Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιουν. 1919)

στις

εξώφυλλο: Εξώφυλλο μιας δημοσίευσης της Συνθήκης των Βερσαλλιών στα Αγγλικά. Το κείμενο αναφέρει: Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΜΜΑΧΩΝ & ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, Το πρωτόκολλο που προσαρτάται σε αυτό, σχετικά με τη συμφωνία για τον σεβασμό της στρατιωτικής κατοχής των εδαφών του Ρήνου ΚΑΙ Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΕΤΑΞΥ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ Βοήθεια στη Γαλλία σε περίπτωση απρόκλητης επίθεσης από τη Γερμανία. Υπογράφηκε στις Βερσαλλίες, 28 Ιουνίου 1919.  Auckland War Memorial Museum Tāmaki Paenga Hira, Public domain, via Wikimedia Commons

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών που υπογράφηκε στις 28 Ιουνίου 1919, ως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε μια διαρκή ειρήνη τιμωρώντας τη Γερμανία και δημιουργώντας την Κοινωνία των Εθνών για την επίλυση διπλωματικών προβλημάτων. Αντίθετα, κληροδότησε μια σειρά πολιτικών και γεωγραφικών προβλημάτων τα οποία συνέβαλλαν στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι επικεφαλής του Συμβουλίου των Τεσσάρων (Αγγλία – Ιταλία – Γαλλία – ΗΠΑ) στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, 27 Μαΐου 1919. Από αριστερά προς τα δεξιά: Ντέιβιντ Λόυντ Τζόρτζ, Βιττόριο Ορλάντο, Ζόρζ Κλεμανσώ, Γούντροου Ουίλσον. Edward N. Jackson (US Army Signal Corps), Public domain, via Wikimedia Commons

Ιστορικό

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν τέσσερα χρόνια, όταν στις 11 Νοεμβρίου 1918, η Γερμανία και οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανακωχή. Οι Σύμμαχοι συναντήθηκαν για να συζητήσουν τη συνθήκη ειρήνης, αλλά δεν προσκλήθηκαν η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία, στις οποίες επετράπη να παρουσιάσουν μόνο την άποψή τους, η οποία σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκε. Αντίθετα, οι όροι συντάχθηκαν κυρίως από τους λεγόμενους Τρείς Μεγάλους: τον Βρετανό πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, τον Γάλλο πρωθυπουργό Ζώρζ Κλεμανσώ και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον. Να σημειωθεί ότι αρχικά οι μεγάλοι ήταν τέσσερεις αλλά η Ιταλία με τον Βιττόριο Ορλάντο, αποχώρησε.

Τελετή υπογραφής στην αίθουσα των κατόπτρων, στις Βερσαλλίες William Orpen, Public domain, via Wikimedia Commons

Τρείς Μεγάλοι

Οι Τρείς Μεγάλοι είχαν διαφορετικές επιθυμίες:

Ο Γούντροου Ουίλσον ήθελε δίκαιη και διαρκή ειρήνη και είχε εκπονήσει ένα σχέδιο 14 σημείων. Ήθελε να μειωθούν οι ένοπλες δυνάμεις όλων των εθνών, όχι μόνο των ηττημένων και να δημιουργηθεί η Κοινωνία των Εθνών για να διασφαλίσει την ειρήνη.

Ο Ζώρζ Κλεμανσώ ήθελε η Γερμανία να πληρώσει ακριβά για τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των εδαφών, της βιομηχανίας και των ενόπλων δυνάμεών της. Ήθελε επίσης βαριές αποζημιώσεις.

Ο Λόιντ Τζορτζ επηρεάστηκε από την κοινή γνώμη στη Βρετανία, η οποία συμφωνούσε με τον Κλεμανσώ, ενώ ο ίδιος συμφωνούσε με τον Γουίλσον.

