Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτωρ και Ιράν

στις

 Mithridates VI Eupator and Iran
του Marek Jan Olbrycht
Department of Ancient History and Oriental Studies
University of Rzeszów

Η αυτοκρατορία του Μιθριδάτη ΣΤ´του Ευπάτορα στην Μαύρη Θάλασσα  

Προκαταρκτικά

Η ήττα του Αντίοχου Γ´ και η υποταγή της δυτικής Μικράς Ασίας μετά τον θάνατο του Άτταλου Γ´, απέδειξαν την φαινομενικά απόλυτη κυριαρχία της Ρώμης, επί των βασιλείων της Δυτικής Ασίας κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. Η ταπεί-νωση που υπέστη ο βασιλέας των Σελευκιδών Αντίοχος Δ´ στην Αίγυπτο το 168 π.Χ., γνωστή ως «Ημέρα της Ελευσίνας (1)», υποδεικνύει την δεσπόζουσα θέση της Ρώμης, στις σχέσεις της με τα βασίλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Ο κύριος σύμμαχος Pωμαίων στην Ανατολία, o Ευμένης της Περγάμου, υπέστη μια παρόμοια ταπείνωση, όταν επιχείρησε να επικαλεσθεί την Ρώμη εναντίον των Γαλατών (χειμώνας 167/166 π.Χ.) Την ίδια περίοδο, ένας άλλος ηγεμόνας της Ανατολίας, ο Προυσίας Β´ της Βιθυνίας, επισκέφθηκε τη Ρώμη με την φορεσιά του απελεύθερου και προσφέρθηκε να υπηρετήσει δουλοπρεπώς την Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Σε αυτό το υπόβαθρο, οι εν μέρει προκλητικές και επιθετικές ενέργειες του Μιθριδάτη ΣΤ´ (από το 120 έως το 63 π.Χ.) εναντίον της Ρώμης, είναι στην πλειονότητά τους, αναπάντεχες. Ο Ευπάτορας πάσχιζε για την θεμελιώδη ενδυνάμωση του βασιλείου του. Έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο σε ολόκληρη την περίμετρο της Μαύρης Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένου του βασιλείου του Βοσπόρου, επικεντρώθηκε στην Ανατολία. Η καλπάζουσα αύξηση της δύναμης του Πόντου, αναπόφευκτα οδήγησε σε σύγκρουση συμφερόντων με την Ρώμη, η οποία επιθυμούσε την απόλυτη ηγεμονία στην Μικρά Ασία.

Τα περισσότερα από τα πολιτικά ζητήματα αναφορικά με την τακτική του Ευπάτορα φαίνονται οικεία, καθώς υπάρχει διαθέσιμη αρκετή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία σχετική με τον Πόντο και την Ρωμαϊκή εμπλοκή στην Ανατολία. Αλλά αν η προοπτική των μελετητών περιορίζεται στις αλληλεπιδράσεις Πόντου και Ρώμης, δεν είναι δυνατόν να προκύψει κάποια συνεκτική αναπαράσταση της περιόδου. Εκείνη την περίοδο υπήρχε μια άλλη δύναμη στην δυτική Ασία η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη κατάλληλα: η αυτοκρατορία των ΑρσακιδώνΠάρθων.  Δυστυχώς, στην σχετική με την βασιλεία του Ευπάτορα βιβλιογραφία, η Παρθία έχει τύχει επουσιώδους και περιστασιακής αντιμετώπισης, μέχρι σήμερα. Οι αυξανόμενες εντάσεις στις σχέσεις Πάρθων-Ρωμαίων, εξαιτίας της εγγύτητας των πολεμικών επιχειρήσεων (κατά τις οποίες  Λούκουλλος και Πομπήιος μάχονταν με τον Πόντο και την Αρμενία) στα σύνορα των Πάρθων περί τα τέλη των δεκαετιών του 70 και του 60 τον 1ο αιώνα π.Χ., είναι αρκετά γνωστές. Τότε, ο Ευπάτορας, προσπάθησε μάταια να οικοδομήσει την ενεργή υποστήριξη των Πάρθων εναντίον της Ρώμης.

Για την επιστημονική σκέψη, η σχέση Πόντου-Παρθίας εκείνη την περίοδο κατά την οποία το Παρθικό Ιράν ανέκαμπτε από την βαθειά κρίση της δεκαετίας του 70 και παρέμεινε μάλλον ανενεργό αναφορικά με την δυτική εξωτερική πολιτική του, συχνά ερμηνευόταν με γνώμονα τις προγενέστερες δεκαετίες διακυβέρνησης του Ευπάτορα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία. Εντούτοις μερικές πηγές καταδεικνύουν την ύπαρξη ενεργών σχέσεων μεταξύ του Ευπάτορα και της αυτοκρατορίας των Αρσακιδών υπό τον Μιθριδάτη Β´ (123-87 π.Χ.), ενός από τους επιφανέστερους Πάρθους βασιλείς. Οι τακτικές των Πάρθων εκείνης της περιόδου συνέστησαν τις πρωταρχικές επαφές του κράτους των Αρσακιδών με την Ρώμη. Η θέση της Αρμενίας, η οποία είχε παραμείνει υποτελής των Πάρθων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν επίσης ουσιώδης. Υπάρχει, ωστόσο, μια τάση στους μελετητές, να χειρίζονται τα μεμονωμένα περιστατικά στις σχέσεις μεταξύ του Αρσακιδικού Ιράν, της Αρμενίας και του Πόντου σαν ασύνδετα, προσπαθώντας διόλου να ανακαλύψουν ενδότερους συσχετισμούς. Κάθε πολιτική ενέργεια του Ευπάτορα προς την Ρώμη θα ήταν αδύνατη αν ο ίδιος δεν είχε πρωτίστως εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα στα ανατολικά σύνορά του με την Παρθική σφαίρα επιρροής, συμπεριλαμβανομένης της Αρμενίας. Γενικότερα, για να εμφανίσουμε μια αξιόπιστη εικόνα της τακτικής του Ευπάτορα, πρέπει να επιτύχουμε μια ισορροπημένη εκτίμηση των συμμάχων του Πόντου στην Ασία, ιδιαίτερα της αυτοκρατορίας των Αρσακιδών και της Αρμενίας υπό την εξουσία του Τιγράνη. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στις σχέσεις μεταξύ Μιθριδάτη του Ευπάτορα, Τιγράνη της Αρμενίας και Παρθίας, υπό τον Μιθριδάτη Β´τον Μέγα και τους διαδόχους του, ιδιαίτερα για τις δεκαετίες 90 και 80 του 1ου αιώνα π.Χ.

Σύμφωνα με τον Στράβωνα, το βασίλειο του Πόντου και η γειτονική του Καππαδοκία, αναδύθηκαν από δύο Καππαδοκινές σατραπίες της Περσικής Αυτοκρατορίας. Σε αμφότερες τις περιοχές είναι ευδιάκριτη η Ιρανική επιρροή στην κουλτούρα της Ελληνιστικής περιόδου. Ο Μιθριδάτης ο Ευπάτωρ ελκυόταν από τις Περσικές παραδόσεις με πολλούς τρόπους, φανερώνοντας συγκεκριμένα τις Αχαιμενικές ρίζες της βασιλικής του οικογένειας. Αυτές οι πολιτισμικές και θρησκευτικές συνδέσεις αξιώνουν ιδιαίτερη αντιμετώπιση.

Οι πρώτες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μιθριδάτη είχαν στόχο τις χώρες των ανατολικών και βόρειων ακτών της Μαύρης Θάλασσας. Έπειτα το ενδιαφέρον του στράφηκε στα βασίλεια της Ανατολίας και πραγματοποιήθηκαν οι επιχειρήσεις εναντίον της Παφλαγονίας και της Γαλατίας. Το επόμενο βήμα ήταν η εισβολή στην Καππαδοκία, χώρα η οποία διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοκρατορίας του Ευπάτορα. Το Ποντιακό Βασίλειο δεν ήταν ικανό να διαδραματίσει ρόλο τοπικής υπερδύναμης χωρίς την υποταγή της Καππαδοκίας, η οποία ήταν το μεγαλύτερο κράτος στα ανατολικά της Ανατολίας. Η σύρραξη στην Καππαδοκία ήταν πολύπλευρη για τον βασιλέα Νικομήδη της Βιθυνίας, πρώην σύμμαχο του Ευπάτορα, ο οποίος ενεπλάκει σε αυτήν. Επιπλέον, η Ρώμη διατηρούσε για περίπου έναν αιώνα μέχρι τότε, στενές σχέσεις με την Καππαδοκία.

Η Παρθία υπό τον Μιθριδάτη Β´τον Μέγα, ως δεσπόζουσα δύναμη στην δυτική Ασία

Η αυτοκρατορία των Αρσακιδών εξελίχθηκε περί το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ,  σε πολύ μεγάλο κράτος που εξουσίαζε αρκετές χώρες της Ασίας. Οι Πάρθοι εξεδίωξαν τους Σελευκίδες από τις σατραπίες τους, ανατολικά του Ευφράτη. Υπό την ηγεσία του Μιθριδάτη Β´ (112-87 π.Χ.) η Παρθία παρέμεινε υπέρτατη δύναμη στην περιοχή, με τις κατακτήσεις της να εκτείνονται από την Υπερκαυκασία (συμπεριλαμβανομένης της Αρμενίας) έως την κεντρική Ασία και τα σύνορα της με την Ινδία.

Ο Μιθριδάτης Β´ διεξήγαγε αρκετούς πολέμους εναντίον των γειτόνων του, ιδιαίτερα ενάντια στους νομάδες της κεντρικής Ασίας, κάτι το οποίο οδήγησε στην συσσωμάτωση πολλών νέων εθνικοτήτων με την Παρθική Αυτοκρατορία. Τελικά, πέτυχε την υποταγή της Χαρακηνής στον Περσικό κόλπο και επιπλέον ήρθε σε επαφή με τον πανίσχυρο Κινέζο αυτοκράτορα Γου Τι. Ένα σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη της βασιλικής ιδεολογίας των Αρσακιδών ήταν η ανάκυψη του τίτλου τιμής «Βασιλεύς Βασιλέων» ο οποίος συνόδευσε τα στρατιωτικά και διπλωματικά κατορθώματα του Μιθριδάτη Β´. Ο νέος αυτός τίτλος αποτυπώθηκε σε νομίσματα και επιγραφές καθώς και σε καταγραφές στην Βαβυλωνιακή γλώσσα (šar šarrāni). Επρόκειτο για ιδιαζόντως σημαντική εξέλιξη για την βασιλική ιδεολογία της Παρθίας και του συνόλου της Ανατολής.

Ο Μιθριδάτης Β´ υπερίσχυσε των προκατόχων του ως κληρονόμος και αναστηλωτής της Αχαιμενικής παράδοσης. Ταυτόχρονα, η τιάρα (διάδημα) έγινε σύνηθες κάλυμμα κεφαλής για τα νομίσματα των Αρσακιδών. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι εισήχθησαν και άλλοι νεολογισμοί στην παράδοση των Πάρθων τον καιρό του Μιθριδάτη Β´, καινοτομίες οι οποίες χρήζουν συσχετισμένης θεώρησης. Έτσι, ο Μιθριδάτης Β´ αποδείχθηκε επιτυχημένος, χαρισματικός ηγέτης και στρατηγός, ο οποίος διατύπωσε ένα μακρόπνοο στρατηγικό σχέδιο για τον πολιτικό ορίζοντα των Αρσακιδών.

Οι εξουσιαστικές βλέψεις των Πάρθων υπό την ηγεσία του Μιθριδάτη Β´, στράφηκαν προς την Υπερκαυκασία. Σ᾽ εκείνη την περιοχή βρισκόταν η Αρμενία, η οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική γραμμή των Αρσακιδών. Η στρατηγική θέση της, ανάμεσα στην Ανατολία και τις στέπες βόρεια του Καύκασου και του Ιράν, καθώς επίσης οι στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητές της, αναγνωρίστηκαν από τον Μιθριδάτη Β´. Αυτός ήταν ο λόγος που οι Αρσακίδες έκαναν βασικό στόχο της πολιτικής τους έναντι της Ρώμης, τον έλεγχο της Αρμενίας, μέχρι που η δυναστεία έπαψε να υπάρχει. Ο Μιθριδάτης Β´ καθυπόταξε την Αρμενία στις αρχές της βασιλείας του περί το 120 π.Χ. Ο ηττημένος βασιλέας Αρταβάσδης παρέδωσε τον γιό του Τιγράνη, ως όμηρο στους Αρσακίδες.

Ο Μιθριδάτης, μετά τη λήξη του τρίτου πολέμου από τον Ευφράτη όπου έφτασε, πέρασε με λίγες δυνάμεις την Αρμενία, κατόπιν στην Κολχίδα και τέλος στην Κριμαία. _wikipedia
Ο Μιθριδάτης, μετά τη λήξη του 3ου Μιθριδατικού πολέμου, από τον Ευφράτη πέρασε με λίγες δυνάμεις την Αρμενία, κατόπιν στην Κολχίδα και τέλος στην Κριμαία. _wikipedia

Τα σχέδια επέκτασης της πολιτικής των Πάρθων, περιελάμβαναν την Συρία. Μετά την ήττα του Αντίοχου Ζ´ του Σιδήτη από τους Αρσακίδες το 129 π.Χ., άρχισαν για πρώτη φορά να εγείρονται αξιώσεις για την Συρία, από την πλευρά των Πάρθων. Μια ξεκάθαρη εκδήλωση του αυξανόμενου Παρθικού ενδιαφέροντος, ήταν η προσάρτηση της πόλης Δοῦρα Εὐρωπός, Σελευκιδικό κέντρο στον Ευφράτη το 114 πρός 113 π.Χ. Εκείνο τον καιρό οι Σελευκίδες ήταν αποδυναμωμένοι και μπλεγμένοι σε ατελείωτες εσωτερικές διαμάχες και αγώνες για την επικράτηση επί της Συρίας, εναντίον Εβραίων, Ναββαταίων, Ελληνικών πόλεων στην Συρία και την Φοινίκη καθώς και διάφορων τοπικών ηγεμόνων. Οι Πάρθοι επενέβησαν στις Συριακές διενέξεις το 88 πρός 87 π.Χ., υποστηρίζοντας τον Σελευκίδη μονάρχη Φίλιππο εναντίον του αδελφού του Δημητρίου. Ο τελευταίος είχε συλληφθεί και παραδοθεί στον Αρσακίδη βασιλέα, ο οποίος τον κράτησε σε τιμητική αιχμαλωσία μέχρι τον θάνατό του από φυσικά αίτια. Μετά από αυτήν την νίκη, ο υποψήφιος των Πάρθων, Φίλιππος, εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια και κυβέρνησε για πολλά χρόνια μέχρι το 84 και τις αρχές του 83 π.Χ. μαχόμενος εναντίον επουσιωδών αντιπάλων.

