Η συμμαχία των βασιλέων του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ᾽ και της Αρμενίας Τιγράνη Β᾽ (94-96 π.Χ.)

στις

Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο βασιλέας της Αρμενίας Τιγράνης

Με το παρόν άρθρο ολοκληρώνεται το αφιέρωμα στον Μιθριδάτη, το οποίο περιλαμβάνει μια πλήρη και ιστορικά εμπεριστατωμένη καταγραφή του βίου και των πεπραγμένων του ένδοξου βασιλέα του Πόντου. Την σειρά των άρθρων μπορείτε να την αναγνώσετε εδώ

Common Cause versus Rome:
The Alliance between Mithradates VI of Pontus and Tigranes II of Armenia, 94-66 BCE
Adrienne Mayor
Research Scholar, Classics and History of Science, Stanford University
Μετάφραση – ιστορική επεξεργασία Πυθεύς

—————————

Αρμενία, το πλούσιο ορεινό βασίλειο ανατολικά της Ανατολίας, που από τη μία ο νησιωτικός χαρακτήρας και από την άλλη η γεωμορφολογία της, με τα υψίπεδα και τις οροσειρές να ορθώνονται από 400 ως και πάνω από 4000 μέτρα, συνέτειναν στην απομόνωσή της από τις όμορες χώρες. Τραχύ έδαφος, ορεινά περάσματα και φυλασσόμενες είσοδοι σε κάθε κατεύθυνση. Περί το έτος 190 π.Χ. ο Αρταξίας, ιδρυτής της δυναστείας των Αρταξιδών και βασιλέας της Αρμενίας, άρχισε ν’ αποκτά εδάφη από Μήδους, Ίβηρες και Σύριους, ενώ είχε αναμετρηθεί με τον Πόντο και την Καππαδοκία, συγκρούσεις που ακολουθήθηκαν από τη συνθήκη του 181 π.Χ. η οποία ευνόησε τους βασιλιάδες της Ανατολίας έναντι του Φαρνάκη του Πόντου, παππού του Ευπάτορα, Μιθριδάτη ΣΤ᾽, ο οποίος είχε διεκδικήσει τον έλεγχο της Καππαδοκίας. Οι αρχές του 120 π.Χ. βρίσκουν την Παρθία να εξουσιάζει την Αρμενία ως υποτελή χώρα.

Οι φιλικές σχέσεις μεταξύ Πόντου και Αρμενίας, καθιερώθηκαν κατά τη διάρκεια των επικαλυπτόμενων βασιλειών του Μιθριδάτη ΣΤ´ του Ευπάτορα (134-63 π.Χ.) και του Τιγράνη Β´ της Αρμενίας. Όπως η Αρμενία έτσι και ο Πόντος αποτελούσε κάποτε σατραπεία της Περσικής Αυτοκρατορίας. Περί το 119 π.Χ. ο Ευπάτωρ κληρονόμησε βασίλειο με πολύ ισχυρές Περσικές πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, μολονότι η νέα Ποντική πρωτεύουσα στη Σινώπη και άλλα λιμάνια στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας είχαν καλυφθεί από πατίνα Ελληνικής επιρροής.

Αμφότερες οι περιοχές Πόντου και Αρμενίας, είχαν συμπεριληφθεί στις μη στρατιωτικές κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον 4ο αι. π.Χ., αλλά μετά το θάνατό του και τους πολέμους των διαδόχων του, η Αρμενία ουδέποτε υιοθέτησε αξιοσημείωτα Ελληνιστικά χαρακτηριστικά, ενώ ο Μιθριδάτης αξιοποίησε τόσο την Μακεδονική κληρονομιά όσο και το Περσικό υπόβαθρο. Οι εξωτερικές πολιτικές των Μιθριδατιδών ήταν κατά παράδοση στραμμένες δυτικά, προς Βιθυνία, Παφλαγονία, Καππαδοκία, τα παράλια του Αιγαίου, Ελλάδα και Ρώμη.

Τουναντίον, η περίκλειστη, δυσπρόσιτη Αρμενία παρέμεινε στις πολιτισμικές παραδόσεις των γηγενών Αρμενίων, Μήδων, Περσών, Αχαιμενιδών, Σελευκιδών και Πάρθων, δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρον, ή επίγνωση της πάλης για την ανάδειξη του ισχυρότερου στη Μεσόγειο, την Μαύρη Θάλασσα και την δυτική Ανατολία. Ωστόσο, η Αρμενία πολέμησε στο πλευρό του Αντιόχου Γ᾽ εναντίον της Ρώμης, αλλά οι κυβερνήτες της άλλαξαν τακτική λίγο πριν ο Αντίοχος ηττηθεί το 190 π.Χ. και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία της. Κάποιες δυσνόητες επιγραφικές μαρτυρίες (λαξεύσεις σε πέτρα) της εποχής, υπαινίσσονται ότι η Ελληνική γνώση είχε φθάσει στην Αρμενία, δίχως όμως να χαρακτηρισθεί ως μετέχουσα στην Ελληνιστική παράδοση, τουλάχιστον μέχρι την βασιλεία (περ. 95-96 π.Χ.) του Τιγράνη Β᾽, τον οποίο κάποιες αρχαίες εξιστορήσεις αναφέρουν ως φιλέλληνα.

Στην αρχή της βασιλείας του, ο Μιθριδάτης, παρέλαβε το φέουδο της δυτικής ελάσσονος Αρμενίας απ’ τον ηγεμόνα της, Αντίπατρο κι έτσι τα εδάφη του συνόρευαν με τα όρια της Αρμενίας. Πιθανόν ο Μιθριδάτης να γνώριζε περισσότερα για την Αρμενία απ’ ότι ο Τιγράνης για τον Πόντο. Όντας απόγονος της Μακεδονικής αριστοκρατίας του Αλεξάνδρου κι έχοντας λάβει μόρφωση από Έλληνες δασκάλους, ο νεαρός Μιθριδάτης θα πρέπει να είχε διδαχθεί αρχαίους Ελληνικούς μύθους για την Αρμενία που υποτίθεται ότι βαφτίσθηκε στο όνομα ενός από τους Αργοναύτες του Ιάσονα, τον Άρμενο από την Θεσσαλία.

Στους Ομηρικούς μύθους του Τρωικού πολέμου, οι λαοί Ανατολίας και Αρμενίας είχαν περιγραφεί ως σύμμαχοι του Τρωός βασιλέα Πριάμου και οι Αρμένιοι είχαν βοηθήσει στην υπεράσπιση της Τροίας από την πολιορκία των Ελλήνων. Επιπροσθέτως ο έμπειρος ιππέας Μιθριδάτης, ασφαλώς θαύμαζε τα πασίγνωστα, υπέροχα άλογα της Αρμενίας, περιζήτητα στην αρχαιότητα, τα οποία ενίοτε είχαν απαιτηθεί ως φόρος υποτελείας από τα πρώτα βήματα της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας. Με εκλεκτή Ελληνοπερσική παιδεία, αυτοχριζόμενος προασπιστής του κύρους των αρχαίων πολιτισμών Περσίας και Ελλάδος και χάρη στις μυστικές υπηρεσίες του, προσπαθούσε να κρατά επαφή με τα τεκταινόμενα στην Αρμενία, είτε αυτά αφορούσαν πρόσφατες πολιτικές, είτε τρέχοντα γεγονότα. Θεωρείται ασφαλές να πούμε ότι ο Τιγράνης, ο οποίος πέρασε το πρώτο ήμισυ της ζωής του ως υποτελής φιλοξενούμενος της Παρθικής αυλής, ήταν λιγότερο ενήμερος αναφορικά με τις διαμάχες του Ευπάτορα με τη Ρώμη.

Ανάγλυφο του βασιλέα Μιθριδάτη του Αρμενικού Βασιλείου της Κομμαγηνής με τον θεό του ουρανού Vahagn. Ο βασιλιάς φοράει το εθνικό Αρμενικό ηλιακό στέμμα. Αρχαία πόλη των Αρμενίων Αρσάμεια_2ος – 1ος αιώνα π.Χ.

Απόγονος της Περσικής βασιλείας ο Μιθριδάτης όπως και ο Τιγράνης, κληρονόμησε τα αρχαία Ιρανικά θρησκευτικά καθήκοντα της πύρινης λατρείας των Ahura Mazda1 και Mithra2. Αμφότεροι οι βασιλείς επιτελούσαν χρέη αρχιμάγου3 στο Ζωροαστρικό ιερατείο, διεκπεραιώνοντας παραδοσιακά τελετουργικά λατρείας της φωτιάς σε βουνοκορφές. Επιπλέον, ο Μιθριδάτης μοιραζόταν με τον Τιγράνη, σημαντικές παραδοσιακές αξίες του Περσικού πολιτισμού – αξιοπιστία, εντιμότητα, ανεξαρτησία, όπως και την καλλιέργεια δεξιοτήτων για τη μέγιστη δυνατή επίδοση σε ιππασία, σκοποβολή, κυνήγι – ενώ και οι δύο διατηρούσαν πολυμελή χαρέμια.

Οι ηγέτες των Αρμενίων είχαν προσφέρει καταφύγιο στον Αννίβα μετά τις απώλειες των Καρχηδονίων κατά τον 2ο Φοινικικό πόλεμο το 202 π.Χ. Ο Αννίβας κρύβεται κατά τα λεγόμενα, πίσω απ’ την σπουδαία οχύρωση της βασιλικής Αρμενικής πρωτεύουσας, Αρτάξατα. Καθώς οι αγώνες του Μιθριδάτη με τη Ρώμη για τον έλεγχο της Καππαδοκίας κλιμακώνονταν σε ένοπλες συρράξεις, μομφές από τη Ρωμαϊκή Γερουσία και απειλές από το Σύλλα περί το 95 π.Χ., κατέτειναν στην απόφαση του Μιθριδάτη να διαφύγει προσωρινά της αυστηρής ρωμαϊκής επιτήρησης και ν´ αποτρέψει περαιτέρω οξείες αντιπαραθέσεις. Αναζητώντας ισχυρή, αξιόπιστη συμμαχία στη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, στράφηκε ανατολικά προς την Αρμενία, η οποία είχε από καιρό απομακρυνθεί από την επιστασία της Ρώμης. Παρόλο που τα δύο βασίλεια δεν είχαν συνάψει διπλωματικές σχέσεις στο παρελθόν, η Αρμενία αποτελούσε φυσικό σύμμαχο, ιδιαίτερα τώρα. Η μελετημένη κίνηση του Μιθριδάτη να προχωρήσει αποφασιστικά σε συνασπισμό με τον Τιγράνη ερχόταν την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Στην νεαρή ηλικία των 16 ετών, ο Τιγράνης είχε δοθεί απ’ τον πατέρα του στην Παρθική αυλή ώστε ν´ ανατραφεί στην αυτοκρατορική πόλη Κτησιφών στις όχθες του Τίγρη (σημερινό κεντρικό Ιράκ).

Εκεί ο Τιγράνης μυήθηκε στην Παρθική παράδοση, η οποία συνδύαζε νομαδικά και αρχαία Ιρανικά (Περσικά) πολιτισμικά στοιχεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μητέρα του ήταν πριγκίπισσα των Αλανών, νομαδικού λαού από την ευρύτερη περιοχή των βορείων παρυφών του Καυκάσου (σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Οσετίας – Αλανίας). Παρόμοια με την πρακτική επισφράγισης συμφωνιών μέσω γαμήλιων τελετών, η ανάθεση σε άλλο βασιλικό περιβάλλον της παιδαγώγησης κάποιου πρίγκιπα, ήταν τρόπος εξασφάλισης φιλικών σχέσεων μεταξύ συμμάχων, οι οποίοι δεν ήταν απαραίτητα έμπιστοι φίλοι πρωτύτερα.

Στην αρχές της βασιλείας του, περί το 119 π.Χ., ο Μιθριδάτης προσμετρούσε τουλάχιστον δυο αξιωματούχους της Παρθικής δυναστείας των Αρσακιδών στους φιλικούς του κύκλους. Γύρω στο 96/95 π.Χ. οι Πάρθοι συνεργάτες και το διευρυμένο δίκτυο πληροφοριών του, τον ενημέρωσαν ότι ο Τιγράνης Β’, στα σαράντα πέντε του πλέον, είχε αδειοδοτηθεί να επιστρέψει βασιλέας στην Αρμενία – σε ανταπόδοση της παραχώρησης του ελέγχου των εβδομήντα κοιλάδων στην Παρθία – με την προσδοκία να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των Πάρθων ως υποτελής βασιλέας.

