Το όνομα του Θεού

στις

Εικόνα εξωφύλλου: Ο Μωυσής μπροστά στη φλεγόμενη βάτο, φορητή εικόνα του 12ου αι. στη Μονή του Σινά.

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Σχόλιο στο απόσπασμα 13-15 από το Γ᾽κεφάλαιο της Εξόδου στην Π. Διαθήκη

Στο πρωτότυπο αφωνηέντιστο Εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης το όνομα του Θεού αποδίδεται με τέσσερα σύμφωνα (ιερό τετραγράμματο) ως יהוה (Γιαχβέ). Όταν σε μεταγενέστερες περιόδους επικράτησε, για λόγους ευσέβειας, να αποφεύγεται η προφορά του θείου ονόματος, οι Ιουδαίοι διάβαζαν στη θέση του ιερού τετραγράμματου τη λέξη «Κύριος» ή και απλώς «το Όνομα». Για τον λόγο αυτόν η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, έργο των Ελληνόφωνων Ιουδαίων της Αλεξανδρείας του γ΄ π.Χ. αιώνα, αποδίδει πάντοτε το όνομα יהוה ως «Κύριος». Η σημασία και η προέλευση του ονόματος יהוה αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης πολλών ερευνητών και κατά καιρούς διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες σχετικά. Στην Παλαιά Διαθήκη, ή τουλάχιστον σε ορισμένες παραδόσεις της, η αποκάλυψη του θείου ονόματος συνδέεται με την κλήση του Μωυσή από τον Θεό στο Σινά. Ο Μωυσής, καλούμενος από τον Θεό να απελευθερώσει τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο, ανοίγει διάλογο μαζί του και ζητάει μεταξύ άλλων να πληροφορηθεί πώς ονομάζεται αυτός που τον αποστέλλει. Σύμφωνα με το κείμενο:

Screen Shot 2017-12-18 at 2.11.34 PM

Η συνάφεια του κειμένου

Στο κεφ γ΄ του βιβλίου της Εξόδου περιλαμβάνονται διάφορες παραδόσεις, που αναφέρονται στη θεοφάνεια του Σινά (φλεγόμενη βάτος) στην κλήση του Μωυσή και στην αποστολή του ως ελευθερωτή του λαού του, στην αποκάλυψη του ονόματος του Θεού και στην ταύτιση του Γιαχβέ με τον «Θεό των πατέρων». Αν και φιλολογικές έρευνες διακρίνουν με βάση τη δομή των ενοτήτων αυτών διάφορα στάδια σύνθεσης του κεφαλαίου, το κείμενο εμφανίζεται στη σημερινή του μορφή ενιαίο και παρεμβάλεται στη φυσική του θέση κατά την αφήγηση των γεγονότων που προηγήθηκαν της εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο.

Ο Μωυσής, ύστερα από το γνωστό επεισόδιο που κατέληξε στον φόνο ενός Αιγυπτίου (Εξο 2:11-15), ζούσε αυτοεξόριστος στην περιοχή Μαδιάμ. Βόσκοντας τα πρόβατα του πεθερού του Ιοθώρ, έφτασε κάποτε στο όρος Χωρήβ (Σινά), όπου είδε μιά βάτο να φλέγεται χωρίς να καίγεται. Όταν πλησίασε για να παρατηρήσει από κοντά το φαινόμενο, άκουσε τη φωνή του Θεού, που τον καλούσε να ελευθερώσει τον λαό του από τη δουλεία της Αιγύπτου. Ο Μωυσής εμφανίζεται αρχικά απρόθυμος να αναλάβει μιά τόσο μεγάλη και δύσκολη αποστολή, ο Θεός όμως τον διαβεβαιώνει για τη συμπαράσταση του. Η ενότητα κλείνει με οδηγίες του Θεού για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργήσει ο Μωυσής, ώστε να επιτύχει το σκοπό του.

Ερμηνευτικές παρατηρήσεις

Αμέσως μετά την κλήση και την αποστολή του Μωυσή από τον Θεό για να απελευθερώσει τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο (στχ 10), αρχίζει ένας διάλογος μεταξύ τους, κατά τον οποίο ο Μωυσής διατυπώνει επιφυλάξεις για την ικανότητα του να επιτύχει στο έργο που του ανατίθεται (στχ 11). Όταν όμως παίρνει τη διαβεβαίωση για τη θεία συμπαράσταση (στχ 12) επανέρχεται με ένα δεύτερο ερώτημα. Ζητά να μάθει το όνομα του Θεού (στχ 13).

