ψυχολογία, π.χ. για την ερμηνεία της κληρονομικότητας της ευφυίας. Και θα μας δοθεί η ευκαιρία να το διαπιστώσουμε αυτό κατά την πορεία της έρευνάς μας.

2. Υπάρχει άραγε παντού σε όλη την Ελλάδα ένας μόνον ενιαίος γενικός χαρακτήρας με ορισμένα ίδια χαρακτηριστικά ή παρατηρούνται και άλλοι κατά τόπους; Και επομένως μπορεί να έχει επιστημονική ισχύ μια εργασία που θα βασίζεται στη μελέτη των γενικών, εθνικών χαρακτηριστικών; Με άλλα λόγια, μήπως, εκτός από τα γενικά γνωρίσματα, που θ᾽ αναζητήσουμε και θα ελέγξουμε στα παρακάτω κεφάλαια, μπορούμε ν᾽ ανακαλύψουμε και άλλα ειδικά κατά τόπους, γεννήματα των ιδιαίτερων συνθηκών του γεωγραφικού και του πολιτικοκοινωνικού τους περιβάλλοντος που βρίσκονται σε στενή αμοιβαία σχέση με τη ζωή των ανθρώπων εκείνων των τόπων; Και ποιά μπορούν να είναι αυτά τα ειδικά στοιχεία, αν πράγματι υπάρχουν, σε σχέση με τα γενικά; Μήπως μελετώντας αυτά τα ιδιαίτερα κατά τόπους γνωρίσματα των Ελλήνων (όπως στην αρχαιότητα π.χ. των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων) μπορούμε —σκεπτόμενοι κατ᾽ αφαίρεση— να ξεχωρίσουμε τα βασικά, τα γενικά στατικά τους, θα έλεγε κανείς, τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα και επιβεβαιωνόμενα, τα λίγο ή πολύ κοινά στους περισσότερους πληθυσμούς των ελληνικών χωρών;

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν πρώτα ενδεικτικά ν᾽ αναζητή­σουμε ορισμένα χαρακτηρολογικά στοιχεία σε ορισμένους τόπους, τα οποία φαίνονται ν᾽ αντιστρατεύονται στην παραδο­χή ενός ενιαίου εθνικού, ελληνικού, χαρακτήρα. Έτοι π.χ. οι Πελοποννήσιοι γενικά, όπως βεβαιώνουν στις εκθέσεις τους κατά τα τέλη του 17ου αι. οι Βενετοί έκτακτοι προνοητές της χώρας, είναι έξυπνοι, αλλά καχύποπτοι, υποκριτές, αμαθείς, πεισματάρηδες και οκνηροί, φοβούνται την απάτη, μηχανορρα­φούν ο ένας σε βάρος του άλλου και έχουν πρόχειρη στο στόμα τους την ψευτιά. (Σχετικά σημείωνα στην «Ιστορία» μου ότι τα ελαττώματα αυτά είναι δυνατόν να γεννηθούν και σε άλλους κατοίκους, όταν βρεθούν κάτω από παρόμοιες πολιτικές συνθή­κες, και τη γνώμη μου αυτή την ενίσχυα και με όσα επιχειρήματα παρέθετε ο Γερμανός ιστορικός Ranke, για ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες των Βενετών αξιωματούχων). Κατακρίνονται ακόμη οι Πελοποννήσιοι για την αστάθεια, την ευκαμψία και την πονηριά, πολύ περισσότερο —από αιώνες μάλιστα— οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες, για τις μηχανορ­ραφίες, τη μνησικακία και το φατριαστικό τους πνεύμα. Κατά τις παραμονές όμως της Επαναστάσεως του ᾽21 επαινούνται γενικά για την ευφυία και την εργατικότητά τους. Με όσα μάλιστα έχουν πάθει κατά τη μακριά επαναστατική τους παράδοση, με τις συμφορές τους, αλλά και με τη βαθμιαία οικονομική και πνευματική τους πρόοδο, καθώς και με την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο, παρουσιάζονται ωριμότε­ ροι από τους άλλους Έλληνες, με μεγαλύτερη πείρα της ζωής, με τη συνείδηση της υπεροχής τους και με την πεποίθηση στις δικές τους δυνάμεις. Τόσο όμως ασταθείς παρουσιάζονται στη φιλία τους, ώστε ο περιηγητής Pouqueville, που στις αρχές του 19ου αι. επισκέπτεται την Καστοριά, λέγει αστειευόμενος σε συντροφιά μικρών παιδιών που έπαιζαν (ανάμεσά τους ένα Μοραϊτόπουλο) την παροιμία «Κάλλια σκύλον απ’ την Κρήτην παρά φίλον Μοραΐτην». Ο Άγγλος φιλέλληνας Stanhope τους χαρακτηρίζει ορθά περισσότερο Ανατολίτες από τους Δυτικοελλαδίτες. Έτσι, με το πέρασμα των αιώνων και με την αναντίρρητη βέβαια επίδραση και του πολιτικού και γεωγραφι­κού παράγοντος της νησιωτικής σχεδόν φύσης της χώρας τους, διαμορφώνεται βαθμιαία και υψώνεται ενοποιημένος απέναντι των άλλων Ελλήνων, ο γνωστός ως σήμερα τύπος του ‹Μοραΐτη› με τα παραπάνω προτερήματα και ελαττώματα και με το αδιάκοπο κυνηγητό των συμφερόντων του. Η εικόνα αυτή ήταν επόμενο ν᾽ αποτυπωθεί στη μνήμη του ελληνικού λαού, όταν μάλιστα την αντιπαρέβαλλε προς τη διαφορετική του ανθρώπου της αντικρινής Στερεάς Ελλάδας και γενικά όλης της Ρούμελης (με την ευρύτερή της έννοια, από το Μοναστήρι (Μπιτόλια) και τη Σόφια ώς τον Ισθμό), του μεγαλωμένου μέσα σε πολύ διαφορετικό περιβάλλον. Χτυπητή η διαφορά.

Οι Στερεοελλαδίτες λοιπόν, αλλά και γενικά οι Ρουμελιώ­τες, παρουσιάζουν έναν τύπο διαφορετικό από των Πελοποννησίων, αλλά και των Νησιωτών, ένα χαρακτήρα ελεύθερων ανθρώπων με τέτοιο βαθμό θάρρους και ανεξαρτησίας που δεν τον έβρισκε κανείς στους άλλους τόπους. Τον διαχωρισμό αυτόν τον είχε κάνει κιόλας η λαϊκή σοφία· «Στη Ρούμελη είν᾽ η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση». Τί είναι όμως η λεβεντιά; Είναι μια λέξη που δεν είναι εύκολο να την αποδώσει κανείς με άλλη συνώνυμη ελληνική ή ξένη. Είναι η αντρειοσύνη, η απλή και σεμνή περηφάνεια με κύρια χαρακτηριστικά το φιλότιμο και την ανιδιοτέλεια, την αξιοπρέπεια θα έλεγα. Η λέξη λεβεντιά πήρε το βαθύ αυτό νόημα, νομίζω, από την αδιάκοπη πάλη του ανθρώπου μέσα στην αρματολική της παράδοση, που διατηρείται γνησιότερη στη Δυτική Στερεά, γιατί εκεί οι ορεινές και απρόσιτες επαρχίες βρίσκονταν μακριά από τους πολυσύχναστους δρόμους και επομένως ο άνθρωπος έπρεπε να βασίζεται κυρίως στην αντρειοσύνη του. Εκεί, και στους κλασσικούς ακόμη χρόνους, συνηθισμένος τρόπος ζωής ήταν η ληστεία και η σιδηροφορία (Θουκυδίδης, I, 4,3). Εκεί, μέσα στο αρματολίκι, βρισκόταν ο άνθρωπος σ᾽ έναν άλλο κόσμο, αλλιώς οργανωμένο, με στρατιωτικά ήθη και έθιμα, που λάτρευαν τον ένοπλο, το παλληκάρι και τον καπετάνιο. Μέσα στην ανώμαλη εκείνη πολιτική και στρατιωτική κατάσταση έπρεπε ο άνδρας, ο νέος, να είναι έτοιμος ν᾽ αντιπαλεύει όχι μόνο με τον κατακτητή, αλλά και με τους πολλούς άλλους κινδύνους αντιμετωπίζοντας, αν χρειαζόταν, σαν τον Διγενή, και τον ίδιο τον Χάρο, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Το κοινωνικό αυτό περιβάλλον, αλλά και η κοινωνική ομάδα, διαμορφώνει και επιβάλλει στον άνθρωπο, μέσ᾽ από ορισμένες συνθήκες και διαδικασίες, τους τρόπους ζωής, τον άγραφο κώδικα της συμπεριφοράς του, διαδικασίες που άρχιζαν από τη γέννησή του και συνεχίζονταν ώς τον θάνατό του. Έτσι π.χ. μέσα στ᾽ αρματολίκι του Βάλτου, στην πιο απόκεντρη και δασωμένη περιοχή της Δυτικής Στερεάς, τα παιδιά και οι νέοι μεγαλώνουν έχοντας για πρότυπό τους —για μοντέλο, όπως συνηθίζουν τώρα τελευταία να γράφουν— τον αρχαιότερο και ξακουστό κλέφτη που θυμούνταν, τον Χρίστο Μηλιόνη. Οι καπετάνιοι των αρματολικιών της Δυτικής Στερεάς ήταν οι «πρίγκιπες του τόπου» και θύμιζαν στους κλασσικά μορφωμέ­νους ξένους τους ομηρικούς βασιλιάδες. Αυτοί είχαν τη δύναμη και όχι, όπως στην Πελοπόννησο, οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες.

Ακόμη και μέσα στην ίδια γεωγραφική ενότητα, π.χ. στην Πελοπόννησο, για να αναφερθούμε στην αρχαιότητα, παρατη­ρούμε διαφορές ανάμεσα στους κατοίκους, λ.χ. ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και στους Αργείους, διαφορές οφειλόμενες στις επιδράσεις του διαφορετικού φυσικού και κοινωνικού περιβάλ­λοντος, των θεσμών και της κοινωνικής τους οργανώσεως, και στις διαφορετικές συνθήκες ζωής. Ακόμη διαπιστώνουμε ότι επί τουρκοκρατίας οι ορεινοί κάτοικοι, οι βουνίσιοι, δεν αισθάνονται άμεσα τον καταθλιπτικό ζυγό, και όχι μόνο δεν έχουν το ίδιο ψυχολογικό πλέγμα κατωτερότητας που έχουν οι καμπίσιοι, αλλά μπορεί να πει κανείς, ότι βρισκόμενοι σε ημιάγρια κατάσταση και συχνά αποζώντας από επιδρομές και ληστείες στα πεδινά, αποκτούν μια τραχύτητα και τόλμη που εκτρέφει το φιλελεύθερο και ανυπότακτο πνεύμα. Το πνεύμα αυτό βρίσκεται σε έξαρση στους κλέφτες, στους Σουλιώτες, στους Βαλτινούς, στους Μανιάτες, στους Σφακιανούς, κ.ά. Τις διαφορές του τρόπου ζωής, του χαρακτήρα, από περιοχή σε περιοχή, τις αντιλαμβάνονται ορισμένοι ξένοι που γνωρίζουν τη νεοελληνική πραγματικότητα, όπως π.χ. την έπαρση των Μανιατών απέναντι των άλλων Πελοποννησίων, καθώς και το αντίθετο. Ο βίος των παραπάνω εξηγείται, αν λάβει κανείς υπόψη του την απομόνωσή τους, τη χωριστή επί αιώνες πολιτικοκοινωνική διοίκηση και εξέλιξη τους, που υπέθαλπε το πνεύμα της ανεξαρτησίας και της περηφάνειας, καθώς και τη φτώχεια τους που τους έστρεφε σε αρπαγές, ληστείες και πειρατείες. Γενικά η παραμονή των κατοίκων στα ορεινά τους όπλιζε με κάποιο διαφορετικό ήθος και στάση απέναντι των κατακτητών. Ήταν άλλωστε γνωστή στην Πελοπόννησο η παροιμιακή έκφραση: Ο κάμπος βγάζει άλογα και τα βουνά λεβέντες. Στα βουνά μπορεί να υπάρχει —όχι βέβαια πάντο­τε— εξαγρίωση πολιτιστική, αλλά παρατηρείται ψυχική και σωματική υγεία και τάση προς ανεξαρτησία.

3. Περνώντας κανείς έπειτα από την ηπειρωτική Ελλάδα στα νησιά του Αιγαίου έχει μια άλλη αίσθηση του τοπίου, αλλά και των ανθρώπων, ιδίως την άνοιξη όταν αφήνει τις χαρούμενες πεδιάδες και τους καταπράσινους λόφους του Μόριά και αντικρίζει τις αυχμηρές και έρημες πλαγιές των νησιών. Το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, όταν αποβλέψουμε σε ολοένα και μικρότερες ενότητες, στο Αιγαίο, στα Επτάνησα, στις Βόρειες και Νότιες Σποράδες, στις Κυκλάδες, στα ναυτικά νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά κ.λ.π. Γενικά οι Επτανήσιοι και οι Αιγαιοπελαγίτες εξαιτίας της συχνότερης επικοινωνίας τους με τη Δυτική Ευρώπη (ιδίως Ιταλία και Γαλλία) είχαν υποστεί μικρή ή μεγάλη επίδραση του πολιτισμού τους στην οικοδόμηση των σπιτιών, στα έπιπλα, στη μόρφωση, στον τρόπο ζωής κ.λ.π. Αλλά και μεταξύ τους οι νησιώτες διέφεραν, κατά τον χαρακτήρα, τα ήθη, τα έθιμα, ανάλογα με την καταγωγή και τις πολιτιστικές τους παραδό­ σεις, αν κατάγονταν από Έλληνες ή εξελληνισμένους κατά τη διάρκεια των αιώνων Αλβανούς, Βενετούς, Γενουάτες κ.λ.π. Τα νησιά λοιπόν εξαιτίας της απομονώσεώς τους, του παρτικουλαρισμού τους, παρουσιάζουν την όψη χωριστών κόσμων. Γι᾽ αυτό, ενεργώντας κατά λογική αφαίρεση, δεν μπορούμε να βρούμε ένα τύπο ανθρώπου, που να είναι ο αντιπροσωπευτικός των Αιγαιοπελαγιτών, όπως π.χ. εύκολα βρίσκουμε τον τύπο του Πελοποννησίου ή του Ρουμελιώτη. Αντίθετα στα νησιά έχουμε χωριστούς, κατά μικρές περιοχές τύπους, τον τύπο π.χ. του Κεφαλονίτη, του τολμηρού θαλασσοπόρου, συχνά και πειρατή στον θαλάσσιο του χώρο, ο οποίος κυνηγώντας την τύχη του, ριψοκινδυνεύει ταξίδια και μόνιμες εγκαταστάσεις σε μακρινές ηπείρους, τον τύπο του Υδραίου και του Σπετσιώτη, του απλού, φιλότιμου, γενναίου, καρτερικού, αλλά και του απότομου, σκυθρωπού, αλαζόνα και οξύθυμου, τύπο που τον διαφοροποιούν από τους άλλους νησιώτες, Ψαριανούς π.χ. και Σαμιώτες, η διαφορετική κοινωνική τους οργάνωση με τα ήθη και έθιμα τους, ίσως και οι βιολογικές τους καταβολές. Έχουμε επίσης και τους Χιώτες και τους Κυκλαδίτες, Συριανούς, Σαντορινιούς, Ναξιώτες, που ορισμένοι φέρνουν επάνω τους τα λίγα ή πολλά ίχνη των φράγκικων επιδράσεων. Γενικά στους Αιγαιοπελαγίτες, καθώς και στους Επτανησίους, το φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον, έπαιξε τον κύριο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Τα ίδια θα είχαμε να παρατηρήσουμε προκειμένου να ερμηνεύσουμε και τον χαρακτήρα των Κυπρίων ή των Κρητικών, των απομονωμένων μέσα στον μεγάλο θαλάσσιο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Συγκεκριμένα μέσα στους Κρητικούς —μολονότι όλοι τους κουβαλούν μαζί τους τις ίδιες βιολογικές καταβολές, των Προελλήνων, των αρχαίων Ελλή­νων, των Βυζαντινών με τις προσμείξεις τους με τους Σαρακηνούς, γεγονός που έχει διαμορφώσει έναν ανθρωπολογικό τύπο με λυγερή κορμοστασιά και έξυπνη έκφραση, μια ομοιογενή δηλαδή ανθρωπολογική ενότητα —ξεχωρίζουμε τους ορεινούς και πολεμικούς Σφακιανούς από τους υπόλοιπους κατοίκους.

Οι βιολογικές όμως επιμέρους καταβολές για κάθε ομάδα, μο­λονότι δεν χάνονται απόλυτα κατά τη διαδοχική εξέλιξη και ανάμειξη των γενεών (ορισμένα μάλιστα συστατικά κληροδο­τούνται —κατά αστάθμητες και ανεξακρίβωτες στις λεπτομέ­ρειες διαφοροποιημένες αναλογίες— στο κάθε άτομο), δεν έχουν σχέσεις με τα ψυχικά φαινόμενα που αφορούν τον χαρακτήρα τους.

4. Ο χαρακτήρας λοιπόν των Νεοελλήνων ποικίλλει κατά τόπους, σαν αποτέλεσμα μιας ποικίλης και πολύπλοκης αλληλεπιδράσεως γενετικών παραγόντων και παραγόντων του περιβάλλοντος. Έτσι, ο ορεσίβιος Έλληνας είναι γενικά ανδρείος, ριψοκίνδυνος, δραστήριος, ζωηρός, φίλος της περι­πέτειας και της χαράς, φιλόξενος, μεγαλόψυχος, άστατος. Και για να μιλήσουμε πιο σωστά, πιο συγκεκριμένα, αν θελήσουμε ν᾽ αναζητήσουμε και να εντοπίσουμε τα κύρια και γνήσια χαρακτηριστικά των Νεοελλήνων, θα τα βρούμε οδεύοντας στ᾽ απομακρυσμένα χωριουδάκια ή στα λημέρια των κλεφτών επάνω στα βουνά ή ταξιδεύοντας με τους μισοπειρατές και μισοπατριώτες ναύτες ανάμεσα στα απόμακρα νησιά του Αιγαίου, εκεί όπου οι Έλληνες έμειναν μακριά από τις επιδράσεις των Ευρωπαίων και από τις καταπιέσεις του δεσποτισμού. Εκεί θα βρούμε τους Έλληνες ζωηρούς, περίερ­γους, επιχειρηματικούς, φιλόπονους, εγκρατείς και ευσεβείς κατά τον τρόπο τους, αφοσιωμένους με πάθος στη γενέτειρά τους, φιλομαθείς, γεμάτους ζήλο για τη μόρφωση τη δική τους και των παιδιών τους, και συχνά με τραχιά, αλλά γνήσια αίσθηση της τιμής. Θα τους βρούμε επίσης ματαιόδοξους, άστατους, θορυβώδεις, πονηρούς και δόλιους.

Εκείνος που, αδιαφορώντας για τις βιολογικές καταβολές, θα θελήσει να σταθμίσει τη μεγάλη σημασία των επιδράσεων του σκληρού ή ήπιου πολιτικού κλίματος ενός τόπου, αλλά και γενικά του φυσικού περιβάλλοντος, δεν έχει παρά να στρέψει τα μάτια του προς τη Χίο, για να ιδεί, πώς ένας πληθυσμός, που ζει κάτω από τον ίδιο με τους άλλους ελληνικούς πληθυσμούς ουρανό, επάνω στο ίδιο σχεδόν έδαφος και έχει την ίδια θρησκεία, διαφέρει μολαταύτα απ᾽ αυτούς τόσο, ώστε από τον πανούργο, αγροίκο, άτολμο, αμαθή, δεισιδαίμονα και φτωχό γενικά ραγιά των πεδιάδων να πέφτει στον χρηστό, πολιτισμέ­νο, τολμηρό, φιλόπονο, πνευματώδη, μορφωμένο και πλούσιο Χιώτη. Ό,τι κυρίως ξεχωρίζει τους Χιώτες (μερικοί είναι ματαιόδοξοι για τα πλούτη τους και φανατικοί ορθόδοξοι) από τους άλλους Έλληνες είναι η ιδιαίτερη κλίση τους προς το εμπόριο, η ζωηρή καλαισθησία τους στις τέχνες, η επιθυμία τους για επιχειρήσεις, και γενικά ένα πνεύμα φαιδρό, χαριτωμέ­νο, επιγραμματικό. Μέσα στο άνετο αυτό κοινωνικό περιβάλ­λον δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση, αν ο ίδιος χαρακτήρας, η ίδια ελευθεριότητα, φιλοκαλία και ευπροσηγορία χαρακτηρί­ζει και τις Χιώτισσες, τις ομορφότερες γυναίκες της Ελλάδας και γενικά της Ανατολής, κατά την κρίση Γάλλου φιλέλληνα.

Ακόμη και ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, αυτονόητα και στις επαγγελματικές ομάδες, παρατηρούνται διαφορές, έστω και πρόσκαιρες, που τις γεννούν και τις πλάθουν τα διαφορετι­κά συμφέροντά τους, καθώς και οι επιβαλλόμενοι απ᾽ αυτά αντίστοιχα τρόποι συμπεριφοράς. Έτσι μετά την Επανάσταση του ᾽21 οι ελεύθεροι πια μικρέμποροι και οι βιοτέχνες των κωμοπόλεων ή πόλεων της Πελοποννήσου, που βρίσκονται πολύ κοντά προς την τάξη των χωρικών, είναι εξίσου καλοί με αυτούς και μαζί με τους καλλιεργητές αποτελούν τον λαό με τη στενή σημασία της λέξης. Και αυτός ο λαός έχει πολλές αρετές: είναι χρηστός, δραστήριος, έξυπνος και λιτός. Τις ίδιες αρετές παρατηρούν οι ξένοι και στη Στερεά, ιδίως στην ύπαιθρο, παρά τις καταπιέσεις της δουλείας. Υπεραισιόδοξος μάλιστα Αγγλος φιλέλληνας λέγει ότι οι χωρικοί της Ελλάδας έχουν ίσως και περισσότερες αρετές από των άλλων χωρών της Ευρώπης. Με αυτές τις γνώμες συμφωνεί και ο Byron, που θεωρεί ότι οι αρετές του συνετού και ριψοκίνδυνου αγροτικού λαού (έχει υπόψη του κυρίως τους Ρουμελιώτες) εξαγνίζουν όλους τους άλλους, τους παραχαράκτες των νησιών και τους δόλιους, μηχανορράφους και διαφθαρμένους κατοίκους των πόλεων της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Ώστε, όπως βλέπουμε, δεν υπάρχει ενιαίος εθνικός ελλη­νικός χαρακτήρας, απόλυτα και με ακρίβεια ξεκομμένος, όπως δεν υπάρχει ένας και μόνος ανθρωπολογικά φυλετικός τύπος Ελλήνων. Ωστόσο υπάρχουν κοινά γενικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται σε όλους τους Έλληνες, ανεξάρτητα από τόπους, και τα οποία χαρακτηρίζουν την ενότητα του ελληνι­κού έθνους. Σε όλους τους ξένους κάνει βέβαια εντύπωση η ποικιλία των ελληνικών πληθυσμών και οι παρατηρούμενες μεταξύ τους διαφορές, αλλ᾽ αυτές δεν πρέπει να ενοχλούν τον αναγνώστη ή τον μελετητή. Κανείς λαός δεν αποτελείται από καθαρά ομοιογενή ενωτικά στοιχεία. Οι αναγκαίες προϋποθέ­σεις που διαμορφώνουν και στερεώνουν την ενότητα είναι η θρησκεία, η κοινότητα των ηθών και εθίμων, των συμφερόντων, της γλώσσας και προ πάντων η συνείδηση, η κοινή θέληση των πολιτών ν᾽ ανήκουν στο ίδιο σύνολο, στην ίδια εθνική ομάδα, να έχουν αυτό που ονομάζουμε κοινή εθνική συνείδηση, που όμως αργά αφυπνίζεται —μετά τη γαλλική επανάσταση του 1789— και παίρνει τη γνωστή στους νεώτερους χρόνους ένταση. Οι Έλληνες όμως ειδικά, ξεχωριστά από τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, είχαν —ιδίως οι λόγιοι— μετά την Αλωση ένα πλήθος από ιστορικές αναμνήσεις και συνείδηση, μπορούμε να πούμε, ότι αντιπροσωπεύουν τα «λείψανα της αρχαίας Ελλάδας», ότι ανήκουν στο ίδιο Γένος, ότι οι ρίζες τους βρίσκονται στο δοξασμένο αρχαιοελληνικό παρελθόν —ιδέες που δυναμώνουν όσο προχωρούμε προς το 1821 και οι οποίες μαζί με την ενιαία και μοναδική στον κόσμο γλώσσα τους αποτελούν σπουδαία χαρακτηριστικά στοιχεία δεσμού και συνοχής των κατά τόπους πληθυσμών.

Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι υπάρχει ποικιλία πληθυσμών, περιβάλλοντος και κοινωνικών συνθηκών στην Ελλάδα, αλλά παρατηρούνται και κοινά μεταξύ τους γνωρίσματα, η ίδια ιστορική συνείδηση, η ίδια ατμόσφαιρα και προ πάντων η ίδια μεγάλη αντάρα, η κοινή δουλεία, η σκληρή σκλαβιά, που σκεπάζει όλους εξίσου τους Έλληνες και προς την οποία όλοι αντιδρούν μάλλον με τον ίδιο τρόπο, αν και διαφέρουν από τόπο σε τόπο, όπως άλλωστε είχε παρατηρήσει κιόλας προς τα τέλη του 18ου αιώνα ο περιηγητής βαρόνος Riedesel, καθώς αργότερα και ο συνάδελφός του Άγγλος Eton, που καθόριζε κατηγορηματικά ότι: οι Έλληνες αποτελούν ένα λαό, ή καλύτερα ένα έθνος (όπως θέλει να ειπεί), όπως τον αντικρίζουν πολλοί ξένοι και όχι πολλούς λαούς (έθνη), όπως νομίζουν ορισμένοι παρασυρμένοι από τις κατά τόπους διαφορές των πληθυσμών. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους προστέθηκε κατά την Επανάσταση και ο Byron, ο οποίος διέβλεπε στους Έλληνες διάφορα φύλα, που δεν είχαν τίποτε το κοινό ανάμεσά τους παρά μόνο την ίδια πίστη και το ίδιο μίσος εναντίον των Τούρκων. Ο ίδιος πίστευε ότι ο ελληνικός λαός που αγωνίζεται για την ελευθερία του είναι ένα ανάμεικτο έθνος από διάφορα φύλα (a mixed race of various tribes of men) με διαφορετικά εμφανή συμφέροντα και διαφορετικές αντιλήψεις, φύλα που διαφέρουν και μισούνται μεταξύ τους περισσότερο παρά με τους Τούρκους. Επομένως δεν πρέπει να εννοούμε με το όνομα Ελλάδα μια χώρα και με το όνομα Έλληνες ένα λαό, ολοκληρω­μένο, ενωμένο και μοναδικό. Οι κρίσεις αυτές του Byron δεν πρέπει να μας παραξενεύουν, αν σκεφθεί κανείς ότι ο ποιητής, αφότου κουρασμένος ψυχικά και σωματικά από την ακατάστα­τη ζωή του στην Ιταλία κατέβηκε στην Κεφαλονιά και απ᾽ εκεί στο Μεσολόγγι, βρέθηκε πνιγμένος μέσα στις ποικίλες οξύτατα αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες και στρατιωτικές ομάδες από κάθε γωνιά της Ελλάδας με τις έκτυπες αντιθέσεις ηθών, εθίμων, συμφερόντων και φιλοδοξιών, ομάδες οι οποίες είχαν αποδυθεί σ᾽ έναν εμπαθή αγώνα για να προσελκύσουν την προσοχή του, για να εξεύρουν χρηματικούς πόρους και για να επικρατήσουν στη σκηνή, αγώνα που ερεθίζει το κουρασμένο νευρικό του σύστημα, όπως το διαπιστώνει κανείς ρίχνοντας μια ματιά στην ιστορία των τελευταίων ημερών της ζωής του μέσα στη λιμνοθάλασσα.

Εκτός από τον παραπάνω μνημονευμένο Riedesel, ο Γερμα­νός φιλέλληνας von Byern αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της ενότητας του ελληνικού λαού με μεγάλη οξύνοια (και μάλιστα στη διάρκεια του μεγάλου θορύβου που είχε προκαλέσει στον επιστημονικό κόσμο η θεωρία του Fallmerayer) παρατηρούσε ότι «μολονότι την αρχαία αξιοσέβαστη Ελλάδα την αναγνωρί­ζει κανείς σαν κοινή φυλετική μητέρα όλων αυτών των πληθυσμών με τις ξεχωριστές ατομικές ιδιεταιρότητες (Individua­ litäten), που παραλλάσσουν οι μεν από τις δε, δηλ. των Πελοποννησίων, Ρουμελιωτών, των ραγιάδων στην Ανατολή και στην Αίγυπτο, των Κυκλαδιτών και των μαλθακών Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη, εντούτοις αρκεί μια επιπόλαια παρατήρηση, για να μας επιτρέψει να ξαναβρούμε ότι μέσ᾽ από όλους αυτούς διήκει ένας κάποιος τύπος εθνότητας, αν και αυτός έχει αλλοιωθεί ποικιλότροπα εξαιτίας πολλαπλών αιτίων που επιδρούν από μέσα και απ’ έξω».

Αυτού του τύπου της εθνότητας τα γενικά κοινά χαρακτη­ριστικά πρέπει τώρα να τα αναζητήσουμε και να τα διερευνήσουμε συστηματικά, αφού ώς τώρα εξετάσαμε και προσπαθήσα­με να καθορίσουμε δειγματοληπτικά μερικά από τα ειδικά κατά περιοχές χαρακτηριστικά ορισμένων ελληνικών πληθυσμών. Πιστεύω ότι εν συνεχεία στηριζόμενοι σε πολλές και θετικές κατ᾽ επιλογήν μαρτυρίες των αιώνων και εφαρμόζοντας μια αυστηρή ιστορικοκοινωνιολογική κριτική θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ορισμένα όσο το δυνατόν πειστικά συμπερά­σματα, και ν᾽ αποδείξουμε ότι μια τέτοια εργασία με στόχο τον καθορισμό του εθνικού χαρακτήρα των Νεοελλήνων έχει βέβαια επιστημονική αξία, αλλά πολύ μεγαλύτερη πρακτική, κοινωνική και ιδίως παιδαγωγική. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά ή χαρακτηριστικές φράσεις τους μεταφέρονται κάποτε κατά λέξη, όταν είναι ανάγκη να μη χαθούν ορισμένες λεπτές αποχρώσεις, που αποδιδόμενες με δικά μου λόγια ίσως ν’ αλλοίωναν κάπως το γνήσιο ύφος ή και το νόημα του συγγραφέα.

Και πρώτα-πρώτα ας στρέψουμε την προσοχή μας στις γνώμες και στα συμπεράσματα σοβαρών ξένων μελετητών του ελληνικού χαρακτήρα, αγωνιστών και ιστορικών.

4. Οι γνώμες δοκίμων ξένων μελετητών για τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων σε συνάρτηση με τον αντίστοιχο των Βυζαντινών και των Αρχαίων

1. Από το πλήθος των ξένων που κατέβηκαν στην Ελλάδα και έμειναν για αρκετό διάστημα, ώστε να γνωρίσουν κάπως τον λαό της, ξεχωρίζω κυρίως εκείνους που είχαν και κάποια ανθρωπιστική μόρφωση, που να τους διευκολύνει στη σύγκρι­σή τους με τους αρχαίους προγόνους των. Ανατρέχοντας λοιπόν στην εποχή του διαφωτισμού συναντώ τον Ιταλό περιηγητή Xavier Scrofani, θετικό παρατηρητή, που υπογραμ­μίζει ορισμένα κοινά σημεία, τη ματαιοδοξία, την ευστροφία, την κακοπιστία και την εκδικητικότητα, καθώς και τον περισσότε­ρο αναλυτικό σύγχρονό του Γάλλο κλασσικό φιλόλογο J. Β. d’Anse de Villoison, άριστο γνώστη της αρχαίας Ελλάδας, που επισημαίνει κυρίως ελαττώματα (για ορισμένα απ᾽ αυτά προστρέ­χει και σε μαρτυρίες των Ρωμαίων), την τάση δηλαδή για αδέσμευτη ελευθερία, την επιθυμία της αλλαγής, το «νεωτερίζειν», την εχθρότητα προς τους ομότεχνους των, αλλά και προς τους συμπατριώτες τους. Συγκεκριμένα γράφει ότι οι Έλληνες περνούν τον καιρό τους μισώντας ή συκοφαντώντας ο ένας τον άλλον ή και κατηγορώντας τον στους Τούρκους. Και βγάζει το μεγάλο, αλλ᾽ αναφομοίωτο ακόμη από τους Έλληνες δίδαγμα ότι όλες οι συμφορές τους προέρχονται από τον μεταξύ τους φθόνο, από τη διχόνοιά τους. Και γι’ απόδειξη φέρνει τον Λακεδαιμόνιο Παυσανία.

Για να ανιχνεύσουμε όμως καλύτερα τον χαρακτήρα των Ελλήνων, πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε τα γενικά πλαίσια, μέσα στα οποία θα μπορέσουμε να κινηθούμε, για να μπορέσουμε να τους εντάξουμε και να τους εξετάσουμε. Και απ᾽ αυτή την άποψη πολύτιμοι οδηγοί στις αναζητήσεις μας θα μας είναι δυο μορφωμένοι και ευφυείς ξένοι αγωνιστές του ᾽21, ο Αμερικανός Samuel Gridley Howe και ο Σκώτος Thomas Gordon, αντικειμενικοί κριτές και ιστορικοί και οι δύο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η γνώμη τους έχει βαρύτητα θετι­κή, επιστημονική, επειδή έμειναν πολλά χρόνια στην Ελλάδα, έζησαν και κατανόησαν τις δυσκολίες της και γνώρισαν καλά τους κατοίκους αυτούς καθαυτούς και συγκριτικά με τους αρχαίους, όσο βέβαια μπόρεσε να τους βοηθήσει η χουμανιστική τους μόρφωση. Τρίτος φιλέλληνας αγωνιστής και ιστορικός επίσης της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο George Finlay, δεν μπορεί να μας προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες, γιατί δεν τον απασχολεί καθόλου το θέμα αυτό, μολονότι ορισμένες κρίσεις του για τον χαρακτήρα των Ελλήνων τις διασπείρει σε διάφορα σημεία του έργου και τις οποίες θα ιδούμε στα κατάλληλα σημεία.

Ο πρώτος λοιπόν, ο Howe, παρατηρεί ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη της καταγωγής των Νέων Ελλήνων από τους αρχαίους από το ότι οι απόγονοι χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα με τους προγόνους των και ότι η γλώσσα αυτή έχει πολύ λιγότερη φθορά από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα· ότι πάρα πολλά τοπωνύμια έμειναν τα ίδια· ότι κατοικούν τους ίδιους τόπους· ότι κρατούν πολλές από τις προλήψεις, τους τρόπους και τα ήθη των αρχαίων Ελλήνων. Και προσθέτει τονίζοντας περισσότερο τις αρετές: αν θέλει κανείς πιο πολλές ενδείξεις για τις ομοιότητες αρχαίων και νέων Ελλήνων, μπορεί να τις βρει στην ίδια τη φυσική τους όψη και στον ίδιο τον χαρακτήρα του λαού, στη φυσική ευστροφία του νου, στην αγάπη για τη μάθηση, στην προσκόλληση στην πατρίδα, στη ζωηρότητα, στην αστάθειά του και στους δόλους του.

Ο Σκώτος κριτής, ο Gordon, ο καλύτερος ιστορικός της Επαναστάσεως, προχωρεί βαθύτερα στην εξέταση του θέματος, γιατί (εκτός από τις άλλες σκορπισμένες εδώ κι᾽ εκεί σύντομες κρίσεις του για τον χαρακτήρα των Ελλήνων), πρόδρομος των σύγχρονων ψυχολόγων και κοινωνιολόγων, έχοντας πιθανώς υπόψη του και τις γνωστές μας γνώμες του David Hume, τονίζει την επίδραση των κλιματολογικών συνθηκών και γενικά του φυσικού και του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, στο οποίο αποδίδει και τη μεγαλύτερη σημασία: «…υπάρχουν, γράφει, μέσα στο κλίμα, ή στο περιβάλλον των διαφόρων χωρών, κρυμμένες ορισμένες επιδράσεις που ασκούν ισχυρή επιρροή πάνω στον χαρακτήρα των εθνών, αλλά εκείνο που διαμορφώ­ νει τους τρόπους που εμφανίζουν αυτόν τον χαρακτήρα είναι οι ευνοϊκές ή δυσχερείς πολιτικές περιστάσεις».

Ας σημειωθεί ότι τη δυνατή επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση κοινών εθνικών χαρακτηριστι­ κών σε οποιοδήποτε λαό, και στην προκείμενη περίπτωση ειδικά στον ελληνικό, υπογραμμίζει αργότερα και ο χαλκέντε­ρος Γερμανός ιστορικός του περασμένου αιώνα G. G. Gervinus (1805-1871): «Επάνω στη θαυμαστά διαμορφωμένη αυτή χώρα, γράφει, που συνενώνει σέ μικρογραφία όλα τα προτερήματα της Ευρώπης σε πεμπτουσία, που με τους ορεινούς της λαβυρίνθους και με τους άπειρους όρμους της μπόρεσε να χαράξει στους κατοίκους της τις έξοχες ιδιότητες ενός ορεινού μαζί και ναυτικού λαού, φαίνεται ν’ αναπαύεται ένας εγχώριος αγαθοδαίμονας (Genius), που και στους νεώτερους κατοίκους αυτού του εδάφους, όπως και στους παλιούς, ήταν πεπρωμένο να χαρίσει, με τους ίδιους όρους ζωής, τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά του εθνικού βίου, ακόμη και αν δεν θα είχαν μεταξύ τους κανενός είδους συγγενικές σχέσεις», υπαινισσόμενος ασφαλώς τον θόρυβο που είχε προκαλέσει στην Ευρώπη η θεωρία του Fallmerayer.

Επανερχόμενος στον Gordon παρατηρώ ότι ο Σκώτος ιστορικός παραδέχεται την ύπαρξη ορισμένων γενικών τυπικών χαρακτηριστικών στους Έλληνες (πρβλ. και γνώμη του Μαυροκορδάτου· «εις όλα τα μέρη τον αυτόν χαρακτήρα έχουν οι Έλληνες»), τα πολλά και ολοφάνερα κοινά γνωρίσματα που τους ενώνουν με τους αρχαίους προγόνους των: «την ίδια ευφυία και ευελιξία πνεύματος, συνδυασμένη με δίψα γνώσης και προκοπής, την ίδια άμιλλα στις επιδιώξεις, την ίδια αγάπη για τους νεωτερισμούς, δηλαδή για αλλαγή και την περιπέ­τεια, την ίδια ματαιοδοξία, φλυαρία, ακούραστη φιλοδοξία και λεπτολογία…». Την εθνική ευφυία, που αντιστέκεται στις συμφορές της πατρίδας τους, την είχε επισημάνει παλιότερα και ο περιηγητής Choiseul – Gouffier, και την επιβεβαιώνει με τη δική του εμπειρία ο Αμερικανός φιλέλληνας George Jarvis, που από τον πρώτο κιόλας χρόνο της Επαναστάσεως βρίσκεται στο πλευρό των Ελλήνων και γεμάτος κατανόηση αντικρίζει και ερμηνεύει τα προβλήματά τους.

2. Ως προς τη σχέση των νέων Ελλήνων με τους αρχαίους είχα και άλλοτε την ευκαιρία να διατυπώσω τη γνώμη μου και να υποστηρίξω ότι οι εθνολογικές και φυλετικές διασταυρώσεις του παρελθόντος δεν είχαν την τεράστια έκταση που τις απέδωσαν γι᾽ αυτό και δεν εμπόδισαν τη δημιουργία του νέου ελληνικού έθνους γύρω από τον πανάρχαιο δυνατό φυλετικό πυρήνα που αφομοίωσε κατά καιρούς τους επιδρομείς ή εποίκους ώς τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Από την άποψη αυτή ορθά, νομίζω, αντιμετώπισε το πρόβλημα της καταγωγής των Νεοελλήνων αυτός ο ίδιος ο ιδρυτής της θεωρίας για τη φυλετική καθαρότητα των Αρείων (και αυτό έχει μεγάλη σημασία λεγόμενο μετά τον θόρυβο που είχε προκαλέσει η θεωρία του Fallmerayer), ο κόμης de Gobineau, που αποφάνθηκε ότι οι Έλληνες, το τελευταίο κατάλοιπο της γενικής διαδικασίας συγχωνεύσεως και αφομοιώσεως της αρ­χαίας κοινωνίας, που κατέληξε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αντιπροσωπεύουν αυτό που απέμεινε επάνω στη γη από μια μεγάλη κοινωνία «βασισμένη στην ισότητα ενός κοινού νόμου, στη χρήση όλων των δυνάμεων των αναγκαίων για την τελειοποίηση της υλικής ζωής…». Και απαντώντας σε μια λογική απορία που θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί —«τί έγιναν οι αρχαίοι λαοί ή πληθυσμοί, με τους οποίους οι Έλληνες ήλθαν σε επαφή;»— λέγει ότι κατά τη διάρκεια των αλλοεθνικών διεισδύσεων ο αρχαιοελληνικός βασικός πυρήνας δεν αφέθηκε ν᾽ απορροφηθεί από τα ξένα στοιχεία, αλλ᾽ αντίθετα τα απορρόφησε ο ίδιος, χωρίς μολαταύτα ν’ απορρίψει ό,τι θα μπορούσε να τον ενισχύσει και να τον ωφελήσει. Και έτσι, έγινε και αποδείχθηκε ένα αμάλγαμα πολυσύνθετο, αλλ᾽ ανθεκτικό, προικισμένο με μεγάλη ευλυγισία, που απωθούσε με τη δραστηριότητα των καθαρών φυλών κάθε τάση για νέα συγχώνευση με οποιοδήποτε άλλο νέο πληθυσμιακό στοιχείο. Ουσιαστικά το πρόβλημα της καταγωγής τους το είχε λύσει από τότε ο Gobineau, πρόβλημα όμως που με τον θόρυβο που είχε προκαλέσει δημιουργούσε και ένα πειρασμό για μεγάλους και μικρούς ιστορικούς για την αναίρεσή του, ώσπου τελικά στα τελευταία χρόνια να γίνει και γύμνασμα ασφαλές για θόρυβο και δόξα σε ορισμένους ιστορικούς της βυζαντινής ιστορίας, εφόσον μάλι­στα τις επ᾽ άπειρον αλλεπάλληλες προσμείξεις των Ελλήνων με τα ολιγάριθμα ξένα φύλα που εποικίστηκαν στην Ελλάδα και αφομοιώθηκαν από τους κατοίκους της δεν είναι δυνατόν να τις καθορίσει η βιοχημεία κατά ποσοστά.

Την καταγωγή των Ελλήνων από τους αρχαίους την παραδέχεται και αυτός ακόμη ο γνωστός για τη σάτιρά του σε βάρος του νεοελληνικού μετεπαναστατικού κόσμου, ο Edmond About, ο οποίος νομίζει ότι ο ελληνικός λαός φυλετικά δεν έχει παρά λίγο μόνο εκφυλιστεί και θεωρεί παράδοξη τη σχολή (εννοεί του Fallmerayer) —και αυτό έχει επίσης σημασία— που δεν βρίσκει Έλληνες στην Ελλάδα, ενώ ο Γερμανός ιστορικός Karl Mendelssohn Bartholdy και ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Τάκερμαν, την ίδια περίπου εποχή, επιβεβαιώνουν τη γνώμη του About γράφοντας ότι οι σύγχρο­νοι Έλληνες έχουν λαϊκές δοξασίες, ήθη και έθιμα (το υπογραμμίζει ο πρώτος αρκετά), που ανάγονται στους αρχαίους, καθώς και άλλα επί πλέον χαρακτηριστικά που δεν παρουσιά­ζονται με τον ίδιο βαθμό σε άλλα σύγχρονα έθνη. Και αυτά είναι: η περιέργεια, η φιλοδοξία, η πανουργία κ.λ., και το περιεργότατο η ελληνική γλώσσα που αλλοιώθηκε ελάχιστα, αλλά και ο τύπος της φυσικής καλλονής που θυμίζει τα περιγράμματα των αρχαίων αγαλμάτων και τα χαρακτηριστικά των αρχαίων ηρώων. Και ο Pouqueville παρατηρεί· «Όπως στους ακρωτηριασμένους κορμούς της σχολής του Φειδία, όπου ξαναβρίσκει κανείς τα σημάδια του ιδανικού κάλλους, έτσι και στα χαρακτηριστικά των Ελλήνων που δυο φορές υποδουλώθηκαν, ξεχωρίζει την ευγενική τους καταγωγή».

Τον αρχαίο ελληνικό τύπο μέσα στη σύγχρονή του Ελλάδα τον αναγνωρίζει και ο About, ενώ ο συμπατριώτης του αξιωματικός του ναυτικού D’ Orves πριν από 130 περίπου χρόνια, τον Δεκέμβριο του 1728, έγραφε χαρακτηριστικά σε κάποιο φίλο του· «αν δεν βρήκα στην Κίμωλο αρχαία μνημεία, συνάντησα όμως στους δρόμους της πολλές νέες αποδείξεις για την ομορφιά των γυναικών της αρχαίας Ελλάδας, ωραία ζωντανά γυναικεία κεφάλια με ωραία και μεγάλα μάτια».

Αλλά και ο βιογράφος του Κοραή, ο Δ. Θερειανός, έχοντας υπόψη του την εμφύλια ρήξη του 1823-1824 και τη γνώμη ότι ό,τι έγινε τότε γινόταν και στην αρχαία Ελλάδα, λέγει ότι η φύση των Ελλήνων είναι «αμετάλλακτος» προστρέχοντας στη μαρτυρία του μεγάλου Γερμανού φιλολόγου Ph. Aug. Boeckh (1785-1867): «Άδικοι, φιλοχρήματοι και υπερφίλαυτοι εφάνησαν ανέκαθεν οι άνθρωποι, και προ πάντων οι Έλληνες. Υπό της φιλαυτίας και της ιδιωφελείας οιστρηλατούμενοι, έπραττον πάντα, θεμιτά τε και αθέμιτα, όπως κορέσωσι τα πάθη των. Ο αμερόληπτος παρατηρητής, ο μη παραφερόμενος υπό των υψηλών πλεονεκτημάτων της ελληνικής διανοίας και ικανός ων να εξαγγείλη άπταιστον ηθικήν κρίσιν, εξετάζων την ιστορίαν των Ελλήνων, θα διίδη ακόλαστόν τινα και συγκεχυμένον φατριαστικόν βίον, θα ανεύρη εν τη πολιτεία ύφασμα αγρίων παθών και φαυλοτάτων ορέξεων, το δε χείριστον θα παρατηρήση εν τω φρονήματι του λαού τραχύτητα, ωμότητα και ηθικού αισθήματος έλλειψιν». Οι παρατηρήσεις όμως αυτές δεν έχουν γενική ισχύ. Υπάρχουν, όπως γράφει ο Πλούταρχος, και «άριστοι και καθαρώτατοι Έλληνες», που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τον Κοριολανό ως προς την «σωφροσύνην» και «χρημάτων εγκράτειαν».

Οι κρίσεις του Boeckh, βασιζόμενες σε αρχαίες ελληνικές πηγές, μπορεί να είναι σκληρές αλλά είναι εύστοχες. Η «υπερφιλαυτία», το υπερεγώ, του Έλληνα κυριαρχεί και το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον», κατά τον Πρωτα­γόρα. Αυτό το έντονο εγώ (στην ευγενική του ανέλιξη), που ακονίζει τη σκέψη και οικοδομεί, αυτό το εγώ που έκανε τους Έλληνες να ιδούν τον κόσμο πρώτοι με τα δικά τους μάτια και όχι με των άλλων, αυτό το ίδιο είναι εκείνο που στη φθοροποιά δράση του γκρέμισε και διέλυσε τις μεγάλες πολιτείες τους. Το «αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο» εγώ των Ελλήνων υπογραμμίζει και ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος, καθώς και ο Ρωμαίος ιστορι­κός Τάκιτος, που γράφει ότι οι Έλληνες δεν μπορούν να ανεχθούν ούτε την ελευθερία ούτε και τη σκλαβιά (nec libertatem nec servitutem pati possunt), χαρακτηριστική φράση που δηλώνει επιγραμματικά τον ανήσυχο γενικά, τον κινητικό, τον ανικανοποίητο, τον ανοικονόμητο χαρακτήρα των Ελλή­νων (πρβλ. και τη νεοελληνική παροιμία: ούτε στο σακκί ούτε στο σακκούλι). Και συμφωνεί μαζί τους και ο Γάλλος ελληνι­στής του τέλους του 18ου αι. J. Β. d’Anse de Villoison. To ελεύθερο φρόνημα των Ελλήνων το υπογραμμίζει και ο Έλληνας συγγραφέας Αίλιος Αριστείδης (125π.Χ.-;).

Όπως είδαμε, ο Θερειανός, παρακινούμενος από τη μαρτυρία του Boeckh για τα ελαττώματα των αρχαίων Ελλήνων, διαβλέπει και εντοπίζει στους σύγχρονούς του συμπατριώτες παρόμοια συμπτώματα και επομένως διαπιστώνει συνεχή την πορεία του έθνους από την αρχαιότητα ώς σήμερα, δηλαδή την ίδια εθνική ταυτότητα στο πέρασμα των αιώνων. Αυτό όμως είναι και το μεγάλο ερώτημα, το μεγάλο πρόβλημα για μας: είναι η φύση των Ελλήνων «αμετάλλακτος», όπως παρατηρού­σε ο Θερειανός και πρόσφατα, όπως είδαμε, ο Churcill; Οι δύο αλλεπάλληλες κατακτήσεις, ή ρωμαϊκή και η πολύ σκληρότε­ρη τουρκική δεν έφεραν καμιά ποσοτική αλλαγή; Και αυτό ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε στα κατοπινά κεφάλαια.

5. Επιδράσεις της ρωμαϊκής και τουρκικής κατακτήσεως στον χαρακτήρα των Ελλήνων – Έξαρση των ελαττωμάτων κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατακτήσεως

α) Βαθμιαία κατάπτωση των Ελλήνων επί ρωμαιοκρατίας. Αναμνήσεις των «περασμένων μεγαλείων» και έπαρσή τους γι’αυτά. Η διαμόρφωση του τύπου του Γραικύλου (Graeculi).

1. Είναι άραγε δυνατόν, ανάλογα με τις μεταβολές των συνθηκών της ζωής των Ελλήνων και συγκεκριμένα με τις επιδράσεις της ρωμαϊκής και ιδίως της τουρκικής σκλαβιάς, να διαπιστώσουμε την κατά ποιότητα ή ποσότητα μετάπλαση και διαφοροποίηση των εθνικών γνωρισμάτων τους ή τη δημιουρ­γία νέων, και τέλος να καταλήξουμε σε ορισμένα γενικά πορίσματα; Και πραγματικά ποιές άλλες μπορεί να είναι οι κύριες αιτίες για ψυχοσωματικές μεταβολές ενός λαού παρά η σκλαβιά και η φτώχεια του, αιτίες που καταπιέζουν βασικές ανάγκες της ζωής, αφήνουν τη γεύση της πίκρας και εμποδί­ζουν τη γένεση και την ανάπτυξη κάθε «καλού» μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία;

Από την αρχή κιόλας της ρωμαιοκρατίας τα κύρια χαρα­κτηριστικά, που αποτυπώνονται στην ψυχή των Ελλήνων και μένουν σαν ιζήματα μέσα της σε μικρά ή μεγάλα ποσοστά κατά τόπους και χρόνους, ανάλογα με τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, είναι, όπως θα ιδούμε διεξοδικότερα στο προσεχές κεφάλαιο, η ανάμνηση των «περασμένων μεγα­λείων», το όραμα της αρχαίας Ελλάδας, οπτασία, που τους κυνηγά αδιάκοπα, καθώς και η δεμένη μαζί της οίηση για την καταγωγή τους. Κρύβουν μέσα τους περηφάνεια και υπεροψία οι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, και τώρα, χαμηλά πεσμένοι, δεν μπορούν να ξεχάσουν τη δοξασμένη καταγωγή τους, πώς ήταν κάποτε και πώς έχουν καταντήσει τώρα. Ιδίως κατά τον 2ο και 3ο μ.X. αιώνα οι Έλληνες της ανώτερης κοινωνικής τάξης, της αστικής, έχουν πάντα εμπρός στα μάτια τους την εξιδανικευμένη εικόνα της κλασσικής Ελλάδας, αναφέρονται συχνά σ’ αυτήν, δίνουν στα παιδιά τους τα ονόματα ένδοξων ανδρών, ή προσπαθούν να συνδεθούν μαζί τους με τα νήματα της δήθεν καταγωγής τους απ’ αυτούς κ.λ. Και οι αναμνή­σεις αυτές είναι οι σπίθες που τους καίουν και θα τους καίουν κατά εποχές —με ιδιαίτερη μάλιστα ένταση επί τουρκοκρατίας κατά τη διάρκεια του φωτισμού του Γένους— ώς τα χρόνια της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. «Στοχασθήτε τίνων απόγο­νοι είσθε!» φωνάζει στους Έλληνες πριν απ᾽ αυτήν ο Αθανά­σιος Ψαλίδας. Αυτές οι σπίθες φαίνεται κάποτε να σβήνουν, αλλά ποτέ δεν εξαφανίζονται. Είναι ένα φαινόμενο που πρέπει να το συλλάβουμε σε όλη του την έκταση και στη διάρκεια των αιώνων. Τότε θα καταλάβουμε, γιατί οι Έλληνες δέχτηκαν σαν βαρύ πλήγμα του γοήτρου τους, σαν προσωπική προσβολή, θα λέγαμε, τη θεωρία του Fallmerayer. Αυτή και μόνη η πανάρχαια ευαισθησία καταρρίπτει όλες τις φαλμεραϊκές ή νεοφαλμερογενείς θεωρίες.

Από την αρχή κιόλας της ρωμαϊκής κατακτήσεως οι ατίθασοι Έλληνες δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει πως έχουν χάσει την κοσμική εξουσία, την κυριαρχία της «οικουμέ­νης», και πως το κέντρο του βάρους του κόσμου έχει μετατοπιστεί από την Αθήνα στη Ρώμη· δεν έχουν ακόμη συμφιλιωθεί με την ιδέα της υποταγής. Θα έλεγε κανείς ότι αυτοί είναι οι πρώτοι αδιάλλακτοι, οι πρώτοι φλύαροι πνευμα­τικοί και πολιτικοί αντιστασιακοί, που δεν έχουν ακόμη συνηθίσει στις συνθήκες ζωής μέσα στα νέα πολιτικά πλαίσια, αυτοί που εξακολουθούν, κατά την έκφραση του Ρωμαίου συγκλητικού, να είναι οι «παλληκαράδες της πολιτικής», οι νέοι ηγέτες «που δεν καταλαβαίνουν ότι είναι γελοίο να έχεις το ύφος του δυνατού και του τρανού, όταν από καιρό έχεις πάψει να είσαι». Και αυτοί θα απειλούν τους κατά τόπους Ρωμαίους αξιωματούχους ότι θα στείλουν πρέσβεις στη Ρώμη, για να παραπονεθούν ή να διεκδικήσουν την αυτοτέλειά τους, αλλά οι περισσότεροι θα είναι ευχαριστημένοι με τα περιθώρια της ελευθερίας που τους έχουν αφήσει οι δυνάστες τους. Οι πιο φωτισμένοι μάλιστα Έλληνες ξέρουν, πως αν άλλοι τους είχαν υποτάξει, θα τους είχαν περιορίσει σε πολύ πιο στενά πλαίσια πολιτικής δράσης. Και αυτή η τακτική των Ρωμαίων, αυτή η ψύχραιμη αυτοσυγκράτηση και η μετρημένη επιβολή και εκμετάλλευση της εξουσίας ήταν το κορύφωμα της εξωτερικής τους πολιτικής, που και ο Έλληνας συγγραφέας Αίλιος Αριστείδης την εξαιρεί σε πανηγυρικό του λόγο για τη Ρώμη, όταν την αντιπαραβάλλει προς τα πολιτικά σφάλματα των Ελλήνων. Η πολιτική λοιπόν της Ρώμης επαινείται και εξιδανικεύεται, οι Έλληνες βαθμιαία προσαρμόζονται στη ρωμαϊκή κυριαρχία, και η εθνική και ιστορική συνείδησή τους συνεχώς αδυνατίζει. Εμφανίζονται και οι φιλορωμαίοι Έλλη­νες με εκπροσώπους και στην ελληνική ιστοριογραφία, οι οποίοι τονίζουν την «καλήν προαίρεσιν» των Ρωμαίων (Πολύ­βιος) ή την «φιλανθρωπίαν» και «μετριότητα» της Ρώμης. Ακόμη ο Διόδωρος ο Αλικαρνασσέας επαινεί το πολιτικό ήθος των Ρωμαίων, που το αντιπαραθέτει προς το κατώτερο των Ελλήνων, και τονίζει ότι η φιλοδοξία των Ρωμαίων πολιτικών δεν συνοδεύε­ται από φθόνο, αλλ᾽ αποβλέπει στο γενικό συμφέρον και όχι στο μερικό, όπως στην Ελλάδα. Γι᾽ αυτό και πραγματοποίησαν μεγάλα επιτεύγματα.

Η ρωμαϊκή όμως κατοχή δεν παύει να είναι σκλαβιά. Και τα φωτεινά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των Ελλήνων συνεχώς μικραίνουν, ενώ τα σκοτεινά όλο και μεγαλώνουν. Οι απόγονοι του Θουκυδίδη και του Περικλή χάνουν διαρκώς κάτι από τη λαμπηδόνα των προγόνων τους. Και ο «θανάσιμος» κατήφορος δεν φαίνεται ότι είναι δυνατόν κάπου να σταματή­σει, γεγονός που κάνει τον Ρωμαίο συγκλητικό Άπιο να συλλογίζεται μελαγχολικά —μέσα στα πρώιμα σημάδια της παρακμής της αυτοκρατορίας— και την προσεχή παρόμοια φορά των Ρωμαίων, δηλαδή την πτώση του ρωμαϊκού κράτους: «Όσο περνούν οι αιώνες, τόσο κι᾽ εμείς και οι λαοί που κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές, ώσπου μια μέρα να μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στη μόνωση των μικρών εαυτών μας ».

2. Μολαταύτα από την εποχή εκείνη, αλλά κυρίως από τότε που περισσεύουν οι αδικίες και οι καταχρήσεις των Ρωμαίων σε βάρος των κατακτημένων, πρέπει να σχηματίστηκε ο τύπος του Γραικύλου, με την αβυσσαλέα πολυσύνθετη ψυχή του, που χαρακτηρίζεται από λογής-λογής αντιφάσεις. Τις αντιφάσεις αυτές θα τις βρίσκουμε πάντοτε, θ᾽ ανακαλύπτουμε δηλαδή συνεχώς τον τύπο του Πρωτέα, τον τύπο που παρουσιά­ζεται διαφορετικός σε διαφορετικές στιγμές και περιπτώσεις, άλλοτε ξεπεσμένος και μικρός Έλληνας (Graeculus, Γραικύλος) και άλλοτε πραγματικός Έλληνας, άλλοτε αργόσχολος και κόλακας και άλλοτε περήφανος, ανδρείος και άξιος μαχητής στον πόλεμο, όπως το ομολογούν οι περισσότεροι Ρωμαίοι συγγραφείς, τονίζοντας ιδίως τις νίκες των Ελλήνων στον Μαραθώνα (490π.Χ.) και στη Σαλαμίνα (480π.Χ.), αν και τους θεωρούν κατώτερους στα πολεμικά από τους συμπατριώτες τους. Ιδιαίτερη βέβαια εκτίμηση και σεβασμό τρέφουν προς την προσωπικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα μεγάλα κατορθώματά του. Αλλά και στον καιρό της ειρήνης, αναγνωρίζουν οι Ρωμαίοι, ότι οι Έλληνες είναι τολμηροί· αναλαμβάνουν μεγάλα και επικίνδυνα εμπορικά ταξίδια στην ξενητιά ή εξερευνητικά για την ανακάλυψη των μυστηρίων του άγνωστου. «Ο Έλληνας, βεβαιώνει ο Μενένιος Άπιος τον Ατίλιο Νάβιο, τόλμησε τέτοια που εμείς δεν θα τολμούσαμε ποτέ και θεμελίωσε για αιώνες αποικίες έξω από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα, μέσα στα χιόνια της Σκυθίας· και στον καιρό μας ακόμη Έλληνες δεν είναι εκείνοι που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν στη χώρα των Ινδών και στις έμπυρες χώρες πιο κάτω από τη γη των Αιθιόπων; Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο Έλληνας; Επειδή είναι γενναίος ο Έλληνας, είναι και παίκτης. Παίζει την περιουσία του, τη ζωή του και κάποτε και την τιμή του. Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος, για να δρα μόνος, για να μάχεται μόνος και γι’ αυτό δεν φοβάται τη μοναξιά».

Προς αυτούς τους ανήσυχους, φίλους των περιπετειών και μοναχικούς ατομιστές Έλληνες συγκρίνοντας τους συμπατριώ­τες του ο Άπιος λέγει ότι οι Ρωμαίοι από τα παλιά χρόνια αποτελούν μια θαυμάσια συνταγμένη καί πειθαρχημένη ομάδα, αγέλη, όπως την ονομάζει, παρόμοια θα λέγαμε εμείς με την οργανωμένη ομάδα των Γερμανών. Ιδού ο κώδικας της συμπερι­φοράς τους: «Σκεπτόμαστε μαζί, δρούμε μαζί, μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή, τα λάφυρα και τη δόξα. Οι Έλληνες δεν δέχονται, όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη, να μοιραστούν τίποτα με κανέναν (σ.σ. Θα ιδούμε τα ίδια και στην Επανάσταση του ᾽21). Το εθνικό τους τραγούδι, η Ιλιάδα, αρχίζει με έναν καβγά, γιατί θελήσανε να κάνουν μοιρασιά ανάμεσα σε άνδρες που μοιρασιά δεν δέχονται».