Ο στρατηγικός σχεδιασμός των Πάρθων υπό τον Μιθριδάτη Β´, περιελάμβανε την Κομμαγηνή, χώρα ανάμεσα σε Συρία, Κιλικία, Καππαδοκία και Ευφράτη ποταμό, κατεχόμενη από τους Σελευκίδες. Η Κομμαγηνή ανεξαρτητοποιήθηκε περί το 163-162 π.Χ. στις αρχές της βασιλείας του Σελευκίδη ηγέτη Πτολεμαίου, ο οποίος αυτοανακυρήχθηκε βασιλέας. Υπό την ηγεσία του Σάμου (Σάμος Β´ Θεοσεβής Δίκαιος) την περίοδο από το 130 έως το 100 π.Χ. περίπου, του Μιθριδάτη Α´ του Καλλίνικου (από το 100 έως το 70 π.Χ.) και Αντίοχου Α´ του Θεού, παρά τις πιέσεις που δεχόταν από μεγαλύτερες γειτονικές χώρες, το βασίλειο προσπάθησε να διατηρήσει την αυτονομία του. Οι Κομμαγηνοί ηγέτες επιχείρησαν να διατηρήσουν φιλικές σχέσεις με τους Σελευκίδες. Έτσι ο Μιθριδάτης Α´ ο Καλλίνικος, νυμφεύθηκε την Λαοδίκη Θεά, κόρη του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Η´του Γρυπού και μητέρα του Αντίοχου Α´ της Κομμαγηνής (περί το 96 π.Χ.).  Με αυτόν τον γάμο ο Σελευκίδης βασιλέας αποδέχθηκε την ανεξαρτησία της Κομμαγηνής.

Το μικρό βασίλειο είχε υπό τον έλεγχό του τα στρατηγικά περάσματα του Ευφράτη από την Μεσοποταμία στην βόρεια Συρία και την Ανατολία και συνεπώς την ιδανικότερη διαδρομή για τα Ιρανικά στρατεύματα εισβολής που κινούνταν δυτικά. Τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Κομμαγηνής δεν διέφυγαν της προσοχής των Πάρθων οι οποίοι παρακολουθούσαν από κοντά τις δραστηριότητες των Αρσακιδών εκεί,  από τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. Κατά πάσα πιθανότητα οι στενοί δεσμοί μεταξύ Παρθίας και Κομμαγηνής είχαν αναπτυχθεί αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, τον καιρό του Μιθριδάτη Β´ του Μεγάλου. Ωστόσο τα στοιχεία αναφορικά με αυτό το ζήτημα απαιτούν επανεξέταση.

Μια ενδιαφέρουσα θεὠρηση κάποιων Παρθικών δράσεων στις περιοχές δυτικά του Ευφράτη, παρέχεται από τον Ιώσηπο. Όπως αφηγείται, μια βασίλισσα με το όνομα Λαοδίκη, ζήτησε την συνδρομή του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου του Ευσεβή (από το 95 έως το 92 π.Χ. περίπου) αλλά αυτός σκοτώθηκε σε μάχη με τους Πάρθους. Υπάρχουν άλλες πηγές που αφορούν την πορεία του Ευσεβή, οι οποίες όμως περιέχουν αντιφατικές πληροφορίες. Ο Ευσέβιος, υποστήριξε ο Αντίοχος Ι´ ο Ευσεβής, ηττήθηκε από τον Φίλιππο και προσέφυγε στους Πάρθους για να επιστρέψει αργότερα και να ανακτήσει το βασίλειό του από τον Πομπήιο. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Ευσεβής εκθρονίστηκε  από τον Τιγράνη. Αμφότερες οι αινιγματικές αναφορές, αποδίδουν ιδιαίτερη μακροζωία στον Ευσεβή, κάτι που προφανώς οφείλεται στην σύγχυση μεταξύ πατέρα, Αντίοχου Ι´ του Ευσεβή και γιού, Αντίοχου ΙΓ´ του Ασιατικού, ή οποία προκλήθηκε από την ομωνυμία τους. Γενικώς, η περιγραφή του Ιώσηπου για τον Αντίοχο Ι´ είναι η πλέον αξιόπιστη. Ο θάνατος του Αντίοχου Ι´, μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά περί το 92 π.Χ.

Το σημαντικότερο ερώτημα που αφορά το απόσπασμα του Ιώσηπου όπως περιγράφηκε παραπάνω, είναι η ταυτότητα της Λαοδίκης. Προφανώς ηγεμόνευε σ᾽ ένα βασίλειο στο οποίο εισέβαλλαν οι Πάρθοι. Από την εξιστόρηση του Ιώσηπου φαίνεται ότι η χώρα της βρισκόταν πλησίον των συνόρων Παρθίας και Συρίας, κατά πάσα πιθανότητα στον Ευφράτη. Δυστυχώς η φράση στην οποία αναφερόταν η εθνικότητα των υπηκόων της Λαοδίκης, έχει διαβρωθεί και τα χειρόγραφα εκφράζουν διαφορετικές εκδοχές. Αυτή του Benedikt Niese αναφέρει την λέξη Σαμηνων και επιβεβαιώνεται σε ένα από τα χειρόγραφα (Codex Palatinus) αλλά σε άλλους κώδικες βρίσκουμε διαφορετικές αναφορές και μεταξύ άλλων τον όρο Γαλιηνων. Ο όρος Σαμηνων έχει φωνητική αναλογία με τον Σαμηνοι με τον οποίο ο Στέφανος ο Βυζάντιος, αναφέρεται σε έναν νομαδικό αραβικό λαό. Δυστυχώς αυτά δεν μπορούν να διασταυρωθούν. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο όρος Σαμηνοι υποδεικνύει τους κατοίκους της πόλης Σαμόσατα (όνομα που προέρχεται από αυτό της νήσου Σάμος) στο βασίλειο της Κομμαγηνής και ταυτίζουν την Λαοδίκη που αναφέρει ο Ιώσηπος με την Σελευκιδικής καταγωγής βασίλισσα της Κομμαγηνής, Λαοδίκη Θεά. Ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις στην σύνταξη της αφήγησης του Ιώσηπου, η ταυτοποίηση της Λαοδίκης μοιάζει εξαιρετικά πιθανή. Ο Αντίοχος Ι´ έσπευσε σε βοήθεια της Λαοδίκης, αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε από τους Πάρθους. Το συμπέρασμα ότι, περί το 92 π.Χ. οι Πάρθοι επιτέθηκαν στην Κομμαγηνή, την υπέταξαν και δολοφόνησαν τον Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχο, ο οποίος προσπαθούσε να βοηθήσει την συγγενή του Λαοδίκη, είναι αναπόφευκτο. Με άλλα λόγια, τα στρατεύματα των Πάρθων επιχειρούσαν στα δυτικά του Ευφράτη.

Η Κιλικία είναι μια ακόμη περιοχή στα δυτικά του Ευφράτη που γνώρισε τις δράσεις των Πάρθων το 90 π.Χ. Ο Στράβων υποστηρίζει ότι οι Πάρθοι εξουσίαζαν την Κιλικία πριν από τους Αρμενίους. Ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν τα στοιχεία αυτά με τις επιχειρήσεις των Πάρθων στην Συρία περί το 88/87 π.Χ. Αλλά ένας πιο ακριβής χρονικός προσδιορισμός θα μπορούσε να είναι τα τέλη του 90 π.Χ, όταν κλιμακώθηκε ο αγώνας του Πόντου και της Παρθικής Αρμενίας με την Ρώμη. Η επιχείρηση στην Κιλικία μπορεί ενδεχομένως να ήταν συντονισμένη με την εμπλοκή των Πάρθων στην Κομμαγηνή και την υποστήριξη που παρείχαν στις επιδρομές του Τιγράνη στην Καππαδοκία, το 92 π.Χ. περίπου.

Ο «Βασιλεύς Βασιλέων» Μιθριδάτης Β´της Παρθίας, ακολούθησε μια εν γένει επεκτατική τακτική στην δυτική Ασία. Η βόρεια Μεσοποταμία και η Δούρα Ευρωπός ενσωματώθηκαν με την Παρθία. Στα δυτικά του Ευφράτη οι Πάρθοι ήταν ικανοποιημένοι με την σύσταση προτεκτοράτων. Σε πολλές περιπτώσεις, τοπικοί υποτελείς ηγεμόνες (όπως ο Φίλιππος στην βόρεια Συρία) μπορούσαν να διατηρήσουν τους θρόνους τους υπό την Παρθική φεουδαρχία.  Βόρεια Συρία και Κομμαγηνή παρέμειναν κάποιο χρονικό διάστημα στην κυριαρχία των Πάρθων, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των οποίων έφθασαν μέχρι την Κιλικία. Βρισκόμενη στα βορειοδυτικά της Κομμαγηνής και της Κιλικίας, η Καππαδοκία ήταν περιοχή μεγάλης σπουδαιότητας για τον αποτελεσματικό έλεγχο της ανατολικής και κεντρικής Ανατολίας.

Δεν έχουμε κάποια απόδειξη ότι η Ρώμη εκτίμησε την σημασία των Παρθικών προελάσεων στην δυτική Ασία με τον Μιθριδάτη Β´. Προφανώς η Παρθία δεχόταν περιστασιακά την προσοχή της Ρώμης. Ο Στράβων επισημαίνει την αμέλεια των Ρωμαίων σχετικά με τον Παρθικό παράγοντα εκείνη την εποχή και τονίζει «οι Ρωμαίοι δεν ανησυχούσαν τόσο πολύ για τους λαούς πέραν του όρους Ταύρος· αλλά έστειλαν τον Σκιπίωνα (Scipio Aemilianus ή Scipio Africanus) και αργότερα κάποιους άλλους, να επιθεωρούν τις φυλές και τις πόλεις».

Η θεώρηση της κατάστασης στην δυτική Ασία από την οπτική γωνία των Πάρθων, σχετίζεται άμεσα με την παρούσα μελέτη. Η ολοένα και μεγαλύτερη δύναμη του Πόντου, ενός βασιλείου που συνόρευε με τις Παρθικές κτήσεις στην Υπερκαυκασία θα πρέπει να τράβηξε την προσοχή των Αρσακιδών. Τα συμφέροντα ήταν σίγουρα αμοιβαία για τον Μιθριδάτη τον Ευπάτορα, ο οποίος πάσχισε να σιγουρέψει την υποστήριξη από βασίλεια πέραν της Ρωμαϊκής σφαίρας επιρροής. Το Παρθικό βασίλειο ήταν βεβαίως ένας επιθυμητός σύμμαχος, δεδομένων των πόρων, του πλούτου και του στρατιωτικού δυναμικού του.

Οι στενές επαφές μεταξύ του Πόντου και της Παρθίας είχαν τις ρίζες τους στα χρόνια πριν το 102/101 π.Χ. Εκείνη την χρονιά ανεγέρθη ηρώο στη Δήλο, αφιερωμένο στον Ευπάτορα. Αυτό το μνημείο είναι σημαντικό για πολλούς λόγους και συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για τις επαφές μεταξύ Παρθίας και Πόντου. Χτίστηκε στο ιερό των Καβείρων από τον Αθηναίο Ηλιάναξ, λειτουργό του Ποσειδώνα Αίσιου και τους ΔιόσκουρουςΚάβειρες. Υπήρχαν δώδεκα ανάγλυφες προτομές στο εσωτερικό του ηρώου και μία στο τύμπανο της πρόσοψης. Τα ανάγλυφα έχουν θρυμματιστεί αλλά μπορούν να ταυτοποιηθούν από τις επιγραφές οι οποίες ονοματίζουν αρκετούς επιφανείς άντρες και στρατηγούς του Μιθριδάτη Ευπάτορα, συμπεριλαμβανομένων των: Γάιο, γιό του Ερμαίου σύνθρονου του Μιθριδάτη, Δορύλαο, αρχηγό της σωματοφυλακής του, Παπία, αρχιθεραπευτή του Ευπάτορα, Ασκληπιόδωρο, πατέρα του Ηλιάνακτα, Διόφαντο τον στρατηγό και Αριαράθη Ζ´ της Καππαδοκίας, ανηψιό του Μιθριδάτη ΣΤ´.  Τα μόνα πρόσωπα που δεν ανήκαν στην οικογένεια, στην δικαιοδοσία ή το στράτευμα του Ευπάτορα, ήταν ο Αντίοχος Η´ ο Γρυπός της Συρίας και δύο Πάρθοι αξιωματικοί, απεσταλμένοι του Αρσακίδη Βασιλέα των Βασιλέων. Προφανώς χάρη στην Σελευκιδική καταγωγή του, ο Αντίοχος Η´ο Γρυπός (126 περίπου-96 π.Χ.) ένας κατά τα άλλα αδύναμος βασιλέας, έχαιρε της εκτίμησης κάποιων ηγεμόνων της Ανατολής και της Ανατολίας. Ο Γρυπός πιθανόν να διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Μιθριδάτη.

Οι Πάρθοι, ήταν κατά τα φαινόμενα απεσταλμένοι του Μιθριδάτη Β´, ο οποίος αποκαλείται Βασιλεύς Βασιλέων σε μια από τις επιγραφές. Το ηρώον ανεγέρθηκε κατόπιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αλλά ο Ηλιάνακτας δεν θα μπορούσε να ενεργήσει χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Μιθριδάτη. Το μνημείο στην πραγματικότητα προοριζόταν να εξυπηρετήσει την προπαγάνδα του Πόντιου βασιλέα, ως επίδειξη μεγαλοψυχίας και δύναμης, όπως τεκμηριώνεται σε διεθνείς μελἐτες. Η παρουσία της Παρθικής αποστολής στην αυλή του Μιθριδάτη Ευπάτορα και η ευλαβική παρουσίασή της στο ηρώον της Δήλου, υπονοούν ότι ο Μιθριδάτης συνεργαζόταν ήδη με τον βασιλέα της Παρθίας από το 102/101 π.Χ. (όπως έκαναν και κατά την δεκαετία του 90) και ότι ο Ευπάτορας είχε ιδιαίτερες σχέσεις με την Παρθία. Ειδωμένο υπό το πρίσμα των Αρσακιδών, το Παρθικό ενδιαφέρον για την Ανατολία στις αρχές της πορείας του Μιθριδάτη πρέπει να επισημανθεί.