Αξιοσημείωτο είναι στην προκειμένη περίπτωση ότι το ερώτημα δεν τίθεται ευθέως, αλλά έμμεσα. Ο Μωυσής ζητά να μάθει τι θα απαντήσει στην περίπτωση που οι συμπατριώτες του τον ρωτήσουν σχετικά. Ο τρόπος με τον οποίο θέτει το ερώτημα του δείχνει ότι απαιτεί κάτι πολύ σημαντικό από τον Θεό και αυτό τον αναγκάζει να διατυπώσει το αίτημα του με πολύ προσοχή και επιφύλαξη. Η στάση αυτή δικαιολογείται απόλυτα, αν ληφθεί υπόψη η σημασία που αποδίδεται από τους λαούς της περιοχής στο όνομα ενός προσώπου. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, το όνομα δεν αποτελεί ένα εξωτερικό μόνον χαρακτηριστικό, που διακρίνει απλώς το ένα άτομο από το άλλο, αλλά σχετίζεται με τη φύση, τον ρόλο και τον χαρακτήρα αυτού που το φέρει, ώστε συχνά ο άνθρωπος «κατὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ οὕτως ἐστίν» (1Βα κε´ 25). Έτσι εξηγούνται και οι αλλαγές ονομάτων κάθε φορά που αλλάζει ο σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου (Γεν ιζ´ 5· λβ´ 29· κ.ά.). Ζητώντας λοιπόν ο Μωυσής να γνωρίσει το όνομα του Θεού, ζητά κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή πληροφορία. Ζητά να γνωρίσει τον ίδιο τον Θεό.

Επειδή αυτό ακριβώς το νόημα έχει το ερώτημα του Μωυσή και η απάντηση του Θεού είναι ανάλογη. Δεν απαντά δηλαδή ο Θεός άμεσα λέγοντας το όνομα του, όπως θα αναμενόταν σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά, σύμφωνα τουλάχιστον με το εβραϊκό πρωτότυπο κείμενο, με μια ερμηνεία του ονόματος του:

אֶ הְ יֶה אֲ שֶׁ ר אֶ הְ יֶה = είμαι που αυτός είμαι.

Η απάντηση αυτή θέτει δύο κυρίως ερωτήματα· το πρώτο φιλολογικό, αφορά την ετυμολογία του ονόματος Γιαχβέ, ενώ το δεύτερο, ερμηνευτικό – θεολογικό, το γενικότερο νόημα της αφήγησης και τη σημασία της αποκάλυψης που περιγράφεται.

Σχετικά με το πρώτο πρόβλημα διατυπώθηκε από ορισμένους ερευνητές η άποψη ότι ο στχ 14 δεν ερμηνεύει τη σημασία του ονόματος Γιαχβέ, αλλά πρόκειται για λαϊκή ετυμολογία, η οποία στηρίζεται στο ομόηχο των λέξεων «הֶיְ הֶ א» (εγώ είμαι) και «יהוה». Έτσι, καταβλήθηκαν κατά καιρούς προσπάθειες, να ετυμολογηθεί το όνομα Γιαχβέ από μη εβραϊκές γλώσσες (όπως τα αιγυπτιακά) ή διάφορες εβραϊκές ρίζες (όπως «πνέω», «αγαπώ», «είμαι», κ.ά.) ρηματικές διαθέσεις (κάλ, ιφίλ) ή ακόμη διάφορα μέρη του λόγου (όπως ουσιαστικό, προσωπική ή κτητική αντωνυμία, επιφώνημα και ρήμα). Παρ’ όλα αυτά η έρευνα σήμερα έχει σχεδόν καταλήξει ότι στο όνομα του Θεού υπόκειται το ρήμα «είμαι», «υπάρχω» σε κάποια αρχαϊκή, προφανώς αραμαϊκή, μορφή και μάλιστα όχι σε ιφίλ διάθεση, οπότε θα σήμαινε «αυτός που δίνει ύπαρξη» (= δημιουργός), αλλά στη βασική (κάλ) διάθεση που σημαίνει «αυτός είναι / υπάρχει». Σ’ αυτό άλλωστε συμφωνεί και η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, που αποδίδει το σχετικό ημιστίχιο 14α ως «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν». Το όνομα λοιπόν του Θεού είναι ρηματικός τύπος γ´ προσώπου, ενικού αριθμού «αυτός είναι» και, επομένως, μιλώντας ο Θεός στην προκειμένη περίπτωση για τον εαυτό του, χρησιμοποιεί ρηματικό τύπο α´ προσώπου «είμαι».