Εκτός από τις αντιφάσεις του χαρακτήρα και την έντονη ατομικότητα του Έλληνα με τις συνακόλουθες συνέπειες, οι Ρωμαίοι συγγραφείς του καταλογίζουν και άλλα ελαττώματα, δολιότητα, τρυφή, έλλειψη ανδροπρέπειας. Συγκεκριμένα ο Κικέρων σε δύο επιστολές του συμβουλεύει τον αδελφό του, επαρχιακό διοικητή, να είναι προσεκτικός στις επαφές του με τους Έλληνες (εξαιρέσει ορισμένων που βρίσκονται στο ύψος των αρχαίων προγόνων τους —επομένως εξαιρέσει μιας μειο­ψηφίας), στους οποίους αποδίδει δολιότητα (πρβλ. το timeo Danaos et dona ferentes), μηχανορραφίες, εχθρότητα, κουφότη­τα, αστασία και επιτηδειότητα στην κολακεία: «sic vero fallaces sunt permulti et leves et diurna servitute ad nimiam adsentationem eruditi» ( = τόσο δόλιοι είναι πάμπολλοι και κούφοι και μαθημέ­νοι σε υπερβολική κολακεία από την καθημερινή δουλεία), απ’ όπου φαίνεται ότι την τάση προς κολακεία την αποδίδει στη μακροχρόνια δουλεία. Οι κρίσεις του Κικέρωνα για τους Έλληνες δεν πρέπει να θεωρηθούν πως έχουν γενικό κύρος, ούτε και είναι απόλυτα πειστικές, γιατί αυτοί που πλησιάζουν τους κατακτητές ή και τους δυνατούς, τους ισχυρούς, δεν είναι πάντοτε οι καλύτεροι Έλληνες, όπως το έχει αποδείξει η πείρα, και αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους τους λαούς του κόσμου. Έπειτα ας μη ξεχνούμε ότι η ρωμαϊκή σκλαβιά δημιουργούσε ένα νέο κώδικα συμπεριφοράς των σκλαβωμένων προς τους κυρίαρχους. Ακόμη —πρέπει να σημειωθεί— και ο ίδιος ο Μενένιος Άπιος υπογραμμίζει ότι βλέποντας κανείς ορισμένους κόλακες, συνεργάτες του εχθρού, να σέρνονται στους προθαλάμους του ανθυπάτου της Ελλάδας, δεν πρέπει να σχηματίσει τη γνώμη ότι όλοι οι Έλληνες έχουν απόλυτα εξαχρειωθεί. Στις ψυχές τους, ομολογεί, σώζονται ίχνη μερικών αρετών, σπίθες μέσα στη χόβολη μιας μεγάλης φωτιάς: έχουν ευκίνητη σκέψη και γοργή αντίδραση, που δεν την έχουν οι κατακτητές τους και είναι ικανοί να κάνουν μερικούς θαυμά­σιους ελιγμούς και να προβάλουν λαμπρά πολιτικά σχέδια, αλλά —και αυτή δυστυχώς είναι η πικρή αλήθεια— οι σκοποί τους για τους οποίους ενεργοποιούν τα λαμπρά τους χαρίσματα, την ευστροφία τους (volubilitas linguae) και τον χείμαρρο του λόγου τους (uno spiritu quasi torrente), που έρχεται συνήθως σε αντίθεση με τα έργα, είναι συνήθως μικροί και ασήμαντοι. Μολαταύτα, παρά την εξασθένιση της εθνικής και ιστορικής συνειδήσεως, οι Έλληνες δεν είχαν λησμονήσει τις ιστορικές τους παραδόσεις και γιόρταζαν με λαμπρότητα τις επετείους των μεγάλων γεγονότων, του Μαραθώνα (490), της Σαλαμίνας (480), των Πλαταιών (479π.Χ.)118.

Ωστόσο οι Έλληνες, όσο και αν είχαν πέσει χαμηλά, διατηρούσαν ακόμη την αίγλη του πολιτισμού τους και είλκυαν την εκτίμηση των δυναστών τους. Αυτοί τους αναγνώριζαν την πνευματική υπεροχή και αυτό συντελούσε ασφαλώς στην ευμενή γενικά απέναντι τους συμπεριφορά. Ουσιαστικά οι Έλληνες είχαν γίνει οι παλίνδρομοι πνευματικοί επιδρομείς στη Ρώμη και οι ανεπαίσθητοι κατακτητές της, όπως το είπε ο Οράτιος: Graecia capta, ferum victorem cepit, et artes intulit agresti Latio. Και πραγματικά ο Οράτιος αποδείχθηκε προφή­της, αν αποβλέψουμε στα όσα ακολούθησαν κατόπιν κατά τη διάρκεια των αιώνων. Οι ξεπεσμένοι Έλληνες θα ξαναφέρουν το κέντρο του βάρους από τη Ρώμη, όχι βέβαια στην Αθήνα, αλλά στην Κωνσταντινούπολη, και η υποκατάσταση των Ρωμαίων από τους Έλληνες θα γίνει με την επιβίωση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και με τον βαθμιαίο εξελληνισμό του. Έτσι οι Έλληνες θα γίνουν για δεύτερη φορά τώρα με θαυμαστό τρόπο κληρονόμοι μιας νέας κοσμοκρατορίας, της ρωμαϊκής, που είχε διαδεχθεί την ελληνική του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο Μενένιος Άπιος εξετάζοντας το θέμα της συμπεριφοράς των Ρωμαίων απέναντι των κατοίκων των αχανών περιοχών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διατυπώνει αρχές που θυμίζουν την πολιτική των Άγγλων κατά τη δεύτερη φάση της αποικιοκρα­τίας τους: ότι οι Ρωμαίοι, εκτός από τη δέουσα προσοχή να μη ξεπεράσουν το μέτρο στην εκμετάλλευση των κατακτημένων χωρών, γεγονός που θα δημιουργούσε δυσαρέσκειες και τελικά ζημίες, θα έπρεπε να προχωρήσουν και σε έργα όχι μόνο τεχνικά, αλλά και καθαρώς πνευματικά, να μεταδώσουν δηλαδή στις χώρες που κυβερνούν και τα φώτα της φιλοσοφίας και της ποιήσεως. Και αυτά θα πρέπει να τα επιχειρήσουν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, που είχε την ανάγκη τους, και όχι στην Ανατολή, γιατί εκεί τα έργα αυτά τα επιτελούσαν, ακόμη και στην εποχή του, οι Έλληνες καλύτερα από τους Ρωμαίους. Με αυτά τα λόγια αναγνωρίζει βέβαια την πνευματική υπεροχή των Ελλήνων, την παγκοσμιότητα του ελληνικού πολιτισμού, αλλά υπογραμμίζει και τη συνεισφορά των Ρωμαίων στα τεχνικά, ενώ άλλοι Ρωμαίοι συγγραφείς μιλούν με εθνική περηφάνεια για τις άλλες δικές τους αρετές, για τα αγνά και αυστηρά ήθη των προγόνων τους, για τα mores antiqui, για το mos maiorum, στα οποία ξεπερνούν τους Έλληνες, για τα επιτεύγματά τους στην πράξη, στην πολεμική και πολιτική τέχνη, για τη δική τους σοβαρότητα, εμβρίθεια (gravitas), κατ᾽ αντίθεση προς την τρυφή (luxuria), την ελαφρότητα, κουφότη­τα (levitas) των Ελλήνων.

Τρομαγμένος ωστόσο ο Άπιος από τα πρώτα συμπτώματα της αποσυνθέσεως της αυτοκρατορίας, δηλαδή από τις κατα­χρήσεις μερικών αξιωματούχων στις κατακτημένες επαρχίες της, αποφαίνεται με υψηλό αίσθημα ευθύνης, ότι η εκμετάλλευ­ση είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα της παγκόσμιας ηγεσίας, ότι τα κρούσματα των αιθαιρεσιών και καταχρήσεων αποτελούν την «αχίλλειον πτέρναν» της πολιτικής οργανώσεως της κοσμοκράτειρας Ρώμης, ότι θα ζημιώσουν το μεγάλο και λαμπρό έργο που δημιούργησαν οι συνετοί προκάτοχοί τους και δηλώνει ότι από τότε που έχει πεθάνει ο Κάτωνας έχει πεθάνει και η παλιά τους δημοκρατία· και τέλος ότι τώρα και οι Ρωμαίοι ακολουθούν στον κατήφορο τους εγωιστές Έλληνες, «ώσπου και οι δικοί τους εγωισμοί, κάθε μέρα ωμότεροι και βιαιότεροι, θα σκεπάσουν με την πλημμυρίδα τους τη σύγκλητο και την αγορά και ολόκληρη την αθάνατη πόλη». Και η μοιραία εποχή δεν άργησε να προβάλει.

3. Κρίσιμη φάση για την ιστορία των Ελλήνων υπήρξε όχι μόνον η επικράτηση των Ρωμαίων, αλλά προ πάντων η δημιουργία της «Οικουμένης» με το περίφημο διάταγμα του Καρακάλλα στα 212 μ.Χ. Η παραχώρηση του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτη σε όλους ανεξάρτητα τους υπηκόους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν το πιο ευφυές, αλλά και το πιο επικίνδυνο όπλο που χρησιμοποίησε ποτέ η ρωμαϊκή αυτοκρα­τορία, για να επιβληθεί στο μωσαϊκό των λαών που την αποτελούσαν. Τότε κινδύνεψε να χωνευθεί ο καταρρέων, ο παρακμάζων αρχαίος ελληνικός κόσμος στη μεγάλη και πολυε­θνική εκείνη χοάνη των πληθυσμών που επίσημη γλώσσα είχε τη λατινική. Αν επέζησε, αυτό το οφείλει στον ανώτερο πολιτισμό του, στη γλώσσα του και σε άλλα ακόμη γεγονότα, για τα οποία θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω. Πάντως από το βάπτισμά του εκείνο στη μεγάλη κολυμβήθρα των εθνών του έμεινε ακόμη το όνομα Ρωμαίος, ή, όπως το προφέρουμε σήμερα, Ρωμιός. Το όνομα αυτό επικράτησε σχετικά γοργά και εκτόπισε το οικείο εθνικό όνομα Έλλην, που άλλωστε θύμιζε τους ειδωλολάτρες Έλληνες, τους δώδεκα θεούς και τον φανταχτερό μυθολογικό τους κόσμο.

Από τον πρώτο κιόλας μ.Χ. αιώνα κ.ε. συναντούμε μαρτυ­ρίες και αντιλήψεις και σ᾽ αυτούς ακόμη τους Έλληνες ή εξελληνισμένους ιστορικούς που μιλούν για την πολιτική κατάπτωσή τους («Ελλάς φθίνουσα», Πλούταρχος) ή και για την είσοδο των ελληνικών πόλεων σε μαρασμώδη κατάσταση που είχε αρχίσει από πολύ παλιά, από τον 4ο π.Χ. κιόλας αιώνα, εξαιτίας της διχόνοιας, των εμφύλιων πολέμων («ζήλῳ και έριδι τη προς αλλήλας, φθόνῳ τε και καθαιρέσει των ομοφύλων»), οι οποίοι τους έφθειραν και τους έκαμαν εύκολα θύματα, πρώτα των Μακεδόνων και κατόπιν των Ρωμαίων (Ηρωδιανός. Πρβλ. και Αίλιο Αριστείδη και Παυσανία). Άλλωστε, κατά την αντίληψη του Ηρωδιανού, το ελληνικό έθνος πολιτικά είχε «γεράσει». Εικόνα της οικονομικής φτώχειας στην Ελλάδα μας δίνει ο «Ευβοϊκός» λόγος του Δίωνα από την Προύσα (περίπου 40-120 μ.Χ.) και της πολιτιστικής καταπτώσεως ο λόγος του προς τους Ροδίους, στον οποίο διακηρύσσει με μελαγχολία, ότι ό,τι σεμνό και μεγάλο είχε η αρχαία Ελλάδα το αντιπροσώπευαν στον καιρό του οι πέτρες και τα ερείπια των οικοδομημάτων, ενώ τους κατοίκους και τους πολιτευομένους «ουδέ Μυσών απογόνους» θα μπορούσε να τους θεωρήσει κανείς.

Μέσα σ᾽ αυτή τη γενική κατάπτωση, στον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα, επόμενο ήταν οι πλούσιοι και μορφωμένοι Έλληνες —και γενικά οι αστοί που ανεβαίνουν οικονομικά και κοινωνι­κά, αισθανόμενοι βαθιά την έλλειψη της ελευθερίας και την πολιτική τους αδυναμία, και μάλιστα σε εποχή που οι Ρωμαίοι παρακμάζουν και αυτοί ηθικά και πνευματικά— να εξιδανικεύουν τα «περασμένα μεγαλεία» του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα, να προσπαθούν να βρουν τα αίτια της παρακμής, και έχοντας υπόψη τους τη φθοροποιά επίδραση των εμφύλιων συγκρού­σεων μεταξύ των πόλεων – κρατών, του φθόνου και του κατατρε­γμού των μεγάλων ανδρών, να στιγματίζουν, πικρόχολοι κριτές, τη στάση ορισμένων ηγετών της μακρινής εκείνης εποχής και να καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα που καταλήγει, όπως θα ιδούμε μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και ο αρχιεπίσκοπος Νίκαιας καρδινάλιος Βησσαρίων: ότι την Ελλάδα την κατέστρεψαν οι εμφύλιοι σπαραγμοί. Αναπολούν λοιπόν οι νοσταλγοί των παλαιών «μεγαλείων» Έλληνες συγγραφείς του 4ου μ.Χ. αι. το παρελθόν και υπογραμμίζουν τα αξιολογικά κριτήρια, την ομόνοια, την ελευθερία και το γενικό καλό, που θα έπρεπε να εμπνέουν τους προγόνους των, για να μη φθάσουν εκεί, όπου είχαν καταντήσει. Έτσι ο Δίωνας από την Προύσα αποδίδει στον φθόνο, στη μωρία (στην «κρατήσασαν του Γένους μαλακίαν και βλακείαν», θα πει ύστερ᾽ από αιώνες ο Βησσαρίων) και στις φιλονεικίες, στις αιώνιες πληγές και στα ελαττώματα των Ελλήνων, την παρακμή τους μετά τους περσικούς πολέμους: «οι μεν γαρ εν αρχή τα προς τους βαρβάρους ευτυχήσαντες και λαμπροί φανέντες τα λοιπά εξήμαρτον, φθόνου μάλλον και ανοίας και φιλονεικίας ήπερ αρετής επίδειξιν ποιούμενοι, μέχρι μηδενός έξωθεν ενοχλούντες αυτοί παρείθησαν και πάντα ήδη τον βουλόμενον είναι δεσπότην εκάλουν».

Η υπερφιλαυτία, το υπερεγώ, η προσωπική φιλοδοξία, ο φθόνος, η φιλοχρηματία και η δωροδοκία των Ελλήνων (δεν μας είναι δα και άγνωστα!) θεωρούνται «εθνικά ελαττώματα», «ελληνικά αμαρτήματα», που κάνουν τους Ρωμαίους να γελούν. Η φιλοχρηματία μάλιστα μπορεί να οδηγήσει και στην προδοσία.

Τί έγινε άραγε με τη σύγχρονη διάδοση και την επικράτη­ση του χριστιανισμού στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ιδίως στις ελληνικές ευρωπαϊκές και μικρασιατικές χώρες; Οπωσδήποτε μια πνοή προς τη βελτίωση των κοινών χαρακτηριστικών θα άσκησαν οι νέες χριστιανικές κοινότητες, αλλά δεν θα έπαψαν μέσα σ᾽ αυτές οι αναταραχές που προήλθαν από ανήσυχα, κινητικά, διαλεκτικά και εγωιστικά πνεύματα, όπως μας πληρο­φορούν τα διάφορα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ιδίως οι επιστολές του Παύλου, καθώς και οι πρώτοι χριστιανοί πατέρες της Εκκλησίας, αλλ᾽ αυτά δεν μπορούν να μας δώσουν σαφή χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Ελλήνων της εποχής εκείνης. Το χριστιανικό ιδανικό της αδελφοσύνης, της αγάπης προς τον διπλανό, της ευγενικής άμιλλας θα έλαμψε βέβαια σε ορισμένες ψυχές, σε ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες, όπως ανάμεσα στον Βασίλειο τον Μέγα και στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό: «Η ψυχή μας, γράφει ο δεύτερος, ήταν κυριευμένη από ελπίδες για ένα πράγμα πολύ ζηλευτό, την παιδεία. Είχαμε αποκλείσει τον φθόνο από την ψυχή μας, κι᾽ εκαλλιεργούσαμε την άμιλλα… Ο καθένας θεωρούσε την πρόοδο του άλλου σα δική του προοδο». Πόσοι όμως θα μπορούσαν να είναι εκείνοι που εμπνέονταν από παρόμοιες αρχές;

4. Μερικούς από τους παραπάνω συγγραφείς, κυρίως από τον Ηρωδιανό (που μιλεί για τα γηρατειά του ελληνικού έθνους και ο οποίος έγινε για πρώτη φορά γνωστός το 1493 από μετάφραση του Angelo Poliziano, μαθητή του Δημ. Χαλκοκονδύλη), φαίνεται ότι έχουν υπόψη τους και επηρεάζονται δύο Αγγλοι διπλωματικοί υπάλληλοι, ο William Eton (τέλος του 18ου αι.) και ο Th. Thornton (αρχές του 19ου αι.), που μιλούν για το «γήρασμα», τον εκφυλισμό και τη διαφθορά των Ελλήνων επί ρωμαιοκρατίας (και την επιδείνωση κατόπιν της καταστάσεώς τους επί τουρκοκρατίας), αλλά οι οποίοι ωστόσο εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για την ηθική κατάσταση των Ελλήνων: ο πρώτος, άλλοτε πρόξενος στην Τουρκία, υποστηρί­ζει ότι μερικά από τα ελαττώματα τους οφείλονται στην εξαχρείωση, στη σήψη και στην παρακμή τους, που είχε αρχίσει από τους κλασσικούς κιόλας χρόνους, όπως άλλωστε είδαμε, και έπειτα συνεχίστηκε στους ρωμαϊκούς, ενώ ο δεύτερος (απηχεί, φαίνεται, τις παλιές γνώμες του David Hume), που καταφέρεται με πάθος εναντίον των σκλάβων, κατατάσσει τους Έλληνες στους εκφυλισμένους πια λαούς, αμφισβητεί τις δυνατότητες αναγεννήσεώς τους και επικρίνει με δριμύτητα τον συνάδελφό του Eton για την υπεράσπισή τους και για τις μετριοπαθείς γενικά κρίσεις του. Ο Thornton θα εκφραστεί με την ίδια αφέλεια, με την οποία αργότερα και ο Fallmerayer ίσως μάλιστα ο τελευταίος να δανείστηκε απ’ αυτόν το συνταρακτικό εκείνο σχήμα λόγου, που, κατά τη γνώμη μου, πρώτος εκείνος ο Αγγλος διπλωμάτης το διατύπω­σε: ότι στους απογόνους των Ελλήνων δεν θα βρει κανείς ούτε σταγόνα αίματος των μαραθωνομάχων Αθηναίων και των Σπαρτια­τών. Και που το στηρίζει αυτό; Στο ότι, λέγει, οι Έλληνες έχουν χάσει την αγάπη για την ελευθερία. Και όμως αυτό είναι το μόνο αστήρικτο επιχείρημα, που δείχνει ότι του είναι άγνωστη η εσωτερική ιστορία των Νεοελλήνων. Η αλήθεια είναι —και εδώ δεν έχει άδικο— ότι η απώλεια της ελευθερίας και η υποδούλωση στους Ρωμαίους δημιούργησε τις προϋποθέ­σεις, για να εκδηλωθεί ο τύπος του graeculi esurientis, του Γραικύλου, του πειναλέου, του κόλακα, του μηχανορράφου, του λεπτολόγου, του φιλόνεικου, του φλύαρου. Αυτοί οι εκφυλισμέ­νοι Έλληνες είναι που κατοίκησαν στη νέα πρωτεύουσα, στην Κωνσταντινούπολη, και εκεί μέσα στο περιβάλλον των γεμά­των από αδυναμίες και δεισιδαιμονίες βασιλέων, μέσα σε κλίμα τυραννίας και λεπτολόγων θεολογικών συζητήσεων ξέπεσαν από εξαχρείωση σε εξαχρείωση κάτω από τον ζυγό των Οθωμανών Τούρκων, ο οποίος τους έκανε ραγιάδες και τους έφερε ως το τελευταίο σκαλοπάτι της ταπεινώσεως και του εξευτελισμού.

Τις ίδιες περίπου γνώμες αναπτύσσει και ο Ancillon, ιστορικός, σύμβουλος του υπουργείου των εξωτερικών της Πρωσσίας κατά την Επανάσταση του 1821: ότι πολλά ελαττώ­ματα των αρχαίων Ελλήνων βρήκαν κατάλληλο έδαφος ν’ αναπτυχθούν μέσα στο πνιγερό πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον του Βυζαντίου και κληροδότησαν στους υπηκόους του περηφάνεια και χαμέρπεια, σκληρότητα και δειλία, δεισιδαιμονία και απιστία, φανατισμό και αδυναμία κ.λ. Ή, όπως λέγει κάπως (με ήπια έκφραση) διαφορετικά ο σύγχρονός μας Toynbee, η απολυταρχία των βυζαντινών βασιλέων με τα σκληρά πολιτικά πλαίσια της παρεμπόδιζε και ανέστελλε κάθε τάση για ποικι­λία, ελαστικότητα, πειραματισμό και δημιουργικότητα.

Ο μεγάλος πάλι Γερμανός ιστορικός Gervinus έχει βέβαια υπόψη του, όπως γράφει, τις διάφορες κρίσεις των προγενεστέ­ρων του, αλλά είναι πολύ αόριστος και σύντομος, όταν σημειώνει ότι τα αίτια της καταπτώσεως ή του εκφυλισμού των Ελλήνων ήταν η ψευδολογία και η δουλοφροσύνη στα χρόνια των διαδόχων του Αυγούστου, η φαυλότητα ως το γελοίο επί των βυζαντινών αυτοκρατόρων, η δεισιδαιμονία κατά τη φρα­γκοκρατία και τέλος η απάθεια, η αμάθεια και η εξαθλίωσή τους επί τουρκοκρατίας, αφού και οι μόνοι οδηγοί τους, οι ιερείς, είχαν εξαχρειωθεί και αυτοί από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία και τον θρησκευτικό φανατισμό, κρίσεις όμως που δεν ικανοποιούν τον μελετητή της Ιστορίας. Όσο για τις επιδράσεις των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών στον χαρακτή­ρα των Ελλήνων κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω.

Πιο θετικές, στηριγμένες στη βαθιά γνώση της βυζαντινής εποχής, είναι οι κρίσεις του σύγχρονού μας Steven Runciman, που παρατηρεί ότι ο ελληνικός ατομισμός με την επίδραση του χριστιανισμού διαποτίστηκε και μετριάστηκε, αλλά δεν εξαφα­νίστηκε. Έτσι ο Έλληνας του Βυζαντίου στις πολιτικές του αντιδράσεις ακολούθησε την αρχαία ελληνική παράδοση. Δεν ήταν ποτέ καλός οπαδός κόμματος: ακολουθεί και θαυμάζει ένα αρχηγό, αλλά γρήγορα κουράζεται. Θα συνεργαστεί με τους φίλους του όσο τα συμφέροντά τους συμπίπτουν. «Δεν θεωρεί τη συνέπεια ως μια από τις μείζονες αρετές ούτε του αρέσει να βλέπει πολύ μακριά. Παρασύρεται από τις προσωπικές του γνώμες και προκαταλήψεις, φιλοδοξίες, και ενδιαφέρεται, συνή­θως με έναν άμεσο συγκεκριμένο σκοπό· αλλά αυτός ο σκοπός δεν είναι απαραίτητα πάντοτε υλικός».

β) Επιδράσεις της πολιτικοκοινωνικής καταστάσεως στον χαρακτήρα των Ελλήνων κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου

1. Η κατάπτωση των Ρωμαίων πολιτών και ιδίως του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και επομένως των Ελλήνων ή και των εξελληνισμένων κατοίκων του πρέπει να πήρε ραγδαία ορμή μετά την εποχή του Ηρακλείου (610-641), ιδίως όμως κατά τους αιώνες μετά την εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων, τη νίκη τους στο Μάντζικερτ (1071) και τις συνεχείς επιδρομές τους στα εδάφη του Βυζαντίου, οπότε οι συνθήκες της ζωής ιδίως των αγροτικών πληθυσμών άρχισαν να γίνονται προβλη­ματικές. Μέσα στους αιώνες αυτούς, στον 9ο, 10ο και 11ο αι., καθώς και στους επόμενους η ζωηρή καλλιέργεια των αρχαίων ελληνικών σπουδών, ο σύνδεσμος των Βυζαντινών με την ελληνική αρχαιότητα γίνεται ολοένα και πιο στενός, οι αναμνήσεις της ξυπνούν και αναδύονται ορμητικά από γενιά σε γενιά, ιδίως μετά το 1204, μεταπλάθουν βαθμιαία τον βυζαντινό κόσμο σε νεοελληνικό έθνος, εμπνέουν λογίους και βασιλείς, που μέσα σε σκληρούς αγώνες προς ποικιλώνυμους επιδρομείς (Φράγκους, Τούρκους, Βουλγάρους, Σέρβους) αναζητούν πρό­τυπα ανδρείας και εθνικής περηφάνειας, σοφίας και αρετής, στους αρχαίους χρόνους, ανασταίνουν το εθνικό όνομα Έλλη­νες, τρέφουν νέες δυνάμεις, προκαλούν ποικίλες ζυμώσεις και προετοιμάζουν τη γένεση του νέου ελληνισμού, που όμως δεν προλαβαίνει να ανδρωθεί και ν᾽ αντιταχθεί νικηφόρα στα τουρκικά φύλα που πλημμυρίζουν τη Μ. Ασία.

Κατά την εποχή της παρακμής του Βυζαντίου και μέσα στις αναπόφευκτες σκληρές επιδράσεις του ασφυκτικού πολιτι­κοκοινωνικού του καθεστώτος πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο εγωισμός, ο ατομισμός των Ελλήνων, κυρίως των γαιοκτημό­νων, των «δυνατών», οξύνθηκε, προπάντων κατά τους εμφύ­λιους μεταξύ των υποψήφιων βασιλέων πολέμους τον 14ο αι., ώστε ν’ αναγκάσουν τον πατριώτη λόγιο Δημ. Κυδώνη να γράψει απελπισμένα το φθινόπωρο του 1350 τα εξής τρομακτι­κά: «στη χώρα μας αυτοί που την κυβερνούν έχουν την δύναμη των σεισμών και λοιμών και όλοι εύχονται ιδούν τον θάνατο του γείτονα· ειρήνη υπάρχει μόνο με τους εχθρούς και συνεχής πόλεμος εναντίον των ομοεθνών και ο καθένας εδώ είναι θρασύς και έτοιμος ν ’ αρπάξει τα όπλα εναντίον των συγγενών του». Υπερφιλαυτία, φιλοδοξία, φιλαρχία, απληστία και φθόνος μαζί κατατρώγουν τα θεμέλια της κοινωνίας και του κράτους. Φυσικά οι Τούρκοι ευφραίνονται βλέποντας την κατάντια των «Ρωμαίων», ξέρουν να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή, όπως συνήθως, και να επωφελούνται από τους καβγάδες των «μεγάλων», των βασι­λέων, που συνεχίζονται με διακοπές ώς τα τέλη του 14ου αι., ενώ μέσα στο παλάτι οι αξιωματούχοι υφαίνουν δολοπλοκίες και διεξάγουν αισχρόν αγώνα για τα ατομικά τους συμφέροντα και τα πρωτεία, απειλώντας αναιδέστατα πως, αν δεν ικανο­ποιηθούν, θ᾽ αυτομολήσουν στους εχθρούς και μαζί τους θα πολιορκήσουν την πατρίδα και τους συμπατριώτες τους. Οι βασιλείς ουσιαστικά είναι σκλάβοι των Τούρκων και «αναγκά­ζονται να ζουν με το νεύμα εκείνων», ώστε «τούτο το μικρόν (γένος) δουλεύει την πασών αισχίστην και επιπονωτάτην δουλειάν…». Και ο Δημ. Κυδώνης ρωτά: «Πού δίκαιο; Πού δικαστής; πού φροντίδα για τα γράμματα; πού μελέτη της θεολογίας; πού τουλάχιστο πρόσχημα αρετής;». Η αισθητή ιδίως έλλειψη της δικαιοσύνης είχε παρακινήσει τον ίδιο λόγιο, για να δείξει τη διαφθορά της, να πει για κάποιον αδικούμενο που τελικά προσέτρεξε στον κοσμικό δικαστή, ότι στην πραγματικότητα προσέφυγε «εφ’ έτερον ληστήν». Η ίδια ανάγκη έκανε τον Ανδρόνικο Β´ να ιδρύσει τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, γιατί οι κληρικοί ήταν —κατά τεκμήριο τουλάχιστο— πιο ηθικοί από τους κοσμικούς δικαστές.

Την ελεεινή εσωτερική κατάσταση την περιγράφει με τα εξής ο Κυδώνης: «Άκουσα πως τώρα οι βασιλιάδες δίνουν βραβεία σ᾽ αυτούς που μιλούν εναντίον των φτωχών, και πως ο τάδε απατεώνας και ο τάδε αλαζόνας ξαφνικά έχουν πλουτίσει, και πως μερικοί μάλιστα φοβεροί φαίνονται να επαινούν μπροστά στο πλήθος αυτά που κάνουν οι άρχοντες, και γι᾽ αυτό όλοι τρέχουν προς τον πολύ εύκολο πλουτισμό ακονίζο­ντας τις γλώσσες τους και πετώντας από πάνω τους ολότελα τη ντροπή και τη δικαιοσύνη σαν κάποιο μάταιο βάρος· και τώρα τα διοικητικά μας γραφεία έγιναν αγοραίοι τόποι για επίδειξη φλυαρίας και κολακείας».

Οι ανώμαλες συνθήκες δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα, για ν’ ανέβουν οι ασυνείδητοι, οι καιροσκόποι και οι ιδιοτελείς, που με τις αδικίες τους συγκεντρώνουν απροσδόκητα πλούτη, απομυζώντας τους φτωχούς, οι μαυραγορίτες, οι προδότες και οι πεμπτοφαλαγγίτες της εποχής, που με τη θρασύτητα και την αναίδειά τους τρομοκρατούν τους συμπολί­τες τους. Αποσύνθεση επίσης παρατηρείται και στα στρατιωτι­κά, πεζικό και ναυτικό: οι υπερασπιστές της πατρίδας δεν αποτελούνται από τους παλιούς καλά οργανωμένους στρατούς, αλλά από συρφετούς, από υπερόπτες και καταπιεστές του λαού, ιδίως των γεωργών. Το βυζαντινό κράτος είχε ουσιαστικά αποσυντεθεί και καταλυθεί, έτοιμο να γίνει θύμα του τουρκικού βόα. Τί είδους λοιπόν χαρακτήρες ήταν δυνατόν να προκύψουν μέσα από τέτοιες ελεεινές συνθήκες; Δεν νομίζω ότι αστοχεί ανώνυμος μοναχός μεταξύ 1365-1370, όταν γράφει, έστω και αν του καταλογίσουμε θρησκόληπτο φανατισμό: «…ουκ έστιν ουδείς, εν ημίν ποιών χρηστότητα ουδέ το ευθές, αλλ᾽ εσμέν συκοφάνται, βλάσφημοι, λήροι, προδόται, βάσκανοι, πλεονέκται, αλλήλοις επιβουλεύοντες, ασυμπαθείς, απειθείς, αβέβαιοι, άστορ­γοι», ή ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος (αρχές 15ου αι.) λέγοντας ότι στην κοινωνία κυριαρχούν οι αλαζόνες, οι φίλαυτοι οι αχάριστοι, οι φιλάργυροι, οι ανόσιοι, οι αμετανόητοι, οι αδιάλλακτοι κ.λ. Όχι ότι δεν παρουσιάζονται οι χαρακτή­ρες αυτοί και σε κάθε ξένη κοινωνία, αλλά τώρα στην ελληνική πληθαίνουν σε ποσοστά ανάλογα με την επιδείνωση της καταστάσεως, με την αποσύνθεση. Οι άθλιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ευνοούν βέβαια τους κακούς, τους διαστραμμένους που κάνουν το κακό για το κακό, αλλά και τους αδύνατους χαρακτήρες και τους ωθούν χωρίς πολλές σκέψεις σε αξιοθρήνητες πράξεις. (Τα ίδια φαινόμενα παρατηρήθηκαν και στην πρόσφατη γερμανική κατοχή 1941-1944). Και έτσι οι ‘Ελληνες, οι παρά λίγο, για δεύτερη φορά, νέοι κοσμοκράτο­ρες, όχι μόνο χάνουν τη μεγάλη ευκαιρία που τους είχε παρουσιαστεί μετά την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και κινδυνεύουν να εξαφανιστούν ως έθνος και δεν μπορούν να εξακριβώσουν τώρα πια, αν αποτελούν «μέρος γένους ή ίχνος έθνους».

Ο εγωισμός και η απληστία των Ελλήνων γαιοκτημόνων καθρεφτίζεται πολύ πιο καθαρά στις αξιοθρήνητες σχέσεις τους με τους δουλοπαροίκους ή στην περιφρονητική στάση τους απέναντι στους φτωχούς, οι οποίες είναι τόσο χτυπητά σκληρές, ώστε Γερμανός αιχμάλωτος των Τούρκων κατά τα τέλη του Ι4ου — αρχές του 15ου αι., ο Schiitberger, να γράφει ότι οι Τούρκοι είναι πιο ευσπλαγχνικοί από τους Βυζαντινούς και πιστεύουν ότι η τυραννική συμπεριφορά των πλουσίων ήταν μια από τις αιτίες, για την οποία ο θεός είχε αποφασίσει να τους πάρει τη χώρα, γιατί δεν χειρίζονταν τις πνευματικές ή κοσμικές υποθέσεις με δικαιοσύνη, αλλ᾽ απέβλεπαν στον πλούτο ή στην εύνοια· ακόμη γιατί ο πλούσιος συμπεριφερόταν στον φτωχό με υπεροψία και γενικά δεν τηρούσε τη διδασκαλία του Ευαγγελίου. Τα ίδια βεβαίωνε αργότερα, κατά τα μέσα του 15ου αι., και ο Ισπανός ευγενής Pero Tafur, που είχε ταξιδέψει στην Ανατολή: ότι οι πλούσιοι φέρνονταν σκληρά στους δουλοπαροίκους που βρίσκονταν σε χειρότερη μοίρα από τους αντίστοιχους της Δύσης και ότι στην πραγματικότητα ήταν σκλάβοι των πλουσίων. Με άλλα λόγια, οι πλούσιοι την εποχή εκείνη, ενώ κατέρρεαν τα τελευταία υπολείμματα της βυζαντι­νής αυτοκρατορίας, ξένοι τελείως προς το πνεύμα του χριστια­νισμού, ήταν σκληρότεροι απέναντι στους φτωχούς και ταπει­νούς της ζωής και απ᾽ αυτούς ακόμη τους φεουδάρχες της Δύσης· τους έλειπε δηλαδή η καλοσύνη και γενικά η ανθρωπιά.

Η Εκκλησία που αδυνατεί ν᾽ αντιμετωπίσει την κατάστα­ση, καθώς και γενικά η βυζαντινή κοινωνία, περνούν από βαριά ηθική κρίση. Οι άρχοντες συμμετέχουν στις παρανομίες, οι διαχειριζόμενοι τα κοινά είναι κλέφτες, οι δικαστές δωρολή­πτες και όσοι μεσιτεύουν ψευδολόγοι με αποτέλεσμα να επικρατούν οι εγωιστές, οι αλαζόνες, οι αχάριστοι, οι συκοφά­ντες, οι λασπολόγοι, οι αδιάλλακτοι κ.λ. Οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται πολύ σκληρά. Δεν υπάρχει αγάπη, αδελφών ομόνοια, «ουδαμού σπλάγχνον χριστιανικόν, ουδαμού δάκρυον συμπαθές» θρηνεί ο Ιωσήφ Βρυέννιος. Και τέτοιο είναι το μίσος μεταξύ των Ελλήνων ώστε να χαίρονται περισσότερο για την πτώση του πλησίον τους παρά για τις δικές τους επιτυχίες. Τον έντονο αυτόν βαθμό της κακίας και του φθόνου, εκτός από τις λίγες εξαιρέσεις, τον είδαμε στην αρχαιότητα και θα τον ιδούμε και στα νεώτερα χρόνια. Ο φίλαυτος, ο εγωιστικός και ο ματαιόδοξος χαρακτήρας των Ελλήνων που θέλουν να κάνουν αισθητή την επιβολή τους, τη δύναμή τους, προβαίνει στην καταπίεση των διπλανών τους, των γειτόνων τους, των συνανθρώπων τους. Θέλουν να ικανο­ποιήσουν και να επιβεβαιώσουν το εγώ τους, ή καλύτερα, το υπερεγώ τους, το οποίο θα ιδούμε να εκφράζεται και με άλλους επίσης σκληρούς τρόπους και σε άλλες περιστάσεις στους νεώτερους χρόνους.

2. Μάταια —ίσως και κάπως αργά— παρουσιάζεται μια ομάδα —η αιώνια μειοψηφία — νέων, ρεαλιστών, φωτισμένων και μαχητικών, προοδευτικών, όπως θα λέγαμε σήμερα, νέων που περιστοιχίζουν τον Μανουήλ Β᾽, με επικεφαλής παλιότερα τον λόγιο Δημ. Κυδώνη (τέλη 14ου – αρχές 15ου αι.) και αργότερα τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθωνα (πρώτο μισό του 15ου αι.). Η ομάδα αυτή προσπαθεί ν’ αναταράξει τα βαλτωμένα νερά του Βυζαντίου με τολμηρές προτάσεις για την αναθεώρηση της θρησκευτικής του πολιτι­κής απέναντι του πάπα με όπλο την ένωση των εκκλησιών (Δ. Κυδώνης), καθώς και με τις ριζοσπαστικές λύσεις των κοινωνι­κών προβλημάτων (υπομνήματα Γ. Γεμιστού), και να συγκρο­τήσει το κράτος στον κατήφορο του. Ο Γεμιστός αναπτύσσο­ντας ολόκληρο το σωστικό μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα παρακινεί τον Μανουήλ να θεσπίσει νέα μέτρα, νέους νόμους, να δημιουργήσει νέα θεσμικά πλαίσια, που θα αναζωογονούσαν το κράτος και θα του έδιναν νέα δύναμη και ορμή, και ακόμη ζητεί να συνειδητοποιήσει στους Βυζαντινούς την εθνική τους καταγωγή (όπως λίγα χρόνια αργότερα και ο τελευταίος ιστορικός του Βυζαντίου Λαόνικος Χαλκοκονδύλης) διαλαλώντας τους με εθνική περηφάνεια ότι δεν είναι Ρωμαίοι – Ρωμιοί, όπως ίσως νομίζουν, αλλά Έλληνες κατά το γένος, όπως το μαρτυρούν η γλώσσα και η πατροπαράδοτη, παιδεία τους. Η μειοψηφία όμως δεν μπορεί να συναγείρει, να ενθουσιάσει τις μεγάλες μάζες, γιατί είναι εξαθλιωμένες και οι «δυνατοί» εγωιστές και ασυγκίνητοι.

Αλλά και αργότερα, κατά τα μέσα του 1444, ο Βησσαρίων, ο μαθητής του Γεμιστού και αρχιεπίσκοπος της Νίκαιας, ο κατοπινός ενωτικός (ουνίτης) καρδινάλιος, που βλέπει τα τρωτά του κοινωνικού βίου, τον εγωκεντρισμό, την κοντόθωρη και μωρή στάση και αδράνεια των αρχόντων, «την κρατήσασαν του Γένους μαλακίαν και βλακείαν», όπως αγανακτισμένος κράζει, θέλοντας να σώσει στις 12 παρά 5´ τα λείψανα του κράτους που παρασύρεται προς το βάραθρο, απευθύνεται προς τον δεσπότη του Μορέως (και κατόπιν τραγικό βασιλιά) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που τον θεωρεί σαν τον ενδεδειγμένο αρχηγό του έθνους, και με δικό του τώρα αξιόλογο υπόμνημα ανανεώνει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του δασκάλου του, γράφοντας πως μόνο με νέες δομές, με την καλή οργάνωση και με την ευνομία θα σωθεί ο τόπος, συγκεκριμένα με την αναπροσαρμογή των νόμων προς τις νέες πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες, προς το πνεύμα της εποχής, προς τους νέους δρόμους που έχουν ανοιχτεί κιόλας στη Δύση. Μεγάλη επομένως είναι, έλεγε, η ευθύνη πολλών και αξιόλογων αρχόντων που παρακολουθούσαν με τρόμο τον κατήφορο του κράτους, που ακόμη έφθαναν ώς το σημείο να ψέγουν τους εαυτούς των για τη συμμετοχή τους στις αδικίες και οι οποίοι, μολονότι υποστήριζαν την ανάγκη να γίνει κάτι, δέσμιοι όμως οι ίδιοι του καθεστώτος, της διαφθαρμένης κοινωνίας, δεν είχαν το σθένος ν’ αντιδράσουν και να δώσουν το καλό, το ζωογόνο παράδειγμα. Δεν είχαν καθόλου υπόψη τους τα λόγια του Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους για την ευθύνη των αρχόντων απέναντι της πολιτείας: κάκιστος είναι εκείνος που διοικεί την πόλη, χωρίς να παίρνει τις άριστες αποφάσεις, και ο οποίος από κάποιο φόβο κρατεί το στόμα του κλειστό (στ. 178-183). Οι Έλληνες αυτοί δεν εκδήλωναν ενεργά την αγανάκτησή τους, δεν αισθάνονταν τις αδικίες των συνανθρώπων σαν δικές τους, αλλά σαν Πόντιοι Πιλάτοι τις παρακολουθούσαν παθητικά και κρατούσαν δεμένη τη γλώσσα τους (πρβλ. τα νεοελληνικά «εμείς θα κάνουμε τον έξυπνο» ή «εμείς θα σώσουμε την κατάσταση;»), έστω και αν τα κακώς κείμενα έφθειραν τα θεμέλια του κράτους και επομένως υπονόμευαν και τη δική τους ύπαρξη. Τους έλειπε ακόμη η βαθύτερη πίστη στην αλλαγή, ο ενθουσιασμός για την αντιμετώπιση των δεινών, η πεποίθηση στις δυνάμεις τους. Ο λαός όμως είχε την ανάγκη από καλό κυβερνήτη —και τέτοιον ο Βησσαρίων εννοούσε τον Κωνστα­ντίνο Παλαιολόγο— και θα ήταν πρόθυμος να τον ακολουθή­σει πειθαρχημένα παντού.

Στο υπόμνημα του Βησσαρίωνα βρίσκουμε και τις ενθαρ­ρυντικές, για να μην πω κολακευτικές, κρίσεις του για τον ελληνικό λαό, για το «γένος» των Ελλήνων ότι είναι ήμερο από τη φύση του, γενναίο, φιλότιμο, ότι φροντίζει για την ηθική του βελτίωση, ότι μιμείται το καλό και δείχνει μεγάλη φιλομάθεια· ακόμη ότι οι νέοι είναι ευφυείς και ξεχωρίζουν με την οξύνοιά τους, ώστε θα ήταν δυνατόν ύστερ᾽ από μια μετεκπαίδευση στην Ιταλία να επαναφέρουν στην Ελλάδα όχι μόνο τις κλασσικές επιστήμες που σβήνουν, αλλά και τις θετικές που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Τα ελαττώματα του λαού αποφεύγει να τα κατονομάσει, για να μην τον αποθαρρύ­νει ασφαλώς, αλλά γενικά υποστηρίζει πολύ ορθά πως αυτά προέρχονται από τις κακές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του τόπου που συντελούν ώστε το «γένος» να τιμά τις κακές πλευρές της ζωής.

Γεγονός λοιπόν είναι ότι κατά τους δύο τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου με τις κακές δομές του κράτους, με την προϊούσα εσωτερική αποσύνθεσή του και με τον συνεχή εφιάλτη του τουρκικού κινδύνου εκφαυλίζονται οι χαρακτήρες, παρά την ύπαρξη μιας μειοψηφίας περήφανων και μαχητικών νέων (τη συχνά αδύναμη αυτή μειοψηφία τη διαπιστώνουμε και θα τη διαπιστώνουμε κατά καιρούς), οι οποίοι όμως αδυνατούν να ανακόψουν την πορεία προς τη σκλαβιά, την αμάθεια και τη βαρβαρότητα. Οι λίγοι Έλληνες λόγιοι, οι διανοούμενοι της εποχής, ντρέπονται βαθύτατα για την κατάντια του έθνους, βλέποντας μάλιστα τη σύγχρονη πρόοδο των λαών της Δυτικής Ευρώπης. Ο Βησσαρίων μάλιστα κλαίει για τη συμφορά που βρήκε το «μεγάλο» ελληνικό έθνος, να καταντήσει δηλαδή σε φοβερή δουλεία «βαρβάρων τε καί ανόμων άνδρών» και σε φτώχεια και να χάσει μαζί με την ελευθερία του και κάθε «ίχνος σοφίας». Κλαίει και ο αξιωματούχος του οικουμενι­κού πατριαρχείου Θεόδ. Ζυγομαλάς έναν αιώνα αργότερα στην Κωνσταντινούπολη βλέποντας την κατάσταση, «τήν τόσην αμέλειαν του γένους του ελληνικού προς το καλόν», αλλά έχει και αυτός, όπως και ο Βησσαρίων, ελπίδες και εμπιστοσύ­νη στην ευφυία των Ελληνοπαίδων, «δια την ενούσαν τω ελληνικώ γένει ευγένειαν και την κράσιν, και θέσιν των τόπων αυτών», δηλαδή στις βιολογικές τους καταβολές και στις επιδράσεις του φυσικού περιβάλλοντος, παράγοντες που τους αναγνωρίζουν σήμερα η βιολογία και η γενετική.

Η γνώμη για τη ραγδαία κατάπτωση των Ελλήνων είναι γενική και οι Δυτικοευρωπαίοι, θεωρούν πια αμαθείς τους άλλοτε δασκάλους των, αντίληψη που από εδώ και πέρα θα πληγώνει αιώνια την εθνική τους φιλοτιμία και περηφάνεια. Αντιστρέφονται πια οι όροι, η πλάστιγγα έχει γείρει οριστικά πια προς τη Δυτική Ευρώπη. Και κατά τα μέσα του 16ου αι. ο περιηγητής Belon λέγει ότι οι Έλληνες έχουν εκφυλιστεί όλως διόλου. Και οι λίγοι ξεροί γραμματοδιδάσκαλοι, που υπήρ­χαν στις ελληνικές χώρες, ήταν, κατά τον Γερμανό πανεπιστη­μιακό Crusius (τέλη 16ου αι.), «ανάξιοι της καταγωγής τους και μάλλον βάρβαροι». Οι βυθισμένοι στο σκοτάδι της αμάθειας σκλάβοι έχουν πια ανεπανόρθωτα δυσφημιστεί.

Με τον καταποντισμό και των τελευταίων ελεύθερων ελληνικών εστιών, του Μοριά και του Πόντου, γενικεύονται οι καταπιέσεις, οι εκφοβισμοί, οι εκβιασμοί, οι συκοφαντίες, οι φυλακίσεις και γενικά η στέρηση της ελευθερίας, που αναγκά­ζουν πολλούς Έλληνες ν᾽ αποχωρούν προς ορεινούς και απόμερους τόπους ή προς ελεύθερες χώρες ή και ορισμένους ν᾽ ακολουθούν τον δρόμο προς τον τόπο του μαρτυρίου, να γίνουν δηλαδή μάρτυρες της πίστης και της ελευθερίας, εθνομάρτυρες. Ανανεώνονται οι χρόνοι των διωγμών και των μαρτυρίων, οι οποίοι επιδρούν βαθύτατα στις ψυχές των χριστιανών, των Ελλήνων, διαχέουν σ’ αυτούς έντονη θρη­σκευτική πνοή στην καθημερινή τους ζωή και κάνουν αυστη­ρότερα τα ήθη. Η Εκκλησία γίνεται το καταφύγιο των ψυχών, ώστε να λέγει ο πατριάρχης Ιερεμίας Β´ (1572-1594): «εί καί δουλείᾳ το γένος ημών υπέπεσεν, αλλ᾽ ευσεβείᾳ ανένευσεν».

γ) Εξαχρείωση και διαφθορά των Ελλήνων επί τουρκοκρατίας. Ο ραγιάς (reaya). Τα ελαττώματά του (τάση προς το ψέμα, την απάτη, την πονηριά, καχυποψία, δουλικότητα, εκδικητικότητα κ.λ.) και αντιπαράθεσή τους προς τα προτερήματα (ζωηρότητα, ευφυία, μιμητική ικανότητα, ευθυμία, ευγλωττία, αγάπη της ελευθερίας κ.λ.).

1. Αν η ρωμαϊκή κατάκτηση μετέπλασε τον Έλληνα σε Γραικύλο, η τουρκική τον έχωσε ακόμη πιο βαθιά στον βάλτο της αμάθειας και της εξαχρειώσεως. Η ρωμαιοκρατία με τη βαθιά της επίδραση στο Βυζάντιο πρόσθεσε στο οικογενειακό του επίθετο το -πουλος (pullus) και η τουρκοκρατία το -ογλου (oglu). Η τουρκοκρατία είχε καταστροφικά αποτελέσματα, διαστρέβλωσε το πνεύμα των Ελλήνων και αποτελείωσε το έργο της ρωμαιοκρατίας. Ο δεσποτισμός, ο φανατισμός και η σκληρότητα των Τούρκων δημιούργησε νέους, πιο χειρότερους γραικύλους, τους ραγιάδες, και αποτύπωσε επάνω τους την παθητικότητα και τη μοιρολατρεία, με όλες τις συνέπειες, μειονεκτήματα που αναστέλλουν την τάση προς την ελευθερία και προς την πρόοδο. Ωχριά η ρωμαϊκή κυριαρχία και η διοίκηση, καθώς και οι συνακόλουθες καταπιέσεις εμπρός στις αντίστοιχες τουρκικές. Η ρωμαϊκή εξουσία θυμίζει, όπως κιόλας έχω αναφέρει, αγγλική διοίκηση στα τελευταία σχετικά ανεκτά χρόνια της αποικιοκρατίας, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας την ελληνική γενικά μόρφωση και δράση των ανώτατων Ρωμαίων υπαλλήλων, τον σεβασμό τους προς τον ελληνικό πολιτισμό και τη συνείδηση της αποστολής τους μέσα στην κοσμοκρατορία τους. Ευθύς λοιπόν εξ αρχής πρέπει να δηλώσω ότι η έλλειψη ελευθερίας, βαρύτατα αισθητής παντού κατά την περίοδο της τουρκικής κατακτήσεως, αλλά και οι σκληρές συνθήκες ζωής αποτελούν το σιδερένιο πλαίσιο, μέσα στο οποίο ζει καθηλωμένος και τρομοκρατημένος ο ελληνικός λαός, ο οποίος βρίσκει τον τρόπο να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, στη νέα του κατάσταση. Και η προσαρμοστικότητά του αυτή, που δείχνει την αρκετά οξεία νοημοσύνη του, διαφθείρει τον χαρακτήρα. Κατά τα τέλη του 14ου αι. ο λόγιος Δημ. Κυδώνης, κήρυκας της αδιάλλακτης αντιστάσεως ενα­ντίον των κατακτητών, προειδοποιούσε τους κατοίκους των λίγων ακόμη ελεύθερων περιοχών: «Μια και βρεθείς κάτω από την ωμή εξουσία αυτών των βαρβάρων δεν υπάρχει κακό που να μη το περιμένεις· και αυτά μας τα μαρτυρούν όχι μόνον όσα αξιόπιστα λέγονται, αλλά και όσα κάθε μέρα γίνονται… οι πόλεις, που φαίνονται ότι υπάρχουν ακόμη, μακαρίζουν αυτές που καταστράφηκαν από τα θεμέλια και οι κάτοικοί τους θα επιθυμούσαν ν’ ανοίξει η γη να τους καταπιεί· τέτοιες είναι οι συνθήκες της ζωής τους, ώστε δεν υπάρχει κακό που να μη το δοκιμάζουν».

Η έλλειψη ελευθερίας και οι φρικτές πολιτικοκοινωνικές συνθήκες επηρεάζουν την ανατροφή, την αγωγή και γενικά το ήθος των Ελλήνων, διαφοροποιώντας το κάπως κατά τόπους, όπως άλλωστε έχουμε παρατηρήσει στις προηγούμενες σελίδες. Πιστεύω, αν και έχει γίνει αηδής κατάχρηση του επιχειρήμα­τος, ότι πράγματι —όπως άλλωστε συμφωνούν όλοι οι παρατη­ρητές, δικοί μας και ξένοι— τα ελαττώματα των Ελλήνων εντάθηκαν από τη μόνιμη κατάσταση του εξευτελισμού στα χρόνια της μακραίωνης τουρκικής σκλαβιάς.

Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά καταλαβαίνει κανείς, πως ορισμένοι περιηγητές, όπως θα ιδούμε και αμέσως παρακάτω, καθώς και κοινωνιολόγοι – φιλόσοφοι, όπως ο David Hume, που απηχεί, φαίνεται, τις ιδέες που επικρατούσαν στους κύκλους των διανοουμένων της Αγγλίας, στηριζόμενοι σε αρνητικά κυρίως στοιχεία, μιλούν για εκφυλισμό των Ελλήνων με απόλυτη εμπι­στοσύνη στις κρίσεις. Έτσι ο Hume αντιδιαστέλλει τους ταλαντούχους και φιλοπόνους αρχαίους Έλληνες από τους πληθυσμούς που κατοικούσαν την εποχή του στην Ελλάδα, στους οποίους δεν βρίσκει παρά μόνον ελαφρότητα, διπροσω­πία, πονηριά, ηλιθιότητα και νωχέλεια! Έτσι και οι Ιταλοί, κατά τον ίδιο συγγραφέα, άνθρωποι ψεύτικοι, δειλοί και καμωμένοι για σκλαβιά, διαδέχτηκαν τους Ρωμαίους, τους φημισμένους για την ειλικρίνεια, την αγνότητά τους και τον έρωτα της ελευθερίας, αρετές που τους είχαν διδάξει ορισμένα επιφανή πρόσωπά τους.

Ακόμη και αν δεν πρέπει να τα ρίχνουμε όλα στην ράχη των κατακτητών και να ζητούμε ένα άλλοθι για τα ελαττώματα των Ελλήνων και αντίθετα να εξαίρουμε μόνο τα προτερήματά τους, την εξυπνάδα, τη ζωηρότητα, τη φυσική ευγλωττία, τη μιμητική τους ικανότητα, πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι ο ραγιάς, για ν’ ανταπεξέλθει στις καταπιέσεις και στους τρόμους μιας ανήκουστης δουλείας, αναγκάζεται, αμυνόμενος, να χρησιμοποιήσει ως όπλα μερικές κακές ιδιότητες του χαρακτήρα του, ν’ αναπτύξει ιδίως την τάση του προς το ψέμα, προς την υποκρισία, προς την απάτη. Ορθά λοιπόν τις τάσεις αυτές, από τους πρώτους κιόλας αιώνες της τουρκοκρατίας, τις αποδίδουν δικοί μας λόγιοι και ξένοι παρατηρητές στην ανάγκη των Ελλήνων να συζούν με σκληρούς και φιλοχρήμα­τους τυράννους και ν᾽ αποφεύγουν, όσο το δυνατόν περισσότε­ρο, την καταπίεση. Η συνηθισμένη άμυνα των ραγιάδων απέναντι των κατακτητών ήταν η υποχωρητικότητα, η υποκρι­σία και το ψέμα, τα μόνα όπλα, για να μπορέσουν να επιζήσουν μέσα στο περιβάλλον των ποικίλων καταπιέσεων, της αγωνίας και του φόβου. Η συνείδηση λοιπόν και η έκφραση του λόγου καταπιέζονταν. Το πνεύμα γενικά είχε υποδουλωθεί. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα ανατρέφονταν οι ραγιάδες. Έτσι δη- μιουργείται ένας νέος τύπος γραικύλου, ο τύπος του ραγιά (πρβλ. και το παράγωγό του ραγιαδισμός), ο τύπος του ευτελούς, του χαμερπούς σκλάβου, που τρέμει εμπρός στον κατακτητή, που τον κολακεύει και είναι πρόθυμος να του φανεί χρήσιμος με κάθε τρόπο, αρκεί να του αποσπάσει την υψηλή του εύνοια. Ο τύπος αυτός, που εξακολουθεί ακόμη να είναι πολύ ζωντανός για τον ελληνικό λαό, στιγματίζεται σαν ένα μισητό άτομο, που του λείπει κάθε ίχνος ανδρισμού και αξιοπρέπειας. Η λέξη ραγιάς κλείνει μέσα της, ακόμη και σήμερα, αρκετό βάρος από την κακή απόχρωση που είχε πάρει κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Η τάση προς το ψέμα και την απάτη ήταν η μεγαλύτερη κατάρα που έπεσε στη ράχη των Ελλήνων στα χρόνια της σκλαβιάς, η διαστροφή που υπέθαλψε την επίδοση και πολλών άλλων ελαττωμάτων, της πονηριάς, της υποκρισίας, της διπρο­σωπίας κ.λ. Η υποκρισία ιδιαίτερα πρέπει να προχώρησε βαθιά. Τα ποσοστά της ψευδολογίας και της υποκρισίας —πρώτα αυτα — αυξήθηκαν στον μέγιστο βαθμό με αντίστοι­χες βέβαια επιδράσεις και αναλογίες και σε άλλα φαινόμενα του ψυχικού βίου. Η τουρκική κατάκτηση έδωσε τη χαριστική βολή στους ξεπεσμένους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, μια εξοντωτική γροθιά στο μαραζωμένο τους πρόσωπο. Στις επι­δράσεις του μουσουλμανικού και τουρκικού δεσποτισμού πρέ­πει ν’ αποδοθεί και η κατάπτωση του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων.

Πέρα όμως από τη γενική αυτή παρατηρήση, διαπιστώνου­με πολλά τρωτά στον κοινωνικό τους βίο και στις ανθρώπινες σχέσεις, κατάπτωση που την συνοψίζει επιγραμματικά σε δύο γραμμές ο πρώτος μετά την Άλωση πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος· «Αλίμονο! για ποιό πράγμα να κλάψω; για τη σωματική υποδούλωση των Ελλήνων ή για τη φθορά στις ψυχές και σ᾽ αυτές ακόμη που φαίνεται ότι έχουν μείνει αλώβητες;». Στην Κωνσταντινούπολη σαλεύουν λίγα μόνο κορμιά με ακόμη λιγότερες αρετές. Σε κάθε βήμα και κάθε στιγμή προβάλλουν οι εικόνες και οι ασχήμιες της Πόλης, η φτώχεια των κατοίκων της που περιφέρουν εδώ κι’ εκεί τα κουρέλια τους, η ηθική αποχαλίνωση των άλλων που κάθε μέρα γίνονται και χειρότε­ροι και γενικά η ευδοκίμηση όλων των λουλουδιών του κακού, ιδίως η ένταση των γνωστών ελαττωμάτων της αχαριστίας και της συκοφαντίας. Ο πατριάρχης συλλαμβάνει αμέσως τα πρώτα μηνύματα της σκλαβιάς, που αιώνες τώρα τα γεύονταν οι σκλάβοι της μικρασιατικής και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η ηθική εξαχρείωση και ο εκφυλισμός προχωρεί σε βάθος. Οι νέες συνθήκες της ζωής δημιουργούν ανώμαλους χαρακτήρες και πληθώρα κακών και φθονερών. Υποκρίνεται και μεταμφιέζεται ο σκλαβωμένος, ο ηττημένος, που φτιάχνει σιγά – σιγά το νέο του πρόσωπο, την προσωπίδα του. Και έτσι συμπληρώνεται ο νέος κώδικας συμπεριφοράς.

2. Δεν είναι βέβαια απόλυτα, αλλά μόνο εν μέρει, σωστή η αντίληψη του λογίου Αντ. Επάρχου ότι όλα, έριδες, φθόνοι, επιβουλές, φιλαργυρία, αναισχυντία κ.λ. τα έφερε η σκλαβιά. Αυτά προϋπήρχαν, ανθούσαν, όπως είδαμε, κατά τους τελευ­ταίους αιώνες του βυζαντινού κράτους, αλλά η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει και κάνει τον Ματθαίο Μυρέων στις αρχές του 17ου αι. ν᾽ ανακράξει γεμάτος θλίψη και απορία: «Ω! πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων!». Αλλά και οι άλλοι πνευματικοί ηγέτες των Ελλήνων κατά τον 16ο αι., όπως ο οικουμενικός πατριάρχης Διονύσιος Β´ και ο Νικόλαος Μαλαξός, ύστερ᾽ από τα τόσα δεινά που είχαν υποφέρει και υποφέρουν οι Έλληνες από τα δικά τους σφάλματα, τονίζουν τον παράγοντα «σωφροσύνη», δηλαδή τη σύνεση, ή καλύτερα τη βούληση για σωφροσύνη, που πρέπει να επικρατήσει και η οποία θα τους ξυπνήσει από τον μακραίωνα λήθαργο και θα προκαλέσει την αναμόρφωση του Γένους με την κατάλληλη αγωγή και παιδεία, που θα δώσουν στους νέους.

Αλήθεια πώς ήταν δυνατόν οι άθλιες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες να μην επιδρούν ολέθρια στις ψυχές των κατοίκων, κυρίως των πόλεων και των πεδινών περιοχών, όπου η σκιά του κυριάρχου έπεφτε επάνω τους σαν βραχνάς; Το μεγάλο αυτό κακό το αισθάνονται βαθύτατα οι μορφωμένοι Έλληνες, όπως π.χ. ο Μέγας Ρήτωρ του οικουμενικού πατριαρχείου Ιωάννης Ζυγομαλάς, που γενικεύοντας ομολογούσε στον ιερέα της γερμανικής πρεσβείας St. Gerlach, ότι οι Έλληνες είναι ψεύτες, γιατί ζσυν κάτω από τον ζυγό κακών ανθρώπων, οι οποίοι κάθε μέρα τους εξαπατούν, αλλά και οι Έλληνες πάλι με τη σειρά τους τους απατούν. Το ψέμα λοιπόν γι’ αυτούς δεν είναι καμιά ντροπή. Θα πάρει αξία, θέση αξιώματος μέσα στη ζωή τους, είναι βιολογική άμυνα και πρέπει οι σκλάβοι να νιώθουν περηφάνεια που ξεγέλασαν ή ξεγελούν τον καταπιεστή. Και ο Ζυγομαλάς δικαιολογούμενος επικαλέστηκε τον 18ο ψαλμό: «και μετά στρεβλού διαστρέφεις». Και λίγα χρόνια αργότερα, στα 1588, ο περιηγητής Lubenau περνώντας από τη Λήμνο σημειώνει για τους κατοίκους της, όπως και γενικά για όλους τους Έλληνες, ότι ήταν μεγάλοι απατεώνες, τσιγκούνηδες σαν τους Εβραίους και άπιστοι σαν τους Μοσχοβίτες. Και αυτά τα λέγει παίρνοντας αφορμή από τις απάτες που γίνονταν κατά την εξαγωγή και τη διάθεση της λημνίας γης (terra sigillata ή theriaca), της οποίας το μονοπώλιο το είχε ο σουλτάνος. Τη λημνία γη τη χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς —ήταν η πανάκεια της εποχής— και την πουλούσαν στα φαρμακεία. Οι κάτοικοι λοιπόν μάζευαν και αυτοί κρυφά στο βουνό την ύλη αυτή, την έπλυναν και την μετέπλαθαν σε σβώλους. Πώς όμως ήταν δυνατόν να μη χρησιμοποιήσουν την απάτη, αφού ο ίδιος ο σουλτάνος τους ρουφούσε το αίμα; Δεν έπρεπε να επιζήσουν; Οι παραπάνω μαρτυρίες είναι αποκαλυπτικές, αλλά και συγκλονιστικές, γιατί μας φέρνουν εμπρός στη σκηνογραφία θεάτρου σκιών, του καραγκιόζη, και μας ζωντανεύουν τη διαρκή μονομαχία του έξυπνου σκλαβωμέ­νου Νεοέλληνα με τον παμπόνηρο επίσης τύραννο Ανατολίτη, που προσπαθούν να ξεγελάσει ο ένας τον άλλο —ένα έργο που θα παίζεται για αιώνες με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές ώς το τέλος της τουρκοκρατίας, έργο που με τη συνεχή του επανάληψη θα διδάξει στον πρώτο τους κανόνες του παιγνιδιού αυτού και θα τον παρακινεί να τους επεκτείνει και προς τους συμπατριώτες του, προς τους γείτονές του, ώστε τελικά να μη ξέρει κανείς ποιος βγαίνει κερδισμένος. Τελικά το ψέμα και η υποκρισία των ραγιάδων γίνονται οι κανόνες του κώδικα της συμπεριφοράς τους για να επιζήσουν, όσο μάλιστα ανεβαίνουν ψηλότερα οικονομικά και κοινωνικά.