Το αποτέλεσμα ήταν μια συνθήκη που προσπάθησε να επιτύχει συμβιβασμούς και πολλές από τις λεπτομέρειες μεταβιβάστηκαν σε ασυντόνιστες υποεπιτροπές, οι οποίες νόμιζαν ότι συνέτασσαν αρχικό σχέδιο και όχι την τελική διατύπωση. Το αποτέλεσμα ήταν μια σχεδόν ατελέσφορη συνθήκη. Ζητούσαν από τη Γερμανία τη δυνατότητα αποπληρωμής δανείων και χρεών με μετρητά και αγαθά αλλά και την αποκατάσταση της πανευρωπαϊκής οικονομίας. Η συνθήκη έπρεπε να περιέχει εδαφικά αιτήματα – πολλά από τα οποία περιλαμβάνονταν σε μυστικές συνθήκες – αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει την αυτοδιάθεση και να αντιμετωπίζει τον αυξανόμενο εθνικισμό. Έπρεπε επίσης να εξαλείψει τη Γερμανική απειλή, αλλά χωρίς να ταπεινώσει το έθνος αποφεύγοντας την εκδίκηση – και όλα αυτά κατευνάζοντας τους ψηφοφόρους.

Τελικές Γερμανικές εδαφικές απώλειες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. User:52 Pickup, CC BY-SA 2.5 via Wikimedia Commons

Βασικοί όροι

Οι βασικότεροι όροι της συνθήκης ανά κατηγορία ήταν οι παρακάτω:

Εδάφη

Η Αλσατία-Λωρραίνη, που καταλήφθηκε από τη Γερμανία το 1870 και ήταν στόχος των επιτιθέμενων Γαλλικών δυνάμεων το 1914, επιστράφηκε στη Γαλλία.

Το Σάαρ, ένα σημαντικό Γερμανικό ανθρακωρυχείο, επρόκειτο να δοθεί στη Γαλλία για 15 χρόνια και κατόπιν μετά από δημοψήφισμα θα αποφασιζόταν η ιδιοκτησία.

Η Πολωνία έγινε ανεξάρτητη χώρα με «πρόσβαση προς τη θάλασσα» μέσω διαδρόμου που χώριζε τη Γερμανία στα δύο.

Το Ντάντσιχ, ένα σημαντικό λιμάνι στην Ανατολική Πρωσία (Γερμανία) επρόκειτο να τεθεί υπό διεθνή κυριαρχία.

Όλες οι Γερμανικές και Τουρκικές αποικίες αφαιρέθηκαν και τέθηκαν υπό συμμαχικό έλεγχο.

Η Φινλανδία, η Λιθουανία, η Λετονία και η Τσεχοσλοβακία ανεξαρτητοποιήθηκαν.

Η Αυστροουγγαρία διασπάστηκε και δημιουργήθηκε η Γιουγκοσλαβία.

 

Εργάτες παροπλίζουν βαρύ όπλο, για να συμμορφωθούν με τη συνθήκη Bundesarchiv, Bild 146-1972-081-03 / CC-BY-SA 3.0, CC BY-SA 3.0 DE via Wikimedia Commons

Οπλισμός

Η αριστερή όχθη του Ρήνου προβλεπόταν να καταληφθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις και η δεξιά όχθη να αποστρατιωτικοποιηθεί.

Ο Γερμανικός στρατός μειώθηκε σε 100.000 άνδρες.

Τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο έπρεπε να καταστραφούν.

Το Γερμανικό Ναυτικό μειώθηκε σε 36 πλοία επιφανείας και κανένα υποβρύχιο.

Στη Γερμανία απαγορεύτηκε να έχει Πολεμική Αεροπορία.

Απαγορεύτηκε η Άνσλους (ένωση) μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας.

Αποζημιώσεις και ενοχή

Στη ρήτρα «πολεμικής ενοχής», η Γερμανία έπρεπε να αναλάβει την πλήρη ευθύνη.

Η Γερμανία έπρεπε να πληρώσει 6.600 εκατομμύρια λίρες ως αποζημίωση.

Διεθνείς οργανισμοί

Συστήνεται η Κοινωνία των Εθνών για να αποτρέψει περαιτέρω παγκόσμιες συγκρούσεις.