Το νόημα της απάντησης του Θεού στο ερώτημα του Μωυσή συνιστά ένα από τα δυσκολότερα ερμηνευτικά προβλήματα, από τη λύση του οποίου εξαρτάται και η κατανόηση της περικοπής. Αρκετοί ερευνητές υποστήριξαν ότι με την απάντηση αυτή στην πραγματικότητα δεν αποκαλύπτεται το όνομα του Θεού, αλλά αντίθετα αποκρύπτεται. Πρόκειται για υπεκφυγή ή ακόμη άρνηση της θεότητας να αποκαλύψει το όνομα της, τον ίδιο της δηλαδή τον εαυτό. Το ποιος είναι ο Θεός θα έχει την ευκαιρία να το γνωρίσει ο Μωυσής από τις ενέργειες του στο άμεσο μέλλον. Έτσι, συνδυάζεται πλήρως η υπερβατικότητα του Θεού με την αποκάλυψη. Παραμένει ανώνυμος, ασύλληπτος και απροσδιόριστος, αλλά όχι και άγνωστος στους ανθρώπους, αφού στον στχ 15 συμπληρώνει «ὁ Κύριος (יהוה) ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν». Παρ’ όλα αυτά όμως, η απάντηση του Θεού δεν είναι μια απλή υπεκφυγή, αλλά αποκαλύπτει κάτι από τον χαρακτήρα του. Με τον αυτοχαρακτηρισμό του ως «ων» ο Θεός, διεκδικεί μόνο για τον εαυτό του την ύπαρξη. Θα μπορούσε να λεχτεί —με κάπως, αν και ξένη προς την Παλαιά Διαθήκη, φιλοσοφική διάθεση— ότι είναι ο μόνος αυθύπαρκτος, η ύπαρξη του οποίου δεν προϋποτίθεται από τίποτε και από κανέναν, ενώ τα πάντα αντλούν την ύπαρξη τους από αυτόν.

Κύριο χαρακτηριστικό, λοιπόν, του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης είναι η ύπαρξη, σε αντίθεση με τους θεούς του ειδωλολατρικού κόσμου που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Η ύπαρξη αυτή μάλιστα του Θεού αποδεικνύεται από τις συγκεκριμένες ενέργειες του μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ιστορία, στην οποία επεμβαίνει δυναμικά. Και ακόμη η αναφορά στις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές (στχ 15) φανερώνει ότι η ύπαρξη του Θεού παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο, όπως χαρακτηριστικά διακηρύσσεται στο βιβλίο της Αποκαλύψεως, όπου το όνομα του Θεού αναλύεται ως «ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος», (Απο α´ 4,8) και παραστατικά δηλώνεται στην εικονογραφία της Εκκλησίας με την επιγραφή «Ο ΩΝ» στο φωτοστέφανο του Χριστού.

Θεολογική προσέγγιση

Η αποκάλυψη του Θεού στο Σινά αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές, όχι μόνον της ιερής ιστορίας της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς το γεγονός εκείνο και η διαθήκη που ακολούθησε, έμελλε να γίνουν η αφετηρία μιας κοσμοϊστορικής αλλαγής στην πνευματική πορεία της ανθρωπότητας. Βασικό χαρακτηριστικό της παλαιοδιαθηκικής θεολογικής σκέψης συνιστά η αντίληψη ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στους ανθρώπους με τον λόγο του. Έτσι, διαμορφώνεται μια εντελώς ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, καθώς ο Θεός μιλάει και ο άνθρωπος ακούει. Όσο αυτονόητη και να φαίνεται η σχέση αυτή για τον σύγχρονο τρόπο σκέψης, αποτελεί πραγματική επανάσταση για τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης. Η γειτονική προς τον Ισραήλ αιγυπτιακή θρησκεία, για παράδειγμα, δεν στηρίζεται σε κάποια αποκάλυψη της θεότητας.