Ας πάρουμε ακόμη κατ᾽ επιλογήν και μερικά άλλα παραδείγματα από άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου, από την περιοχή του Αιγαίου, συγκεκριμένα από τη Νάξο, όπου κατά τα τέλη του 17ου αιώνα ζούσε ο Ιησουίτης Sauger, που γνώρισε καλά ιδίως τους Νησιώτες. Διαπιστώνει λοιπόν και αυτός, την πονηριά κ.λ., αλλά και την εξυπνάδα, τη ζωηρότητα, τη φυσική ευγλωττία, τη μιμητική τους ικανότητα. Τα ίδια σχεδόν διαπιστώνει μισόν αιώνα αργότερα, προς τα μέσα του 18ου αι., και ο Άγγλος περιηγητής Sandwich: ότι οι Έλληνες είναι πανούργοι, πονηροί στις δουλειές τους, κόλακες, ευτε­ λείς, πλάγιοι στους τρόπους, και γενικά προδοτικοί στις υποθέσεις που σχετίζονται με τα συμφέροντά τους, αλλά έχουν ξύπνιο μυαλό, ισχυρές ικανότητες για οποιοδήποτε έργο, με το οποίο καταπιάνονται και οι περισσότεροι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι. Σημειώνει όμως ο Sauger ότι υπάρχουν και Έλληνες τελείως αψεγάδιαστοι, τιμιότατοι, αξιόπιστοι, φρόνι­μοι, με όλα τα εθνικά προτερήματα χωρίς κανένα ελάττωμα —η αιώνια λαμπρή μειοψηφία.

3. Μετά τον Sandwich αξιομνημόνευτος είναι ο συμπα­τριώτης του πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Porter, που όμως καταφέρεται με μανία εναντίον των Ελλήνων. Δέχεται ότι μοιάζουν πολύ με τους αρχαίους, ότι είναι πάρα πολύ έξυπνοι και πανούργοι, πάρα πολύ ματαιόδοξοι, πάρα πολύ ραδιούργοι, πάρα πολύ εκδικητικοί για να υποστηρίξουν από κοινού τα συμφέροντα τους, τη φήμη και τη δόξα ενός δημοκρατικού κράτους, ή για να υποταχθούν σ’ ένα μονάρχη προερχόμενο όμως από το έθνος τους. Το ανήσυχο πνεύμα τους τους κάνει να μη μπορούν να ζουν ήσυχοι (πρβλ. το nec servitutem nec libertatem pati possunt του Τακίτου), εκτός αν βρίσκονται κάτω από ένα ξένο δυνάστη, που με το βαρύ του χέρι να καταστέλλει τα ξεσπάσματα του ταραχοποιού δαιμονίου τους. Ο δυνάστης αυτός πρέπει να είναι έτοιμος πάντοτε να σηκώνει το δυνατό χέρι του για να χαλιναγωγεί τα πάθη τους, και τέλος —παραιτούμενος από την προσπάθεια να τους εθίσει στις κοινωνικές αρετές (τόσο ανάγωγοι είναι!)— να τους αναγκάζει να μένουν τουλάχιστον ήσυχοι. Τα τελευταία λόγια του Porter θυμίζουν τα εξίσου σκληρά του Villoison, που έγραφε ότι η δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στο να ανέχονται τους ραβδισμούς των Τούρκων και ότι αυτοί έχουν δίκαιο να λέγουν ότι το μπαστούνι είναι δώρο του θεού που το έστειλε στη γη για να χαλιναγωγεί τους Έλληνες!

Ανεξάρτητα από τις αλήθειες, που υπάρχουν στους παρα­πάνω συγγραφείς, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί ως προς την αποδοχή των κρίσεών τους στο σύνολο. Οι γνώμες μάλιστα του Porter, διαποτισμένες από εχθρότητα και μίσος, είναι γενικά άδικες και απόλυτες. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Porter ως Άγγλος πρεσβευτής είχε υπόψη του τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και ασφαλώς της κλειστής σχεδόν τάξης του Φαναριού, με τους οποίους ως αφοσιωμένους, σχεδόν δουλικούς, υπαλλήλους της Πύλης θα βρισκόταν σε συχνή επικοινωνία και προστριβές. Για τους ίδιους Έλληνες την ίδια κακή γνώμη είχε δύο αιώνες νωρίτερα και ο ιερέας Gerlach, που όμως και αυτός είχε λόγους να είναι δυσαρεστημένος με τους Φαναριώτες, κοσμικούς και κληρικούς, αξιωματούχους του οικουμενικού πατριαρχείου, γιατί δεν προχωρούσε με αυτούς εύκολα ο διάλογός του ως εκπροσώπου των διαμαρτυρομένων θεολόγων της Τυβίγγης.

Ακόμη νομίζω ότι οι κακοί χαρακτηρισμοί που δίνει ο Porter στους Έλληνες προέρχονται και από την εχθροπάθειά του εναντίον του ζωντανού και «ανήσυχου» αυτού λαού, που δεν είχε χάσει την πίστη του στην «αποκατάστασή» του, στην απελευθέρωση του Γένους, εναντίον του λαού που ροκάνιζε τα θεμέλια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, για την ακεραιότητα της οποίας ενδιαφερόταν η Αγγλία· εναντίον του λαού αυτού που τολμούσε να έχει εθνικές ανησυχίες και να ονειρεύεται την υποκατάσταση του γύψινου εκείνου κολοσσού. Όσα λοιπόν γράφει ο Porter για τις εθνικές επιδιώξεις των Ελλήνων είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και δείχνουν την επιβίωση μέσα στον κύκλο των Φαναριωτών και των λογιών, καθώς και μέσα στον λαό, της ζωντανής ακόμη παραδόσεως και αναμνήσεως του μεγάλου βυζαντινού κράτους, ασφαλώς του θρύλου του «μαρμαρωμένου βασιλιά». Επομένως η ιδέα της μοναρχίας που θα συνέχιζε τη βυζαντινή, τη βασιλεία του τελευταίου Παλαιολόγου, εξακολουθούσε να επιζεί άφθαρτη και ζωηρή. Αυτό νομίζω πως αποδεικνύεται πολύ καθαρά και από όσα γράφει 100 σχεδόν χρόνια αργότερα ο Edmond About, μιλώντας για τους Φαναριώτες, περισσότερους από 50.000 Έλληνες που περιμέ­νουν την αποκατάσταση του βυζαντινού κράτους, ενώ παράλ­ληλα επιδίδονται στις δουλειές τους. Η άλλη ιδέα για τον σχηματισμό ενός «δημοκρατικού κράτους», όπως λέγει ο Porter, πρέπει να είναι ξένη προς το Βυζάντιο και το Φανάρι, πρέπει να είναι ιδέα των φιλελεύθερων Ελλήνων λογιών, των γαλουχημένων με το πνεύμα της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρα­τίας ή των κοινοτήτων ή των ομοσπονδιών κοινοτήτων της τουρκοκρατίας. Οι παράλληλες αυτές ιδέες αναφαίνονται πάλι κατά το πρώτο έτος της Επαναστάσεως, στις παραμονές της συγκλήσεως της Α’ Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου, όταν επρόκειτο ν’ αντιμετωπιστεί το πρόβλημα: με ποιο τρόπο θα έπρεπε να κυβερνηθεί η Ελλάδα; με δημοκρατία του τύπου της αθηναϊκής πολιτείας ή με μοναρχία και αριστοκρατία του βυζαντινού τύπου; Με την τοπική αυτοδιοίκηση, με τις κοινότητες, οι Έλληνες, μολονότι κατά τη διάρκεια των αιώνων είχαν ξεχάσει τα ονόματα δημοκρατία και αριστοκρατία, είχαν διαφυλάξει γνήσια την παράδοση των αρχαίων κοινών, των πυρήνων της δημοκρατικής ιδέας, γιατί αναλάμβαναν μόνοι τους να διαχειριστούν τα ζητήματά τους, πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά του κοινωνικού συνόλου, και με τη δραστηριότητά τους προήγαν κάποτε —με τη συνισταμένη των δυνάμεών τους— τους μικρούς πρωτόγονους οικισμούς των σε ανθηρά χωριά, κωμοπόλεις, και πόλεις, ιδίως στα ορεινά μέρη, όπου δεν ήταν αισθητή η εξουσία των τυράννων τους. Και αυτό γινόταν, ενώ στην Ευρώπη δεν τους θεωρούσαν ώριμους για πολιτικούς θεσμούς!

Πιο ήπιος και πιο εύστοχος στις κρίσεις του από τον Porter είναι ο Ρώσος αξιωματικός Ματθαίος Γρηγ. Κοκοβτζόβ (είχε κατεβεί στην Ελλάδα στα 1770 με τους αδελφούς Ορλόφ), ο οποίος πολλά φορτώνει και αυτός στους Έλληνες. Αναγνω­ρίζει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες, μολονότι δεν έχουν τίποτε να επιδείξουν οι ίδιοι στις τέχνες και στις επιστήμες, έχουν κληρονομήσει την ευφυία των προγόνων τους, για τους οποίους περηφανεύονται, αλλά τώρα που βρίσκονται κάτω από αφόρητο ζυγό, την ευφυία τους αυτή τη μεταχειρίζονται για εξαπάτηση, υποκρισία και πονηριά. Το τελευταίο αυτό ελάττωμα, παρατη­ρεί, είναι και τώρα έντονο, όπως και στην εποχή του τρωικού πολέμου. Ο σκληρός ζυγός δεν τους απελπίζει, γιατί τα αρχαία μνημεία τους θυμίζουν τα παλιά μεγαλεία και τους τρέφουν την ελπίδα για την προσεχή απελευθέρωσή τους και την επιστροφή στους παλιούς δοξασμένους χρόνους που τους έχουν πάντοτε στον νου τους. (Αυτό ακριβώς το αίσθημα το διαπιστώνει ο πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη Cousinéry και στους κατοίκους της Θάσου). Οι Έλληνες, συνεχίζει ο Ρώσος αξιωματικός, είναι εγωιστές και πλεονέκτες. Και για την απόκτηση χρημάτων καταφεύγουν στην απάτη και δεν διστάζουν γι’ αυτά να θυσιάσουν συγγενείς και φίλους. Αγαπούν τα παραμύθια, είναι προληπτικοί και ζηλιάρηδες· γι’ αυτό, όπως και οι Τούρκοι, κρατούν τις γυναίκες τους κλεισμένες μέσα στα σπίτια.

Δριμύτερος από τον Ρώσο αξιωματικό ο Villoison συναγω­νίζεται τον Porter στις κρίσεις του για τους Έλληνες. Γράφει ότι δεν έχουν επιστήμη και δύναμη και προσθέτει σαρκαστικά ότι το μόνο που τους μένει είναι η οίηση, η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Δεν ξέρουν τί θα πει φιλία και μόνο το κοινό συμφέρον τους ενώνει. Θυσιάζουν το παν στο πρόσκαιρο συμφέρον, δεν αποβλέπουν ποτέ στο μέλλον και δεν τόχουν για τίποτε να πάρουν ψεύτικο όρκο. Η παραμικρή επιτυχία τους φουσκώνει και τους κάνει αναιδείς, ενώ η παραμικρή αναποδιά τους καταβάλλει και τους κάνει χαμερπείς. Και συγκεκριμένα μιλώντας ασφαλώς για τον ανερχόμενο αστό, γράφει: «Δεν υπάρχει κανείς τόσο ματαιόδοξος και αναιδής από τον φτασμέ­νο Έλληνα, καθώς πιο ταπεινός και ερπυστικός (rampant) στην ατυχία, πιο ελαφρόμυαλος και πιο ευμετάβολος, που να περνά ξαφνικά από την αγάπη στο μίσος και από το μίσος στην αγάπη». Οξείες εχθρότητες μεταξύ των Ελλήνων ή καλύτερα μεταξύ των ελληνικών οικογενειών, παρατηρούνται και στα Νησιά του Ιονίου, κυρίως στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά, όπου με την επίδραση των συνηθειών της Βενετίας σημειώνο­νται δολοφονίες με στιλέτα και με πληρωμένους μπράβους.

O Dallaway, που την ίδια περίπου εποχή (τέλη του 18ου αι.) επισκέφθηκε την Ανατολή, λέγει ότι ο απλός λαός είναι χαρούμενος, αλλά η διαφθορά και η κακοπιστϊα του που προήλθε από τη δουλεία μπορούν να τον κατευθύνουν έτσι, ώστε να κάνει το παν για να πετύχει αυτό που θέλει. Ο λαός, επηρεασμένος από το ωραίο κλίμα, εκδηλώνεται στις διασκεδά­σεις του με μια θορυβώδη και τρελή χαρά, με κραυγές, που έρχονται σε αντίθεση με την ειρηνική γαλήνη των Τούρκων. «Οι γιορτές τους είναι γιορτές σκλάβων που ξεχνούν τον εξευτελισμό τους χορεύοντας με τις αλυσίδες τους».

Συμφωνεί μαζί του και ο σύγχρονός του G. A. Olivier, που εξετάζοντας επιφανειακά τους Έλληνες εκφέρει γενικές ασχο­λίαστες κρίσεις: ότι είναι χαρούμενοι, πνευματώδεις, δεισιδαίμονες, δειλοί, ακριβείς τηρητές των νηστειών, ότι ασχολούνται με διάφορα επαγγέλματα, με το εμπόριο, με τη ναυτιλία, με τη γεωργία, και ότι αγαπούν πολύ τη μουσική και τον χορό. Οι πλούσιοι είναι μορφωμένοι, ευλύγιστοι, πολύ μηχανορράφοι, μαθαίνουν ξένες γλώσσες και χρησιμοποιούνται ως γιατροί και διερμηνείς από την Πύλη. Τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά ταιριάζουν μάλλον στους κατοίκους της Πόλης, του Φαναριού, και των πολυσύχναστων νησιών του Αιγαίου, ανάμεσα στα οποία ταξίδεψε κυρίως και ο Olivier.

Τους Κυκλαδίτες επίσης είχε κυρίως υπόψη του και ο ιησουίτης Pègues, όταν χαρακτήριζε γενικά τους Έλληνες περήφανους, ματαιόδοξους, ζωηρούς, σπινθηροβόλους, εύθυ­μους, χαρούμενους, δοσμένους στις διασκεδάσεις και στον χορό. Η χαρά και η ευθυμία ήταν κύρια στοιχεία του εθνικού χαρακτήρα των Ελλήνων. Το τραγούδι και ο χορός γεμίζουν τις ώρες που δεν απασχολούνται με οικιακές εργασίες. Η μουσική όμως, η ζωγραφική και η γλυπτική, κατ’ αυτόν, βρίσκονται σε κατάπτωση. Τη διάθεσή τους αυτή για τον χορό την υπογραμ­μίζουν πολλοί ξένοι, αλλά τους ενοχλούν οι παράφωνοι, όπως νομίζουν, ένρινοι τόνοι του τραγουδιού. Γενικά όμως τους περισσότερους ξένους συγκινεί πολύ η ευπροσηγορία, η φιλικότητα, η περιέργεια του απλού λαού, του αγράμματου και αφελή.

Όλοι οι ξένοι, όπως είδαμε, τονίζουν τη βαριά επίδραση του τουρκικού ζυγού και ορισμένοι μας βοηθούν στην ανεύρε­ση των αιτίων της διαφθοράς. Ήταν, λέγουν, σκληρή η ανάγκη των ραγιάδων να προσφύγουν σε πλάγια μέσα, στην πανουργία και στην απάτη, ν᾽ αποκρύπτουν το βιός τους (ακόμη και οι Τούρκοι ραγιάδες κάποτε), για να μη κινούν την αρπακτικότητα των κατά τόπους δυνατών. Έπρεπε ακόμη να κολακέψουν και να δωροδοκήσουν, για να εξασφαλίσουν την περιουσία και τη ζωή τους. Η δωροδοκία, το μπαξίς, ήταν το πιο αποτελε­σματικό όπλο του ραγιά, ώστε στα τέλη του 16ου κιόλας αι. να γράφει ο St. Gerlach· «στην Τουρκία όλα τα διευθετεί ο ακτσές, δηλαδή το άσπρο. Χωρίς δώρο δεν κατορθώνει κανείς τίποτε», μέσο που εξακολουθεί και σήμερα ακόμη να έχει πέραση στη χώρα αυτή (πρβλ. και την ελληνική παροιμία· «Τούρκον είδες, άσπρα θέλει, κι’ άλλον είδες, κι’ άλλα θέλει»).

Η επίδειξη ευμάρειας ήταν ερέθισμα για τον δυνάστη. Γι᾽ αυτό και οι σκλάβοι στις επαρχίες, αν έχουν σχετική άνεση, ζουν μέσα σε αθλιότητα, για να μη προκαλούν. Έπρεπε δηλαδή διαρκώς να κρύβονται από τα μάτια του και την ευτυχία τους να τη βρίσκουν μόνο μέσα στην οικογένειά τους, όπως παρατηρούσε ξένος περιηγητής στα 1808· «Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, που το πρωί μέσα στα μαγαζιά τους ή στους δρόμους του παζαριού, ντυμένοι μ’ ένα χοντρό ρούχο, υποκλίνονται μπροστά στον Τούρκο ζητιάνο και τρέμουν στη θέα του γενίτσαρου, του οπλισμένου με μια απλή βέργα, αλλάζουν ρόλο μόλις επιστρέφουν στα σπίτια τους. Βγάζουν τότε τα κουρέλια τους και ξαναντύνονται με μεταξωτά ρούχα και πλούσια γουναρικά. Ο φτωχός έμπορος του πρωινού κοιμάται το βράδι με τους ήχους απαλής μουσικής, ξαπλωμένος σε μεταξωτά μαξιλάρια και αναπνέοντας αέρα που ευωδιάζει από τα πιο σπάνια λουλούδια. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν ν’ αποζημιώ­νονται μέσα στο σπίτι τους από τις στερήσεις που υπομένουν έξω απ’ αυτό. Είναι αφέντες στη μικρή τους ιδιοκτησία, περιτριγυρισμένοι από σκλάβους, που υπακούουν και στην παραμικρή τους κίνηση, από γυναίκες πάντοτε πρόθυμες να ικανοποιήσουν τα καπρίτσια τους ή τις επιθυμίες τους, από παιδιά που ανατρέφονται με το πνεύμα της πιο μεγάλης υποταγής και του σεβασμού προς τον αρχηγό της οικογένειας. Ανάμεσα στις αναζητήσεις για πολυτέλεια και στις ραφιναρισμένες ηδονές κυλούν οι μέρες που θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένες, αν δεν τις δηλητηρίαζε ο φόβος ότι θα τις έβλεπαν να τελειώνουν μέσα στη φτώχεια, μερικές φορές μάλιστα τελείωσαν με τον μοιραίο βρόχο ή με το πιο άγριο ακόμη μαρτύριο του ξυλοδαρμού».

4. Ήταν δυνατόν λαός καταπιεσμένος επί αιώνες από ένα σκληρό δυνάστη, ιδίως στα πεδινά μέρη, να μη δεχθεί τις επιδράσεις του φόβου στα μύχια της ψυχής του, να μη χάσει τις αρρενωπές του αντιδράσεις και να μη τρέμει στο βλέμμα ενός άγριου Τούρκου!

Απορούσαν οι ξένοι πώς ένα τέτοιο έθνος με δοξασμένους πολεμιστές, ιστορικούς και φιλοσόφους, άνδρες πρότυπα, είχε κατρακυλήσει τόσο χαμηλά, ώστε να γίνει ο αγόγγυστος σκλάβος ενός γένους «απολίτιστων απίστων». Μολαταύτα ο ζυγός δεν έσβησε ολότελα τις αρετές που είχαν κληρονομήσει από τους αρχαίους προγόνους των. Οι Έλληνες μέσα στα μύχια της ψυχής τους είχαν διασώσει ένα σκληρό πυρήνα ζωτικότητας, ένα δυνατό χαρακτήρα, που τους ξεχώριζε από τους δυνάστες τους και τους έκανε να κρατήσουν τη γλώσσα, τη θρησκεία και τα ήθη τους, παρατηρούσε ο περιηγητής Scrofani, που από το δεύτερο κιόλας μισό του 18ου αιώνα λαχταρούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να ιδεί τους ισχυρούς της γης ν᾽ αναστήσουν τη δόξα της Αθήνας, της Σπάρτης, της Κορίνθου, όλους τους Έλληνες, απογόνους εκείνων από τους οποίους οι Ευρωπαίοι είχαν πάρει τα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες, την ηθική φιλοσοφία και την ελευθερία.

Γεγονός όμως είναι ότι οι Έλληνες, ιδίως στους ύστερους αιώνες της τουρκοκρατίας, ανέχονται βέβαια τον ζυγό πιο δύσκολα από τους άλλους λαούς της Βαλκανικής, αλλά τον υπομένουν με καρτερία. Δεν ξεχνούν την αρχαία τους δόξα, που στα τέλη του 18ου αι. με την ανάπτυξη του φωτισμού του Γένους παρουσιάζεται με νέα λαμπράδα, σαν ένα καινούργιο γεγονός. Στις αρχές μάλιστα του 19ου αι. η θύμηση της παλιάς δόξας συγκλονίζει σαν «σεισμός ψυχής» τις ηγετικές τάξεις των Ελλήνων. Αλλά και όσοι ακόμη έχουν ξεχάσει το εθνικό τους όνομα είναι αδύνατο να ξεχάσουν πως είναι άνθρωποι· και η ελπίδα για την απελευθέρωσή τους συνεχώς ζωηρεύει. «Οι λιγοστοί Τούρκοι που τους διοικούν, γράφει ο Αμερικανός αξιωματικός του ναυτικού Μπίντελ στα 1806, πατούν πάνω σε στάχτες που κάτωθέ τους καίει άσβηστη η χόβολη της εκδικήσεως. Μα χωρισμένοι ανάμεσά τους, ζηλεύο­ντας ο ένας τον άλλον (σ.σ. ο αιώνιος φθόνος!), χωρίς όπλα, χωρίς αρχηγό, δεν τολμούν να εκφράσουν την αγανάκτησή τους, προσδοκώντας την βοήθεια απ’ έξω».

Τη δειλία που τους προσάπτουν ορισμένοι κατήγοροί τους τη διαψεύδουν οι αδιάλειπτοι αγώνες αντιστάσεως με επικεφα­λής τους κλέφτες και αρματολούς, καθώς και οι αλλεπάλληλες επί τουρκοκρατίας επαναστάσεις και ιδίως τα κατορθώματά τους κατά τους τελευταίους ρωσοτουρκικούς πολέμους. Όπως και στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας, έτσι και στα χρόνια της τουρκοκρατίας έμειναν γενναίοι, αλλ’ ατομικά, όχι ως σύνολο, ως έθνος, ως τους αγώνες του 1821, οπότε είχαν ωριμάσει οι όροι για την ανάληψη του μεγάλου εγχειρήματος. Ριψοκινδυ­νεύουν μόνοι τους, όπως και στους αρχαίους χρόνους, ταξι­δεύοντας σε ξένες χώρες, για να αντιμετωπίσουν τις επείγουσες ανάγκες της ζωής και έτσι δημιουργούν κάποιο ανεκτό τρόπο διαβιώσεως επάνω στα άγονα εδάφη των ορεινών πατρίδων τους, εκεί όπου τους είχε συμπιέσει η άγρια τρομοκρατία των κατακτητών. Στην Ελλάδα, δίπλα στον τολμηρό πραματευτή, στον έμπορο, δρουν στις ορεινές τους πατρίδες οι ανυπότακτοι κλέφτες ή κλεφταρματολοί, που πριν από την Άλωση κιόλας βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τον κατακτητή και οι οποίοι αποκαθαίρουν, όπως έγραψα άλλοτε, τον ρύπο του ραγιαδισμού και συντελούν στην ηθική αναγέννηση του έθνους: με τη στάση τους αυτή εμπνέουν γενναία αισθήματα και δείχνουν σε όλους τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος. Αποτελούν ζωντανά παραδείγματα και προκαλούν τη μίμηση. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο των ιδεών ανατρέφονται τα παιδιά των ορεινών περιοχών και γενικότερα της Ελλάδας. Γι᾽ αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο, αν οι ανυπότακτοι εκείνοι άνδρες έλαμψαν μέσα στη θερμή φαντασία του τυραννισμένου λαού και έγιναν ινδάλματα, αν ο λαός δημιούργησε τον μύθο του παλληκαριού, αν δηλαδή δίπλα στον ραγιά έπλασε τη μορφή του ιδανικού νέου της εποχής: τη μορφή που ενσαρκώνει τα αισθήματα της αντρϊκειας περηφάνειας, της δικαιοσύνης, της συμπάθειας προς τους καταπιεσμέ­νους και της αδίστακτης και αδιάλλακτης αντίστασεως ενα­ντίον των τυράννων, των κατακτητών, μορφή που κρύβει ακόμη ως σήμερα πολύ φως από το παρελθόν. Και ο θαυμασμός του ελληνικού λαού έγινε τραγούδι ηρωικό, το ξακουστό κλέφτικο τραγούδι, που με τον αρρενωπό τόνο του ικανοποιούσε κάπως την τραυματισμένη καρδιά του σκλάβου, σκόρπιζε τον ενθου­σιασμό και έκανε αβάσταχτη τη σκλαβιά, με λίγα λόγια, μόρφωνε ελεύθερους ανθρώπους. Η ανάγκη γενικά για ενεργη­τική αντίσταση είχε κιόλας ριζωθεί από τον 16ο αιώνα στις ψυχές πολλών Ελλήνων του εξωτερικού, οι οποίοι δεν μπορού­σαν να ικανοποιηθούν μόνο με τα οικονομικά τους επιτεύγμα­τα. «Τα έργα τών ελευθέρων ανδρών, έγραφε ένας απ’ αυτούς, είναι να μαλάσσουν σκουτάρια και κοντάρια, όχι πετσιά και μαλλιά, διατί με κείνα φυλάσσει τινάς την ελευθερίαν και την εδικήν του και της πατρίδος του…».

Μολαταύτα και εκείνοι οι ξένοι, που αποδίδουν και άλλα, εκτός από τα παραπάνω μειονεκτήματα ή ελαττώματα στους Νεοέλληνες ορισμένων περιοχών, σε επαγγελματίες ή σε προνομιούχους ορισμένων τάξεων, παραδέχονται ότι υπάρχουν και άλλοι, που στην ψυχοσύνθεσή τους παρουσιάζουν διαφορε­τική εικόνα, πολύ πιο καλή, όπως η μεγάλη μάζα του λαού που αποζεί από τη γεωργία και την κτηνοτροφία σε απομονωμένες περιοχές, πεδινές, ορεινές ή νησιωτικές. Αλλά και αυτοί ακόμη οι βαρυφορτωμένοι με τα πολλά ελαττώματα, όπως οι Φαναριώτες, δρουν με ζωντάνια παντού στην οθωμανική αυτοκρατορία, στα εργαστήρια, στα εμπορικά, στα συμβούλια, και καθώς είναι πνευματικά ανώτεροι και δίβουλοι, αλλά και παθιασμένοι για την ελευθερία δεν παύουν να σκέπτονται, ανάλογα με τις περιστάσεις, ν’ ανατρέψουν τον τύραννο, που τώρα βρίσκεται σε κατάπτωση από κάθε άποψη.

Η καθημερινή τους ζωή τόσο στις εξωτερικές τους εκδηλώσεις, στις συνήθειές έξω σε δημόσιους χώρους, όσο και μέσα σ’ αυτήν ακόμη την ιδιωτική τους κατοικία, στους τρόπους συμπεριφοράς κ.λ. ήταν αδύνατο να μην επηρεαστεί από τη μακροχρόνια σκληρή καταπίεση, που στην ημερήσια διάταξη είχε τη δήμευση και την αγχόνη και που ως μόνα όπλα άμυνας άφηνε για τον σκλάβο την καχυποψία, το ψέμα και την πονηριά. Το ότι ο μακραίωνος τουρκικός ζυγός εκφαύλισε και διέφθειρε τους κατακτημένους το παραδέχονται και οι ίδιοι οι Έλληνες, οι οποίοι μάλιστα απορούν, πώς δεν κατρακύλησαν ακόμη πιο χαμηλά. «Αξιοθαύμαστον, γράφει ο Νικόλαος Δραγούμης, αν μεταξύ τοσαύτης μοχθηρίας γεννηθείς και τραφείς δεν διεστράφη εντελώς, αν μάλιστα και επεπόλασάν τινες αρεταί, άξιαι λαών ελευθεροπρεπώς ανατεθραμμένων». Γι’ αυτό και αγανακτεί νέος εναντίον των ξένων, κατοίκων πολιτισμένων χωρών, οι οποίοι αρπάζουν και την παραμικρή ευκαιρία, για να περιλούσουν τους Έλληνες με σωρείες από βρισιές «ώς διεφθαρμένους», ενώ για τους «διαφθορείς» ανακρούουν διθυ­ράμβους. Η δεσποτεία λοιπόν είτε επιβάλλεται από ξένο κυρίαρχο είτε και από εσωτερικούς δυνάστες, δικτάτορες, οδηγεί στην κατάπτωση και στη διαφθορά των χαρακτήρων.

Η σκλαβιά διέστρεψε τη φυσική νοημοσύνη και αγχίνοια σε δουλικότητα και πανουργία. Και έτσι οι Τούρκοι, που τα δικά τους φυσικά χαρακτηριστικά ή και η θρησκεία τους έκαναν κατάλληλους για υπακοή, πειθαρχία και υπηρεσία, βρέθηκαν να γίνουν οι ανεύθυνοι κύριοι ενός εύκαμπτου και εύστροφου λαού, με τέτοιον τρόπο μάλιστα, ώστε με τη βάρβαρη συμπεριφορά τους να τους αναπτύξουν τις χειρότερες πλευρές του ψυχικού τους κόσμου. Ακριβώς αυτή η ανεξάλει­πτη ευστροφία και ελαφρομυαλοσύνη των Ελλήνων ήταν αληθινή ευλογία για τις δύσκολες πολιτικές συνθήκες που περνούσαν.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν της τουρκοκρατίας παρατηρήθηκε έξαρση των ελαττωμάτων των Ελλήνων, της καχυποψίας, της ψευδολογίας, της δουλικότητας, της προσποιήσεως, της υποκρισίας, της δυσπιστίας, της διπροσωπίας, της φιλαργυρίας, της τάσης για αρπαγές και ληστείες. Συνακολουθού­σαν πολύ φυσικά η αγανάκτηση, το μίσος και η εκδικητικότητα και η δίψα για ελευθερία, αισθήματα που συντάραζαν τις ψυχές των σκλάβων, εφόσον μάλιστα υπερτερούσαν τους τυράννους των στο πνεύμα, στη μόρφωση και στη δραστηριό­τητα.

Οι καταπιέσεις και τα πολλά δεινοπαθήματα των Ελλήνων, συσσωρευμένα κατά επάλληλα στρώματα στις ψυχές τους, απ᾽ όπου δύσκολα θα μπορούσαν να ξεριζωθούν, αποτελούσαν ένα πολύ εύφλεκτο ύλικό που ο παραμικρός σπινθήρας ήταν εύκολο να το πυροδοτήσει και να προκαλέσει φοβερή έκρηξη. Έτσι εξηγούσε εύστοχα τη μεγάλη πυρκαϊά, που είχε ανάψει στην Ελλάδα ο ιστορικός Ancillon, σύμβουλος του υπουργείου εξωτερικών της Πρωσσίας κατά τα τέλη Ιουνίου 1821 σε υπόμνημα στην αυλή του, υπόμνημα που το είχε κοινοποιήσει και στις αυλές Βιέννης και Πετρουπόλεως ο πρωθυπουργός της Bernstorff, σαν ένα έγγραφο προερχόμενο δήθεν από έναν ιδιώτη. Έτσι εξηγούνται και οι αλλεπάλληλες παλιότερες εξεγέρσεις των Ελλήνων με τις συνυφασμένες αγριότητες, που τις ακολουθούσαν τα ωμότερα ακόμη αντίποινα των κατακτητών. Οι αγριότητες των Ελλήνων ήταν φυσικές συνέπειες των μακροχρόνιων δεινοπαθημάτων σε βάρος ανθρώπων που είχαν κατά παράδοση κάποια επίγνωση του μεγάλου παρελθόντος των. Κατά συνέπεια η Επανάσταση ήταν στην κυριολεξία, όπως έλεγε ο Byron, οι σκλάβοι που έσπαζαν τις αλυσίδες στα κεφάλια των καταπιεστών τους.

Τη διαφθορά των Ελλήνων τη διαπιστώνουν παντού τα φωτεινά πνεύματα ορισμένων συμπατριωτών τους, όπως ο Κοραής, καθώς και ο μαθητής του Ιωάννης Π. Κοκκώνης, που κλαίουν για την κατάπτωση και τη δυστυχία τους βλέπο­ντας πως πολλοί γίνονται κόλακες, χαμερπείς και συνεργάτες των εχθρών με αποτέλεσμα να συντελούν στον πολλαπλασια­σμό των καταστροφών και των συμφορών. Χαρακτηριστικά έγραφε ο Κοραής· «Από τουρκικόν σχολείον εξεπηδήσαμεν όλοι· εδείραμεν τον διδάσκαλον, κατεσχίσαμεν τα φυλλάδια, εσυντρίψαμεν και τας πινακίδας και τα ρόπαλα καί τον φάλαγγα του Σχολείου, αλλά τα ολέθριά του μαθήματα έχουν ακόμη να μείνωσι δια πολύν καιρόν εις τας ψυχάς μας …».

«Ο ελληνικός χαρακτήρας, θα παρατηρήσει αργότερα ο λαμπρός ιστορικός της Επαναστάσεως Gordon, δοκιμάστηκε τόσο στο καμίνι της κακουχίας, ώστε το γνήσιο μετάλλό του εξαερώθηκε, κατά το πλείστον, και δεν έμεινε σχεδόν τίποτε παρά η σκουριά. Οι τελευταίοι κατακτητές, αφού εξαφάνισαν κάθε τι επαινετό από τους θεσμούς των προγόνων τους, τους δίδαξαν μόνο το κακό. Θα μπορούσε κανείς, χωρίς αμφιβολία, να μνημονεύσει καταπίεση πιο άγρια και από των Τούρκων προς τους χριστιανούς υπηκόους των, αλλά καμιά τόσο δραστική στο να τσακίσει το ανθρώπινο πνεύμα..». Και ο επίσης θερμός φιλέλληνας André-Louis Gosse αναγκάζεται να ομολογήσει ότι χάθηκε ολότελα από τον ελληνικό λαό η «κατ’ εξοχήν ηθική που χαρίζει την ευημερία και πρόοδο στα έθνη και η οποία είναι το αποτέλεσμα της καλής παιδείας και των καλών παραδειγμάτων».

Το ότι η σκλαβιά επέτεινε και κληροδότησε στους Έλληνες πολλές κακές έξεις και ελαττώματα είναι λοιπόν αλήθεια αναμφισβήτητη, αλλ’ αυτή γενικεύτηκε επικίνδυνα και κατάντησε να γίνει τελικά «κοινός τόπος» των επιχειρημά­των τους προς δικαιολογία. Ιδίως μετά την Επανάσταση, ό,τι στραβό και ελαττωματικό —ιδίως από την ηθική άποψη— παρατηρούσαμε στη ζωή των Ελλήνων, το αποδίδαμε στις επιδράσεις των Τούρκων και βρίσκαμε για τις αμαρτίες μας ένα εύκολο και πρόχειρο «άλλοθι». Είναι καιρός πια να περιορι­στεί στα σωστά της μέτρα η αόριστη αυτή γνώμη, που έγινε κοινή συνείδηση και επιζεί ακόμη θαλερή κι᾽ αμετάβλητη.

Στη σκλαβιά των Τούρκων εν μέρει αποδίδει και ο Μακρυγιάννης —τη θεωρεί τιμωρία, κατά θεοκρατική αντίλη­ψη— την ηθική κατάπτωση των Ελλήνων, που έγιναν μαθητές, «παιδιά» των Τούρκων, και αυτών την «αρετή» εκληρονόμησαν: «εμείς να ζούμεν καλά, σκέπτονται, και οι άλλοι ας χαθούνε —κι᾽ όποιος τους βοηθήσει να τον χάσουμεν κι᾽ εκείνον». Αυτό όμως το μάθημα του άκρου εγωισμού και της αδιαφορίας για τον διπλανό μας κακώς το αποδίδει ο Μακρυγιάννης στην επίδραση των Τούρκων. Την εκδήλωση αυτή της έντονης ατομικότητας, του εγωισμού των Ελλήνων μαζί με πολλά άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία, τα έχουμε κληρονομή­σει από την αρχαιότητα. Και αυτά θα προσπαθήσω να προσδιορίσω και ν᾽αναλύσω ένα-ένα στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.

6. Ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των Ελλήνων

Οι επιδράσεις των κατακτητών δεν κατακάλυψαν βέβαιο ολόκληρο τον βίο και την ψυχή των Ελλήνων. Επομένως τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παλιάς ατομικής και προπά­ντων της ομαδικής τους ζωής επέζησαν με ρευστά βέβαια διαγράμ­ματα. Απόδειξη είναι όσα επισημαίνει η λαογραφική έρευνα. Εδώ όμως δεν πρόκειται να εξετάσω το μεγάλο αυτό θέμα, για το οποίο έχω κιόλας μιλήσει στον πρώτο τόμο της «Ιστορίας» μου, όπου παραπέμπω σε κύρια έργα. Η πρόθεσή μου εδώ είναι να θίξω μόνο ορισμένα γενικά, αλλά βασικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των Ελλήνων, ιδίως της παιδείας και της πολιτικής τους αγωγής.

α) Έντονη ατομικότητα – το υπερεγώ – και ακόρεστος πόθος ελευθερίας

1. Ας έλθουμε λοιπόν στην ανάλυση των κύριων, των πιο χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των Ελλήνων. Απ᾽ αυτά το πιο χτυπητό είναι ασφαλώς η έντονη ατομικότητα, που πρέπει ν’ αποδοθεί κυρίως στις επιδράσεις του φυσικού περιβάλλοντος, στον πολυποίκιλο διαμελισμό της χώρας από βουνά και θάλασσες, και στη σχετική απομόνωση των ανθρώπων. Ο γεωγραφικός αυτός διαμελισμός διευκόλυνε στην αρχαιότητα τη δημιουργία μικροσκοπικών ανεξάρτητων κρατών με πολίτες που διεκδικούσαν με πάθος τα ατομικά και πολιτικά τους δικαιώματα. Το πάθος της ελευθερίας και ο έντονα ατομικός χαρακτήρας γεννούν το αίσθημα και την ανάγκη για ισότητα από την εποχή κιόλας του Ομήρου. Δεν υπήρχαν έντονες κοινωνικές διαφορές, οι κάτοικοι συνομιλούσαν πάντα στον ενικό και ο βασιλιάς δεν στεκόταν πολύ ψηλότερα από τον λαό. Έτσι μολονότι η χώρα υποδουλώθηκε πρώτα στους Ρωμαίους και κατόπιν στους Τούρκους, ο Έλληνας είχε τη δυνατότητα να ζει ελεύθερος στα κοντινά ή μακρινά βουνά και στα σκορπισμένα μέσα στις θάλασσες νησιά.

Ο πολίτης με την έντονη ατομικότητα, όταν ελαύνεται από αγαθή προαίρεση και κίνητρα —συνήθως αυτά σπάνια εκδηλώνονται— προσφέρει πολλά και καλά, γιατί κινεί το άτομο προς επωφελείς για το σύνολο στόχους μέσα στην πολιτεία και γενικότερα μέσα στην κοινωνία, χωρίς να βλάπτει την ελευθερία του άλλου. Αυτός είναι ο ιδανικός ελεύθερος πολίτης. Στον Έλληνα όμως η ατομικότητά του εκδηλώνε­ται με υπερτροφικό εγωισμό, με την επιδίωξη να ικανοποιηθεί όσο το δυνατόν πιο πολύ η προσωπικότητά του και ν᾽ απολαύσει όσο το δυνατόν περισσότερα υλικά αγαθά και απεριόριστη ελευθερία. Πράγματι ο κάθε Έλληνας έχει έντονη και ιδιόρ­ρυθμη ατομικότητα, «έχει τα καπρίτσια του, τον θεό του», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Κολοκοτρώνης. Είναι ατομιστής και «εγώπιστος». Μην τον πειράξεις όμως στα ατομικά του συμφέροντα, γιατί τότε είναι ικανός ν᾽ αναστατώσει το σύμπαν. Αυτό το υπερεγώ σε κρίσιμες για το έθνος στιγμές μπορεί φέρει την καταστροφή. Ακόμη και στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας το εγώ των Ελλήνων, παρά τη δουλεία τους, υψώνεται «αδέσμευτο, αυθαίρετο, και ατίθασο» και η εγωπάθειά τους είναι τόσο έντονη, όσο σε κανένα απο τους λαούς της Ιστορίας.

Και μολονότι στα ύστερα χρόνια, χρόνια αρχόμενης παρακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εξαφανίζεται το πνεύμα της αληθινής δημοκρατίας, και η πολιτική αρετή και η πολιτική δύναμη δεν ταυτίζονται πια, όπως άλλοτε, αλλά απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο η μια από την άλλη —και επομένως συνεχώς διαλύεται η ουσία της δημοκρατίας στη Ρώμη—, οι Έλληνες, αν και σκλάβοι, εξακολουθούν μολαταύτα να είναι περισσότερο εγωπαθείς από τους κατακτητές. «Δεν υπάρχει στον κόσμο λαός περισσότερο αχόρταγος για την ελευθερία από τον Ελληνικό, παρατηρούσε στις αρχές της βασιλείας του ’Οθωνα ο σαινσιμονιστής (πρόδρομος σοσιαλιστής) και υπάλ­ληλος του νεοελληνικού κράτους Gustave d’Eichal, ο οποίος νομίζει πως η επιστροφή του ελληνικού λαού στην ελεύθερη ευρωπαϊκή κοινότητα θα «επιφέρη σοβαράς μετατροπάς εις τα γενικά έθιμα». Αυτή την ασίγαστη δίψα, αυτό το πάθος για την ελευθερία, για την ανεξαρτησία, που πρέπει να ήταν βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, τα φλόγισε φοβερά, τα άναψε η σκλαβιά των αιώνων, όπως έχουμε κιόλας ιδεί. Αυτό όμως το πάθος φθάνει συχνά ως τα άκρα, ώστε οι ’Ελληνες να μην υπακούουν πρόθυμα και να μισούν γενικά την υποταγή. Έτσι εξηγείται η τάση προς ανυπακοή, προς αταξία και απειθαρχία, προς απαλλαγή από κοινωνικά δεσμά, από καθήκο­ντα και υποχρεώσεις.

Αυτός ακριβώς ο ακόρεστος πόθος της ελευθερίας είναι που εμπόδισε τη συγχώνευση κατακτητών και κατακτημένων και όχι μόνον η διαφορά της θρησκείας, όπως νομίζουν πολλοί. Αυτό το έξοχο λαϊκό φρόνημα δεν υποχώρησε σε καταπιέσεις και σε βάσανα, αλλά ούτε και σε φιλοφρονήσεις και περιποιή­σεις, όπως το αποδείχνουν οι συνεχείς συνομωσίες και επανα­στάσεις στα χρόνια της σκλαβιάς, οι οποίες καταπνίγονταν μέσα στο αίμα για να εκραγούν ύστερ᾽ από χρόνια φλογερώτερες.

Το αίσθημα όμως αυτό της ελευθερίας συχνά το συνο­δεύουν, είναι αλήθεια, οι κοινές στους αρχαίους και νέους Έλληνες υπερβολές, γενικά οι τάσεις τους ν᾽ απολαύσουν την ελευθερία ως τα άκρα, έστω και σε βάρος των συνανθρώπων τους, των διπλανών τους. Και αναρωτιέται κανείς: μήπως αυτά τα «χρυσά έπη» των αρχαίων φιλοσόφων, «μέτρον άριστον», «μηδέν άγαν», κ.λ. δεν ήταν παρά κοινά συνθήματα που χαρακτήριζαν την ψυχολογία των περισσότερων Ελλήνων, τη ροπή τους προς τα άκρα, συνθήματα με τα οποία προσπαθού­σαν οι σοφοί να φέρουν την ισορροπία στις ταραγμένες ψυχές τους, να τους δώσουν να καταλάβουν ότι πέρα και από τον αγώνα για την ελευθερία, υπάρχει ο αγώνας για τη δικαιοσύνη; Και την ανάγκη να εμφυτευθεί η έννοια της δικαιοσύνης στις ψυχές των Ελλήνων την είχε δοκιμάσει βαθύτατα και την προβάλλει ο Ξενοφών στην «Κύρου Παιδεία», σ᾽ ένα κείμενο διδακτικό, με ηθοπλαστικούς σκοπούς, μέσ᾽ από το οποίο διαβλέπει κανείς ότι ο συγγραφέας του θα επιθυμούσε να καλλιεργηθεί από τα σχολεία ακόμη στους μαθητές, όπως στην αρχαία Περσία, η έννοια και η ανεκτίμητη αξία της δικαιοσύ­νης. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς —κατά το σύγχρονο σχολείο εργασίας— να ονομάσει το φανταστικό εκείνο σχολείο της Περσίας σχολείο δικαιοσύνης. Ο Ξενοφών με την «Κύρου Παιδεία» δεν θέλησε να κάνει τίποτε άλλο παρά να διδάξει, να τονίσει την ανάγκη να οργανωθεί και να λειτουργήσει στην Ελλάδα μια πολιτεία με βάση τη δικαιοσύνη και τη διαπαιδα­ γώγηση των νέων σύμφωνα με το νόημά της, ν’ ανιδρυθεί, θα έλεγε κανείς, η «πολιτεία της δικαιοσύνης» του Πλάτωνα.

Η δικαιοσύνη είναι έννοια που τριγυρίζει συνεχώς σαν πεταλούδα στον νου και στην ψυχή του Κοραή και δεν τον αφήνει να ησυχάσει νύχτα και μέρα. Η έννοιά της έρχεται και ξανάρχεται στα γραπτά του, ιδίως στις «Πολιτικές Παραινέ­σεις» του, έργο που το τελείωσε γεμάτος λαχτάρα, φοβούμενος τη φιλοπρωτία και τις διχόνοιες των Ελλήνων, στις 5 Σεπτεμ­βρίου 1821 (έξι σχεδόν μήνες ύστερ’ από την έκρηξη της Επαναστάσεως του ᾽21) και στο οποίο αστράφτει ο στίχος του Θέογνη:

ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ᾽ ἀρετὴ ἔνι
Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια (1129b)

Το μάθημα λοιπόν της πολιτικής αγωγής προσπαθεί να το διδάξει ο Κοραής στους συμπατριώτες του, που μόλις έχουν αποτινάξει τον ζυγό, αντλώντας χτυπητά παραδείγματα προ­ πάντων από την αρχαία ελληνική ιστορία. Θέλει να τους δώσει να καταλάβουν ποιό είναι το αληθινό νόημα της ελευθερίας, πώς διαστρεβλώνεται έπειτα αυτό και πώς γεννά τη φιλαρχία και την πλεονεξία, αν ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη με χρηστή αγωγή και παιδεία να ξεριζώσει από την ψυχή του τη δεσποτική του αυτή τάση· ότι η πραγματική ελευθερία είναι δύσκολος στόχος και αποκτάται με μεγάλον αγώνα, γιατί στηρίζεται σε τέτοια δικαιοσύνη και ισότητα, ώστε ο καθένας να μην απολαμβάνει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από εκείνο που του αξίζει. Και ο αγώνας αυτός είναι σκληρός, αλλά και ωραίος, γιατί, όπως λέγει ο Πλάτων:

τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη
Πλάτων Νόμοι, 626.e. 2 – 5

Δυστυχώς και στα νεώτερα χρόνια, στην Επανάσταση του 1821, ξεπετάχτηκε «η αρχαία εκείνη προαίρεσις, όπως γράφει ο σύγχρονός της Νικόλαος Δραγούμης στις «Αναμνήσεις» του, εις ην επίφθονος ην η υπεροχή της αρχής και μισητόν το υπέρογκον»· γι᾽ αυτό και δεν υποχωρούσε ούτε τμήμα της χώρας σε άλλο τμήμα, π.χ. η Πελοπόννησος στην Ανατολική ή Δυτική Στερεά Ελλάδα ή στα Νησιά ούτε και πρόσωπο σε πρόσωπο.

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές πολυαρχίας ή και αναρχίας βρέθηκαν οι Έλληνες ηγέτες, όταν τελικά κατά τη σύνταξη του δημοκρατικού συντάγματος της Επιδαύρου συμφώνησαν να ψηφίσουν —από αντιζηλία οι μεν προς τους δε και από φόβο δικτατορίας— ενιαύσια τη θητεία του εκτελεστικού, δηλαδή της κυβερνήσεως, σε μια χώρα καθυστερημένη από κάθε άποψη· χώρα που έβγαινε από σκλαβιά πολλών αιώνων, και η οποία αγωνιζόταν τον υπέρ πάντων αγώνα· χώρα που είχε ανάγκη από τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός, ενός νέου Κιγκινάτου ή Washington ή Ναπολέοντα ή οποιουδήποτε ισχυρού και «αρχικού» άνδρα που θα έθετε τέρμα στην πολυαρχία, θα έφερνε νικήτρια τη σημαία της ελευθερίας σε όλες τις ελληνικές χώρες και θα έσωζε την πατρίδα από την άκρη του γκρεμού, στον οποίο πολλές φορές την είχαν φέρει οι φιλόδοξοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της. Γι᾽ αυτό νομίζω πως ορθά ο Κολοκοτρώνης γράφει κάπου ότι, αν η ομόνοια που επικράτησε τον πρώτο χρόνο εξακολουθούσε και στα επόμενα, οι Έλληνες θα κυρίευαν τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία και ίσως να έφθαναν ως την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος όμως δεν εδάμασε τις δικές του φιλοδοξίες ώστε να μην εμπλακεί στον εμφύλιο πόλεμο του 1823-1824 (και στις δύο φάσεις του), που έφερε τη χώρα στο χείλος της καταστροφής. Πολύ αργά, στα 1827, σκέφτηκαν οι ηγέτες της χώρας να μετακαλέσουν ως «Κυβερνήτη» τον Καποδίστρια και να του εναποθέσουν σχετι­κά απόλυτη εξουσία, όταν πια, κοντά στις τουρκικές δυνάμεις, η πολεμική μηχανή της Αιγύπτου σάρωνε τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα, η χώρα έπνεε τα λοίσθια και στα διεθνή παρασκήνια γινόταν πια λόγος για την απελευθέρωση μικρού μόνο τμήματος των ελληνικών χωρών. Το δυστύχημα ήταν ότι ο Καποδίστριας δεν είχε τα προσόντα του στρατιωτικού αρχηγού, ούτε και οι συνθήκες τότε ήταν οι κατάλληλες πια για πολεμικές επιχειρήσεις.

Η πραγματική ελευθερία είναι πρώτο και μεγάλο αγαθό του ανθρώπου, η προϋπόθεση του πολιτισμού και κάθε μεγα­λείου. Και την αποκτούμε όχι μόνον όταν αποκρούουμε και ανατρέπουμε τους εχθρούς του έθνους, αλλά και όταν κατανικούμε τα πάθη μας, τις στενές εγωιστικές μας τάσεις, όταν υπερπηδούμε τα εξωτερικά εμπόδια, που ορθώνονται εμπρός μας, για να κρατηθούμε άψογοι ως γνήσια τέκνα της ανθρώπι­νης κοινωνίας και της πατρίδας και να πραγματώσουμε το ηθικό μας πρόσωπο, που προβάλλεται στον καθρέφτη της ψυχής μας, το ιδανικό πρόσωπο του εαυτού μας, αλλά και την ίδια ώρα, για να αναγνωρίσουμε και «την κατάφαση του ηθικού προσώπου» του διπλανού μας. Ελευθερία σημαίνει τη χαλι­ναγώγηση του εαυτού μας, «το άρχον αυτό εαυτού», όπως λέγει ο Πλάτων (Όροι 415α) και την «αυτοκράτειαν εν παντί», (412d)235. Ο άκρατος όμως ατομισμός των Ελλήνων και κυρίως των ηγετών τους, η άρνησή τους να σμικρύνουν το γιγάντιο εγώ τους για την επιτυχία μιας ομαδικής προσπάθειας, είχε ολέ­θριες επιδράσεις στις πράξεις τους από την αρχαιότητα κιόλας. Οι ηγέτες τους, μολονότι πλούσιοι σε ιδέες πολιτικές και θεωρίες, ήταν ανίκανοι να αναγνωρίσουν την υπεροχή του άλλου, του αντιπάλου, και να δεχθούν να συνεργαστούν μαζί του, είτε αυτός ήταν ανώτερος, ισότιμος ή και κατώτερός τους. Και ανυπόμονοι, καθώς ήταν, συγκρούονταν μαζί του στην αρχή διαλεκτικά και κατόπιν με τα όπλα σε περιττούς ψυχοφθόρους αγώνες, κατατρίβοντας έτσι μόνοι τους τις αρετές και τις δυνάμεις τους, θύματα της φιλοπρωτίας, θυγατέρας του υπερεγώ τους, του τυφλού εγωισμού τους.

2. Ο ανήσυχος χαρακτήρας των Ελλήνων, που ρέπει προς την αδέσμευτη ελευθερία, αλλά και ο έντονος γεωγραφικός διαμελισμός της χώρας, ο παρτικουλαρισμός, ήταν τα μεγάλα κίνητρα που τον ωθούσαν προς δημοκρατική οργάνωση, αλλά και τα επίσης μεγάλα εμπόδια που αντιστρατεύονταν στο μοναρχικό πολίτευμα. Ο Γάλλος φιλέλληνας Jourdain συνιστούσε στα 1828 —ήταν και η γνώμη πολλών— μια ομοσπον­διακή οργάνωση του τύπου της Ελβετίας ή μάλλον των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά και ο ελληνιστής του Μονάχου Fr. Thiersch, που είχε κατεβεί στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα με διερευνητική, φαίνεται, αποστολή, παρατηρούσε ότι, όπως στην αρχαία Ελλάδα τα πάντα, κράτη, νομοθεσίες και ήθη, βασίζονταν στις δημοκρατικές ιδέες που εμπνέουν και τους μεγάλους συγγραφείς της με χαρακτηριστική ένδειξη την αγάπη προς την ελευθερία, έτσι και τώρα το ίδιο πνεύμα διαποτίζει τα ήθη και έθιμα της νέας Ελλάδας. Και πρόσθετε ότι ούτε η βυζαντινή διοίκηση ούτε η τουρκοκρατία μετέβαλαν η φύση αυτή των Ελλήνων. Ευδιάκριτη άλλωστε ήταν η επίδραση των δημοκρατικών κλασσικών συγγραφέων στην ελληνική νεολαία.

Αλλά και ο νομομαθής και αντιβασιλιάς von Maurer, που είχε τις ίδιες ιδέες με τον συμπατριώτη του Thiersch, θα επιθυμούσε να δοθεί αμέσως στην Ελλάδα σύνταγμα. Μια όμως και είχε ιδρυθεί η μοναρχία, συμφωνούσε ότι θα έπρεπε να διατηρηθούν οι κατά παράδοση κοινοτικές ελευθερίες, που αρμόζουν περισσότερο στον ελληνικό χαρακτήρα και στις ελληνικές συνθήκες παρά μια αυστηρά συγκεντρωτική εξουσία. Γι᾽ αυτό και οι αντιβασιλείς μετά την άφιξη του Όθωνα καθιέρωσαν την ελεύθερη δημοτική οργάνωση, καθώς και την ίδρυση επαρχια­κού συμβουλίου κοντά σε κάθε νομάρχη, αλλά η οργάνωση αυτή δεν ικανοποιούσε τις φιλοδοξίες των Ελλήνων, γιατί, παρά τα πολλά καλά της, διέσωζε και τα μειονεκτήματα της αυθαιρεσίας των προυχόντων της, που ήθελαν να συνεχίσουν την κακή παράδοση της τουρκοκρατίας. Η αυτοδιοίκηση ικανοποιούσε την ανάγκη για άμεση τοπική και ευρύτατη συμμετοχή του λαού στην εξουσία, αλλά όχι και για έμμεση γενική στην πρωτεύουσα για τη διακυβέρνηση της χώρας και γενικά για μια δημοκρατική κοινωνία που θα μπορούσε να αμβλύνει τις οξείες διαφορές των ομάδων και ατόμων, καθώς και τις άλλες αντινομίες που θα παρατηρούνταν.

Ο Κοραής είναι εχθρός της μοναρχίας ή των μοναρχικών, των δικτατορικών τάσεων και φανατικός οπαδός της δημοκρα­τίας, αλλά και εχθρός της άκρατης δημοκρατίας, που τη χαρακτήριζε «πολίτευμα των μωρών». Ανεξέλεγκτη ελευθερία χωρίς σωφροσύνη και ευνομία ήταν γι᾽ αυτόν χειριστή και ολεθριότατη τυραννία. Ο Κοραής ίσως έχει υπόψη του και τις γνώμες του Πλάτωνα στην «Πολιτεία» του (564Α), όπου γράφει ότι «η άγαν ελευθερία έοικεν… εις άγαν δουλείαν μεταβάλλειν». Το σχετικό χωρίο έχει σε μετάφραση ως εξής: «… Η κατάχρηση ενός πράγματος γίνεται συνήθως αφορμή να παρουσιαστεί ως αντιστάθμισμα μεγάλη μετάπτωση προς το αντίθετο, και στις καιρικές εποχές και στα φυτά και στα σώματα, και περισσότερο απ’ όλα στις πολιτείες … Γιατί, καθώς φαίνεται, η υπερβολική ελευθερία γυρίζει σε υπερβολική δουλεία και για τον πολίτη και την πόλη. Είναι φυσικό λοιπόν να μη γεννιέται από καμμιάν άλλη πολιτεία η τυραννία (σ.σ. Η δικτατορία, θα λέγαμε σήμερα) παρά μονάχα από τη δημοκρατία, από την ακρότατη, θαρρώ, ελευθερία η βαρύτατη και αγριότατη δουλεία» (μετάφρ. Κ.Δ. Γεωργούλη). Γι’ αυτό οι πολιτικοί φιλόσοφοι του 4ου αι., Πλάτων και Ισοκράτης, ύστερ᾽ από όσα είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου με τις υπερβολές του δήμου, δεν δέχονταν τη ριζοσπαστική δημοκρατία.

Η «άκρατος ελευθερία», το υπερδημοκρατικό πνεύμα, δηλαδή η αχαλίνωτη ασυδοσία, η ελευθεροστομία και η δημαγωγία, που τελικά οδηγούν στην αναρχία, είναι οι μεγάλοι κίνδυνοι της δημοκρατίας, οι σκόπελοι προς τους οποίους σπρώχνεται από τους ορμητικούς ανέμους των παθών το ανάλαφρο, ευαίσθητο και εύθραστο σκάφος της δημοκρατίας, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να το κυβερνήσει οποιοσδήποτε πολιτικός. Και τότε καραδοκεί ο αγανακτισμένος στρατιωτικός ή κάποτε και πολιτικός, που αναλαμβάνει με την επιδοκιμασία πολλών απογοητευμένων και κουρασμένων πολιτών να το κατευθύνει απολυταρχικά ο ίδιος αντιμετωπίζοντας με σκληρό­τητα τις φανερές ή κρυφές αντιδράσεις άλλων πολιτικά ώριμων, που ξυπνούν κάπως αργά και συναισθάνονται —αν τη συναισθάνονται— την ευθύνη τους στη δημιουργία των καταστάσεων αυτών.

Το βαθύ νόημα της ελευθερίας λίγοι το έχουν καταλάβει κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως, προ πάντων ορισμένοι ξένοι αγωνιστές. Και κατά το νόημα αυτό, ελευθερία δεν είναι μόνον ο αγώνας για την αποτίναξη του ξενικού, του βάρβαρου ζυγού, αλλά και για την επικράτηση της αξιοπρέπειας στις κοινωνικές σχέσεις.

β) Κινητικότητα, ανησυχία, φιλοχρηματία, απειθαρχία, έλλειψη συντονισμού και συστήματος

Ο ακόρεστος πόθος για την ελευθερία, αλλά και το άγχος για την επιβίωση μέσα σε μια χώρα φτωχή και στενή, όπου ο ένας προσκρούει επάνω στον άλλον, είναι και τα κύρια αίτια που γεννούν στον Έλληνα την κινητικότητα, την ανησυχία, τη νευρικότητα. Γι᾽ αυτό και γίνεται πολυμήχανος, ταξιδευτής και πραματευτής στα ξένα. «Η «Αργώ», παρατηρεί εύστοχα ο Γιώργος Θεοτοκάς, «δεν έπαψε ποτέ να ταξιδεύει με τον ίδιο σκοπό, ως τα πέρατα του κόσμου. Η φτώχεια αυτή, που αναγκάζει τον Έλληνα να γίνει εύστροφος και επιτήδειος, συντηρεί ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα, όπως και στα χρόνια του Θουκυδίδη, μια μόνιμη ανησυχία, μια γενική δυσαρέσκεια των Ελλήνων αναμεταξύ τους, μιαν αστάθεια των πολιτικών πραγμάτων. Η συναίσθηση της φτώχειας κι᾽ η έλλειψη ευκαιριών για να αναπτυχθούν πλατιά οι πολλές και ποικίλες ικανότητες και φιλοδοξίες, που γεμίζουν τον ελληνικό λαό, γίνονται, για αρκετούς Έλληνες, ένα αληθινό άγχος, ακόμα κι᾽ αν οι ίδιοι δεν υποφέρουν οικονομικά».

Και το άγχος αυτό, που τους έκανε νευρικούς και ανακό­λουθους, πρέπει να το φανταστούμε πνιγερό στα πολύ δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς —γνωρίσματα που δεν τα πρόσεχαν ούτε και τα πολυεξέταζαν οι περισσότεροι ξένοι, που χαρακτήριζαν απλούστατα τους Έλληνες ασταθείς, απότομους, φιλοχρήμα­τους, αργυρώνητους, κλέφτες. Μερικοί όμως είχαν το θάρρος να διερωτηθούν, μήπως άλλοι λαοί ύστερα από 2.000 χρόνια δουλείας, ρωμαϊκής και τουρκικής, δεν θα έβγαιναν περισσότε­ρο εξαγριωμένοι, εφόσον μάλιστα είναι γνωστό ότι η αρπαγή και η φιλοχρηματία χαρακτηρίζουν τους φτωχούς και απαίδευ­τους λαούς. Και πραγματικά την παρατηρούμε έντονα κατά την Επανάσταση: οι άναρχοι όχλοι, αλλά και κατόπιν τα στρατιω­τικά σώματα, ακολουθώντας παλιές πολεμικές παραδόσεις της Ανατολής, ρέπουν προς τις αρπαγές και λεηλασίες, ιδίως κατά τις αλώσεις των πόλεων. Επίσης οι συλλαμβανόμενοι από τους στρατιώτες αιχμάλωτοι, συντηρούνται με την ελπίδα της εισπράξεως λύτρων. Χαρακτηριστικά είναι όσα έγραφε η Επιτροπή του Μεσολογγίου προς τον Μαυροκορδάτο στις 6 Σεπτεμβρίου 1824· «Οι Έλληνας είναι αχόρταγοι εις το να ζητούν και εκείνοι όσοι έχουν χρείαν πάλιν είναι πολλοί· εάν εξακολουθώμεν δε να δίδωμεν εις όσους ζητούν, ποτέ δεν θέλομεν εξαρκέσει εις όλους». Ο ερχομός των χρημάτων του δανείου είχε αναστατώσει τις ψυχές των Ελλήνων με κίνδυνο να βλάψει αντί να ωφελήσει την Ελλάδα.