Αποτελέσματα

Η Γερμανία έχασε το 13 % των εδαφών, το 12 % του πληθυσμού, το 48% των πόρων σιδήρου, το 15 % της γεωργικής της παραγωγής και το 10 % του άνθρακα. Είναι κατανοητό ότι η Γερμανική κοινή γνώμη σύντομα στράφηκε εναντίον αυτής της εντολής (υπαγόρευσε την ειρήνη) ενώ οι Γερμανοί που την υπέγραψαν ονομάστηκαν «Εγκληματίες του Νοεμβρίου». Η Βρετανία και η Γαλλία θεώρησαν ότι η συνθήκη ήταν δίκαιη – στην πραγματικότητα ήθελαν να επιβληθούν σκληρότεροι όροι στους Γερμανούς – αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να την επικυρώσουν επειδή δεν ήθελαν να είναι μέρος της Κοινωνίας των Εθνών.

Ο χάρτης της Ευρώπης επανασχεδιάστηκε με προβλήματα που παραμένουν μέχρι σήμερα, ειδικά στα Βαλκάνια.

Πολλές χώρες έμειναν με μεγάλες μειονοτικές ομάδες. Μόνο στην Τσεχοσλοβακία υπήρχαν 3.500.000 Γερμανοί.

Η Κοινωνία των Εθνών μοιραία αποδυναμώθηκε χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον στρατό της να επιβάλλει αποφάσεις.

Πολλοί Γερμανοί ένιωσαν άδικη μεταχείριση. Εξάλλου, μόλις είχαν υπογράψει ανακωχή και όχι μονομερή παράδοση και οι Σύμμαχοι δεν είχαν εισχωρήσει βαθιά στη Γερμανία.

Διαδήλωση κατά της συνθήκης μπροστά από το Ράιχσταγκ Public domain, via Wikimedia Commons

Καταστρατήγηση

Η εν λόγω συνθήκη από την εφαρμογή της, παρά τη σοβαρότητά της ως συνθήκη ειρήνης, κατέστη μία από τις χαρακτηριστικότερες παγκοσμίως. Καμία άλλη συνθήκη ή απλό διπλωματικό έγγραφο στον κόσμο δεν υπέστη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τόσες μεταβολές, αναθεωρήσεις αλλά και αλλοιώσεις όσο αυτή.

Συγκεκριμένα το Ι μέρος αυτής μεταβλήθηκε λίγο αργότερα από τους Συμμάχους (Αντάντ), προκειμένου να καταστεί δυνατή η είσοδος της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών. Ακολούθως το V μέρος καταργήθηκε μονομερώς από τη Γερμανία όταν ως κράτος – μέλος της ΚτΕ άρχισε τον επανεξοπλισμό της. Το VΙΙ μέρος ουδέποτε εφαρμόσθηκε σε όλη του την έκταση, όπως συνέβη και στη περίπτωση του Κάιζερ Γουλιέμου Β’ όπου δεν καταδικάστηκε. Το VIII μέρος περί επανορθώσεων εγκαταλείφθηκε από τους ίδιους τους συμμάχους. Τα δε Χ και ΧΙ μέρη της συνθήκης που αφορούσαν οικονομικούς όρους και αεροπλοΐα μετά από αρκετές αναθεωρήσεις – μεταβολές τελικά καταργήθηκαν στη μεγαλύτερη έκτασή τους από κοινού με τους συμμάχους. Το ΧΙΙ μέρος καταγγέλθηκε από τη Γερμανία (μέλος της ΚτΕ) χωρίς καμία αντίδραση. Το XIV μέρος περί εγγυήσεων εγκαταλείφθηκε εξ αρχής από τους Συμμάχους προς εξασφάλιση του εμπορίου.