Τιγράνης Β´… υποτελής των Πάρθων και σύμμαχος του Πόντου

Lesser Armenia (in greenish yellow, near the Black Sea) at the end of the 2nd century BC, just before the Roman conquest _wikipedia
Lesser Armenia (in greenish yellow, near the Black Sea) at the end of the 2nd century BC, just before the Roman conquest _wikipedia

Η θέση μιας από τις συνιστώσες που διαμόρφωναν το μοτίβο του πολιτικού αστερισμού της δυτικής Ασίας κατά τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. -αυτή της Αρμενίας- θα ήταν επίσης χρήσιμο να αναλυθεί. Το βασίλειο του Πόντου γειτνίασε με την Μεγάλη Αρμενία, μετά την απόκτηση από τον Ευπάτορα, της χώρας της ανατολικής Ανατολίας, την οποία αποκαλούσαν Μικρή Αρμενία, από τον κυβερνήτη της, Αντίπατρο. Με επισφαλή ανατολικά όρια, ο Μιθριδάτης δεν θα μπορούσε να ηγηθεί μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων στην Ανατολία. Έτσι, το ενδιαφέρον του για την Αρμενία και την Παρθική επικυριαρχία της, πρέπει να προκλήθηκε πολύ νωρίτερα. Ο έλεγχος των Πάρθων επί της Αρμενίας, ο οποίος χρονολογείται από το 120 π.Χ. και μετά, ίσως ανάγκασε τον Μιθριδάτη να απλώσει τα χέρια του στην αυτοκρατορία των Αρσακιδών. Εντούτοις φαίνεται πολύ πιθανό να είναι ουσιώδες συστατικό στην σχέση Πόντου και Παρθίας, η οποία έχει τις ρίζες της στο 102/101 π.Χ., το ενδιαφέρον του Πόντου να διασφαλίσει τα σύνορά του από την Παρθοκρατούμενη Αρμενία και την ίδια την Παρθία.

Το 95 π.Χ. ο Τιγράνης αναρρήθηκε στο θρόνο της Αρμενίας. Μετά από είκοσι πέντε χρόνια παραμονής στην Παρθική αυλή, απελευθερώθηκε από την ηγεμονία του Μιθριδάτη Β´ και διορίστηκε βασιλέας της Αρμενίας. Το έτος ενθρονισμού του, απορρέει από την περιγραφή του Πλούταρχου για την συνάντηση του Τιγράνη με τον Άππιο Κλαύδιο Πούλχερ τον χειμώνα του 71/70 π.Χ. – κατά συνέπεια, η αρχή της μέχρι τότε εικοσιπενταετούς διακυβέρνησής του, φαίνεται να βρίσκεται περί το 95 π.Χ. Ο Στράβων γράφει ότι ο Τιγράνης απέκτησε «το δικαίωμα της επανόδου του στην πατρίδα», φράση η οποία υπογραμμίζει την κατάσταση υποτέλειας την οποία βίωνε. Με αυτήν την ευκαιρία ο Αρσακίδης βασιλέας αναγκάστηκε να εκχωρήσει το τμήμα της περιοχής που αποκαλείτο «Εβδομήντα Κοιλάδες» στην Παρθία – μια ιδιάζουσα ανταμοιβή ή δέσμευση. Η παραχώρηση αυτής της περιοχής και η φράση του Στράβωνα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, υπονοούν ότι ο Τιγράνης τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο του Πάρθου Βασιλέα των Βασιλέων.

Είναι σύνηθες οι μελετητές να υπερεκτιμούν την θέση του Τιγράνη στον ξεκίνημα της εξουσίας του. Η αυτοκρατορία των Αρσακιδών βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της και είναι αδύνατον η ηγεμονία του Τιγράνη να παρατηρηθεί μεμονωμένα στο αρχικό της στάδιο. Η καριέρα του Τιγράνη θα έπρεπε να διακρίνεται σε τουλάχιστον δύο επίπεδα. Το πρώτο περιλαμβάνει την περίοδο που αρχίζει το 95 π.Χ. κατά την οποία παρέμεινε πιστός υποτελής της Παρθίας. Η αφοσίωση στον Αρσακίδη βασιλέα διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80. Το 83 π.Χ. ο Τιγράνης εξακολουθούσε να λογίζεται υποτελής των Πάρθων (βλ. παρακάτω). Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για οποιαδήποτε αντιπαρθική δράση από μέρους του Τιγράνη πριν το 80 π.Χ. Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκεται ο Τιγράνης ο οποίος ακολουθεί ανεξάρτητη πολιτική γραμμή και δημιουργεί μια αυτοκρατορία εν μέρει εις βάρος της Παρθίας.

Υπάρχουν ενδείξεις προερχόμενες από το Ιράν, που περιγράφουν στενούς δεσμούς μεταξύ Παρθίας και Τιγράνη. Σύμφωνα με την περγαμηνή του Αβρομάν (Avroman, The Parchments of Awraman) στο Ιρανικό Κουρδιστάν που χρονολογούνται από το 88 π.Χ. η δεύτερη σύζυγος του Μιθριδάτη Β´, Αριαζάτη Αύτομα (Ariazate Automa) ήταν κόρη του Μέγα βασιλέα Τιγράνη. Καθώς ο Πάρθος ηγεμόνας προσφωνείται στο κείμενο ως Μέγας Βασιλεύς Βασιλέων, διατηρείται η ιεραρχία και ο Τιγράνης φαίνεται να είναι υποτελής. Το αξίωμά του ωστόσο, υποδεικνύει το γεγονός ότι ήταν σεβαστός από τον υπέρτατο άρχοντα, προφανώς λόγω των κατορθωμάτων του, τα οποία ήταν απόλυτα συντονισμένα με την Παρθική τακτική, διαφορετικά ο βασιλέας των Πάρθων θα είχε απομακρύνει την Αριαζάτη.

Ο Ιουστίνος υπαινίσσεται ότι η ενθρόνιση του Τιγράνη δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά μια καλά μελετημένη κίνηση από τον Πάρθο Βασιλέα των Βασιλέων, η οποία ανταποκρινόταν στις επιθυμίες του Ευπάτορα. Στην αναφορά του για την ανάρρηση του Τιγράνη, ο Ιουστίνος λέει ότι ο Μιθριδάτης «επιθυμούσε διακαώς να δελεάσει αυτόν τον άντρα (τον Τιγράνη) ώστε να τον ακολουθήσει στον πόλεμο με την Ρώμη, τον οποίο σχεδίαζε από καιρό». Οι αμέσως επόμενες κινήσεις ήταν η εισβολή του Τιγράνη στη Σωφηνή και η παρέμβαση στην Καππαδοκία κατά του Αριοβαρζάνη ο οποίος έχαιρε της υποστήριξης των Ρωμαίων. Επιπλέον, ο Ευπάτορας έδωσε την κόρη του Κλεοπάτρα σε γάμο με τον Τιγράνη. Όλα αυτά τα γεγονότα, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ιδιαίτερου στρατηγικού σχεδιασμού από την πλευρά του Αρσακίδη Βασιλέα των Βασιλέων και του Πόντιου συνεργάτη του. Έτσι, το 95 π.Χ. συνομολογήθηκε μια νέα συμμαχία, η οποία έμελλε να παραμείνει ενεργή για πολλά χρόνια.

Η πρώτη στρατιωτική δράση του Τιγράνη ήταν η υποταγή της Σωφηνής περί το 95 π.Χ. Εκείνον τον καιρό, η Σωφηνή βρισκόταν υπό την διοίκηση του Αρτάνη ή του Ορόντη, επίγονου του Ζαριάδρη, ενός Σελευκίδη στρατηγού ο οποίος ανεξαρτητοποιήθηκε περί το 189 π.Χ. Η Σωφηνή συχνά αποτελούσε το μήλο της έριδος μεταξύ Αρμενίας και Καππαδοκίας. Ο Σωφηνός δυνάστης πιθανόν να μην καθαιρέθηκε από τον Τιγράνη, αλλά συνέχιζε να διοικεί ως υποτελής του βασιλέα της Αρμενίας. Μόνο μετά την προσάρτηση της Σωφηνής από τον Τιγράνη, η Αρμενία απέκτησε κοινό σύνορο με την Καππαδοκία και εύκολη πρόσβαση στο πέρασμα του Ευφράτη από την Τόμισα το οποίο οδηγούσε στην Μελιτηνή και την ενδοχώρα της Καππαδοκίας. Η επόμενη κίνηση του Τιγράνη, ήταν να εισβάλλει στην ίδια την Καππαδοκία.

Οι δραστηριότητες του Τιγράνη στην Σωφηνή και κατόπιν στην Καππαδοκία, καθώς και η στενή συνεργασία του με τον Ευπάτορα πρέπει να είχαν αναληφθεί με πρωτοβουλία των Πάρθων. Ο Αρσακίδης βασιλέας, πολιτικός με ευρύτερους ορίζοντες, σαφώς είχε επίγνωση της κυριαρχίας των Ρωμαίων στην Ανατολία καθώς και της κατακτητικής τους διάθεσης. Είναι μάλλον απίθανο να πρόκειται για σύμπτωση, ότι με τον ερχομό του Τιγράνη στην Αρμενία, εγκαινιάστηκε για τον Μιθριδάτη, μια νέα εποχή επιθετικής πολιτικής εναντίον των γειτόνων του στην Ανατολία και τη Ρώμη. Επιπλέον, έκανε σημαντικές τροποποιήσεις στα νομίσματα του. Με την καθιέρωση της νέας συμμαχίας, ο Μιθριδάτης μπορούσε να προκαλέσει την Ρωμαϊκή δύναμη στην Ανατολία.

Ταυτόχρονα οι Πάρθοι ενδιαφέρθηκαν να κυριαρχήσουν σε Συρία, Κιλικία και Κομμαγηνή. Πιθανολογείται επιθυμούσαν να διασφαλίσουν τις βλέψεις τους, εκμηδενίζοντας είτε μέσω του Πόντου είτε της Αρμενίας, την Ρωμαϊκή επιρροή στην Καππαδοκία, χώρα που εκτεινόταν κατά μήκος του Ευφράτη και συνόρευε με την Κομμαγηνή, την Αρμενία και την Κιλικία Πεδιάς, περιοχές τις οποίες η Παρθία είτε είχε υπό τον έλεγχό της είτε σκόπευε να υποτάξει. Έτσι, η Καππαδοκία συνιστούσε στόχο ζωτικής σημασίας για τον Ευπάτορα, την Παρθία αλλά και την Ρώμη. Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η Καππαδοκία εξακολουθούσε να είναι το κύριο αντικείμενο της διαμάχης στην ανατολική Ανατολία, τις δύο τελευταίες δεκαετίες του πρώτου αιώνα προ Χριστού.

Ο Μιθριδάτης και η αυτοκρατορία των Αρσακιδών

Με την διπλωματία και την πολιτική του, ο Μιθριδάτης διεύρυνε το διεθνές δίκτυο σχέσεων του Πόντου. Στις ιστορικές πηγές, το Παρθικό Ιραν εμφανίζεται ώς κύριος σύμμαχος του Πόντου. Το γεγονός ότι ο Μιθριδάτης επικαλέστηκε τους Πάρθους εναντίον της Ρώμης, επιβεβαιώνει περίτρανα ο Μέμνων ο Ηρακλείδης:

«(ο λόγος για τον Μιθριδάτη) … επέκτεινε την δικαιοδοσία του υποτάσσοντας με πόλεμο τους βασιλείς περιμετρικά του ποταμού Φάσι και μέχρι πέρα από τον Καύκασο, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα αλλαζονικό. Εξ᾽αιτίας αυτού, οι Ρωμαίοι θεωρούσαν ύποπτες τις προθέσεις του και εξέδωσαν διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όφειλε να αποκαταστήσει τους Σκύθες βασιλείς στα προπατορικά τους βασίλεια. Ο Μιθριδάτης συμμορφώθηκε με κάποιες από τις απαιτήσεις τους αλλά σύναψε συμμαχίες με τους Πάρθους, τους Μήδες, τον Τιγράνη της Αρμενίας, τους βασιλείς των Σκυθών και την Ιβηρία».

Αυτό το απόσπασμα ταυτίζεται συνήθως με απατηλές, προπαγανδιστικές επιδιώξεις. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η περιγραφή είναι αξιόπιστη και συνάδει με τα γεγονότα, παρέχοντας ουσιαστικές αποδείξεις για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Μιθριδάτη αναφορικά με τους γειτόνους και συμμάχους του, στην ανατολή. Είναι πολύ σημαντικό το ότι οι Πάρθοι ονοματίζονται πρώτοι στην σειρά των συμμάχων του Ευπάτορα.

Οι Μήδοι συχνά διαφοροποιούνται από τους Πάρθους στις ιστορικές πηγές, καθώς αποτελούσαν το πλέον εύπορο τμήμα της αυτοκρατορίας των Αρσακιδών. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Μεγάλη Μηδεία (με τα Εκβάτανα) η οποία περιλαμβανόταν στην επικράτεια του βασιλείου των Αρσακιδών, αλλά και για την Ατροπατινή Μηδεία που βρισκόταν υπό την εξουσία υποτελών βασιλέων. Η Αρμενία ήταν βασίλειο υποτελές στην Παρθία εκείνη την εποχή. Αξιοσημείωτη επίσης η αναφορά στην Ιβηρία. Στα τέλη του 2ου και τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ., οι Ίβηρες ενδεχομένως ήταν εξαρτημένοι από την Αρμενία, με άλλα λόγια ανήκαν στην Παρθική σφαίρα επιρροής. Κατά την διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ., η Αρμενία κατέλαβε δυτικά τμήματα της Ιβηρίας. Όταν η Αρμενία υποτάχθηκε στον Πάρθο βασιλέα Μιθριδάτη Β´, περί το 120 π.Χ., διάφορες περιοχές της Υπερκαυκασίας, συμπεριλαμβανομένης της Ιβηρίας (και πιθανόν της Αλβανίας) μάλλον έγιναν κι αυτές υποτελείς των Πάρθων. Η μαζική εισροή Παρθικών νομισμάτων, από τον καιρό του Μιθριδάτη Β´ , στην Αρμενία την Ιβηρία και την Αλβανία, υποδηλώνει ότι αυτές οι χώρες εντάχθηκαν ταυτόχρονα στον ορίζοντα των Παρθικών βλέψεων. Οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι ο Μιθριδάτης κατέλαβε την Μικρή Αρμενία και την Κολχίδα, αλλά και ότι δεν προσπάθησε να διεισδύσει και να κατακτήσει την Ιβηρία. Προφανώς οι Ίβηρες ηγεμόνες εκείνης της περιόδου να συμπεριφέρονταν ως υποτελείς των Πάρθων και να υποστήριζαν τον Ευπάτορα ως σύμμαχοί του.