Η συνυφασμένη με την πλεονεξία και θρεμμένη από το ανήσυχο και κινητικό πνεύμα των Ελλήνων τάση προς απεριό­ριστη ελευθερία και με τον έντονο διαμελισμένο γεωγραφικά ελληνικό χώρο, καθώς και το ζωηρό ενδιαφέρον προς διαφύλα­ξη των ατομικών ή οικογενειακών τους συμφερόντων, εκδηλώ­νονται συχνά με τη δυστροπία τους κατά την προεπαναστατική εποχή να ενταχθούν σε γενικό σύστημα, σε γενική οργάνωση, για την οποία δεν υπήρχε βέβαια και παράδοση στο εγγύτερο παρελθόν. Έχουν βέβαια συνείδηση των αγώνων τους και της ανάγκης ν᾽ απελευθερώσουν τους σκλαβωμένους ομοεθνείς τους, αλλά δεν υπάρχει ούτε συνειδητή ορμή και τόλμη για τη γενίκευση και συστηματοποίηση της πάλης, ούτε και εμπιστο­σύνη στους εαυτούς των. Αισθάνομαι την ανάγκη να στηρίζο­νται σε εξωτερικές δυνάμεις, όπως π.χ. στη Βενετία και στη Ρωσία, και απ᾽ αυτές ή από τους αντιπροσώπους των δέχονται υποδείξεις και διαταγές. Η αδυναμία αυτή, να στηρίζονται στους ξένους, ήταν και έμεινε το μεγαλύτερο μειονέκτημα των Ελλήνων από τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου ως την Επανάσταση του ᾽21. Μόλις τότε τα ατέλειωτα δεινά τους και το άφθονο αίμα που είχε χυθεί μπόρεσαν να τους διδάξουν την ανάγκη να οργανωθούν, να παραμερίσουν για ένα διάστημα τον έντονο εγωισμό και τα ποικίλα συμφέροντά τους και να συνεργαστούν ομόθυμα και ειλικρινά. Η ίδια άτακτη τακτική χαρακτηρίζει και τους Κρητικούς κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η ίδια κάνει και τους θρεμμένους με το πνεύμα της κλεφτουριάς Ρουμελιώτες ν᾽ αντιδρούν στην οργάνωσή τους σε τακτικά στρατεύματα μετά την άφιξη του Όθωνα. Η επιβολή πειθαρχίας ήταν ακόμη πιο δύσκολο θέμα στα πελοποννησιακά στρατεύματα, που δεν είχαν την αρματολική παράδοση. Και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, που ήταν εξαιρετικά αυστηρός, ως προς το ζήτημα αυτό και έφθανε ως τον τουφεκισμό των απείθαρχων, ομολογούσε ότι η αρχηγία ενός ελληνικού στρατεύματος ήταν αληθινή τυραννία, γιατί έπρεπε να περιστέλλει τις λιποταξίες, το πήγαινε-έλα των στρατιωτών, να κρατά το στρατόπεδο με ψέματα, με κολακείες και με παραμύθια· γι᾽ αυτό και έλεγε χαρακτηριστικά ότι ευκολώτερα θα μπορούσε ο ίδιος να διοικήσει 40.000 Άγγλους παρά μόνον μια ώρα ο Wellington, ο νικητής του Waterloo, 500 Έλληνες.

Επόμενο λοιπόν ήταν να παρατηρείται απειθαρχία και έλλειψη συντονισμού στις επιχειρήσεις της ξηράς. Έτσι π.χ. κατά τη μάχη στον Αετό της Ακαρνανίας στις 9 Αυγούστου 1822, κατά την οποία ο Γιωργάκης Βαρνακιώτης με λίγους αποφασισμένους άνδρες έτρεψε σε φυγή τα στρατεύματα του Κιουταχή, δεν κινήθηκαν για να συντρίψουν τους εχθρούς ο Γεώργιος Τσόγκας, ο Χρηστάκης Στάικος και ο Μάρκος Μπότσαρης (αυτός είχε όμως μόνο 12 άνδρες) που βρίσκονταν κοντά τους, δέκα λεπτά μακριά. Ενδεχομένη συντριβή θα εξισορροπούσε την πανωλεθρία των Ελλήνων στο Πέτα και με την ομοψυχία τους θα μπορούσε ίσως να μεταφέρει τον πόλεμο στα άλλα περ᾽ από τη Στερεά σκλαβωμένα εδάφη, ως το Μπεράτι, τα Μπιτόλια και τη Θεσσαλονίκη, όπως πίστευε ο Βαρνακιώτης. Ή , όπως λέγει ο Τερτσέτης έχοντας υπόψη τα γνωστά από τα παραπάνω λόγια του Κολοκοτρώνη, οι Έλλη­νες με την ομοψυχία τους θα έφθαναν ώς την Κωνσταντινούπο­λη. Άλλη επίσης μάχη του Θεόδ. Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραΐμ στα Τρίκορφα, στις 23-24 Ιουνίου 1825, χάθηκε κυρίως από την ασυμφωνία των αρχηγών ως προς την έγκριση του σχεδίου του, από αυθαίρετη τροποποίηση και από αδράνεια άλλων —ήττα που άφησε ελεύθερο τον αντίπαλό τους ν ’ αλω­νίζει την Πελοπόννησο δυόμιση ολόκληρα χρόνια.

«Η ασυμφωνία, η διχόνοια των Ελλήνων είναι ένας εχθρός πολύ πιο δυνατός από τους Τούρκους» παρατηρούσε επιγραμ­ματικά, αλλά και ορθά ο αυστηρός και πειθαρχικός Γερμανός γιατρός Bojons που έκρινε ότι σ᾽ αυτή την ασυμφωνία οφειλόταν, κατά μέγα μέρος, και το ότι οι Έλληνες δεν πολεμούσαν με επιθετικό πνεύμα. Ο ίδιος αδυνατεί να τους καταλάβει, να εννοήσει αυτή την πλαδαρότητα, τη χαλαρότητα, την έλλειψη ευρύτερου πνεύματος, τις αλλοπρόσαλλες, παράξενες και παράλογες εκδηλώσεις τους, ώστε αγανακτισμένος να γράφει προς φίλο του ότι το δυσάρεστο γι᾽ αυτόν ήταν ότι είχε να κάνει με απολίτευτους κατά το πλείστον και κακούς ανθρώπους.

Γενικά οι Φιλέλληνες μένουν έκπληκτοι με την απειθαρ­χία, με την αυτοβουλία των Ελλήνων, με την έλλειψη συντονι­σμού και με την ασυναρτησία τους όχι μόνο —ιδίως— στις πολεμικές τους επιχειρήσεις, αλλά και παντού. Απογοητευμέ­νος Βαυαρός, επιστρέφοντας στην πατρίδα του, λέγει στον Byron και στον κόμη Gamba, που κατά τον Μάιο του 1823 ήταν έτοιμοι να κατεβούν στην Ελλάδα, ότι τους Έλληνες δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τους βάλει σε τάξη και πειθαρχία και απορούσε κάπως —έξω από τόπο και χρόνο και ο ίδιος— πώς δεν ήταν οι ίδιοι, όπως στην εποχή του Θεμιστοκλή!!

Αν τα παραπάνω λόγια του Βαυαρού δείχνουν νηπιακή αφέλεια, καυτές όμως και αληθινές είναι οι παρατηρήσεις του γνωστού μας Αμερικανού Howe, που έμεινε χρόνια στην Ελλάδα, γνώρισε καλά τους κατοίκους της και είναι ο πρώτος που καταλήγει στο πικρό και τρομερό συμπέρασμα: «Η απειθαρχία, η απόλυτη έλλειψη τάξης και συστήματος είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Τ᾽ αποτελέσματά της είναι παντού αισθητά», χαρακτηριστικά που εξακολουθούν ως σήμερα να μαστίζουν τη ζωή μας. Ανοργάνωτοι και ανερμάτιστοι προχω­ρούμε στα σχέδιά μας.

Αλλά και στη θάλασσα τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Ο βαρύς και επιβλητικός ναύαρχος των Ελλήνων Ανδρέας Μιαούλης δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί από την ανησυχία που τον έδερνε στις αρχές Ιουλίου 1824, όταν σκεπτόταν ότι σε λίγο θα βρισκόταν αντιμέτωπος του αιγυπτιακού στόλου με τη σιδερέ­νια πειθαρχία των ανδρών του, σε άκρα αντίθεση με την απειθαρχία των ελληνικών πληρωμάτων: «οποίαν ελπίδα, ρωτά στις 6 Ιουλίου τους προκρίτους της Υδρας, εμπορούμεν να συλλάβωμεν, ότι θέλει αντιπαραταχθή εις ναυμαχίαν ένας στόλος, του οποίου ούτε οι ναύται υπακούουν τους καπιτάνιους ούτ᾽ οι καπιτάνιοι συμφωνούν εις όσα μεταξύ των σκέπτονται και αποφασίζουν, αλλά τραβούν ο εις προς δυσμάς και ο άλλος προς ανατολάς, ο εις επάνω και ο άλλος κάτω του ανέμου, καθώς η ιδιοτέλεια και η φιλαρπαγία οδηγεί τον καθένα, του οποίου και ναύται και καπιτάνιοι εις ουδέν λογίζονται το κοινόν του ίδιου συμφέροντος και δια το τελευταίον προκρίνουσι την απώλειαν του πρώτου».

Η τάση λοιπόν αυτή των Ελλήνων προς άκρατη ελευθερία, ο έντονος εγωισμός και τα συνυφασμένα με αυτή συμφέροντα μπορούν να εκδηλωθούν και με τη δυστροπία να υπαχθούν στους νόμους ή στις εντολές που στηρίζουν την κοινωνία και το κράτος ή να τους φέρουν στην καταστρατήγησή τους, έστω και αν η στάση τους αυτή οδηγεί στην αποσύνθεση. Εκείνος που θα θελήσει να σφίξει κάπως τους Έλληνες, να περιορίσει την άκρατη αυτή ελευθερία και να πλήξει τα στενά συμφέροντά τους, θεωρείται τύραννος.

Απειθαρχία λοιπόν προς τους ανωτέρους και ασέβεια προς τους ισχύοντες νόμους, θεσμούς και κανονισμούς, χαρακτηρί­ζουν τους Έλληνες, μόλις έσπασαν τις αλυσίδες της σκλαβιάς. Με την πάροδο των ετών και με τη μεταβολή των συνθηκών μεταβάλλονται βέβαια οι θεσμοί και οι νόμοι, και ψηφίζονται νέοι, αλλά για να λειτουργεί καλά η πολιτεία και να υπάρχει τάξη, πρέπει αυτοί να εφαρμόζονται με σχολαστικότητα. Η Ελλά­δα άλλωστε πάσχει μόνον από την εφαρμογή και όχι από την έλλειψη νόμων. Αυτά ακριβώς τόνιζε, εδώ και 550 σχεδόν χρόνια ο πρώτος Νεοέλληνας φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, όταν τόνιζε προς τον βασιλιά Μανουήλ Β᾽ στα 1418 ότι δεν αρκεί να υπάρχουν μόνο καλοί νόμοι, αλλά προπάντων έγκυροι, δηλαδή που να εφαρμόζονται και που το κύρος τους να το αντλούν από την αρετή των αρχόντων. Αλλιώς βαίνουμε προς λειτουργική χωλότητα, προς αποσύνθεση των οργάνων της πολιτείας και προς σήψη της κοινωνίας.

Η απροθυμία στην εφαρμογή των κειμένων διατάξεων ή των εξωτερικών ή εσωτερικών επιταγών, και η ασυνειδησία στην πιστή εκτέλεση του καθήκοντος, της εργασίας μας, η οποία ασυνειδησία μπορεί να είναι σύμφυτη με το συμφέρον, με κάποια επιδίωξη, με την πονηριά και την οκνηρία, είναι τα αίτια της ανευθυνότητας, της προχειρότητας και της τσαπατουλιάς, για την οποία τόσο μας κατηγορούσαν στο παρελθόν και μας κατηγορούν ακόμη και σήμερα οι ξένοι. Οι ίδιοι και απαράλλακτοι είμασταν και στην αρχαιότητα, αν εξαιρέσει κανείς τους Σπαρτιάτες, αναθρεμμένους με διαφορετική από τους άλλους Έλληνες αγωγή και νοοτροπία. «Το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο, παρατηρούσε με πνεύμα διεισδυτι­κό ο Μενένιος Άπιος. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόσο λίγη πίστη στον νόμο. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. Σπάνια οι ’Ελληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετω­πίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις. Α! πόσο τη χαίρεται ο Έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογι­σμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη!» Και αλλού πάλι ο ίδιος συνέχιζε· «Ο Έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Αν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις, όπως η δική του, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη· το διακήρυξε και ο Σταγειρίτης, χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές».

Όπως βλέπουμε, ο Άπιος επισημαίνει τον διαχωρισμό του δικαίου από το επιεικές, το οποίο ταίριαζε περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων γι᾽ αυτόν τον λόγο η απονομή της δικαιοσύνης, όπως την απένεμαν στα χρόνια της φραγκο­κρατίας και ιδίως της τουρκοκρατίας οι κοινοτικοί άρχοντες με κύρια πυξίδα κυρίως το άγραφο, το εθιμικό δίκαιο, ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτη στους σκλάβους παρά οι σκληροί και άτεγκτοι νόμοι του κράτους· γι᾽ αυτόν ακόμη τον λόγο και ο Καποδίστριας κατά τα πρώτα χρόνια της κυβερνήσεώς του σύστηνε στους πρώτους δικαστές, τίμιους συνήθως πολίτες, να συμβουλεύονται τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά να έχουν υπόψη τους τον «ορθόν λόγον» και την επιείκεια. Για τον ίδιο λόγο οι σκλαβωμένοι κάτοικοι της Θάσου, δυσαρεστημένοι κατά τα τέλη του 19ου αι. από την εφαρμογή των τουρκικών νόμων, των οποίων η αυστηρότητα έκανε τους κατοίκους να νοσταλγούν την ηπιότητα και ελαστικότητα των παλιών τοπικών δικαστηρίων, με υπόμνημά τους της 3 Αυγούστου 1894 προς τον Αμπάς Χιλμή Β´ της Αιγύπτου ικέτευαν, «επειδή η εφαρμοζομένη αστική νομοθεσία είναι ξένη προς τα ήθη και τα έθιμα του τόπου … και προς το τέως επικρότησαν από αιώνας ρωμαϊκόν και εκκλησιαστικόν δίκαιον», η δικαιο­σύνη να επανέλθει στο παλιό καθεστώς.

γ) Έντονος εγωισμός, εθνικός, τοπικός, ατομικός ή και οικογενειακός

1. Ο έντονος ελληνικός εγωισμός παρουσιάζεται με τρεις μορφές, με τον εθνικό, τον τοπικό και τον ατομικό ή οικογε­νειακό, κυρίως με την πρώτη και την τρίτη μορφή. Ο πρώτος είναι εξωστρεφής και τον εκδηλώνουν οι Νεοέλληνες απέναντι των ξένων με την αναφορά τους κυρίως στους αρχαίους προγόνους των και στα επιτεύγματά τους και με την οίηση ότι κάτι είναι και αυτοί, οι απόγονοί τους, έστω και με δανεισμένη δόξα. Ο εθνικός εγωισμός, όσο και αν φαίνεται παράδοξη η άποψη, έτρεφε και τόνωνε στους Έλληνες (αν εξαιρέσει κανείς τους κατοίκους απομονωμένων περιοχών ή υπολείμματα ξένων εποικισμών) —μαζί με την ελπίδα της «αποκαταστάσεως» και τη συνείδηση της καταγωγής τους— και το αίσθημα της εθνικής υπερηφάνειας και αλαζονείας. Το αίσθημα αυτό, αρκετά ισχυρό κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, αδύνατο όμως κατά τους επόμενους σκοτεινούς αιώνες της τουρκοκρατίας, δυναμώνει όσο προχωρούμε προς τους νεώτερους χρόνους με την επίδραση της άγραφης λαϊκής παραδόσεως και της λόγιας, και γενικά της παιδείας, ώστε τελικά επιβάλλεται κυριαρχικά και παίρνει τη μορφή της αρχαιολατρείας και της προγονοπληξίας. Δεν ήταν σπάνιο, λέγει ο αντικειμενικός φιλέλληνας Striebeck, ν᾽ ακούσει κανείς από απλούς ανθρώπους, που ήξεραν λίγα γράμματα, τη φράση «Αυτό είναι έργο των προγόνων μας…». Όποιος παρακολου­θεί την πύρινη αυτή γραμμή, που διήκει από την αρχαιότητα ως την Επανάσταση και η οποία συντηρεί την πεποίθηση της πνευματικής υπεροχής των αρχαίων Ελλήνων, και την κάποια μικρή ή μεγάλη αντανάκλαση αυτής στους νέους, αυτός εννοεί τη σημασία της εθνικής αυτής αλαζονείας. Τα συνθήματα που ρίχνουν στον λαό, στους Έλληνες, αιώνες τώρα οι λόγιοι, είναι: «Στοχασθήτε τίνων απόγονοι είσθε και πώς κατεστάθητε…» και «Ντροπή για την κατάντια σας!».

Οι αιώνιες αξίες της αρχαιότητας και τα αρχέτυπα, τα πολιτιστικά πρότυπα, τους καλούν προς μίμηση, προς εθνική δράση. Από την αρχή ως το τέλος διέπει τους Έλληνες, μεγαλωμένους μέσα σ᾽ ένα περιβάλλον, είτε δυσμενές είτε ευνοϊκό, η έννοια της ανωτερότητάς τους, γεννημένη και θρεμμένη από την ανάμνηση του αρχαίου μεγαλείου, από την ιστορική συνείδηση που έκλεινε τεράστια δύναμη. Χαρακτη­ριστικό είναι ένα ανέκδοτο του ναυάρχου Κωνστ. Κανάρη: αναφέρεται ότι, όταν πριν από την Επανάσταση, ως ναύτης ή πλοίαρχος, άραζε κάποτε σε καμιά έρημη ακτή της Ιταλίας ή της Ισπανίας και δεν είχε δουλειά, έβγαζε από τον κόρφο του την Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κάθε φύλλο της το έβρεχε με τα δάκρυά του. Υστερα απ᾽ αυτά μπορεί ν᾽ αμφιβάλλει κανείς ότι υπάρχει κάποιος μυστικός δεσμός ανάμεσα στο ανάγνωσμά του αυτό και στα λαμπρά ναυτικά του κατορθώματα;

Και ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης έβαζε την περικεφαλαία «ως σημείον αρχαίου ελληνισμού» —και ήταν ο μόνος που τη φορούσε— κατά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, χωρίς η μεταμόρφωσή του αυτή (γελοία για τις σημερινές μας αντιλή­ψεις, αν δεν καταλάβουμε το βαθύτερο νόημά της) να τον κάνει ούτε να παραλογιστεί, ούτε και να θεωρήσει τον εαυτό του Σόλωνα ή Επαμεινώνδα. Και τα βιβλία που του είχαν κάνει εντύπωση και τα διάβαζε συχνά (τα βρήκε στη Ζάκυνθο μετά τον διωγμό των κλεφτών της Πελοποννήσου) ήταν οι Ιστορίες της Ελλάδας, του Αριστομένη και του Σκεντέρμπεη. Από την ιστορία μάλιστα του τελευταίου είχε κρατήσει στο μυαλό του την εξής λεπτομέρεια: ότι μολονότι εκείνος είχε υπηρετήσει σε ξένο στρατό, δεν είχε αφοσιωθεί στα ξένα συμφέροντα, ή κατά την έκφραση του Ρήγα, «δεν κρέμασε φούντα για ξένον σπαθί». Αλλά και κάτι ακόμη βαθύτατα εντυπωσιακό μαρτυρεί τον μυστικό δεσμό αρχαίων και νέων Ελλήνων: Τυφλός ραψωδός στα σταυροδρόμια της Τριπολιτσάς —σαν εκείνους που τριγύριζαν στην εποχή του Ομήρου, αλλά και στην προεπανα­στατική εποχή— ψάλλοντας τα κλέη των νέων ανδρών αφηγούνταν ότι, όταν άνοιξε το ελληνικό τουφέκι, οι Τριακό­σιοι νεκροί του Λεωνίδα, όρμησαν ασυγκράτητοι και οργισμέ­νοι προς τις πύλες του Άδου, τις τίναζαν πέρα δώθε και τις βροντούσαν με τις γιγάντιες παλάμες τους προσπαθώντας να βγουν στον Απάνω Κόσμο και αδελφωμένοι μαζί με τους Έλληνες να στρατοπεδεύσουν στα ριζά του Μαίναλου! Μεγαλειώδης, αλλά και φρικιαστική εικόνα που συμβολίζει τη σύζευξη της αρχαίας ιστορίας με τη νέα ελληνική συνείδηση.

Από τα λίγα αυτά παραδείγματα παίρνει κανείς μια ιδέα για τις επιδράσεις που ασκούσαν στους σκλάβους η μελέτη και η συνειδητοποίηση των πράξεων των αρχαίων Ελλήνων, η οποία έσπερνε στις ψυχές των νέων την αφοβία και τη φιλοδοξία να τους μοιάσουν. Αυτές οι επιδράσεις δεν ίσχυαν βέβαια για όλους. Η θεώρηση αυτή σε άλλους, που δεν είχαν την ίδια ψυχική προπαρασκευή και δύναμη ν’ αντιδράσουν, ήταν «άνυδρη, άκαρπη», και η συμπεριφορά τους περιοριζόταν σε στείρα προγονολατρεία, σε ξερές αναμνήσεις του αρχαίου μεγαλείου. Μολαταύτα και αυτές ήταν κάτι για τους αδύνατους, μια παρηγοριά.

Το ενδιαφέρον των Ελλήνων για το ένδοξο παρελθόν ήταν κατά τον 18ο αι. τόσο έντονο, ώστε τα αρχαία ερείπια να τα θεωρούν απόλυτα δικά τους και με πάθος να ζητούν να μάθουν τα αποτελέσματα των ανασκαφών των ξένων, να πληροφορηθούν για τους τάφους των αρχαίων ηρώων κ.λ. Υποφέρουν, όταν τους βλέπουν να αρπάζουν τις αρχαιότητες· δεν θέλουν να χάσουν αυτά που τους θυμίζουν τη δόξα των προγόνων. Η ευαισθησία και η υπερηφάνεια τους —από την αρχαιότητα κιόλας— εξεγείρεται ακόμη και όταν ακούσουν κάτι κακό για τους συμπατριώτες τους από τους ξένους, μολονότι με εκείνους είναι συχνά σκληροί κριτές τους σε ιδιωτικές συνομιλίες. Δεν ανέχονται όμως την κακολογία από τα ξένα χείλη. Αμέσως γίνονται θηρία από τον θυμό τους.

2. Ο τοπικός εγωισμός εκδηλώνεται με την αγάπη του Έλληνα, κυρίως του ξενιτεμένου, για την ιδιαίτερη η για τη μεγάλη πατρίδα, καθώς και με τον εγκωμιασμό των φυσικών καλλονών ή προσόντων, που πράγματι υπάρχουν σ’ αυτές ή μόνο στην ξαναμμένη φαντασία τους. Είναι η αιώνια ιστορία του «νόστου», των «νοσταλγών», από τον Οδυσσέα ως τους σύγχρονους ξενιτεμένους. Είναι η υπερβολική αγάπη τους που τους έκανε να ονομάζουν με αφέλεια το χωριό τους «μικρό Παρίσι», έκφραση που την άκουε κανείς ως τα τελευταία ακόμη χρόνια. Ακόμη και οι Σαντορινιοί το νησί τους, που επί τουρκοκρατίας οι άλλοι νησιώτες το έβλεπαν σαν φρικτή διαμονή, το λάτρευαν σαν επίγειο παράδεισο και η φοβερώτερη κατάρα για κάποιο συντοπίτη τους ήταν: «να πεθάνεις δυστυχισμένος έξω από τη Σαντορίνη». Είναι ο ίδιος «νόστος» που έκανε τους ξενιτεμένους της τουρκοκρατίας, αφού αποκτούσαν αρκετά χρήματα, να γυρίζουν έπειτα από χρόνια στις πατρίδες τους, συνήθως στις ορεινές και απομονωμένες, και εκεί μέσα στα νεοκτισμένα και ηλιόλουστα πλούσια αρχοντικά τους να χαίρονται με τους δικούς των τα πλούτη των μόχθων τους.

Ο οικογενειακός πάλι εγωισμός είναι κυρίως εσωστρεφής, και εκδηλώνεται κυρίως απέναντι των συμπατριωτών τους, με τη διαφορά ότι παρατηρείται σε ορισμένους κλειστούς κύ­κλους αρχόντων ή πολεμιστών, που έχουν προσφέρει υπηρε­σίες στους Βενετούς ή στον Τούρκο κατακτητή ως αρματολοί ή ανέβει σε αξιώματα περιθωριακά της ιεραρχικής τους υπαλλη­λίας, όπως συμβαίνει με ορισμένες οικογένειες του Φαναριού, οι οποίες είχαν την περηφάνεια και τη ματαιοδοξία ότι συνέχιζαν «το περίβλεπτον Γένος των Ρωμαίων». Αυτοί οι τελευταίοι σχημάτιζαν μια ισχυρή κάστα, που φιλοδοξούσε να γίνει η αριστοκρατία, η ευγένεια του νέου ελληνισμού. Με την απόκτηση του τίτλου του πρίγκιπα και κόμη, δοσμένου από ξένα κράτη, αποκτούσαν τη συνείδηση ότι ανήκαν σε χωριστή κοινωνική τάξη, για την οποία και ήταν περήφανοι.

3. Ο ατομικός πάλι εγωισμός, που συχνά είναι συνυφασμένος με τον οικογενειακό, εκφράζεται με την τάση του ατόμου να φανεί ότι έχει αξία και ο ίδιος, ότι γνωρίζει πολλά, αν όχι τα πάντα. Μολονότι οι περισσότεροι ‘Ελληνες κατά την Επανά­σταση είναι αμαθείς, έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ιδίως οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, όπως θα λέγαμε σήμερα, και γίνονται αλαζόνες —χαρακτηριστικό που κάνει κακή εντύπω­ση στους ξένους. Σκληρότατα τους χαρακτήριζε ο γιατρός του Byron, o Millingen, που τους κατηγορεί ότι, μολονότι έχουν επιπόλαιες γνώσεις και γενικά είναι επιδεικτικοί σε φλυαρίες, άδικοι και άπληστοι, νομίζουν ότι ξεπερνούν τον Φωκίωνα και τον Αριστείδη ως προς την αρετή.

Η αίσθηση της υπεροχής είναι κοινή στους Έλληνες. «Ο Έλληνας γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής», έλεγε επιγραμματικά ο Μενένιος Άπιος. Και για να δικαιολο­γήσουν αυτή τους την ψευδαίσθηση, επικαλούνται και εκθειά­ζουν τις ικανότητες που έχουν, ενώ υποτιμούν τις άλλες που δεν έχουν οι ίδιοι, αλλά τις έχουν οι άλλοι. Και ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Ελλάδα κατά τον περασμένο αιώνα Κάρολος Τάκερμαν έγραψε· «Ο Έλλην, εάν καθόλου πιστεύει εις τι, πιστεύει εις εαυτόν, εις την καταγωγήν του, εις την ικανότητά του, εις την υπεροχήν των δικαιωμάτων του».

Ο εγωισμός όμως του ατόμου, της προσωπικότητας, έχει και την ωφέλιμή του όψη. Το ευγενές και φιλόδοξο εγώ είναι εκείνο που έσπρωχνε τους αρχαίους Έλληνες στην προσπά­θεια να διατυπώσουν πρωτότυπες σκέψεις, να δημιουργήσουν γενναία επιτεύγματα σε όλους τους τομείς του πνεύματος, στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα, στην ποίηση, στο εμπόριο και στον πόλεμο. Από το μεγάλο αυτό εγώ αναβλύζει όλη η δόξα τους. Με αυτό το εγώ οδήγησε ο Μέγας Αλέξανδρος τους Έλληνες ως τις Ινδίες, τους έκανε κοσμο­κράτορες και επιχείρησε ν᾽ αναχωνεύσει όλους τους υποταγμέ­νους λαούς σ᾽ ένα ενιαίο σύνολο για να ευημερήσουν όλοι μέσα στη γιγάντια αυτοκρατορία του. «Ευτυχώς για τη δόξα της Ρώμης, παρατηρούσε ο Άπιος, πέθανε νέος», κι᾽ έτσι ένα άλλο πια εγώ, το καταστροφικό εγώ των διαδόχων του, γέννησε τη διχόνοια και προετοίμασε την υποταγή τους στη νέα δύναμη της Δύσης, στους Ρωμαίους. Αυτοί τώρα με την πολιτική τους, με την οργάνωση, με τους θεσμούς, με τα τεχνικά έργα προσπάθησαν να φέρουν την ειρήνη και την ευημερία στους κατακτημένους, φέρθηκαν γενικά με σύνεση και μετριοπάθεια και έτσι έγιναν οι άρχοντες του κόσμου. Μόνο που δεν εκπολίτισαν πνευματικά τους κατακτημένους, δεν έφεραν σ’ αυτούς τις καλές τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα, κυρίως τη φιλοσοφία και την ποίηση, όπως έκαναν οι Έλληνες με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους διαδόχους του.

Ο άκρατος χωρίς ευγενές ιδεολογικό περιεχόμενο εγωι­σμός, η εγωπάθεια, «η ρίζα κάθε ελληνικού κακού», κάνει τους Έλληνες κακούς πολίτες, ενώ το ευγενικό εγώ, που συναγω­νίζεται το συ στην αγάπη για την ελευθερία, τους κάνει καλούς στρατιώτες στον πόλεμο. Τα αιώνια τρόπαια, που είναι χαραγ­μένα στη μνήμη τους, γίνονται πρότυπα, νόμοι άγραφοι, που τους κάνουν να περιφρονούν τις κακουχίες, τους κινδύνους, και ν᾽ αποδεικνύονται και δεξιοτέχνες πολεμιστές. Ας μη συγχέεται η ανδρεία αυτή με την κατάρρευση, με την αποσύνθεση των στρατιωτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συγ­κρούσεων. Αυτή την ατομική γενναιότητα συνδυασμένη με την ευφυία για τη σωστή αντιμετώπιση του κινδύνου έδειξαν οι Έλληνες στους πολέμους από την αρχαιότητα ως τον πόλεμο του ᾽40-᾽41, ατομική γενναιότητα που έκανε τους άνδρες του Ρούπελ ν᾽ αντιλαμβάνονται αμέσως κάθε νέα εχθρική κίνηση των Γερμανών στις απεγνωσμένες προσπάθειες τους να καταλά­βουν το οχυρό. Ακόμη η ατομική τους τακτική, βγαλμένη στην επιφάνεια από το υποσυνείδητο, το θρεμμένο από αγώνες, μεταμόρφωσε τους φαντάρους, τον καθένα χωριστά, σε εκπαι­δευμένους ηγέτες, σε βαθμοφόρους, ικανούς να εκτελέσουν γοργά, μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο εκείνο, το σωστό, το μόνο που θα έπρεπε να γίνει.

δ) Έπαρση και αλαζονεία

Η «ψευδαίσθηση της υπεροχής» των Ελλήνων συνεχίζεται ως τους τελευταίους αιώνες του βυζαντινού κράτους. Την έπαρση των Νεοελλήνων την επισημαίνει και τη στιγματίζει και ο γασμούλος συγγραφέας του «Χρονικού του Μορέως», που τη θεωρεί μάλιστα ενδεικτικό της καταγωγής τους:

Διαβόντα γὰρ χρόνοι πολλοὶ αὐτεῖνοι οἱ Ρωμαῖοι, Ἕλληνες εἶχαν τὸ ὄνομα, οὕτως τοὺς ὠνομάζαν, -πολλὰ ἦσαν ἀλαζονικοί, ἀκομὴ τὸ κρατοῦσιν- ἀπὸ τὴν Ρώμη ἀπήρασιν τὸ ὄνομα τῶν Ρωμαίων.

Και όταν ακόμη οι λαοί της Δύσης είχαν αρχίσει ν᾽ αφυπνίζονται και να προχωρούν στον δρόμο της προόδου και του πολιτισμού, οι Βυζαντινοί επαναπαυόμενοι στο γνωστό αξίωμα «πας μη Έλλην βάρβαρος», εξακολουθούσαν να τους περιφρονούν. Όσοι όμως είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν τις χώρες τους, κυρίως τη γειτονική Ιταλία, όπως ο ονομαστός λόγιος Δημ. Κυδώνης και ο αρχιεπίσκοπος Νίκαιας Βησσα­ρίων, θαύμαζαν τις ωραίες πόλεις της, τις εκκλησίες, τα παλάτια της και έτριβαν τα μάτια τους εμπρός στην ικανότητά τους κατά τις ιδεολογικές συζητήσεις μαζί τους, θρησκευτικές και πολιτικές, για τη διαλεκτική δεξιότητα των αντιπάλων τους και σ’ αυτόν ακόμη τον τομέα της φιλοσοφίας, όπου νόμιζαν ότι είχαν τα πρωτεία, το προβάδισμα. Ακόμη λείψανα της ελληνικής αυτής ψευτοϋπεροχής συναντούμε και στα νεώτερα χρόνια, έκφραση της οποίας είναι η λέξη «κουτόφραγκοι», με την οποία στόλιζαν οι «εξυπνάκηδες» Έλληνες τους Δυτικοευρωπαίους.

Σπάνιες, όπως πάντα, οι εξαιρέσεις που βέβαια μνημονεύο­νται, γιατί διαψεύδουν τον κανόνα και κάνουν εντύπωση. Έτσι, γύρω στα 1665 ο Χριστόφορος Arnold μιλώντας για τον λογοθέτη Ιωάσαφ Πελοποννήσιο λέγει: «… και, όπερ θαυμαστόν εις Έλληνας ιδείν, άνευ αλαζονείας!». Η υπεροψία λοιπόν των Ελλήνων είναι σαφές χαρακτηριστικό τους. Τόσο λίγοι ήταν οι σεμνοί! Σπάνιζαν βέβαια, αλλά υπήρχαν οπωσδή­ποτε, έστω και σε μειοψηφία, τα εκλεκτά πνεύματα που είχαν την αίσθηση του μέτρου, του «μηδέν άγαν».

Κατά την Επανάσταση του ᾽21 οι φιλέλληνες δεν μπορού­σαν να χωνέψουν γενικά την υπεροψία, τη βαναυσότητα των πρωτόγονων στρατιωτικών αρχηγών, καθώς και τον πομπώδη τρόπο, με τον οποίο περνούσαν μέσ᾽ από τους στενούς δρόμους των κωμοπόλεων ντυμένοι με χρυσοστολισμένη φορεσιά και όπλα και με τη γνωστή συνοδεία, την ουρά, από παλληκάρια και ψυχογιούς.

Πολύ περισσότερο την είχαν την αλαζονεία οι άρχοντες, οι πρόκριτοι, χωρίς βέβαια και εδώ να λείπουν οι εξαιρέσεις. Έτσι π.χ. κατά την Επανάσταση της Χαλκιδικής, στις 3 Σεπτεμβρίου 1821, γράφει ο μοναχός Χρύσανθος Σιναΐτης προς τον αρχηγό της Εμμανουήλ Παπά με ειλικρίνεια· «… οι εδικοί μας προκομένοι άρχοντες… ευρίσκονται εις τέτοιαν έπαρσιν οπού δεν ημπορούσε τινάς να τους ομιλήση λόγον, αν ήτον και δια το συμφέρον τους, επειδή τέτοιον είναι το γένος των Γραικών, όχι όμως όλοι, διότι βλέπομεν ωσάν την ευγένειάν σας…», που θυσίασε τα πάντα, οικογένεια και πλούτη στον βωμό της πατρίδας.

Έτσι εξηγούνται και οι προστριβές των προκρίτων με τους στρατιωτικούς, που χάρη στην ανδρεία και στα ηγετικά τους προσόντα ξεχωρίζουν μέσ᾽ από το πλήθος και τραβούν τον λαό με το μέρος τους. Γι᾽ αυτό στους πολιτικούς ρίχνει μεγάλες ευθύνες ο Γ. Τερτσέτης στα τέλη του 1826 ή αρχές του 1827, λάτρης της παλληκαριάς των καπεταναίων, γράφοντας ότι «εκείνοι που εφάνηκαν πολιτικοί εις την Ελλάδα όχι μονάχα ακάτοχοι ήτανε του πολέμου, αλλά κατά τα σημάδια κι᾽ άγευτοι από κάθε σοφία, και με τις αναποδιές τους και με τις κακές τους γνώμες και των άλλων ανθρώπων έφθειραν τες καρδιές». Η αστοχασιά των Ελλήνων εμπρός στον κίνδυνο, μαζί και η έπαρση, η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, αυτή η αναίδεια, ήταν, κατά τη γνώμη των ξένων, τα βασικά ελαττώματά τους που τους εμπόδιζαν να εργαστούν ομόθυμα και να πάνε εμπρός.

ε) Η στάση του εγώ μέσα στο σύνολο. Φιλαυτία, φιλοδοξία, φιλοπρωτία, φιλαρχία και ματαιοδοξία.

Ο εγωισμός, όταν είναι υπερτροφικός, προσβάλλει το σύνολο και αποτελεί μεγάλο και επικίνδυνο ελάττωμα, γιατί κυριαρχεί στη συνείδηση του ατόμου, διαμορφώνει τον τρόπο του σκέπτεσθαι και ρυθμίζει τη συμπεριφορά του απέναντι των συνανθρώπων του. Ο εγωιστής του είδους αυτού περιορίζει το ενδιαφέρον του στον εαυτό του και στον κύκλο του και τότε μόνο συμφωνεί με το γενικό συμφέρον, όταν αυτό ταυτίζεται με το δικό του, το οικογενειακό, το επαγγελματικό, το ταξικό. Αλλιώς διαφωνεί έντονα, και σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές του έθνους μπορεί να τον σπρώξει —όπως στον εμφύλιο πόλεμο του 1823-1824— στα άκρα, προς τάσεις διαλυτικές. Δυστυχώς στον Έλληνα κυριαρχεί συνήθως το υπερεγώ του. Ο Βηλαράς, οξύ και καυστικό πνεύμα των αρχών του περασμένου αιώνα, έλεγε ότι στους Νεοέλληνες την πρώτη θέση έχει η ιδιοτέλεια, άλλη έκφραση του εγωισμού, και τη δεύτερη η θρησκεία, συνάπτοντας —επίτηδες ασφαλώς— το ένα χαρακτηριστικό με το άλλο, για να δείξει την κατάφωρη αντίθεσή τους που εξευτελίζει το ηθικό τους έρμα, ενώ σύγχρονος πολιτικός, ο Σπ. Ζαβιτσιάνος, τόνιζε ότι οι Έλλη­νες ποτέ δεν ένιωσαν το αίσθημα της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο έπρεπε να είναι πάντοτε βαθύτατο και ζωηρότατο, και ότι ο καθένας κοίταζε και κοιτάζει τη δουλίτσα του, χωρίς να λογαριάζει αν αυτή ήταν και είναι αλληλέγγυα συνδεδεμένη με τη δουλίτσα των άλλων. Και επιρρίπτει στους συμπατριώτες του τη βαρύτατη κατηγορία, ότι, δυστυχώς για την αξιοπρέπειά τους, δεν έχουν αποκτήσει το αίσθημα της ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αποτέλεσμα είναι να καταλήγουν στο συμπέρασμα και να υποστηρίζουν ότι είναι —καθώς και όλοι οι λαοί— ανεύθυνοι και ότι οι μόνοι που ευθύνονται είναι αυτοί που μας κυβερνούν, συμπέρασμα και επιχείρημα που ευνοεί τους εχθρούς του κοινοβουλευτισμού. Ο λαός με την ψήφο του και οι κυβερνήτες με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους αναλαμβάνουν βαρύτατες ευθύνες απέναντι της Ιστο­ρίας.

2. Ιδιοτέλεια και φιλαυτία των αρχηγών, εκτός από ανικανότητα, διαπιστώνουν επίσης οι απεσταλμένοι του Byron στον Μοριά Ed. Trelawmy και Ham. Browne —ελαττώματα που αποδιοργανώνουν το πολιτικό σώμα. Μολαταύτα η καρδιά του έθνους είναι υγιής και πρόθυμη για θυσίες και αντίσταση εμπρός στον εχθρό, διαπιστώσεις που τους έκαναν να βλέπουν κατάπληκτοι την ομοιότητα των νέων με τους αρχαίους Έλληνες, «αυτόν τον μεγάλο λαό, που πάντοτε μέσα στις αιώνιες διχόνοιες είναι έτοιμος ν’ αντιμετωπίζει ομόθυμα τον εχθρό».

Από τον έντονο αυτόν εγωισμό του Έλληνα ξεπετιέται ακόμη η φιλοπρωτία και η φιλαρχία του. Cinque Greci, dieci commandi, έλεγε ιταλική παροιμία του περασμένου αιώνα. Ο καθένας θέλει να είναι επικεφαλής και κανείς δεν θέλει να υπηρετήσει κάτω από άλλον, ιδίως κάτω από τον ικανό, που τον μισούν, γιατί είναι ανώτερος τους σε αξία. Από την ακόρεστη φιλοπρωτία πολλά έπαθαν στους αρχαίους χρόνους οι Έλληνες, παρατηρεί ο Μενένιος Άπιος, και προφητεύει ότι απ᾽ αυτή θα υποφέρουν και στο μέλλον. Ακόμη και στην εποχή του, που είχε αρχίσει να παρουσιάζει συμπτώματα παρακμής, δύσκολα θα έβρισκε κανείς τόσους φανατικούς και αδίστακτους Ρωμαίους στο κυνηγητό των τιμών και αξιωμάτων, όσους είχαν παρουσιάσει οι Έλληνες στους πιο ένδοξους αιώνες τους. Η φιλοδοξία και η φιλοπρωτία είναι βέβαια ανθρώπινες αδυνα­μίες, αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμαίων ως προς αυτές, η οποία έγκειται στο μέτρο και στην έντασή τους. Τόσο έντονη είναι η φιλοπρωτία των Ελλήνων, ώστε πολλοί από τους οπαδούς των πολιτικών εργάζονται στα κρυφά ν᾽ ανατρέψουν τον ηγέτη τους ή να τον κατευθύνουν από τα παρασκήνια. Γι᾽ αυτό και συχνά αναζητούνται και προβάλ­λονται ως ηγέτες μέτριοι άνδρες όχι μόνο εξαιτίας της φθοράς μεταξύ των υποψηφίων, αλλά και γιατί προσφέρονται πιο εύκολα να γίνουν οι μαριονέτες που θα κινούνται από τα παρασκήνια, ώστε στο τέλος δεν είναι ανάγκη να ξέρεις ποιος είναι ο ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας, αλλά ποιοι κρύβονται πίσω του και ποιοι τον κατεθύνουν «εκ του αφανούς». Εκπληκτικό είναι ότι τα ίδια έγραφε ο Σύρος ιστορικός του 3ου μ.χ. αιώνα Ηρωδιανός· «Αρχαίον τούτο πάθος Ελλήνων, οι προς αλλήλους στασιάζοντες αεί και τους υπερέχειν δοκούντας καθαιρείν θέλοντες, ετρύχωσαν την Ελλάδα».

Τρομαγμένος από το πάθος της φιλαρχίας ο Κοραής φωνάζει προς τους συμπατριώτες του (που ύστερ᾽ από τις νίκες των πρώτων μηνών είναι έτοιμοι να προχωρήσουν προς τη σύσταση κεντρικών αρχών) ότι η φιλαρχία είναι το πιο σφοδρό από τα πάθη των ανθρώπων κάθε ηλικίας, φτωχών και ιδίως πλουσίων, γιατί αυτοί έχουν τα μέσα να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους και να γίνονται οι πράξεις τους, όπως αυτοί ορέγονται και διατάζουν. Και στο βιβλίο του «Περί των ελληνικών συμφερόντων, διάλογος δυο Γραικών», που δημο­σιεύει στην Υδρα στα μέσα της Επαναστάσεως, στα 1825, γράφει τα εξής σημαντικά· «Ο χρηστός πολίτης δέχεται την αρχήν, όταν η πατρίς τον προστάσση να άρχη, ούτε διά φιλαρχίαν ούτε δια πλεονεξίαν, δια να πληρώση την προστα­γήν της πατρίδος ή δια τον φόβον μη αρπάση κανείς από τους φιλάρχους ή πλεονέκτας την αρχήν, και την μεταχειρισθή εις βλάβην της πολιτείας. Τούτο μάλιστα, λέγει ο Πλάτων (Πολι­ τεία Α, 347), χαρακτηρίζει την εύνομον πολιτείαν, όταν οι πολίται φεύγουσι τας αρχάς» (σ. 29). Και ο νέος ακόμη πολιτικός και αργότερα ιστορικός της Επαναστάσεως Σπ. Τρικούπης, βλέποντας από κοντά την ιδιοτέλεια, τη σπουδαρχία και τις μικροπρεπείς αντιζηλίες, φωνάζει μέσα στο Ναύ­πλιο από τα βάθη της ψυχής του· «η φιλαρχία πολιορκεί τον νουν μας, ο φθόνος και το εμφύλιον μίσος κατατρώγει τα σπλάγχνα μας, η ιδιοτέλεια οδηγεί τα έργα μας, αι σκευωρίαι και τα διαβούλια είναι η πολιτική μας».

Ο Έλληνας, έστω και αν δεν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα και εφόδια, καθώς είναι εγωιστής, φιλόδοξος και επιδειξίας, δεν θέλει ν᾽ αναγνωρίσει στους άλλους ικανότητες, υπεροχή, αλλά τους φθονεί και αντιδρά στην άνοδό τους. Η βαθύτερη επιθυμία του θα ήταν όλος ο κόσμος να μιλεί μόνο γι᾽ αυτόν και να του εκφράζει συνεχώς τον θαυμασμό του. Είναι υποκειμενικός και δυσκολεύεται ή αδυνατεί να σχηματίσει αντικειμενική αντίληψη ή κρίση των πραγμάτων. Θέλει, του αρέσει να προβάλλεται. Η προβολή τον ικανοποιεί, γιατί του τονώνει την αυτοπεποίθηση και τον οδηγεί, αν δεν τον συγκροτεί ο έλεγχος των πράξεών του, στην υπερτίμηση της δικής του αξίας και στην υποτίμηση της αξίας των άλλων. Συνήθως εκφέρει γνώμες με οίηση σαν τέλειος ομφαλοσκόπος. Γι᾽ αυτόν δεν υπάρχει πεδίο μαθήσεως, το οποίο να του είναι ή να ομολογεί ότι του είναι άγνωστο. Κυριαρχεί η προχειρολογία και η αυταπάτη της έμφυτης ή της εξ αποκαλύψεως σοφίας, αυταπάτη που τον σπρώχνει ως το κωμικό σημείο να τολμά να συζητεί για οποιοδήποτε θέμα και με ειδικούς ακόμη χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό και ντροπή για την ανεπάρκειά του.

3. Με το αίσθημα της υπεροχής αυτό στενά δεμένη είναι και η επιθυμία του για δόξα και τιμές, για αυτοπροβολή, για επίδειξη, για πρωτότυπη εμφάνιση, όπως π.χ. των παλληκαριών και των καπετάνιων με τις χρυσοποίκιλτές τους φορεσιές και τ᾽ ασημοκαπνισμένα όπλα τους, καθώς και των φιλάρεσκων —από φυσική ενδιάθετη ροπή — γυναικών. Χαρακτηριστικά οι γυναίκες των Φαναριωτών ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδα­βίας (οι οποίοι διψούσαν για αξιώματα και καταξοδεύονταν σε δώρα προς τους ισχυρούς της Πύλης, χωρίς ν᾽ αποκομίζουν πάντοτε κέρδη), έλεγαν «Ας με λένε βοϊβοντίνα κι᾽ ας ψοφάω απ᾽ την πείνα». Και παλιότερα ακόμη, κατά τον 16ο αι., οι Ελληνίδες της Κωνσταντινουπόλεως, ιδίως στις γιορτές, έβγαιναν έξω ντυμένες με πολυτελή φορέματα και φορτωμένες με τόσα κοσμήματα, ώστε να κάνουν εντύπωση στον Γερμανό ιερέα Gerlach, που έλεγε ότι στην πατρίδα του ούτε μια βασίλισσα δεν θα παρουσιαζόταν με τέτοια εμφάνιση.

Την αυτοπροβολή και τον αυτοθαυμασμό, το αυτοκαμάρωμα, των Νεοελλήνων επισημαίνει και ο von Maurer ως ένδειξη αταβισμού και παρατηρεί ότι και αυτοί, όπως οι αρχαίοι πρόγονοί τους, εξακολουθούν ν’ αγαπούν και επομένως να επαινούν μόνον ό,τι προέρχεται απ᾽ αυτούς, δηλαδή τις δικές τους ιδέες και επιτεύγματα, και αυτόν τον ισχυρισμό του τον πιστώνει με τη φράση του Ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου: «Graeci sua tantum mirantur» (Annales II, C 88)310. Είναι ακριβώς τα ίδια λόγια που λέγει ο συμπατριώτης του Μενένιος Άπιος στον φίλο του Ατίλιο Νάβιο· «Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν κινεί τον ’Ελληνα για να επαινέσει ό,τι αξίζει τον έπαινο. Όχι που δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλά δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Αλλού κοιτάζει· θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος· κάθε άλλον τον υποτιμά».

Με τα λόγια ιδίως του Τακίτου το μυαλό μας πηγαίνει πολύ πίσω, στην αρχαία μυθολογία, στο πλάσμα εκείνο που θαυμάζει την ωραία μορφή του στα κρυστάλλινα νερά των πηγών, στον Νάρκισσο, στον διαρκώς αυτοθαυμαζόμενο μέσα στον καθρέφτη του νου και της ψυχής του, ο οποίος αποτελεί την ενσάρκωση του εγωισμού. Η υπερλατρεία της εικόνας του, του υπερεγώ του, τον παραλογίζει και μπορεί να τον κάνει καχύποπτο προς τους άλλους, που δεν του αναγνωρίζουν τα μεγάλα του προσόντα, και τέλος παρανοϊκό, αφού βαθμιαία χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα.

Με την υπερλατρεία του ο Έλληνας γίνεται εχθρός του συνόλου. Καμιά επιθυμία για την κατανόηση των αναγκών του άλλου, του γείτονά του. Ο καθένας μόνον από τον άλλον επιθυμεί τον σεβασμό της προσωπικότητάς του, την τάξη και την υπακοή στα γενικά και αυτονόητα αιτήματα της κοινωνίας μας. «Σχεδόν όλοι οι Έλληνες αρχηγοί δεν μένουν πιστοί παρά μόνο στα συμφέροντά τους», σημειώνει ο Fr. Thiersch.

Στη δυνατή επίδραση των άμεσων, των εγωιστικών συμφε­ρόντων των Ελλήνων, τα οποία μεταβάλλονται κατά χρονικά διαστήματα ανάλογα με τις περιστάσεις, οφείλεται και η φορά του άλλοτε προς τη μια και άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση, προς τα εκεί όπου φυσά ο ούριος άνεμος. Αυτό παρατηρείται ιδίως κατά τις ζυμώσεις και κινήσεις των πολιτικών κομμάτων. Ο Έλληνας γίνεται ο Πρωτέας της εποχής μας, που αλλάζει συνεχώς μορφή, πρόσωπο και στρατόπεδο. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά κόμματα δεν είναι κόμματα αρχών, αλλά σχηματίζο­νται από καθαρά άμεσες ωφελιμιστικές τάσεις, οι οπαδοί τους δηλαδή προσκολλούνται πότε στο ένα και πότε στο άλλο κόμμα, για να πετύχουν ένα ατομικό ή οικογενειακό κέρδος. Και αυτό το χαρακτηριστικό φαινόμενο θα κρατήσει για πολλές δεκαετίες, όλον τον 19ο αι. και θα συνεχιστεί. Η διάψευση των προσδοκιών των οπαδών έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του στρατοπέδου και την προσέλευσή τους από το ένα κόμμα στο άλλο, κάποτε με αντίθετο πολιτικό πρόγραμμα -φαινόμενο που εκπλήττει τον μελετητή της Ιστορίας. Η αστάθεια είναι χαρακτηριστική της ευστροφίας (versatility) των Ελλήνων, αλλά με την κακή σημασία της λέξης. Νομίζει κανείς πως ξανακούει ύστερ᾽ από 20 αιώνες τα λόγια του Ρωμαίου συγκλητικού· «Ελάχιστοι είναι οπαδοί από πίστη ιδεολογική ή από πίστη στον ηγέτη· οι πολλοί είναι πειθανα­γκασμένοι από τα πράγματα, γιατί ατύχησαν, γιατί βαρέθηκαν ή λιποψύχησαν. Γι᾽ αυτό είναι και όλοι προσωρινοί, άπιστοι, ενεδρεύοντες οπαδοί, ως που να περάσει η κακή ώρα».

Κατά την Επανάσταση ο ακόρεστος εγωισμός και η φιλοδοξία ενός πλήθους στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών με λίγο ή πολύ ίση επιρροή, ο κινητικός ή ρευστός χαρακτή­ρας των Ελλήνων, καθώς και το έντονο τοπικιστικό πνεύμα τους, έκανε πολλούς να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η χώρα δεν ήταν δυνατόν να διοικηθεί με δημοκρατικό πολίτευ­μα, αλλά με συνταγματική μοναρχία.

στ) Φθόνος, διχόνοια και διχασμός

1. Όπως είπαμε και παραπάνω, ο έντονος εγωισμός των Ελλήνων γεννά το πιο φοβερό και ολέθριο υποπροϊόν του, τον υπερτροφικό φθόνο όχι μόνο για τους ομότεχνούς των, αλλά και για τους οποιουσδήποτε διπλανούς των. Ο χαρακτήρας των Ελλήνων είναι του ζηλιάρη και καχύποπτου ανθρώπου, θα γράψει ο φιλέλληνας αγωνιστής Byern. Η ζήλεια γεννά τη δυσπιστία, την εχθρότητα και τον φόβο προς το πρόσωπο που μπορεί να τον ξεπεράσει ή που τον ξεπέρασε. «Ο Έλληνας δεν συγχωρνάει στον συμπολίτη του καμιά προκοπή. Όποιον τον ξεπεράσει, ο Έλληνας τον φθονεί με πάθος· και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε, θα το κάνει» μας κατηγορεί και ο Μενένιος Άπιος.

Το μικρόβιο του φθόνου, της διαιρέσεως και διχόνοιας παρέμεινε και επιβλήθηκε στο σώμα της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά τους τλευταίους αιώνες της, όταν έγινε απόλυτα ελληνική. Γι᾽ αυτό και ο μεγάλος πατριώτης Βησσα­ρίων, που είδε τα υπολείμματα των δύο ελληνικών αυτοκρατο­ριών να καταρρέουν, του Βυζαντίου και της Τραπεζούντας, και ο οποίος τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του ζει με το όραμα της απελευθερώσεως των πατρίδων του, στρεφόμενος στα 1470 προς τους ηγεμόνες της Δύσης που αλληλομάχονται τους φωνάζει· «Πιστέψτε σ’ έναν που έχει πείρα, πιστέψτε σ’ έναν που έχει πάθει. Τίποτε άλλο δεν κατέστρεψε αυτό το μέρος της οικουμένης (τη βυζαντινή αυτοκρατορία) παρά μόνον η διχό­νοια· τίποτε άλλο δεν κατέστρεψε αυτό το μέρος της οικουμέ­νης παρά μόνον οι εμφύλιοι πόλεμοι, κι᾽ όχι μόνο στα χρόνια που θυμόμαστε εμείς, αλλά και στα αρχαία χρόνια». Όχι μόνον ο θερμός αυτός κήρυκας της αδιάλλακτης αντιστάσεως εναντίον των Τούρκων, αλλά και ο άγνωστος ποιητής μετά την Άλωση γράφει:

«τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανίαν όλην: ο φθόνος, η φιλαργυριά και η κενή ελπίδα»,

ο φθόνος που με τις δαγκάνες του ανοίγει τις πιο βαθιές και δυσκολοεπούλωτες πληγές, και που τον ακολουθεί συνήθως η τάση κακολογίας, που αρχίζει από τους αστραπιαίους υπαινιγ­μούς και το δήθεν «αθώο κουτσομπολιό» και καταλήγει στη λασπολογία, στην πιο βρώμικη συκοφαντία και στον κατατρεγ­μό.

Τα πάθη του φθόνου και του μίσους εναντίον του ομοχώ­ριου του έφερναν τον Έλληνα στα τουρκικά δικαστήρια, στον καδή, όταν νόμιζε ότι δεν τον δικαίωναν οι κοινοτικοί άρχοντες και όταν ήλπιζε ότι με δωροδοκίες και ψευδομαρτυ­ρίες θα μπορούσε ν᾽ αποσπάσει οπωσδήποτε ευνοϊκή απόφαση. Η προσφυγή όμως προς τον καδή ήταν καταστροφική για τους διαδίκους, γιατί εκείνος απομυζούσε και τους δύο. Γι᾽ αυτό οι διενέξεις των Ελλήνων ήταν πηγές πλουτισμού των καδήδων, ώστε μια παροιμία της Ηπείρου ν᾽ αποφαίνεται σαρκαστικά· «Ρωμαίικος καβγάς, τουρκικός χαλβάς». Αλλά και σε μετα­φορική έννοια οι Έλληνες, με τους καβγάδες, τις διενέξεις τους, πρόσφερναν κατά καιρούς ωραίους χαλβάδες στους Τούρκους: κατά τον 14ο αι. με τις συνεχείς έριδες μεταξύ των υποψηφίων για τον βυζαντινό θρόνο και αργότερα, κατά τον 15ο αι., μεταξύ ενωτικών και ενωτικών, οι οποίες έληξαν με το πάρσιμο της Πόλης!

Τις κακές εκδηλώσεις του ατομισμού των Ελλήνων στιγμα­τίζει και επισημαίνει ως αίτια της παρακμής τους και ο Αντώνιος ο Έπαρχος (αρχές 16ου αι.). Τα ίδια εκφράζει ένα αιώνα αργότερα ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος καταγ­γέλλοντας «την κακίαν την εδικήν μας», δηλαδή τις κρυμμένες μέσα στην αβυσσαλέα ψυχή του ανθρώπου αδυναμίες, τον εγωισμό, τον φθόνο, τη μοχθηρία κ.λ. Αποτέλεσμα (κατά τη θλιμμένη κρίση ενός ξενιτεμένου στην Ιταλία δασκάλου), από τα τρία καλά που είχαν οι Έλληνες, «την γνώσιν, αφεντίαν και μεγαλείον», να χάσουν την «γνώσιν», δηλαδή την υπεροχή στην παιδεία, που την πήραν οι Φράγκοι (οι Ευρωπαίοι), και την «αφεντίαν», δηλαδή την πολιτική ανεξαρτησία ή τις χώρες τους, που τις κυρίεψαν οι Τούρκοι. Και έτσι έμειναν απωθημένοι στη σκιά με τα ξερά μόνο περασμένα μεγαλεία!

Τον αμοιβαίο φθόνο, την επιθετικότητα και το αλληλοφάγωμα, τονισμένο και από τον θρησκευτικό φανατισμό, τον διαπιστώνει επίσης μισόν αιώνα αργότερα ο Depellegrin (εν­νοώντας κυρίως τις διαφορές ορθοδόξων και καθολικών Χιωτών): «… είναι τόσο χωρισμένοι μεταξύ τους, ώστε μπορεί να τους θεωρήσει κανείς τους κυριότερους δημιουργούς των δεινών που υποφέρουν, και που φαίνονται να θέλουν να τα διαιωνίσουν με τον συνεχή εκτραχηλισμό, στον οποίο παρασύρονται οι μεν εναντίον των δε».

Όπως ο Διογένης με το αναμμένο φανάρι, μέρα μεσημέρι, μάταια ζητούσε στην αρχαία αγορά τον άνθρωπο, έτσι και ο Ηλίας Μηνιάτης (1669 – 1714), τρομαγμένος από την κατάπτω­ση στα χρόνια της τουρκοκρατίας άδικα ψάχνει από τόπο σε τόπο για ένα γνήσιο χριστιανό. Δεν τον βρίσκει ούτε στις αγορές ανάμεσα στους άρχοντες, που τους διακρίνει «μία υψηλόφρων υπερηφανία», ούτε στα παζάρια, ανάμεσα στους πραματευτές, που ενδιαφέρονται αχόρταγα για το χρήμα, ούτε ανάμεσα στους νέους των πόλεων που γλεντοκοπούν, ούτε στους χωρικούς που τον γεμίζουν με ψέματα, ούτε στους ναύτες ούτε και στους στρατιώτες. Και ο ίδιος αναφέρει ότι κάποτε, όταν ρωτήθηκε ένας σοφός, ποιά μάτια βλέπουν καλύτερα, τα μαύρα ή τα γαλανά, των ανδρών ή των γυναικών κ.λ., απάντησε: των φθονερών, που τα βλέπουν όλα, ακόμη και τα μικρότερα πράγματα. Ένα πράγμα μόνο δεν βλέπουν: το καλό. Ή καλύτερα, το βλέπουν, αλλά συνεχώς κλαίνε ή κλείνουν τα μάτια, για να μη το βλέπουν».

Όταν μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή πλαισιώσουμε και ορισμένα από τα κηρύγματα των μεγάλων δασκάλων της ορθοδοξίας, τότε θα κατανοήσουμε ότι αυτά δεν αποτελούν φλυαρίες και παραληρήματα εκκλησιαστικών ρητόρων, αλλά λόγια θετικά που εκφράζουν την επικρατούσα στις κοινωνικές σχέσεις κατάσταση. Δέεται ο μεγάλος κήρυκας του 18ου αι. Νικηφόρος Θεοτόκης (1736-1800)· «Θεέ μου! συ έπλασας τα χείλη, συ κατεσκεύασας το στόμα, και εποίησας αυτά εύστρο­φα, λαλητικά. Συ, πάνσοφε και παντοδύναμε, εφύτευσας εν αύτοίς την δύναμιν της φωνής, των φθόγγων, του σχηματισμού του λόγου, ίνα δια του λογου νουθετώμεν αλλήλους καί συμβουλεύωμεν. Αλλ᾽ ημείς οι πανάθλιοι ποιούμεν τα όργανα της αρετής, εργαλεία της κακίας, κινούντες αυτά προς κατηγορϊαν καί κατάκρισιν του πλησίον». Αλλά και ο εθναπόστο­λος Κοσμάς ο Αιτωλός συνιστά στους χριστιανούς, αν δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν τον πλησίον τους ως την αυτοθυσία, τουλάχιστον ας μη του πάρουν το ψωμί, ας μη τον κατατρέξουν, ας μη τον συκοφαντήσουν.