Ωστόσο, όπως καλά γνώριζε ο Τιγράνης, έτσι κι ο Μιθριδάτης, από το 130 π.Χ. περίπου, η προσοχή των ιθυνόντων της Παρθίας ήταν επικεντρωμένη στ’ ανατολικά της σύνορα και την απόκρουση επιθετικών επιδρομών εκ μέρους πολεμοχαρών νομαδικών φύλων όπως ήταν οι Σάκες-Σκύθες, οι Τόχαροι κ.α. Για παράδειγμα, το 128 π.Χ., όταν ο βασιλέας των Πάρθων Φραάτης Β´ είχε εκστρατεύσει εναντίον αυτών, ηττήθηκε και σκοτώθηκε. Ο Τιγράνης οραματιζόταν την εγκαθίδρυση μιας ισχυρής Αρμενικής αυτοκρατορίας. Λίγα χρόνια μετά θα έσπευδε να εδραιώσει τα ήδη κατεχόμενα και να επεκταθεί προς Μηδία, Ασσυρία, Ατροπατηνή, Σοφηνή και Γορδυηνή σε βάρος της Παρθίας.

Παρά τη σχετική του άγνοια για τα τεκταινόμενα στη Δύση, ο Τιγράνης έχαιρε οξύνοιας κι έτρεφε μεγαλοπρεπείς φιλοδοξίες. Διόλου όμως ξεκάθαρο το κατά πόσο ήταν ενήμερος για τον Μιθριδάτη και τις συγκρούσεις του με τη Ρώμη, πριν γίνουν επισήμως σύμμαχοι. Ως μονάρχης, Περσικό θρέμμα και ιερέας του Ζωροαστρισμού, ο Τιγράνης σίγουρα γνώριζε τις αρχαίες Ιρανικές προφητείες για τον πολυναμενόμενο λυτρωτή – βασιλέα. Θα πρέπει να είχε γίνει μάρτυρας, όπως η Παρθική αυλή και οι Μάγοι, του θεαματικού ζεύγους κομητών6 τα έτη 135 και 119 π.Χ. Θα είχε φθάσει στ’ αυτιά τους ότι το ιερατείο των ανακτόρων του Πόντου είχε ερμηνεύσει τα ουράνια αυτά αντικείμενα ως οιωνούς καταλληλότητος του Μιθριδάτη Ε᾽ για τη θέση του μεγάλου ηγέτη, ο οποίος θα ελευθέρωνε τις ανατολικές χώρες από την τυραννία. Ίσως γνώριζαν επίσης ό,τι μετά τις κατακτήσεις του στη βορειότερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, οι νέοι του σύμμαχοι και υποτελείς τον είχαν τιμήσει ως Shahanshah, Βασιλεύς των Βασιλευόντων, τίτλος παραδοσιακά αφιερωμένος στον πλέον ισχυρό ηγέτη των χωρών της Περσικής σφαίρας επιρροής, τον οποίο νέμονταν ήδη οι βασιλείς των Πάρθων και εποφθαλμιούσε ο Τιγράνης.

Ανδριάντας Τιγράνη στην Αρμενία
Ανδριάντας Τιγράνη στην Αρμενία

Από τη σκοπιά του Τιγράνη, η προοπτική συμμαχίας με τον ταχύτατα αναδυόμενο δεσπότη της αυτοκρατορίας της Μαύρης Θάλασσας, θα πρέπει να ήταν πολύτιμη, αρκεί οι δύο μονάρχες να συνομολογούσαν τον αλληλοσεβασμό των ξεχωριστών διεθνών σχέσεών τους. Σε αντίθεση με τον Τιγράνη ο οποίος προφανώς αγνοούσε τις θηρεύσεις των Ρωμαίων στην Ανατολία, οι άρχοντές του στην Παρθία θα πρέπει να ήταν περισσότερο γνώστες και μεθοδικοί. Πρόσφατα, η Marek Jan Olbrycht4 είχε υποδηλώσει ότι η τοποθέτηση του Τιγράνη στο θρόνο της Αρμενίας, ήταν μια καλά μελετημένη κίνηση από μέρους των Πάρθων, a well-thought-out move όπως χαρακτηριστικά γράφει, με την έννοια ότι θα ευνοούσε την αντίσταση του Μιθριδάτη ενάντια στη Ρώμη. Γνωρίζοντας καλά τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στην Ανατολία και την κατακτητική ορμή των Ρωμαίων, ενδέχεται -οι Πάρθοι- ακόμη και να είχαν κοινοποιήσει τις προθέσεις τους στον Μιθριδάτη, υποστηρίζει η Olbrycht. Ίσως να μην ήταν τυχαίο γεγονός ότι η νέα επιθετική πολιτική του Μιθριδάτη προς την Καππαδοκία εγκαινιάστηκε με τον ερχομό του Τιγράνη στην Αρτάξατα και εκ των υστέρων με την αναζήτηση συμμαχίας (Olbrycht 2009, 169-70).

Περι το 94 π.Χ. ο Μιθριδάτης έστειλε τον έμπιστο Καππαδόκη αριστοκράτη Γόρδιο, ως διπλωμάτη του στον Τιγράνη. Ο Γόρδιος περιέγραψε λεπτομερώς τις συγκρούσεις του Μιθριδάτη με τη Ρώμη κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Αφηγήθηκε τις παρεμβάσεις, παραινέσεις και επιδιώξεις των Ρωμαίων στην Ανατολία, τονίζοντας τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια, την εξάρτησή τους από την υποδούλωση άλλων λαών, την ακατανίκητη επιθυμία τους για λάφυρα και λεηλασίες, την επιβολή αντιλαϊκών φορολογικών πολιτικών και την μισαλλοδοξία που έτρεφαν για τους ανεξάρτητους μονάρχες στη Μικρά Ασία. Ο Γόρδιος εξήγησε ότι ο Μιθριδάτης και ο Τιγράνης είχαν στοχοποιηθεί ως αυτόνομοι άρχοντες, με σκοπό ν´ αφανισθούν και ν´ αντικατασταθούν από άβουλους κι ανίσχυρους βασιλείς οι οποίοι θα ελέγχονταν από την Ρωμαϊκή Σύγκλητο, είχε δε στη διάθεσή του, παραδείγματα τέτοιων φερέφωνων βασιλέων όπως της Βιθυνίας, της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας, οι οποίοι εκπλήρωναν κατά γράμμα τις προσταγές των Ρωμαίων αφεντικών τους.

Αφού ενημέρωσε τον Τιγράνη για τα καθέκαστα στη δυτική Ανατολία, ο Γόρδιος παρουσίασε την πρόταση του Μιθριδάτη σύμφωνα με την οποία ο Τιγράνης θα έπρεπε να επιτεθεί με το στρατό του στην Καππαδοκία κατά μήκος των συνόρων της Αρμενίας και να εκθρονίσει τον Αριοβαρζάνη, υποχείριο των Ρωμαίων. Σε αντάλλαγμα, ο Ευπάτωρ θα προσέφερε νύφη στον Τιγράνη την αγαπημένη του κόρη, πριγκίπισσα Κλεοπάτρα.

Εκείνη την εποχή, ο βασιλέας Τιγράνης περιστοιχιζόταν από χαρέμι και παλλακίδες, αλλά προφανώς δεν είχε επιλέξει σύντροφο βασίλισσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι ιστορικοί συμφωνούν στους ισχυρούς δεσμούς του Μιθριδάτη με όλες τις θυγατέρες του και στην ανταπόκρισή τους στην αγάπη του. Ο Γόρδιος ενδέχεται να ανέδειξε την οικογενειακή αυτή αφοσίωση και θα μπορούσε να είχε επισημάνει στον Τιγράνη ότι η ειλικρινής πατρική στοργή του Μιθριδάτη, καθιστούσε τις κόρες του ακόμη πιο πολύτιμες σε γάμους-συμμαχίες. Πράγματι η Κλεοπάτρα έγινε ισόβια βασίλισσα του Τιγράνη, ικανή σύντροφος και σύμβουλος, η οποία θα πρέπει να είχε επηρεάσει την πίστη του στον Μιθριδάτη, ακόμη και μετά τις σοβαρές του απώλειες στην αρχή του Γ´ Μιθριδατικού Πολέμου.

Ο Τιγράνης αποδέχθηκε συμμαχία και γάμο, δίχως ν’ υπολογίσει τις συνέπειες. Έχοντας ζήσει τα τελευταία 30 χρόνια στην Παρθία, δεν προέβλεψε ότι οι Ρωμαίοι θ’ αντιδρούσαν τόσο δυναμικά στην αλλαγή καθεστώτος στην Καππαδοκία (Strabo 11.14-16; Justin 38). Ο Τιγράνης ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος από τον πεθερό του και γρήγορα έγιναν καλοί φίλοι και ισχυροί σύμμαχοι, μεταξύ τους δε, φέρονταν ως ισάξιοι. Αμφότεροι οι κυβερνήτες ήσαν έξυπνοι, πείσμονες, δραστήριοι και φιλόδοξοι. Απολάμβαναν να κυνηγούν και να ιππεύουν μαζί, διαμένοντας στα δασικά και ορεινά κυνηγετικά καταλύματα της γης του Τιγράνη. Πιθανώς διαλέγονταν στα Ελληνικά, γλώσσα των Ελληνιστικών παλατιών, παρόλο που ο Μιθριδάτης γνώριζε εξίσου καλά Παρθικά και Αρμενικά. Ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική του με άλλους συμμάχους και φίλους, ο Μιθριδάτης θα πρέπει να είχε δωρίσει στον Τιγράνη δαχτυλίδι από αχάτη5 με λαξευμένη την προσωπογραφία του. Είναι επίσης πιθανό, ο Μιθριδάτης να είχε μοιραστεί το καθολικό αντίδοτο με τον Τιγράνη, περίφημο αφέψημα από μικρές δόσεις τουλάχιστον 50 δηλητηρίων και αντιδότων, που στόχευε στη θωράκιση του ανοσοποιητικού συστήματος και την εξουδετέρωση όλων των τοξινών. Σημειωτέον και οι δύο άντρες είχαν καλή φυσική κατάσταση και υπήρξαν εντυπωσιακά μακρόβιοι.

Πέρα από την αποδοχή της βοήθειας προς τον Μιθριδάτη, δοκιμαζόμενο από τον Ρωμαίο κατακτητή στην Ανατολία, ο Τιγράνης είχε την προσωπική του ατζέντα. Ο γηραιότερος μονάρχης δεν έβλεπε τον εαυτό του ως πλειοδότη των σχεδίων του Μιθριδάτη, αλλά θεωρούσε ότι η αλληλοϋποστήριξή τους θα προωθούσε τις προσωπικές του επιδιώξεις για την ενοποίηση και διεύρυνση του βασιλείου του, πλήρως απεξαρτημένου από την Παρθία. Ο Τιγράνης είχε ήδη προσαρτήσει μέρος της Καππαδοκίας ενώ είχε επεκτείνει την εμβέλειά του νότια, υποτάσσοντας το αδύναμο βασίλειο της Συρίας.

Η οροσειρά του Ταύρου _wikipedia
Η οροσειρά του Ταύρου _wikipedia

Θ’ αποκόμιζε επίσης κάποιες περιοχές από τους Πάρθους, οι οποίοι ήταν απασχολημένοι αποκρούοντας νομαδικές εισβολές στα ανατολικά σύνορά τους. Με τον καιρό, κολοσσιαία στρατεύματα θα κατέκλυζαν τη Μεσοποταμία και θα κυρίευαν Συρία, Φοινίκη και Κιλικία. Η πολιτική του Τιγράνη ήταν να ανταμείβει τις πόλεις που τον ακολουθούσαν και να ερημώνει αυτές που αντιστέκονταν. Συγκέντρωσε τεράστιο πλούτο και κινήθηκε γύρω από τους ηττημένους λαούς σα να ήταν πιόνια σε σκακιέρα. Ενώ ο Μιθριδάτης είχε εμπλακεί σε διαρκείς πολέμους με τη Ρώμη, ο Τιγράνης ξεκινούσε την οικοδόμηση της μυθώδους νέας πόλης Τιγρανόκερτα, στις όχθες του ποταμού Τίγρη. Σχεδιασμένη να επισκιάσει το μεγαλείο που εξέπεμπαν Σούσα και Βαβυλώνα, τα Τιγρανόκερτα εποικίσθηκαν από λαούς που εκτοπίσθηκαν όταν ο Τιγράνης υπέταξε την πατρίδα τους.

Ο Μιθριδάτης ωστόσο, δεν ήταν γνώστης των μεγαλεπήβολων σχεδίων του Τιγράνη όταν εγκαθίδρυσε τη συμμαχία τους περί το 94 π.Χ. Αφού ο Τιγράνης νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα του Πόντου Κλεοπάτρα, οι δύο βασιλείς συνθηκολόγησαν εκ νέου. Συμφώνησαν ότι στις από κοινού εκστρατείες τους στην Καππαδοκία και αλλού, ο Μιθριδάτης πάντα θα είχε τον έλεγχο σε πόλεις και γη, ενώ αιχμάλωτοι και θησαυροί θα ανήκαν στον Τιγράνη. Οι συναινετικοί όροι μας πληροφορούν ό,τι ο Τιγράνης αποποιείται κάθε δικαιώματος στη δυτική Ανατολία πλην κεφαλαίων και κρατουμένων, τα οποία θα χρησιμοποιούσε για τον εμπλουτισμό των Τιγρανοκέρτων και της αυτοκρατορίας του.