Το απόσπασμα του Μέμνονα ταιριάζει με μια άλλη αφήγηση παρεχόμενη από τον Αππιανό, στην οποία περιγράφεται λόγος με αποδέκτες τους Ρωμαίους στρατηγούς λίγο πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Μιθριδατικού Πολέμου, δια στόματος του απεσταλμένου από τον Μιθριδάτη, Πελοπίδα. Αυτός, παρουσιάζοντας τους συμμάχους και τους υποτελείς του Πόντου,  αναφέρει τους Κόλχες, τους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας και τους βαρβάρους πέρα από αυτούς. Κατόπιν ονοματίζει συμμάχους, λαούς από την βορειότερη Ποντιακή επικράτεια, όπως Σκύθες, Σαρμάτες, Ταυριανούς, Βαστάρνες, Θράκες καθώς και όλες τις νομαδικές φυλές στην παράκτιες περιοχές του ποταμού Τάναϊς (Ντον), του Ίστρου (Δούναβη) και της Μαιώτιδας Λίμνης (Αζοφική Θάλασσα). Στο τέλος ο Πελοπίδας είπε:  «Ο Τιγράνης της Αρμενίας είναι γαμπρός του και ο Αρσάκης της Παρθίας φίλος του».  Η απαρίθμηση του Αππιαννού η οποία αντικατοπτρίζει την κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί το 89 π.Χ., είναι μεγαλύτερη αριθμητικά αυτής του Μέμνονα, αλλά αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι περι-λαμβάνει λαούς από τις περιοχές στα βόρεια και δυτικά της Μαύρης Θάλασσας. Ο Αππιανός δεν αναφέρεται ρητά στους Ίβηρες, αλλά είναι πιθανό να συμπεριλαμβάνονται στις φυλές «πέρα από» την Κολχίδα και τους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας.

Σύμφωνα με την διήγηση του Ποσειδώνιου του Απαμέως, ο Αθηνίωνας, υποστηρικτής του Πόντου στην Αθήνα, ισχυρίστηκε ότι οι Αρμένιοι και οι «Πέρσες» βασιλείς ήταν σύμμαχοι του Μιθριδάτη το 88 π.Χ. Ο ρητορικά εξωραϊσμένος λόγος του, δεν αντανακλά την πραγματική φύση των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη της Ασίας και ο ομιλητής ισχυρίζεται ότι οι βασιλείς της Αρμενίας και των «Περσών» υπηρετούσαν τον Μιθριδάτη ως σωματοφύλακες. Αλλά στην ουσία αυτό σημαίνει, ότι το 88 π.Χ. ο Πόντος διατηρούσε στενές σχέσεις με την Αρμενία και την Παρθία.

Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται από τους Αππιανό, Μέμνονα και Ποσειδώνιο, είναι αξιόπιστα και δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε γι αυτό. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι λίγο πριν τον Πρώτο Μιθριδατικό Πόλεμο, ο Ευπάτορας συμμάχησε με την Παρθία και την Αρμενία. Έτσι, η όποια ανάλυση της πολιτικής κατάστασης πριν το ξέσπασμα του πολέμου το 89 π.Χ. θα πρέπει να περιλαμβάνει τον παράγοντα της Παρθίας. Η Αυτοκρατορία των Αρσακιδών, με τα υποτελή σε αυτήν βασίλεια συμπεριλαμβανομένης της Αρμενίας, ήταν μια ιδιαίτερα πλούσια πηγή οικονομικών πόρων. Ο Μιθριδάτης γνώριζε τη σημασία των πόρων αυτών, για κάθε σοβαρή εμπλοκή με την Ρώμη. Έκανε ότι καλύτερο μπορούσε ενοποιώντας τους λαούς γύρω από την Μαύρη Θάλασσα. Εκείνη την εποχή ωστόσο, η Παρθία βρισκόταν στο απόγειό της και η υποστήριξη του Αρσακίδη Βασιλέα των Βασιλέων ήταν καίρια για τον ηγεμόνα του Πόντου, στον σχεδιασμό επιχειρήσεων μεγαλύτερης εμβέλειας στην Ανατολία.

Ένας από τους διαπρεπείς μελετητές της πολιτικής του Μιθριδάτη, έθεσε ένα σημαντικό ερώτημα : «Τι ήταν αυτό το οποίο ενθάρρυνε τον Μιθριδάτη να πιστεύει ότι θα διασφάλιζε αποφασιστική στρατιωτική νίκη εκεί όπου οι Σελευκίδες και οι Μακεδόνες είχαν αποτύχει  Ο ερευνητής, όπως και πολλοί άλλοι, αναζήτησε την απάντηση στους αριθμούς των στρατιωτών και των πλοίων του. Το ζήτημα ωστόσο, ξεπερνά την στρατιωτική δύναμη και αφορά επίσης στους οικονομικούς πόρους και τις συμμαχίες του. Ο Μιθριδάτης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις οικονομικές προετοιμασίες του πολέμου. Μια σχετική ματιά στα οικονομικά ζητήματα του βασιλείου του Μιθριδάτη την δεκαετία πριν τον πρώτο πόλεμο ενάντια στην Ρώμη, κρίνεται αναγκαία.

Την περίοδο από τον Μάϊο έως τον Νοέμβριο του 95 π.Χ., η παραγωγή νομισμάτων του Πόντου, αυξήθηκε απότομα. Αυτό συνέβει ενώ ολοκληρωνόταν η συμμαχία με τον Τιγράνη, υποστηριζόμενη από την Παρθία και εκτεταμμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν ορατές.  Άλλη μια κορύφωση της νομισματικής παραγωγής συνέβει το έτος 92 π.Χ. όταν ο Τιγράνης, υποστηριζόμενος από την Παρθία,  παρενέβει στην Καππαδοκία και ο Μιθριδάτης έστειλε τον Σωκράτη τον Χρηστό να καθυποτάξει την Βιθυνία. Το 89-88 π.Χ. οι νομισματοκοπίες πλήθυναν και σχετίζονταν με τον Πρώτο Μιθριδατικό Πόλεμο.

Ο Πόντος διέθετε πηγές μετάλλου, αλλά η τεράστια ποσότητα χρυσών και ασημένιων νομισμάτων η οποία εκδόθηκε τις δεκαετίες του 90 και 80 π.Χ. ίσως να εξηγείται μερικώς από την υποστήριξη των Πάρθων. Ένας ιδανικός παραλληλισμός προκύπτει από την Συρία το 88-84/3, όταν ο υποταγμένος στους Πάρθους, Φίλιππος εξέδωσε μεγάλο αριθμό νομισμάτων σε σχέση με τις  λιγοστές ποσότητες των προκατόχων του. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Παρθική νομισματικοπία την εποχή της κυριαρχίας του Μιθριδάτη Β´ , έλαβε διαστάσεις μαζικής παραγωγής και τα νομίσματα των Πάρθων κατέκλυσαν την Αρμενία, την Ιβηρία και την Αλβανία. Πιθανόν ο Μιθριδάτης Β´ να παρείχε στον Πόντο επιπρόσθετους πόρους για ενδυνάμωση του συμμάχου του στις στρατιωτικές δραστηριότητές του. Αυτό θα ήταν αναβίωση αρχαίας Αχαιμενικής πολιτικής στην Ανατολία, το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, η οποία διεκπεραιωνόταν με χρυσό και ασήμι.

Μιθριδάτης ο Ευπάτωρ και Τιγράνης Β´:

Στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Καππαδοκία

Περί το 100/99 π.Χ., ο Μιθριδάτης σκότωσε τον ανιψιό του, Αριαράθη Ζ´ και ενθρόνισε τον οκτάχρονο γιό του, γνωστό με το όνομα Αριαράθης Θ´, στην Καππαδοκία με αντιβασιλέα τον Γόρδιο. Ο Νικομήδης της Βιθυνίας ενεπλάκη στην διαμάχη και ζήτησε την βοήθεια της Ρώμης. Η Σύγκλητος των Ρωμαίων διέταξε τον Μιθριδάτη να εγκαταλείψει την Καππαδοκία. Κάτω από αυτή την πίεση ο Ευπάτορας  απέσυρε τον γιό του και πιθανόν τον σύμμαχο Καππαδοκινό ευγενή, Γόρδιο. Τελικά οι Ρωμαίοι «επέτρεψαν» στους Καππαδοκινούς να επιλέξουν βασιλέα και εκλέχθηκε ο Αριοβαρζάνης. Οι πηγές κάνουν επίσης λόγο για κάποια υποστήριξη στην υποψηφιότητα του Γόρδιου για τον θρόνο της Καππαδοκίας. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του 90 π.Χ., ο Μιθριδάτης, έμεινε χωρίς συμμάχους στην Ανατολία και οι στρατιωτικές φιλοδοξίες του μάλλον θα πρέπει να φάνταζαν απέλπιδες. Ο βασιλέας του Πόντου πληροφορήθηκε τις προκλητικές προειδοποιήσεις του Μάριου, επισκεπτόμενος την Ανατολία, συμπεριλαμβανομένης της Καππαδοκίας και της Γαλατίας.

Μόνον όταν ο Τιγράνης υποστηριζόμενος από τους Πάρθους ακολούθησε τον Ευπάτορα, το πολιτικό παιχνίδι στην Ανατολία πήρε νέα, δυναμική τροπή. Στην πραγματικότητα, η στήριξη των Αρσακιδών έδωσε ώθηση στην εξωτερική πολιτική του Μιθριδάτη.  Η σύσταση της λεγόμενης Βιθυνικής-Ποντιακής περιόδου, η οποία μαρτυρείται από την νομισματοκοπία του 95 π.Χ. ήταν πολιτικά σημαντική για τον Πόντο.

Αυτό θα πρέπει να είχε συνδεθεί με την αρχή μιας νέας εποχής για την τακτική του Ευπάτορα. Οι χρονολογημένες βασιλικές εκδόσεις νομισμάτων του Μιθριδάτη φανερώνουν αρκετά καινούρια χαρακτηριστικά. Η μια όψη απεικονίζει το προφίλ  του βασιλιά, η άλλη τον Πήγασο ή ένα ελάφι που βόσκει, με ένα αστέρι και ένα μισοφέγγαρο να διακοσμούν το φόντο.

Η υποστήριξη της Παρθοκρατούμενης Αρμενίας και η ανεξάρτητη βοήθεια από την Παρθία ήταν στην πραγματικότητα κάτι εκ των ων ουκ άνευ [conditio sine qua non, απαραίτητη προϋπόθεση, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατόν να] για την νέα πολιτική του Μιθριδάτη που εγκαινιάστηκε το 95 π.Χ. Χάρη σε αυτή την συνδρομή ο βασιλέας του Πόντου «άρχισε να σκέφτεται τον πόλεμο με την Ρώμη». Η ηγεμονία του Αριοβαρζάνη στην Καππαδοκία πριν από τoυς Ρωμαίους, τερματίστηκε από τον Τιγράνη το 95 ή στις αρχές του 94 π.Χ. σε όφελος του Μιθριδάτη, του Καππαδοκινού συμμάχου Γόρδιου και της Παρθίας. Ο Μιθριδάτης πεπεισμένος για την δύναμη των συμμάχων του, πήρε την πρωτοβουλία στην Ανατολία, δείχνοντας ασέβεια προς τις Ρωμαϊκές απαιτήσεις.

Η αντίδραση των Ρωμαίων ήταν να στείλουν τον Σύλλα στην Ασία. Η πραγματική αιτία της εκστρατείας δεν ήταν μόνο η αποκατάσταση του Αριοβαρζάνη αλλά και η επιβεβαίωση των προθέσεων του Ευπάτορα. Ο Σύλλας δεν είχε μεγάλο στράτευμα αλλά έκανε εκτεταμένη χρήση των συμμαχικών του δυνάμεων. Αφού προκάλεσε μεγάλες απώλειες στους ίδιους τους Καππαδοκινούς και ακόμη μεγαλύτερες στους Αρμενίους, οι οποίοι είχαν προστρέξει σε βοήθεια των Καππαδοκινών,  εξόρισε τον Γόρδιο και έχρισε τον Αριοβαρζάνη βασιλέα. Στην Καππαδοκία, αντιτάχθηκαν στον Σύλλα και κάποια στρατεύματα του Πόντου, αλλά φαίνεται ότι ο Μιθριδάτης προσπάθησε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του έμμεσα, διορίζοντας τον διοικητή του Πόντου Αρχέλαο, στρατηγό στην υπηρεσία του Γόρδιου. Οι κυριότεροι εχθροί του Σύλλα ήταν οι Αρμένιοι και οι Καππαδοκινοί της αντιρωμαϊκής φατρίας.

Η ημερομηνία της αποστολής του Σύλλα είναι υπό αμφισβήτηση. Για πολύ καιρό, το έτος 92 π.Χ. ήταν η χρονολογία που χρησιμοποιούσαν οι μελετητές. O Ernst Badian, την μετέθεσε στο 96 π.Χ. και έκτοτε αυτή η χρονολογία είναι ευρέως αποδεκτή. Σε ένα από τα έργα του ο A.N. Sherwin-White προτείνει το έτος 94 , αλλά περιέργως σε άλλες μελέτες φαίνεται να γυρίζει πίσω στο 92 ή ακόμη και στο 91 π.Χ. Στην προσπάθεια να εξακριβωθεί η αμφιλεγόμενη ημερομηνία έχει μέχρι τώρα παραμεληθεί μια περίσταση. Κατά πάσα πιθανότητα, η εκστρατεία του Σύλλα διεξήχθει σε απάντηση στην εμπλοκή του Τιγράνη στην Καππαδοκία. Έτσι, η ημερομηνία προϋποθέτει συγχρονισμό με την ενθρόνηση του Τιγράνη και την παρέμβασή του στην Καππαδοκία.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα ο Τιγράνης ανέλαβε την εξουσία της Αρμενίας περί το 95 π.Χ. Στην συνέχεια, μετά την προσάρτηση της Σωφηνής, εισέβαλε στην Καππαδοκία, προφανώς όχι νωρίτερα από το 95 π.Χ. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατον να αποδεχτούμε το έτος 96 π.Χ. ως χρονολογία της εκστρατείας του Σύλλα. Ακόμη και το 95 π.Χ. είναι μάλλον απίθανο, λαμβάνοντας υπόψη τον απαιτούμενο χρόνο για να γίνουν γνωστά τα γεγονότα από την μακρινή Ασία στην Ρώμη και για την επακόλουθη αντίδραση των Ρωμαίων. Όλα αυτά, κάνουν το έτος 94 π.Χ. να είναι η νωρίτερη δυνατή χρονολογία για την αποστολή του Σύλλα.