Σκληρός ο βαρόνος Riedesel στο έργο του «Voyage au Levant» ανάγει, όπως και τόσοι άλλοι, τον ελληνικό φθόνο και τη διχόνοια στην αρχαιότητα. Αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε εδώ ολόκληρο το σχετικό κείμενο, γιατί κάνει και ορισμένες παρατηρήσεις που αφορούν την ψυχολογία των Ελλήνων: «Οι Νεοέλληνες είναι ακόμη οι ίδιοι, όπως μας έχει περιγράψει η Ιστορία τους αρχαίους, αν και διαφέρουν από τόπο σε τόπο, φθονεροί ο ένας προς τον άλλο και ματαιόδοξοι για το μεγαλείο της πατρίδας τους… Όλοι αυτοί φθονούνται μεταξύ τους και προτιμούν να είναι υποδουλωμένοι στους Τούρκους παρά να ιδούν να ευημερούν οι γείτονές τους, όμοιοι ως προς αυτό, με τους αρχαίους Έλληνες που τους βλέπουμε να καλούν στην πατρίδα τους άλλοτε τους Πέρσες, άλλοτε τους Γαλάτες και τέλος τους Ρωμαίους, για να εξασθενίσουν τους γείτονές τους, και να ξεσχίσει ο ένας τον άλλο με εμφύλιους πολέμους, οπως ο πελοποννησιακός … Φαίνεται πως αυτό το έθνος με αυτόν τον ανήσυχο χαρακτήρα είναι προορισμένο να κυβερνιέ­ται με μικρές δημοκρατίες, όπως στην αρχαιότητα ή να υφίσταται τον ζυγό ενός δεσποτισμού, όπως σήμερα. Τα αρχαία ρητά, Nulla fides Grajis! Garrula gens Grajum! (Καμιά πίστη στους Έλληνες! Το φλύαρο γένος των Ελλήνων!), επαληθεύονται ακόμη και σήμερα. Η ελληνική αστάθεια είναι πασίγνωστη σε όλη την Ανατολή. Έχουν ακόμη τη συνήθεια να φλυαρούν και είναι αργόσχολοι στα παζάρια και στα καφενεία, όπως οι αρχαίοι έκαναν στις λέσχες. Αν δεν είναι ήρωες σαν του Ομήρου, είναι όμως λάλοι, όπως εκείνοι».

Αυτά εννοεί και ο Villoison, όταν παρατηρούσε, όπως είδαμε στις αρχές του βιβλίου, ότι οι Έλληνες περνούν τον καιρό τους αλληλοφθονούμενοι, αλληλομισούμενοι και αλληλοκατηγορούμενοι. Θα πρόσθετα ως πρώτο στάδιο το «αλληλοϋποβλεπόμενοι». Είναι τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, με τα οποία επιχειρεί να προσδιορίσει αργότερα, στα 1824, ο Άγγλος κληρικός George Waddington, τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων: εξυπνάδα και ενεργητικότητα, αλλά καχυποψία και ζηλοφθονία. Και κρίνει: «Να γιατί αλληλομάχονται. Ο ένας δεν εμπιστεύεται τον άλλον, ο γείτονας απεχθάνεται τον γεϊτονά του. Αυτός είναι ο λόγος που μια ομάδα Ελλήνων έχει λιγότερες ικανότητες εγκάρδιας συνεργασίας από την αντίστοιχη ομάδα οποιουδήποτε άλλου λαού». Ας το έχουν υπόψη τους οι αρμόδιοι που διαπιστώνουν ότι δεν παρατηρείται πνεύμα συνεργασίας, ιδίως μεταξύ των επιστημόνων.

Ο φθόνος προς τον διπλανό του και η λατρεία του υπερεγώ του φθάνει κάποτε στο σημείο να προδίνουν το σύνολο, την πατρίδα του —φαινόμενο που δεν παρατηρείται στους Ρω­μαίους: «Μέσα στους πιο πολλούς Έλληνες, γράφει ο Μενένιος, άμα σκαλίσεις, θα βρεις έναν ισχνό υπερόπτη Κοριολανό, έναν άσημο εκδικητικό Αλκιβιάδη, ενα εγώ μεγαλύτερο από την πατρίδα. Οχι βέβαια σε όλους· αλλιώς δεν θα υπήρχαν σήμερα πια ελληνικές πόλεις». Πάντως δεν έλειψαν και στη νεώτερη Ελλάδα οι «Οδοιπόροι για τα Σούσα», για να θυμηθώ τις ιστορίες του Αγγέλου Βλάχου, τις εμπνευσμένες από τη «Σατραπεία» του Καβάφη. (Το τραυματισμένο υπερεγώ ήταν το κίνητρο που έστρεψε τελικά και τον ήρωα της Γραβιάς, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, προς του Τούρκους).

2. Ο φθόνος γεννά τη διχόνοια, που από την αρχαιότητα ως σήμερα παραμένει γνήσια κληρονομική, θα έλεγε κανείς, αρρώστια του ελληνικού γένους, η οποία στα χρόνια της τουρκοκρατίας φέρνει τη σήψη στις νεοελληνικές κοινότητες, ιδίως όταν ευημερούν, και τελικά πέρ᾽ από ένα σημείο οικονομικής και κοινωνικής ανόδου, αναστέλλει την πρόοδό τους και τις αποσυνθέτει. Χτυπητά παραδείγματα τα χωριά του Πηλίου και ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων, όπως είχα την ευκαιρία ν᾽ αναπτύξω στον Δ ‘ τόμο της «Ιστορίας» μου (σ. 526-527, 541-542). Περιγράφοντας τ᾽ Αμπελάκια οι μορφωμένοι περιηγητές Beaujour και Leake χώνουν και οι δύο αμείλικτα τις πυρακτωμένες γραφίδες τους στην πυορρούσα πληγή του ελληνικού φθόνου. Ο πρώτος καυτηριάζει τη «δυσπιστία, τη ζήλεια, την επιθυμία να βλάψει ο ένας τον άλλο, τα μικρά (σ.σ. νομίζω μεγάλα) ενοχλητικά πάθη που ανήκουν στη σύνθεση του ελληνικού χαρακτήρα», και ο δεύτερος, ο Leake, υπογραμμίζει την ελληνική ΔΙΧΟΝΟΙΑ (τη μόνη λέξη γραμμένη ελληνικά μέσα στο αγγλικό κείμενό του) που επικρατεί περισσότερο από παντού αλλού στ᾽ Αμπελάκια που ευημερούν ακόμη (αρχές του 19ου αι.).

Η ευμάρεια, που είχαν αποκτήσει με τους συνεταιρισμούς των και την εργατικότητα, τους έδωσε βέβαια σχετική άνεση, αυτοπεποίθηση, αλλά έφερε και την περηφάνεια, την έπαρση, την «ύβριν» των αρχαίων, δυσχέρανε τις σχέσεις των μελών τους, προκάλεσε προστριβές και ρήξεις και διέλυσε τις ενώσεις. Το «ποιός είσαι συ και ποιός είμαι εγώ», η κωμική έκφραση που ακούγεται συχνά ακόμη ως σήμερα στη νεοελληνική κοινωνία, δηλαδή ο έντονος εγωισμός, βγήκε πάλι στην επιφάνεια και κυριάρχησε, ένα κακώς νοούμενο υπερδη­μοκρατικό πνεύμα, για ν᾽ αποσυνθέσει τους αυτοφυείς αυτούς πυρήνες της γνήσιας δημοκρατικής αγωγής και προόδου, που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μορφές ανώτερης κοινωνικής οργανώσεως, να ακτινοβολήσουν και σ᾽ αυτήν ακόμη την οικονομικοπολιτική πορεία της Ευρώπης και να μας προβά­λουν στον διεθνή ορίζοντα.

«Το υπερδημοκρατικό πνεύμα των Ελλήνων, γράφει ο θαυμα­ στής των συνεταιρισμών, σύγχρονος της εποχής εκείνης, Fr. Boulanger, αντί να εξευγενιστεί από το πνεύμα του συνεταιρι­σμού εξέπεσε στην απεριόριστη ελευθερία και στις πολιτικές διαμάχες. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελευθερίας χωρίς την τάξη».

Τα υπερτροφικά εγωιστικά ένστικτα, που καταδυναστεύουν και βασανίζουν άτομα και ομάδες, με τις τρομερές σε συνέπειες επιπτώσεις τους προκαλούν ανυπολόγιστες ζημίες στην κοινό­τητα, στο σύνολο, στο έθνος. Οι Έλληνες, που κάτω από την πίεση των οικονομικών αναγκών είχαν συνεργαστεί και δη­μιουργήσει το θαύμα των συνεταιρισμών, οι ίδιοι τώρα, με την εξασφάλιση κάποιας ευμάρειας, ανατίναξαν το κοινωνικό οικοδόμημα που είχαν υψώσει. Η συνεργασία λοιπόν, που μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας, παίζει τεράστιο ρόλο στην οικονομική και εθνική ανάπτυξη, δύσκολα συντελείται στην Ελλάδα, και μόνο κάτω από δραστική εξωτερική πίεση, οπότε η ομοψυχία δημιουργεί θαύματα.

Τα εγωιστικά πάθη των Ελλήνων εξαπολύονται ανεμπόδι­στα σαν δαιμονισμένοι άνεμοι από τους ασκούς του Αιόλου και σηκώνουν μικρές ή μεγάλες θύελλες φθόνου, μίσους και διώξεων, ιδίως εναντίον των τίμιων, εργατικών και φωτεινών ομοτέχνων τους. Τα δεινά αυτά προβλέποντας, στιγματίζει ο Κοραής τη διχόνοια με το «Σάλπισμα Πολεμιστήριον» ως αιτία της καταπτώσεως των αρχαίων Ελλήνων. «Η διχόνοια ολίγον κατ ’ ολίγον έκαμε μικροψύχους τους μεγαλοψύχους Έλληνας, κατέστησε τους σοφούς άφρονας, εδίωξεν από την καρδίαν των την αγάπην της Πατρίδος και έθηκεν εις τον τόπον αυτής την δίψαν των ηδονών και του πλούτου, εφυγάδευσε τον ενθουσια­ σμόν της ελευθερίας και έφερεν αντ’ αυτού την μικροπρέπειαν, την κολακείαν, το ψεύδος, την απάτην και της απάτης όλα τα βδελυρά παρακολουθήματα. Και με τοιαύτα αγενή και δυστυχέστατα φρονήματα, πώς ήτο δυνατόν να μείνωσιν οι πρόγονοί σας ελεύθεροι; Η ελευθερία, τέκνα μου, δεν αγαπά να κατοική εις τοπους, όπου δεν βασιλεύει η αρετή και η χρηστοήθεια».

Στην Επανάσταση από την πρώτη της κιόλας αρχή, από το δράμα της Μολδοβλαχίας, ο εγωισμός, ο φθόνος, οι ραδιουρ­γίες και οι αλληλομαχίες βρίσκονται στο απόγειό τους μεταξύ των αρχηγών, ο πόλεμος για την αρχή, για την αίγλη και για τη δύναμη, που γοητεύει ιδιαίτερα τους Έλληνες, γιατί ικανο­ποιεί τον ματαιόδοξο χαρακτήρα τους· ο καθένας θέλει ν᾽ ακούγεται ο λόγος του και να διοικεί. «Πλείστοι, γράφει ο Φιλήμων, ηξίουν εις εαυτούς τας πρώτας στρατιωτικάς θέσεις, εν ω έτι ουδέν εγένετο και το παν ο εχθρός ηπείλει».

Τα ίδια φαινόμενα διαπιστώνουν και οι ξένοι φιλέλληνες: ότι οι ηγέτες των Ελλήνων, στρατιωτικοί και πολιτικοί, και ως ομάδες, αλλά και μεταξύ τους, ακόμη και από τόπο σε τόπο, είναι περισσότερο διαιρεμένοι τώρα παρά στην αρχαία δοξασμένη τους εποχή, τότε «που η Ελλάδα δεν είχε άλλους εχθρούς παρά τους Έλληνες», φράση που θυμίζει τον τίτλο του βιβλίου του Άγγλου πρεσβευτή Reg. Leeper, When Greek meets Greek (London 1950), το οποίο αναφέρεται στον τελευταίο εμφύλιο πόλεμο.

«Αν αληθώς αγαπάτε την ελευθερίαν, εξορκίζει τους Έλληνες ο Κοραής στις αρχές Σεπτεμβρίου 1821, προθυμηθήτε, δια τους οικτιρμούς του Θεού! να μη μιμηθήτε τας διχονοίας των προγόνων σας, αλλά να συνδεθήτε σφιγκτά με τον ιερόν δεσμόν της προς αλλήλους αγάπης, δια να αξιωθήτε να καυχάσθε και το πολύ ενδοξότερον καύχημα τούτο: Ημείς τε πατέρων μέγ᾽ αμείμονες ευχόμεθ᾽ είναι.

3. Ενώ τα ελαττώματα αυτά βεβαιώνονται συνεχώς —και θα τα επαληθεύσουμε παρακάτω και με πολλά άλλα παραδείγ­ματα— νέος ιστορικός, ο Ι.Γ. Γιαννόπουλος, στο μικρό του άρθρο «Δομές της ελληνικής κοινωνίας στην Επανάσταση», στην έκδοση «Εβδομάδα μελέτης ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού», Αίγινα, Αύγουστος 1977, σ. 99-105, προσπαθεί να διδάξει ότι η διχόνοια —σα να μη το γνωρίζουμε— είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία ορισμένων καταστάσεων και ότι όλοι, από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο (!) ως τον πανεπιστημια­κό δάσκαλο, «θέλησαν να φρονηματίσουν το έθνος με μιαν υποτιθέμενη ηθικολσγική αυτογνωσία!!» προβάλλοντας συνεχώς τη «μαγική λέξη διχόνοια με τη μεταφυσική παντοδυναμία που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί όλα τα δεινά στο έθνος», κακό, όπως λέγει, που το συμπληρώνουν οι πανηγυρι­κοί λόγοι και το οποίο αποτελεί ενδιαφέρον θέμα για μελέτη. Ανεξάρτητα όμως από τη φτηνή επιχειρηματολογία και τις υπερβολές που είναι δυνατόν να υπάρχουν —και πράγματι υπάρχουν στα κείμενα αυτά— αυτές άλλωστε είναι οι αδυναμίες τους—, τα εθνικά χαρακτηριστικά, «ο ατομικισμός, η φιλαρχία, το ευέξαπτο και το αψίκορο» υπάρχουν, όπως το πιστώ­νουν άπειρα παραδείγματα, ένα από τα οποία είναι και το παραπανω του Φιλήμονα. Ας μη πέφτουμε λοιπόν στις άλλες υπερβολές, που τις ακούμε συχνά, «ωραίος είναι ο λαός μας», «οι ξένοι τα φταίνε όλα», «ο άλλος ή οι άλλοι», «όχι εγώ» ή «εμείς» —η συνηθισμένη στον τόπο μας μετάθεση ευθυνών στους ώμους των άλλων, άλλο γνωστό ελάττωμα των Νεοελλή­νων. Και όμως η τάση των Ελλήνων για οξεία διαφωνία μεταξύ των μερίδων, για διχόνοια, είναι βεβαιωμένη, είναι γνωστή από τα παλιά κιόλας χρόνια, και δεν είναι φαινόμενο εκμεταλλεύσιμο μόνο από τις σύγχρονες μεγάλες, τις «προστάτιδες» δυνάμεις, αλλά και από τη μεγάλη υπερδύναμη του αρχαίου κόσμου, τη Ρώμη. «Πάντοτε βρίσκονται οι διαφωνούντες μεταξύ των Ελλήνων, συμβουλεύει ο Ρωμαίος συγκλητικός τον νεώτερο αξιωματούχο τον τοποθετημένο στην Αθήνα, που θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν είτε θεληματικά, είτε, συνηθέστερα, αθέλητά τους. Υποβοηθώντας το τυφλό παιχνίδι των φατριών από το παρασκήνιο, χωρίς να προσβάλλεις την περηφάνεια τους, μπορείς να οδηγήσεις τις ελληνικές πόλεις προς το καλό (!!) πολύ ευκολώτερα παρά με τις σοφώτερες διαταγές που θα εξέδιδες, αν ήσουνα ανθύπατος στην Ισπανία ή στην Ιλλυρία». Και κάτι ακόμη πολύ σπουδαίο διδάσκει ο Ρωμαίος συγκλητι­κός μέσ᾽ από τους αιώνες για τη θέση των μικρών κρατών μέσα στα σύγχρονα συμμαχικά συγκροτήματα των δύο κόσμων: με το να έχουν δώσει οι Ρωμαίοι στους Έλληνες το προνόμιο να νομίζουν πως είναι σύμμαχοί τους, δηλαδή με μια πλαστή ισοτιμία, εξασφαλίζουν την αναίμακτη υποταγή τους· αυτό είναι το «πρώτο, το θεμελιακό δίδαγμα της ηγετικής τέχνης, της μόνης τέχνης, στην οποία ποτέ δεν τους πέρασαν οι δαιμόνιοι υπήκοοί τους», οι ‘ Ελληνες. Αρκεί μόνον οι Ρωμαίοι να μη παρασύρονται από την αδημονία, από το πάθος να δείξουν τη δύναμή τους, που πρέπει να μείνει σαν εφεδρεία, μόνιμη και ασφαλής.

Κύριο αίτιο της διχόνοιας, αποφαίνεται ο Κοραής, είναι ο φθόνος που διαστρέφει την ψυχή των ανθρώπων και αυτών ακόμη των μορφωμένων, που είναι δυνατόν να χωριστούν στους «ευπαίδευτους» και στους «κακοπαίδευτους». Ο ευπαίδευτος αποβλέπει προς την τιμή και τη δόξα, αλλά δεν ατιμάζει την ψυχή του διαβάλλοντας από φθόνο τους αντιπάλους του· κρίνει με απάθεια και δεν κατακρίνει τις ικανότητες, τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, γιατί έχει αθόλωτο μυαλό και κρίση, ενώ ο κακοπαίδευτος δεν αμιλλάται, αλλά ζηλεύει, επιβουλεύε­ται, επηρεάζει· δεν κρίνει, αλλά κατακρίνει, και για να παρηγορήσει τον εαυτό του, καταφεύγει στη συκοφαντία και κακολογία. Τέτοιοι είναι παντού οι φθονεροί πυγμαίοι, που συμπεριφέρονται με αγριότητα και απανθρωπία, εναντίον των αληθινών φορέων των φώτων, εναντίον των οποίων εξαπολύουν φλυαρίες, βλαστήμιες και συκοφαντίες, ενώ στην πραγματικό­τητα δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να δείχνουν ολοφάνερα τη μωρία, την αμάθεια και την ακρισία τους. Και ύστερ᾽ από πολλά άλλα επάνω στο ίδιο θέμα, απευθυνόμενος προς τους νέους, τους συνιστά να μη πέσουν στο βδελυρό και ολεθριότατο πάθος του φθόνου, που κάποιος από τους παλιούς φιλοσό­φους το είχε ονομάσει εύστοχα «έλκος της ψυχής».

Με πάμπολλες επιστολές του ο Κοραής προς επίσημους άνδρες προσπαθεί να καυτηριάσει τα πάθη της φιλαυτίας και του φθόνου των συμπατριωτών του και να εμφυσήσει στις ψυχές τους το πνεύμα της δικαιοσύνης. Ωραίες ιδέες και αιώνια διδάγματα πολιτικής σωφροσύνης προβάλλουν μέσα από τις γραμμές των επιστολών του προς φρονηματισμό των Ελλήνων, αλλ’ αυτοί δεν εννοούν να τα ενωτισθούν.

Πόσο δυστυχισμένος θα ήταν αλήθεια ο Κοραής, αν ξαφνικά ανασταινόταν μέσα στη σημερινή νεοελληνική κοινω­νία και έβλεπε, ύστερ᾽ από 150 χρόνια ελευθερίας, τον πολλαπλασιασμό των φθονερών, των οπαδών των φατριών, των μηχανορράφων, των συκοφαντών και συνήθως πυγμαίων της πολιτικής ή της πνευματικής μας ζωής. Το πάθος τους, το «έλκος», τους προκαλεί τρομακτική εσωτερική φθορά, τους κάνει δυστυχισμένους και αξιολύπητους ψυχασθενείς, που τους κυνηγά αδυσώπητα ο τραγικός εαυτός τους.

Από τις διχόνοιες τους οι αρχαίοι Έλληνες, συμβουλεύει ο Κοραής τους προεστώτες (10 Ιανουαρίου 1822), έχασαν την ελευθερία και την ισονομία, ότι αυτές ήταν δυστυχώς ολέθρια και κοινή αρρώστια του ελληνικού έθνους, παράξενη αρρώστια που κάνει τον άνθρωπο ν᾽ απορεί, όταν μάλιστα σκέπτεται ότι οι ‘Ελληνες είχαν πρωτοστατήσει σε όλα τα πεδία του πολιτισμού. Πώς λοιπόν αυτοί οι διδάσκαλοι τόσον καλών στους άλλους λαούς δεν επωφελήθηκαν από τα δικά τους φώτα; Απλούστατα, γιατί δεν είχαν καταλάβει ότι την ελευθερία, που την είχαν αποκτήσει με τη γενική ομόνοια, με την ομόνοια θα έπρεπε να τη συντηρήσουν· ακόμη γιατί δεν είχαν καταλάβει από πού εξαρτάται και πώς σώζεται η αληθινή ελευθερία. ‘Ολοι βέβαια τότε, στα αρχαία χρόνια, ποθούσαν την ελευθε­ρία, αλλά η κάθε μια πόλη η ίδια ήθελε να κυριαρχεί και ο καθένας πολίτης να επιβάλλεται στους συμπολίτες τους. Η καταραμένη αυτή φιλαρχία γέννησε τη διχόνοια, ξεσήκωσε τις πόλεις και τους πολίτες τους μεν εναντίον των δε, άναψε τη φωτιά των εμφύλιων πολέμων και έγινε η αιτία να υποταχθούν οι Έλληνες στους Ρωμαίους και τελικά στον πιο βάρβαρο και άγριο κατακτητή, στους Τούρκους. Και παρατηρεί ορθά ο Κοραής, ότι η αισχρή τελευταία μακροχρόνια δουλεία δεν μπορούσε παρά να διαφθείρει ακόμη περισσότερο τις ψυχές των ανθρώπων. Η μόνη λοιπόν ελπίδα διορθώσεως και σωτη­ρίας είχε εναποτεθεί στην Εκκλησία, στη θρησκεία του Χριστού, η οποία ζητούσε από τους οπαδούς της αδελφική αγάπη και ομόνοια, αλλ᾽ αυτοί, οι χριστιανοί, κατάντησαν να διαστρεβλώσουν και αυτό το πνεύμα της θρησκείας. Και ο Κοραής απευθύνει έκκληση· «… Μη πλανώμεθα, αδελφοί μου· επτάκις της ημέρας εμπορεί τις να ομολογή την ορθοδοξίαν του, και επτάκις της ημέρας να γίνεται χειρότερος παρά τους Τούρκους. Όταν επαινώ την οποίαν παραγγέλλει η θρησκεία μας ισονομίαν, μη νομίσητε ότι νοώ και ισοτιμίαν. Τοιαύτη ισοτιμία ήθελε φέρει την αναρχίαν. Αι νόμιμοι πολιτείαι πρέπει να έχωσι και άρχοντας και αρχομένους…». Η φιλαρχία και ο δεσποτισμός γεννούν την αποσύνθεση και τη διχόνοια, κακό, που ο Κοραής το αποδίδει εξ ολοκλήρου —κακώς— στα «φαρμακερά» μαθήματα της τουρκοκρατίας. Τα μαθήματα αυτά απλούστατα επιδείνωσαν το κακό μόνον.

Στιγματίζουν πολλοί δικοί μας και ξένοι παρατηρητές τον φθόνο, τις ραδιουργίες και τη χαιρεκακία των Ελλήνων ή την τάση τους να παρουσιάζονται ως σπουδαίοι παράγοντες, ως προστάτες, οι οποίοι όμως —από τάση κοτζαμπασηδισμού που εγγίζει τα όρια του σαδισμού, με το «ήξεις αφίξεις…»— σπείρουν την αγωνία στις ψυχές των συνανθρώπων τους. Είναι οι άνθρωποι που γίνονται οι εφιάλτες των διπλανών τους, των υφισταμένων τους και οι οποίοι με τον τρόπο τους ραδιουρ­γούν, «καρφώνουν», ιδίως σε περιόδους πολιτικών αναταραχών και κρίσεων, και προξενούν δυστυχία, αστάθεια και εκνευρισμό σε μικρή ή μεγάλη έκταση. Και η συκοφαντία, το φοβερό αυτό όπλο, ασκεί τις επιδράσεις του στις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις δημιουργώντας πολλά θύματα στις τάξεις των πραγμα­τικά άξιων ανδρών με τις αντίστοιχες μικρές ή μεγάλες φθοροποιές επιπτώσεις της στην ιστορία του έθνους από την αρχαιότητα ως σήμερα. Πικραμένος και αγανακτισμένος ο Byron από όσα βλέπει και δοκιμάζει στο Μεσολόγγι ονομάζει τους Έλληνες «μηχανορράφα, πανούργα και ανήσυχη γενιά». Αυτό το διαισθάνεται βαθιά και ο συνονόματος με τον αρχαίο πρόγονό του Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο οποίος στις 14 Φεβρουά­ριου 1824 απειλώντας τον νεαρό πολιτικό Αναστάσιο Λόντο του γράφει· «Κοίταξε καλά, γιατί κάθε Έλληνας έχει μέσα του δώδεκα λεγεώνες διαβόλων. Και έπαρε τα μέτρα σου». Αλλά και στη Δυτική Στερεά Ελλάδα η καχυποψία, η εχθρότητα και η φαγωμάρα μεταξύ των οπλαρχηγών συνεχίζεται μέχρι αηδίας με αλληλοκατηγορίες και συκοφαντίες για τουρκολατρεία και προδοσίες, ώστε ο Γερμανός φιλέλληνας von Liibtov, που δρούσε εκεί, να γράφει· «Όπως άλλοτε, έτσι και τώρα μαίνεται μεταξύ των Ελλήνων ο ανταγωνισμός των κομμάτων και η ιδιοτέλεια που παρεμποδίζουν την κοινή ενέργεια. Οι στρατιω­τικοί αρχηγοί δρούν μόνο ανάλογα με τα συμφέροντά τους και πολύ λίγο αναγνωρίζουν τη βουλή σαν την υπέρτατη αρχή».

Ο φθόνος και η διχόνοια μεταξύ των στρατιωτικών αρχηγών της Δυτικής Στερεάς παραλύουν τη δράση 6.000 εμπειροπόλεμων Ελλήνων. Την τραγική αυτή κατάσταση, που είναι χαρακτηριστικό δείγμα των ολέθριων επιπτώσεών τους στην εξέλιξη των επιχειρήσεων, την εξεικονίζει ανάγλυφα επιστολή του καπετάνιου Γιωργάκη Βαλτινού άπό 5 Σεπτεμ­βρίου 1824 προς τον Αλεξ. Μαυροκορδάτο· «Τα άρματα της Ακαρνανίας τα πλέον ένδοξα, με κακοφανισμόν μου τα βλέπω δι᾽ όλου νεκρωμένα· πού να τα αποδώσω, απορώ να ειπώ· εις την αναξιότητα των στρατηγών, αυτό δεν είναι, να ειπώ εις την ανανδρίαν των στρατευμάτων της επαρχίας ταύτης, και αυτό δεν είναι, ωσάν όπού εκ γενετής εις τα άρματα ευρέθησαν· υποπτεύω ότι φθόνος και ασυμφωνία ακολουθεί και εις αυτά τα στρατεύματα, το οποίον είμαι βέβαιος ότι πολλά πικραίνει την εκλαμπρότητά σας …».

Και ανώνυμος της Επαναστάσεως, υπογραφόμενος «ένας πατριώτης», σε αναφορά του προς το βουλευτικό βάζει «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων» των Ελλήνων, ανασκάπτει την ψυχή τους και την ξεγυμνώνει: στιγματίζει τα έντονα προσωπικά πάθη τους, που τους κινούν «προς ζημίαν του έθνους και απώλειαν των συγγενών», τα πάθη που τους κάνουν να βρίσκονται σχεδόν όλοι βουτηγμένοι στην απάτη, να νομίζουν ότι έχουν πια ελευθερωθεί και να μη φροντίζουν πια παρά να διαβάλλει ο ένας τον άλλον και να περιθάλπουν σαν οχιές στον κόλπο τους τους συκοφάντες· τονίζει ακόμη τον κίνδυνο που γεννιέται από τη φιλοτιμία, από τη δίψα για τίτλους και οφίκια — ξεχνούν το ευαγγελικό «όστις θέλει πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος»—, καθώς και τη μεγάλη απειλή από «την απείθειαν και γενικήν ανυποταξίαν εις τα κοινά καλά και συμφέροντα πολλών ομογενών, δια να μην είπω όλων». Προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ένταση των παθών λέγει, ότι τώρα μόλις οι Έλληνες βγήκαν από «την φάμπρικα του σουλτάνου» και έγιναν τέτοιοι που τους έκαναν οι νόμοι του και το ζωντανό του παράδειγμα, «ήγουν προκρίνομεν να χαθή ο γείτονάς μας και ας χαθούμεν και ημείς μαζί του. Και ιδού ο κίνδυνος του έθνους», τα ίδια ακριβώς λόγια που ακούσαμε, κατά την έρευνά μας ως τώρα, από τον Μενένιο Άπιο, τον Ιωσήφ Βρυέννιο, τον Δημ. Κυδώνη, τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον βαρόνο Riedesel, τον Villoison, τον Waddington κ.λ.

Τον φθόνο, τις αντιζηλίες, τη διχόνοια, των Ελλήνων τις ονομάζει κάπου ο Finlay «the bane of the Greek society», καταστροφή των Ελλήνων, και ο διοικητής της Κρήτης κατά τα έτη της επαναστάσεως (17 Ιανουαρίου 1822) Κομνηνός Αφεντούλιεφ, όπως και ο Κοραής, «αρρώστια του Γένους των Γραικών». Όλη μας η ιστορία προσφέρει άφθονη ύλη για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της αλήθειας αυτής και να μελετηθούν σε βάθος τα διάφορα σχετικά παραδείγματα.

Το κακό είναι ότι στην Ελλάδα —σύμφωνα με αρχαία παράδοση— ο πολίτης πρέπει να παίρνει θέση εμπρός στην πολιτική διάσταση και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πάγει με το ένα μέρος ή με το άλλο, συνήθως άκρα και τα δύο, σαν να μην υπάρχει κανένα άλλο σημείο συνεννοήσεως μέσα στη νοητή γραμμή που συνδέει τα άκρα· πρέπει με άλλα λόγια να γίνει οπωσδήποτε οπαδός του ενός ή του άλλου, να εκμηδενιστούν οι προσωπικές του πολιτικές απόψεις ή αντιλήψεις. Και έτσι, όπως είναι γνωστό, από την αρχαιότητα κιόλας, οι πολιτικοί λόγοι, οι εσωτερικές διενέξεις ή και οι συγκρούσεις μεταξύ των πόλεων-κρατών, ήταν ισχυροί λόγοι —ανάμεσα και σε άλλους βέβαια, κυρίως εμπορικούς— που ξεσήκωναν ολόκληρες πολι­τικές μερίδες μετά την ήττα τους να ζητούν αλλού νέα πατρίδα, να γίνονται πρόσφυγες σε ξένη γη και να δημιουργούν τις αποικίες.

Τέτοιες στιγμές διχασμού περιμένουν και απ᾽ αυτές επωφε­λούνται οι εχθροί του Γένους, οι αποστομωμένοι την Επα­νάσταση του 1821, οι πρώην κατήγοροί του, οι οποίοι τώρα τους μέμφονται ότι έχουν αποστατήσει από την οθωμανική νομιμότητα (legimité) και ελπίζουν ότι, αν δεν υποκύψουν και πάλι σύντομα στον ζυγό, θα καταστραφούν οπωσδήποτε από τους εμφύλιους πολέμους «ως ανεπίδεκτοι δικαιοσύνης και αυτονομίας».

Μέσα σε τέτοιες ώρες, μέσα στην αντάρα αυτή του συνεχιζόμενου διχασμού και της ομαδικής τρέλας, καμιά πολιτική δεν μπορεί να καταπραΰνει τα πνεύματα, ώστε να επιστρατεύσει και να χρησιμοποιήσει απερίσπαστα τις ζωτικές και δημιουργικές δυνάμεις του έθνους. Αντίθετα οι ζημιές ή καλύτερα οι καταστροφές είναι μεγάλες και μπορεί να φέρουν το έθνος στον όλεθρο ή στο χείλος του αφανισμού, όπως αυτό συνέβηκε στον εμφύλιο πόλεμο του 1823-1824, ώστε ν᾽ απορεί κανείς, πώς μέσ᾽ από τέτοιο χάος, που το είχαν δημιουργήσει η φιλαρχία, οι λογομαχίες, οι προστριβές και τα πάθη, πώς μέσα από τέτοια έλλειψη πολιτικής ωριμότητας και αρετής αναστή­θηκε το έθνος. Η μόνη εξήγηση είναι ότι τότε το έσωσε το πατροπαράδοτο μίσος κατά των κατακτητών, κατά της τυραν­νίας, η άσβεστη και ακατανίκητη φωτιά που έκαιγε μέσα στις ψυχές όλων. Τα ίδια πάθη εξαπολύονται αδέσμευτα και στους ταραχώδεις πολιτικούς αγώνες και στις διαιρέσεις κατά τα μέσα του Ι9ου αι., ώστε ο Μακρυγιάννης απογοητευμένος από την ευθύνη των πολιτικών ν᾽ ανακράζει· «Πατρίδα, πατρίδα ήσουνε άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός, μόνος ο αληθινός κι᾽ ο δίκιος κυβερνήτης σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμα!». Τα ίδια και χειρότερα συνέβηκαν και στον διχασμό του 1916-1922, στον εμφύλιο του 1944-1945, 1946-1949 και στην Κυπριακή τραγωδία —περιποιημένοι «ρωμαίικοι χαλβάδες» χαρισμένοι στους εχθρούς του έθνους! Ο διχασμός του 1916-1922 θα μπορούσε ν᾽ αποτραπεί, αν δεν υπήρχε η αδιαλλαξία και η εμμονή των δύο δυνατών και διαφορετικών ως προς τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις ανδρών, του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου. Στο τέλος δεν υπήρξαν νικητές, παρά μόνο ερείπια που έθαψαν όλους μαζί, ώστε να γράφει ο πρεσβευτής Μιχαήλ Κ. Μελάς· «ο θανάσιμος κίνδυ­ νος του ελληνικού χαρακτήρος είναι η ροπή προς τας εμφυ­λίους διχονοίας και τους ακατάσχετους φανατισμούς».

ζ) Αχαριστία

Η τάση των Ελλήνων για την ανάδειξή τους, για την απόκτηση δυνάμεως, εξουσίας, για την όσο το δυνατόν μεγαλύ­τερη αυτοπροβολή τους, τάση που τους κάνει να είναι τυφλοί υπηρέτες των εγωιστικών τους ενστίκτων και να ξεχνούν κάθε οφειλομένη εκτίμηση και σεβασμό όχι μόνο προς τους άλλους, ιδίως τους ομότεχνούς των, αλλά —το σπουδαιότερο— και προς αυτούς ακόμη τους ευεργέτες τους, που τους ανέδειξαν ή συνέβαλαν στην ανάδειξή τους, είναι ένα φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα, φαινόμενο τόσο παλιό και τόσο συχνό, ώστε ο ευεργετούμενος —εκτός από μικρό ποσοστό εξαιρέσεων— να θεωρεί φυσική εξέλιξη και συνέπεια να περνά —όταν αποκτά δύναμη— από την ευεργεσία στην αχαριστία ή και στην κατασυκοφάντηση ή και στην καταδίωξη του ευεργέτη του. Τότε εκδηλώνεται με εκρηκτική ορμή η υποκριτική ύφεση, το πλέγμα κατωτερότητας ή το μίσος που είχε σχηματιστεί στα έγκατα της ψυχής του ευεργετημένου και το οποίο τον κατατρώγει. Το φαινόμενο της αχαριστίας αποδοκιμάζει ο Ξενοφών στην «Κύρου Παιδεία» —βγάζοντας ασφαλώς και το άχτι του, και θα είχε πολλούς λόγους να υπογραμμίζει το φαινόμενο— και απορεί ασφαλώς πώς δεν τιμωρείται πουθενά «ισχυρώς» το αδίκημα αυτό, η αχαριστία, παρά μόνο στην Περσία (νομίζω πως είναι πλαστή η είδησή του αυτή) και φρονεί πως είναι ορθό να τιμωρείται, γιατί την αχαριστία την ακολουθεί η αναισχυντία, η αδιαντροπιά και όλα τα συνεπόμενα «αισχρά» κακά (I, 7), κάθε μηχανορραφία και κάθε βρωμιά, από τη διαστροφή της αλήθειας ως τη συκοφαντία και την εξόντωση του ευεργέτη.

Την ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου, που δέχεται την ευεργεσία, την εκφράζει ο Θουκυδίδης στον «Επιτάφιό» του με λεπτότητα και ευγένεια, χωρίς να καταδύεται στα ζοφώδη βάθη της ψυχής του ευεργετημένου. Λέγει: «εκείνος ο οποίος οφείλει την ευγνωμοσύνη, δεν έχει τόσην προθυμίαν, διότι γνωρίζει ότι θα αποδώση την χάριν όχι δια να ύποχρεώση τον άλλον, αλλά διότι την χρεωστεί και πρέπει να την εξοφλήση» (Β, 40, μετ. Ι.Φ. Δημαράτο, έκδ. «Πάπυρος»). Αμείλικτος όμως — και με όλο του το δίκαιο — είναι ο Γιαννούλης ο Αιτωλός, που πολλές ασφαλώς περιπτώσεις δυστυχίας θα είχε γνωρίσει στα δύσκολα χρόνια της τουρκο­κρατίας από την απάνθρωπη στάση των αχαρίστων «Όλα τα κακά και τα ψυχοβλαβή αμαρτήματα τα μισάει ο αυθέντης Θεός και τα αποστρέφεται, αλλά την αχαριστίαν περισσότερον…. και τούτο είναι ένα πάθος απάνθρωπον και άξιον μίσους».

Την αχαριστία μάλιστα προς τους ευεργέτες και ιδίως προς τους μεγάλους άνδρες, π.χ. Byron, Θεμιστοκλή, Φωκίωνα κ.ά., φέρνει ο Howe ως απόδειξη για την εθνολογική συνέχεια των Ελλήνων από την αρχαιότητα ως την εποχή του!!! Αναφερόμενος και στην προσωπική του εμπειρία γράφει ότι δύσκολα έβρισκε ανθρώπους που να του εκδηλώσουν αισθήματα ευγνω­μοσύνης για την αγάπη και τη βοήθεια που πρόσφερνε στην Ελλάδα. Το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεώς τους λέγει, είναι τόσο κυρίαρχο, ώστε να ξεπερνά κάθε άλλο αίσθημα, να θεωρούν τρελή την ιδέα να θυσιάσει κανείς τη ζωή του για το γενικό καλό και να μη μπορούν να καταλάβουν εκείνον τον ξένο, που έρχεται στη χώρα τους από αγάπη για την Ελευθερία και για την Ελλάδα. Και όσοι νέοι φιλέλληνες όρμησαν πρώτοι στις μάχες και σκοτώθηκαν στις λόχμες, θεωρήθηκαν όχι ήρωες, αλλά κουτουρατζήδες· ο Millingen μάλιστα προχωρεί στη βαριά κατηγορία, ότι στα ελληνικά στρατεύματα είναι άγνωστη η έννοια της τιμής που κάνει τον Άγγλο —και τον πιο δειλό ακόμη— ικανό για την πιο ευγενική πράξη.

Την αχαριστία των Ελλήνων, και αυτού ακόμη του επίσημου κράτους, στιγματίζει και ο δικός μας Νικόλαος Δραγούμης, λέγοντας ειρωνικά· «Ελληνική δε και πατροπαρά­δοτος η αρετή της μετά θάνατον ευγνωμοσύνης, διαπεραιωθείσα μέχρις ημών αλώβητος και δια των φιλανθρώπων παραγγελ­μάτων του Ευαγγελίου. “Τον γαρ μη όντα άπας είωθεν επαινείν”, είπε και ο εθνικός Θουκυδίδης». Και αναφέρει σειρά από σεμνούς λογίους που είχαν προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος και οι οποίοι στο τέλος πέθαναν μέσα στη φτώχεια και στην ψάθα. Και εξακολουθώντας γράφει, ότι ο Δισραέλι μιλώντας γενικά για την αχαριστία έλεγε χαρακτηριστικά ότι μετά τον θάνατο του Ομήρου επτά πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του, ενώ όταν ζούσε, είχε περάσει και από τις επτά ζητιανεύοντας για λίγο ψωμί.

Η σεμνότητα είναι συνήθως εμπόδιο για την άνοδο, θεωρείται ότι κρύβει αδυναμία και ανικανότητα, ενώ ο θόρυβος και το θράσος είναι απαραίτητα εφόδια επιτυχίας. Και συνήθως τη θέση των σεμνών και μετρημένων, πνευματικών και πολιτικών εργατών, την παίρνουν αυτοί που αυτοπροβάλλονται ή που άλλοι τους προβάλλουν, έστω και αν στο παρελθόν δεν έχουν να δείξουν άξια προσωπικά επιτεύγματα. Ο τύφος και η οίηση, για την οποία μας κατηγορούν οι ξένοι παρατηρητές, είναι παλιά ψυχική αρρώστια και συμβαδίζει με το σοβαροφα­νές ύφος και με το ογκηρό και αρχοντοχωριάτικο, κοτσαμπασήδικο, βάδισμα. Φαίνεται πως η εμφάνιση αυτού του τύπου, που ως τις αρχές του αιώνα μας θεωρούνταν ότι φανέρωνε αρχοντάνθρωπο, είναι παλιά, αφού απογοητευμένος βυζαντινός λόγιος έγραφε κατά τα τέλη του 14ου αι. ότι ιδανικός δάσκαλος δεν θεωρούνταν ο σεμνός, ο ήρεμος και δραστήριος, αλλά, όπως συνήθως συμβαίνει και σήμερα στον τόπο μας, ο θορυβοποιός, ο επιβλητικός με τον όγκο των σαρκών του, με τα πολλά μαλλιά και γένεια και με την οίησή του, εκείνος που είχε «σώματος μήκος και τρίχα δασείαν και πλήθος σαρκών».

Έτσι και κατά την Επανάσταση, στην Ελλάδα, σε μια χώρα, όπου οι κάτοικοι, πρωτόγονα παιδιά της φύσης, καταπλήτονται από το ξαφνικό, το άγνωστο, το εντυπωσιακό, και από τις φωνές, ο σεμνός και ήσυχος άνθρωπος, όπως π.χ. ο Δημήτριος Υψηλάντης, δεν μπόρεσε να επιβληθεί, δεν βρήκε τη θέση που του ταίριαζε. Το γεγονός αυτό της αδιαφορίας των Ελλήνων προς τους μετρημένους έκανε εντύπωση στους ξένους, ώστε ο Howe να καταλήξει στο παρακάτω τσουχτερό συμπέρα­σμα: «Ένας σεμνός άνθρωπος, σ᾽ οποιαδήποτε χώρα —ας είναι τα προσόντα του ή οι αξιοσύνες του ό,τι είναι— παραμερίζεται μόνο προσκαίρως, στην Ελλάδα όμως για πά­ντα». Επίσης ο ίδιος, εμποτισμένος με τις νωπές ακόμη αρχές της αμερικανικής επαναστάσεως, υπογραμμίζει την υπερβολική δύναμη των πλουσίων και την επιρροή τους στην Ελλάδα: ότι ο πλούτος σε όλες τις χώρες του κόσμου δίνει σ’ εκείνον, που τον κατέχει, τιμή και υπόληψη, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητο, ενώ στην Ελλάδα ο πιο παλιάνθρωπος και ανόη­τος, αν έχει χρήματα, μπορεί ν’ απολαύσει ό,τι επιθυμεί και να διευκολυνθεί στην άνοδό του.

η) Αλλες αδυναμίες

Τις αναλογικές γενικά ομοιότητες αρχαίων και νέων Ελλήνων διαπιστώνουν δικοί μας και ξένοι συγγραφείς στην επιπολαιότητα και στην ασταθή κρίση. Στην Ελλάδα, περισσό­τερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα, παρατηρούσε στα 1714 ο αποστολικός επισκέπτης Tarillon, πρέπει να συνηθίσει κανείς σ᾽ αυτές τις αντιφάσεις και να συνεχίζει τον δρόμο του. Σήμερα μπορεί ν᾽ αποδοκιμάζουν έντονα αυτό που λέτε και την άλλη μέρα να ξανάρχονται δακρυσμένοι να σας ακούσουν. Πρέπει να περιμένει κανείς όλες αυτές τις αστάθειες μέσα σ’ ένα λαό φυσικά επιπόλαιο και λίγο διαφωτισμένο. Αλλά και στη σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο. Ομοιότητα διαπιστώνει κανείς ακόμη και στην εκδήλωση επιείκειας, στη γρήγορη λήθη των περασμένων, και στην άφεση αμαρτιών, στην ελληνική εκείνη συνήθεια, που συγχωρεί εκείνους που έχουν διαπράξει και εγκλήματα απέναντι της πατρίδας τους, αρκεί κάποτε να είχαν διακριθεί για τη φιλοπατρία τους, όπως γράφει ο Νικόλαος Δραγούμης. Παρα­τηρεί μάλιστα ότι δεν γνωρίζει άλλο έθνος, εκτός από το δικό μας, που να ρέπει «προς το αμνηστείν ασμενέστερον», έθνος που έφθασε στο σημείο να κολοβώσει «χρηστότατον ρητόν», για να επαναλάβει αποφθεγματικά το «ο αποθανών δεδικαίωται». Και ως παραδείγματα φέρνει τον Θεμιστοκλή και τον Αλκιβιάδη που κατέφυγαν στους εχθρούς της πατρίδας, τον Ζαΐμη και τον Κολοκοτρώνη, που ενώ ο εχθρός ετοιμαζόταν να καταφέρει θανάσιμο πλήγμα κατά της Ελλάδας, αυτοί άναβαν εμφύλιες φωτιές, τον Καραϊσκάκη που «έπαιζε τα καπάκια» με τον εχθρό κ.ο.κ.

Την συνήθεια αυτή ή και την παραπλήσια ν’ ανακηρύσσουν οι Νεοέλληνες σωτήρες του έθνους τον ύποπτο ακόμη και για στίγματα του παρελθόντος σαρκάζει με λεπτότατη ειρωνεία ο καθηγητής Δ. Βερναρδάκης μνημονεύοντας τους επικήδειους που εκφωνούνταν κάθε εβδομάδα στην Αθήνα, για να «αποθεω­θούν» όχι μόνο κοινοί άνθρωποι, αλλά και «εξώλεις και προώλεις». Όλοι σωτήρες και κανείς ολετήρας!

Στις ψυχολογικές αδυναμίες των Ελλήνων ανήκει επίσης η άκρα ανυπομονησία τους για αλλαγή, για μεταρρυθμίσεις, για να ιδούν πραγματοποιούμενο όσο το δυνατόν πιο σύντομα αυτό που επιθυμούν, δηλαδή τη βελτίωση των πραγμάτων. Παροιμιακή φαίνεται ότι είχε γίνει στην αρχαιότητα η έκφραση «μεταβολή πάντων γλυκύ», η αλλαγή το πιο γλυκό πράγμα. Απαιτούν και ανυπομονούν να ιδούν μια τέτοια αλλαγή της πολιτικής καταστάσεως, χωρίς όμως οι ίδιοι να θέλουν να βοηθήσουν σ’ αυτή, χωρίς να αλλάξουν οι ίδιοι, παρατηρούσε ο Maurer. Και αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν δεν γίνει πρώτα η επανάσταση μέσα στην ίδια την ψυχή μας, αν δεν αλλάξει δηλαδή ο δικός μας τρόπος του σκέπτεσθαι, η δική μας νοοτροπία, αν, με άλλα λόγια, δεν καταπολεμήσουμε με επίμονη θέληση, αλλά και συστηματική παιδεία, τα ελαττώματά μας. Πολύ πετυχημένα κρίνει τον ελληνικό πολιτικό βίο ο Μενένιος Άπιος, όταν μάλιστα τον παραβάλλει με τη ρωμαϊκή πολιτική παράδοση: «Ο Έλληνας έχει πιο αδύνατη μνήμη από μας και γι᾽ αυτό έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις. Θες να σαγηνέψεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: «Σας υπόσχομαι αλλαγή». Πες τους: «θα θεσπίσω νέους νόμους». Αυτό αρκεί· με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία του, το αψίκορο πάθος του. Τί φαεινές συλλήψεις θα βρεις μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας της στιγμής! Εμείς δειλά – δειλά και μόνο με το χέρι του πραίτορα τολμήσαμε, διολισθαίνοντας μέσα στους αιώνες, να ξεφύγουμε από τους άκαμπτους κλοιούς της Δωδεκαδέλτου μας, και πάλι διατηρώντας όλους τους τύπους, όλα τα εξωτερικά περιβλήμα­τα. Τούτη η υποκρισία των μορφών, όταν η ουσία αλλάζει, δείχνει πόση είναι η ταπεινοφροσύνη μας μπρος σε κάθε τι που είναι θεσμός και έθος και παράδοση, πόσο το παρελθόν και η συνέχειά του βαραίνουν στην πορεία μας και πόσο δίκαια αντέχουμε αιώνες εκεί που οι Έλληνες εκάμφθησαν σε δεκαετηρίδες».

Όλοι τιμητές στην Ελλάδα, όλοι ικανοί να δείξουν τί πρέπει να γίνει, τί πρέπει να κάνουν οι άλλοι βέβαια, για να πάγει ο τόπος μπροστά. Φτηνή επιχειρηματολογία, φλυαρία, έλλειψη σοβαρότητας. Έλλειψη σταθερών αρχών και μετα­πτώσεις από την άκρα αισιοδοξία και χαρά στην άφωνη θλίψη και κατάπτωση, ύστερα μάλιστα από ένα δυσάρεστο αποτέλε­σμα ή μια δυσάρεστη είδηση ή φήμη. Συχνές βέβαια και απότομες —από την αιθρία στην μπόρα, καθώς και το αντίθετο— ήταν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι μεταπτώσεις ενός λαού ευαίσθητου, ευφάνταστου, ανήσυχου και απαίδευτου.

ι) Προτερήματα: αγχίνοια, ετοιμότητα πνεύματος, περιέργεια, ευγλωττία

Αν οι ξένοι παρατηρητές συγκαταλέγουν στα κύρια χαρα­κτηριστικά των Ελλήνων τις αντιφάσεις, την πανουργία, τη ρευστότητα των γνωμών και πεποιθήσεών τους κ.λ., από το άλλο μέρος, ακόμη και οι πιο προκατειλημμένοι, τους αναγνωρίζουν την οξυδέρκεια και την ευστροφία, —και τα κρίνουν ως μεγάλα προτερήματα— και μένουν έκπληκτοι από τη ζωηρότη­τά τους, από τη φιλομάθεια, τη φρόνηση, την έντονη ατομικό­τητα (πέντε Έλληνες, έξι γνώμες, λέγει η παροιμία), από την καλή κρίση, το πρακτικό πνεύμα και τη φυσική τους ευγλωττία.

Βασική βιολογική καταβολή των Νεοελλήνων θεωρείται η ευφυία τους, για την οποία όλοι σχεδόν συμφωνούν από τα τελευταία βυζαντινά χρόνια, από τα χρόνια της παρακμής και εξής, όπως είδαμε να μας το βεβαιώνει ο Βησσαρίων στο αισιόδοξο υπόμνημά του προς τον τελευταίο βασιλιά του Βυζαντίου, των Ελλήνων, προς τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ Παλαιολόγο. Και 125 χρόνια περίπου αργότερα ο πρωτονοτάριος του πατριαρχείου Θεοδόσιος Ζυγομαλάς έχει επίσης εμπιστοσύνη στην ευφυία των νέων, η οποία, πιστεύει, πολύ ορθά, οφείλεται όχι μόνο σε βιολογική καταβολή, αλλά και στην επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος ή, όπως γράφει, «δια την ενούσαν τω ελληνικώ γένει ευγένειαν και την κράσιν και θέσιν των τόπων αυτών, ά πλεονεκτήματά εισι θεόθεν εμπεφυκότα και σχεδόν ανεξάλειπτα». Είναι λοιπόν οι νέοι επιδεκτικοί μαθήσεως και προκόβουν στα μαθήματα, αρκεί να βρουν τον καλό δάσκαλο. Την καλή γνώμη για την ευφυία των Ελλήνων την έχουν, όπως είπαμε, όλοι σχεδόν οι ξένοι που επισκέπτονται και μένουν στην Ελλάδα, αλλά υπάρχουν και μερικοί φιλέλληνες κιόλας, όπως ο Αμερικανός Howe, που, παρά τις ορισμένες άδικες κρίσεις του και υπερβολές, οφειλόμενες σε πρόσκαιρες απο­γοητεύσεις του από Έλληνες, διατυπώνει αντίθετες απόψεις και θεωρεί την αγχίνοια και τη σβελτάδα του νου τους γεννήματα των δύσκολων περιστάσεων που πέρασαν επί αιώνες από την παιδική ως τη γεροντική τους ηλικία. Δυσπιστεί ακόμη στην έμφυτη αγάπη τους για τη μάθηση, για την οποία δέχεται ότι κυριαρχούσε μόνο στην αρχαιότητα και χαρακτη­ρίζει επιπόλαιους τους ξένους ταξιδιώτες που υποστηρίζουν αυτό, γιατί έχουν μείνει λίγο στον τόπο και δεν έχουν γνωρίσει καλά τους κατοίκους. Οι ’Ελληνες, κατά τον Howe, είναι μόνο περίεργοι και αγαπούν να χώνουν τη μύτη τους παντού, ιδίως μάλιστα εκεί όπου παρουσιάζεται κάτι καινούριο ή μυστηριώ­δες. Γρήγορα όμως ικανοποιούνται και δεν επιθυμούν να προχωρήσουν παραπέρα, να πάγουν στο βάθος των πραγμάτων. Έχουν μεγάλη όρεξη να μάθουν μια ή μερικές επιστήμες, αλλά δεν στρώνονται εύκολα να τελειοποιηθούν σε μια. Πετιούνται από το ένα στο άλλο, ενδιαφέρονται για κάθε τι το νέο, αλλά δεν βυθίζονται ως το βάθος των πραγμάτων.

Την ακρίβεια των παρατηρήσεων του Howe μπορεί να την ελέγξει κανείς αν τις παραβάλει προς παρόμοιες διαπιστώσεις σύγχρονου παιδαγωγού-κοινωνιολόγου, του Ιωάν. Ξηροτύρη· «Η έμφυτη του λαού μας ευφυία, όπως διαπιστώνεται από πολλούς μελετητές, αλλά και όπως μπορεί κανένας εύκολα να διακρίνει στην καθημερινή ζωή, δεν προχώρησε πέρα από έναν ρηχό εγκεφαλισμό και έναν άγονο ρητορισμό. Η οξεία αντίλη­ψη και η πνευματική ευστροφία μας ή εκφυλίστηκε σε τυχοδιωκτισμό ή έμειναν εξυπνάδα της κατεργαριάς και της σοφιστείας και καταστάλαξαν στην καπατσοσύνη και στον ατσιδισμό, στην επιτηδειότητα, δηλαδή στην ηθική ευλυγισία. Η τάση μας προς τη δημοκρατία εκφυλίστηκε σε παχυλή υποκρισία δημοκρατικότητας». Και αλλού: «Η ευφυία, για την οποία κομπάζουμε, δυστυχώς μας λείπει, γι᾽ αυτό μαθητεύουμε αδιά­κοπα και κατά εξαντλητικό τρόπο στην κοντόφθαλμη «πονη­ριά» μας, η οποία σκοτώνει κάθε ανάπτυξη του πνεύματος και κυρίως της ευφυίας, που καμωνόμαστε, πως την έχουμε και που στην πραγματικότητα δυστυχώς μας λείπει, όπως τονίσαμε, αισθητά».

Αντίθετα πανάρχαια είναι η ζωηρή περιέργεια των Ελλή­νων για κάθε τι και ιδίως για κάθε νεοφερμένο ξένο. Μόλις τον συναντούν, γρήγορα αποκτούν οικειότητα μαζί του, τον εξετά­ζουν προσεκτικά απ᾽ την κορυφή ως τα νύχια και αρχίζουν τις απανωτές ερωτήσεις με οξυδέρκεια και καλή κρίση —σκηνή που θυμίζει την ομηρική εποχή: ποιός είσαι; από πού έρχεσαι; πώς σε λένε; τί δουλειά κάνεις; πόσο χρονών είσαι; κ.λ.:

«Τις ποθεν εις ανδρών; πού σοι πόλις ηδέ τοκέες ή τι κατά πρήξιν; ή μαψιδίως αλάλησαι;»

Εξίσου ζωηρό είναι και το ενδιαφέρον του για τα πολιτικά με μια ευγλωττία, που παραλλάσσει από τη χαρακτηριστική αντίστοιχη των μεσημβρινών λαών, Ιταλών, Γάλλων και Ισπα­νών, γιατί βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις και χρωματίζουν εύστοχα τις καλοσυνταγμένες προτάσεις τους.

Πραγματικά η περιέργεια των Ελλήνων εκδηλώνεται με χείμαρρο λέξεων. Οι Νεοέλληνες δεν είναι λιγόλογοι, όπως οι Σπαρτιάτες, αλλά μπορούν να συζητούν επί ώρες για οποιοδήποτε θέμα, εικόνα που παρουσιάζεται ακόμη και σήμερα στα διάφορα συμβούλια. Σχις 8 Φεβρουάριου 1824 γράφει από το Μεσολόγγι ο Μαυροκορδάτος προς τον Θ. Νέγρη· «Όπως γίνονται αι ελληνικοί συνελεύσεις, ποτέ ούτε τακτικώς να διαφιλονεικηθούν και να εξακριβωθούν τα πράγματα είναι δυνατόν, ούτε μέτρα να ληφθούν με τας περιστάσεις· όλοι μαζί θέλουν να ομιλούν και όλας μαζί τας υποθέσεις να ανακατεύουν· ο καθένας έχει ένα σκοπόν … και ούτε το ελάχιστον μέρος του πάθους του δεν θυσιάζει δια το κοινόν καλόν». Οι Έλληνες μιλούν και μιλούν (talk and talk), παρατηρεί ο Άγγλος φιλέλληνας Stanhope τον Απρίλιο του 1824, αλλά για να προχωρήσουν στην πράξη, πρέπει να τους δώσει κανείς ένα γερό σκούντημα. Έχουν επίσης ζωηρή φαντασία και την ιδιοφυία να εφευρίσκουν, να επινοούν: ποτέ δεν διηγούνται την ίδια ιστορία με τα ίδια λόγια, χωρίς να μην την εξωραΐζουν είτε με νέα ευρήματα είτε με ξεχωριστό τρόπο αφηγήσεως. Και μιλούν πολύ, άνδρες και γυναίκες, με ευστροφία και τόλμη· όλοι τους είναι λίγο ή πολύ από τη φύση τους ρήτορες, ιδίως οι γυναίκες που μιλούν τη δημοτική. Εκφράζονται με ευφράδεια και αρμονία.

Η ζωηρότητα και η περιέργεια του ελληνικού λαού είναι έκδηλη, όταν τον απασχολούν τα πολιτικά θέματα, τόσο της χώρας του, όσο και όλου του κόσμου. Η «φιλολογία» τους, με την κύρια σημασία της λέξης, είναι εγγενής πειρασμός, που τους σπρώχνει και σ᾽ αυτήν ακόμη την ακριτομυθία, ακόμη και για σοβαρότατα θέματα, παρά την επιβαλλόμενη αφ᾽ εαυτής εχεμύθεια. Πολλοί κάτοχοι μυστικών δεν μπορούν, όπως ο κουρέας του βασιλιά Μίδα, να κρατήσουν κλειστό το στόμα τους και τα μεταδίδουν —«εμπιστευτικά» βέβαια!— στον διπλανό τους. Έτσι π.χ. στις παραμονές της Επαναστάσεως του 1821 το μυστικό της απελευθερωτικής της οργανώσεως, της Φιλικής Εταιρείας, καθώς και ορισμένα απόρρητα σχέδιά της, είχαν γίνει πολύ γνωστά στην οθωμανική αυτοκρατορία, και μόνον η αδράνεια των αρχών της έσωσε τους Έλληνες από μεγάλα δεινά. Οι περισότεροι ‘Ελληνες πάσχουν από ακρά­τεια λόγων.