Καταδεικνύεται επίσης από τη συμφωνία, αφενός η άφθονη ροή προσόδων και η μεγάλη παρακαταθήκη εχεγγύων του Μιθριδάτη και αφετέρου ό,τι ο βασιλέας του Πόντου ενδιαφερόταν περισσότερο για τον έλεγχο της Καππαδοκίας και των γειτονικών χωρών, παρά για λεηλασίες. Η εισβολή του Τιγράνη στην Καππαδοκία κι ο εξοβελισμός του βασιλέα υπαλλήλου των Ρωμαίων, θα επέτρεπε στον Μιθριδάτη ν´ αποκτήσει έμμεση κυριαρχία στην περιοχή. Επιπλέον, η επίθεση του Τιγράνη θα ήταν δοκιμασία για τη Ρωμαϊκή αποφασιστικότητα. Οι πολεμικές ετοιμασίες του Μιθριδάτη περιελάμβαναν υπερβολική νομισματοκοπία την περίοδο 93-89 π.Χ., ώστε να πληρωθούν τα μεγάλα στρατεύματα και ο εξοπλισμός τους.

Η ήδη πολύπλοκη κατάσταση στην Ανατολία έγινε ακόμη πιο περίπλοκη και η χρονολογική σειρά των γεγονότων είναι απελπιστικά συγκεχυμένη στις αρχαίες πηγές. Γνωρίζουμε ότι ο Τιγράνης απέστειλε το στρατό του στην Καππαδοκία μ´ επικεφαλής τους Μίθρα και Βαγώα, γύρω στο 93 π.Χ. Ο ανίσχυρος βασιλέας Αριοβαρζάνης, δραπέτευσε στους προστάτες του στη Ρώμη. Έπειτα, σύμφωνα με το σχέδιο, οι στρατηγοί του Τιγράνη ενθρόνισαν στη θέση του τον Αριαράθη Θ´, με τον Γόρδιο στην αντιβασιλεία να διοικεί την Καππαδοκία με τους όρους του Μιθριδάτη.

Ο Τιγράνης είχε εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα από μέρους του. Δεν τον ενδιέφερε να πολεμήσει με τη Ρώμη στο πλευρό του Μιθριδάτη. Η Καππαδοκινή ύπαιθρος είχε ήδη καταστραφεί μετά από χρόνια ληστρικών επιδρομών, σε τέτοιο βαθμό που ο Τιγράνης συγκέντρωσε περισσότερους αιχμαλώτους παρά λάφυρα. Ο στρατός επέστρεψε στην Αρμενία να υπηρετήσει τις προσωπικές μεγαλεπήβολες στρατηγικές του Τιγράνη (Strabo 9.14.15; Justin 38.3.1-4; Plutarch, Lucullus, 14, 15).

Painting of Tigran The Great, King of Kings entering Parthia
Πίνακας με τον Τιγράνη ενώ εισέρχεται στην Παρθία

Αναθαρρώντας από τις νίκες του και ίσως την εμφάνιση του κομήτη Χάλεϋ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (87 π.Χ) ο Τιγράνης θ’ άρχιζε αργότερα ν´ αναφέρεται στον εαυτό του ως Βασιλεύς των Βασιλέων, το ενδιαφέρον προκαλεί δε, ό,τι αμφότεροι Μιθριδάτης και Τιγράνης έκοψαν νομίσματα διακοσμημένα με την απεικόνιση κάποιου κομήτη. Στην Ρώμη και την υπόλοιπη Δύση, τα ουράνια αυτά αντικείμενα λογίζονταν κακοί οιωνοί, αλλά για την Ανατολία και τις περιοχές της Περσικής επιρροής, συνιστούσαν ελπιδοφόρες ενδείξεις. Ο Μιθριδάτης εξέδωσε συναφή νομίσματα μικρής ονομαστικής αξίας στις αρχές της βασιλείας του, υπαινισσόμενος το συσχετισμό του φαντασμαγορικού ζεύγους κομητών στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, με τον ερχομό και την ανάρρησή του στην εξουσία.

Μερικά χρόνια αργότερα, κομήτης με καμπύλη ουρά εμφανίζεται σε αργυρά και χάλκινα νομίσματα της Αρμενίας κομμένα από τον Τιγράνη μεταξύ των ετών 83 και 69 π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση, τα κέρματα της χώρας απεικόνιζαν προτομές βασιλέων που έφεραν τιάρα διακοσμημένη με δύο αετούς κι ένα οκτάκτινο αστέρι. Όμως σ´ εκείνα τ´ ασυνήθη νομίσματα το διάδημα του εστεμμένου Τιγράνη, κοσμούσε κομήτης που έσερνε μακριά κυρτή ουρά. Εφόσον ο Χάλεϋ εμφανίζεται πάντα με ίσια κόμη, τα νέα κέρματα του Τιγράνη φαίνεται να μνημονεύουν προγενέστερους κομήτες οι οποίοι συσχετίστηκαν με τα χαρίσματα του Μιθριδάτη. Όταν ο Χάλεϋ έδωσε το παρόν για τρίτη φορά το 87 π.Χ. θα μπορούσε να είχε θεωρηθεί ως επιπλέον εχέγγυο του μεγαλειώδους πεπρωμένου του Μιθριδάτη και θεϊκή συναίνεση για τις νικηφόρες εκστρατείες που είχαν εξαπολύσει μέχρι τότε από κοινού Μιθριδάτης και Τιγράνης.

Η οπτική του Τιγράνη για τη διέλευση του κομήτη ενδέχεται να συνιστούσε δημόσια υποστήριξη στον αγώνα του Μιθριδάτη. Σημειωτέον, τα μικροσκοπικά νομίσματα που έκοψε ο νεαρός Μιθριδάτης, ήταν ανώνυμα, ενώ ο Τιγράνης τοποθέτησε τον κομήτη στην τιάρα του και την εικόνα αυτή σε μεγαλύτερης αξίας νομίσματα. Η πράξη του αυτή ίσως επισφράγιζε με μεγαλύτερο κύρος την κοινή θεώρηση του φαινόμενου από τους δύο ηγέτες. Ωστόσο, είναι πιθανό η απόφαση του Τιγράνη να στόχευε στην διεκδίκηση της εύνοιας του συνόλου των τριών διελεύσεων αποκλειστικά σε όφελος της δικής του βασιλείας, κάτι το οποίο δικαιολογεί την αυτοαναγόρευσή του σε Βασιλέα των Βασιλέων.

Το 89 π.Χ., περίπου πέντε χρόνια μετά την εισβολή του Τιγράνη στην Καππαδοκία προς ενίσχυση του Μιθριθάτη, ο αμφιλεγόμενος Ρωμαίος στρατηγός Μάνιος Ακουίλιος, πρόσταξε τον βασιλέα-ανδρείκελο της Βιθυνίας Νικομήδη IV, να οδηγήσει το στράτευμά του στον Πόντο, σαρώνοντας την ύπαιθρο. Ουδεμία έγκριση είχε ποτέ δοθεί από τη Γερουσία σε τούτη την εισβολή. Ο συνασπισμός των Ρωμαίων αιφνιδιάστηκε από την ικανότητα του Μιθριδάτη να συγκεντρώσει αθρόες δυνάμεις. Σύμφωνα με τον Αππιανό (Appian Mithradatic Wars 17-18), ο βασιλέας διοικούσε 250.000 στρατιώτες και 50.000 ιππείς —προσμετρώντας συνολικά εφεδρείες και δεσμεύσεις από παράκτιες χώρες της Μαύρης Θάλασσας και την Αρμενία στις οποίες μπορούσε να βασιστεί. Ο Μέμνων (Memnon 22.6) θέλει τον Μιθριδάτη να διαθέτει 190.000 πεζικάριους και 10.000 έφιππους. Οι αριθμοί αυτοί ενδέχεται να έχουν μεγαλοποιηθεί, αλλά κάποιες αναλογίες τους γίνονται αποδεκτές από σύγχρονους μελετητές, αντανακλώντας συνάμα το εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών που διέθεταν οι Μιθριδάτης και Τιγράνης.

Πιθανόν ο Μιθριδάτης να είχε αντιτάξει από 90.000 έως 112.000 στρατιώτες στις συμμαχικές δυνάμεις των Ρωμαίων οι οποίες αριθμούσαν από 36.000 έως 45.000 άντρες. Ο Τιγράνης συνεισέφερε 10.000 Αρμένιους ιππείς σε Παρθικά μεγαλόσωμα άλογα, υπό τις διαταγές του Αρκαθία – γιού του Μιθριδάτη. Έστειλε επίσης τον Νεμάνη, από τους καλύτερους των στρατηγών του, ως συγκυβερνήτη με τον Έλληνα στρατηγό του Μιθριδάτη, Νεοπτόλεμο. Το ιππικό των Αρμενίων του Αρκαθία και του Τιγράνη, κυνήγησε τον εχθρό εκτός του πεδίου μάχης. Με το φόβο της ταχύτατης προώθησης του Μιθριδάτη, ο Ακουίλιος διέταξε υποχώρηση των στρατευμάτων του, με την προσδοκία οχύρωσής τους στο Πρωτοπάχιο, προπύργιο στην ανατολική Βιθυνία. Όμως ο στρατός του Μιθριδάτη με επικεφαλής τους Νεοπτόλεμο και Νεμάνη τους πρόφθασε· οι απώλειες για τον Ακουίλιο ανήλθαν σε 10.000 άντρες και 300 αιχμαλώτους (Appian, Mithradatic Wars 19).

Τα νικηφόρα στρατεύματα του Μιθριδάτη σαρώνουν τώρα την Ανατολία παρασύροντας ξοπίσω τους τις Ρωμαϊκές συμμαχικές δυνάμεις. Τον επόμενο χρόνο, 88 π.Χ, ο Μιθριδάτης διέταξε τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ρωμαίων και Ιταλών πολιτών οι οποίοι διέμεναν στην Ανατολία κι έστειλε ναυτικό και στρατό ν᾽ απαλλάξουν την Ελλάδα από το ρωμαϊκό ζυγό. Οι αποστολές του στην Αθήνα, ενθάρρυναν τους Έλληνες περιγράφοντας τη μεγαλεπήβολη συμμαχία μεταξύ των πανίσχυρων βασιλέων Μιθριδάτη και Τιγράνη. Ωστόσο, ο A’ Μιθριδατικός Πόλεμος δεν εξελίχθηκε καλά. Ο Μιθριδάτης έχασε την μάχη της Ρόδου και υπέστη ολέθριες ήττες στην Ελλάδα από τις λεγεώνες του Σύλλα.

Στον απόηχο του Συμφώνου της Δαρδάνου μεταξύ Σύλλα και Μιθριδάτη, ο πρώτος επέστρεψε στην Ιταλία, ενώ ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε την επιείκεια των όρων της συνθήκης για την αναπλήρωση και ανασύνταξη του στρατού του. Ο Β’ Μιθριδατικός Πόλεμος ξέσπασε περί το 83/81 π.Χ. όταν ο Μουρήνας, φιλόδοξος Ρωμαίος αξιωματικός, εισέβαλλε απερίσκεπτα στα εδάφη του Μιθριδάτη. Ο βασιλέας αφού κατάφερε συντριπτική νίκη σε βάρος του Μουρήνα, παγίωσε την παντοδυναμία του στη Μαύρη Θάλασσα στρατολογώντας μεγάλες δυνάμεις. Γνώριζε ότι η επιστροφή των Ρωμαίων στην Ανατολία, ήταν απλά θέμα χρόνου.