Μια ουσιαστική παρατήρηση είναι ότι η δράση του Σύλλα, ήταν η πρώτη παρέμβαση Ρωμαϊκού στρατού στην Ανατολία μετά την Συνθήκη της Απάμειας το 188 π.Χ. Φαίνεται ότι οι νέες πολιτικές κινήσεις του Ευπάτορα, η συμμαχία του με την Παρθοκρατούμενη Αρμενία και την ίδια την Παρθία καθώς και η εμπλοκή του Τιγράνη στην Καππαδοκία, εξέπληξαν και ανησύχησαν τους Ρωμαίους. Η αντίδρασή τους οφειλόταν στην ανάκυψη μιας νεας ενεργής συμμαχίας η οποία θα έπρεπε να είχε λογισθεί ως ιδιαίτερα επικίνδυνη για τα ενδιαφέροντα των Ρωμαίων στην Ανατολία. Η εκστρατευτική δύναμη του Σύλλα έφθασε στα σύνορα της Παρθικής σφαίρας επιρροής. Αυτός είναι ο λόγος που οι απεσταλμένοι της Παρθίας πλησίασαν τον Σύλλα, με σκοπό να διερευνήσουν τις προθέσεις των Ρωμαίων.

Με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) οι Ρωμαίοι αναδιοργάνωσαν εδαφικά την ελληνιστική Ανατολή, αυξάνοντας θεματικά τις κτήσεις των συμμάχων τους Ροδίων και Περγαμηνών και περιορίζοντας τους αντιπάλους τους Σελευκίδες στο χώρο της Μέσης Ανατολής. _wikipedia
Με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) οι Ρωμαίοι αναδιοργάνωσαν εδαφικά την ελληνιστική Ανατολή, αυξάνοντας θεματικά τις κτήσεις των συμμάχων τους Ροδίων και Περγαμηνών και περιορίζοντας τους αντιπάλους τους Σελευκίδες στο χώρο της Μέσης Ανατολής. _wikipedia

Ο Σύλλας και οι Πάρθοι στην Καππαδοκία

Ενώ βρισκόταν στις όχθες του Ευφράτη, ο Σύλλας δέχθηκε την επίσκεψη  του  Ορόβαζου, ο οποίος εκπροσωπούσε τον Αρσακίδη Βασιλέα των Βασιλέων Μιθριδάτη Β´. Πολλές παρερμηνείες προέκυψαν από αυτή την συνάντηση η οποία χρειάζεται εξονυχιστική θεώρηση. Οι Πάρθοι ήθελαν να διαπραγματευθούν την πιθανότητα εμπλοκής τους σε μία συνθήκη φιλίας [philia] και συμμαχίας [symmachia]. Καθώς ο νεοδιορισμένος Καππαδοκινός ηγέτης Αριοβαρζάνης συνόδευσε τον Σύλλα, η σύσκεψη πιθανόν να έγινε στην περιοχή της Μελιτηνής, όμορη της Σωφηνής, στην ανατολική Καππαδοκία. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο «ο Σύλλας διέθεσε τρία καθίσματα, ένα για τον Αριοβαρζάνη, ένα για τον Ορόβαζο και ένα για τον εαυτό του, με τις διαπραγματεύσεις να γίνονται ενώ καθόταν ανάμεσά τους. Ο βασιλέας των Πάρθων έμελλε να καταδικάσει σε θάνατο τον Ορόβαζο γι αυτό».

Η αφήγηση του Πλουτάρχου σχολιάστηκε πολλές φορές. Η κοινή γνώμη [communis opinio] υποστηρίζει ότι ο Ορόβαζος εκτελέστηκε επειδή κάθισε μετά τον Σύλλα ή επειδή του επέτρεψε να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην συνάντηση, καθήμενος στο κέντρο. Εστιασμένοι στην διφορούμενη διατύπωση του Πλουτάρχου, οι μελετητές παρέβλεψαν μια ουσιαστική συγκυρία – την παρουσία του Αριοβαρζάνη, ο οποίος είχε εκθρονιστεί από τον Τιγράνη, ενέργεια σύμφωνη με τις απαιτήσεις των Πάρθων. Ο Σύλλας τον είχε αποκαταστήσει στην Καππαδοκία. Έτσι, το λάθος του Ορόβαζου ήταν η συμμετοχή του σε διαπραγματεύσεις με τον Αριοβαρζάνη, ο οποίος ήταν ένας σφετεριστής στα μάτια του Πάρθου Βασιλέα των Βασιλέων. Αυτός είναι ο λόγος που ο απεσταλμένος εκτελέστηκε με διαταγές του ανώτατου άρχοντα.

Άλλο ένα σημείο που θα έπρεπε να διερευνηθεί είναι ότι μετά την παρέμβαση του Σύλλα, δεν άρχισε καμία διαπραγμάτευση μεταξύ Αρμενίας και Ρώμης, παρόλο που οι Αρμένιοι είχαν εμπλακεί στην Καππαδοκία. Αντ᾽αυτού οργανώθηκε συνάντηση μεταξύ Σύλλα και Πάρθων. Το συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι ο Σύλλας δεν έκρινε απαραίτητο να συνομιλήσει με τον υποτελή ηγεμόνα της Αρμενίας επειδή παρασκηνιακά στην εξουσία βρισκόταν η Παρθία.

Δεν υπάρχει κάποια αδιάσειστη απόδειξη για την παραδοχή που εκφράζεται συχνά, ότι είχε υπογραφεί επίσημη συμφωνία μεταξύ Σύλλα και Ορόβαζου. Ανάμεσα στους αρχαίους συγγραφείς είναι μόνο ο Φλώρος που μάλλον αναφέρεται παρεμπιπτόντως στην ύπαρξη κάποιου είδους δέσμευσης [foedus(2)] μεταξύ Σύλλα και Πάρθων. Όχι πάντα αξιόπιστος ο Φλώρος, συντάσσοντας πανηγυρικό λόγο προφανώς έκανε λάθος και απέδωσε στον Σύλλα μια συμφωνία παρόμοια με αυτές που δεκαετίες αργότερα υπογράφονταν από τον Λούκουλλο και τον Πομπήιο. Η άποψη ότι ο ποταμός Ευφράτης απότελούσε κοινό σύνορο στην υποτιθέμενη συμφωνία μεταξύ Ρώμης και Παρθίας, θα πρέπει να απορριφθεί ολοκληρωτικά. Σε ότι αφορά στο Αρσακιδικό Ιράν, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Μιθριδάτης Β´ θεωρούσε τον εαυτό του δεσμευμένο από εδαφικούς περιορισμούς οποιουδήποτε είδους στις τακτικές που ακολουθούσε με την δύση.

Κατά τις δεκαετίες του 90 και 80 π.Χ. τα Παρθικά στρατεύματα διέσχισαν τον Ευφράτη αρκετές φορές όπως και την περίοδο από το 50 έως το 30 π.Χ. Η μοίρα της Συρίας της Κομμαγηνής και της ανατολικότερης Ανατολίας, συμπεριλαμβανομένης της Καππαδοκίας, δεν είχε ακόμη αποφανθεί υπέρ της Ρώμης. Η αναγνώριση του Ευφράτη ως σύνορο, θα πρέπει να ήταν μονόπλευρο διάβημα αποδοχής της Ρωμαϊκής υπεροχής στην δυτική Ασία από τον Μιθριδάτη Β´. Όπως πολύ σωστά παρατηρήθηκε από τον J. Wolski «οι ιστορικοί που προβάλλουν αυτόν τον ισχυρισμό ακολουθούν την αναχρονιστική και καλά εδραιωμένη, οδό της υποτίμησης των Πάρθων, αυτή τη φορά έναντι των Ρωμαίων».

Πράγματι, κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η Παρθία υπό τον Μιθριδάτη Β´, ήταν βασίλειο δεύτερης τάξης ασθενέστερο ακόμη και από την Αρμενία. Ο A. Keaveney, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι η Παρθία μέσω διαπραγματεύσεων με τον Σύλλα «προσπάθησε να καταλάβει τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των υπερδυνάμεων». Ο R.D. Sullivan εκφράζει την άποψη ότι «οι ελπίδες του Μιθριδάτη Β´ να αποτελέσει η Ρώμη αντίβαρο (στις σχέσεις του με τον Μιθριδάτη ΣΤ´και τον Τιγράνη) καταρρίφθηκαν από την συμπεριφορά του Σύλλα» και ότι «η υποστήριξη των Ρωμαίων στον Αριοβαρζάνη θα μπορούσε έμμεσα να προστάτευε την Παρθία από τον Ευπάτορα και τον Τιγράνη».  Σύμφωνα με τον P. L. Manaserjan, ο Σύλλας και οι Πάρθοι διαπραγματεύονταν συνασπισμό που θα στρεφόταν εναντίον της Παρθίας! Μια εντελώς αβάσιμη εκτίμηση. Οι πηγές αντικρούουν αυτές τις απόψεις καθώς η Παρθία υπό τον Μιθριδάτη Β´ ήταν μεγάλη δύναμη. Ακόμη και σε περιόδους κρίσης, το Αρσακιδικό Ιράν παρέμενε ισχυρό κράτοςικανό να σταματήσει την επέλαση των Ρωμαίων στην Ασία.

Οι Πάρθοι παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τις υποθέσεις στην Καππαδοκία επειδή βρίσκονταν πίσω από τον Τιγράνη. Όταν ο Σύλλας ανάγκασε τον Τιγράνη να αποσυρθεί, ο Αρσακίδης βασιλέας προσπάθησε να εξακριβώσει τις προθέσεις των Ρωμαίων ως προς την Καππαδοκία, την Ανατολία και την Αρμενία. Ο Βασιλέας των Βασιλέων πείστηκε ότι η παρουσία των Ρωμαίων στην Καππαδοκία ήταν επικίνδυνη για τα Παρθικά ενδιαφέροντα στις γειτονικές περιοχές που περιελάμβαναν την Κομμαγηνή, την Κιλικία και την Αρμενία. Έτσι, οι αντιρωμαϊκές δράσεις στην Ανατολία επρόκειτο να ενισχυθούν από τον Πόντο και την Αρμενία, οι οποίοι θα ενεργούσαν ώς άμεσα εμπλεκόμενες δυνάμεις, εφόσον η Παρθία υποστήριζε οικονομικά τους συμμάχους τους και ανέλαβε σημαντικές δράσεις στα νότια με την Κομμαγηνή, την Κιλικία και την Συρία. Η συμφωνία που ολοκληρώθηκε μεταξύ των ηγετών του Πόντου και της Αρμενίας, αφορούσε στην παράδοση των υποταγμένων πόλεων και περιοχών στον Ευπάτορα, των αιχμαλώτων και όλων των λαφύρων στον Τιγράνη. Ο Ιουστίνος δικαίως κάνει λόγο για συμμαχία μεταξύ Πόντου και Αρμενίας εκείνη την εποχή. Μια νέα συμφωνία εναντίον της Ρώμης δημιουργήθηκε δεδομένου ότι η παλαιότερη, του έτους 95 π.Χ., στράφηκε επίσημα κατά των τοπικών αρχόντων στην Ανατολία, συμπεριλαμβανομένης της Καππαδοκίας. Ο στρατηγικός  σχεδιασμός του Ευπάτορα, του Τιγράνη και του Αρσακίδη Βασιλέα των Βασιλέων, ο οποίος στόχευε στην κατάργηση των διευθετήσεων του Σύλλα στην Καππαδοκία, θα εξελισσόταν αναπόφευκτα σε ανοικτή αντιπαράθεση με την Ρώμη.

Μάχες επί Καππαδοκινού εδάφους

Η παρέμβαση του Σύλλα στην Καππαδοκία περί το 94 π.Χ, προκάλεσε αντεπίθεση του Αρσακίδη βασιλέα την οποία διεξήγαγε ο Αρμένιος υποτελής του και οργάνωσε με τους χειρισμούς του ο Μιθριδάτης ΣΤ´. Ο Αριοβαρζάνης απομακρύνθηκε από το στράτευμα που διοικούσαν οι στρατηγοί Βαγώας και Μιθράας, περί το 92 π.Χ. και ο Αριαράθης Θ´ επανατοποθετήθηκε στην Καππαδοκία. Τα ονόματα των στρατηγών Βαγώα και Μιθράα, οι οποίοι έδρασαν όπως ο στρατηγός Τιγράνης, έχουν ξεκάθαρα Ιρανική καταγωγή. Πράγματι θα μπορούσαν να είναι Πάρθοι αξιωματούχοι σε Αρμενικές υπηρεσίες, αλλά ωστόσο, είναι διαφορετικά πιστοποιημένοι.

Ενόσω ο Τιγράνης επιχειρούσε στην Καππαδοκία, ο Μιθριδάτης ο Ευπάτωρ απέστειλε τον Σωκράτη Χρηστό, αδελφό του Νικομήδη, με στρατό εναντίον της Βιθυνίας. Ο Σωκράτης υπέταξε το βασίλειο. Ο Αππιανός δίνει έμφαση στην ταυτόχρονη διεξαγωγή των δύο δράσεων, στην Βιθυνία και την Καππαδοκία. Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε μια οργανωμένη αντιρωμαϊκή δράση του Πόντου και της Αρμενίας στην Ανατολία. Αλλά ούτε οι Πάρθοι έμειναν άπρακτοι. Εκείνο τον καιρό, περί το 92 π.Χ.,  κατέλαβαν την Κομμαγηνή και πιθανόν επιτέθηκαν στην Κιλικία. Φαίνεται ότι ο Μιθριδάτης ήταν τότε προετοιμασμένος για μια καθολική αντιπαράθεση με την Ρώμη. Είχε διασφαλίσει τα σύνορά του και είχε στην διάθεσή του τεράστια οικονομική και στρατιωτική δύναμη. Η νομισματοκοπία εντάθηκε το 92 και ξανά από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 89 π.Χ. Είναι ευλογοφανές ότι η αυξημένη ποσότητα των νομισμάτων που εκδόθηκαν, συνδεόταν με στρατιωτικές προετοιμασίες.

Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος διέταξε την αποκατάσταση του Αριοβαρζάνη στην Καππαδοκία και του Νικομήδη στην Βιθυνία. Ο Ρωμαίος στρατηγός Μάνιος Ακουίλιος επανατοποθέτησε τον Αριοβαρζάνη στα τέλη του 90 ή το 89 π.Χ. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Ευπάτορας ήταν ετοιμοπόλεμος, αλλά δεν αντιστάθηκε στις ενέργειες των Ρωμαίων και παρέμεινε αδρανής ακόμη και όταν ο Νικομήδης ρήμαζε τις δυτικές περιοχές του Πόντου. Επιπλέον, ο Ευπάτορας καταδίκασε σε θάνατο τον Σωκράτη σε μια προσπάθεια επίδειξης καλής θέλησης προς την Ρώμη. Όσο για την Καππαδοκία, τα στρατεύματα του Τιγράνη είχαν προφανώς αποσυρθεί. Αντίθετα με τις απαιτήσεις των Ρωμαίων, ο αποκατεστημένος Αριοβαρζάνης ο Φιλορωμαίος, δεν έλαβε μέρος στις εχθροπραξίες εναντίον του Μιθριδάτη. Ο βασιλέας του Πόντου έλαβε μέρος σε διαπραγματεύσεις με τους Ρωμαίους λεγάτους στην Ασία και διαμαρτυρήθηκε για τις εχθρικές ενέργειες του Νικομήδη. Οι απεσταλμένοι του Νικομήδη ισχυρίστηκαν ότι ο Ευπάτορας βρισκόταν σε «απόλυτη ετοιμότητα, όπως για έναν μεγάλο και προαποφασισμένο πόλεμο, βασιζόμενος όχι μόνο στον δικό του στρατό αλλά σε μεγάλη συμμαχική δύναμη που απαρτιζόταν από Θράκες, Σκύθες και άλλους γειτονικούς λαούς». Το απόσπασμα φανερώνει το δυναμικό του Μιθριδάτη και των συμμάχων του.

Μετά την αποτυχία στις συνομιλίες Πόντου-Ρώμης, ο Μιθριδάτης έστειλε τον γιό του Αριαράθη με μεγάλο στρατό σε πολιορκία της Καππαδοκίας. Ο Αριοβαρζάνης απωθήθηκε γρήγορα. Οι πηγές δεν κάνουν νύξη για εμπλοκή του Τιγράνη σε αυτή την επιχείρηση, αλλά ωστόσο δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Είναι πολύ σημαντικό το ότι κάμποσα χρόνια μετά την επιχείρηση αυτή, ο Τιγράνης πείστηκε από τον Μιθριδάτη να εισβάλλει στην Καππαδοκία (78 π.Χ.) Έτσι, αυτή η χώρα έγινε μάρτυρας αρκετών κοινών τους επιχειρήσεων, αλλά οι μαρτυρίες δεν εμβαθύνουν σε λεπτομέρειες.

Γενικότερα, ο Ευπάτορας σκόπευε στην εξάλειψη κάθε Ρωμαϊκής απειλής στην Μικρά Ασία και επέδειξε προθυμία για ένοπλη αντιπαράθεση με την Ρώμη, αλλά «ήθελε να έχει καλή και επαρκή αιτία πολέμου». Συντοχρόνως, προσπάθησε να παραπλανήσει την Ρώμη σχετικά με τις προθέσεις του.

Οι πόλεμοι μεταξύ Ρώμης και Πόντου και οι επιπτώσεις τους

Το 89 π.Χ. ο Μιθριδάτης ΣΤ´ο Ευπάτωρ, βρισκόταν στο ζενίθ της δύναμής του. Εξασφαλισμένος από συμφωνίες με την Παρθοκρατούμενη Αρμενία και την Παρθία, έλαβε την υποστήριξη πολλών λαών, φυλών και πόλεων στην περίμετρο της Μαύρης Θάλασσας με αποτέλεσμα να έχει στην διάθεσή του τεράστια στρατιωτική δύναμη, η οποία αριθμούσε πάνω από διακόσιες χιλιάδες στρατιώτες. Οι Εμφύλιοι Πόλεμοι στην Ιταλία αποτελούσαν μια καλή ευκαιρία για αντιρωμαϊκές δράσεις από μέρους του Πόντιου βασιλέα στην Ανατολία.

Τα γεγονότα του Πρώτου Μιθριδατικού Πολέμου (89-85 π.Χ.) είναι επαρκώς γνώριμα και δεν χρήζουν επανάληψης. Ενώ ο Μιθριδάτης πολεμούσε τους Ρωμαίους, οι Πάρθοι επενέβησαν στην Συρία και την κατέστησαν προτεκτοράτο τους (88/87 π.Χ.) Το 87, ο ισχυρός σύμμαχος του Ευπάτορα, Μιθριδάτης  Β´ της Παρθίας πέθανε και αυτό ήταν σίγουρα πλήγμα για τον βασιλέα του Πόντου. Υπό την εξουσία των διαδόχων του, η Παρθία βυθίστηκε σε εσωτερικές διαμάχες έως το τέλος της δεκαετίας του 70.

Ο Ορώδης σε νόμισμα _wikipedia
Ο Ορώδης σε νόμισμα _wikipedia

Περίπου μέχρι τα τέλη του 80 π.Χ. ενδέχεται να βασίλευε ο Γωτάρζης, ο οποίος διαδέχθηκε τον Μιθριδάτη Β´, πιθανόν πατέρα του. Ο επόμενος βασιλέας, γνωστός από Βαβυλωνιακά κείμενα, ήταν ο Ορώδης ο οποίος αναφέρεται σε ευρήματα διαφόρων χρονολογιών (80/79, 78/77 και 76/75 π.Χ.) και ήταν πιθανόν αντίπαλος του Γωτάρζη. Περί το 78/77 π.Χ. ο θρόνος της Παρθίας περιέρχεται στον Σανατράκη ο οποίος υποστηριζόταν από το νομαδικό φύλο των Sakaraukai και βασίλεψε μέχρι το 70/69 π.Χ. Τα αποδεικτικά στοιχεία για την ιστορία της Παρθίας κατά την περίοδο 87-70 π.Χ. είναι ανεπαρκή, αλλά οι πηγές υποδεικνύουν ολέθριες εσωτερικές διαμάχες την δεκαετία του 70 π.Χ. Επιπλέον, η Παρθία παρέμεινε αναμεμιγμένη στις μάχες στο ανατολικό Ιράν και την κεντρική Ασία. Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την συνάντησή του ως υποτελής βασιλέας της Αρμενίας, είχε εμφανιστεί η ευκαιρία στον Τιγράνη να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον Λεβάντε(3) και τις παρακείμενες περιοχές. Η κρίση στην Παρθία του προσέφερε ισχυρό κίνητρο για ανάληψη δράσης ενώ αισθανόταν έτοιμος να εναντιωθεί στον Ορώδη και τον Σανατράκη για να επεκτείνει το βασίλειό του.

Σύμφωνα με τον Ιουστίνο, οι Σύριοι μετά τον θάνατο του Φιλίππου (84/83 π.Χ.) εξουθενωμένοι από τις συγκρούσεις των δυναστειών, αναζήτησαν αλλοδαπούς βασιλείς, όντας μερικοί υπέρ του Μιθριδάτη (του Πόντου;) ενώ άλλοι υπέρ του Πτολεμαίου της Αιγύπτου. Τελικά οι Σύριοι κατέληξαν στον Τιγράνη, ο οποίος «πέραν του προσωπικού σθένους είχε το πλεονέκτημα να είναι σύμμαχος με τους Πάρθους και συγγενής του Μιθριδάτη» (83 π.Χ). Τα αποδεικτικά στοιχεία είναι ξεκάθαρα: όταν ο Τιγράνης ανακηρύχθηκε βασιλέας στην Αντιόχεια, ήταν «ακόμη σύμμαχος με τους Πάρθους, μια από τις πηγές άντλησης της δύναμής του για την οποία προτιμήθηκε από τον λαό της Συρίας». Έτσι ο Τιγράνης πολιόρκησε την Συρία με διπλωματία παρά στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αλλά σε αυτήν την διχασμένη πολιτικά και εθνικά χώρα, υπήρχαν πολλοί δευτερεύοντες βασιλείς όπως ο Αντίοχος ο Ευσεβής, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στον Τιγράνη, όπως είχαν κάνει με τον Φίλιππο και άλλους. Να γιατί κάποιες πηγές αναφέρονται σε δυναμικές κινήσεις από την πλευρά του Τιγράνη. Η προσάρτηση της Συρίας ήταν αποφασιστικό βήμα του Τιγράνη, ο οποίος από ´κει και μετά έχτισε μια τεράστια αυτοκρατορία.

Την δεκαετία του 70, ο Αρμένιος βασιλέας νίκησε τον Σανατράκη ο οποίος υποστηριζόταν από την αριστοκρατική παράταξη των Πάρθων κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στο Ιράν. Συντοχρόνως ανέκτησε τις «εδβομήντα κοιλάδες» και υπέταξε τις Κορδυηνή, Οσροηνή, Μηδία Ατροπατηνή και Νίσιβη. Στα δυτικά του Ευφράτη, εκτός από την Συρία, ο Τιγράνης προσάρτησε την Κομμαγηνή, την Κιλικία Πεδιάς και περιοχές της Φοινίκης. Κατόπιν πήρε τον τίτλο του Βασιλέα των Βασιλέων, κάτι που επιβεβαιώνεται από κάποιες λογοτεχνικές πηγές και νομίσματα. Ήταν επίσης την δεκαετία του 70 π.Χ. που ίδρυσε την νέα πρωτεύουσα, τα Τιγρανόκερτα. Εκείνη την περίοδο η Παρθία δεν διεξήγαγε κάποια ενεργή πολιτική για την δύση. Η παλιά συμμαχία μεταξύ Παρθίας και Πόντου είχε εκπνεύσει.

60 BC Kingdom of Corduene
60 π.Χ. Βασίλειο της Κορδυηνής

Κατά την διάρκεια του Τρίτου Μιθριδατικού Πολέμου, ο Μιθριδάτης αναζήτησε ισχυρότερους δεσμούς με τους Πάρθους βασιλείς, Σανατράκη και Φραάτη Γ´, αλλά οι Αρσακίδες επέδειξαν εμφανή δισταγμό στο να εμπλακούν με τις διαμάχες της Ανατολίας. Ο Ευπάτορας ζήτησε την βοήθεια των Πάρθων το 73 π.Χ., αλλά ο ηλικιωμένος τότε Σανατράκης ήταν απρόθυμος να τον συνδράμει. Ο Τιγράνης, αγνοώντας αρκετές παρακλήσεις της συζύγου του Κλεοπάτρας, κόρης του Ευπάτορα, συμφώνησε τελικά να ανανεώσει την συμμαχία του με τον Πόντο. Ο Λούκουλλος κατέστρεψε τον Πόντο και οδήγησε τον Μιθριδάτη να βρεί καταφύγιο στην Αρμενία το 71 π.Χ. Με απόφαση του Τιγράνη ο Μιθριδάτης κρατήθηκε σε απομόνωση για διάστημα είκοσι μηνών. Αυτή η πράξη αποτελεί ένδειξη της μοιραίας διχόνοιας, που καθόριζε τις σχέσεις των βασιλέων της Ασίας και αποδείχθηκε ιδιαίτερα επωφελής για τους Ρωμαίους.

Αντιμέτωποι με την συντριπτική ήττα, Τιγράνης και Μιθριδάτης έστειλαν αγγελιαφόρους στην Παρθία, επικαλούμενοι την βοήθειά τους. Στον αντίποδα, ο Λούκουλλος απέστειλε λεγάτους, ζητώντας από τους Πάρθους να βοηθήσουν τον ίδιο ή να παραμείνουν αδρανείς. Ο Πάρθος Βασιλέας Φραάτης Γ´ σύναψε μυστικές συμφωνίες με τους απεσταλμένους αμφότερων των εμπλεκομένων (70/69 π.Χ.) Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στο Γράμμα του Μιθριδάτη (4) προς τον Βασιλέα Αρσάκη (Epistula Mithridatis) στο οποίο αναφέρεται λεπτομερώς ο Σαλλούστιος, ως πηγή πληροφοριών που αφορούσαν στις σχέσεις Πόντου-Παρθίας, εκείνη την εποχή. Ο Μιθριδάτης, υποτιθέμενος συντάκτης της επιστολής, προσπαθεί να επιφέρει συμμαχία με τον βασιλέα των Πάρθων Φραάτη Γ´. Το γράμμα φαίνεται να είναι αντανάκλαση του γνήσιου εγγράφου το οποίο βρέθηκε από τους Ρωμαίους στο προσωπικό αρχείο του Μιθριδάτη.

Στην επιστολή αναφέρεται ο θυμός του Αρσάκη για τον Τιγράνη που προκλήθηκε από πρόσφατο πόλεμο μεταξύ της Αρμενίας και της Παρθίας. Ο Μιθριδάτης απευθύνεται στον Φραάτη Γ´ και προσπαθεί να τον πείσει ότι ο Τιγράνης βρισκόταν στο έλεός τους και θα δεχόταν συμμαχία με όποιους όρους επιθυμούσε ο Πάρθος βασιλέας. Επίσης, δίνεται έμφαση στην επιθετικότητα των Ρω-μαίων και την επιθυμία τους να κυριαρχήσουν στην Ασία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μιθριδάτης εφιστά την προσοχή του Αρσάκη στο ανθρώπινο και οικονομικό δυναμικό των Πάρθων.

Σύμφωνα πάντα με την επιστολή, ο Μιθριδάτης προτείνει στρατηγικό σχέδιο εναντίον των Ρωμαίων, το οποίο προϋποθέτει την στενή συνεργασία με τους Πάρθους, οι οποίοι θα επιχειρούσαν από την Μεσοποταμία ενώ ο ίδιος με τον Τιγράνη θα εφορμούσαν από την Αρμενία.  Στρατηγικά, το σχέδιο ήταν άψογο και στην πραγατικότητα έμοιαζε με αυτά που πραγματοποιούνταν την δεκαετία του 90 π.Χ. όταν ο Μιθριδάτης Β´ κυβερνούσε την Παρθία επικουρούμενος από τον Ευπάτορα.

Ο Μιθριδάτης προειδοποιεί ότι ένας πόλεμος με την Ρώμη θα ήταν αναπόφευκτος για τον Αρσάκη, καθώς η ευμάρεια της Παρθίας θα τραβούσε την προσοχή των Ρωμαίων ή καταχραστών του κόσμου [latrones gentium] όπως τους αποκαλεί. Εν κατακλείδι, υπογραμμίζει την ολέθρια αναβλητικότητα των Αρσακιδών, η οποία θα οδηγούσε στην συντριβή των εχθρών της Ρώμης.