Οι Έλληνες είναι λοιπόν λάλοι και πολιτικολογούν. Και πολύ περισσότερο βέβαια οι πολιτευόμενοι, που εναβρύνονται ότι χειρίζονται σπουδαία εθνικά θέματα, χωρίς να παίρ­νουν και τις απαραίτητες προφυλάξεις. «Ο κόσμος παραπονείται, γράφει ο διερμηνέας στο γαλλικό υπουργείο των εξωτερι­κών Παν. Κοδρικάς από το Παρίσι στον Αλέξ. Μαυροκορδάτο τον Ιούνιο του 1823, ότι οι εδικοί μας δεν γνωρίζουν ακόμη την εις τα πολιτικά αναγκαίαν εχεμύθειαν. Το σφάλμα αυτό είναι τόσον μεγα, ώστε ημπορεί να μας βλάψη καιρίως· αυτό ημπορεί να μας στερήση κάθε πραγματείαν με τας ξένας δυνάμεις και την εξ αυτών ωφέλειαν. Ανάγκη λοιπόν προ πάντων οι αποστελλόμενοι να παραγγέλλωνται εχεμύθειαν και δι᾽ όρκου να την υπόσχωνται». Η φλυαρία αυτή έφτανε συχνά ως τα όρια της ασυνειδησίας, χαρακτηριστική ακόμη πολιτικών και πολιτικά­ντηδων της εποχής μας. Αυτούς (καθώς και τους ψευτοδιανοουμένους, λογιότατους της εποχής) τους παρουσιάζει στην πλατεία της Πλατάνου, στο μεγάλο κέντρο της κοσμικής και δημόσιας ζωής του Ναυπλίου, να περπατούν κορδωμένοι επάνω – κάτω με ύφος και με τη γνωστή ελληνική σπουδαιοφάνεια ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος στην πρώτη σάτιρά του, γραμμέ­νη τον Ιούλιο του 1826:

Αυτός σημαντικώτατος να νομισθή πασχίζει,
λόγια στ᾽ αυτί ασήμαντα εις όλους ψιθυρίζει,
από το χέρι τους τραβά ως δέκα λεύγες πέρα,
αγάλια για να τους ειπή αυτό το «καλησπέρα».
……………………………………………………

ιδέαν διπλωματικής κανείς προτού δεν είχε·
τώρα ζητούν να δείξωσι πως είναι Μετερνίχαι·

Όπως βλέπουμε, η φυσική ζωηρότητα του ελληνικού χαρακτήρα εκδηλώνεται κυρίως με τον λόγο, με τον εκφραστι­κό πλούτο και με τη δύναμη των λέξεων που φέρνει μαζί της η ελληνική γλώσσα. Την εκφραστικότητα και την πλαστικότητα της νεοελληνικής γλώσσας εγκωμιάζει ο περιηγητής Scrofani, ο οποίος κατά το τέλος του 18ου αι. γράφει, ότι —παρά τη διαφθορά της— αποδίδει καλύτερα από κάθε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα τις εικόνες των αισθημάτων και το πνεύμα των Ελλήνων, το αποναρκωμένο από τη σκλαβιά και την αμάθεια. Μολαταύτα το πνεύμα αυτό σπινθηροβολεί κάποτε και δεν διαψεύδει την καταγωγή του. Ο σαρκασμός και η κοροϊδία είναι τα κύρια στολίδια του λόγου τους, η ελαφριά νεοελληνι­κή εξυπνάδα. Συχνά μια χειρονομία, μια λέξη, μια ελαφρότητα αρκούν, μέσα σε μια σοβαρή συζήτηση, να τους κάνουν να ξεχάσουν και τα πιο σπουδαία ζητήματα. Γενικά στη γλώσσα και στο πνεύμα τους συναντά κανείς λαμπρά ίχνη του αρχαίου μεγαλείου και αναγνωρίζει την ίδια την ιστορία του έθνους τους, που του ανοίγει διάπλατα τις πύλες της· η γλώσσα του λαού του δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα, τον προκαλεί, θα έλεγε κανείς, να πορευτεί αναδρομικά προς το παρελθόν της, προς τις πρώτες ρίζες της. Την αλήθεια αυτή, αν δεν την διδαχτήκαμε και δεν τη διαγνώσαμε, έστω και ενορατικά εμείς οι ίδιοι οι σύγχρονοι Έλληνες, την έζησαν όμως οι κλασσικά γαλουχημένοι ξένοι, όπως π.χ. ο περιηγητής Tournefort, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στις αρχές του Ι8ου αι. και ο οποίος ξαφνιάζεται γεμάτος αγαλλίαση διαπιστώνοντας ότι μέσα στο μυαλό του ελληνικού λαού, σαν σε ευαίσθητη φωτογραφική πλάκα, είχαν αποτυπωθεί και διασωθεί χιλιάδες αρχαίες λέξεις, ακόμη και ειδικές, όπως π.χ. για φυτά, λέξεις που τις συναντού­με στα κείμενα του Θεοφράστου και του Διοσκουρίδη. Οι λέξεις αυτές δεν ήταν βέβαια ακριβώς οι ίδιες, είχαν υποστεί αλλοιώσεις, αλλά είχαν συντηρηθεί και κρατηθεί περισσότερο και από το πιο σκληρό μάρμαρο. Μένει μάλιστα κατάπληκτος, όταν ακούει σε μια ταπεινή καλύβα να ονομάζουν ένα ασήμα­ντο οικιακό σκεύος με την ίδια λέξη που είχε πριν από χιλιάδες χρόνια. Την ίδια ευχάριστη έκπληξη δοκιμάζει κατά την Επανάσταση του ᾽21 και ο ευαγγελικός μισιονάριος Wilson βρίσκοντας στα χείλη των Ελλήνων τη «θεία γλώσσα του Πλάτωνα, αλλαγμένη βέβαια, αλλά θαυμαστά όμοια». Ομολογεί ότι δεν γνώρισε άλλο έθνος που να πέρασε τόσες περιπέτειες, παίγνιο των τυράννων επί 10 αιώνες, και να κράτησε τη γλυκιά γλώσσα των πατέρων του και την καθαρότητά της.

Η αδιάσπαστη αυτή συνέχεια της γλώσσας αποδείχνει την απέθαντη ψυχή του ενιαίου έθνους που προχωρεί σφριγηλό προς την αιωνιότητα.

Οπως βλέπουμε, για όλους τους ξένους οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν αληθινά ευχάριστες αποκαλύψεις. Αυτά τα συγκλονιστικά πράγματι ερεθίσματα —σταθμούς αναδρομι­κούς προς την αρχαιότητα— τα συνειδητοποιήσαμε άραγε εμείς και τα εκμεταλλευτήκαμε ποτέ για μια ζωογόνα —και όχι σχολαστική— προσπέλαση προς τους προγόνους μας με σκοπό την εμβάθυνση στο πνεύμα της γλώσσας και του πολιτισμού μας;

Τη γλώσσα αυτή, τη νεοελληνική, αν και έχει εκβαρβαρω­θεί, την προτιμά ο Κοραής από τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες· παρατήρηση αξιοσημείωτη, στην οποία διακρίνουμε τη συμπάθειά του προς τη γλώσσα του λαού, προς τη δημοτική, αλλά και χαρακτηριστική για τις ιδέες του, για την ανάγκη ν᾽ ανακαθαρθεί η «εκβαρβαρωθείσα» γλώσσα, για να γεννηθεί η καθαρεύουσα. Ακόμη και τα ελληνικά ήθη, όσο και αν «ασχημίσθησαν», τα προκρίνει, θερμός πατριώτης, από της δήθεν σοφής Ευρώπης, γιατί έχει τη γνώμη, ότι η τρυφή της διέφθειρε τους κατοίκους της περισσότερο παρ᾽ όσον η δουλεία τους ‘Ελληνες. Και απ᾽ αυτά διαπιστώνουμε ότι ο Κοραής δεν είναι απόλυτα δυτικόφιλος ή καλύτερα δυτικόπληκτος· σέβεται την παράδοση και φοβάται την ανεξέλεγκτη εισροή των πνευματικών ρευμάτων της Δύσης στην Ελλάδα. Η έννοια της «μετακενώσεως» τριγυρίζει στο μυαλό του.

Επομένως η νεοελληνική γλώσσα, τόσο πριν από την Επανάσταση όσο και κατά τη διάρκειά της, εκφράζει, όπως ισχύει για κάθε ζωντανή γλώσσα, την ίδια την ιστορία του έθνους, αποτελεί τη σπονδυλική στήλη του, τη διαχρονική ιστορία του πολιτισμού του, από τον απώτατο αρχαιοελληνικό πυρήνα της που διατηρεί λέξεις του Ομήρου και του Ησιόδου ως τα τελευταία χρόνια, σ᾽ ένα διάστημα χιλιετηρίδων, μέσα στο οποίο διαπιστώνει κανείς τις ισχυρές επιδράσεις των Προελλήνων, των Φοινίκων, των Ρωμαίων και κατόπιν των Τούρκων καθώς και της εμπορικής δραστηριότητας των με­σαιωνικών αποικιακών κρατών, της Γένουας και προ πάντων της Βενετίας. Έτσι δημιουργήθηκε το ανακάτωμα αυτό των λέξεων που συναντούμε στα έγγραφα της εποχής και οι οποίες μαζί με τα πάθη των φθόγγων και τις μεταβολές στη σύνταξη δίνουν στους ξένους και δικούς μας λογίους την εντύπωση της εκβαρβαρώσεως, του εκχυδαϊσμού της γλώσσας. Στον υποβιβα­σμό, στην κατάπτωση του πολιτισμού των Ελλήνων αντιστοιχεί η παραμέληση της καλλιέργειας και της σπουδής της δημοτι­κής γλώσσας, η οποία εξελίσσεται και ακολουθεί αβίαστα τον δικό της δρόμο, παράλληλα προς τη γραφομένη των λογιών.

Αισιόδοξοι λοιπόν μερικοί ξένοι στα χρόνια της Επανα­στάσεως παρατηρούσαν ότι η νεοελληνική γλώσσα, μολονότι μέσα της, κυρίως μέσα στο λεξιλόγιό της, είχαν διολισθήσει ξένα στοιχεία εξαιτίας της μακροχρόνιας σκλαβιάς, διατηρού­σε αρκετά δικά της από τον Όμηρο και τον Αισχύλο, τα οποία θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν τον λαό ύστερ᾽ από τη μεγάλη ηθική και πνευματική του πτώση, ώστε αυτός, μόνος του, να στηρίζει τις αξιώσεις του για αναγέννηση ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη.

Γενικά τους Έλληνες τους αντικρίζουν οι Ευρωπαίοι σαν εξαχρειωμένους και εξαγριωμένους από τη βαρβαρότητα ιδίως του τελευταίου σκληρού ζυγού, του τουρκικού, σαν τους μεγάλους ασθενείς της Ιστορίας. Και όπως θα ιδούμε στο προσεχές κεφάλαιο, θα προτείνουν και μέτρα για την εξυγίαν­σή τους, για την ηθική τους βελτίωση και την πνευματική τους αναγέννηση.

Γ. Ανασχετικά αίτια της προκοπής του Έθνους

Η ανατροφή του έθνους είναι το περί ζωής και θανάτου ζήτημα της Ελλάδος.
Δημ. Βερναρδάκης

1. Ασταθείς και αντιφατικές αρχές αρωγής και παιδείας μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο και στην κοινωνία

Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος που μας χωρίζει από την Ελληνική Επανάσταση, χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου συνέβηκαν διάφορα σοβαρά πολιτικά, τοπικά και παγκόσμια γεγονότα —οι αγώνες για την απελευθέρωση των υπόδουλων Θεσσαλών, Ηπειρωτών κ.λ., οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, καθώς και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με τις αντίστοιχες μικρές ή μεγάλες αναταραχές και καταστροφές—, δεν άφησαν τον ελληνικό λαό ελεύθερο, ώστε ν’ αφοσιωθεί απερίσπαστα σε πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι περιπέτειες αυτές ήταν βέβαια σπουδαία ανασχετικά αίτια για την καθυ­στέρησή μας στην πρόοδο και για τη διάψευση των προσδο­κιών για τη σύντομη αναγέννηση των Ελλήνων. Με το να ρίχνουμε όμως όλο το βάρος της ευθύνης αποκλειστικά και μόνο στις επιδράσεις των εξωτερικών παραγόντων δίνουμε μια μονομερή εξήγηση, που δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη την ψυχολογία και τη συμπεριφορά των Νεοελλήνων καθώς και τον βαθμό της ενοχής τους στην εξέλιξη της καταστάσεως προς την α ή β κατεύθυνση. Και αυτό είναι τώρα το πρόβλημα που πρέπει να συζητηθεί, θέμα πρωταρχικό. Και έτσι το είχε συλλάβει ορθά από πολύ νωρίς ο Κοραής, καθώς και διάφοροι ξένοι φιλέλληνες, όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια: ότι στο μέλλον για την ηθική και πνευματική άνοδο του τόπου σπουδαία θα ήταν η συμβολή της νέας γενιάς και όχι των μεγαλωμένων μέσα στη σκλαβιά πατέρων τους, έστω και αν αυτοί είχαν πάρει ενεργό μέρος στους αγώνες για την απελευ­ θέρωση της χώρας. Ήταν βέβαια άξιοι τιμής και σεβασμού για τις θυσίες τους, αλλά, καθώς ήταν ζυμωμένοι με τις κακές συνήθειες της τουρκοκρατίας, δεν θα μπορούσαν να συντελέσουν στην ηθική και πολιτική αναγέννηση του τόπου. Τις ίδιες αντιλήψεις είχε και ο Καποδίστριας.

Τώρα οι νέοι πολιτικοί άνδρες, οι νομοθέτες και οι παιδαγωγοί στη γενική έννοια της λέξης, θα έπρεπε με το ίδιο προσωπικό τους παράδειγμα και με την εφαρμοζομένη εκπαι­δευτική πολιτική να βοηθήσουν στο έργο της ανοικοδομήσεως. «Όσο αυτοί που κυβερνούν τον λαό, παρατηρούσε κάπου ο Ελβετός φιλέλληνας André-Louis Gosse, δεν θα δώσουν καλά παραδείγματα, η ηθική του δεν μπορεί παρά να διαφθείρεται, χωρίς αμφιβολία». Το ποιάς ποιότητας νέους και πολίτες μπορεί να δημιουργήσουν οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες μας το δείχνουν παραστατικά οι νέοι της αρχαίας Αθήνας και της Σπάρτης. Ας μην ξεχνούμε όμως ότι εκείνοι βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τις ανάγκες και με τα προβλήματα του λαού και του τόπου.

Με την προβολή λοιπόν ιδίως του παραδείγματος, αλλά και με την εφαρμογή, όσο το δυνατόν καλύτερα, του προσφυούς προς τα καίρια γνωρίσματα του ελληνικού χαρακτήρα τρόπου ανατροφής των παιδιών και της αγωγής των νέων μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο και στην πολιτεία, θα ήταν δυνατόν να συντελεστεί η ηθική βελτίωση, και επομένως η προσπέλαση των μελλοντικών πολιτών προς τις ανώτερες βαθμίδες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του πολιτισμού. «Για τα μήλα που είναι ξινά, ποιόν πρέπει να κατηγορούμε; τα μήλα (τα παιδιά) ή τη μηλιά (τους γονείς), αποφαίνεται συμβολικά ο Κοσμάς ο Αιτωλός.

Πώς όμως είναι δυνατόν ν᾽ ασκηθούν τα παιδιά και οι νέοι με το ζωντανό παράδειγμα, όταν καθημερινά μέσα στην οικογένεια, μέσα στο ίδιο το κύτταρο της κοινωνίας, έχουν εμπρός στα μάτια τους —από τη στιγμή που θα εκτεθούν στο φως της ζωής οι άγραφες πλάκες της ψυχής τους— άλλα κακά πρότυπα, άλλες αρχές που προβάλλονται συνεχώς· όταν ακούουν τις φράσεις «κάθησε φρόνιμα!», «εσύ θα σιάξεις ή θ᾽ αλλάξεις το ρωμαίϊκο;», και άλλες αντίστοιχες εκφράσεις, όπως το «δεν βαριέσαι», το «δεν πειράζει», ο «δεμπειρασμός», όπως τον είχε ονομάσει πριν από 80 και πλέον χρόνια ο Γάλλος νεοελληνι­στής και γλωσσολόγος Hubert Pemot, καθώς και άλλες παρόμοιες που δείχνουν ότι δεν είμαστε ευαίσθητοι στο κάθε τι σφαλερό, που γίνεται δίπλα μας, από το πιο ασήμαντο ως το αρκετά σοβαρό, και οι οποίες αποτελούν τον συνηθισμένο κώδικα της στάσης των Νεοελλήνων απέναντι σε δύσκολα και οχληρά προβλήματα; Κοντά σ’ αυτές τις εκφράσεις θα μπορούσαν να προστεθούν και πολλές άλλες, ώσπου να συμπληρωθεί ο κώδικας. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα που περι­βάλλει τα παιδιά μας, τους νέους, αυτός είναι ο κόσμος των ιδεών μας και τα σύγχρονα «χρυσά έπη!», τα αντίστοιχα προς το «μηδέν άγαν», «γνώθι σαυτόν» κ.λ.! Έτσι η ορθή αγωγή μένει η μεγάλη απούσα στην Ελλάδα. «Μεγάλη άγνωστη και πριν και νυν και αεί, γράφει και ο Π. Παλαιολόγος σε σύντομο χρονογράφημά του. Από τα άνθη που δεν ευδοκιμούν στον βράχο μας. Υπάρχει εδώ κι᾽ εκεί ατομική αγωγή. Η αγωγή όμως, σύνολο καθώς είναι, δεν νοείται σα μονάδα».

Είναι αλήθεια ότι οι γονείς, φοβισμένοι από όσα βλέπουν γύρω τους, βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, σε δίλημμα, και διερωτώνται ποιά αγωγή να δώσουν στα παιδιά τους, ποιόν δρόμο να τους δείξουν (πανάρχαιο ουσιαστικό δίλημμα με κατά καιρούς διαφορετική ένταση), τον δρόμο της κοπιαστικής Αρετής ή τον εύκολο της Κακίας, κατά τον αρχαίο μύθο, όταν μάλιστα βλέπουν, όπως έλεγε ο Ιωσήφ Βρυένιος στις μέρες της καταπτώσεως του Βυζαντίου ότι «μάλλον τιμώνται οι αισχρώς άρτι ζώντες, ή οι τη αρετή συζείν δια βίου πειρώμενοι»; Και αυτά τα προβλήματα τα γνωρίζουν οι νέοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, και κάποτε μυκτηρίζουν τους ευγενικούς στόχους του σχολείου. Μήπως η σύγχρονη παιδεία δεν τα βοηθεί σ᾽ ένα κόσμο, όπου οι αιώνιες αξίες κλονίζονται συθέμελα; Τον προβληματισμό για την αγωγή των παιδιών του μου πρόβαλε διευθυντής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος μέσα στις στενοχώριες που τον κύκλωναν.

Αλήθεια τί κάναμε ως τώρα έξω από την οικογένεια, μέσα στο σχολείο, για την αυτογνωσία μας; Το σχολείο δεν μας συνήθισε γενικά στην έρευνα, αλλά και σε τέτοιου είδους προβληματισμό και σε σκληρή κριτική του εαυτού μας μαζί. Ό,τι μας δίνει συνήθως είναι έτοιμες γνώσεις, έτοιμο καλομαγειρεμένο ή κακομαγειρεμένο φαγητό, χωρίς έλεγχο των ανθρώπων και των πραγμάτων.

Σχολεία όμως καλά σημαίνει δάσκαλοι καλοί, πρότυπα, δηλαδή ολοκληρωμένες ηθικά και πνευματικά προσωπικότη­τες, που προωθούν την ηθική τελείωση όχι μόνο με τη διδαχή, αλλά και με το ζωντανό παράδειγμά τους μέσα στη μικρή και μεγάλη κοινότητα, μέσα στην εργασία. Και τέτοιες προσωπι­κότητες είναι λίγες παντού, από το δημοτικό ως το πανεπιστή­μιο· και πολύ λιγότερες μέσα στους οξείς αγώνες της κοινωνίας. Ποιά όμως είναι τα πρώτα και κύρια γνωρίσματα που χαρακτη­ρίζουν τις προσωπικότητες αυτές; Τί αναζητούμε και τί βρί­σκουμε σ᾽ αυτές ως μέγιστα προσόντα τους; Δεν νομίζω ότι πέφτουμε έξω αν καθορίσουμε ότι αυτά είναι η αγάπη της ελευθερίας του σώματος και της ψυχής και προπάντων ο πόθος για δικαιοσύνη, ο οποίος κατατρώγει τα σωθικά του ανθρώπου από την εμφάνισή του στο προσκήνιο της Ιστορίας, ο πόθος για κοινωνική δικαιοσύνη.

2. Υπερεγωισμός, φθόνος, φιλοκατηγορία και συκοφαντία

1. Αλλά τί είναι η κοινωνική δικαιοσύνη; Ο Σόλων έδωσε την πιο σωστή απάντηση: «ει ομοίως αγανακτοίεν οι μη αδικούμενοι τοις αδικουμένοις» (αν αυτοί που δεν αδικούνται αγανακτούν το ίδιο με αυτούς που αδικούνται), δηλαδή αν πάψουν να υπάρχουν οι αδιάφοροι, οι Πόντιοι Πιλάτοι, εμπρός στις αδικίες που πάσχουν οι διπλανοί μας. Παράβαλε επίσης και του Πυθαγόρα: αυτοί που δεν τιμωρούν τους φαύλους, είναι σαν να επιθυμούν να κατατρέχονται και να αδικούνται οι τίμιοι, οι αγαθοί. Τα καταπιεστικά συστήματα, από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχονται, είναι αποκρουστικά και τα απεχθάνονται οι άνθρωποι. Αναζητούν μορφές ανθρώπινες, τον ήλιο της δικαιοσύνης και της καλοσύνης.

Η δικαιοσύνη όμως ως επιταγή παρερμηνεύεται και εφαρ­μόζεται συχνά στενά, μεροληπτικά, μονο για ό,τι αφορά το συμφέρον του ατόμου, της οικογένειας, ή της επαγγελματικής ή κοινωνικής ομάδας. Δεν λείπουν βέβαια και τα εκλεκτά πνεύματα, έστω και λίγα, που αισθάνονται έντονα μέσα τους την ηθική επιταγή για δικαιοσύνη και τον φόβο μήπως κά­νοντας κάτι διαπράξουν αδικία· μερικοί μάλιστα φθάνουν ως το πλατωνικό «ελοίμην αν αδικείσθαι ή αδικείν», στο προμήνυμα του μελλοντικού, του χριστιανικού κηρύγματος. Στον σύγχρο­νο όμως κόσμο, όπως και πάντοτε, φαίνεται, εφαρμόζεται η ρήση μόνο κατά το δεύτερο σκέλος της, με την προτίμηση της βίας και της απανθρωπίας ως μέσου πειθούς και επιβολής, ο νόμος της ζούγκλας, όπως κοινώς ομολογείται. Ο αδικούμενος έχει πολλές φορές την αίσθηση ότι ζει μέσα σε εχθρικό στρατόπεδο. Οι υποκριτικοί φανατικοί οπαδοί της ελευθερίας είτε είναι πολίτες του ανατολικού ή του δυτικού κόσμου, την πίστη τους αυτή τη διακηρύσσουν μόνον για προκάλυμμα ιδιοτελών ατομικών ή ομαδικών σκοπών και συμφερόντων και για εξόντωση επικίνδυνων ανταγωνιστών και αγνοούν συνήθως ή θέλουν ν᾽ αγνοούν ότι ο γνήσιος αγώνας για τη δημοκρατία και την ελευθερία έχει εσώτατη την προέλευσή του και σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο και πέρ᾽ απ᾽ αυτό που διακηρύσσουν υποκριτικά: σημαίνει αγώνας για δικαιοσύνη, για αξιοκρατία και για ανθρωπιά και όχι για κομματικοποίηση, για να ψαρεύουν στα ταραγμένα και θολά νερά της με τις συγκεκριμένες ύπουλες επιδιώξεις τους, για τις οποίες κινούν έντεχνα ομάδες ή δυνάμεις πιέσεως. Αυτοί απογοητεύουν τους πολλούς, ιδίως τους ευαίσθητους νέους, ώστε να υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ούτε ιδεολογία ούτε τιμιότητα ούτε και ανθρωπιά. Και ο κακώς νοούμενος ατομισμός, ο εγωισμός, ήταν και παραμένει το βασικό ελάττωμα των Ελλήνων με καταστρεπτικές επιπτώσεις στη χώρα, ιδίως μάλιστα όταν οι κυβερνήτες κυριαρχούνται απ᾽ αυτόν. Και ο Λυκούργος ορθά είχε εντοπίσει τη ρίζα του κακού ή μάλλον των κακών στον εγωισμό και, όπως λέγει ο Πλούταρχος, επιθυμούσε ιιε τους νόμους του να μη δημιουργήσει πολίτες εγωιστές, αλλ’ αληθινούς φίλους της πατρίδας.

Ο έντονος εγωισμός, τρέφει την φιλοπρωτία του Έλληνα, η οποία τον φέρνει «στην εγωπάθεια, στην πέρα του πρεπούμε­νου και δημιουργικού εγώ μορφή που οδηγεί στην ανυπακοή στον κοινό νόμο και στους γενικούς σκοπούς της πολιτείας. Το ανυπότακτο σε κάθε είδος πειθαρχίας, η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότη­ τας σπρώχνουν σχεδόν τον κάθε Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο μέσα στους άλλους».

2. Ο συνυφασμένος με τον υπερτροφικό εγωισμό φθόνος και η κακία κάνει τον Έλληνα φιλοκατήγορο, ιδίως τον μορφωμένο ή επιστήμονα ομότεχνο, πολιτικό, στρατιωτικό, να μη παραδέχεται αξία στους άλλους και να παραμερίζει τους ικανούς που επισκιάζουν ή μπορούν να επισκιάσουν την άνετη προβολή του. Τα ίδια ακριβώς συνέβαιναν και στη ρωμαϊκή εποχή. «Ακόμη υπάρχουνε, παρατηρεί ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος, ποιητές και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους και πες μου αν άκουσες κανέναν απ’ αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους των άλλων ο Έλληνας. Δεν χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι᾽ αυτόν βρίσκει πάντα καιρό».

Συχνά ο Έλληνας φθονεί τον διπλανό του χωρίς να υπάρχει καν αιτία, ανταγωνισμός ή προστριβή. Δένεται η γλώσσα του, όταν πρόκειται να επαινέσει έναν επιφανή, αναγνωρισμένο ομοεθνή του, «τα μασάει», όπως λέγει εύστοχα ο λαός. Λες και θίγεται το άτομό του, η προσωπικότητά του. Του κακοφαίνεται όταν ακούει να λένε κάτι καλό για κάποιον άλλον. Είναι πάντοτε ο αντίπαλος του άλλου, συνήθως του έντιμου και καλού (πρβλ. και παράδειγμα του αγροίκου που ψηφίζει τον εξοστρακισμό του Αριστείδη). Τον πνίγει το άγχος, το ενδόμυχο και αυτονόητο βέβαια μέτρο συγκρίσεως, αλλ’ ανόητο και ακατανόητο πλέγμα κατωτερότητας, λες και θα ήθελε να είναι παντού και πάντοτε αυτός πρώτος, να είναι ο δακτυλοδεικτούμενος. Δεν συγχαίρει με την καρδιά του για την επιτυχία του άλλου· συλλυπείται όμως πρόθυμα για μια ατυχία ή αποτυχία του. Είναι αυτό ακριβώς που έλεγε ο Σωκράτης πριν από 2.500 χρόνια: «ότι πολλοί ούτως προς τινας έχουσιν, ώστε κακώς μεν πράττοντας μη δύνασθαι περιοράν, αλλά βοηθείν ατυχούσιν, ευτυχούντων δε λυπείσθαι». Αυτά όμως δεν συμβαί­νουν στους φρόνιμους ανθρώπους, αλλά πάντοτε στους ηλιθίους. Και από τέτοιους ηλιθίους η Ελλάδα είναι γεμάτη. Πάλι θ’ αναφερθώ σε μια εύστοχη παρατήρηση του Π. Παλαιολόγου, στο χρονογράφημά του «Ο πλησίον; νά ο εχθρός!» (Εφημ. «Βήμα», 6-4-1978): «Το αγαπήσωμεν αλλήλους στην ελληνική του απόδοση γίνεται μισήσωμεν, πολεμήσωμεν, φθονήσωμεν αλλήλους. Ακόμη και όταν προσκυνούμε τον ίδιο θεό ή ανήκουμε κοινωνικά και πολιτικά στην ίδια παράταξη, σκάβου­με τον λάκκο του ομοϊδεάτη με περισσότερο ζήλο παρόσο τον τάφο του αντιπάλου. Ο πλησίον, νά ο εχθρός!». Με καυστικό χιούμορ συμπληρώνει ο Νίκος Δήμου: «Στη χώρα του Εγώ το Εσύ είναι υπό διωγμόν. Άρα και το Εγώ (μια και όλα τα Εσύ είναι και Εγώ,…). Αρα οι πάντες … Έτσι, αιώνες τώρα, κλείνουμε ο ένας τον δρόμο του άλλου. Στην προσπάθειά μας να μην προηγείται κανείς μένουμε όλοι στάσιμοι. Μόνο σε κάτι πολέμους τα ξεχνάμε…», ή, όπως έγραφε ο Μαυροκορδάτος: τα πάθη των Ελλήνων δεν είναι μόνιμα, αλλά καταπραΰνονται και εξαφανίζονται, μόλις πλησιάσει ο εχθρός ή μόλις γίνει λόγος για τις προετοιμασίες του. Αλλιώς το ανθρωποκυνη­γητό κάνει θραύση στον τόπο μας, συνεχές και ακατάπαυστο. Bellum omnium contra omnes!

Πολύ εύστοχα χαρακτήρισε ο Κοραής τον φθόνο «έλκος της ψυχής», τον φθόνο που υπάρχει «εν υπνώσει» στην ψυχή κάθε ανθρώπου, αλλά που δαμάζεται από τον δυνατό και πολιτισμένο χαρακτήρα. Στον Έλληνα όμως ο φθόνος, γέννη­μα του παθολογικού και τραυματισμένου εγωισμού του, ο αδιάντροπος «ελληνικός» φθόνος, παρουσιάζεται με ξεχωριστή ένταση και κάποτε προξενεί φρικιαστικές ζημιές και καταστρο­φές όχι μόνο στα φθονούμενα άτομα, αλλά και σε ολόκληρο τον τόπο μας. Σαν σύγχρονες ακούονται οι κρίσεις του Απίου: «Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον Έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος. Και αυτό εννοούσα λέγοντας πως ο Έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του· το πάθος του εγωισμού τον εμποδίζει να ασχολείται με τον άλλον, να συνεργάζεται μαζί του. Και φυσικά από την έλλειψη τούτη της αλληλεγγύης ματαιώνονται στις ελληνικές κοινωνίες οι κοινές προσπάθειες. Η δράση του Έλληνα κατακερματίζεται σε ατομικές ενέργειες, που συχνά αλληλοεξουδετερώνονται και συγκρούονται. Κάποτε και τους νεκρούς ακόμα, όπου θάλεγε κανείς πως ο φθόνος δεν χωρεί, τους αφήνουν ατίμητους οι Έλληνες, γιατί δεν βρί­σκουν μέσα τους τη διάθεση να θυσιάσουν κάτι από τον νου και την καρδιά τους για ένα τέτοιο έργο δικαιοσύνης. Μόνον ο ηδονισμός του μίσους μπορεί να τους κάνει τυμβωρύχους. Το εγώ —το τρομερό αυτό εγώ— το πάντα γυρισμένο προς τον εαυτό του, για να υψωθεί, ταπεινώνει και τους νεκρούς και εκδικείται ακόμη και για την περασμένη τους δόξα».

3. Πώς να ευοδωθεί έπειτα μέσα σε τέτοια ασφυκτικά εξωθεσμικά πλαίσια μια αξιόλογη προσπάθεια συνεργασίας και συντονισμού για την εκτέλεση ενός προγράμματος; Πώς να δημιουργηθεί η παράδοση, η συνέχεια; Έτσι εξηγείται πως πολιτικοί άνδρες κινούμενοι από φθόνο ή και τυφλό κομματι­σμό θυσιάζουν άριστους υπαλλήλους ή τους παρεμβάλλουν προσκόμματα ή τους κυνηγούν μέχρις εξοντώσεως, ώστε εύλογα αυτοί, γενικεύοντας και ταυτίζοντας τη σκληρότητα των προσώπων με την αρχή της εξουσίας, να μιλούν για έλλειψη στοργής του κράτους απέναντι τους. Απαλλαγμένοι από τα ίδια πάθη, κυρίως από τον φθόνο με βίαιη και άδικη συμπεριφορά, δεν είναι μόνον οι πολιτικοί, αλλά και οι λόγιοι ή οι επιστήμονες προς άξιους συναδέλφους των. Η ιστορία μας παρουσιάζει πάμπολλα παραδείγματα καταδιώξεων μεγάλων επιστημόνων από φθονερούς συναδέλφους των. Δεν έχει παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στα «Απομνημονεύματα» του Ε. Παπανούτσου, που δημοσιεύτηκαν τελευταία, για να ιδεί αξιοθρήνητες περιπτώσεις συκοφαντιών και χαφιεδισμού πνευ­ματικών —δυστυχώς!— ανθρώπων σε βάρος του. Χαρακτηρι­στικές επίσης παρόμοιες σκηνές σε δημόσιες υπηρεσίες μπορεί να παρακολουθήσει κανείς σε δυο διηγήματα του Αλέκου Δαμιανίδη και του Νίκου Παπασπύρου (περιοδ. «Διαγώνιος», 10 (Ιαν.- Απρίλιος 1982) σελ. 38-43 και 49-53. Σ᾽ αυτά θα ιδεί πως ανάξιοι προϊστάμενοι ευνοούν το κλίμα του χαφιεδισμού και πως μεταβάλλουν τις υπηρεσίες τους σε ελεεινές σφηκο­φωλιές που δύσκολα διαλύονται. Έτσι εξηγείται, όπως θα ιδούμε σε παρακάτω κεφάλαια, και ο φθόνος ανίκανων και ανα­ξιοπρεπών —προωθημένων από πολιτικούς— διευθυντών ιδρυ­μάτων προς ικανούς υπαλλήλους ή συνεργάτες. Ο μόνος σκο­πός τους είναι να τους μειώσουν, να τους εξευτελίσουν, να τους εξοντώσουν, για να διατηρήσουν την επιβολή τους. Οι περισ­σότεροι Έλληνες δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει την κα­ταστρεπτική δύναμη του «ελληνικού φθόνου».

Γενικά, όπως είδαμε ως τώρα, μια μειοψηφία από κάθε επαγγελματική ομάδα ή τάξη σώζει το γόητρο και το όνομα του τόπου και του έθνους, μειοψηφία την οποία ο λογοτέχνης Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος την καθόριζε στο 10% —αν είναι, πρόσθετε. Και αγανακτισμένος ρωτούσε: «ως πότε αυτό το μικρό ποσοστό, που συχνότατα είναι παραγνωρισμένο και κατατρεγμένο, θα έχει τη δύναμη και την αντοχή να μας βγάζει ασπροπρόσωπους και να μας σώζει;». Και πρόσφατα νέος επιστήμονας συμφω­νεί· «Μια μειονότητα άξιων στηρίζει το κοινωνικό οικοδόμημα μέσα στο οποίο λαθροβιούν οι πολλοί. Στην παιδεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα διάφορα ιδρύματα οι λίγοι διασκεδά­ζουν την κακή εντύπωση που δημιουργεί η πλειονότητα, συγκροτούν όσο γίνεται την αγανάκτηση του κοινού, «καμου­φλάρουν» τις αδυναμίες που δημιουργεί η νοοτροπία, η κατάρτιση, η τακτική μιας νωχελικής ή διαβρωμένης πλειονό­τητας». Θυμούμαι ένα γηραιό καθηγητή μου της κλασσικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο που έλεγε: «λίγοι είναι οι ακραιφνώς καλοί, λίγοι οι γνήσιοι κακοί και οι άλλοι, οι πολλοί (οι οπαδοί του «τί με μέλει» ή του «τί μ’ ενδιαφέρει», είναι οι αδιάφοροι, οι Πόντιοι Πιλάτοι. Και αυτούς τους λίγους, τους εκλεκτούς, τις μονάδες που δεν λείπουν και οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους ευτελείς, που ρέπουν προς την υποκρισία, την ψευτιά, τη ραδιουργία, την πονηριά κ.λ., τους αναγνωρίζουν οι καλοπροαίρετοι δικοί μας και ξένοι παρατηρητές.

Είναι λοιπόν ζήτημα τύχης (εδώ ισχύει απόλυτα το δημοσθενικό «και τύχης δείσθαι λαμπράς»), αν θα βρεθείς εμπρός στους λίγους καλούς ανθρώπους, ή στους κακούς ανασφαλείς, ματαιόδοξους και σαδιστές, που αποφασίζουν για ένα ζήτημά σου ή για το μέλλον σου ή και ακόμη για την τύχη σου και προχωρούν ασυνείδητα, αδίστακτα και αδιάντροπα προς την αδικία, ακόμη και σε βαθμό κακουργήματος. Είναι ζήτημα τύχης επίσης, αν θα πέσεις στη δικαιοδοσία και στην εξουσία ενός Πρωτέα, ενός Ιάγου μηχανορράφου, ενός Φαρι­σαίου ή και Ιησουίτη υποκριτή («έξωθεν μεν φαίνεσθε τοις ανθρώποις δίκαιοι, έσωθεν δε μεστοί εστέ υποκρίσεως και ανομίας», Ματθ. 23, 28), που αφού πια έχουν ανεβεί τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας — και συχνά έχουν αναρριχηθεί με διάφορους πλάγιους τρόπους ή μέσα σε ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις— αποκαλύπτουν άφοβα έπειτα το αληθινό τους πρόσωπο. Αλίμονο τότε αν κάποιος ισότιμος, προπάντων όμως κατώτερος ιεραρχικά, αλλά αξιοπρεπής, έντιμος και ικανός, βρεθεί κοντά τους! Μοναδικός σκοπός του η εξόντωσή του με ένα άγριο επιμελημένο κυνηγητό. «Ο φθονερός δεν εκτιμά τις δυνατότητες που του προσφέρθηκαν για να κάνει κάτι, κι᾽ αρνιέται ακριβώς στους άλλους ό,τι δεν του αρνήθηκαν». Αφού τακτοποιήθηκαν οι ίδιοι και στρογγυλοκάθησαν στις θέσεις, οι ανάξιοι και ανασφαλείς, ακόμη και τώρα, γίνονται λιοντάρια εναντίον των ικανών και καταχρώμενοι τη δύναμη του αξιώματος τους τους βλάπτουν όσο και όπως μπορούν. Ένας Ιάγος, αν ανεβεί, είναι ικανός με τις συκοφαντίες του, με τις μηχανορραφίες να υποσκάψει τη ζωή μιας ολόκληρης υπηρεσίας, ενός γραφείου, ενός εργαστηρίου ή και μιας ολόκληρης πανεπιστημιακής σχολής, χάρη στις μεταμορφώ­σεις του τις απόλυτα πειστικές και στην αδιαφορία των Πόντιων Πιλάτων. Αυτή είναι η βαθύτερη σημασία του «αρχή άνδρα δείκνυσι».

Αυτός ο υπερεγωισμός του Έλληνα, αυτή η υπερφροντίδα μόνο για το άτομό του, αυτό το άγχος για την καλοπέρασή του γίνεται συνήθεια, που καθορίζει τον τρόπο της συμπεριφοράς, τον τρόπο της ζωής του, ώστε να εκδηλώνεται παντού, ακόμη και σε επουσιώδη ζητήματα, σε μικροπράγματα, όπως π.χ. στη σπουδή να μπεί πρώτος στο λεωφορείο, προσπερνώντας ή σπρώχνοντας τους άλλους, για να εξασφαλίσει θέση για τον εαυτό του. Αρχιθαλαμηπόλος τουριστικού ατμοπλοίου μου έλεγε ότι κατά την απόβαση των επιβατών σε κάποιο λιμάνι της Μεσογείου, 400 ξένοι δεν είχαν γίνει αντιληπτοί, πώς και πότε κατέβηκαν, ενώ 150 Έλληνες είχαν δημιουργήσει προ­βλήματα. Γενικά παρουσιαζόμαστε εγωιστές, απείθαρχοι, ανορ­γάνωτοι και ανερμάτιστοι.

Ανυπαρξία πνεύματος του συνόλου και του γενικού συμφέ­ροντος. Επικράτηση του εγώ και του μερικού συμφέροντος (πρβλ. και το κωμικό με υψωμένο τον δείχτη «ξέρεις ποιός είμαι εγώ!», «θα σου δείξω εγώ!»). To homo homini lupus, έχει πλήρη την εφαρμογή του στον τόπο μας. Έτσι εξηγείται η εγωλατρεία, η προσωπολατρεία στην Ελλάδα και η δημιουργία πολλών κομμάτων προσωποπαγών. Τον εχθρό πρέπει να τον αναζητήσουμε στο εγώ μας, στον εαυτό μας. Αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος. Αυτόν πρέπει να φοβόμαστε. Αν δεν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι στο σύνολό μας, πώς είναι δυνατόν ν’ αλλάξει η κοινωνία μας και το κράτος; Είναι ανάγκη βαθύτατη να το καταλάβουμε αυτό καλά και να σταθούμε με εμπιστοσύνη, φιλία και αγάπη απέναντι των συνανθρώπων μας.

Σχεδόν την ίδια εικόνα της εγωπάθειας των Ελλήνων σχηματίζουμε διαβάζοντας κατάπληκτοι τα όσα επίκαιρα έγρα­φε τον Ιο αι. μ.Χ. ο Μενένιος Άπιος· «Το ανυπόταχτο σε κάθε πειθαρχία, η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας, σπρώχνουν σχεδόν τον κάθε Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο μέσα στους άλλους … και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος στον δρόμο τον σωστό». Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του Έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες.

3. Η ηδονή της προβολής και η ματαιοδοξία

1. Με τον εγωισμό του, όπως βλέπουμε, συνδέεται η ανυ­πόφορη οίηση και η επιμονή του Έλληνα στη γνώμη του για οποιοδήποτε θέμα, έστω και αν γι᾽ αυτό δεν έχει τις απαιτούμενες γνώσεις ή εμπειρίες. Γιατί το κάνει αυτό; Είναι η βαθύτερη επιθυμία να προβάλει το εγώ του, να μη φανεί κατώτερος από τον συνομιλητή του, να πει κάτι, έστω αόριστο και αστήρικτο, ή άμιλλα προς τον διπλανό του, η κακή όμως άμιλλα. Γιατί, όπου υπάρχει άμιλλα υπάρχει και νίκη, για την οποία χαίρεται ιδιαίτερα ο Έλληνας, όπως έγραφε ο Αριστοτέλης στη «Ρητορική» του. «Όπου γαρ άμιλλα, ενταύθα και νίκη εστίν, διο και η δικανική και η εριστική ηδεία τοις ειθισμένοις και δυναμένοις. και τιμή και ευδοξία των ηδίστων δια το γίγνεσθαι φαντασίαν εκάστω ότι τοιούτος οίος ο σπουδαίος, και μάλλον όταν φώσιν ους οίεται αληθεύειν». Ακόμη και σήμερα ο Έλληνας παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, με ηδονή, θα έλεγε κανείς, τους δικαστικούς αγώνες —και σ’ αυτήν την Τηλεόραση.

Η ευγενής άμιλλα τον οδηγεί σε πράξεις, για τις οποίες νιώθει βέβαια περηφάνεια. Όταν όμως η άμιλλα περνά τα όρια του φυσιολογικού, τότε γίνεται αυτοσκοπός· θέλει ο υπερτρο­φικά εγωιστής να προβληθεί παντού, με μέσα, με γνωριμίες ισχυρών προσώπων και με κάθε άλλο τρόπο· γιγαντώνεται η φιλοδοξία του για θόρυβο, για αυτοπροβολή, για «δόξα και γροθιές», όπως έλεγε παραστατικά ο Ψυχάρης χαρακτηρίζοντας ειλικρινά και τον ίδιο τον εαυτό του.

Στους σεμνούς και συγκροτημένους η ματαιοδοξία τους είναι ολιγαρκής: είναι ευχαριστημένοι, αν προσφέρουν τις γνώσεις και τη συνδρομή τους στη λύση ενός προβλήματος και αν κάπου μνημονευθεί το όνομά τους για την προσφορά οποιασδήποτε υπηρεσίας στην πατρίδα τους, υπηρεσίας στρατιωτικής, πολιτικής ή πολιτιστι­κής.

Κινημένος από τη ματαιοδοξία της προβολής ο φθόνος γίνεται σφοδρότερος και οξύτερος ανάμεσα στους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, στις υψηλές σφαίρες της Τέχνης και του Πνεύματος, εκεί όπου πλάθεται ο πολιτισμός ενός λαού, ενός έθνους. Το πάθος, είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό είτε καθαρά πνευματικό, είναι δυνατότερο από το πνεύμα, και από την αίσθηση του καλού, κυριαρχεί μέσα στην ψυχή του δημιουργού, την αναταράσσει, του αλλοιώνει την αντικειμενική εικόνα και τον σπρώχνει ορμητικά, όσο το πάθος είναι σφοδρότερο, προς το πνευματικό έγκλημα. Η δύναμη του πνεύματος δεν επιδρά πάντοτε στη δύναμη της βουλήσεως.

Γενικά η φιλοδοξία για την πρώτη θέση, για τις τιμές και τις διακρίσεις μεθά, παραλογίζει και παραστρατίζει τον Έλλη­να. Λυπάται κανείς βαθιά όταν βλέπει πόσο η επιθυμία αυτή ταπεινώνει και άξιους ακόμη ανθρώπους των Επιστημών, των Γραμμάτων και της Τέχνης, όπως π.χ. τον Καζαντζάκη, όταν επεδίωκε να γίνει ακαδημαϊκός ή να πάρει το βραβείο Νόμπελ. Και η αλήθεια είναι ότι αυτός που κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά του, σε οποιαδήποτε επαγγελματική ή πολιτική παράτα­ξη και αν ανήκει, αυτός επικρατεί συνήθως και τελικά κυ­ριαρχεί. Ο μετρημένος και σεμνός μάταια ίσως περιμένει την αντάξια προς τους κόπους αναγνώριση και δικαίωσή του. Ίσως του έλθει μεταθανάτια. Το φαινόμενο δεν είναι πρόσφατο· είναι αρχαιότατο. Θυμάται κανείς τα λόγια που έλεγε κάποιος από την Αλικαρνασσό: «Δούλεψα ωφέλιμα και γόνιμα· μα δεν σκέφτηκα ν’ απλώσω έντεχνα τη φήμη μου στον δήμο. Και έτσι είμαι καταδικασμένος, αν όχι στην αφάνεια, όμως στην εξίσωσή μου με ένα σωρό μέτριους και ασήμαντους. Και πρέπει να περιμένω τον βραδύ τον χρόνο και τον θάνατο, που απάγει προς την ανωνυμία όλους τους πρόσκαιρους, για να φτάσω, αν θέλουν οι θεοί, ως το ξεχώρισμα και ως μιαν αργοπορημένη δικαίωση, που ίσως μου ανήκει». Γι᾽ αυτό και ο Διομήδης-Πετσάλης βάζει ένα αγανακτισμένο φίλο του λογοτέχνη να φωνάζει: «Ανάγκη πάσα να προβάλεις τον εαυτό σου, να διαφημίσεις το έργο σου. Αν δεν κατέχεις το μυστικό να προκαλείς θόρυβο περί το όνομά σου, εφημερίδες, περιοδικά, επιτροπές, συμβούλια και τα ηχηρά παρόμοια —σε ξεχνούν, σε αγνοούν, και αν κινηθείς δειλά και όσο πρέπει μονάχα, θα βρουν τρόπο να σε εξουδετερώσουν, να σε δέσουν σ’ ένα πλέγμα σιωπής, για να μη γίνεσαι ενοχλητικός (αναιδής, λένε)».

Και προς αυτές τις διακρίσεις τους ωθεί προ πάντων η επιθυμία για δύναμη και επιβολή, η μέθη της εξουσίας, της αρχής, για την οποία φλέγονται οι ‘Ελληνες και κινούν επίμονα όσους μηχανισμούς μπορούν, για να επιβληθούν. Δεν εγκαταλείπουν εύκολα αβοήθητη την επιθυμία τους αυτή. Και όταν κάποτε αποκτήσουν την εξουσία, χάνουν αμέσως την επαφή τους με την πραγματικότητα, λησμονούν αμέσως την περασμένη ερπυστική τους ικανότητα, ηδονίζονται ν᾽ ασκούν τη δύναμή τους, κατά την ψυχοσύνθεσή τους, με σαδιστική διάθεση κατά βαθμούς, από την υπεροπτική οίηση ως τη βασανιστική απέναντι των συνανθρώπων τους στάση. Ούτε ίχνος ανθρωπιάς! Το ένστικτο αυτό του Έλληνα για δύναμη το κολακεύει κάπως η γλώσσα μας σε ορισμένες περιπτώσεις εκφράζοντας την ιδιότητα του αξιώματος του με σύνθετη λέξη που έχει ως β’ συνθετικό την πομπώδη κατάληξη -άρχης, π.χ. προσωπάρχης, τμηματάρχης, κ.λ. Του είναι αρκετό το -άρχης. Και όταν κάποτε συμβεί σε πολλούς να χάσουν την εξουσία, τότε χάνουν την ατομικότητά τους, την προσωπικότητά τους, καταρρέουν, γίνονται αξιοθρήνητοι, γιατί την αίγλη τους, την ύπαρξή τους την εξαρτούσαν μόνον απ᾽ αυτήν. Δεν είχαν εσωτερική αξία.

2. Η ηδονή της προβολής του εγώ, η ματαιοδοξία, διαπιστώνεται βέβαια παντού, αποτελεί ανθρώπινη αδυναμία, ιδίως στους κύκλους των ανθρώπων του πνεύματος και της τέ­χνης, αλλά πολύ περισσότερο στους πολιτικούς. Στο πεδίο της πολιτικής υπάρχουν δύο θανάσιμα αμαρτήματα: η έλλειψη αντικειμενικότητας και —συχνά, όχι όμως πάντα το ίδιο μ’ αυτή— η έλλειψη αισθήματος ευθύνης. «Η ματαιδοξία, η ανάγκη να βρίσκεται προσωπικά στο προσκήνιο, και να εμφανίζει τον εαυτό του όσο το δυνατό περισσότερο, βάζει τον πολιτικό σε μεγάλο πειρασμό να διαπράξει το ένα ή το άλλο ή και τα δύο αυτά αμαρτήματα. Αυτό πραγματικά συμβαίνει περισσότερο, γιατί ο δημιουργός αναγκάζεται να υπολογίζει το αποτέλεσμα. Διατρέχει συνεπώς αδιάκοπα τον κίνδυνο να γίνει ηθοποιός και ν’ αναλάβει την ευθύνη για το αποτέλεσμα των πράξεών του και να ασχολείται μόνο με την εντύπωση που κάνει». Ιδίως στους πολιτικούς εφαρμόζονται όσα έγραφε στα 1946 ο R. Η. Markham, ανταποκριτής της εφημερίδας «Christian Science Monitor»: «Οι Έλληνες απαιτούν να τους αγαπά όλος ο κόσμος, να τους εκτιμά και να τους βοηθεί, αν και αλληλοκαταγγέλλονται και μάχεται ο ένας τον άλλον, με μανία και επιμονή. Δαπανούν μεγάλα ποσά, μόνο και μόνο για να επιτύχουν τον σκοπόν αυτόν. ’Ετσι άλλωστε αναδεύονται μέσ᾽ από την αχλύ του απώτατου ιστορικού παρελθόντος, φιλονεικώντας και αλληλοφοβεριζόμενοι κάτω από τα τείχη της Τροίας. Είναι αθεράπευτα δημοκράτες, κι᾽’ ορμώντας εμπρός μ᾽ ενθουσιασμό, πολεμούν για την Ελευθερία με όλη τους την καρδιά».

Χαρακτηριστικό της ματαιοδοξίας του Έλληνα είναι να γίνει «πρόεδρος», οπουδήποτε, από το ανώτατο αξίωμα της Πολιτείας ως το συμβούλιο μιας μικρής κοινότητας ή ενός αθλητικού συλλόγου, γιατί ξετρελαίνεται ακούοντας την πο­λυπόθητη προσφώνηση «κύριε πρόεδρε!», που κολακεύει τη φιλοπρωτία του.

Η ματαιοδοξία του Έλληνα, η «φαντασία» του, όπως λέγει ο λαός, τον ενισχύει στη χρήση διαφόρων μέσων προς επιβολή. Μεγάλη, όπως είπαμε, είναι η ματαιοδοξία των περισσότερων πνευματικών ανθρώπων ή πολιτικών και πολιτευομένων, συνήθως των πυγμαίων, των ζαλισμένων από την εξουσία που διαθέτουν ή που θα διαθέσουν. Δύναμη και απλότητα ή ιδιοφυία και απλότητα πολύ σπάνια συμβαδίζουν στην Ελλάδα. Η οίηση των Ελλήνων υποχωρεί μόνον εμπρός στην οίηση των πιο δυνατών απ᾽ αυτούς ή των Ευρωπαίων που έρχονται στον τόπο μας με την πίστη τους στην ανωτερότητα του δικού τους πολιτισμού. Δεν μπορούμε βέβαια ν᾽ αποκλείσουμε την πατροπαράδοτη ευγένεια προς τους ξένους, την επίδραση του Ξένιου Δία. Πάντως το γεγονός είναι ότι απέναντι τους υποκλίνονται συνήθως οι Έλληνες και αυτοί ακόμη οι παθολογικά οιηματίες και γίνονται φιλόφρονες, ευπροσήγοροι, περιποιητικοί, ώστε να φτάνουν ως τη δουλικότητα, που κάνει μερικούς ξένους να παρεξηγούν τη στάση τους και να νομίζουν ότι κάτι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν και να τους θεωρούν ευτελείς κόλακες, νέους Γραικύλους. Στην ευγενική στάση των Ελλήνων απέναντι των ξένων τους σπρώχνει η έλλειψη ανταγωνισμού και η ξενολατρεία. Τσακίζονται λοιπόν να τους περιποιηθούν, να τους φανούν καλοί. Είναι πράγματι φιλόξενοι, αλλά όχι απέναντι των συμπατριωτών τους, των Ελλήνων, απ᾽ όσους βέβαια δεν έχουν να περιμένουν ότι θα βγει κάτι. Δεν είναι δηλαδή φιλέλληνες, αλλά περισσότερο από κάθε ξένο μισέλληνες.

Δώσε μια θέση ή ένα αξίωμα στον ‘Ελληνα· αν ο οχυρωμένος πίσω από το γραφείο του, με το έντονο εγώ του ή με την κακία του δεν γίνει ο βασανιστής των συνανθρώπων του, ο σατραπίσκος, θ’ αποκαλύψει τουλάχιστο τη σπουδαιοφάνειά του και θα γίνει ένας ανεύθυνος και τυραννικός γραφειο­κράτης, ιδίως στον καλό και νομοταγή πολίτη. Η φοβία για την ανάληψη ευθύνης και η επιθυμία του να φανεί ευάρεστος στους προϊσταμένους είναι οι αρχές που τον διέπουν. Υπάρχουν και οι άλλοι τύποι, οι αιώνια δυσαρεστημένοι, που μουρμουρίζουν και μηχανορραφούν εναντίον των ανωτέρων τους στην ιεραρ­χία, οι οποίοι πάλι, από τον ίδιο εγωισμό και από την ίδια ματαιοδοξία οιστρηλατούμενοι, θέλουν να κάνουν αισθητή την εξουσία τους φερόμενοι προς τους κατωτέρους των με αγένεια και βαναυσότητα. Καμιά ισορροπία στην ψυχή τους. Μεγάλη απούσα η αντικειμενικότητα, η εγκαρδιότητα, η καλοσύνη, η ανθρωπιά. Και ο γραφειοκράτης αυτός, ο πλαδαρός, ο συνο­φρυωμένος —επίτηδες για επίδειξη σοβαροφάνειας—, με την κατά βάθος αφροντισιά και τη σκληρότητά του κηλιδώνει την έννοια του κράτους. Είναι ο διψασμένος για άσκηση και κατάχρηση της εξουσίας, ο Αριμάν, το πνεύμα του κακού, ο «δεσπότης», ο τρομοκράτης των κατωτέρων του, έστω και αν διακηρύσσει φωναχτά τις δήθεν δημοκρατικές του αρχές. Και όμως πώς μπορεί να υπάρξει δημοκρατία με τέτοια μέλη της κοινωνίας, χωρίς αγωγή, δικαιοσύνη και ευγένεια; Ο τόπος μας, αλλά και ο κόσμος ολόκληρος, έχει πλημμυρίσει από ψευτοδη­μοκράτες, από «ψεύτους συνταματικούς», όπως έγραφε ο Μακρυγιάννης, που άλλα διακηρύσσουν, αληθινοί δημαγωγοί, και —πονηροί στην καθημερινή τους συμπεριφορά— άλλα εφαρμόζουν.

Δίκαια καταγγέλλει ο Πολωνός ποιητής Stanislaw Baranczak:

Πώς έγινε
πώς πέσαμε στις παγίδες του παιχνιδιού,
του λογοπαίγνιου και των αλλοιώσεων της έννοιας
αυτής της ποίησης για γλωσσολόγους;

….

Αλλά και στο βάθος ποιός μας
αναγκάζει να παίζουμε τα λογικά αινίγματα,
τις λαμπερές παραδοξολογίες,
πράγματα για να περνάει η ώρα
των διανοουμένων ή μήπως όχι;

4. Κοινωνικές και πολιτικές ενώσεις. Σοφιστική ικανότητα, πολιτική και πολιτικολογία, καχυποψία και απάτη

Ο έντονος εγωισμός και το σύμφυτο αίσθημα ανασφάλειας εμποδίζει τον Έλληνα να είναι στην πράξη βαθιά ανθρώπινος, ειλικρινά κοινωνικός, δημοκρατικός, όπως θα ήθελε να είναι ή και καμαρώνει πως είναι, μολονότι παρουσιάζεται επιθετικός, αυθαίρετος, βάναυσος, διπρόσωπος, υποκριτής. Λίγοι έχουν ανθρωπιά, ενώ οι υπόλοιποι, μολονότι ισχυρίζονται ότι εκπρο­σωπούν προοδευτικές δυνάμεις και κοινωνιστικές τάσεις, δεν έχουν καμιά διαφορά ως προς το ήθος και τη συμπεριφορά από τους κοινούς ανθρώπους. Και όμως όσο πιο αναπτυγμένες είναι οι καλές, οι θετικές ιδιότητες του χαρακτήρα των ανθρώπων, τόσο και πιο πλατιά είναι η βάση και πιο υψηλή η στάθμη της πολιτείας.

Πώς λοιπόν είναι δυνατόν με τέτοια ψυχολογικά πλέγματα ν᾽ ανθήσει η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, ακόμη πολύ περισσότερο η αγάπη και η αλληλεγγύη προς τον συνάδελφο; Γενικά, είναι αλήθεια, ότι το κοινό μίσος και το κοινό συμφέρον φέρνουν τους ανθρώπους τον ένα κοντά στον άλλον, αλλά προ πάντων τους Έλληνες (κατηγορούσε στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας ο Μενένιος Άπιος) και τους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας, που οι Έλληνες στην αλεξανδρινή εποχή τους δίδαξαν, τους εκπολίτισαν, αλλά μαζί και τους αποχάλασαν. Και προβαίνει στη γενική ψυχολογική παρατή­ρηση ότι, όταν λείπει το κοινό μίσος και το κοινό συμφέρον, ο άνθρωπος νιώθει συνήθως μέσα του το κενό και την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο.

Στη σύγχρονη ζωή μας παρατηρούνται άλλου είδους έλξεις του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, που υπαγορεύονται από πολύ πεζά αισθήματα, από την ανάγκη να κερδηθεί ισχυρός προστά­της σε κάποια κρίσιμη στιγμή της ζωής μας, έλξεις ή ενώσεις, οι λεγόμενες «κουμπαριές», που θυμίζουν τις ποικιλώνυμες αντίστοιχες ενώσεις (αδελφοποιϊα, συντεχνία ή κουμπαριά) της τουρκοκρατίας. Αυτές παρατηρούνται και τώρα βέβαια στον ελληνικό λαό, ιδίως στους αγροτικούς πληθυσμούς, και απο­βλέπουν στην αλληλοϋποστήριξη των μελών, αλλά δεν έχουν την ένταση των υποχρεώσεων που επέβαλλαν οι παλιές ενώ­σεις. Και τώρα ο Έλληνας που νιώθει ανασφάλεια, δένει —καλού κακού— κουμπαριές, ακόμη και στο πανεπιστήμιο, αλλ᾽ αυτές έχουν συνήθως πρόσκαιρο χαρακτήρα. Οι κουμπαριές ή άλλες μικρές κλίκες ή και συσσωματώσεις του είδους αυτού, μικρομορφές της δομής της σύγχρονης κοινωνίας, οι οποίες δημιουργούνται μέσα σε ορισμένους κύκλους πολιτικών κομμά­των ή φιλόδοξων πνευματικών ανθρώπων χωρίς να έχουν συνή­θως εξάρτηση από σταθερές αρχές και να πλαισιώνονται μέσα σ᾽ αυτές, παύουν κάποτε να υφίστανται ή κλιμακώνονται ως ένα σημείο στην κοινωνική ζωή, όταν το άτομο μεταπηδά σε άλλες ποικιλόμορφες επαγγελματικές ή πολιτικές, πνευματικές και κοινωνικές, φανερές ή απόκρυφες, ενώσεις. Και συνήθως οι ενώσεις του είδους αυτού διαρκούν όσο καιρό το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει ανάγκη από την υποστήριξη και τη βοήθεια του άλλου.

Στον κάθε σχεδόν ‘Ελληνα, πεπεισμένο εγωιστή, τα ιδανικά είναι ατομικά. Μόνο τα κοινά συμφέροντα φέρνουν πολλά άτομα το ένα κοντά στο άλλο, δημιουργούν φατρίες, παρατάξεις, κόμματα, και βλέπεις αλληλεγγύη και συναδέλφοση. Και ιδανικό του ηγέτη είναι συνήθως ο εαυτός του και τα συμφέροντα τα δικά του και της οικογένειάς του. Δεν υπάρχουν οι αρχές, τα κοινά ιδανικά. Μέσα στα κόμματα, διαπιστώνει κανείς ότι «…. όλοι προσποιούνται ότι αποζητούν —δήθεν με τα λόγια— τους άξιους, τους σωστούς και τους τίμιους, αλλά στην πράξη συμμαχούν με τους ανάξιους, τους επιτήδειους και τους ψεύτες με αντάλλαγμα την παροχή ή ακόμα και την απλή υπόσχεση ή την προσδοκία κάποιας προσωπικής εξυπηρετήσεως». Και όταν έλθει η ώρα της εκλογής του κατάλληλου προσώπου, τότε οι δυνατοί «αδύνατοι» λησμονούν τα λόγια τους και κάνουν άλλα: προωθούν τους «ημετέρους» και παραδίδονται σ’ αυτούς που τους περισαίνουν και τους κολακεύουν και τους υπόσχονται πολλά για την προσωπική τους ακτινοβο­λία ή προπαγάνδα. Στην αδυναμία αυτή υπέκυψε αργότερα, φαίνεται, και ο Βενιζέλος και αλλοτριώθηκε από έντιμους και πιστούς συνεργάτες. Αυτοί όμως είναι οι λόγοι ή και όσα σημειώνει ο Μενένιος Άπιος για τους πολιτικούς αρχηγούς της αρχαιότητας; Οτι δηλαδή η χρησιμοποίηση και των άλλων στην πραγματοποίηση του προγράμματος του θα μείωνε την προσωπική του προσφορά σ᾽ αυτό; Βέβαια με τη συνδρομή των συνεργατών του θα έκανε τελειότερο το έργο του, αλλά λιγότερο δικό του. Και αυτός ενδιαφέρεται για το εγώ του. Αυτή είναι η αδυναμία των Ελλήνων δημόσιων ανδρών πρώτα.

Για τις ενώσεις στα πνευματικά ιδρύματα ας ακουστούν ό­σα γράφει ένα μέλος τους, ο καθηγητής Αθ. Σμοκοβίτης· «Δι­κτυώσεις, παρασυνεννοήσεις, παρασκηνιακές ενέργειες, προσυμφωνίες, παρασυμφωνίες, αλληλοεξυπηρετήσεις, αλληλοδεσμεύσεις, κι᾽ ένα σωρό άλλες απαράδεκτες ενέργειες για «πνευ­ματικούς ανθρώπους», που στελεχώνουν πνευματικά κέντρα, αποτελούν κανόνες ενός βρώμικου παιχνιδιού, που καθορίζει τις τύχες μας, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Το παιχνίδι βρίσκεται έξω από κάθε όριο ηθικής, τα άτομα, όμως, που το παίζουν, βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της κοινωνικής και πνευματι­κής ζωής. Αντίθετα, αυτοί που αρνούνται το παιχνίδι βρίσκο­νται, συνήθως, στο περιθώριο, ακριβώς γιατί η τακτική τους βρίσκεται μέσα στα όρια της νομιμόμητας». Πόσες σκληρές αλήθειες κρύβονται μέσα στα λόγια αυτά!