Ο Γ’ Μιθριδατικός Πόλεμος ξεκίνησε το 75 προς 76 π.Χ, με τον Λούκουλλο στο γενικό πρόσταγμα, να οδηγεί απρόθυμες Ρωμαϊκές λεγεώνες. Η συμμαχία των βασιλέων είχε κατορθώσει να εμφυσήσει φόβο στις καρδιές των εχθρών. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κυζίκου από τον Μιθριδάτη, οι αμυνόμενοι είχαν απελπιστεί μετά την ήττα του Λούκουλλου στη Χαλκηδόνα. Με τους πολιορκητικούς πύργους ν’ ανυψώνονται γύρω απ’ τα τείχη της πόλης, οι στρατιώτες του Μιθριδάτη τρομοκρατούσαν τους Κυζηκινούς επικαλούμενοι την προώθηση πολυάριθμης στρατιάς εγκατεστημένης κάπου μακριά. Αίροντας το φάντασμα της τεράστιας δύναμης του Τιγράνη, έτρεφαν τον εφιάλτη Ρωμαίων και συμμάχων (Appian Mithradatic Wars 72-78). «Βλέπετε εκείνες τις φωτιές; », φώναζαν. «Στίφη Αρμενίων και Μήδων πολεμιστών του Τιγράνη έχουν στρατοπεδεύσει εκεί, σε βοήθεια του Μιθριδάτη!». Στην πραγματικότητα επρόκειτο για στρατεύματα του Λούκουλλου που είχαν νικήσει πανηγυρικά τον Μιθριδάτη στην Κύζικο και τα Κάβειρα την περίοδο 73 έως 70 π.Χ. Αξιοσημείωτο ότι ο Λούκουλλος προσωπικά δεν παρέλειπε επίσης να υπενθυμίζει συχνά στους στρατιώτες του πόσο σημαντικό ήταν να κατατροπώσουν τον Μιθριδάτη στον Πόντο, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τις ορδές των βαρβάρων του Τιγράνη.

Την αδιαμφισβήτητη και καταστρεπτική νίκη του Λούκουλλου επί του Μιθριδάτη στη μάχη για τα Κάβειρα το 70 π.Χ, ακολούθησε η φυγή του βασιλέα περιστοιχισμένου από 2.000 ιππείς και τους στρατηγούς του, Ταξίλη και Δορύλαο. Σε ότι αφορούσε στα εφόδια, οι φυγάδες απέδρασαν από το Λούκουλλο και κινήθηκαν ανατολικά προς το προπύργιο του Μιθριδάτη στα Τάλαυρα, στα σύνορα με την Αρμενία όπου ο βασιλέας είχε αποθηκεύσει οικογενειακά κειμήλια και χρυσό. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς την Αρμενία μέσω κακοτράχαλων ορεινών περασμάτων αναζητώντας την προστασία του Τιγράνη (Appian Mithradatic Wars 82, 115; Plutarch Lucullus 19; Dio Cassius 36.16).

Με το ναυτικό του Πόντου ν´ απολείπει την πάλαι ποτέ εξέχουσα θέση του στη Μαύρη Θάλασσα και τον στρατό διαλυμένο από μάχες και αλλεπάλληλες αποσκιρτήσεις, ο Μιθριδάτης πληροφορήθηκε ότι ο γιός του, Μαχάρης, αντιβασιλέας στο Ποντιακό Βασίλειο του Βοσπόρου, συνθηκολόγησε με τους Ρωμαίους. Αυτό σήμαινε ότι η μόνη του ελπίδα για επιβίωση ήταν ο Τιγράνης, ο οποίος συμφώνησε να προσφέρει καταφύγιο στον πεθερό και φίλο του. Αλλά ο Μιθριδάτης χρειαζόταν ακόμη να πείσει τον Τιγράνη —του οποίου η αναδυόμενη Αρμενική Αυτοκρατορία συνιστούσε πλέον το πιο τρομερό προπύργιο της Ανατολής ενάντια στην ηγεμονία των Ρωμαίων— να τον βοηθήσει ν’ ανακτήσει το βασίλειό του στον Πόντο. Μια ανάσα μπροστά από τον διώκτη του, Λούκουλλο, ο Μιθριδάτης με 2.000 έφιππους πέρασαν τα σύνορα της Αρμενίας και στρατοπέδευσαν σ’ ένα από τα απομακρυσμένα κυνηγετικά καταλύματα του Τιγράνη.

Αρμενία_Τοπογραφικό ανάγλυφο wikipedia
Αρμενία_Τοπογραφικό ανάγλυφο wikipedia

Μάταια ο Άππιος, απεσταλμένος του Λούκουλλου, απαίτησε από τον Τιγράνη την παράδοση του φυγά κι εγκληματία πολέμου Μιθριδάτη στους Ρωμαίους. Δόλιοι οδηγοί του Τιγράνη υποσχέθηκαν να τον φέρουν σ’ επαφή με το βασιλέα στην Αντιόχεια της Συρίας όπου διέμενε τότε. Για μήνες χρησιμοποιούσαν ατέρμονες οδούς ωσότου φθάνοντας εκεί να διαταχθεί ν´ αναμένει τον ερχομό του Βασιλέα των Βασιλέων Τιγράνη, ο οποίος απουσίαζε απασχολημένος με την υπόταξη της Φοινίκης. Ο Άππιος περίμενε έναν ολόκληρο χρόνο στην Αντιόχεια.

Τελικά, ο Σαχανσάχ [Shahanshah βασιλέας των βασιλέων] Τιγράνης έφθασε μεγαλοπρεπώς πάνω σε λευκό άλογο με τέσσερις υποτελείς βασιλείς στο πλευρό του. Ο Άππιος κλήθηκε στη μεγάλη αίθουσα για την πρώτη δημόσια συνομιλία του Τιγράνη με κάποιον Ρωμαίο Λεγάτο. Διόλου εντυπωσιασμένος από το μεγαλείο, ο Άππιος παρέδωσε την επιστολή του Λούκουλλου και δίχως περιστροφές διατύπωσε την αποστολή του τελεσιγραφικά: «Ο Λούκουλλος, ιμπεράτορας του Ρωμαϊκού στρατού και έπαρχος της Ασίας, μ´ έστειλε ν’ αναλάβω την μεταφορά του Μιθριδάτη στη Ρώμη, ως φυλακισμένου που θα κοσμήσει το θρίαμβό μας. Παραδώστε τον Μιθριδάτη άμεσα, διαφορετικά η Ρώμη θα σας κηρύξει πόλεμο».

Την διπλωματική συναλλαγή περιέγραψε ο Πλούταρχος: «Ο Τιγράνης έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια ν´ ακούσει τον Άππιο διατηρώντας ευχάριστη έκφραση και βεβιασμένο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Ωστόσο, ο καθένας μπορούσε ν´ αντιληφθεί την οργή του. Απέρριψε το ουλτιμάτο: «Δεν θα παραδώσω τον Μιθριδάτη. Αν οι Ρωμαίοι αρχίσουν πόλεμο, ο βασιλεύς των βασιλέων θα υπερασπιστεί τον εαυτό του». Ο Τιγράνης παρέμεινε πιστός στο φίλο και σύμμαχό του, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι οι Ρωμαίοι δε θα τολμούσαν να διασχίσουν τον Ευφράτη επιτιθέμενοι στο βασίλειο του. Αλλά όταν ο Άππιος ενημέρωσε τον Λούκουλλο, ο Ρωμαίος διοικητής αισθάνθηκε υποχρεωμένος να δώσει συνέχεια στο απερίσκεπτο τελεσίγραφό του.

Ο πόλεμος εναντίον του Μιθριδάτη που είχε ξεκινήσει το 89 π.Χ. – και ο Λούκουλλος είχε δύο φορές ανακηρύξει ως τελειωμένο – τώρα ξαφνικά εξαπλωνόταν ανεξέλεγκτος. Ο Λούκουλλος βρέθηκε προσηλωμένος σ´ έναν απεριόριστο πόλεμο με το αχανές βασίλειο του Τιγράνη, τόπος άγνωστος για τους Ρωμαίους, ο οποίος εκτεινόταν από τα βουνά του Καυκάσου νότια προς την Ερυθρά Θάλασσα, περιλαμβάνοντας άγονες ερήμους και απροσπέλαστους ορεινούς όγκους από την Αντιόχεια ως τη Σελεύκεια, με ανείπωτες χιλιάδες νομάδων πολεμιστών από αμέτρητες πολεμοχαρείς φυλές – όπως αφηγείται ο Πλούταρχος – να τον υπερασπίζονται. Όταν πληροφορήθηκαν τις διαταγές προώθησης τους στο βασίλειο του Τιγράνη, οι στρατιώτες του Λούκουλλου βρέθηκαν στα πρόθυρα της εξέγερσης. Νωρίτερα, ο ίδιος, είχε εμπαίξει το φόβο που ενέπνεε στους άντρες του ο στρατός των βαρβάρων του Τιγράνη. Επιπλέον, όπως αμφότεροι Μιθριδάτης και Τιγράνης γνώριζαν, ο Λούκουλλος δρούσε χωρίς εξουσιοδότηση από τη Σύγκλητο, για επέκταση της εκστρατείας του εναντίον του Μιθριδάτη πέρα απ’ τον Ευφράτη. Ο Λούκουλλος ήταν σαφώς ο επιτιθέμενος σ´ αυτή την περίσταση.

Το Βασίλειο της Αρμενίας στη μέγιστη ακμή του κατά τη βασιλεία του Τιγράνη του Μέγα._wikipedia
Το Βασίλειο της Αρμενίας στη μέγιστη ακμή του κατά τη βασιλεία του Τιγράνη του Μέγα._wikipedia

Προέλασε στην Αρμενία με 12.000 στρατιώτες και περίπου 3.000 ιππείς, για ν’ αντιμετωπίσει τον Τιγράνη και να συλλάβει το Μιθριδάτη, του οποίου το κρησφύγετο στην περιοχή ήταν άγνωστο (Plutarch Lucullus 19-26; Memnon 31; Appian Mithradatic Wars 83-85). Κάποιες πηγές υποστηρίζουν ότι η δύναμη του Τιγράνη αριθμούσε 250.000 – 300.000 άντρες· ο Μέμνων δίνει 80.000 και ο Φλέγων (Τραλλιανός, απόσπασμα 12) 40.000 πεζικό και 30.000 ιππικό: στοιχεία ενδεχομένως πιο κοντά στους πραγματικούς αριθμούς κατά τη διάρκεια της μάχης έξω από τα Τιγρανόκερτα. Αναμφίβολα, ο στρατός του Τιγράνη ήταν τεράστιος και πιθανώς υπερδιπλάσιος των 30.000 του Λούκουλλου, οι αριθμοί δε, που οριοθετούν τη δύναμη των Ρωμαίων στις 15.000 με 20.000 άτομα, δεν αποκλείεται να ελαχιστοποιήθηκαν.

Ο Τιγράνης είχε διευθετήσει την παραμονή του Μιθριθάτη και της συνοδείας του στο κυνηγετικό του κατάλυμα, όπου κι έμειναν για 20 μήνες. Σύμφωνα με τον Μέμνωνα [βλ. Χείλων – Ιστορία της Ηράκλειας, μέρος β᾽ παρ.38] παρόλο που οι δύο σύμμαχοι δεν συναντήθηκαν εκείνο το διάστημα, ο Τιγράνης παρείχε στον Μιθριδάτη σωματοφυλακή και άλλες ενδείξεις φιλοξενίας. Εκεί, δύο χρόνια υπό την αιγίδα του Τιγράνη, ο Μιθριδάτης και οι σύμβουλοί του επινόησαν νέες τακτικές που έμελλε να καθορίσουν το υπόλοιπο του αγώνα ενάντια στη Ρώμη.

Στο παρελθόν, ο Μιθριδάτης είχε βασιστεί στην αριθμητική υπεροχή τυπικά στοιχισμένων οπλιτών σε σχηματισμούς φάλαγγας για μάχες εκ παρατάξεως σε πεδινά εδάφη. Σε αυτές που θ´ ακολουθούσαν, οι γρήγορες κι ευέλικτες επιθέσεις ιππικού, τεχνική ανορθόδοξου πολέμου που είχαν εξελίξει οι νομάδες σύμμαχοι του Τιγράνη, θα ήταν κρίσιμες. Εφεξής οι στρατηγικές κινήσεις του Μιθριδάτη θ´ αντανακλούσαν την πολιτική της διπλωματίας του: διερεύνηση αδυναμιών (του εχθρού), χειρουργικής ακρίβειας και ταχύτητας επεμβάσεις στο πεδίο της μάχης, που θα διαταράσσουν την ισορροπία των Ρωμαίων καθιστώντας τους αδύναμους ν’ αντεπιτεθούν. Αυτός και ο Τιγράνης θα έχαναν θεαματικά από τον Λούκουλλο, αλλά οι σύμμαχοι αντάρτες βασιλείς θα επανεμφανίζονταν στις ανατολικές περιοχές και θα επιτίθονταν κατά κύματα με φρέσκιες δυνάμεις, ένας τρόπος πολέμου που εξουθένωσε και προκάλεσε σύγχυση στους Ρωμαίους.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο και τον σύγχρονο βιογράφο του Λούκουλλου Arthur Keaveney, ο Τιγράνης προσέβαλε τον Μιθριδάτη στέλνοντάς τον να μείνει σ´ ένα απομακρυσμένο, αφιλόξενο περιβάλλον (Plutarch Lucullus 22; Appian 82; Memnon 38. Keaveney 1992, 99-104). Ωστόσο, ο Kurkjian (1958) και άλλοι, αρνούνται ότι ο Τιγράνης ήταν ψυχρός και αδιάφορος απέναντι στον Μιθριδάτη. Πράγματι, αρχαία στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι δύο σύμμαχοι έχαιραν αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού από την αρχή του συνασπισμού τους το 94 π.Χ. Αληθεύει ότι οι πολιτικές τους ήταν πολύ διαφορετικές.