Παρά τις προσεγγίσεις του Πόντου και της Αρμενίας, ο Φραάτης Γ´ παρέμεινε διστακτικός στο να λάβει μέρος στην διαμάχη ανάμεσα στον Τιγράνη, τον Μιθριδάτη και την Ρώμη. Το 66 π.Χ., ο Πομπήιος παραγκώνισε τον Λούκουλλο στην διοίκηση της Ανατολής και κάποιες στρατιωτικές επιχειρήσεις έγιναν μεταξύ Παρθίας και Ρώμης. Εκείνη την εποχή η δύναμη του Πόντου και της Αρμενίας είχε ήδη συνθλιβεί και ο Πόντος είχε ενσωματωθεί με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Επιπροσθέτως, η Ρώμη υπέταξε την Συρία, η οποία μετατράπηκε επίσης σε επαρχία της Ρώμης. Η Αρμενία, παρά την ήττα της από τους Ρωμαίους, θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στις διαμάχες μεταξύ Παρθίας και Ρώμης για αιώνες.

The Roman client kingdom of Pontus, c. 50 CE. _wikipedia
Τα βασίλεια του Πόντου & της Αρμενίας 50 π.Χ _wikipedia

Συμπεράσματα

Έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο σχεδόν σε όλη την περίμετρο της Μαύρης Θάλασσας, ο Μιθριδάτης ΣΤ´ ο Ευπάτωρ, αφιέρωσε τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του σε έναν πικρό αγώνα με την Ρώμη. Εν τω μεταξύ οι Πάρθοι υπό την εξουσία του Μιθριδάτη Β´ έστρεψαν την προσοχή τους στην κατάσταση στην Ανατολία. Η κυριαρχία των Αρσακιδών στην Υπερκαυκασία, την Μεσοποταμία και την βόρεια Συρία, διακυβευόταν από την εξάπλωση της Ρώμης. Εφόσον η Παρθία επιθυμούσε να λογίζεται αυθεντικός διάδοχος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, δικαίως είχε αξιώσεις από  τις χώρες της νότιας Ασίας στην περιοχή του Ταύρου, όπως ήταν για παράδειγμα, η Κομμαγηνή, η Κιλικία Πεδιάς και η Συρία. Φαίνεται ότι ο Πάρθος βασιλέας φέρθηκε στον Μιθριδάτη ΣΤ´ σαν σε φυσικό  του σύμμαχο, σε θέση να αντιμετωπίσει την επέκταση της Ρώμης στην Ανατολία. Το 95 π.Χ. ανέτειλε ένας νέος αστερισμός στο πολιτικό στερέωμα, αυτός του Αρσακιδικού Ιράν, ο οποίος εγκολπώθηκε με τον Πόντο, την Αρμενία και την Παρθία, αναδύθηκε από την Ασία και οι αντιρωμαϊκές δράσεις των βασιλέων του Πόντου και της Αρμενίας, εντάθηκαν.

Όλες οι δραστηριότητες του Τιγράνη τις δεκαετίες 90 και 80 π.Χ. φανερώνουν ότι για εκείνη την εποχή αντιπροσώπευε ταυτόχρονα έναν υποψήφιο για την εξουσία των Πάρθων και έναν πολιτικό παράγοντα για την Παρθία. Με την υποστήριξη του Τιγράνη προς τον Πόντο, οι Πάρθοι προσπάθησαν έμμεσα να αντιταχθούν στις Ρωμαϊκές επελάσεις στο έδαφος της Ανατολίας και οι προ-γραμματισμένες επιχειρήσεις της Αρμενίας στην Καππαδοκία ήταν ενάντιες στα συμφέροντα της Ρώμης. Ο Τιγράνης ανεξαρτητοποιήθηκε μετά το 80 π.Χ., όταν στην Παρθία είχαν ξεσπάσει εσωτερικές διαμάχες στις οποίες έλαβε μέρος ενισχύοντας την θέση του σε βάρος των Αρσακιδών.

Η αποφασιστική υποστήριξη των Πάρθων, ήταν αυτή που παρακίνησε τον Μιθριδάτη ΣΤ´ να διεξάγει ανοικτό πόλεμο στην Ρώμη το 89 π.Χ. Πολιτικά και στρατιωτικά οι προοπτικές για τον Πόντο ήταν καλές. Αργότερα, τα γεγονότα εξελίχθηκαν προς το χειρότερο για τον Πόντο αλλά και την Παρθία. Ο εμφύλιος στην Παρθία, στον οποίο εμπλέχτηκε ο Τιγράνης, αφάνισε την λάμψη του πολιτικού αστερισμού των δεκαετιών 90 και 80 π.Χ., όπου ο Πόντος, η Αρμενία και η Παρθία συνιστούσαν μια ισχυρή και επικίνδυνη συμμαχία για την Ρώμη.

Η δύναμη του Πόντου εκμηδενίστηκε για διάφορους λόγους, αλλά ουσιαστικός παράγοντας ήταν ότι ο Μιθριδάτης ΣΤ´ στερούμενος της υποστήριξης των Πάρθων κατά τις δεκαετίες 70 και 60 π.Χ. ήταν αναγκασμένος να αρκεστεί στις δυνάμεις του και έως έναν βαθμό στους πόρους που διέθετε ο Τιγράνης. Ο Μιθριδάτης, γνώστης της δύναμης των Αρσακιδών, προσπάθησε να ανανεώσει την παλαιά συμφωνία με την Παρθία, αλλά οι νέοι ηγέτες της, Σινατράκης και Φραάτης Γ´, τηρούσαν ακόμη πιο παθητική στάση, σε ότι αφορούσε στην πολιτική τους για την δύση, από τον Μιθριδάτη Β´. Μέχρι τους πολέμους της Ρώμης με την Παρθία υπό την εξουσία του Ορώδη (57-38 π.Χ.) η Παρθική στρατηγική προοπτική δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια του Ευφράτη.

Όταν τον χειμώνα του 69/68 π.Χ. ο Μιθριδάτης ΣΤ´και ο Τιγράνης, προσέγγισαν τους Πάρθους προσβλέποντας σε συμμαχία, ήταν πολύ αργά για να συγκρατηθεί η ροή των γεγονότων και να αναχαιτιστούν οι στρατιωτικές προελάσεις των Ρωμαίων στην Ανατολία. Οι Ρωμαίοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την θέση τους στην Ανατολία και την Συρία χωρίς Παρθικά αντίμετρα. Αργότερα προσπάθησαν να κατακερματίσουν και να υποτάξουν την Παρθία, αλλά αποδείχθηκε αδύνατον για την Ρώμη.

Παραθέματα

(1Ημέρα της Ελευσίνας ( Ο Κύκλος της Ελευσίνας)

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον».

LOUIS-JEAN-FRANÇOIS LAGRENÉE (PARIS 1725-1805) LE CONSUL POPILIUS LENAS ENTOURANT D'UN CERCLE LE ROI ANTIOCHUS _christies.com
LOUIS-JEAN-FRANÇOIS LAGRENÉE (PARIS 1725-1805)
LE CONSUL POPILIUS LENAS ENTOURANT D’UN CERCLE LE ROI ANTIOCHUS _christies.com

Tο γεγονός, λαμβάνει χώρα στο προάστιο της Αλεξάνδρειας που έφερε την ονομασία Ελευσίς. Ο Αντίοχος, βασιλέας των Σελευκιδών, έχοντας εφορμήσει στην Αίγυπτο αυτόβουλα, έκαμψε κάθε αντίσταση και βρισκόταν προ των πυλών της Αλεξάνδρειας, όπου θα ολοκλήρωνε τον θρίαμβό του επί των Πτολεμαίων. Η Ρώμη, ευρισκόμενη σε πόλεμο με τους Μακεδόνες, παρακολουθούσε εκ μακρών τα γεγονότα, έως ότου επικρατήσει του βασιλείου των Αντιγονιδών και ασχοληθεί με την εν λόγω διαμάχη

Ένω ο Αντίοχος είχε προωθηθεί για να επιτεθεί στον Πτολεμαίο με σκοπό να κατακτήσει το Πηλούσιο, συναντήθηκε με τον Ρωμαίο διοικητή Γάιο Ποπίλιο Λαΐνα ο οποίος του εγχειρίζει γραπτό μήνυμα από την Σύγκλητο, μετά από έναν μάλλον ψυχρό χαιρετισμό. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά το κείμενο με τις απαιτήσεις των Ρωμαίων -να επιστρέψει τις πολεμικές κτήσεις του στους Λαγίδες-  και ευρισκόμενος σε απόγνωση, ζητά χρόνο ώστε να διαβουλευθεί με τους συμβούλους του πριν ανακοινώσει την απάντησή του. Ωστόσο ο Ποπίλιος, χρησιμοποιώντας το ραβδί που κρατούσε στο χέρι του του, χάραξε έναν κύκλο στο χώμα ο οποίος τους περιελάμβανε αμφότερους, λέγοντάς του ότι θα έπρεπε να αποκριθεί προτού βγεί από αυτόν τον κύκλο. Ο Σελευκίδης αντιλαμβανόμενος την ματαιότητα της περίστασης, αποδέχθηκε τις προσταγές της Συγκλήτου, υφιστάμενος την μέγιστη ταπείνωση που είχε βιώσει ποτέ θριαμβευτής πολέμου.

(2Foedus

Συμφωνία ή συνθήκη η οποία υπογραφόταν μεταξύ της αρχαίας Ρώμη κι ενός ή περισσοτέρων συμμάχων (foederati Φαιδεράτοι ή Φεδεράτοι, ομόσπονδοι). Το συμβόλαιο περιείχε διάφορες προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση μόνιμων φιλικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων.  Η foedus aequum ήταν η διμερής συμφωνία κατά την οποία οι δύο πλευρές αναγνωρίζονταν ως ισότιμες και υποχρεωμένες να αλληλοϋποστηρίζονται σε αμυντικές δράσεις ή οποτεδήποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις και είχε αόριστη διάρκεια.  Με την foedus iniquum, καθοριζόταν η υπεροχή της Ρώμης έναντι του συμμάχου, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να την συντρέχει σε επιθετικούς πολέμους και συνεπώς να παραχωρήσει μέρος της αυτονομίας του.

Τις συνθήκες αυτές, διαπραγματεύονταν Ρωμαίοι διοικητές και επικύρωνε με την ψήφο της η Λοχίτιδα Εκκλησία (comitia centuriataτο εκλογικό σώμα που αποφάσιζε για θέματα πολέμου και ειρήνηςαπαρτιζόταν από στρατευμένους πολίτες πληβείους αλλά και πατρικίους χωρισμένους σε τάξεις των εκατό ανθρώπων και φρόντιζε για την εκλογή αξιωματούχων). Τα συμβόλαια χαράσσονταν σε ορειχάλκινες πινακίδες και παρέμεναν σε κοινή θέα ή φυλάσσονταν σε ναούς και άλλα δημόσια κτίρια.

Η παλαιότερη γνωστή foedus είναι η Foedus Cassianum η οποία υπογράφηκε από τον Spurius Cassius Vecellinus το 493 π.Χ. θεσμοθετώντας της σύσταση κοινής αμυντικής στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Ρωμαίων και άλλων ομόσπονδων Λατινικών κρατών. Οι όροι της συνθήκης διεσώθησαν στο έργο του Έλληνα ιστορικού Διονυσίου του Αλικαρνασσέως ενώ η ίδια σύμφωνα με τον Κικέρωνα, παρέμεινε σε κοινή θέα.

Η Ρώμη με αυτόν τον τρόπο επέκτεινε σταδιακά την κυριαρχία της σε όλη την Ιταλική χερσόνησσο ενώ οι Λατινικές, Ετρουσκικές και Ιταλικές πόλεις έχασαν ισότιμη θέση τους και μετουσιώθηκαν σε Ρωμαϊκές επαρχίες. Παρομοίως, έχοντας προγενέστερα συνάψει συμφωνίες με έθνη εκτός της Ιταλίας, ενώ ως μέλη θεωρούνταν ομότιμα, η εξάπλωση της Ρωμαϊκής επιρροής, οδήγησε στην τελική υποταγή τους. Με τον καιρό, έχασαν την τοπική αυτονομία τους και την εξαίρεση από την πληρωμή φόρων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας μετά το 27 π.Χ.

Ωστόσο μερικοί λαοί και ηγεμόνες οι οποίοι λογίζονταν ως σύμμαχοι και φίλοι του λαού της Ρώμης (socii et amici populi Romani) έχαιραν μια ενδιάμεσης κατάστασης ανάμεσα στην πλήρη αυτονομία και την συσσωμάτωσή τους ως επαρχία της Ρώμης. Συνήθως πλήρωναν φόρους στους Ρωμαίους, οι οποίοι όμως χάρη στην μέτρια αυτονομία, είχαν απαλλαχθεί του βάρους της απ´ευθείας διοίκησης, με την έννοια ότι δεν υποχρεούνταν να συνδράμουν τις αμυντικές δαπάνες τους, αδυνατίζοντας το θησαυροφυλάκιό τους. Μια τέτοια συνθήκη συνιστούσε δικαίωμα το οποίο ανά πάσα στιγμή ήταν δυνατόν να ανακληθεί.

The first two pages of the Treaty of Brest-Litovsk, in (left to right) German, Hungarian, Bulgarian, Ottoman Turkish and Russian _wikipedia
The first two pages of the Treaty of Brest-Litovsk, in (left to right) German, Hungarian, Bulgarian, Ottoman Turkish and Russian _wikipedia

(3) Λεβάντες

Ο Λεβάντες (από την ιταλική λέξη Levante, που σημαίνει Ανατολή) είναι ένας ανακριβής γεωγραφικός όρος που αναφέρεται ιστορικά σε μια μεγάλη περιοχή της Μέσης Ανατολής νότια των βουνών του Ταύρου, και ορίζεται δυτικά από τη Μεσόγειο, βόρεια από την Αραβική Έρημο και ανατολικά από την Άνω Μεσοποταμία. Στην ελληνική βιβλιογραφία δεν έχει επικρατήσει. Αντ’ αυτού η περιοχή δηλώνεται συχνότερα με τον όρο Ανατολική Μεσόγειος, με το μειονέκτημα ότι η Ανατολική Μεσόγειος δηλώνει καταρχήν θαλάσσιο χώρο, ενώ το Levante χερσαίο. _wikipedia

Η γενική γεωγραφική θέση του Λεβάντε.
Η γενική γεωγραφική θέση του Λεβάντε.