2. Ο εγωισμός, ο φθόνος και ο ανταγωνισμός οδηγούν —για την περιφρούρηση και μικρών ακόμη κοινών συμφερόντων— στη δημιουργία της κλίκας, στον φανατισμό ή —σε μεγαλύτε­ρη κλίμακα— και στον διχασμό, φαινόμενα έντονα της ζωής μας. Και ως προς αυτά σε τίποτε δεν έχει αλλάξει ο ελληνικός χαρακτήρας, ώστε να γράφει σύγχρονος Έλληνας φιλελεύθε­ρος διπλωμάτης ότι «ο θανάσιμος κίνδυνός του είναι η ροπή προς τας εμφυλίους διχονοίας και τους ακατάσχετους φανατι­σμούς». Τα τυφλά πολιτικά πάθη είναι ο μεγάλος κίνδυνος, η καταστροφή της Ελλάδας. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι ο διχασμός είναι μόνιμο φαινόμενο της πολιτικής μας ιστορίας, ότι συνήθως βρίσκεται εν υπνώσει, εν υφέσει και ότι δεν αργεί να εκδηλωθεί κάποτε εν εξάρσει, μόλις παρουσιαστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, δηλ. οι οξείς αντιθέσεις των συμφερόντων ή απόψεων και οι έντονες προσωπικότητες που τις αντιπροσωπεύουν. Η ελληνική αυτή φαγωμάρα δεν κατασιγάζεται ακόμη και στο εξωτερικό. Πολλά έχει ν᾽ ακούσει κανείς γι᾽ αυτήν στις κοινότητες του απόδημου ελληνισμού.

Παντού κλίκες! Το κίνητρο ή το μικρόβιο της πολιτικής μέσα στον Έλληνα ή καλύτερα της μικροπολιτικής και της ανάγκης να επιβεβαιώσει την παρουσία του ή τη σπουδαιότητά του το διαπιστώνουμε και στα παραμικρότερα ακόμη χωριά, όπως μας πληροφορούν και οι διάφοροι ξένοι που επισκέπτον­ται τις ελληνικές χώρες: δύο αντίθετα κόμματα, προστριβές και τάσεις για πολιτικολογία. Ατέλειωτες οι συζητήσεις τους τόσο για ασήμαντα ή σημαντικά τοπικά ζητήματα, όσο και για σημαντικά διεθνή. Η πολιτική κίνηση, ιδίως σε παραμονές εκλογών, ηδονίζει τον Έλληνα, αποτελεί πανηγύρι, ενώ σε άλλες χώρες δεν αντιλαμβάνεσαι το γεγονός· «Οι εκλογές στα μικρά μέρη, παρατηρούσε ο Γιώργος Θεοτοκάς πριν από χρόνια σε δοκίμιό του με τον τίτλο «Οι πολιτευόμενοι», είναι η πάνδημη και ασύγκριτη αναψυχή που την περιμένει όλος ο κόσμος πώς και πώς, για ν᾽ ανανεώσει, βέβαια, και να εξασφαλίσει τις επαφές του με την εξουσία, μα και για να ζήσει έντονα, να κινηθεί απάνω κάτω, να βγει για λίγο από τη ρουτίνα του, να ερεθιστεί η φαντασία του, να κάμει σχέδια, ν᾽ απολαύσει αγώνισμα και θέαμα γεμάτο απρόοπτα και συναρπα­στικές συγκινήσεις». Τα ίδια και χειρότερα δεν θα μπορού­σαμε να πούμε και τώρα βλέποντας τα μυκώμενα φανατισμένα πλήθη που ανεβοκατεβάζουν ρυθμικά τις γροθιές τους, συγχρο­νισμένες με τα συνθήματά τους, με τους επαναλαμβανόμενους από μαγνητοταινίες εξοντωτικά για τους περίοικους —και χωρίς κανένα σεβασμό για την κοινή ησυχία— λόγους των πολιτευομένων απ’ τα πολιτικά κέντρα, με τις κλαγγές από τις κόρνες των αυτοκινήτων κ.λ.;

Στο θέατρο του δημόσιου βίου, όπως σε κάθε θέατρο, υπάρχει θέση για όλους, για τους πρωταγωνιστές, τους δευτε­ραγωνιστές, για τους υπόλοιπους ρόλους, μικρούς και κομπαρσικούς με ποικιλία χαρακτήρων από τον αμλετικό, μακιαβελικό ως τον κυνικό και προδοτικό. Οι Έλληνες κολυμπούν σε πέλαγος εφημερίδων και ωκεανό πολιτευομένων και πολιτι­κών. Όλοι σχεδόν ενδιαφέρονται ζωηρότατα για την πολιτι­κή, συζητούν με πάθος, αισθάνονται μέσα τους τον πολιτικό και έχουν την τάση να προβάλουν λύσεις και προγράμματα για την προκοπή του τόπου, οικονομικά σχέδια κ.λ. Οι νέοι Αθηναίοι, ακόμη και σήμερα, μαζεύονται τα βράδια στην πλατεία του Συντάγματος, και κάθονται στα αναρίθμητα τραπε­ζάκια, για να πιουν τον καφέ τους και να συζητήσουν πολιτικά. Όπως πριν από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια, έτσι και σήμερα, κάθε Αθηναίος πολίτης είναι κι᾽ ένας πολιτικός. Οι Έλλη­νες και οι Εβραίοι κατά τον Churcill, είναι οι δυο περισσότερο πολιτικόπληκτοι λαοί του κόσμου και πάντοτε διαιρεμένοι σε πολλά κόμματα με πολλούς αρχηγούς, που ανταγωνίζονται, μεταξύ τους μ᾽ επίμονο πείσμα, ακόμη και όταν τρομερός κίνδυνος απειλεί τη χώρα τους.

3. Οι Έλληνες, όπως και οι αρχαίοι πρόγονοί τους, θαυμάζουν την ευγλωττία των δημόσιων ομιλητών, ιδίως όμως των πολιτικών. Η συγκέντρωση και η ηθοποιία του ρήτορα αποτελούν για τον ελληνικό λαό συναρπαστική παράσταση. Αν μάλιστα μιλούν χωρίς χειρόγραφο και γρήγορα, εντυπωσιάζουν τους ακροατές, αδιάφορο αν τα λόγια τους είναι κούφια, πλαδαρά και συχνά ασυνάρτητα, χωρίς βαθύτερο περιεχόμενο, νόημα ή σχέση με το γνήσιο πνεύμα. Αρκεί να είναι χτυπητά. Και τότε πρέπει να κλείνουμε τ᾽ αυτιά μας προς τους ρήτορες, που με τις πυροτεχνικές τους εκφράσεις, υπερβάλλοντας ή υπερτονίζοντας τα εθνικά προτερήματα και μειώνοντας ή παρασιωπώντας τα αντίστοιχα ελαττώματα, παρουσιάζουν τους Έλληνες σαν τον περιούσιο λαό της γης, τους ξεσηκώνουν τα μυαλά και τους ξεστρατίζουν από την πραγματικότητα, από την πρέπουσα πορεία. Έτσι υποθάλπουν ένα κακώς ενοούμενο πατριωτισμό που διαστρέφει τη σκέψη, ευνοεί την εθνική αλαζονεία και οδηγεί σε γελοίο σωβινισμό, μπορεί και στην καταστροφή. Αυτά σαν Επιμηθείς θα τα αναλογιστούν αργότε­ρα, όταν το κακό θα έχει συντελεστεί.

Συνδυασμένες με τη ρηχή και ανούσια ευγλωττία, με την πολυλογία των Ελλήνων είναι και οι σοφιστικές, οι διαλεκτι­κές ικανότητές τους να δημιουργούν σύγχυση για ένα ζήτημα, που δεν τους συμφέρει να συζητηθεί ή για ένα θέμα που δεν το γνωρίζουν και στο οποίο δεν θέλουν να φανούν κατώτεροι του συνομιλητή τους· και εδώ η πονηριά τους χρησιμοποιείται με μεγάλη δεξιότητα, ώστε να εξαπατά τον αφελή συνομιλητή. Αυτός πρέπει να είναι πολύ κακός χαρακτήρας. Δεν εννοώ τη γνωστή κουτοπονηριά, για την οποία δεν υπάρχει η αντίστοιχη στις ευρωπαϊκές γλώσσες λέξη, «ίσως γιατί όπως έγραψε ο Τερτσέτης, υστερούνται οι Ευρωπαίοι της λαμπρής συζυγίας κουταμάρας και πονηριάς». Στη χρήση της πονηριάς του ως όπλου βοηθεί τον Έλληνα η ευστροφία του με την κακή της βέβαια σημασία, η ικανότητα του ποιείν τα «ήττω κρείττω» και το αντίθετο. Αυτός είναι ο τύπος που θαυμάζεται, αλλά και γίνεται επίφοβος στα συμβούλια για την ευκολία, με την οποία παρουσιάζει τα μαύρα άσπρα, κάνοντας άλματα και αφήνοντας κενά στη σειρά του λόγου, ο τύπος που αποκρούει με τόση άνεση τα επιχειρήματα των αγνών και άτολμων, των τίμιων και βραδύγλωσσων, ώστε τελικά να παρουσιάζεται αναίσχυντα και κατήγορος των άλλων σε ζητήματα, που ο τίμιος θα αισθανόταν κατάθλιψη ή ίσως και την ανάγκη ν᾽ αυτοκτονήσει από ντροπή.

4. Ο αμφισβητίας και φίλερις, όταν το πάθος του οξύνεται ξεχύνεται αχαλίνωτος, γίνεται επιθετικός, φανατικός, εκδικητι­κός, δικομανής. «Θα του κάνω μήνυση» ή «θα έλθει και η σειρά μας», «θα μου το πληρώσει», «του τη φυλάγω», είναι οι ανόητες και ποταπές εκφράσεις που τις ακούμε συχνά στον τόπο μας. Αλλωστε το φαινόμενο το βεβαιώνει το πλήθος των δικηγό­ρων και των δικολάβων της χώρας, κακό που είχε παρατηρηθεί στην αρχαιότητα, καθώς και στα χρόνια της φραγκοκρατίας, όπως σημειώνει στις αρχές του 20ού αι. ο ιστορικός W. Miller (κάπου στο έργο του «The Latins in Greece), ο οποίος προσθέτει ότι από το κακό αυτό πάσχει και σήμερα ο ελληνικός λαός. Τα ίδια επίσης διαπίστωνε μισόν αιώνα πριν απ’ αυτόν ο Edmond About: ότι το μικρό βασίλειο διέθετε μια «στρατιά» από δικηγόρους, άλλη από δικαστές και τρίτη από γιατρούς, χωρίς να λογαριάσει τους αξιωματικούς. Και πραγματικά το δικηγορικό επάγγελμα προσιδιάζει στον εύ­γλωττο εύστροφο και σοφιστικό χαρακτήρα πολλών Ελλήνων. Ίσως και γι᾽ αυτούς τους λόγους στρέφεται προς τη σπουδή της νομικής μεγάλο πλήθος Ελλήνων, αν σκεφθεί μάλιστα κανείς ότι με το δίπλωμά της τους ανοίγονται όλες σχεδόν οι θύρες του δημόσιου βίου.

Ο δικηγόρος είναι ο πιο ζωντανός και χαρακτηριστικός τύπος της νεοελληνικής κοινωνίας και η δικηγοροκρατία το πιο συνηθισμένο και μόνιμο φαινόμενό της. Από τον κλάδο του προέρχεται συνήθως ο επαγγελματίας πολιτικός. Εναντίον μάλιστα του αποτυχημένου δικηγόρου, που το ρίχνει στην πολιτική, σέρνει «τα εξ αμάξης» ο I. Μ. Παναγιωτόπουλος που τον θεωρεί ακόμη καυχησιολόγο, ιταμό, αμετροεπή, μικροπρε­πή, συμφεροντολόγο κ.λ.π. και απορεί πώς ένας τέτοιος άνθρωπος τολμά να παίρνει επάνω του «τη συντριπτική ευθύνη να νοθεύσει και να κυβερνήσει».

Ο Έλληνας πολιτικός ηγέτης, κατά τον Άπιο, χαρακτη­ρίζεται έντονα εγωιστής και αυταρχικός. Διατυπώνει τη σκέψη του, βελτιώνει τη διατύπωσή της με πολλές επαναλήψεις και δεν περιμένει ούτε θέλει ν᾽ ακούσει άλλη γνώμη. «Ανακυκλώ­νεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις, γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του». Ο Άπιος όμως έχει σοβαρές αντιρρήσεις για τη συμπεριφορά και τον τρόπο ενέργειας των Ελλήνων πολιτικών αρχηγών —αλλά και των σύγχρονων προγραμματιστών, θα λέγαμε εμείς— που σπεύδουν και αυτο­σχεδιάζουν. Αιρόμενος σε μια θεωρία της πολιτικής πράξης διατυπώνει υψηλές σκέψεις που πρέπει να διέπουν τον κατά γνήσια έφεση πολιτικό· «Η πολιτική που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες δεν σηκώνει ούτε βιασύνη ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενεές… Τα εδραία πολιτικά έργα μέσα στην ιστορία είναι υπερπροσωπικά. Και δυστυχώς οι Έλληνες μόνο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο… Αλλά και τότε που βρέθηκε στην Ελλάδα ο μεγάλος, ο χαρισματικός ηγέτης με την ευρύτητα και καθαρότητα των σχεδίων του, ο ηγέτης που διάλεξε τους κατάλληλους συνεργάτες του, ο Μέγας Αλέξαν­δρος, το τεράστιο έργο του, η πραγματοποίηση του ονείρου μιας απέραντης ενιαίας οικουμένης ματαιώθηκε, γιατί ο εμπνευστής του πέθανε νέος ξαφνικά και οι συνεργάτες του δεν είχαν συμμεριστεί βαθιά τις ιδέες του, επομένως δεν ακολούθησαν πιστά την κοινή πορεία που είχε χαράξει ο δημιουργός. Το έργο δεν ήταν γέννημα καθολικής και μακροχρόνιας συνεργασίας, ώστε να σχηματιστεί η παράδοση. Σ᾽ αυτή αντέδρασαν και πρόβαλαν διασπαστικά τα φιλόδοξα και τυραννικά «εγώ» οι συνεργάτες του». Υπεύθυνα για την κατάρρευση ήταν και τα δύο μέρη και όχι, όπως αφήνει να νοηθεί ο Άπιος, μόνον ο Αλέξανδρος, «ο αυταρχικός ηγέτης» που τον κατηγορεί ότι δεν είχε κάνει τους στρατηγούς του «κοινωνούς στην τιμή του έργου, αλλά θήτες του γιγάντιου εγωισμού του».

Αφού οι Έλληνες είναι προσκολλημένοι κυρίως στα προσωπικά συμφέροντα, επόμενο είναι να μην εμμένουν σε εδραίες πολιτικές αρχές, αλλά να παρουσιάζουν ανάλογα με αυτά μεγάλη ρευστότητα πολιτικών αντιλήψεων και πεποιθή­σεων, όταν λάβει κανείς μάλιστα υπόψη του τον κινητικό και ανήσυχο χαρακτήρα τους. Τις μεταβολές αυτές σατιρίζει ο δημοσιογράφος Π. Παλαιολόγος στο χρονογράφημά του «Με­τανάστες»: «Κοινοβουλευτικοί σήμερα, Απριλιανοί αύριο, δικτατοδημοκρατικοί την επομένη, φίλοι πολεμίων, πολέμιοι φίλων, βασιλόφρονες το πρωί, βασιλοφάγοι το απογευματάκι, τοποθετημένοι από το παρελθόν στο «όχι», όψιμοι γιέσμεν που δηλώνουν ότι «ναι» θα είναι η ψήφος τους».

Κωμικό ιδίως είναι το θέμα πολλών αλλοπρόσαλλων μορφωμένων, θέαμα που ξεπερνά σε ευρηματικότητα και τις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου. Τα έντονα ατομικά τους συμφέ­ροντα τους στελεχώνουν πότε εδώ και πότε εκεί σε διάφορες φατρίες ή κλίκες ή και σε διάφορα κόμματα, από τα οποία περιμένουν κάποια προσωπική εξυπηρέτηση, αδιαφορώντας για την επίτευξη των κοινών σκοπών. Πώς μπορούμε έπειτα να κομπάζουμε για τη δημοκρατικότητά μας, να φαινόμαστε πως νοιαζόμαστε για τον διπλανό μας και να συντελούμε στην κοινωνική αγωγή και πρόοδο του έθνους; Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αγανακτήσεις, αθυμία και γενικά αναταραχή, η οποία καλλιεργεί το έδαφος για την αποσταθεροποίηση της δημοκρατίας. Οι ψευτοδημοκράτες μοιάζουν με τους ψευδευλα­βείς εκείνους, που κάνουν ό,τι ανόσιο μπορούν μέσα στη ζωή, προς τους συνανθρώπους των, κι᾽ έπειτα τακτικοί στις εκκλη­σίες, ανάβουν κεριά, υποκλίνονται στις εικόνες των αγίων, γονατίζουν κατά τις προσευχές τους και παρακολουθούν με υποκριτική κατάνυξη τη θεία λειτουργία ως το τέλος της με τη συναίσθηση ότι εκπλήρωσαν στο ακέραιο τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Και όμως «εάν τις είπη, ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν» (Α’ Ιω. 4,20).

Μάταια αναζητεί κανείς στα άτομα αυτά την ανθρωπιά, τη μόνη γνήσια ιδεολογία του αληθινού δημοκράτη ή του πραγμα­τικού χριστιανού! Οι ψευτοδημοκράτες αυτοί στο βάθος είναι οι καταλύτες της δημοκρατίας. Ο εύπιστος και καλός, ο αγαθός, ο ειλικρινής, που εμπιστεύεται στην «ανθρωπιά» του άλλου, θεωρείται από όλους σχεδόν εκπληκτικά αφελής (πρβλ. μετάπτωση της έννοιας των αρχαίων λέξεων ευήθης και αγαθός στην έννοια του ελαφρού, του βλάκα), σαν να έπεσε στη γη από άλλον κόσμο, ευκολοαπάτητο και ακίνδυνο «κοροϊδάκι», ένα «ανθρωπάκι» κατά την έκφραση των «έξυπνων», των αδίστα­κτων στην προσπάθεια για την επίτευξη των ιδιοτελών τους σκοπών, «ανθρωπάκι» που πέφτει θύμα της υποκρισίας του άλλου, της τάσης του για εξαπάτηση —ελαττωμάτων που άλλοτε, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, μπορεί να ήταν αναγκαία μέσα για επιβίωση, αλλά τώρα, σε μια ελεύθερη κοινωνία, γίνονται επικίνδυνα όπλα βλάβης ή και καταστροφής των συνανθρώπων μας, κυρίως των εύπιστων και αφελών, ή καλύτερα των «ανθρώπων». Μικροί ή μεγάλοι κόλακες, ή καλύτερα απατεώνες, τριγυρίζουν τον απλό και αγνό άνθρωπο για τόσο καιρό, όσος τους χρειάζεται για να πραγματοποιή­σουν τους σκοπούς των. Αυτή είναι η ηθική κρίση της εποχής μας. Αυτές τις απογοητεύσεις δοκιμάζουν συχνά οι έντιμοι διαπιστώνοντας πόσο βαθιά ριζωμένες στη ζωή μας είναι ακόμη οι συνήθειες της τουρκοκρατίας, πόσο υψηλά παραμέ­νουν ακόμη τα ποσοστά της ευτέλειας και ιδιοτέλειας με πρώτα πρόχειρα όπλα το ψέμα και τη συκοφαντία. Βυθιστήκαμε στην ψευτιά και στην απάτη. Το ψέμα μάλιστα έχει εισβάλλει τόσο βαθιά στη ζωή μας, ώστε πολιτογραφήθηκε, θα έλεγε κανείς, με ανεξίτηλη μελάνη στην τρεκλίζουσα ελληνική κοινωνία. Υπάλληλοι, βιοτέχνες, τεχνικοί —ιδίως αυτοί με το «σήμερα», «αύριο»— είναι βουτηγμένοι στο ψέμα. Για να φέρεις κάτι σε πέρας, πρέπει να αγανακτήσεις, να «γανιάσεις», όπως λέγει ο λαός. Η ειλικρίνεια πετά πάνω από τις καλές ανθρώπινες σχέσεις.

Εφόσον το ψέμα κυριαρχεί ακόμη στις σχέσεις των Ελλήνων και το χρησιμοποιούν και μεγάλοι για την επιδίωξη των σκοπών τους, δεν πρέπει να περιμένουμε κάποια αλλαγή. Στην Ελλάδα οι εκφράσεις «ψεύτη!», «ψευταράκο!», ή «λες ψέματα!» δεν προσβάλλουν σοβαρά τον συνομιλητή τους. Είναι ήπιοι, θα έλεγε κανείς χαϊδευτικοί χαρακτηρισμοί, ενώ έξω, στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, όπως π.χ. στην Αγγλία ή Γερμα­νία, αποτελούν βαριά προσβολή.

Δεν είναι όμως μόνον οι βραδυφλεγείς επιδράσεις της τουρκοκρατίας που ενισχύουν την τάση για το ψέμα και την εξαπάτηση του διπλανού μας. Ένα μεγάλο μέρος από τις αυταπάτες μας πηγάζει, νομίζω, από την εγωπάθεια, από τον έντονο εγωισμό για προβολή, για επίδειξη του εαυτού μας και από τον φθόνο προς τους άλλους, ελαττώματα που μειώνουν την ηθική μας αντίσταση και διαφθείρουν τη συνείδησή μας. Αυτός ο έντονος εγωισμός δεν αφήνει να στερεωθεί η παράδο­ση στον τόπο μας, ιδίως στην πολιτική και στις επιστήμες. Παντού παρατηρείται αυτοσχεδιασμός. Ο κάθε Έλληνας έχει τη δική του γνώμη και δεν θέλει ν᾽ ακολουθήσει τα πατήματα των προκατόχων του, θέλει να επιβάλει δικές του απόψεις, το εγώ του, που το τοποθετεί πάνω από το εμείς, και ο οποίος θέ­λει να δείξει πως κάτι είναι, περιφρονώντας όλους τους άλλους. Αυτή την αλλαγή ποθούν και ονειρεύονται πάντοτε οι Έλλη­νες. Αυτή η συνεχής τάση παρατηρείται στην Ελλάδα, αφότου απελευθερώθηκε, με τη διαφορά ότι από τότε η αλλαγή νοείται συνήθως με την έννοια της ανατροπής των όσων έχουν γίνει από την προηγούμενη κυβέρνηση, και των καλών ακόμη —πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. «Κατά δυστυχίαν, γράφει ο σύγχρονος της Επαναστάσεως και γνωστός απομνημονευματογράφος Νικ. Σπηλιάδης, οι Έλληνες θεωρούσιν εις την μεταβολήν των πραγμάτων ευτυχές μέλλον».

Καμιά συνέχεια, καμιά στρωμένη παράδοση. Στην Ελλάδα, όπως σωστά γράφτηκε, «ο ένας ξηλώνει ό,τι ράβει ο άλλος, μόνο και μόνο γιατί το ράβει ο άλλος. Η νεοελληνική «haute couture» της πολιτικής είναι αριστούργημα βλακείας, κακεντρέχειας και παλινωδίας». Η επίδοση των πολιτικών στη ραπτική ή καλύτερα στην «μπαλωματική» στην Ελλάδα είναι παλιά παράδοση. Την έκφραση αυτή τη βρίσκω για πρώτη φορά σε γράμμα του Σπ. Τρικούπη προς τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο στις 3 Ιουλίου 1824, στο οποίο γράφει· «Και όποιος φαντάζεται να κάμει κάτι άλλο εις την Ελλάδα παρά να μπαλώνη, είναι γελασμένος». Συνήθως μόνον κάτω από την πίεση των περιστάσεων, όταν η ανάγκη μας βάλει το μαχαίρι στον λαιμό, τότε γίνεται προσπάθεια για σοβαρότερη εργασία και οργάνωση. Αλλιώς η τάση για αντιμετώπιση των αναγκών, για συστηματοποίηση των πραγμάτων, παρατηρείται μόνο κάτω από την πίεση των περιστάσεων δηλαδή τα πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο υπάσπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος μιλώντας για την αργή πορεία της Επαναστάσεως του 1821 προς την πολιτικοστρατιωτική της οργάνωση.

5. Ο κατατρεγμός των ικανών, ενσυνείδητες αδικίες και ζημίες στην επιστήμη και γενικά αναστολή στην προκοπή του έθνους

1. Έλλειψη λοιπόν συστηματικής εργασίας και συνεργασίας, ακόμη και στον επιστημονικό κόσμο με κύριο χαρακτηρι­στικό τη δυσπιστία, τη δυσπιστία προς τους άλλους, όποιοι και αν είναι (υπενθυμίζω την παρατήρηση του φιλέλληνα von Byern:«o χαρακτήρας των Ελλήνων είναι του ζηλιάρη και του καχύποπτου ανθρώπου»—), προς τον διπλανό, προς τους πολιτευομένους, προς την εξουσία, προς το κράτος, το οποίο επίσης αντικρίζει τον πολίτη σαν υπόδικο, σαν ένοχο. Ο Έλληνας, αγχώδης, καχύποπτος, ζηλιάρης, παρακολουθεί, υποβλέπει, συνήθως χωρίς λόγο, κουτσομπολεύει, αστυνομεύει, υπονομεύει τον διπλανό του. Ο υπερεγωισμός του και ο φθόνος τον κάνει συχνά να μη προβάλλει ή να μην υποστηρίζει την προώθηση του ικανού και με ήθος μέσα από τους συναδέλφους του σ’ ένα πνευματικό ίδρυμα, σ’ ένα κόμμα που ζητεί αρχηγό ή σ’ ένα διοικητικό συμβούλιο ή σε μια υπηρεσία, που αναζητεί προϊστάμενο, αν μάλιστα ο ίδιος έχει την εντύπωση για τον εαυτό του ότι, μολονότι άξιος ή αξιότερος, δεν έχει ελπίδες ν’ ανυψωθεί στην αρχή. Συνηθισμένη του φράση: «Γιατί αυτός και όχι εγώ;».

Αν δεν μπορεί ο ίδιος να κάνει κάτι, εμποδίζει και τον άλλο να το κάνει, για να μη ξεπέσει ο ίδιος στα μάτια των άλλων. Έλλειψη όχι μόνον αγάπης, αλλά και ανοχής. Κυρίαρ­χος ο φθόνος. Θέτοντας όμως το σπαθί μας σαν τον Γαλάτη Βρέννο στην πλάστιγγα του εγώ κλονίζουμε την ισορροπία του εμείς, της κοινωνίας, πλήττουμε την αμοιβαία εμπιστοσύνη και διαλύουμε την ομαδική ζωή, την αποσυνθέτουμε σε απομονωμέ­να άτομα, δύσπιστα και εχθρικά διακείμενα το ένα προς το άλλο. Και μερικοί αγανακτισμένοι Έλληνες γενικεύοντας —κακώς βέβαια— τις κρίσεις τους ξεστομίζουν βαριές φράσεις εναντίον των συμπατριωτών τους. Ένας τέτοιος αγανακτισμένος, γνωστός καχύποπτος και με έμμονη ιδέα καταδιώξεως, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, έφτασε να πει στον ρομαντικό και ιδιόρρυθμο Αγγλο γαμπρό του Trelawny αυτά τα τρομερά λόγια· «Οι Έλληνες είναι από τη φύση τους προδοτικοί, πονηροί, κακοήθεις και ασταθείς. Και η ιστορία και η παράδοση απέδειξαν ότι ήταν πάντοτε έτσι». Νομίζεις πως ακούει τα ίδια λόγια του Μενενίου Άπιου ύστερ’ από 18 αιώ­νες· «Μέσα στους πιο πολλούς Έλληνες, άμα σκαλίσεις λίγο, θα βρεις ισχνόν υπερόπτη Κοριολανό, έναν άσημο έκδικητικό Αλκιβιάδη, ένα εγώ μεγαλύτερο από την πατρίδα. Όχι βέ­βαια σε όλους».

Σκοπός του ‘ Ελληνα, όπως και στην αρχαιότητα, δεν είναι να ξεπεράσει σε αξιοπιστία ή και σε καλή φήμη τον αντίπαλό του, αλλά να τον κατεβάσει κάτω από τη δική του θέση, όποια και αν είναι. Στην ανάγκη —ιδίως σε διοικητικά συμβούλια μέσα στην κοινωνία ή στο κράτος— προβάλλουν τον μειωμέ­νης ευφυίας υποψήφιο. Αξιοσημείωτα σχετικά είναι όσα σημειώνει ο Ε. Λεμπέσης σε ειδική μελέτη του· «Την άνοδον αυτού (του μειωμένης αντιλήψεως) διευκολύνουν πλείστα προς τούτο ειδικά προσόντα: παντελής έλλειψις προσωπικότητος, ήτις εκδηλούται εις την χρονιάν απουσίαν γνώμης επί παντός ζητήματος, εις τον φόβον προ της ενδεχομένης διαφωνίας προς πάντα άνθρωπον, ή ολιγόλογος ανιαρότης αυτού, εκλαμβανομένη υπό των αφελών ως βαθύνοια και σοβαρότης, οφειλομένη δε πράγματι εις ανεπανόρθωτον έλλειψιν πνεύματος και πολιτι­σμού, κ.λ.π. Τοιούτοι λ.χ. δύο κλασσικοί και αντίθετοι τύποι σοβαροφανών βλακών: ο «ψωνίζων» και ο «causeur». Ο «ψωνίζων» έχει έκδηλον στίγμα την βλακώδη πονηριάν εις το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος, ένθα — παρά τοις ανθρώποις— κείται συνήθως το πρόσωπον. Η ευφυία του, την οποίαν πιστεύει ότι έχει και ότι την κρύπτει επιμελώς, συνίσταται εις το ν’ ακούη μόνον τα λεγάμενα των άλλων, συνοδεύων αυτα με εξυπνώδες τι ηλίθιον μειδίαμα. Δεν απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» δια να «εκτεθή». Πάντα άνθρωπον κατ’ αρχήν θεωρεί ως εχθρόν ενεδρεύοντα να του αρπάση καμίαν εκδήλωσιν δια να τον «εκθέση» κακοήθως εις τους εχθρούς του. Πάντα δε άνθρωπον κατ’ αρχήν εκφράζοντα γνώμας θεωρεί άνευ δισταγμού βλάκα, κρύπτων ο ίδιος επιμελώς την ευφυίαν του όπισθεν συγκαταβατικού μειδιάματος».

Και συμβαίνει, επειδή συνήθως ο τίμιος και σεμνός δεν είναι μαχητικός, να παραμερίζεται εύκολα. Αλλωστε του λείπει το «ογκηρόν», η αλαζονική εμφάνιση, που την έχει ο ανάξιος και θρασύς. Και αυτή —το γνωρίζει καλά— του ταιριάζει για να πετύχει. Έτσι δυστυχώς είναι συνηθισμένος και ο λαός μας και ανάλογα κρίνει και πράττει.

Και οι έντονες στην εποχή μας απογοητεύσεις των «ανθρώπων», των ιδεολόγων, που έρχονται καταποδιαστές, τους κάνουν να υποφέρουν, τους αναγκάζουν να κτίζουν γύρω τους ψηλά τείχη για να προστατεύονται, ν’ αντιστέκονται και ν’ απομακρύνουν όσο μπορούν τις αγέλες των ανθρώπινων λύκων, που τους τριγυρίζουν για κοινά και ταπεινά συμφέροντα ή για να τους βλάψουν. Με αυτά σώζονται οι ελεύθεροι άνθρωποι, οι εχθροί των συναλλαγών και της φαυλότητας, των συκοφαντιών και των μηχανορραφιών, που μολύνουν την κοινωνία. Και οι ελεύθεροι αυτοί γίνονται παρήγορο σημάδι για τους άλλους, παράδειγμα για εγρήγορση και αντίσταση. Οι αρχές τους είναι τα απρόσιτα κάστρα τους, τα μόνα στηρίγματα άμυνας, αλλά και αγώνων, οι μοναδικές οάσεις της ζωής των καταδικασμένων στη μοναξιά ανθρώπων, που γίνονται νέοι Τίμωνες, αλλά όχι μισάνθρωποι· που αγωνίζονται τίμια, και εγκάρδια ανοίγουν τις αγκαλιές τους στους αδύνατους και κατατρεγμένους, καθώς και στα εκλεκτά πνεύματα που νιώθουν ψυχική συγγένεια και έλκονται προς αυτούς. Απογοητευμένοι όμως μπορούν να πουν κάποτε τα λόγια που βάζει ο Μπόρις Πάστερνακ στο στόμα του Άμλετ στο ομώνυμο ποίημά του:


Είμαι μονάχος, τα πάντα είναι βυθισμένα
στον φαρισαϊσμό.
Να ζήσεις μια ζωή δεν είναι
σα να περνάς μια πεδιάδα

Μερικοί όμως, σαν τον Τίμωνα τον μισάνθρωπο, σβήνουν τον ήλιο της καλοσύνης μέσα τους, γίνονται απαισιόδοξοι και δύσπιστοι, άχρηστα —αν όχι αντικοινωνικά— στοιχεία και αφήνουν τον τόπο στη διάθεση των ανάξιων και δημοκόπων. Άλλοι πάλι, ιδίως σε στιγμές μεγάλης πολιτικής κρίσης και αποχαλινώσεως των παθών, ζητούν το πρόσωπο που θα σώσει την κατάσταση. Και τότε ξανακούεται η αιώνια κραυγή αγωνίας: «… ουκ έστιν ο διορθούμενος;» (Δεν βρίσκεται ο άνθρωπος που θα σώσει την κατάσταση;), κραυγή που ακουόταν στις παραμονές της πτώσης του Βυζαντίου, κραυγή που ακούεται σε στιγμές εσωτερικής κρίσης ή εξωτερικού κινδύνου και η οποία δείχνει ότι το έδαφος είναι προσφορο για την ανάδειξη του εκλεκτού ηγέτη, αλλά και για την εκκόλαψη υποψήφιων δικτατόρων. Τέτοιες ακριβώς πολιτικές ανωμαλίες έφεραν στην Ελλάδα τις αλλεπάλληλες δικτατορίες των τελευ­ταίων 50 χρόνων. Ποιοι λοιπόν είναι οι υπεύθυνοι;

2. Άκρατος ατομισμός και εγωισμός, επομένως και η φιλοδοξία ή ματαιοδοξία, κάνει τον Έλληνα, όπως είπαμε, επιθετικό, τον σπρώχνει προς τη σύγκρουση, προς τη διαφω­νία, προς τη διαλεκτική —προς τη φλυαρική, θα έλεγα, σχηματίζοντας έναν νεολογισμό— αναμέτρηση με τον διπλανό του, προς τη λογομαχία ή προς το να πει και αυτός κάτι που να διαφέρει—έστω και κάπως— από του διπλανού του και που, κατά τη γνώμη του, αποτελεί πρωτότυπη σκέψη. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν οι κουρασμένοι στην αρχαιότητα Έλληνες και απογοητευμένοι συχνά από τις άγονες συζητήσεις να μη επαινούν το «λακωνίζειν», να μη το θεωρούν σπουδαίο γνωσιολογικό επίτευγμα; Και αυτή ακριβώς η τάση των Ελλήνων έκανε τους Δυτικούς, μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, να κατηγορούν τους Ανατολικούς ότι ήταν οι δημιουργοί των αιρέσεων. Απ’ αυτήν ακριβώς την τάση προς τη «διαλεκτικά» προβολή του «εγώ» προέρχονται οι μακρόσυρτες και συνεχείς συζητήσεις, οι απεραντολογίες για ένα θέμα πολιτικό, κοινωνι­κό, εκπαιδευτικό ή και θρησκευτικό, οι ατέλειωτες συνήθως συνεδριάσεις των συμβουλίων, ιδίως των ανώτατων εκπαιδευτι­κών ιδρυμάτων. Ανάμεσα στα μέλη υπάρχουν ορισμένα που ηδονίζονται να μιλούν, να μιλούν, να μιλούν χρησιμοποιώντας επιτηδευμένα σχήματα λόγου, και να εξουθενώνουν τους συμπαρακαθήμενους, γιατί πράγματι η συνεχής ευγλωττία ενοχλεί, όπως είχε παρατηρήσει ο Pascal, και τελικά εξοντώ­νει τον συνομιλητή. Ασφαλώς την πλύση του εγκεφάλου την έχουν εφεύρει οι ‘Ελληνες, προτού την ανακαλύψει η σύγχρο­νη «πολιτισμένη» βαρβαρότητα! Το κακό της φυλαρίας παίρνει τη χειρότερη μορφή, τη μορφή του κουτσομπολιού (που κλιμακωτά φθάνει από την απλή κακολογία ως την επικίνδυνη συκοφαντία) σε ιδιαίτερες συναντήσεις ορισμένων ατόμων που προωθούν «δικούς» των ή καταβαραθρώνουν ανθρώπους έντι­μους και άξιους. Στις τέτοιου είδους συγκεντρώσεις άθελα θυμάται κανείς τα λόγια του Villoison: «Οι Έλληνες περνούν τον καιρό τους μισώντας ή συκοφαντώντας ο ένας τον άλ­λο…».

Οι συκοφάντες του είδους αυτού κάνουν μια προσπάθεια, όπως λέγει ο Adler, να εξυψώσουν τον εαυτό τους αφήνοντας τον άλλο να βουλιάξει. Την αναγνώριση της αξίας του άλλου την αισθάνονται σαν προσωπική προσβολή. Απ’ αυτό καταλα­βαίνει κανείς πόσο βαθιά ριζωμένο σ’ αυτούς είναι το αίσθημα της αδυναμίας. Στις συναθροίσεις αυτές —συναθροίσεις προς αποφυγήν!— του κουτσομπολιού το χαρτί μπορεί να παίζει επιβοηθητικό ρόλο ψυχαγωγίας!! Και συνηθισμένη δικαιολογία —στις αρχές,τουλάχιστον— είναι ότι παίζουν χαρτιά για να «σκοτώσουν την ώρα». Δεν ξέρω αν υπάρχει σε καμιά άλλη γλώσσα του κόσμου η αξιοθρήνητη αυτή έκφραση, για να δηλώσει την κακή εκτίμηση και χρήση του χρόνου. Γιατί ν’ απορούμε έπειτα για την ευρύτατη διάδοση του κουτσομπολιού και των σκάνδαλοθηρικών εντύπων, εφημερί­δων, βιβλίων κ.λ. στον τόπο μας;

Σ’ αυτόν τον ελεεινό και φθοροποιό αγώνα, έχοντας τέτοιους σαν τους παραπάνω κριτές, είναι αληθινό θαύμα, αν τελικά θα γλυτώσει και θα επικρατήσει ο εργατικός και τίμιος. Στον σεμνό και ήπιο δεν δίνουν σημασία. Είναι κατά την ηθική τους αντίληψη, καλό και τίμιο «ανθρωπάκι», που δεν πρόκειται να τους βλάψει. Επικίνδυνοι είναι οι κακοί, οι θορυβοποιοί, αυτοί που χυπώντας τη γροθιά στο τραπέζι μπορούν να υποστηρίξουν το άδικο, αυτοί που μπορούν ν’ απειλήσουν, να βλάψουν. Το ήθος, σπουδαίο προσόν για μερικούς πολιτισμέ­νους λαούς, στον τόπο μας συνήθως δεν ισχύει. Στην Ελλάδα οι αλλόκοτες συνθήκες της ζωής μας έχουν επιβάλει την άποψη του να φοβόμαστε —αντί ν’ απομονώνουμε και ν’ αφοπλίζου­με— τους κακούς που συνήθως δρουν ατιμώρητα. Οι μόνοι που μπορούν να τους πλησιάσουν είναι οι κόλακες, γιατί σ’ αυτούς δεν αντέχουν οι κακοί. Και αυτοί βρίσκονται πάντοτε στον προθάλαμο τους. Τέτοιες οδυνηρές εμπειρίες έχει πολλές ο άνθρωπος στη ζωή του. Κυριαρχεί ο ραδιούργος, που μπορεί να υποκρίνεται πως κόπτεται για τη δημοκρατία, ο μηχανορράφος, που τρέχει από γραφείο σε γραφείο, δήθεν για να κατατοπίσει, αλλά στην πραγματικότητα για να υφάνει τους δόλους του σε βάρος του ικανού. Η επιτήδεια συκοφαντία είναι βέβαια το μοναδικό όπλο και δεν αστοχεύει: Fortiter calumniari, semper aliquid manet. Και αυτό το όπλο οι Έλληνες, «αυτοί οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι Έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου», από την αρχαιότητα κιόλας χειρίζονταν με μοναδική ευστροφία και δεξιοτεχνία, ώστε να διαπράττουν ατιμώρητα τον αναίμακτο ηθικό φόνο, εντελέστε­ρα από τον σωματικό. Και το όπλο αυτό το χειρίζονται ακόμη και σήμερα με την ίδια επιδεξιότητα, όπως το αποδεί­χνει και η σύγχρονη ιστορία, όπλο συνήθως αυτών που ανέβηκαν ανάξια. Ρουμάνος φίλος και συνάδελφος μου έλεγε ότι απορούσε από την ευρύτητα του φαινομένου της κακολογίας των επιστημόνων στην Ελλάδα, του ενός σε βάρος του άλλου. Ποιός όμως είναι ο συκοφαντικός λόγος; Μας τον προσδιορίζει —ποιός άλλος ;— ο Μενένιος Άπιος: «Δεν στηρίζεται σε ανύπαρκτα γεγονότα η περίτεχνη συκοφαντία, αλλά διαλέγει κάποιο ασήμαντο, το βγάζει από την σειρά του, το φουσκώνει, το βάζει σε άλλη σειρά και έτσι το κάνει να αποδίδει μιαν εντελώς διαφορετική από την αρχικήν εντύπωση. Το αλλάζει, χωρίς να το αλλάξει το ίδιο. Πού είναι η συκοφαντία; ρωτάει ο συκοφάντης». Και με αυτό το αγχέμαχο όπλο πολεμά «ο Έλληνας τον Έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο, ο ποιητής τον ποιητή, αλλά και ο ανάξιος τον ανάξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό». Έτσι δεν πρέπει ν’ απορεί κανείς, αν τότε, όπως και τώρα, οι πολλοί και τίμιοι φοβούνταν τους συκοφάντες και πώς όσοι τους είχαν ανάγκη τους χαιρετούσαν με μεγάλη ευγένεια στις στοές και στην αγορά. Ο «πανδαμάτωρ» όμως χρόνος του έσβησε όλους, συκοφάντες και συκοφαντημένους, και τους σκέπασε με το χώμα του Κεραμεικού, επάνω στο οποίο φυτρώνουν τώρα χαμομήλια και παπαρούνες.

Ποιά είναι η ψυχολογία αυτών των κακών ανθρώπων, μας την αναλύει ο Ευάγγ. Π. Πανούτσος: «Οι συκοφάντες, όπως οι περισσότερες κατηγορίες εκείνων που «κάνουν το κακό για το κακό», είναι άνθρωποι ανασφαλείς και έντρομοι από τα πραγματικά ή υποτιθέμενα χάσματα και κενά του εσωτερικού των κόσμου. Για τούτο, σαν τα φοβισμένα σκυλιά, επιτίθενται και δαγκάνουν δεξιά και αριστερά, κατά προτίμηση όσους έχουν έντονη παρουσία στο περιβάλλον τους. Σκοπός τους από το ένα μέρος να τους μεταδώσουν τον φόβο τους και να τους μειώσουν, και από το άλλο να δείξουν, έστω και αρνητικά, τη δύναμή τους και ν’ αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση που τους λείπει. Κατά βάθος λοιπόν πρόκειται για ανεπαρκείς και δυστυχείς ανθρώπους –και ας φαίνονται σίγουροι και ευχαριστημένοι από τον εαυτό τους— που πληγώνουν τους άλλους για να ξεχάσουν τις δικές τους πληγές. Των άλλων η επιτυχία, η φήμη, η αναγνώριση γίνεται ο εφιάλτης τους. Και αντί να αντιδράσουν θετικά με την ανάλυση των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν και με την ανασύνταξη και κινητοποίηση των δυνάμεών τους, παίρνουν τον εύκολο δρόμο της κακουργίας (διαβάλλουν, παγιδεύουν, συνομωτούν) οδηγημένοι από ένα αβυσσαλέο φθόνο, που δεν κάνει διάκριση όχι μόνον μέσων, αλλά και στόχων. Γνωστοί και άγνωστοι γίνονται αντικείμενα της μοχθηρίας τους, αρκεί να είναι «κάποιοι», φτασμένοι υψηλά, ονομαστοί, που έχουν κερδίσει τη γενική αναγνώριση. Και τρίβουν τα χέρια τους από χαρά και ικανοποίηση ότι αξιώθηκαν να γκρεμίσουν είδωλα σεβαστά.. ». Φρενιάζουν πως ο μεγάλος είναι μοναδικός, κεφάλαιο του έθνους, και οι ίδιοι, ανικανοποίητοι από τα δικά τους επιτεύγματα, βυθίζονται στον βυθό της ηθικής μηδαμινότητας κυριευμένοι από τον φθόνο.

Και το μίσος δεν εξαντλείται στον «κάποιο», στον σεβα­στό. Αν δεν μπορούν να τον εξοντώσουν, η κακία τους ξεχύνεται ακάθεκτη στους φίλους του, στους δικούς του, σε οποιονδήποτε άλλον τον αντιπροσωπεύει, τον συμβολίζει. Τί πετυχαίνει όμως ο συκοφάντης από το έργο του; «Εκδικείται τον εαυτό του. Ο εαυτός του του φταίει, επειδή τον αισθάνεται μικρό, ανίκανο και ευτελή· τον εαυτό του μισεί».

Είναι λοιπόν ζήτημα τύχης, αν και αυτοί ακόμη που ευεργέτησες, αν κάποτε θ’ αναγνωρίσουν με σεβασμό την οφειλή τους. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο· αν έλθει ποτέ εκείνη η ώρα, θα την αρπάξουν αμέσως με μίσος και με την αστραφτερή φλόγα της χαιρεκακίας και του σαδισμού στα μάτια τους που λέγει «τώρα θα σου δείξω τί αξίζω κι’ εγώ, ευεργέτη μου», θα του ανταποδώσουν το καλό με χολή, και την καλοσύνη με απανθρωπία συνοδευόμενοι από οργανωμένο εσμό —μικρομαφίες— ρευστών και ανέντιμων ανθρωπαρίων, χαιρέ­κακων επίσης και βρωμερών νάνων, προσκολλημένων σ’ αυτόν για κοινά συμφέροντα. Είναι κωμικό μαζί και τραγικό να βλέπεις τους νέους Ιούδες, ν’ αλλάζουν το προσωπείο τους, και να δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο, όταν φτάσουν στην επίτευξη των σκοπών τους. Η μόνη διαφορά από τον παλιό τους ομώνυμο είναι ότι δεν αισθάνονται τύψεις ή μάλλον καμιά τύψη —η μεγάλη κρίση της εποχής μας— και βέβαια καμιά διάθεση να εξαγνιστούν περνώντας από τον λαιμό τους τη θηλειά, ή ν’ αποσυρθούν σε μοναστήρι, όπως έκαναν στα βυζαντινά χρόνια «οι εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντες». Αγαπητός συνάδελ­φος, άνθρωπος και επιστήμονας, μου έλεγε ότι, αν ανάμεσα στους 12 μαθητές του Χριστού βρέθηκε ένας προδότης κι’ εκείνος από τύψεις πήγε και κρεμάστηκε, στην εποχή μας ζήτημα είναι αν μέσα στους ιδιαίτερα ευεργετημένους και προωθημένους μαθητές θα βρεθεί ένας πιστός και ευγνώμονας. Συνυπογράφω. Ο αχάριστος είναι δειλός, αγενής και κακόψυ­χος. Με σαρκασμό εκφράζεται σε τέτοιες περιπτώσεις ο λαός μας λέγοντας για τον αχάριστο: «Μα δεν του έκανα καλό. Γιατί με κυνηγά;». Διαβάστε τον παρακάτω χαρακτηρισμό του αχάριστου από τον φιλόσοφο Paulsen και θα τον βρείτε αμέσως κοντά σας: «Ο ίδιος άνθρωπος που φέρνεται με ωμή υπεροψία απέναντι των αδυνάτων, λυγίζει και σέρνεται μπροστά σ’ εκείνους που έχουν δύναμη. Χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα και την πιο απεχθή κολακεία σ ’ εκείνους που αναμφισβήτητα είναι περιωπής άνθρωποι ή έχουν μεγάλα αξιώματα, είναι πλουσιότε­ροι κι’ ασκούν γενικά μεγάλη επίδραση, για να αποχτήσει με τη βοήθειά τους δύναμη, ν’ ανεβεί. Κι’ όταν ανεβεί και τύχει να περάσει τους υποστηριχτές του, τότε με εξαιρετική ικανότη­τα τους λακτίζει, αποσύροντας το κεφάλαιο με τους τόκους του». Ή όπως λέμε εμείς: θα του δώσει μια κλωτσιά που να τη θυμάται σε όλη του τη ζωή. Θαυμάσια χαρακτητρίζει τον άνθρωπο του είδους αυτού σε μια νουβέλα του ο Βασίλης Μοσκόβης, με τον συμβολικό τίτλο «Το αναριχητικό», που την τελειώνει με ωραίους γεμάτους ανθρωπιά στίχους:

Σε περιμένω πάλι, αδερφέ μου.
Έλα και σε προσμένω να ξανάρθεις,
ή πιό καλά ξέρω πως θά ‘ρθεις.
θαρθεϊς να με πληγώσεις με μαχαίρι
που θα βυθίσεις στην καρδιά μου,
κι ’ ύστερα να την ανεμΐσεις στον αγέρα
σαν φλάμπουρο του μίσους σου για μένα

Όπως λοιπόν στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο, έτσι και στα νεώτερα χρόνια δεν είναι καθόλου σπάνιο το φαινόμενο της αχαριστίας, να στρέφεται δηλαδή ο ευεργετημένος με θρά­σος και αδιαντροπιά —όταν μάλιστα έχει αποκτήσει δύναμη— εναντίον του ευεργέτη του, έμμεσα με μηχανορραφίες και υπουλότητα ή και άμεσα με δική του πρωτοβουλία. Τις επιτυχίες του ευεργέτη του σε οποιοδήποτε τομέα τις αισθάνε­ται σαν ογκόλιθους που εκσφενδονίζονται στο κεφάλι του και σαν νέα σμίκρυνση της μηδαμινότητάς του. Μόνη λύτρωση ο θάνατος του ευεργέτη του. Η σκιά του όμως θα τον καταδιώκει και θα του κατατρώγει τα σωθικά του, όσο κι’ αν προσπαθεί να την απομακρύνει, όσο κι αν αδιαφορεί, όσο κι’ αν διαρρηγνύει τα ιμάτιά του και χύνει κροκοδείλεια δάκρυα για τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη που δήθεν τρέφει απέναντι του, ώσπου να τον σκεπάσουν κι’ αυτόν «τα χαμομήλια και οι παπαρούνες του Κεραμεικού».

3. Επειδή πάντοτε ισχύει το «κεραμεύς κεραμεί αεί κοτέει», δεν πρέπει ποτέ ν’ αντλούνται πληροφορίες για ορισμένα πρόσωπα —και μάλιστα εξέχοντα— από ομοτέχνους των, ιδίως ευεργετημένους. Υπάρχουν μάλιστα και μερικοί —και σ’ αυτόν ακόμη τον πνευματικό κόσμο, οι οποίοι —συνήθως στείροι και γλοιώδεις τύποι— κάνουν «το κακό για το κακό» παίρνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, ώστε να φαίνονται έντιμοι και αδιάφθοροι, ώσπου να φτάσουν εκεί που θέλουν. Κατόπιν με αστραπές σατανικής χαράς —δεν ντρέπονται καθόλου ν’ αυτοαποκαλύπτονται— εναβρύνονται που έχουν τη δύναμη («εκ του ασφαλούς» άδικοι) να καταστρέφουν, να εξοντώνουν με υπαινιγμούς και με συκοφαντίες, χωρίς να έχουν καμιά προσωπική ωφέλεια, ώστε να διερωτάται κανείς από ποιές σκοτεινές πτυχές της ψυχής τους, από ποιά ζωώδη και κατώτερα ένστικτά της αντλούν την απανθρωπία τους. Μερι­κοί, παρά την αξία τους ανεβασμένοι στην κοινωνία, αδυνατούν από την ένταση του πάθους των να στρωθούν σε γόνιμη εργασία, υποφέρουν από νευρικές διαταραχές και από πονοκε­φάλους, ώστε να μη μπορούν να δουλέψουν πέρ’ από 2-3 ώρες, αλλά δεν θέλουν —από φθόνο και οκνηρία μαζί— να βλέπουν και τους άλλους να δουλεύουν, να προχωρούν. Και γι’ αυτό τους ακούμε να ενδιαφέρονται ζωηρά για την υγεία των άλ­λων (!) και να μην αντέχουν να τους βλέπουν να δουλεύουν: «Μην εργάζεσαι πολύ! Θα σε φάει η δουλειά!». Η κακία αρχίζει από πολύ νωρίς. Από τα σχολεία ακόμη της μέσης εκπαιδεύσεως νωθροί και κακοί μαθητές λέγουν σε επιμελείς συνταξιώτες τους «Μη διαβάζεις πολύ, θα πάθεις, θα πεθάνεις!». Η ίδια ιστορία του πιθήκου με την κομμένη ουρά, ο οποίος διαφήμιζε τα οφέλη της νέας του καταστάσεως, και παρότρυνε τους συντρόφους του να κάνουν το ίδιο!

Έχθιστοι λοιπόν οι άριστοι, εξοστρακιστέοι οι ικανοί, προπάντων όταν έχουν ανεξάρτητο πνεύμα και δεν είναι πρόθυμοι να υποταχθούν ή να προσκολληθούν σε φατρία. Μας ταιριάζουν οι μέτριοι; Ή οι κάτω του μέτριου, οι οποίοι τρίβουν και οι ίδιοι τα μάτια τους, πώς έχουν ανεβεί χωρίς επαρκή προσόντα και εφόδια; Κι’ αυτό γιατί; Γιατί τη δύναμή τους «οι Έλληνες σήμερα δεν ενδιαφέρονται να την δείξουν αγαθοποιώντας, αλλά αποχτώντας ένα ζευγάρι βρώμικα πόδια, για ν’ απελπίσουν τον τίμιο, να τον αναχαιτίσουν, να ποδοπα­τήσουν το έργο του, να τον διασύρουν, να τον συκοφαντήσουν, και να τον πολεμήσουν». Βρισκόμαστε κιόλας σε παρακμή, μέσα στις αναθυμιάσεις της σήψης; Ο υπερτροφικός εγωισμός («ποιός είσαι συ και ποιός είμαι εγώ») παρασύρει ορισμένους ασυνείδητους —τύψη δεν υπάρχει σ’ αυτούς— στη χρήση ευτελών μέσων για την επιβολή τους, σε λασπολογία, σε διαβολή ή και σε πράξεις βίας, ακόμη και στην εξόντωση του αντιπάλου ή ανταγωνιστή του, όταν μάλιστα αυτός είναι νεώτερος και ανώτερος του ως προς τις ικανότητες και τα προσόντα του.

Ο ανάξιος ή ο μέτριος πανεπιστημιακός κριτής, που νιώθει να πνίγεται από το πλέγμα της ανασφάλειας, φθονεί τον ικανό υποψήφιο· αν αυτός έχει λίγες, αλλά σπουδαίες εργασίες, τον κατηγορεί ότι δεν έχει επαρκή έργα· αν πάλι έχει πολλές και καλές, πάλι βρίσκει τον τρόπο να τον εκθέσει: τον συκοφαντεί ότι βιάζεται, ότι είναι επιπόλαιος και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον εκθέσει για πάντα, ενώ ο ίδιος, ο ψευτοδημοκράτης «εξουσιαστής» της έδρας, ο εχθρός άλλοτε του παλιού κατε­στημένου, δημιουργεί τώρα ένα πολύ χειρότερο νέο. Και, στείρος και αστοιχείωτος θεωρητικά και μεθοδολογικά, κομπά­ζει ανερυθρίαστα και ηδονίζεται για την κατάχρηση της εξουσίας του, χωρίς βέβαια ο ίδιος να δικαιολογεί τη δική του πνευματική νωθρότητα. Χτυπητό τυπικό παράδειγμα κατατρεγ­μού ο I. Συκουτρής.

Ο ανήθικος κριτής επιστρατεύει τους πάντες, για να βρεθούν ανύπαρκτα ή ασήμαντα λάθη· κατασκευάζονται τότε οι «διαπρεπείς», μέτριοι αντίπαλοί του, οι ημέτεροι, οι πολύ μικρότεροι κατά το ανάστημα από τους κριτές, για να μη επισκιάζονται οι ίδιοι οι δυστυχισμένοι, κατασκευάζεται —και δεν ξέρουμε που εδράζεται— η φήμη τους με ανεπαρκή αποδεικτικά τεκμήρια, εξυμνείται το ανύπαρκτο και επιδέξια υποκρινόμενο ήθος του κ.λ. Δημιουργείται ο θόρυβος και προβάλλεται ο θρασύς μέτριος, ενώ ο σεμνός άξιος παραμερίζε­ται και δυσφημείται με μακιαβελικούς τρόπους, μέσα από τους οποίους δύσκολα μπορεί κανείς να εξιχνιάσει τα νήματα της αδικίας, αλλά και ν’ αντιπαλαίψει, αν τα βρει. Έπειτα η φθορά σ’ ένα άχαρο, ελεεινό πόλεμο τον αποθαρρύνει.

Ευνοείται η πνευματική θρασύτητα. Ο μέτριος και θρασύς θεωρείται στον τόπο μας δυναμικός και άνθρωπος που υπόσχε­ται πολλά, ενώ ο σεμνός και άξιος κρίνεται άψυχος και άνθρωπος που δεν λέγει τίποτε. Όλοι προφητεύουν επιτυχίες για τον πρώτο και αποκαρδιώνουν τον δεύτερο. Και μολονότι πολλές φορές διαψεύδονται, δεν παύουν να υποστηρίζουν με πάθος τον πρώτο και ν’ αποθαρρύνουν τον δεύτερο. Έτσι δεν σκιάζεται η ασημότητα του κριτή που οχυρώνεται πίσω από την έδρα του και κρίνει τους πάντες «εν σοφία». «Τους σκοτώνουμε με το βαμπάκι», έλεγε αδιάντροπα πριν από πολλά χρόνια παλιός καθηγητής, που σπαταλούσε τον χρόνο του, τη μέρα του με τεμπελιά και τη νύχτα με χαρτοπαιξία.

Η στάση του κριτή απέναντι του ανεπιθύμητου υποψηφίου ρυθμίζεται συνήθως με άλλα κριτήρια —συνήθως, με το αν είναι δικός μας ή όχι— παρά από καλοπροαίρετη διάθεση. Θέλει να βρει οπωσδήποτε κάτι σε βάρος του, έστω μικρό και ασήμαντο και να το μεγαλοποιήσει, παραγνωρίζοντας τελείως τη μεγάλη ή κάποτε και την τεράστια ακόμη προσφορά του στην επιστήμη. Και αυτή ακριβώς είναι ιδίως που απαρέσκει στον κριτή· νομίζει πως κινδυνεύει από τη σκιά του και γι’ αυτό, για το θετικό έργο του, δεν αναφέρει ούτε λέξη και έτσι ενσυνείδητα τον δολοφονεί. Έτσι είναι ασφαλής, αφού τώρα πια είναι τακτικός καθηγητής και αλάθητος ή —για να θυμηθώ την αρχαία Σπάρτη— έχει γίνει «ομοίος». Τα πλούσια δικά του σφάλματα μέσα στην εισηγητική του έκθεση, τα οποία συχνά τον κατεβάζουν πολύ κάτω από τον κρινόμενο, δεν πιάνονται, δεν υπογραμμίζονται, δεν συζητούνται! Ας ακούσουμε και όσα καταγγέλλει νέος πανεπιστημιακός καθηγητής, εν ενεργεία, ο Αθ. Σμοκοβίτης μιλώντας για τους μοχθηρούς και άδικους πανεπιστημιακούς δασκάλους: «… Οι διαφθορείς της έννοιας δάσκαλος πρωτοστατούν σε χιμαιρικούς αγώνες. Σοφίζονται παγίδες και χαλκεύουν δεσμά. Μεθοδικοί σ’ όλες τις σκοτεινές επιδιώξεις τους. Σφυρηλατούν δεσμούς, ακόμα και παράνομους, για να σφυροκοπούν αποτελεσματικά και με σιγουριά τους ανεπιθύμητους … Πολλές φορές πάλι εναλλάσσουν τον ρόλο του σταυρωτή μ’ εκείνο του Πιλάτου … Αν η κοινωνική αδιαφορία τους προστατεύει από την αποκάλυψη της τακτικής τους, δεν μπορούν τελικά να προστατευθούν από την αυτοαπο­κάλυψη. Αυτό είναι συχνά η αρχή του τέλους τους»!.

Λίγα είναι τα θύματα που επιζούν, ύστερ’ από ένα τέτοιο άγριο κατατρεγμό, από μια τέτοια δολοφονία «εν ψυχρώ». Μοιάζουν με τους ανθρώπους που έχουν γλυτώσει από επικίν­δυνα ναυάγια. Μολαταύτα, ακόμη και μέσα στον οξύ ανταγω­νισμό στη σύγχρονη νεοελληνική κοινωνία υπάρχουν —ευτυχώς— οι εξαιρέσεις· όχι μόνον οι έντιμοι και οι πειθαρχημένοι, οι αυτοσυγκρατούμενοι, αλλά και οι ενδιαφερό­μενοι ειλικρινά για τον τόπο άνθρωποι, έστω και λίγοι, η εκλεκτή μειοψηφία, όπως παρατηρήσαμε και αλλού. Και αυ­τό το τελευταίο είναι που μετράει πολύ. Είναι και το φαινό­μενο αυτό μέσα στα περίεργα, στις αντιφάσεις που παρατη­ρούνται στον ελληνικό λαό. Ένα οξύ πνεύμα της εποχής μας, ο Γιώργος Θεοτοκάς, που χάθηκε τόσο γρήγορα, στο δοκί­μιό του «Οι σύγχρονοι Έλληνες», που το δημοσίευσε στα 1955 για ξένους αναγνώστες, έγραφε σχετικά «Συναντούμε αν­θρώπινους τύπους αξιοθαύμαστους για την ελευθερία του χα­ρακτήρα τους, τη γενναιοφροσύνη τους και το ανώτερο ήθος τους, και άλλους που νιώθουμε ότι δεν έχουν ακόμα λυτρωθεί ψυχικά, ότι διατηρούν κατάλοιπα από τη βαρυθυμία των υποδουλωμένων Ελλήνων του παλαιού καιρού, από τον φόβο τους εμπρός στη ζωή, την αβουλία τους ή την πανουργία τους. Συναντούμε και τον τύπο που, υποφέροντας υποσυνείδητα από την ανάμνηση της ξένης τυραννίας, ζητά να ελευθερωθεί υποδουλώνοντας άλλους — τυραννώντας μιαν οικογένεια, μιαν υπηρεσία, τους κοινούς πολίτες, αν ασκεί κάποιαν εξουσία, ή, κάποτε, ολόκληρο το έθνος».

Πόσοι καθηγητές ανώτατων ιδρυμάτων, για τους παραπάνω λόγους ή και από νωθρότητα και βαριεστιμάρα μαζί δεν θέλουν να βοηθήσουν νέους, ή απομακρύνουν με διάφορες προφάσεις τους υποψηφίους για διδακτορικό δίπλωμα ή για υφηγεσία και καθυστερούν την υποβολή της εισηγήσεώς τους για πολλούς μήνες ή και για χρόνια ακόμη εξουθενώνοντας το νευρικό τους σύστημα και διαστρέφοντας τον χαρακτήρα τους! Οι ίδιοι όμως ως υποψήφιοι εκλιπαρούσαν τη γρήγορη διεκπεραίωση του ζητήματος τους, γιατί ισχυρίζονταν ότι θα κατέληγαν σε νευρολογιχή κλινική. Το θέμα αυτό είναι βασικό. Ορισμένοι ντρέπονται ή φοβούνται μήπως ο μαθητής τους τους ξεπεράσει, ενώ αυτό θα έπρεπε να ήταν το ιδανικό τους, να το εύχονταν με την καρδιά τους και να το καμάρωναν. Μέτριος καθηγητής, που ήθελε να δείξει πως ενδιαφερόταν να προωθήσει κάποιον ταλαντούχο, του είπε τα εξής βλακώδη, υπαγορευμένα από τον μύχιο φόβο και φθόνο, αλλά και από την εγωπάθειά του μήπως επισκιαστεί: « Έλα μαζί μου. Θα σε κάνω το πολύ σαν και μένα, αλλά όχι ανώτερο»!