Ο Τιγράνης στα εβδομήντα του πλέον, ήταν ο απόλυτος άρχοντας ο οποίος όμως γνώριζε ελάχιστα τη Ρωμαϊκή απειλή. Αντίθετα, ο 65χρονος Μιθριδάτης υιοθέτησε κάποιες Ελληνικές δημοκρατικές παραδόσεις και είχε ασχοληθεί με την Ρώμη για δεκαετίες. Αμφότεροι διέθεταν εξαιρετική φυσική αντοχή και πνευματική ζωτικότητα και έκαστος θεωρούσε ότι θεϊκά σημάδια του Μιθραϊσμού, κομήτες και προφητείες είχαν ευλογήσει την βασιλεία του. Παρά το ότι η αποδοχή του Ελληνικού πολιτισμού από τον Μιθριδάτη ήταν βαθύτερη από αυτή του Τιγράνη, μοιράστηκαν Περσικές πολιτισμικές επιρροές, αγάπη για το κυνήγι, ευρυμάθεια και μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς. Ένας ακόμη ισχυρός σύνδεσμος ήταν η Κλεοπάτρα, κόρη του Μιθριδάτη, εκλεκτή βασίλισσα και πνευματικός καθοδηγητής του Τιγράνη την οποία είχε ξεχωρίσει απ’ όλες τις παλλακίδες του.

Μιθριδάτης ΣΤ & Τιγράνης ΙΙ της Αρμενίας
Μιθριδάτης ΣΤ & Τιγράνης ΙΙ της Αρμενίας

Ο Τιγράνης ήταν αξιόπιστος στρατιωτικός σύμμαχος οποτεδήποτε κι αν τον χρειάστηκε ο Μιθριδάτης, αλλά ουδέποτε υπήρξε ενθουσιώδης, ή καλά ενημερωμένος για τους Μιθριδατικούς Πολέμους. Προτίμησε να χαράξει τη δική του αυτοκρατορία αρκετά μακριά από την προσοχή της Ρώμης. Το βασίλειο του Μιθριδάτη λειτούργησε σαν αποσβεστήρας για τον Τιγράνη, κρατώντας τους Ρωμαίους απασχολημένους στην Ανατολία. Φαίνεται να είναι σαφές ότι αντί να περιφρονήσει τον Μιθριδάτη ως φυγά του Λούκουλλου, ο Τιγράνης ήταν στην ευχάριστη θέση να μεριμνήσει μακρόθεν για την ασφάλεια και άνεση του Μιθριδάτη, δίχως να εγείρει την οργή των Ρωμαίων. Έπειτα ακολούθησε τις προσωπικές του αυτοκρατορικές επιταγές και τελικά μπήκε στο στόχαστρο των Ρωμαίων όταν ο απεσταλμένος τους, Άππιος, αγενώς μετέφερε την θρασύτατη απαίτηση του Λούκουλλου.

Το τελεσίγραφο αυτό προκάλεσε τον Τιγράνη να συναντηθεί αυτοπροσώπως με τον πεθερό του, τον οποίο προσκάλεσε στο παλάτι του, πιθανώς στα Τιγρανόκερτα. Οι δύο μονάρχες πέρασαν τρείς ημέρες απομονωμένοι. Δεν υπήρχαν ούτε μεταφραστές, ούτε μάρτυρες, αλλά βασιζόμενος σε προσωπικά έγγραφα που ανακαλύφθηκαν μετά το θάνατο του Μιθριδάτη, ο Πλούταρχος υπέθεσε ότι η συνομιλία τους αναλώθηκε στον καταλογισμό των ευθυνών για τις ήττες του Μιθριδάτη, σε άλλους. Σε απόδειξη του συλλογισμού του ο Πλούταρχος επεσήμανε την περίπτωση του ρήτορα-πολιτικού Μητρόδωρου, εκλεκτού του Μιθριδάτη, ο οποίος είχε αποσταλεί να ζητήσει βοήθεια από τον Τιγράνη. Στην τριήμερη ιδιωτική τους συνάντηση, ο Τιγράνης αποκάλυψε στο σύμμαχό του ότι ο Μητρόδωρος τον προέτρεψε να τιμήσει το αίτημα του Μιθριδάτη για ενίσχυση. Τότε ο Τιγράνης τον ρώτησε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι μια τέτοια βοήθεια θα ήταν συμφέρουσα για την Αρμενία.

Ο Μητρόδωρος είχε απαντήσει με ειλικρίνεια ότι η βοήθεια προς τον Μιθριδάτη μπορεί να μην προωθούσε τις φιλοδοξίες του Τιγράνη. Ο φιλόσοφος πέθανε μυστηριωδώς κατά την επάνοδό του στον Πόντο. Ο Πλούταρχος υπαινίσσεται ότι μπορεί να δολοφονήθηκε από τον Μιθριδάτη, ο οποίος χάρη στο αλάνθαστο ένστικτό του περί προδοσίας, είχε επιβιώσει για πάνω από μισόν αιώνα. Αντιθέτως, ο Τιγράνης ένοιωσε να τον βαραίνει το μερτικό του από την ευθύνη για το θάνατο του Μητρόδωρου (Plutarch Lucullus 22; Strabo 13.1.55; Memnon 38). Οι δύο μονάρχες προφανώς αντιπαρέβαλλαν τα στοιχεία που επιβεβαίωναν την αξιοπιστία τους, αλλά θα πρέπει επίσης να συνομίλησαν για την αποτελεσματικότητά τους στην πράξη σε επείγουσες καταστάσεις.

Γενναιόδωρα ο Τιγράνης δώρισε στο φίλο του απόσπασμα 10.000 επίλεκτων Αρμενίων ιππέων. Με αναπτερωμένο το ηθικό του ο Μιθριδάτης επέστρεψε στο κρησφύγετό του ώστε να προετοιμάσει την επιστροφή του στον Πόντο με νέο πεζικό και ιππικό. Ο Τιγράνης θεώρησε ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί κι αφιερώθηκε στα δικά του μελήματα. Υπέθεταν και οι δύο τους ότι ο πόλεμος του Μιθριδάτη με τη Ρώμη θα συνεχιζόταν στον Πόντο.

Αίφνης όμως κατέφθασε αγγελιοφόρος στα Τιγρανόκερτα προαναγγέλλοντας τον ερχομό των Ρωμαίων. Ο Τιγράνης εξοργίσθηκε από τη διακοπή και διέταξε τον αποκεφαλισμό του για διατάραξη της ειρήνης. Δικαίως θεώρησε ψευδή το συναγερμό ο Τιγράνης καθώς ήταν πεπεισμένος ότι ο Λούκουλλος δεν είχε εξουσιοδότηση να εισβάλλει στην Αρμενία. Λογικός συμπερασμός, αλλά ούτε ο Τιγράνης ούτε ο Μιθριδάτης γνώριζαν ότι ο Λούκουλλος ακολουθώντας πλέον την προσωπική του παράλογη ατζέντα, σκόπευε να επιτεθεί στην Αρμενία εξαιτίας της άρνησης του Τιγράνη να παραδώσει το Μιθριδάτη.

Μετά τη δολοφονία του διαγγέλου, ουδείς τόλμησε να πληροφορήσει το βασιλέα ότι ο Λούκουλλος πλησίαζε. Ασφαλής θα είναι επίσης η υπόθεση ότι κανείς δεν αναφέρθηκε στον μεγάλο σεισμό που είχε προσφάτως καταστρέψει αρκετές πόλεις στη Συρία. Μάντεις ψιθύριζαν ότι προοιωνιζόταν το τέλος της ηγεμονίας του Τιγράνη στη Συρία. Φεύγοντας από τα Τιγρανόκερτα, ο Τιγράνης στρατοπέδευσε, με τον πολυάριθμο στρατό του, στα βουνά του Ταύρου. Αντίθετα με τον σύμμαχό του, ο οποίος κατά κανόνα σε απειλητικές συνθήκες αναζητούσε την εγκυρότερη δυνατή πληροφόρηση, ο Τιγράνης επαναπαύθηκε στην άγνοιά του την ώρα που οι φλόγες του πολέμου τον περικύκλωναν
(Memon 38, Appian 82-84, Justin 40.2, quote from Plutarch Lucullus 22-24).

Ο Λούκουλλος, εν τω μεταξύ, διέταξε το διστακτικό του στράτευμα των 15.000 έως 20.000 αντρών να περάσει στην Αρμενία διασχίζοντας τον Ευφράτη. Στόχος του ήταν τα ημιτελή Τιγρανόκερτα, όπου ο Τιγράνης διατηρούσε το χαρέμι του και άλλους θησαυρούς. Ο Λούκουλλος πίστεψε ότι επιτιθέμενος εκεί θ’ ανάγκαζε τον Τιγράνη ν´ αποκαλυφθεί και να πολεμήσει. Μετά την ήττα του, όπως σκεφτόταν ο Λούκουλλος, ο βασιλέας της Αρμενίας θα παρέδιδε τον Μιθριδάτη και οι παρατεταμένοι Μιθριδατικοί Πόλεμοι επιτέλους θα τερματίζονταν.

Ένας θαρραλέος στρατηγός ονόματι Μιθροβαρζάνης, πληροφόρησε τον Τιγράνη για τη Ρωμαϊκή εισβολή και την επικείμενη απειλή για την πόλη του. Στο μεταξύ, ο Μιθριδάτης, ευρισκόμενος πάντα στο κυνηγετικό καταφύγιο, έμαθε για την αναπάντεχη εισβολή του Λούκουλλου από δικούς του πληροφοριοδότες. Ακύρωσε άμεσα τα σχέδιά του ν´ ανακτήσει το βασίλειό του στον Πόντο και γύρισε πίσω με το ιππικό του σε βοήθεια του Τιγράνη. Η ανατροπή των σχεδίων αποκαλύπτει την ένταση της φιλίας Τιγράνη και Μιθριδάτη. Πιθανώς ο τελευταίος να ενθουσιάστηκε με την ευκαιρία να τσακίσει τους Ρωμαίους επικουρούμενος από τον τεράστιο όγκο εφοδίων και την αριθμητική υπεροχή της δύναμης του Τιγράνη.

Ο Μιθριδάτης έστειλε κάμποσα επείγοντα γράμματα και μηνύματα απ’ ευθείας στον Τιγράνη, προσφέροντάς του πρακτικές συμβουλές προερχόμενες από τις παρελθούσες προσωπικές του αποτυχίες ενώ μαχόταν τους Ρωμαίους. Εξηγούσε τις νέες ιδέες που είχε για ν´ αντισταθεί στις καλά εξασκημένες λεγεώνες. Μην πολεμήσεις τους Ρωμαίους κατά μέτωπο. Καταπόνησε και περικύκλωσέ τους με το ιππικό σου. Αφάνισε την ύπαιθρο ώστε να τους καταβάλλεις με σύμμαχο την εξάντληση και την πείνα. Ο Μιθριδάτης έστειλε τον στρατηγό Ταξίλη να προηγηθεί των τμημάτων του Τιγράνη, με την ίδια συμβουλή, προτρέποντας τον Τιγράνη να παραμείνει στα μετόπισθεν και ν’ αποφύγει άμεση αναμέτρηση με τις Ρωμαϊκές λεγεώνες.

Ιστορική αναπαράσταση ενός κατάφρακτου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, με πλήρη φολιδωτή θωράκιση για το άλογο. Σημειώστε την εκτεταμένη αλυσωτή πανοπλία του αναβάτη.
Ιστορική αναπαράσταση ενός κατάφρακτου της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, με πλήρη φολιδωτή θωράκιση για το άλογο. Σημειώστε την εκτεταμένη αλυσωτή πανοπλία του αναβάτη.

Αλλά ο Τιγράνης αγνόησε τη σοφή συμβουλή του Μιθριδάτη και αποφάσισε να επιτεθεί μετωπικά στον Λούκουλλο, ποσώς παράλογη σκέψη δεδομένης της τεράστιας αριθμητικής υπεροχής του. Όφειλε ωστόσο να είχε υιοθετήσει τις συμβουλές ασφαλείας και τις γνώσεις του Μιθριδάτη περί των ρωμαϊκών μαχητικών ικανοτήτων. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο και τον Αππιανό, ο στρατός του Τιγράνη αριθμούσε περίπου 250.000 στρατιώτες συμπεριλαμβανομένων 20.000 νομάδων τοξοτών και χειριστών εκηβόλων όπλων καθώς και 55.000 εφίππους —17.000 εξ´ αυτών ήταν οι λεγόμενοι κατάφρακτοι, προστατευμένοι με μεταλλικές στολές και εξοπλισμένοι με μακριά δόρατα, ιππεύοντας μεγαλόσωμα Νισαία άλογα με σιδηρόφρακτες πανοπλίες.

Τα στρατιωτικά τμήματα ακολουθούσαν ορδές ξυλουργών, οδοποιών και γεφυροποιών, αχθοφόρων, ιπποκόμων, μαγείρων, προμηθευτών και οικογενειών, συνολικά 35.000 άνθρωποι. Η πελώρια αυτή δύναμη που συνδύαζε παραδοσιακούς οπλίτες κι αντάρτες πολεμιστές, διάφορες φυλές με παραδοσιακές ενδυμασίες, εξοπλισμό και εκατοντάδες διαλέκτους, προερχόταν από Αρμενία, Μηδία, Συρία, Κομμαγηνή, Γορδυηνή, Σοφηνή, Μεσοποταμία, Ατροπατηνή, Μαρδία, Αδιαβηνή, Αραβία, Παρθία και Βακτρία.

Ο Τιγράνης οδήγησε το στράτευμα από τα βουνά της οροσειράς του Ταύρου στα πολιορκημένα Τιγρανόκερτα. Έστειλε 6.000 νομάδες ιππείς μπροστά, να διασπάσουν τις γραμμές των Ρωμαίων μ᾽ ένα ευφυές κεραυνοβόλο χτύπημα κατάφεραν να φυγαδεύσουν τις γυναίκες του Τιγράνη, παιδιά και τιμαλφή. Στην κορυφή λόφου πάνω από τον Τίγρη, συντροφιά με τον Τιγράνη, τον μεγαλύτερο γιό του από την Κλεοπάτρα, κόρη του Μιθριδάτη, ο βασιλέας παρακολουθούσε τους Ρωμαίους στρατιώτες να πηγαινοέρχονται σα μυρμήγκια στο στρατόπεδό τους κατά μήκος του ποταμού. Οι στρατηγοί του από την Αρμενία, Μηδεία και Αδιαβηνή, συζητούσαν για τα αναμενόμενα λάφυρα ενώ ο Τιγράνης αστειευόταν: «Αν εκείνοι οι Ρωμαίοι ήρθαν ως πρεσβευτές, τότε είναι πάρα πολλοί. Αν πρόκειται για στρατό εισβολέων, είναι πάρα πολύ λίγοι!».

Ο Μιθριδάτης δεν είχε φθάσει ακόμη, αλλά οι πάντες περίμεναν από τον Λούκουλλο να συνεχίσει την επιφυλακτική τακτική που είχε ακολουθήσει στη Βιθυνία και τον Πόντο. Ουδείς περίμενε ότι θα προκαλούσε μάχη εναντίον τόσο ανώτερου αριθμητικά πλήθους (Plutarch Lucullus 25-29; Appian Mithradatic Wars 84-86; Memnon 38; Strabo 11.14.14-15). Αλλά η στρατηγική του Λούκουλλου δεν ήταν η αναμενόμενη από τον Μιθριδάτη και τον Τιγράνη. Σαφέστατα υπολειπόμενος της δύναμης του εχθρού, εξαπέλυσε κεραυνοβόλα επίθεση πλήττοντας τις βραδυκίνητες μάζες στρατιωτών του Τιγράνη. Η μάχη κατέληξε σε συντριπτική ήττα του βασιλέα, με φοβερές απώλειες και άτακτη αιματηρή υποχώρηση εν μέσω τρόμου και σύγχυσης. Ο Τιγράνης, συγκλονισμένος από την καταστροφή έσπευσε με το γιό και τους συνοδούς του στους πρόποδες της οροσειράς, απ’ όπου και διέφυγαν ακολουθώντας διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Λούκουλλος ισχυρίστηκε ότι σκοτώθηκαν περισσότεροι από 100.000 στρατιώτες και το μεγαλύτερο μέρος του αντίπαλου ιππικού, ενώ άλλοι διέφυγαν και αιχμαλωτίστηκαν. Ποτέ άλλοτε οι Ρωμαίοι δεν ήταν τόσο λιγότεροι και δεν είχαν κερδίσει τόσο αποφασιστικά κάτω από την αφόρητη πίεση τόσο δυσμενών συνθηκών (Plutarch Lucullus 28; Appian Mithradatic Wars 85).

Το ποικιλότροπα διευρυμένο στράτευμα του Τιγράνη – ανασύρει μνήμες της μεγαλειώδους πολυεθνικής δύναμης που οδήγησε ο Πέρσης βασιλέας Ξέρξης εναντίον των Ελλήνων το 480 π.Χ – ήταν εντυπωσιακά αποτελεσματικό σε όλες τις μέχρι τότε κατακτήσεις του. Όπως αποδείχθηκε ωστόσο, χώλαινε σε θέματα επιμελητείας, διοίκησης και ελέγχου. Ο Τιγράνης ήταν απροετοίμαστος και παγιδεύτηκε από την στρατηγική κεραυνοβόλου πολέμου6 (blitzkrieg – Μπλίτσκριγκ) του Λούκουλλου και τις πειθαρχημένες λεγεώνες. Όμως παρά τη μεγάλη αυτή νίκη, ο στρατηγός των Ρωμαίων απέτυχε να συλλάβει κάποιον από τους δύο εχθρούς του, ούτε μπόρεσε να εμποδίσει τη φυγή τους σε αχαρτογράφητες περιοχές νομάδων όπου συγκέντρωσαν νέα στρατεύματα.

Ενώ η μάχη μαινόταν, ο Μιθριδάτης πλησίαζε την κοιλάδα του Τίγρη με 12.000 ιππείς μη γνωρίζοντας περί της καταστροφής στα Τιγρανόκερτα, της οποίας η εικόνα άρχισε να του φανερώνεται όσο συναντούσε στο δρόμο του φυγάδες επιζήσαντες της μάχης. Αυτή τη ζοφερή στιγμή, έχοντας επιβιώσει από τόσες προσωπικές συμφορές και με την ελπίδα ανάκτησης του βασιλείου του στον Πόντο να φθίνει, θα περίμενε κάποιος από τον Μιθριδάτη να επικρίνει τον Τιγράνη επειδή δεν ακολούθησε τη συμβουλή του και να νοιαστεί μόνο για τη διάσωσή του. Όμως, όπως καταδεικνύει ο Πλούταρχος, αποκαλυπτικό του χαρακτήρα του Μιθριδάτη και της ισχυρής συμμαχίας τους, αντί να εγκαταλείψει τον Τιγράνη, συνέχισε την ορεινή πορεία του σε αναζήτηση του καλού του φίλου.

Κάποτε τον απάντησε, αλλόφρονα και μόνο· αγκαλιάστηκαν, του προσέφερε το άλογό του και κατευθύνθηκαν πίσω στα Αρτάξατα με τον Μιθριδάτη να του συμπαραστέκεται και να τον εμψυχώνει. Με κάποιο τρόπο, ο Μιθριδάτης ήταν σε θέση να πείσει τον Τιγράνη ότι μπορούσαν ακόμη να εκπληρώσουν τα μεγαλειώδη – και τώρα ακόμη πιο στενά περιπλεγμένα – πεπρωμένα τους. Η έκβαση της μάχης θα πρέπει να έπεισε τον Μιθριδάτη ότι η νέα έμμεση τακτική του ήταν ο μόνος τρόπος ν’ αντισταθεί στους Ρωμαίους (Plutarch Lucullus 29; Memnon 38; Appian Mithradatic Wars 87). Αντιμέτωποι με αυτές τις ολέθριες απώλειες, οι δύο φυγάδες αλλά ακατάβλητοι βασιλείς, κατέστρωσαν σχέδια για συγκρότηση νέου στρατού. Σε αναγνώριση της σοφίας και εμπειρίας του φίλου του, ο Τιγράνης όρισε τον Μιθριδάτη διοικητή και στρατηγό της νέας συνδυασμένης δύναμής τους.

Αφού λεηλάτησε και ισοπέδωσε τα Τιγρανόκερτα, ο Λούκουλλος ριψοκινδύνευσε να επιχειρήσει στη Γορδυηνή, αλλά έχασε πολλούς στρατιώτες σε ενέδρες των συμμάχων του Τιγράνη, έφιππους τοξότες οι οποίοι χτυπούσαν και χάνονταν στους λόφους. Ο Λούκουλλος υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει στον Τίγρη, με τους στρατιώτες του να διαμαρτύρονται έντονα για τις κακουχίες από τον καιρό που Μιθριδάτης και Τιγράνης είχαν διαφύγει. Με του κύρος του να εξανεμίζεται, ο Λούκουλλος κατάφερε να πείσει τον εαυτό του ότι είχε ήδη εξουδετερώσει τους δύο βασιλείς και τώρα οραματιζόταν την κατατρόπωση της Παρθίας, ασθενούς συμμάχου τους.

Εν τω μεταξύ στην Αρμενία, το 69 π.Χ., Μιθριδάτης και Τιγράνης είχαν αφοσιωθεί δυναμικά στη συνάθροιση νέας δύναμης, στρατολογώντας πολεμιστές από την Αρμενία και πολεμοχαρείς φυλές από τις περιοχές της Κολχίδας, της Καυκασίας και τις στέπες πέρα από την Κασπία Θάλασσα. Ο Μιθριδάτης, ως ανώτατος άρχων, επέλεξε προσωπικά 70.000 Αρμενίους να εκπαιδευτούν ως πεζικάριοι. Ο υπόλοιπος πληθυσμός τάχθηκε στην κατασκευή θωρακίσεων και οπλισμού. Ο Τιγράνης συμφώνησε με την στρατηγική του Μιθριδάτη, παραγγέλλοντας στον στρατηγό Ταξίλη να μοιράσει τους στρατιώτες σε τάγματα (Ρωμαϊκού τύπου κοόρτεις) εκπαιδεύοντάς τους στις πολεμικές τακτικές των αντιπάλων, κάτι που θα χρησίμευε στην εκδίωξή τους από τον Πόντο. Μιθριδάτης και Τιγράνης υπολόγιζαν επίσης στις συνεχείς μετακινήσεις ευέλικτων πολεμικών σχηματισμών στην Αρμενία και στ’ ανατολικά του Πόντου, όπου το ιππικό του Λούκουλλου θα παρεμποδίζονταν από τα τραχιά άγνωστα εδάφη. Επιστράτευσαν εξαιρετικά μεγάλη δύναμη ιππικού, 35.000 εφίππων ανδρών και γυναικών από την Καυκασία (ανάμεσα στη Μαύρη και την Κασπία θάλασσα) και παραπέρα. Αυτό το ελαφρά οπλισμένο ευκίνητο ιππικό συνιστούσε τον πυρήνα του νέου στρατεύματος των Μιθριδάτη και Τιγράνη.

Οι βασιλείς αποθήκευσαν μεγάλες ποσότητες σιτηρών κι έστειλαν πρεσβείες τους στην Παρθία αιτούμενοι χρήματα και στρατιώτες. Μια από τις προσωπικές επιστολές του Μιθριδάτη προς τον Πάρθο βασιλέα, διασώθηκε απ’ τον Ρωμαίο ιστορικό Σαλλούστιο. Το αν πρόκειται για πραγματική φρασεολογία του Μιθριδάτη στο μήνυμα, διχάζει τους ιστορικούς αλλά ο απόηχος του γράμματος του 69 π.Χ. αντηχεί την πειστική διπλωματία του Μιθριδάτη (Letter to Arsaces of Parthia, Sallust Histories 4.69 Maurenbrecher). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μιθριδάτης διατηρούσε επικοινωνία με την Παρθία. Πρόσωπα της βασιλείας των Πάρθων είχαν τιμητικά αναπαρασταθεί νωρίτερα στο μνημείο του Μιθριδάτη στη Δήλο.

Η αυτοκρατορία του Τιγράνη _wikipedia

Το μήνυμα είναι ευλογοφανές, η γλώσσα ανήκει στο ύφος του Μιθριδάτη και φαίνεται να είναι αυθεντικό ή βασισμένο σε άλλες αυθεντικές επιστολές και λόγους του (Plutarch Lucullus 30.1-2). Έγραψε ο Μιθριδάτης «Έχετε μεγάλα αποθέματα ανθρωπίνου δυναμικού, όπλων και χρυσού. Αναπόφευκτα η Ρώμη θα σας κηρύξει πόλεμο για να τ´ αποκτήσει. Αναρωτηθείτε, αν ο Τιγράνης κι εγώ ηττηθούμε, θα είστε στην πραγματικότητα περισσότερο ικανοί να τους αντισταθείτε; Συμπράξτε μαζί μας, όσο το βασίλειο του Τιγράνη παραμένει ακέραιο κι εγώ διατηρώ στράτευμα εκπαιδευμένο στις εχθροπραξίες με τους Ρωμαίους. Εφόσον αποστείλετε βοήθεια προς εμάς τώρα, ο Τιγράνης κι εγώ μπορούμε να κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο σε βάρος των στρατευμάτων μας, μακριά απ’ τα σύνορά σας και χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, απώλειες ή κίνδυνο στο μέρος της Παρθίας». Στην εισαγωγή του, προσπαθούσε να πείσει τους Πάρθους ότι η Ρώμη συνιστούσε σοβαρή απειλή και ότι η βοήθειά προς τους δύο βασιλείς, ήταν προς το συμφέρον τους. Τελικώς ωστόσο, ο βασιλέας της Παρθίας διαπραγματεύθηκε με τους δύο ομολόγους του καθώς και με τον Λούκουλλο, αλλά δεν βοήθησε κανέναν.

Το 68 π.Χ., ο Λούκουλλος ανέλαβε να ολοκληρώσει τον αρχικό του στόχο, να συλλάβει τον Μιθριδάτη, προστατευόμενο του Τιγράνη. Οι στρατιώτες του Λούκουλλου τελικά συμφώνησαν να κινηθούν εναντίον της έδρας του Τιγράνη στα Αρτάξατα, την Καρχηδόνα της Αρμενίας. Στην πορεία τους στα υψίπεδα και τα βουνά ωστόσο, οι Ρωμαίοι βρέθηκαν χωρίς τροφή κι εφόδια, αδιαλείπτως παρενοχλούμενοι συνάμα από τοξότες συμμάχους του Τιγράνη. Ο Λούκουλλος βρισκόταν σταθερά κάτω από πυρά δίχως να είναι σε θέση να τ´ ανταποδώσει· οι άντρες του, ένα βήμα από την ανταρσία. Στο τέλος, ωστόσο, ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης μαρτύρησε την προσέγγιση των Τιγράνη και Μιθριδάτη. Οι δύο φυγάδες στρατηγοί εμφανίστηκαν πλαισιωμένοι με ιππικό από την Ατροπατηνή, οδηγώντας μεγαλειώδες στράτευμα και ίσως ήταν αυτός ο λόγος που ο Λούκουλλος κατελήφθη ξαφνικά από φόβο. Αποπειράθηκε να χτυπήσει πλευρικά τους Ατροπατηνούς, αλλά τόσο αυτοί όσο και το τεράστιο στράτευμα, εξαφανίστηκαν στις πλαγιές αντί να αντιπαρατεθούν μετωπικά με τους Ρωμαίους (Plutarch Lucullus 31; Ammianus Marcellinus 31.2.8).

Πράγματι, ο Λούκουλλος στάθηκε αδύνατον να εμπλακεί με τους Τιγράνη και Μιθριδάτη, οι οποίοι συνεχώς αποσύρονταν προκαλώντας να τους ακολουθήσει. Όσο οι αψιμαχίες διαδέχονταν η μία την άλλη, τόσο αναδυόταν η έλλειψη αποφασιστικότητας. Ο Λούκουλλος και ο στρατός του παρασύρθηκαν στα ενδότερα αφιλόξενα οροπέδια της Αρμενίας. Ο Πλούταρχος, ο Αππιανός και άλλοι αρχαίοι (και σύγχρονοι) ιστορικοί επέκριναν την χαμηλή πολεμική απόδοση του Μιθριδάτη, του Τιγράνη και του στρατού των βαρβάρων τους, μεμφόμενοι τις συνεχείς δραπετεύσεις τους από το πεδίο της μάχης και την άρνησή τους ν᾽ αντιμετωπίσουν ευθέως τους Ρωμαίους. Ο Αππιανός, για παράδειγμα, παρατήρησε ότι ο Λούκουλλος όλο εκείνο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο δεν μπόρεσε να σύρει σε μάχη τον Μιθριδάτη.

Ο Πλούταρχος υποστήριξε ακόμη ότι η επονείδιστη φυγή του Μιθριδάτη οφειλόταν στο ότι δεν μπορούσε ν᾽ αντέξει τις κραυγές και την οχλοβοή της μάχης. Οι βάρβαροι πολεμιστές δεν διέπρεψαν στις εχθροπραξίες, συνεχίζει ο Πλούταρχος. Ακόμη και σε μικρή αψιμαχία με το Ρωμαϊκό ιππικό θα διαλύονταν δεξιά κι αριστερά πριν την προώθηση του πεζικού. Γορδυηνοί και Ατροπατηνοί εξόργιζαν τον εχθρό καλπάζοντας συνεχώς μακριά, αντί να εμπλακούν με τις τάξεις των Ρωμαίων. Το κυνηγητό ήταν διαρκές κι εξουθενωτικό. Οι Ρωμαίοι, συμπεραίνει ο Πλούταρχος, ξεθεώθηκαν. Όμως, όπως έχει ήδη καταδειχθεί, αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο των Μιθριδάτη και Τιγράνη (Mayor 2009, 306-309).

Αρχαίοι αλλά και κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί, όπως και ο Λούκουλλος, απέτυχαν να κατανοήσουν τις νέες τακτικές μάχης που είχαν υιοθετήσει οι Μιθριδάτης και Τιγράνης, χρησιμοποιώντας ασύμμετρη τεχνική η οποία επέφερε αμηχανία στους Ρωμαίους. Οι βασιλείς, άνοιγαν δρόμο σε συμπαγή τμήματα, απέφευγαν κάθε άμεση σύγκρουση κι έστρεφαν την μαχητική ορμή του εχθρού μέσα στις ίδιες του τις τάξεις, όπως οι πολέμαρχοι των πολεμικών τεχνών Ζεν. Η απόγνωση των Ρωμαίων γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη κι ο Λούκουλλος δεν είχε ιδέα που κρυβόταν ο εχθρός, ή πότε θα επιτίθετο ξανά (Plutarch Lucullus 31.5-8; Appian Mithradatic Wars 88). Περί το 67 π.Χ, Μιθριδάτης και Τιγράνης είχαν καταπονήσει και μπερδέψει τον Λούκουλλο, ο οποίος πλέον δεν μπορούσε να επιβληθεί στους στασιαστές στρατιώτες του και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην Νίσιβι.

Ο Μιθριδάτης είχε πλέον την ευκαιρία ν´ ανακτήσει το βασίλειό του στον Πόντο. Ο σύμμαχός του, θα εμφανιζόταν αργότερα ανακαταλαμβάνοντας την Καππαδοκία. Το 67 π.Χ, ο Μιθριδάτης ηγήθηκε στρατεύματος ενάντια στις δύο Ρωμαϊκές λεγεώνες που κατείχαν τον Πόντο και απέσπασε μεγάλη νίκη στη Ζέλα, αναλαμβάνοντας και πάλι το βασίλειό του. Μετά τη μάχη, ο Λούκουλλος έφθασε τελικά στον Πόντο, αλλά ο Μιθριδάτης είχε ήδη αποσυρθεί, απρόσιτος για μια ακόμη φορά. Βρισκόταν στη δυτική Αρμενία για να συναντήσει τον Τιγράνη ο οποίος έφερνε στρατό σε εξασφάλιση του βασιλείου του Μιθριδάτη. Ο Λούκουλλος διέταξε το στρατό του να προωθηθεί στο μέρος όπου θ᾽ συναντώταν οι δύο μεγάλες δυνάμεις, ελπίζοντας να νικήσει αμφότερους τους φυγάδες βασιλείς μια για πάντα. Όμως το αντάρτικο είχε εξαπλωθεί στις λεγεώνες του. Ο Λούκουλλος παρακολουθούσε αδύναμος τον Τιγράνη Β´ τον Μέγα να προελαύνει στην Καππαδοκία και να την καταλαμβάνει για τρίτη φορά από την εποχή που ξεκίνησαν οι Μιθριδατικοί Πόλεμοι. Ο Τιγράνης επέστρεψε στα Αρτάξατα, ενώ ο Μιθριδάτης ανασυγκροτήθηκε στα σύνορα του Πόντου με την Αρμενία.

Στη Ρώμη, ο Λούκουλλος κατηγορήθηκε για σπατάλη χρόνου, χρημάτων, ανθρώπων και την παράταση του πολέμου σε όφελός του. Οι Ρωμαίοι αξιωματικοί παρακολούθησαν την κατάρρευση της αποστολής, που ο Σύλλας δεν κατάφερε να ολοκληρώσει και ο Λούκουλλος ενώ είχε ισχυρισθεί το αντίθετο, τελικά απέτυχε. Ο στρατηγός απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και ανακλήθηκε στη Ρώμη. Ήταν η σειρά του Πομπήιου ν´ αναλάβει την ολοκλήρωση του Τρίτου Μιθριδατικού Πολέμου, αλλά η άφιξή του στην Ανατολία καθυστέρησε μέχρι το 66 π.Χ., εξαιτίας του πολέμου με τους πειρατές που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο.

Το 66 π.Χ. ο Πομπήιος ο Μέγας βρισκόταν καθ’ οδόν προς τον Πόντο με μεγάλο στρατό και ναυτικό, εξουσιοδοτημένος να πολεμήσει εναντίον των Μιθριδάτη και Τιγράνη, έχοντας επιπλέον συνάψει συμμαχία με τον βασιλέα της Παρθίας. Οι δράσεις του Μιθριδάτη, εκείνη την εποχή, φαίνεται ν’ απέβλεπαν στο να παρασύρει τον Πομπήιο βαθύτερα στο άγνωστο, τραχύ έδαφος ανάμεσα στον Πόντο και την Αρμενία, όπως έπραξε μαζί με τον Τιγράνη στην περίπτωση του Λούκουλλου. Όταν ο Πομπήιος βρέθηκε σε θέση μάχης με τον Μιθριδάτη, εκείνος αρνήθηκε να πολεμήσει μετωπικά. Τουναντίον απλά απόδιωχνε τους Ρωμαίους με το ιππικό του και στη συνέχεια εξαφανιζόταν στην πυκνή βλάστηση των βουνών στ’ ανατολικά του Πόντου. Είχε στρατοπεδεύσει σ´ ένα ορεινό προπύργιο το οποίο έμοιαζε απροσπέλαστο. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, ωστόσο, ο Πομπήιος με την ευκαιρία κάποιας πανσελήνου εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση κι έκαμψε ολοκληρωτικά την αντίσταση του Μιθριδάτη σ᾽ εκείνη την αποφασιστική μάχη. Ως εκ θαύματος, ο βασιλέας διέφυγε συνοδεία 2.000 – 3.000 επιζώντων του ιππικού του. Κινήθηκαν ανατολικά πάνω στα βουνά και διασχίζοντας τις πηγές του Ευφράτη πέρασαν στην Αρμενία, όπου ο Μιθριδάτης έστειλε αγγελιαφόρο να ζητήσει και πάλι καταφύγιο από τον Τιγράνη.

Ο Τιγράνης περιστοιχιζόμενος από τέσσερεις βασιλείς_wikipedia
Ο Τιγράνης περιστοιχιζόμενος από τέσσερεις βασιλείς_wikipedia

Όμως, η μακρά φιλία και συμμαχία μεταξύ Πόντου και Αρμενίας είχε ξεθωριάσει και μοιραία αποδυναμωθεί από τις ολέθριες απώλειες που υπέστη ο Μιθριδάτης στον Πόντο από τον Πομπήιο το 66 π.Χ. Η Κλεοπάτρα, βασίλισσα του Τιγράνη, εκλιπάρησε το σύζυγό της να βοηθήσει τον πατέρα της, αλλά αυτός, πολύ ανήσυχος σχετικά με τα’ αντίποινα των Ρωμαίων, αρνήθηκε να συνδράμει τον Μιθριδάτη για μία ακόμη φορά στην Αρμενία. Στην πραγματικότητα ο Τιγράνης είχε επικηρύξει τον φίλο του από τα παλιά, πιθανώς για να εντυπωσιάσει και να πείσει τους Ρωμαίους ότι είχε διακόψει τις σχέσεις του με τον Μιθριδάτη. Προσέφερε ανταμοιβή μόλις 100 τάλαντα για τη σύλληψή του, γελοιωδώς μηδαμινή για κάποιον τόσο πλούσιο μονάρχη. Τα πενιχρά λύτρα ίσως φανερώνουν ότι ο Τιγράνης ήταν απρόθυμος να βλάψει τις πιθανότητες να διαφύγει και πάλι ο Μιθριδάτης τη σύλληψη από τους Ρωμαίους (Plutarch Pompey 32.9; Dio Cassius 36.50).