(4) Το γράμμα του βασιλέα Μιθριδάτη ΣΤ´ του Ευπάτορος προς τον βασιλέα της Παρθίας Αρσάκη

Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος

Με το έργο Ιστορίες, ο Σαλλούστιος, παρέχει λεπτομερή αφήγηση της ιστορίας της Ρώμης από το 78 έως το 67 π.Χ.  Ωστόσο, έχουν διασωθεί  ελάχιστα αποσπάσματα, όπως το παρακείμενο γράμμα του βασιλέα Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορος, πρός τον βασιλέα Αρσάκη με το οποίο αναζητά σύμμαχο στον διαρκή πόλεμο με την Ρώμη. Πέραν της ιστορικής αξίας της επιστολής η οποία φαίνεται ότι αντανακλά πρωτότυπο χειρόγραφο από το προσωπικό αρχείο του Μιθριδάτη, που βρέθηκε στα χέρια των Ρωμαίων, συνιστά σημαντική πηγή πληροφοριών που αφορούν στις σχέσεις του Πόντου με την Παρθία.

Η αγγλική μετάφραση βασίζεται στις εκδόσεις B.Maurenbrecher (1893) και A.Kurfess (1957) ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει γίνει από τον P.McGushin και τον J.C.Rolfe (1921) ιδιαίτερα των μακροσκελών λόγων και γραμμάτων.

Όλες οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το διαδικτυακό ιστότοπο attalus.org.

Βιβλίο 4 παράγραφος 4.67

[χαιρετισμός]

> Όλοι όσοι τον καιρό της ευημερίας τους καλούνται να συμμετέχουν σε συμμαχία πολεμικού χαρακτήρα, οφείλουν πρωτίστως να αναλογισθούν αν έχουν την δυνατότητα να διατηρήσουν την ειρήνη, εκείνη την στιγμή και κατά δεύτερο λόγο αν οι απαιτήσεις που καλούνται να εκπληρώσουν, είναι εξ΄ολοκλήρου δίκαιες και ασφαλείς, έντιμες ή επαίσχυντες.

>  Αν ήταν εφικτό να απολαύσετε αέναη ειρήνη, αν δεν είχατε δόλιους εχθρούς πλησίον των συνόρων σας, αν η συντριβή της δύναμης των Ρωμαίων δεν επρόκειτο να σας αποφέρει λαμπρή φήμη, δεν θα επιχειρούσα να ενάγω την συμμαχία σας και θα ήταν μάταιο να προσδοκώ ότι θα προσιδιάσω τις κακοτυχίες μου με την ευζωία σας.

> Αλλά οι σκέψεις που ίσως φαίνονται να σας προβληματίζουν, όπως ο θυμός για τον Τιγράνη, που σας εμφυσήθηκε από τον πρόσφατο πόλεμο και η έλλειψη επιτυχίας μου, αν δεν τις παρατηρήσετε  συγκαταβατικά αλλά υπό το φώς της αλήθειας,  θα διαπιστώσετε ότι είναι ιδιαίτερα ανταποδοτικές.

> Ο Τιγράνης βρίσκεται στο έλεός σας και θα δεχτεί συμφωνία με τους όρους που εσείς θα επιθυμήσετε, ενώ σε ότι με αφορά, παρόλο που από τη μοίρα στερήθηκα πολλά, μου απένειμε την απαραίτητη εμπειρία να δίνω καλές συμβουλές και καθώς δεν βρίσκομαι πλέον στο απόγειο της δύναμής μου, θα χρησιμεύσω ως παράδειγμα για το πώς να διαχειριστείτε τις υποθέσεις σας με περισσότερη σύνεση, ένα μάθημα μακράν επωφελέστερο του πλούτου.

>  Πράγματι, οι Ρωμαίοι έχουν μια εγγενή έξη να υποχρεώνουν σε πόλεμο όλα τα έθνη, λαούς και βασιλείς. Πρόκειται για έναν βαθιά ριζωμένο πόθο για εξουσία και πλούτο. Ως εκ τούτου, πρώτα ξεκίνησαν πόλεμο με τον Φίλιππο, τον βασιλέα της Μακεδονίας, προσποιούμενοι τους φίλους του, ενώ βρίσκονταν υπό την πίεση των Καρχηδονίων.

> Όταν ο Αντίοχος κατέφθασε προς βόηθειά του, τον εξέτρεψαν με πανουργία από τον σκοπό του, με την παράδοση της Ασίας και στον απόηχο της συντριβής του Φιλίππου, ο Αντίοχος απώλεσε ολόκληρη την περιοχή στον Ταύρο και δέκα χιλιάδες τάλαντα.

> Ακολούθως, ο Περσέας, γιός του Φιλίππου, μετα από σωρεία μαχών αμφίρροπων εκβάσεων, τέθηκε με επισημότητα υπό την αιγίδα τους, ενώπιον των Θεών της Σαμοθράκης. Τότε,  οι πρωτοπόροι στην πανουργία και ταλαντούχοι υποκριτές στο σανίδι της προδοσίας, προκάλεσαν τον θάνατό του από έλλειψη ύπνου, μιας και είχαν συμφωνήσει να μην τον σκοτώσουν.

> Τον Ευμένη, περί της φιλίας του οποίου εκαυχώντο, πρώτα τον κατέδωσαν στον Αντίοχο ως αντίτιμο της ειρήνης, αργότερα και ενώ τον είχαν διορίσει επόπτη κατεχόμενης περιοχής, τον ταπείνωσαν εν μέσω επικρίσεων και προσβολών, από βασιλέα σε εξαθλιωμένο σκλάβο. Στην συνέχεια παραχα-ράσσοντας μια παράδοξη διαθήκη, επιτέθηκαν στον γιό του Αριστόνικο θριαμβολογώντας, όπως έκαναν με τους εχθρούς τους, επειδή προσπάθησε να αποκαταστήσει το βασίλειο του πατέρα του.

> Έθεσαν υπό την κατοχή τους την Ασία και εν τέλει με τον θάνατο του Νικομήδη, πολιόρκησαν ολόκληρη την Βιθυνία, παρόλο που η Νύσα εθεωρείτο βασίλισσα από τον γάμο της με τον Νικομήδη και είχε αδιαμφισβήτητα αποκτήσει απογόνους.

> Γιατί οφείλω να αναφερθώ στην δική μου περίπτωση; Παρόλο που με χώριζαν από την αυτοκρατορία τους βασίλεια και τετραρχίες και ενώ εφημολογείτο ότι ήμουν εύπορος και αδούλωτος, με προκάλεσαν σε πόλεμο μέσω του Νικομήδη. Το σχέδιό τους δεν μου ήταν άγνωστο και είχα προειδοποιήσει για ότι θα επακολουθούσε, αμφότερους τους Κρήτες -οι οποίοι είχαν μόνοι τους υπερασπιστεί την ελευθερία τους εκείνη την εποχή- και τον βασιλέα Πτολεμαίο.

> Βεβαίως, πήρα εκδίκηση για τις αδικίες που μου επέβαλλαν. Εξεδίωξα τον Νικομήδη από την Βιθυνία, ανέκτησα την Ασία, τα λάφυρα που πάρθηκαν από τον βασιλέα Αντίοχο και ελευθέρωσα την Ελλάδα από απάνθρωπη δουλεία.

> Τα υπόλοιπα σχέδιά μου ανατράπηκαν από τον Αρχέλαο, χαμερπέστερο των σκλάβων, ο οποίος πρόδωσε τον στρατό μου και αυτοί που εμποδίστηκαν από ανανδρεία ή κουτοπονηριά να πράξουν το καθήκον τους ελπίζοντας ότι οι κακοτυχίες μου θα τους προσέφεραν καταφύγιο, τώρα υπομένουν την επαχθέστερη τιμωρία. Ενόσω ο Πτολεμαίος αποτρέπει τον κίνδυνο μέρα με την μέρα καταβάλλοντας το αντίτιμο, οι Κρήτες έχουν ήδη δεχθεί επίθεση και δεν θα απαλλαχθούν από πολέμους μέχρι να καταστραφούν.

> Όσο για εμένα, πρόσφατως έμαθα ότι η ειρήνη που παρείχαν οι αστικές διχογνωμίες στην Ρώμη, ήταν στην πραγματικότητα μόνο αναβολή του αγώνα και παρόλο που ο Τιγράνης αρνήθηκε να με ακολουθήσει (τώρα εκ των υστέρων, παραδέχεται την αλήθεια της πρόβλεψής μου) καίτοι βρισκόσασταν πολύ μακριά και οι υπόλοιποι είχαν παραδοθεί, εγώ ανασκάλεψα  την φωτιά του πο-λέμου και κατεύθυνα τον Κόττα απο ξηράς στην Χαλκηδόνα, την ώρα που στην θάλασσα του κατέστρεφα έναν από τους εκλεκτούς στόλους του.

> Κατά την διάρκεια της καθυστέρησης που προκάλεσε η πολιορκία της Κυζίκου από μέρους μου, υπερισχύοντας σε προμήθειες με διέλυσε, δεδομένου ότι κανένας από τις γείτονες χώρες δεν μου παρείχε την παραμικρή βοήθεια και η βαρυχειμωνιά με κρατούσε μακρυά από την θάλασσα. Συνεπώς, όταν, χωρίς να εξαναγκαστώ από τον εχθρό, προσπάθησα να επιστρέψω στο βασίλειό μου, έχασα τους καλύτερους των στρατιωτών μου και τους στόλους μου σε ναυάγια στο Πάριο και την Ηράκλεια.

> Στην συνέχεια, όταν συγκέντρωσα νέο στράτευμα στα Κάβειρα και ενεπλάκην με τον Λούκουλλο σε αμφίρροπες μάχες, η ανεπάρκεια σε εφόδια έπληξε και τους δυό μας. Είχε υπό την εξουσία του το βασίλειο του Αριοβαρζάνη, άφθαρτο από πόλεμο, ενώ εγώ καθώς η χώρα μου είχε καταστραφεί, αποτραβήχτηκα στην Αρμενία. Αμέσως μετά, οι Ρωμαίοι με ακολούθησαν ή καλύτερα έδρασαν σύμφωνα με την παράδοση που έχουν να ανατρέπουν τους μονάρχες και επειδή αποδείχθηκαν ικανοί να αδρανοποιήσουν μια τεράστια δύναμη εγκλωβισμένη σε στενωπό, εκόμπασαν για τα αποτελέσματα της απερισκεψίας του Τιγράνη, σαν η νίκη να οφειλόταν σε αυτούς.

> Σας ικετεύω, λοιπόν, να αναλογισθείτε αν πιστεύετε ότι όταν θα έχουμε συντριβεί, θα είστε περισσότερο ικανοί να αντισταθείτε στους Ρωμαίους ή ότι πρόκειται να υπάρξει τέλος σε αυτόν τον πόλεμο.

>  Γνωρίζω πολύ καλά ότι έχετε μεγάλο αριθμό ανδρών και τεράστιες ποσότητες όπλων και χρυσού και ότι γι αυτόν τον λόγο αναζητώ την συμμαχία σας και οι Ρωμαίοι την καταστροφή σας. Επιπλέον, θα σας συμβούλευα, τώρα που το βασίλειο του Τιγράνη διατηρεί ακόμη την ακεραιότητά του και εφόσον εξακολουθώ να διαθέτω στρατιώτες εκπαιδευμένους σε ένοπλες συρράξεις με τους Ρωμαίους, να τερματίσετε τον πόλεμο που σας εκθέτει σε κίνδυνο ανεξαρτήτως έκβασής του, σε απόσταση ασφαλείας από την πατρίδα σας και με την ελάχιστη προσπάθειά σας να ενδυναμώνεται από τους ανθρώπους μας.

> Άραγε γνωρίζετε ότι οι Ρωμαίοι έστρεψαν τα όπλα τους προς την κατεύθυνσή μας  όταν ο Ωκεανός (η θάλασσα που περιέβαλλε τον κατοικημένο κόσμο) εμπόδισε την επέκτασή τους στην δύση; Γνωρίζετε ότι από καταβολής της η γενιά τους δεν κατείχε τίποτε πέρα από κλοπιμαία, τα σπίτια τους, τις γυναίκες τους, την γή τους, την αυτοκρατορία τους; Αλλοτινοί αγύρτες, απάτριδες και απάτορες, απόγιναν μάστιγα για όλον τον κόσμο, έκνομοι, επίορκοι ενώπιον θεών και ανθρώπων. Προλάβετέ τους πριν εκμεταλλευτούν ή καταστρέψουν συμμαχίες και φιλίες, κοντινές ή μακρινές, ασθενείς ή ισχυρές. Αποτρέψτε τους από το να θεωρούν κάθε κυβέρνηση που δεν τους υπηρετεί και ειδικά τις μοναρχίες, ως εχθρικές.

> Είναι αλήθεια ότι οι λιγοστοί άνδρες που επιθυμούν την ελευθερία έναντι των πολλών που αρκούνται στο να εξουσιάζουν, θεωρούνται εχθροί των Ρωμαίων και μελλοντικοί εκδικητές. Αλλά εσείς που κατέχετε την Σελεύκεια, μεγαλοπρεπέστερη των πόλεων και το φημισμένο για τα πλούτη του βασίλειο των Περσών, τι διαφορετικό μπορείτε να περιμένετε από αυτούς, πέρα από δόλο στο παρόν και πόλεμο στο μέλλον; Οι Ρωμαίοι έχουν όπλα για όλους, τα φονικότερα όπου η νίκη αποφέρει περισσότερα λάφυρα. Γιγαντώθηκαν με θράσος, δόλο και τους κατά συρροήν πολέμους. Στον δρόμο της συνήθους πρακτικής τους θα καταστρέψουν τα πάντα ή θα πεθάνουν προσπαθώντας … και αυτό δεν είναι ανέφικτο, εφόσον εσείς από την πλευρά της Μεσοποταμίας και εμείς από αυτήν της Αρμενίας, περικυκλώσουμε τον στρατό τους, ο οποίος στερείται εφοδίων και συμμάχων κι έφθασε μέχρι εδώ χάρη στην καλή του τύχη και τα δικά μας λάθη. Θα κερδίσετε δόξα για την υποστήριξη σπουδαίων βασιλέων και την συντριβή των λαφυραγωγών του κόσμου. Αυτή είναι η συμβουλή μου και αυτή την πορεία σας καλώ να ακολουθήσετε. Μην προτιμήσετε, με την καταστροφή μας να αναβάλλεται χρονικά την δική σας, έναντι του υποσχόμενου την νίκη συνασπισμού μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s