Οι θεοί των Αιγυπτίων δεν εμφανίζονται με το λόγο τους, που ο άνθρωπος ακούει, αλλά στις εικόνες τους, που ο άνθρωπος βλέπει και στους τελετουργικούς τύπους, τους οποίους ο άνθρωπος τελεί. Σε όλες τις αρχαίες θρησκείες η παρουσία της θεότητας δηλώνεται με τελετουργικές πράξεις, ενώ ο λόγος, και μάλιστα όχι κάποιος λόγος που προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό, παίζει μόνο δευτερεύοντα, βοηθητικό ρόλο. Αυτό έχει ως συνέπεια να απουσιάζει από τις θρησκείες αυτές κάποια άμεση σύνδεση της λατρευτικής με την ηθική ζωή, καθώς δεν υπάρχουν θείας προέλευσης νόμοι, με τους οποίους ο θεός, κατά ανάλογο με τον βιβλικό Θεό τρόπο, αναλαμβάνει να καθορίσει σε όλες της τις λεπτομέρειες τη ζωή της κοινότητας. Κυρίως όμως απουσιάζει από τις θρησκείες αυτές, σε σχέση με την Παλαιά Διαθήκη, το «Εγώ είμαι», με το οποίο ο Θεός απευθύνεται στους ανθρώπους.

Παρ’ όλο, λοιπόν, που όλες οι θεότητες του πολιτισμικού περιβάλλοντος του Ισραήλ φέρουν κάποιο όνομα, το οποίο τις χαρακτηρίζει και τις διακρίνει από τις υπόλοιπες που λαμβάνουν μέρος στον μύθο, στον Ισραήλ το όνομα του Θεού παίζει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, καθώς σχετίζεται άμεσα όχι με μύθους, αλλά με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Απευθυνόμενος, δηλαδή ο Θεός στους ανθρώπους με το «Εγώ είμαι» δεν συστήνεται σαν κάποιος άγνωστος σ’ αυτούς, αλλά δηλώνει ότι είναι αυτός που οι άνθρωποι γνώρισαν μέσα από την ιστορία τους (Γεν ιε´ 7· Εξο ς´ 2εξ). Αυτό φαίνεται καθαρότερα από οπουδήποτε αλλού στην πρώτη εντολή του Δεκάλογου: «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας» (Εξο κ´ 2).

Οι Ισραηλίτες καλούνται να λατρέψουν τον Γιαχβέ όχι για κάποιες πράξεις του στο αρχέγονο μυθικό παρελθόν, αλλά για τις συγκεκριμένες ενέργειες του μέσα στην πρόσφατη ιστορία τους. Ποιος είναι και τι είναι ο Θεός το γνωρίζει ο Ισραήλ όχι μέσα από μυθικές αφηγήσεις ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά μέσα από την εμπειρία των θείων ενεργειών. Απευθυνόμενος λοιπόν ο Θεός στους ανθρώπους δηλώνοντας το όνομα του, δεν εμφανίζεται σαν τυραννικός δυνάστης, η ακρόαση του ονόματος του οποίου προκαλεί τρόμο στους υπηκόους του και υπαγορεύει υποταγή, αλλά ως στοργικός πατέρας που ζητά από τους ανθρώπους μια ανάλογη με τη δική του συμπεριφορά.

Αυτό το νόημα έχει η επανάληψη ύστερα από κάθε εντολή της στερεότυπης φράσης «Εγώ είμαι ο Γιαχβέ» (Λευ ιη´ 4,5,6· ιθ´ 10,14,16,18· κ.ά.). Η σύνδεση αυτή του ονόματος του Θεού, της υπενθύμισης δηλαδή των θείων ενεργειών, με τις εντολές του Θεού προς τους ανθρώπους δεν έχει κάποιο ανάλογο στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ισραήλ. Προηγούνται πάντοτε οι ενέργειες του Θεού μέσα στην ιστορία και ακολουθούν οι απαιτήσεις του από τους ανθρώπους (Εξο ιθ´ 4-6). Έτσι, η ανθρώπινη ιστορία αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα, καθώς σκοπός της πλέον δεν είναι άλλος από τη γνώση του «Εγώ είμαι ο Γιαχβέ» (Εξο ς΄ 7), την ανταπόκριση δηλαδή των ανθρώπων στις πρωτοβουλίες του Θεού για τη σωτηρία τους.

 

Screen Shot 2017-10-10 at 3.58.18 PM

Πηγή:
Academia.edu_large_brand
Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου  Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
 
Advertisements