Δίχως το απάγκιο της Αρμενίας, ο Μιθριδάτης επινόησε ένα τολμηρό σχέδιο να κρυφτεί για το φθινόπωρο και το χειμώνα στη δυσπρόσιτη βόρεια ακτή της Κολχίδος (σημερινή Δημοκρατία της Γεωργίας). Το 66 προς 65 π.Χ., αυτός και όσοι επιζήσαντες τον ακολουθούσαν, διέσχισαν επιτυχώς το τρομερό εμπόδιο των βουνών του Καυκάσου. Περνώντας από τον ποταμό Ντον και την Σκυθία, προσέγγισαν το Παντικάπαιο, στο δικό του βασίλειο του Βοσπόρου, που κυβερνούσε ο γιός του, Μαχάρης, ο οποίος αυτοκτόνησε με τον ερχομό του. Ο Μιθριδάτης έστησε το στρατηγείο του εκεί και σχεδίαζε να συνεχίσει τον πόλεμό του ενάντια στη Ρώμη.

Δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Τιγράνης γνώριζε την αξιοθαύμαστη επιβίωση και το κατόρθωμα του περάσματός του στην Κριμαία. Στο μεταξύ ο Πομπήιος είχε χάσει εντελώς τα ίχνη του θηράματός του στους πρόποδες του Καυκάσου. Θεωρώντας τον Μιθριδάτη νεκρό, ο Πομπήιος αποφάσισε, διασχίζοντας την περιοχή του Μικρού Καυκάσου να περάσει στη βόρεια Αρμενία, σκοπεύοντας να επιτεθεί στο προπύργιο του Τιγράνη στα Αρτάξατα. Οι άντρες του Πομπήιου υπέφεραν από την δίψα και τις ενέδρες εξαιτίας των οδηγών τους, Αλβανοί και Ίβηρες αιχμάλωτοι πολέμου φιλικοί προς τον Μιθριδάτη και τον Τιγράνη, οι οποίοι τους παραπλανούσαν εσκεμμένα (Dio Cassius 37.3. Strabo 11.3.5).

Καθώς ο Πομπήιος πλησίαζε στα Αρτάξατα, ο 75χρονος τότε Τιγράνης παραδόθηκε, έχοντας χάσει την διάθεση να πολεμήσει. Ο γιός του, Τιγράνης, εγγονός του Μιθριδάτη, είχε επαναστατήσει και συμμαχήσει με τον Φραάτη της Παρθίας, βοηθώντας τους Ρωμαίους. Ο Τιγράνης μπορούσε να υποθέσει ότι ο φίλος του είχε τελικά νικηθεί κι ενδεχομένως ο παγωμένος Καύκασος να είχε γίνει ο τάφος του. Έτσι, το 66 π.Χ αποδέχθηκε τους όρους του Πομπήιου, με αντάλλαγμα 6.000 ταλάντων και την παράδοση της Μεσοποταμίας, Συρίας και Φοινίκης, με τις οποίες εξιλεωνόταν για την προώθηση του πολέμου βοηθώντας τον Μιθριδάτη.

Στον Θρίαμβο του Πομπηίου για τον εορτασμό των επιτυχών δράσεων στην Ανατολία (61 π.Χ) πλήθος αιχμαλώτων (324 τον αριθμό) παρέλασαν στη Ρώμη κι ανάμεσά τους κάποια απ’ τα παιδιά και η αδελφή του Μιθριδάτη, η οποία είχε συλληφθεί στο Βασίλειο του Βοσπόρου. Αλλά μόλις δυο ευμεγέθη αγάλματα του Μιθριδάτη έπρεπε να στηθούν, για τον πραγματικά αδάμαστο βασιλέα του Πόντου, Μιθριδάτη τον Μέγα και τον πλέον αμείλικτο εχθρό της Ρώμης, επειδή είχε διαφύγει τη σύλληψη για τελευταία φορά, αυτοκτονώντας το 63 π.Χ. Στη θέση του Τιγράνη του Μέγα, ασφαλής τώρα στο θρόνο του στα Αρτάξατα, παρευρέθη ο γιός του Τιγράνης ο Νεότερος (εγγονός του Μιθριδάτη) και η Ζωσίμη, παλλακίδα του Τιγράνη. Υπήρχαν εκατοντάδες άμαξες φορτωμένες αμύθητους θησαυρούς από τις λεηλασίες των πλούσιων πόλεων του Τιγράνη και του Μιθριδάτη. Ο Τιγράνης ο Νεότερος θανατώθηκε μετά την παρέλαση και οι υπόλοιποι κρατούμενοι επέστρεψαν στις πατρίδες τους με εντολή του Πομπήιου.

Καύχημα του Πομπήιου η περάτωση του έργου στο οποίο Σύλλας και Λούκουλλος είχαν αποτύχει, αξιώνοντας συνάμα τα εύσημα για το θάνατο του Μιθριδάτη. Η επιγραφή αφιερωμένη στα λάφυρα του πολέμου του Πομπήιου, έγραφε ότι τερμάτισε τον τριακονταετή πόλεμο, έδιωξε, διέλυσε, έσφαξε ή αιχμαλώτισε 12.183.000 ανθρώπους, βύθισε 846 πλοία και υπέταξε τις περιοχές από τη Θάλασσα του Αζόφ έως την Ερυθρά Θάλασσα. Υπερηφανευόταν για την αποκατάσταση της κυριαρχίας του Ρωμαϊκού λαού στη θάλασσα, τους θριάμβους του σε Ασία, Πόντο, Αρμενία, Παφλαγονία, Καππαδοκία, Κιλικία, Συρία, καθώς και επί των βασιλέων Μιθριδάτη και Τιγράνη (Appian Mithradatic Wars 116-17; Josephus Jewish War 1.6.6 and Antiquities 14.3; Plutarch Pompey 44-45; Pliny 7.26 ).

Μετά τους εορτασμούς, ο Τιγράνης εξακολούθησε να κυβερνά την Αρμενία ως Φίλος της Ρώμης μέχρι το θάνατό του το 55 π.Χ. σε ηλικία 85 ετών. Ξεπέρασε σε μακροζωία τον καλό του σύμμαχο Μιθριδάτη τον Μέγα του Πόντου, ο οποίος αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια εξέγερσης του γιού του, Φαρνάκη, στο Παντικάπαιο το 63 π.Χ. Για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Πόντος και Αρμενία δεν ήσαν πλέον αυτόνομα κράτη με ανεξάρτητες εξωτερικές πολιτικές.

Παραπομπές

1. Αχούρα Μάζδα (Ωρομάσδης): Περσική θεότητα, που εκπροσωπούσε το αγαθό πνεύμα και ενσάρκωνε την αγνότητα, την ωραιότητα, τη σοφία και τη δύναμη. Ο Ωρομάσδης. είναι η πηγή του φωτός και ο κριτής του κόσμου. Περιβάλλεται από αρχαγγέλους του πνεύματος, των στοιχείων της φωτιάς, των μετάλλων, του νερού, των φυτών, των εμβίων όντων και του θηλυκού πνεύματος της γης. Βρίσκεται σε συνεχή αγώνα και διαρκή πάλη με το πονηρό πνεύμα Αριμάν. Σε αυτόν τον αγώνα ο Ωρομάσδης είναι νικητής._Academic Dictionaries and Encyclopedias

2. Μίθρας: Αρχαία θεότητα των Αρίων. Η Ινδική (βεδική) θρησκεία τον κατέταξε μεταξύ των σπουδαιότερων θεών του πανθέου της, ενώ στην Περσία, ο ζωροαστρισμός μεταξύ των δαιμόνων. Με την πάροδο του χρόνου όμως ο ζωροαστρισμός τον δέχτηκε ως υπέρτατο άγιο (γιαζάτα), στον οποίο «ο Άχουρα Μάζντα (Ωρομάσδης) ανέθεσε την εποπτεία του κόσμου». Πολύ γρήγορα, όμως, λόγω και μερικών αρχικών ουρανικών χαρακτήρων, ο Μίθρας ταυτίστηκε με τον Ήλιο που «εποπτεύει του κόσμου» από τον ουρανό. Ο Μίθρας απέκτησε εξάλλου τον χαρακτήρα «σωτήρα», προστάτη της ανθρωπότητας, που φρόντιζε για τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων και μετά τον θάνατο τους συνόδευε στο τελευταίο ταξίδι. Η νέα μορφή του θεού ξεπέρασε τα όρια της Μαζδαϊκής θρησκείας και με την Περσική διασπορά διαδόθηκε στον Ελληνορωμαϊκό κόσμο ως αυτόνομη θεότητα, γύρω από την οποία δημιουργήθηκε μια νέα θρησκευτική μορφή, τα μυστήρια του Μίθρα. Εδώ ο Μίθρας πήρε την ονομασία του «αήττητου Ηλίου» και τιμήθηκε ως δημιουργός, ή συντηρητής της τάξης του κόσμου, ύστερα από τον φόνο ενός κοσμικού ταύρου από τον οποίο προήλθε το αγαθό μέρος της φυσικής και ανθρώπινης πραγματικότητας. Ο φόνος του ταύρου (ταυροκτονία), που απεικονίζεται συχνά στα Μιθραϊκά μνημεία, αποτελούσε επίσημη θυσία κατά τη λατρεία του θεού. _Academic Dictionaries and Encyclopedias.

3. Με τον όρο «μάγος» τουλάχιστον κατά τον 6ο αι. π.Χ. χαρακτηρίζονταν οι ακόλουθοι του Ζωροαστρισμού ή του Ζωροάστρη.

4. Marek Jan Olbrycht – University of Rzeszów, Ancient History and Oriental Studies, Faculty member

5. Είναι μία ποικιλία χαλκηδόνιου (χαλαζία). Δημιουργείται από διαδοχικά στρώματα χαλκηδόνιου, που το καθένα έχει διαφορετικό χρώμα. Έτσι κάνοντας μία τομή στον αχάτη, βλέπουμε τις λεπτές παράλληλες καμπύλες γραμμές των στρωμάτων του. Κατά τον Θεόφραστο, οι Έλληνες έδωσαν το όνομα σ’ αυτό το ορυκτό, από τον ποταμό Αχάτη (σήμερα Drilio) της Σικελίας όπου τον εύρισκαν. Είναι πολύ διαδεδομένο ορυκτό, και το συναντάμε σε όλα σχεδόν τα χρώματα. Συνήθως βρίσκεται σε αδιάφανη μορφή. Ο Πλίνιος ανέφερε πολλές κατηγορίες αχάτη με διάφορα ονόματα, ιασπαχάτης, αιματαχάτης, κηραχάτης, σμαραγδαχάτης, δενδραχάτης και λευκαχάτης._jewelpedia.com

6. Επονομάστηκε έτσι επειδή περιλάμβανε αιφνιδιαστικές επιθέσεις, ταχύτατες προωθήσεις δυνάμεων στην εχθρική περιοχή με συντονισμένη ισχυρή υποστήριξη που κτυπούσαν και αιφνιδίαζαν τον εχθρό όπως ακριβώς θα έκανε ένας κεραυνός. _wikipedia
Βιβλιογραφία

Arslan, Murat. 2007. Mithradates VI Eupator: Roma’nin Buyuk Dusmani. Istanbul: Odin.

Brosius, Maria. 2006. The Persians: An Introduction. London: Taylor & Francis.

Eder, W., and J. Renger, eds. 2007. Brill’s New Pauly: Chronologies of the Ancient World. Leiden: Brill.

Erciyas, Deniz Burcu. 2006. Wealth Aristocracy and Royal Propaganda under the Hellenistic Kingdom of the Mithradatids. Leiden: Brill.

Hojte, Jakob Munk, ed. 2009. Mithridates VI and the Pontic Kingdom. Aarhus, Denmark: Aarhus University Press.

Keaveney, Arthur. 1992. Lucullus: A Life. London: Routledge.

Kurkjian, Vahan M. 1958. A History of Armenia. N.p.: Armenian General Benevolent Society of America, rpt 2008, IndoEuropean Pub.

Manandyan, Hakob. 2007. Tigranes II and Rome: A New Interpretation Based on Primary Sources. Trans. G. Bournoutian. Costa Mesa, CA: Mazda.

Mayor, Adrienne. 2010. The Poison King: The Life and Legend of Mithradates, Rome’s Deadliest Enemy. Princeton: Princeton University Press. Turkish translation, forthcoming, Kultur Yayinlari.

McGing, Brian. 1986. The Foreign Policy of Mithridates VI Eupator, King of Pontus. Leiden: Brill.

Olbrycht, Marek Jan. 2009. «Mithridates VI Eupator and Iran.» In Hojte 2009, pp 163-90.

Tezcan, Mehmet. 2007. «Pontos Kralligi.» In The Pontos Question from the Beginning to the Present, ed. V. Usta. Serander. pp 77-108.

Traina, Giusto. Forthcoming. History of Armenia.

Advertisements

2 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η Βααγκ λέει:

    Σας συγχαίρω για την πραγματικά ιστορική επαγγελματική και γεμάτη πληροφορίες δημοσίευση!

    Μου αρέσει!

    1. Ο/Η Πυθεύς λέει:

      Σας ευχαριστούμε.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s