Πώς να περιμένουμε έπειτα τον πολλαπλασιασμό των με­τεκπαιδευμένων για μεταπτυχιακές ή για διδακτορικές σπου­δές; Γι’ αυτούς τους λόγους, του φθόνου, της νωθρότητας και της απροθυμίας, θα έπρεπε το κράτος ν’ αναθέτει την παρακο­λούθηση των σχετικών διατριβών και σε ολοκληρωμένα και κατάλληλα επανδρωμένα ανώτερα ειδικά Ινστιτούτα ή Κέντρα Ερευνών, που θα είχαν και αυτόν τον προορισμό. Νομίζω πως με τον υποβιβασμό τώρα των πανεπιστημιακών σπουδών έχει σημάνει πια η ώρα του επιστημονικών Ιδρυμάτων ή Κέντρων έρευνας.

Με τέτοια νοοτροπία και αντιλήψεις πώς να μειώσουμε την απόσταση που μας χωρίζει από τα προχωρημένα τεχνολογικά και πολιτιστικά κράτη! Αντίθετά, θα έχουμε συνεχή βαθμιαίο υποβιβασμό και διαρκώς την ανάγκη για κάθε θέμα να μετακαλούμε ξένους επιστήμονες και εμπειρογνώμονες προς δόξαν της πολυδιαφημισμένης ευφυίας μας.

4.Ύστερ’ απ’ αυτά πώς να μη συνεχίζεται γνωστή από τα χρόνια ακόμη της τουρκοκρατίας, κατά καιρούς βέβαια, διαρ­ροή των «εγκεφάλων» προς το εξωτερικό, όταν εκεί οι ανθρώπινες σχέσεις και οι συνθήκες εργασίας είναι καλύτερες από την Ελλάδα, από την πατρίδα τους, όπου ο φθόνος τους ποτίζει συνεχώς με πίκρες και φαρμάκια και όπου τελικά τους εξοντώνουν ή τους διώχνουν; Ξένος των νεώτερων χρόνων έλεγε: «Πουθενά το ταλέντο και η μεγαλοφυΐα δεν εκτιμούνται τόσο λίγο, όσο στην Ελλάδα», χαρακτηριστική φράση που μας αφήνει να υπονοήσουμε τί γίνεται έξω. Καμιά ανθρωπιά, αλλά μόνον αγριότητα. Θυμάται κανείς τα χαρακτηριστικά λόγια του Ιωσήφ Βρυεννίου (14ος αι.), στις παραμονές της συντέλειας του βυζαντινού κόσμου: «Ουδαμού δάκρυον συμπα­θές …». Στα χρόνια όμως της τουρκοκρατίας η Πατρίδα «τους αληθινούς προκομμένους» τους είχε ανάγκη και τους ήθελε κοντά επαναπατρισμένους, «δια το Γένος και εις το Γένος». Μα μήπως και τώρα «τους αληθινούς προκομμένους» δεν τους έχει και δεν θα τους έχει πάντα ανάγκη η Πατρίδα μας; Είναι άραγε τόσο περιττή η ξενιτεμένη ή καλύτερα η αυτοεξορισομένη αυτή λαμπρή μαγιά του Γένους, η ξεδιαλεγμένη μέσα στο καμίνι της αυστηρής δοκιμασίας του εξωτερικού, η μαγιά του ήθους και της επιστήμης; Αναρωτηθήκαμε όμως σοβαρά τί χάνει η χώρα μας από την εχθρική αυτή συμπεριφορά μας προς τους νέους και άξιους επιστήμονες, προς τις ελπίδες του έθνους μας;

Σήμερα, μέσα σ’ ένα κόσμο ταραγμένο και αβέβαιο, η μόνη εγγύηση ασφάλειας για το μικρό μας κράτος και έθνος είναι η απόκτηση όσο το δυνατόν υψηλής επιστημονικής στάθμης, με συνεχείς τάσεις προόδου τόσο στις θεωρητικές, όσο και στις τεχνολογικές γνώσεις (αυτές μάλιστα απαραίτητες για την απόκρουση εξωτερικών κινδύνων). Τώρα χρειάζεται όχι μόνο ομοψυχία και πίστη στη νίκη, αλλά και υψηλός ιδίως τεχνολογικός εξοπλισμός. Δυστυχώς αυτές τις απλές αλήθειες δεν τις έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει. Στα χρόνια της σκλαβιάς οι πρόγονοί μας θρηνούσαν την έξοδο των «εγκεφά­λων», αισθάνονταν πολύ την έλλειψή τους· τώρα τους διώχνου­με; Τί χάνουμε; Την απάντηση μας τη δίνει ενας απ’ αυτούς, ο Χαράλαμπος Αντωνιάδης, καθηγητής της βιοχημείας στο πανεπιστήμιο Harvard της Βοστώνης, σε μια ανακοίνωσή του στην Ακαδημία της Αθήνας. «Έχουμε του κόσμου τους ειδήμονες, ανθρώπους μεγάλου επιστημονικού κύρους.. Το ερώτημα είναι, γιατί αυτοί οι άνθρωποι μαραζώνουν, όταν έρχονται στην Ελλάδα; Οποια κυβέρνηση καταφέρει να τους προσελκύσει να εργαστούν, θα αλλάξει οριστικά το μέλλον της χώρας». Τί άλλο παρά ο φθόνος των άλλων, των συναδέλφων τους, τα συνακό­λουθά του και τα γρανάζια της καχύποπτης γραφειοκρατίας είναι τα αίτια που τους τρικλοποδίζουν και τους μαραζώνουν; Στην περίπτωση των ξενιτεμένων, αλλά και γενικά στη νεολληνική κοινωνία, εφαρμόζεται ο οικονομικός νόμος του Gres­ ham: το κακό νόμισμα διώχνει το καλό. Συνήθως δεν υπάρχουν τίμιες συνθήκες κατά τον συναγωνισμό των υποψηφίων ούτε και αξιοκρατικά κριτήρια, αλλά μόνο φθόνος. «Ας μένουν εκεί όπου βρίσκονται, παρατηρούσε απογοητευμένος ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Εκεί όπου έχουν το δικαίωμα να εργάζονται απερίσπαστα, να προκόβουν χωρίς να υποβλέπονται, να πο­ρεύονται τον δρόμο τους, χωρίς να φοβούνται πως θα πατήσουν τη νάρκη που έχει στημένη ο καλοπροαίρετος γείτονας. Η νεοελληνική ζωή έχει καταντήσει απέραντο ναρκοπέδιο. Μόνο που κατέχουν τον τρόπο να το ξεφύγουν οι πιο κούφιοι και οι πιο ασυνείδητοι ανάμεσά μας». Όλες οι θέσεις ήταν κλειστές στα αθηναϊκά νοσοκομεία για τον 46χρονο Έλληνα επιστήμονα Δημήτρη Ωραιόπουλο που τον Μάρτιο του 1982 είχε απασχολήσει τον παγκόσμιο Τύπο με τα ελπιδοφόρα αποτελέσματα μιας νέας θεραπείας για νεφροπαθείς. Θα βρεθεί όμως η πλούσια και ευνομουμένη χώρα που θα τους περιθάλψει και θα τους δώσει τα μέσα για έρευνα και πρόοδο της επιστήμης της. Ας μη ξεχνούμε ότι τον πολιτισμό τον αντιπροσωπεύουν κυρίως τα επίλεκτα πνεύματα, παντού, στην Τέχνη, στα Γράμματα, στις Επιστήμες, και αυτούς πρόθυμα τους δέχονται οι χώρες που θέλουν να πάνε εμπρός και ν’ αφήσουν τις άλλες δεκάδες χρόνια πίσω. Ας θυμηθούμε μόνο τί έκαναν οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι κατά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου: ότι έσπευσαν ν’ αρπάξουν τους κορυ­φαίους Γερμανούς επιστήμονες των τεχνολογικών κλάδων.

Οι φθονεροί πνευματικοί ηγέτες που ανέβηκαν στα ανώτα­τα αξιώματα με τη βοήθεια ισχυρών πολιτικών φίλων ή των ανθρώπων της κλίκας ή του κόμματος χάρη σε αλλεπάλληλα χαριστικά διατάγματα, δεν ακτινοβολούν, δεν εμπνέουν σεβα­σμό, δεν μεταδίδουν κάτι από την ηθική και πνευματική τους υπόσταση, γιατί δεν την έχουν. Ο άξιος και θαρραλέος, γενικά ο μεγάλος, σπάνια είναι φθονερός. Αντίθετα αισθάνεται οίκτο για τους φθονερούς.

Συνεχείς λοιπόν οι ρηγματώσεις και οι ανωμαλίες στην πνευματική και πολιτική μας ζωή. Η τελευταία της 21 Απριλίου 1967, κοντά στις άλλες σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική κατάσταση της χώρας, ιδίως στην ανώτατη παιδεία, με την αθρόα απομάκρυνση ικανών καθηγη­τών, δήθεν λόγω φρονημάτων, με την απότομη μείωση του ορίου ηλικίας από τα 70 στα 65, είχε αποτέλεσμα τον αιφνίδιο υποβιβασμό της, στην οποία συνέβαλε και η νεοαποκαταστημένη δημοκρατία αμείβοντας για τον κομματικό τους ή συνδικα­λιστικό τους θορυβώδη ζήλο και προωθώντας μετριότητες με χαριστικούς νόμους ή διατάγματα —τα αιώνια ελληνικά! Ακόμη και επικουρικοί καθηγητές (την ίδρυση των αντίστοι­χων εδρών την είχε νομοθετήσει η δικτατορία) με μόνη βασική τους εργασία τη δικτατορική τους διατριβή, αλλά με σειρά αλλεπαλλήλων χαριστικών νόμων μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας (ποιός θα το πίστευε!) ανέβηκαν «αβρόχοις ποσίν» ως την ανώτατη βαθμίδα («επί τριετεί θητεία») της πνευματικής ηγεσίας. Σε σχετική επιφυλλίδα του «Βήματος» της 24 Ιουνίου 1981, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Διασκεδαστική τραγωδία», ο καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος συμπε­ραίνει σωστά· «Οι συνέπειες της καλής ή κακής πανεπιστημια­κής παιδείας είναι βαριές και μακροχρόνιες. Αξίζει να την αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη ευθύνη και σοβαρότητα όλοι μαζί». Μολαταύτα δεν πρόλαβε να γράψει την τελευταία πράξη του δράματος, την άκοπη μονιμοποίησή τους! Τώρα πια δεν τους μένει τίποτε άλλο παρά να περάσουν και στην Ακαδημία! Μην τους ρωτήσετε όμως τί έκαναν από τότε που επί δικτατορίας έγιναν επίκουροι. Πλημμύρισαν τα ανώτατα ιδρύ­ματα από τους «δικούς μας», από καιροσκόπους και ανά­ξιους. Άλλο νέο φράγμα κι’ αυτό, ανασχετικό της προόδου της ελληνικής επιστήμης.

Χωρίς τη βαθιά αλλαγή μέσα μας, την αλλαγή της νοοτροπίας μας, τί θα μπορέσει να κάνει μόνον η αλλαγή της «έδρας» σε «τομέα» στα πανεπιστήμια; Αν λείπουν οι «άνθρω­ποι» ούτε το ένα καθεστώς μπορεί να σταθεί ούτε το άλλο. Θα εξουθενωθεί ή θα καθηλωθεί άραγε ο φθονερός Ιάγος, ο αλλοτινός «εξουσιαστής» πανεπιστημιακής έδρας, που δικτυωμένος τώρα κατάλληλα σε πολιτικά κόμματα και συναγείροντας και τα συμφέροντα των άλλων του «τομέα» με κοινό μέτωπο προς τους έξω, θα μπορεί να διευθύνει αυθαίρετα ένα Τμήμα Σχολής με όλες τις κακές συνέπειες στην πορεία του, και να το μεταβάλει όχι σε εστία πνευματικών οδηγών, αλλά σε φωλιά κλίκας, σε άντρο νέου είδους μαφίας; ‘Ετσι και ο νέος συνεργάτης, από τη στιγμή που θα μπει στην κλειστή ομάδα και θα δεχθεί τις πιέσεις του «αρχηγού» των κοινών συμφερό­ντων, θα μεταπλαστεί και θ’ αλλοτριωθεί από τα τίμια ιδανικά του, για τα οποία άλλοτε πολεμούσε, ή θα παραμεριστεί και θ’ απομονωθεί ή θα εξαναγκαστεί να φύγει. Και έτσι βγαίνει στην επιφάνεια ένα νέο κατεστημένο, χειρότερο από το παλιό: απουσία των περισσοτέρων από τις στήλες των ξένων επιστη­μονικών περιοδικών και έλλειψη ανακοινώσεων σε διεθνή συνέδρια! Αφού με τον παραπάνω τρόπο εξασφάλισαν την αδρανή ισοβιότητα, γιατί τώρα ν’ ανησυχούν; «Καλόν εντάφιον η καθηγεσία!». Και έτσι έρχεται άθελα στον νου μας το «ἄμμες δέ γ’ ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες», από την ανάποδη βέβαια. «Ο εθνικός οίκος της Ελλάδος», το Πανεπιστήμιο, κινδυνεύει. Ο Έλληνας, που έχει ανεξάρτητο ανθρωπιστικό πνεύμα, δεν είναι δυνατόν να ενταχθεί —και δεν γίνεται φυσικά δεκτός— σε καμιά από τις σχηματιζόμενες ή τις υπάρχουσες κλίκες. Έτσι είναι αναγκασμένος να πήξει τη σκηνή του σε ελεύθερο χώρο, όπως ο ψαράς, σ’ ένα από τα διηγήματα του Καρκαβίτσα, ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση, ή καλύτερα ανάμεσα σε δυο άντρα κολάσεων. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο, αν η σήψη προχωρήσει ακόμη περισσό­τερο προς τους εκπροσώπους του πνεύματος, αλλά και της δικαιοσύνης, γιατί με αυτούς κυρίως μετριέται η αξία και το ύψος του εθνικού πολιτισμού, γιατί αυτοί πρωτοστατούν στη ζωή του έθνους, εμπνέουν και αποτελούν το παράδειγμα για τις λαϊκές μάζες. Αλλιώς πώς είναι δυνατόν να δημιουργηθεί κράτος δικαίου και κοινωνία με άτομα έτοιμα για κατανόηση, αλληλοβοήθεια και φιλία; Αυτές οι αρετές συνήθως λείπουν και συχνά, όταν παρατηρούνται, αποτελούν μόδα. Η απελπισία όμως των ανθρώπων είναι μεγάλη, γιατί είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν καλυφθεί από την υποκρισία, το θράσος και τη βαρβαρότητα και ότι επομένως η κοινωνία αλλοιώνεται —μαζί και το περιβάλλον— προς το χειρότερο. Πού οδηγούμαστε; Σε ποιά νέα κοινωνία; Πού λοιπόν βρίσκεται η «Αιδώς» των αρχαίων, ή το πολυθρύ­λητο φιλότιμο των Νεοελλήνων; Είναι μύθος; Ασφαλώς υπάρχει, αλλά μόνο σε μια έντιμη και αδύναμη μειοψηφία που και αυτή ασφαλώς αραιώνει. Και όμως η «Αιδώς», αυτή είναι που συγκρατεί την ηθική τάξη στην ανθρώπινη κοινωνία. Αν αυτή εξαφανιστεί, είναι επόμενο να χαλαρωθούν οι δεσμοί της με οδυνηρά επακόλουθα που δεν γιατρεύονται: η ελπίδα για βελτίωση φεύγει, οι άνθρωποι κατρακυλούν στα κατώτατα σκαλοπάτια της ηθικής και πνευματικής τους ζωής, ακολουθεί η κατάπτωση, η παρακμή και η καταστροφή, γιατί οι λίγοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, δεν είναι εύκολο να μεταστρέψουν το ρεύμα. Τακτική των μετριοτήτων και μοχθηρών είναι η συκοφάντηση και καταδίωξη των ικανών και τίμιων ή η αυτοδιαφήμιση. Μόνοι τους καμαρώνουν για τις πράξεις τους ή για τα έργα τους, κάνουν θόρυβο και μόνοι τους γίνονται μεγάλοι. «Εγώ και κανείς άλλος!» Αξίωμά τους το σύνθημα: «Κυνηγείστε με όποιον τρόπο μπορείτε τον ικανό και «άνθρω­πο», γιατί είναι επικίνδυνος και θα μας σκιάσει ή θα μας βλάψει». Οι λιγότερο λοιπόν ικανοί ή οι ανάξιοι στις θέσεις! Γενικά σε όλη τη χώρα και σε διάφορες υπηρεσίες οι φθονεροί, οι κοινοί συκοφάντες, οι λασπολόγοι σκοτώνουν ή δηλητηριά­ζουν τους συνανθρώπους των και όχι μόνο δεν το συνειδητο­ποιούν, αλλά αντίθετα αισθάνονται βαθύτατη ικανοποίηση, τη χαιρεκακία ότι έβλαψαν τον διπλανό τους και τον εμπόδισαν ν’ ανεβεί. «Ο φθόνος! Η μεγάλη κατάρα της φυλής, γράφει ο θ. Διομήδης-Πετσάλης. Να μη δει ο άλλος θεού πρόσωπο, να μην πετύχει. Ξυπνάει ένας δαίμονας μέσα στον Έλληνα, και αντί να προσπαθήσει να φτάσει και να ξεπεράσει, πασκίζει να βουλιάξει τον άλλο, να τον κατεβάσει, να τον μειώσει. Και βλέπουμε συχνά βουβή συνεργασία και συμπαράσταση όλων των άλλων μαζί, για να «φάνε» τον φτασμένο, εκείνον που σηκώθηκε λίγο παραπάνω από τους άλλους». Νομίζει κανείς πως ξανακούει τον χαρακτηρισμό του Ρωμαίου συγκλητικού Απίου για την ψυχολογία των Ελλήνων. «Μια κι’ εγώ, λέγει ο Έλληνας, δεν είμαι άξιος να ανεβώ ψηλότερα από σένα, τότε τουλάχιστον να μην ανεβείς και συ υψηλότερα από μένα». Το ίδιο λοιπόν όλοι, ισοπεδωτική αξιολόγηση όλων, η κακώς νοούμενη ισότητα, που καταρρίπτει κάθε πρόθεση για εκτίμηση και σεβασμό, και ανοίγει τον δρόμο για τη θρασύτητα, την αναρχία και την αποσύνθεση. Έτσι υποβιβάζονται συνεχώς και οι πανεπιστη­μιακές σπουδές. «Να μη γίνει ο άξιος. Έστω, να μη γίνει κανείς! Καλά είμαστε έτσι που είμαστε». Και ας μένει η χώρα μας εκεί όπου βρίσκεται. Και ας βασιλεύουν οι μονόφθαλμοι!

6. Ανησυχία, αντιφατική κινητικότητα, απειθαρχία, επιπολαιότητα, τσαπατσουλιά. Γενικοί χαρακτηρισμοί του Έλληνα

Από τον πόθο ή την επιθυμία του Έλληνα για κάτι καλύτερο, να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του και να του δοθούν νέες ευκαιρίες, απορρέουν έμμεσα η ανησυχία του πνεύματός του, η παλινδρομική κινητικότητα, οι αντιφάσεις και κάποτε η κυνικότητα με τις παγίδες που του στήνουν, γενικά η αστάθεια και η επιπολαιότητά του. Δέσμη αντιφάσεων —το «δισυπόστατο» του Έλληνα, κατά τον Παπανούτσο— βλέπει στον Έλληνα ο σύγχρονός μας Θ. Πετσάλης-Διομήδης· τον βλέπει έξυπνο, πονηρό, γρήγορο, επιπόλαιο, ικανό όμως για όλα, καλό ως την αγαθοσύνη και αφέλεια, ανόητο, άστατο, εργατικό, και πεισματάρη και φιλοπερίεργο, που κουράζεται μονομιάς, και θαρραλέο ως την τρέλα. Αφού σημειώσει ακόμη όσα έχουμε διαπιστώσει κατά τη διάρκεια των αιώνων, τον έντονο ατομικισμό του, τη νευρικότητα, την ευαισθησία, τη φαντασία, την αστάθεια, την αρχοντιά του, τη δουλοπρέπειά του, αλλά την αντίδρασή του προς την πειθαρχία, προς το σύστημα, τη μέθοδο και την οργάνωση (μιλεί ακόμη γενικά για καλοσύνη, ανθρωπιά, λεβεντιά και φιλότιμο), του καταλογίζει ως επικίνδυνο ελάττωμα την ευκολία προσαρμογής, την ευλυγισία και την ελαστικότητά του.

Αν των Γερμανών το κύριο χαρακτηριστικό είναι η πειθαρχία, των Ελλήνων είναι, όπως είδαμε στην έρευνά μας, η τάση προς το αντίθετο, προς την απειθαρχία, προς την ανυπακοή, συχνά ακόμη και στα κελεύσματα των νόμων, μολονότι ο Αριστοτέλης δίδασκε από τα χρόνια του στους προγόνους μας ότι χωρίς την εφαρμογή τους, ο άνθρωπος μεταμορφώνεται στο χειρότερο ζώο που είναι δυνατόν να υπάρξει: «Ωσπερ γαρ και τελειωθέν των ζώων ο άνθρωπος εστιν, ούτω και χωρισθέν νόμου και δίκης χεϊριστον πά­ντων». Ακόμη ο Έλληνας ρέπει προς την αταξία, γεννημένη από το ενδιαφέρον του μόνο για το εγώ του, και από ολιγωρία για το σύνολο, για το οποίο δείχνει σπασμωδική φροντίδα με χαρακτηριστικό την τσαπατσουλιά, την επιπολαιότητα.

Πανάρχαιο είναι το χαρακτηριστικό της επιπολαιότητας των Ελλήνων, αν θυμηθούμε τα λόγια του Αιγύπτιου ιερέα, «’Ελληνες αεί παίδες», στον Σόλωνα. Και αυτή η σύγχρονή μας αδέσμευτη νεανικότητα, η φρεσκάδα, δεν έχει την αγνότη­τα και την αφέλεια των νέων λαών, όπως πιθανόν να είχε την εποχή εκείνη. Μεσολάβησαν από τότε σκληροί αιώνες, που μολονότι βασάνισαν τον ελληνικό λαό, τον ταπείνωσαν και του δίδαξαν πολλές αλήθειες, δεν τον έκαναν σοβαρότερο και σοφώτερο, αλλά μόνο σπουδαιοφανή.

Η επιπολαιότητα, αποτέλεσμα της ανησυχίας και της ευκινησίας του πνεύματος των Ελλήνων, όπως είπαμε, τους σπρώχνει σε πρόχειρες αποφάσεις και πράξεις αυτοσχεδιασμού, «εκ των ενόντων», κατά παλιά χαρακτηριστική έκφραση, όπως ωραία τις δικαιολογούν —αποφάσεις που συχνά ρυθμί­ζουν σοβαρότατα θέματα της οικονομικής, πολιτικής, ακόμη και της πνευματικής ζωής, όπως το δείχνουν οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και οι συνεχείς βελτιώσεις. Η άμεση π.χ. και για πρώτη φορά στα 1964 χρήση του ηλεκτρονι­κού εγκεφάλου στοίχισε, όπως λέγουν, πολλές αδικίες σε βάρος των εξεταζόμενων υποψηφίων για τις ανώτερες σχολές, ενώ η άρνηση των μελών της ανώτατης εξεταστικής επιτροπής να προχωρήσουν στη συμπλήρωση του αριθμού των υποψηφίων, που είχαν κυριολεκτικά θεριστεί από την άγρια βαθμολογία των εξεταστών, οδήγησε σε νέες εξετάσεις, στις οποίες και δεν προσήλθαν πολλοί νέοι που είχαν καλή σειρά επιτυχίας, απογοητευμένοι και αδύναμοι να υποβληθούν σε νέα οδυνηρή δοκιμασία, αληθινό ηλεκτροσόκ. Έλλειψη μακρόπνοων συ­στηματικών σχεδίων, που να ακολουθούνται και να εφαρμόζο­νται με συνέπεια! Την επιπόλαια αυτή σπουδή τη διαπιστώνου­με ακόμη και στη σύνταξη νόμων, που διακρίνονται για την ασάφεια, για την αλλαγή περιεχομένου κ.λ.. (Ακόμη και στον «Οργανικό Νόμο» της Επαναστάσεως —εκεί όμως για πολλούς λόγους που ανάγονται στην απουσία νομικών, στην έλλειψη χρόνου για στοχασμό, καθώς και στη σπουδή— παρατηρούνται παραλείψεις). Είναι τα κενά, που κάποτε αφήνονται επίτηδες ανοιχτά, τα λεγάμενα «παραθυράκια», για να καταστρατηγούνται οι νόμοι, ή για να διευκολύνονται ή να εξαιρούνται ορισμένοι «ημετέροι».

Πώς όμως είναι δυνατόν να δημιουργηθεί σύγχρονο ευνομούμενο κράτος με «μπαλωματική», με αυτοσχεδιασμούς, χωρίς ικανή διοίκηση και προγραμματισμό. Η τσαπατσουλιά είναι γνώρισμα του πνεύματος αυτού των Ελλήνων. Εκρηκτικός ενθουσιασμός στην αρχή και ύστερ’ από ένα διάστημα ύφεση, ξεθύμασμα και ξεφούσκωμα με αποτέλεσμα μηδέν ή σχεδόν μηδέν. Ντράπηκα όταν άκουσα ότι σ’ έναν από τους γειτονι­κούς μας λαούς υπάρχει η έκφραση «ελληνικές δουλειές», για να δηλωθεί η προχειρότητα της εργασίας.

Την επιπολαιότητα, καθώς την κακοπιστία, την κενοδοξία και τις έριδες θεωρούσε στα 1824 μεγάλα ελαττώματα των Ελλήνων Γάλλος ή Ιταλός φιλέλληνας, μή σημειούμενος στους γνωστούς ως τώρα καταλόγους, ο G. Louis D. de Rienzi —ελαττώματα που έπρεπε να αποφεύγουν οι Έλληνες, αν ήθελαν όπως έλεγε, να ελευθερωθούν ή τουλάχιστον να πεθάνουν έντιμα. Παλιός επίσης αγωνιστής του ’21, ο Θασίτης ιερέας στην ορθόδοξη εκκλησία του Μονάχου αρχιμανδρίτης Καλλί­νικος Σταματιάδης, συμβούλευε στα 1850 τους συμπατριώτες του, που ήθελαν να συστήσουν σχολείο στη Θάσο, «να είναι το έργον αυτό το θείον διαρκές και όχι εφήμερον, καθώς συνηθί­ζουν να γίνωνται όλα τα πράγματα και αυτού εις την πατρίδα μας και εις τα λοιπά άλλα μέρη των τόπων αυτών…».

2. Νομίζω πως ύστερ’ από όσα πραγματευθήκαμε στο μέρος αυτό του βιβλίου, στο Γ’, για τα αίτια που εμποδίζουν την αντάξια προς τις διανοητικές ικανότητες των Ελλήνων εξέλιξη, προβάλλει μόνη κιόλας η διαγραφή του χαρακτήρα τους. Δεν επιχειρώ τώρα να συνοψίσω τα κύρια γνωρίσματά τους, γιατί αυτή την προσπάθεια την είχε αναλάβει πριν από ένα αιώνα και την έφερε σε πέρας ο Δημ. Βερναρδάκης, οξύτατα όμως καυστικός, γιατί τόνισε προπάντων τα ελαττώμα­τά τους, βαθιά απογοητευμένος από παρόμοια πρός τη σύγχρο­νη —αλλά πολύ μικρότερη σε βάθος— κρίση της εποχής του (γύρω στα 1874). Προσδιορίζει λοιπόν λακωνικά και επιγραμ­ματικά τον χαρακτήρα του Έλληνα, «περιφρονητής του παρό­ντος, άστοργος, προς τα καθεστώτα, ομιλητικός, κοινωνικός, αδολέσχης, ακρόχολος, θορυβώδης, ταραχοποιός, επιδεικτικός, ευερέθιστος, εύκαμπτος, φιλοψευδής, εύπιστος, ευφάνταστος, θεωρητικός, αεροβάτης, ακρατής, οξύθυμος, εμπαθής, φθονε­ρός». Ιδιαίτερα ο Βερναρδάκης αντιπαραθέτει την κινητικότητά του, τη ροπή του προς τη συνεχή αλλαγή, προς τον πανάρχαιο «νεωτερισμόν» του, κατ’ αντίθεση προς την απόκλιση του Άγγλου προς τη συνέχεια, προς την παράδοση και προς τη σταθερότητα.

Πληρέστερος αλλά και επιεικέστερος είναι ο χαρακτηρι­σμός του Γερμανού ιστορικού Karl Mentelssohn Bartholdy: «Το πλατύ κατώτερο στρώμα, που αποτελεί τη βάση του ελληνικού λαού, είναι εύπλαστο, δραστήριο, πνευματικά άστατο, αλλά και νηφάλιο και με διαύγεια πνεύματος. Κινείται περισσότερο με οδηγό το μυαλό και τον υπολογισμό παρά με θερμότητα, έχει περισσότερη ζωηρότητα και αντίληψη παρά βαθύνοια. Δεν σέβεται τα παραδεδομένα, δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν, αλλά φαίνεται να συλλογίζεται μόνο το κέρδος της στιγμής. Η ελαστική του ιδιοσυγκρασία, η ζωηρή του φαντασία και η ακλόνητη αυτοπεποίθησή του μεταβάλλονται σε προσωπική ματαιοδοξία και σε εγωιστική φιλοδοξία». Μολαταύτα ελπιδοφόρα μηνύματα για το μέλλον αυτού του λαού θεωρεί ο Mendelssohn Bartholdy τη δίψα για γνώσεις και μάθηση.

Τα μηνύματα όμως αυτά δεν υλοποιήθηκαν ύστερ’ από 150 χρόνια ζωής του ελεύθερου έθνους· έμειναν ακόμη απλά μηνύματα και άφησαν πικρία στην ψυχή πολλών Ελλήνων, φιλοσόφων, παιδαγωγών, εκλεκτών δημοσιογράφων και άλλων διανοουμένων.

Πώς όμως είναι δυνατόν ασταθείς άνθρωποι, χωρίς εδραίες αρχές, ρευστοί και αλλοπρόσαλλοι, ν’ ακολουθήσουν μια γραμμή, να δημιουργήσουν παράδοση στον τόπο; Αυτή υπάρ­χει μόνο στα απρόσωπα και ομαδικά ήθη και έθιμα. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τα πολιτικά κόμματα είναι προσωποπαγή.

Απ’ αυτές τις ανωμαλίες, ιδίως από την πολιτική οξύτητα των πολιτικών παθών, επωφελούνται συνήθως οι άνθρωποι με προσόν την ακόρεστη φιλοδοξία, μεγαλύτερη από τον πατριω­τισμό τους, για να οδηγήσουν τη χώρα και πάλι σε νέα ανωμαλία. Ξεχνούν όμως πώς δεν αρκεί η φιλοδοξία για να κυβερνήσεις ένα λαό. Χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα να τον αγαπήσεις, να τον πονέσεις από τα βάθη της ψυχής σου, να έχεις επίγνωση των ικανοτήτων σου και να είσαι πρόθυμος για κάθε μόχθο και θυσία. Η Ελλάδα κινδύνεψε πολλές φορές και ίσως κινδυνέψει και στο μέλλον από τους απρόσκλητους σωτήρες της.

Είναι βέβαια ορθά όσα παρατηρεί ο Ιωάν. Θεοδωρακόπουλος, ότι ο προγραμματισμός με τη σύγχρονη έννοια δεν είναι δική μας αρετή, ότι η εφευρετικότητα του νου μας έρχεται αντίμαχη σ’ αυτόν, ότι η σχεδία (δηλαδή το πρόχειρο κατασκεύασμα) είναι πανάρχαιο σύμβολο του λαού μας και ότι ο αυτοσχεδιασμός με την καλή του μαζί και την κακή του έννοια συνοδεύει τη ζωή μας, όπως το αποδείχνει —από την αρχαιότητα ακόμη— η πολιτική μας ιστορία και η πνευματική μας ζωή, αντίθετα πρός την ευκολία και την προθυμία, με την οποία άλλοι λαοί οργανώνουν και προγραμματίζουν τη ζωή τους, την επιστήμη και την κρατική τους μηχανή· αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να ανεχθούμε την κατάσταση αυτή και να αρκεστούμε στη διατύπωση ότι η «σχεδία είναι η μοίρα του ελληνικού έθνους». Η παράδοση του αυτοσχεδιασμού και της κακής διοικήσεως εξακολουθεί στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν στέκονται στο ύψος των περιστά­σεων, αλλά και η διοικητική μηχανή δεν εργάζεται καλά, ώστε να προβαίνει στη λύση των εσωτερικών προβλημάτων της χώρας και να ικανοποιεί με ευθύνη και εντιμότητα τους πολίτες, γιατί πολλοί υπάλληλοι, διορισμένοι στις θέσεις από τους κομματάρχες (ο διαγωνισμός για την επιλογή τους είναι συνήθως άγνωστος), δεν έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, τη μόρφωση και την καλλιέργεια, επομένως ούτε και τη συνείδη­ση των υποχρεώσεων τους απέναντι στον πολίτη· έτσι λοιπόν δεν πρέπει ν’ απορούμε, αν στον τόπο μας ανθεί το ρουσφέτι. Μάταια όμως θα γκρινιάζουμε και θα επιδιώκουμε την κατάρ­γησή του, «αν πρώτα δεν λείψει η βασική αιτία που το προκαλεί: η ατέλεια της κρατικής και κοινωνικής οργανώσεώς μας». Ο εμπειρογνώμονας του ΟΟΣΑ καθηγητής George Lan­ gros στόλιζε την ελληνική κρατική διοίκηση με πλούσια κοσμητικά επίθετα: «απαρχαιωμένη, δύσκαμπτη, υπερσυγκε­ντρωτική, χαρτο-βασιλευόμενη, σπάταλη, ευθυνοφόβα, ασυντόνιστη, φατριαζόμενη, ρουσφετοκρατούμενη, φαβοριτευόμενη, νεποτόπληκτη, διαφθαρμένη, αυταρχική, εχθρική πρός τον πολίτη», ενώ ο ίδιος ο υπουργός της Προεδρίας στην κυβέρνη­ση Γ. Ράλλη δήλωνε το 1981 μέσα στη βουλή· «Γνωρίζω υπηρεσίες όπου η δωροδοκία αποτελεί καθεστώς. Η δωροδοκία αποτελεί το κυριότερο αμάρτημα της δημοσίας διοικήσεως». Και ομολογούσε το εξής φρικιαστικό: «Εγώ ο ίδιος παρέπεμψα στα πειθαρχικά συμβούλια χιλιάδες υπαλλήλους, αλλά δεν γνωρίζω αν τιμωρήθηκε κανένας». Η δωροδοκία λοιπόν, το «μπαξίσι» της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε πλήρη άνθηση, γέννημα όμως των δικών μας ελεεινών πολιτικών συνθηκών, χωρίς καμιά σχέση με την εποχή της τουρκοκρατίας.

Οι πάμπολλες υλικές ανάγκες, που επιδιώκει να ικανοποιή­σει ο άνθρωπος, δημιουργούν άλλες νέες επί μέρους απαιτή­σεις, και η τάση του για την απόλαυσή τους τον σπρώχνουν πρός υπερβολές, πρός κερδοσκοπία, πρός απάτη κ.λ., αλλά δεν τον κάνουν ευτυχισμένο. Το άγχος για την απόκτηση όλων αυτών που κυνηγά, η ανία και ο φόβος της μοναξιάς και του κενού τον δέρνουν, ιδίως τους νέους που δεν βρίσκουν διέξοδο στις ανησυχίες τους, την αντίστοιχη πρός τά προσόντα τους εργασία, τη συμπάθεια, τη δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα να τους κάνουν νευρωτικούς και αντικοινωνικούς. Εντυπωσιασμένοι από τα παραδείγματα των συνομίληκων τυχερών, που τα έχουν όλα από τους γονείς τους, ενώ αυτοί, άνεργοι και φτωχοί, τα στερούνται, γεμάτοι μίσος εναντίον της κοινωνίας στρέφονται πρός άνομα μέσα πλουτισμού. Ποιά είναι η φροντίδα της κοινωνίας, για την απασχόληση και την επαγγελματική τους αποκατάσταση; Μας παρηγορούσε ο Ευάγγ. Π. Παπανούτσος: «Πρέπει να εξυγιανθεί το ίδιο το καθεστώς της ομαδικής ζωής, να ξαναβρεί η συμβίωση των ανθρώπων τον σωστό της άξονα, δηλαδή τα υγιή κοινωνικά της κίνητρα, και τότε τα φαινόμενα που μας αφήνουν άναυδους σήμερα μπορούν να τραπούν προς τη λύση τους». Πώς όμως; Με ποιούς αποτελεσματικούς τρόπους;

Τί θ’ απογίνει ο ψυχικά, αλλά και σωματικά κουρασμένος απόγονος του ακούραστου, του θαυμαστού πεζοπόρου του ‘21 νέος Έλληνας, που έχει αναποδογυρίσει τον τρόπο της ζωής κάνοντας τη μέρα νύχτα, που πηγαίνει νυσταγμένος στη δουλειά του, έτοιμος όχι να εξυπηρετήσει, αλλά να εκραγεί; που για μερικές εκατοντάδες βήματα ή μέτρα χρειάζεται το αυτοκίνητο, που το πληρώνουν οι στερημένοι απ’ όλα —και στα νιάτα και στα γεράματα— γονείς τους, αυτοί που αποσύρονται πολύ νωρίς από το προσκήνιο της ζωής και «μοναχεύουν» στην «ερημιάν» του δωματίου τους εμπρός στην τηλεό­ραση για να μη λείψει τίποτε από τους κανακάρηδές τους που ντύνονται με φτηνά, φθαρμένα και ακάθαρτα, πολλές φορές πα­ράδοξα, ρούχα —φαινόμενο δήθεν διαμαρτυρίας, αλλά περισ­σότερο βοερής υποκρισίας και ταυτόχρονα επιδείξεως, για να διαφοροποιηθούν από το φτωχότερο απ’ αυτούς «κατεστημέ­νο», ή αφήνουν γένεια και μαλλιά σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ οι ίδιοι διαθέτουν και καταναλίσκουν τα χρήματα των γονέων τους για να συχνάζουν σε ακριβά καφενεία, κινηματογράφους, θέατρα, Disco ή Pubs, κ.λ. κέντρα διασκεδάσεως; Αλλά και κάτι που ανησυχεί είναι ότι πολλοί νέοι μυκτηρίζουν πια καθε τι που έχει σχέση με την ανθρώπινη συμπεριφορά, με τις ανθρώπινες γενικά αξίες και με την κοινωνική αγωγή, από τη μόλυνση του περιβάλλοντος ως αυτούς τους κοινούς κανόνες καθαριότητας, με την απόρριψη σκουπιδιών στους δρόμους των πόλεων και στην εξοχή μεσ’ από ωραία αυτοκίνητα, που τα οδηγούν απολίτιστοι «νέοι βάρβαροι». Ζευγάρι Σουηδών που είχε φιλοξενηθεί στην Ελλάδα έγραψε —μαζί με τις ευχαρι­στίες του— στον «ξένιο» φίλο του: «Ακόμη οι Έλληνες φτύνουν στον δρόμο και τινάζουν τα χαλιά και τα σκεπάσματα τους από τους εξώστες, χωρίς να σκεφθούν αυτούς που κάθονται στα παρακάτω διαμερίσματα ή που περνούν στον δρόμο;»

Άνθρωπος των γραμμάτων, ο Άγγελος Τερζάκης, σε επιφυλλίδα δημοσιευμένη μετά τον θάνατό του στο «Βήμα» της 4 Απριλίου 1980 με τον τίτλο «Ωμά λόγια», επιμένοντας σε ορισμένα μελανά σημεία, παρατηρούσε ότι ο ελληνικός λαός συγκρίνοντάς τον πρός άλλους λαούς, στην πλειονότητά του δεν είναι πρόστυχος, αλλά δεν είναι και ευγενικός, ότι του λείπει η κοινωνική αγωγή, «άνθος μακροχρόνιου πολιτισμού», η οποία —και αν ακόμη είναι επιπόλαιη— αποτελεί ευλογία για τη συμβίωση με τους συνανθρώπους μας· και πρόσθετε πολύ ορθά ότι είναι αδύνατον να υπάρχει αληθινή δημοκρατία χωρίς κοινωνική αγωγή. Λαός όμως χωρίς αγωγή και αντικει­μενική κρίση δεν ζυγίζει ενσυνείδητα το βάρος των χρεών του, όπως π.χ. της ψήφου του, όταν πρόκειται να εκλέξει. Γι’ αυτό δεν στέλνει συνήθως στο κοινοβούλιο τους άξιους να τον αντιπροσωπεύσουν, αλλά ‘κείνους που θα τον εξυπηρετήσουν στην επιδίωξη των άμεσων προσωπικών του συμφερόντων. Την έλλειψη κοινωνικής αγωγής στιγματίζει επίσης εκλεκτός δοκι­μιογράφος, ο Κώστας Τσιρόπουλος, που απορεί πώς είναι δυνατόν να εξηγηθεί, ύστερ’ από τόσους αιώνες πολιτισμού, «η χυδαιότητα, η βαρβαρότητα και η κακοβουλία» που τις ζούμε στην καθημερινή μας αναστροφή με τους συμπατριώτες μας και με τους ξένους, και μέσα στις οποίες καταποντίζονται οι λίγοι. Και σε άλλο του βιβλίο γράφει: «Μια καλπάζουσα χυδαιότητα κατακαλύπτει την καθημερινή ζωή, χυδαιότητα στις ανθρώπι­νες σχέσεις, στις ανθρώπινες πράξεις, στην ακατάσχετη συμφε­ροντολογία, στην ηδονή της συκοφαντίας του άλλου, στον φθόνο, στην καχυποψία. Ο Έλληνας, ένα υλικό που τρίβεται, που φθείρεται εύκολα. Πρέπει να πάει έξω από την Ελλάδα, για να την πονέσει, να την αγαπήσει. Εδώ μέσα, και νεκρή να τη δει, πάλι δεν θα εντυπωσιασθεί, τόσο ισχυρός και ακατάβλητος ο εγωκεντρισμός του».

Λείπει αισθητά η αξιοπρέπεια, η ευθύτητα, η εγκαρδιότη­τα, η προθυμία για κατανόηση του διπλανού μας, οι προϋποθέ­σεις για τη δημιουργία και την ύπαρξη κοινωνικής δικαιοσύ­νης. Κι’ έτσι ακόμη αυτός που θα τα ενσαρκώσει, είναι υποχρεωμένος να συναντά τη δυσπιστία και την επιθετικότητα των άλλων που τελικά τον ψυχραίνουν και τον αναγκάζουν να ζήσει στο περιθώριο της κοινωνίας, πικραμένος και ακατανόη­τος. Η εγκαρδιότητα εκδηλώνεται πρώτα απ’ όλα στον χαιρετι­σμό, ο οποίος από προσποιημένα σοβαροφανείς και βαρείς τύπους εκπέμπεται σαν ακατάληπτος άναρθρος λόγος, που θυμίζει βρυχηθμό λιονταριού ή γρύλλισμα γουρουνιού.

Οι Έλληνες, στα χρόνια των τελευταίων αιώνων της τουρκοκρατίας και της Επαναστάσεως, χαρακτηρίζονταν γενι­κά, ιδίως οι Νησιώτες, χαρούμενοι, καλόκαρδοι και εκδηλωτι­κοί. Πού όμως είναι τώρα η καλή καρδιά, η καλοσύνη, η χαρούμενη διάθεση, οι αυθόρμητες και ανυπόκριτες εκδηλώ­σεις χαράς και αγάπης, έστω και της στιγμής. Τώρα οι τέτοιες διαθέσεις, έστω και μακρινός αντίλαλος της αφέλειας και της «παιδικότητας» των αρχαίων Ελλήνων, μυκτηρίζονται και αποδοκιμάζονται με ειρωνείες. Επικρατούν οι κούφιοι και οι «βαρείς», οι στυγνοί και κατσούφηδες, αληθινά βόδια, που θέλουν να εντυπωσιάσουν με τη σοβαροφάνεια τους, οι απότομοι και βάρβαροι, σαν να τους φταίει όλος ο κόσμος. Οι ευγενικοί και πρόσχαροι, σπάνιο φαινόμενο. Ακούεται και το γελοίο· «αν δεν πιω πρωί καφέ, σκοτώνω άνθρωπο». Είναι οι άντρες του «πολλά βαρύ, μη του μιλάτε το πρωί», όπως εύστοχα τους χαρακτήριζε τραγουδάκι του συρμού πριν από λίγα χρόνια· και θεωρούν σπουδαίο πράγμα να βρίζουν χυδαία. Έχει μπει και η συνήθεια αυτή στον τρόπο της ζωής μας, στη μόδα, συνήθεια που την πήραν και τα παιδιά μας, αγόρια και κορίτσια.

Τώρα, στην εποχή μας, στην καταναλωτική κοινωνία, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται, οι ηθικές αξίες σε όλο γενικά τον κόσμο, αν δεν έχουν καταβαραθωθεί, έχουν τρομερά υποβιβαστεί. Ιδανικός τώρα στόχος που λάμπει είναι ν’ αποκτήσουμε γνώσεις και ειδικότητες χρήσιμες για την κοινω­νική μας άνοδο, για ν’ αποκτήσουμε δύναμη, εξουσία και ν’ απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα υλικά αγαθά, που ικανοποιούν τη ματαιοδοξία μας και μας προβάλλουν κοινωνι­κά, το αυτοκίνητο πρώτα-πρώτα (για την απόκτησή του πουλούν οι χωρικοί μας και τα χωράφια τους), τα σκάφη αναψυχής κ.λ., να ταξιδέψουμε για διασκέδαση και επίδειξη (όχι πρός «θεωρίαν», όπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας) σε άγνωστες και μακρινές χώρες κουβαλώντας μαζί μας την ανικανοποίητη ανία μας, τον θλιμμένο εαυτό μας. Κι’ όλα αυτά, καθώς μας παίρνουν πολύ χρόνο, και μας γεμίζουν με άγχος δεν μας αφήνουν καιρό για σκέψη, για περισυλλογή, για εσωτερική ζωή, για απλότητα, για εγκαρδιότητα, για ανθρωπιά.

Πώς όμως είναι δυνατόν να καλυτερέψει η κατάσταση, όταν οι νέοι, έξω από την οικογένεια, μέσα στο κοινωνικό σύνολο, συναντούν την αδιαφορία των άλλων για τα προβλήμα­τα τα δικά τους ή για τα προβλήματα του τόπου, ή από την άλλη πλευρά όταν ενδιαφέρονται και ζητούν πολλά από τους άλλους και τίποτε από τον εαυτό τους;

Φταίμε για όλα αυτά —και ασφαλώς ευθυνόμαστε— και εμείς και οι μεγαλύτεροι μας, ιδίως οι παιδαγωγοί που μετά τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου είχαν ρίξει το παρεξηγημένο, το ακαθόριστο σύνθημα «όλα για το παιδί», ώστε και ο αιώνας μας να ονομαστεί «αιώνας του παιδιού»;

Ανησυχούσε ως τον θάνατό του ο Ευάγγ. Π. Παπανούτσος και για όσα συμβαίνουν στις ανώτατες σχολές (εξαιρούσε μερικές απ’ αυτές σε ορισμένες πόλεις), όπου το θέαμα είναι αποκαρδιωτικό, γιατί ο νέος αντί να διδάσκεται, μαζί με την ύλη, και το ήθος της επιστήμης, «όλα τα άλλα ίσως τα μαθαίνει, όχι όμως «γράμματα», που του χρειάζονται για να ευδοκιμήσει στη ζωή, να βοηθήσει και τους συνανθρώπους του να προχωρήσουν σ᾽ ένα νέο προσανατολισμό, σε μια αναμόρ­φωση του βίου». Και αναρωτιέται: «Θα μας αφήσει το «δισυπόστατο» του Έλληνα να σωφρονιστούμε γρήγορα;». Με άλλα λόγια: πρέπει να μας τρομάξουν τα πολλά ελαττώμα­τά μας;

7. Επίλογος

Όλα όσα έχουμε σημειώσει ως τώρα σε κάνουν ν’ ανησυχείς παρακολουθώντας την αποσύνθεση, την κρίση της νεοελληνικής κοινωνίας βλέποντας να τρεκλίζει και να χάνει την ισορροπία του το έθνος των Ελλήνων. Και τρέμεις για το μέλλον αυτού του έθνους που στην αρχαιότητα είχε βάλει τις βάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και που την ανάστασή του στα 1821 την είδαν και τη χαιρέτισαν με ενθουσιασμό απλοί άνθρωποι και διανοούμενοι της Δύσης πιστεύοντας πώς γρήγο­ρα θα ξαναπάρει τη θέση του ανάμεσα στα πολιτισμένα κράτη και ίσως θα ξαναμπεί στην πρωτοπορεία τους. Άραγε το ελληνικό έθνος με την ξεχωριστή του μέσα στον κόσμο γλώσσα, τη θρεμμένη από τις πανάρχαιες ρίζες της, θ’ αποτύχει στην αποστολή του και θ’ απογοητεύσει τις σκιές των φιλελλήνων που αγωνίστηκαν γι’ αυτό; Θα αφεθεί να χαθεί από εσωτερική σήψη ή από εξωτερικό εχθρό ή από τα μεγάλα και δυνατά έθνη της Ευρώπης στην κρίσιμη αυτή καμπή, στην οποία η παρουσία του μέσα στην ανθρωπότητα είναι και πρέπει να είναι αναγκαία, όπως και στην αρχαιότητα;

Όσο όμως και αν διαπιστώνουμε τα τρωτά αυτά του εθνικού χαρακτήρα, το πρόβλημα είναι και μένει: πώς θα μπορέσουμε να τον βελτιώσουμε όσο γίνεται; Με την καλή οργάνωση της πολιτείας, δηλαδή με την εφαρμογή του καλύτε­ρου κατά το δυνατόν πολιτικοκοινωνικού συστήματος, του σύμφυτου πρός τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων, και με την ενσυνείδητη εφαρμογή των κατάλληλων νόμων και θεσμών, όπως πίστευαν και πιστεύουν πολλοί; Αρκούν όμως όλα αυτά μόνο για να ξεριζώσουμε τα μεγάλα ελαττώματα, τις κακές συνήθειες, τον υπερτροφικό εγωισμό, τον φθόνο, το ψέμα, την τάση πρός εξαπάτηση του διπλανού μας και όλα τα συνακόλου­θα; Χρειάζεται όχι μόνον η ενσυνείδητη και επίμονη εφαρμογή των πορισμάτων της παιδαγωγικής επιστήμης, αλλά και η συστηματική καλλιέργεια μιας ευρύτερα νοούμενης αγωγής, που είναι και το δυσκολώτερο, γιατί προϋποθέτει τους σπάνιους ευγενείς καθοδηγητές ή προσωπικότητες —υποδείγματα ή­θους και επίμονη μακρόχρονη άσκηση ολόκληρων γενιών, ώσπου να γίνει παράδοση και αυτοματοποιημένη εκ των έσω ενέργεια.

Θα εφαρμοστούν ποτέ —ύστερα από μελέτη και βάσανο των δεδομένων μας—οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, όπως πρέπει, ώστε σε μακρό χρονικό διάστημα να ελπίζουν οι μελλοντικές γενιές στη μεταβολή, στη βελτίωση: Πάντως, αδήριτη ανάγκη είναι όχι μόνον η αλλαγή των πολιτικοκοινω­νικών και διοικητικών δομών, αλλά —σύγχρονα ή πριν απ’ όλα— η μεταβολή της δικής μας, της ατομικής μας ψυχολο­γίας, της στάσης μας απέναντι των συνανθρώπων, των ιδεών, που θα διαμορφώσουν και θα επιβάλουν τις δομές αυτές. Όλοι οι Έλληνες ποθούν ανυπόμονα τη βελτίωση, την αλλαγή πρός το καλύτερο, όλοι ισχυρίζονται ότι είναι —και είναι πράγμα­τι— θερμοί πατριώτες, αλλά πολλοί, είτε έχουν δύναμη είτε όχι, είναι έτοιμοι να βάλουν τρικλοποδιά σ ’ εκείνον ή σ’ εκείνους που θα τολμήσουν να προχωρήσουν με φαντασία και τόλμη πρός την αλλαγή ή, όπως είδαμε να λέγει ο Maurer, όλοι οι Έλληνες έχουν την απαίτηση για αλλαγή, αλλ’ αυτοί οι ίδιοι δεν θέλουν, δεν εννοούν ν’ αλλάξουν. Πάντως οι άνθρωποι, είτε καλοί είτε κακοί, ζώντας μέσα σε τέτοιες συνθήκες γίνονται πιο δυστυχισμένοι από ό,τι είναι. Η ανθρω­πιά είναι ένα φυτό που δεν πιάνει εύκολα ρίζες στην Ελλάδα.

Ανάγκη ν’ απομακρύνουμε τα βαριά και μαύρα σύννεφα από τις ψυχές μας και ν’ αφήσουμε να τις θερμάνει ο ήλιος της καλοσύνης, της αγάπης, της μόνης σταθερής κρηπίδας για τη δημιουργία μιας αληθινά ανθρώπινης κοινωνίας. Αυτή λείπει και η έλλειψή της κάνει τον ποιητή Νίκο Τυπάλδο να γράψει το τρίστιχο του:

«Κύριε τυπογράφε, λάθος!… Αγάπη, όχι με κεφαλαία!… Μιλάμε γι’ ανθρώπους…»

Θ’ αποφέρει άραγε τους καρπούς του ο αγώνας της αλήθειας εναντίον της ψευτιάς, της υποκρισίας, της δημαγωγίας; Είμαι ι­στορικός και γνωρίζω πολύ καλά ότι η κοινωνία ιδανική δεν υπήρ­ξε ούτε και θα υπάρξει, ότι η κοινωνία εφόσον έχει συσταθεί προς πραγμάτωση κοινών και πρακτικών σκοπών, που αποβλέπουν στην κατά το δυνατόν ομαλή συμβίωση των μελών της, δεν πρόκειται ποτέ να εξελιχθεί σε ιδανική μονάδα, αλλά πιστεύω ότι ο άνθρωπος, όσο ατελής και αν είναι, με την κατάλληλη γενικά ανατροφή, αγωγή και παιδεία πρέπει και μπορεί να πλησιάσει εγγύτερα προς τον προορισμό του, προς την τελειότερη μορφή του εαυτού του. Θα λειτουργήσει άραγε επιτέλους μέσα στην οικογένεια πρώτα και κατόπιν μέσα στο σχολείο ο νέος κώδικας της συμπεριφοράς, το διαρκώς αναμε­νόμενο «σχολείο της δικαιοσύνης», ή καλύτερα της «ανθρω­πιάς», με την κατάλληλη αγωγή για μικρούς και μεγάλους μέσα στη νεοελληνική κοινωνία, ώστε να μετασχηματιστεί αυτή προς το καλύτερο, από μέσα της, με δικές της γνήσιες προσπάθειες που θα την βοηθούν ν ’ αντιμετωπίζει με επιτυχία και να λύνει τα προβλήματά της; —το σχολείο εκείνο, όπου θα μαθαίνουμε να εκτιμούμε και να σεβόμαστε ορισμένες βασικές αρχές της κοινωνικότητας, την αγάπη και την εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους, την ειλικρίνεια και τη δικαιοσύνη. Αλλιώς, έξω μάλιστα από την οικογένεια και το σχολείο, δεν πρέπει να περιμένουμε σημαντικές αλλαγές, γιατί στη ζωή ο άνθρωπος παρουσιάζεται πια με διαμορφωμένο τον χαρακτήρα του. Θα διαψεύδονται άραγε συνεχώς οι προσδοκίες του ελληνικού λαού; Θα πραγματοποιηθούν οι ελπίδες του για τη βελτίωση της εθνικής του ταυτότητας, ή θα μείνουν χίμαιρες; Υπάρχει η ελπίδα για τη μεταβολή, για την αλλαγή, ή η αισιοδοξία μας θα μετεωρίζεται ακόμη δυσδιάκριτη στο νεφέ­λωμα του ονείρου; Ως πότε άραγε το φάντασμα του Διογένη θα εξακολουθεί να τριγυρνά μέρα μεσημέρι στις αγορές των ελληνικών πόλεων, προ πάντων της Αθήνας, με το φανάρι στο χέρι ζητώντας τον άνθρωπο; Ως πότε η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η αδελφοσύνη θα παραμένουν άπιαστα ιδανικά; Ας μη μας απολείπει όμως η πίστη και η ελπίδα, οι κορωνίδες της χριστιανικής, γενικά της ανθρώπινης αρετής, ώστε να συμβά­λουμε ως Έλληνες, φορείς μακροχρόνιων πολιτιστικών παρα­δόσεων, στη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος μέσα σε μια ευρύτερη ελληνική ή ανθρώπινη κοινωνία, είτε αυτή θα λέγεται ΕΟΚ είτε κάτι άλλο, προς την οποία φερόμαστε πια με ταχύτητα, με τις ολοένα και πυκνότερες αμοιβαίες οικονομικές, κοινωνικές και πνευματικές επικοινωνίες και τις παράλληλες εθνικές επιμειξίες, που με τις επιδράσεις των νέων πολιτικοκοι­νωνικών συνθηκών και θεσμών θα μας οδηγήσουν προσεχώς σ’ ένα νέο κόσμο, σ’ έναν άλλον τύπο ανθρώπου και πολίτη. Ο Έλληνας θ’ αλλάξει, θα βρει τον πραγματικό του προορισμό, τον ανθρωπισμό του, ή θ’ αυτοκαταστραφεί; Και τελειώνοντας θα επικαλεστώ και θα επαναλάβω τα ίδια τα λόγια του ιδεολόγου Τερτσέτη, του απελπισμένου κατά τα μέσα του 19ου αι. από όσα έβλεπε γύρω του· «Χανόμεθα από αμαρτία και βαρβαρότητα, ας επινοήσομε μέτρα θεραπείας, ας ανάψουμε φανούς σωτηρίας, ας έλθει πάλι χάρις και ευγένεια, και αν δεν δυνηθούμε να κατεβάσομε τον ουρανό εις τη γη, ας υψώσομε τον άνθρωπο εις τα ουράνια, sublimis virtus evehit ad astra, και έρχεται το ίδιο εις τον λογαριασμό μας». Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα του βιβλίου μου, αλλά η υλοποίησή του δεν εναπόκειται στους ηθικολόγους ούτε και στους ιστορικούς που παρεμπιμπτόντως ηθικολογούν, αλλά στους δυνατούς και έντι­μους πολιτικούς και στους εμπνευσμένους παιδαγωγούς, που όχι μόνο θα νομοθετήσουν τους κατάλληλους θεσμούς, αλλά και θα φροντίσουν για την εφαρμογή τους. Γι’ αυτό και τους αφιερώνω το βιβλίο μου αυτό!

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Ο/Η ΕΤΡΥΠΥΛΟΣ λέει:

    Χαίρεται. Να πούμε πως δεν υπήρχε κανείς Μενένιος Άπιος σε κανέναν Οξυρρύγχιο πάπυρο και πρόκειται για πλαστά κείμενα που κατασκεύασε το 1954 ο ίδιος ο Τσάτσος με παιγνιώδη διάθεση. Το ομολόγησε το 1983.

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Ο/Η Xείλων λέει:

      Χαίρετε.
      Συμφωνούμε…………αλλά έχουμε την υποχρέωση να δημοσιεύουμε τα έργα των συγγραφέων αυτούσια. Πέραν τούτου εκτιμούμε ότι η αναφορά γίνεται εν γνώσει του συγγραφέα για λόγους υποστήριξης.

      Ευχαριστούμε για την επισήμανση.
      ΥΓ. Οι σύνδεσμοι αφαιρέθηκαν για λόγους ασφάλειας

      Αρέσει σε 2 άτομα

    2. Ο/Η Πυθεύς λέει:

      Στο ζήτημα του Μενένιου Άπιου και των Οξυρρύγχιων παπύρων ο συγγραφέας στον πρόλογο της β´ έκδοσης του έργου, αναφέρει σχετικά:

      Πρóλογος της Β ‘ εκδóσεως
      Μıα απó τıς εκατοντάδες πηγές που έχω χρησıμοποıήσεı στο βıβλíο μου αποδεíχθηκε πλαστή, αλλά óχı καı αναξıóπıστη. Εíναı οı «Οξυρρύγχεıοı πάπυροı», ıστορıκολογοτεχνıκó επıνóημα του ακαδημαïκού Κωνστ. Τσάτσου, το οποíο εíχε δημοσıεύσεı πρıν απó 30 χρóνıα, στα 1954, στο περıοδıκó «Νέα Εστíα». Στο δημοσíευμά του αυτó ο Τσάτσος παρέθετε τıς επıστολές ενóς Ρωμαíου συγκλητıκού, του Μενενíου Απíου, οı οποíες εíχαν δήθεν γραφτεí στα χρóνıα του Αυγούστου καı απευθύνονταν σ ‘ ένα νέο ανθύπατο στην Ελλάδα, στον Ατíλıο Νάβıο. Μολονóτı εíχα πολλούς ενδοıασμούς γıα τη γνησıóτητα των επıστολών, τıς δέχτηκα σıωπηρά – κανεíς άλλωστε δεν τıς εíχε αμφıσβητήσεı στα 30 χρóνıα που εíχαν μεσολαβήσεı (ξαναδημοσıεύτηκαν μάλıστα στα 1970 στο βıβλíο του Τσάτσου «Αφορıσμοí καı δıαλογıσμοí». Δεύτερη σεıρά, Β ‘ έκδοση, σ. 243- 272), γıατí η εσωτερıκή κρıτıκή που εíχα ασκήσεı γıα την αξıοπıστíα τους αποδεíκνυε πεıστıκές τıς πληροφορíες που έδıναν. Μου έλεıπε óμως η δυνατóτητα ν ’ ασκήσω την εξωτερıκή κρıτıκή (δηλ. να εξετάσω τους παπύρους, το εíδος της γραφής κ.λ.), οπóτε θα δıαπíστωνα την πλαστóτητα. Μολαταύτα οı εıδήσεıς των ανύπαρκτων παπύρων επıβεβαıώνονταν συνεχώς απó óσες παρóμοıες εíχα συνάξεı κατά τη δıάρκεıα των δıκών μου ερευνών. Οπως άλλωστε εíχε την καλοσύνη να μου ανακοıνώσεı σε τηλεφωνıκή συνδıάλεξη ο íδıος ο συγγραφέας, τη νεκρανάσταση του παρελθóντος την εíχε κάνεı εμπνεóμενος απó τıς επıστολές του Κıκέρωνα. ’ Υστερ ’ απ ‘ αυτά λοıπóν δεν επıφέρω καμıά αλλαγή στο κεíμενó μου καı αφήνω τον Μενένıο Άπıο να ζεı στıς σελíδες μου.

      Αρέσει σε 2 άτομα

Τα σχόλια έχουν κλείσει.