Διευκρινίζεται ότι απ’ όλες τις παραπάνω καταστρατηγήσεις μόνο όσα αφορούσαν τα V και ΧΙΙ μέρη καταγγέλθηκαν από τη Γερμανία, όλες οι άλλες μεταβολές έγιναν με σιωπηρή παραχώρηση των Συμμάχων πριν την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία. Έτσι, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Αδόλφο Χίτλερ και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα το 1933, στις 16 Μαρτίου 1935 εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αυξανόταν στις 36 μεραρχίες. Ήταν η πρώτη σαφέστατη καταστρατήγηση της Συνθήκης, χωρίς να υπάρξει καμία διαμαρτυρία από την άλλη πλευρά (στα πλαίσια της «Πολιτικής του Κατευνασμού»). Χαρακτηριστικά, το Αμερικανικό περιοδικό Έθνος/The Nation στο τεύχος της 16 Μαρτίου 1935 είχε άρθρο με τίτλο «Η διάλυση της Συνθήκης των Βερσαλλιών» (The Liquidation of Versailles). Η Ναζιστική προπαγάνδα εξέδωσε το φυλλάδιο Βερσαλλίες υπό διάλυση/Versailles in Liquidation, με το οποίο προσπαθούσε να αιτιολογήσει την καταστρατήγηση της Συνθήκης από τη Γερμανία κατά τα μέρη V και ΧΙΙ.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν το 1938 να ισχύουν μόνο τα ΙΙ, ΙΙΙ και IV μέρη αυτής που αφορούσαν εδαφικές διαρρυθμίσεις του 1919. Ακολούθως με την ενσωμάτωση της Αυστρίας, τη λεγόμενη Άνσλους τον Μάρτιο του 1938, κατά παράβαση του άρθρου 80 δεν υπήρξε αντίδραση. Ομοίως και όταν διανεμήθηκε η Τσεχοσλοβακία κατά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους δεν υπήρξε ουσιώδης αντίδραση. Τελικά όταν η Γερμανία, ένα χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 1939 κατέλαβε τη Μοραβία και τη Βοημία, κατά παράβαση του άρθρου 81 και με την κατάληψη του Μέμελ τον ίδιο μήνα, κατά παράβαση του άρθρου 99, είχε πλέον ανατρέψει όλη την πολιτική κατάσταση και σύνθεση της κεντρικής ανατολικής Ευρώπης όπως είχε διαμορφωθεί από τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Το τελευταίο βήμα ήταν η πλήρης ανατροπή της συνθήκης την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 με την κήρυξη του πολέμου κατά της Πολωνίας, οπότε και σημειώνεται η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Αδόλφος Χίτλερ αναγγέλλει την Άνσλους κατά παράβαση του άρθρου 80 στην πλατεία Έλντενπλατς, Βιέννη, 15 Μαρτίου 1938 Bundesarchiv, Bild 183-1987-0922-500 / CC-BY-SA 3.0, CC BY-SA 3.0 DE via Wikimedia Commons

Σύγχρονες εκτιμήσεις

Οι σύγχρονοι ιστορικοί μερικές φορές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η συνθήκη ήταν επιεικέστερη από ό, τι θα περίμενε κανείς και όχι άδικη. Υποστηρίζουν ότι, παρότι δεν απέτρεψε άλλο πόλεμο, αυτό οφειλόταν περισσότερο στα τεράστια ρήγματα στην Ευρώπη που απέτυχε να λύσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και υποστηρίζουν ότι η συνθήκη θα είχε λειτουργήσει αν την είχαν επιβάλει τα συμμαχικά έθνη, αντί να απέχουν και να αντιμάχονται το ένα το άλλο. Σπάνια βρίσκεται κάποιος σύγχρονος ιστορικός να συμφωνεί ότι η συνθήκη προκάλεσε αποκλειστικά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και σαφώς απέτυχε στο να αποτρέψει έναν ακόμη μεγάλο πόλεμο.

Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ο Αδόλφος Χίτλερ μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τέλεια τη συνθήκη για να συγκεντρώσει υποστηρικτές, απευθύνοντας έκκληση σε στρατιώτες που ένιωθαν εξαπατημένοι και εκμεταλλευόμενος την οργή για τους Εγκληματίες του Νοεμβρίου, υποσχόμενος να ξεπεράσει τις Βερσαλλίες.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές των Βερσαλλιών αντιπαραθέτουν τη Συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ που επέβαλε η Γερμανία στη Σοβιετική Ρωσία, παίρνοντας τεράστιες εκτάσεις γης, πληθυσμού και πλούτου επισημαίνοντας ότι δεν ήταν λιγότερο άπληστη. Το αν το ένα λάθος δικαιολογεί το άλλο εξαρτάται φυσικά από την οπτική γωνία του αναγνώστη.

Πηγές

https://www.thoughtco.com/the-treaty-of-versailles-an-overview-1221958

https://en.wikipedia.org/wiki/Treaty_of_Versailles

Πλήρες Κείμενο της Συνθήκης (Αγγλικά)

Το έργο με τίτλο Συνθήκη των Βερσαλλιών από τον δημιουργό Χείλων διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές