Πόλεμος των Φώκλαντ (2 Απρ. 1982 – 14 Ιουν. 1982)

στις

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Ο Πόλεμος των Φώκλαντ, επίσης γνωστός ως Κρίση των Φώκλαντ ήταν σύγκρουση δέκα εβδομάδων μεταξύ Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου με αντικείμενο δύο Βρετανικά υπερπόντια εδάφη στον Νότιο Ατλαντικό: τα Νησιά Φώκλαντ και τις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς. Ξεκίνησε την Παρασκευή 2 Απριλίου 1982 όταν η Αργεντινή εισέβαλε και κατέλαβε αρχικά τις Νήσους Φώκλαντ και την επόμενη ημέρα τις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς. Στις 5 Απριλίου, η Βρετανική κυβέρνηση απέστειλε ναυτική δύναμη για να εμπλακεί με το Ναυτικό της Αργεντινής και την Πολεμική Αεροπορία πριν πραγματοποιήσει αποβατική επίθεση στα νησιά. Η σύγκρουση διάρκεσε 74 ημέρες και έληξε με την παράδοση της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1982, επιστρέφοντας τα νησιά υπό Βρετανικό έλεγχο. Κατά τις εχθροπραξίες σκοτώθηκαν 649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και τρεις κάτοικοι των Φώκλαντ.

ΛεοπόλντοΓκαλτιέρι & Μάργκαρετ Θάτσερ

Προοίμιο και εισβολή

Το 1965, τα Ηνωμένα Έθνη κάλεσαν την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο να καταλήξουν σε διευθέτηση της διαφοράς κυριαρχίας. Το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας του Ηνωμένου Βασιλείου/Foreign and Commonwealth Office (FCO) θεώρησε τα νησιά εμπόδιο στο εμπόριο του Ηνωμένου Βασιλείου στη Νότια Αμερική, οπότε ενώ ήταν πεπεισμένο για τη Βρετανική κυριαρχία, ήταν έτοιμο να εκχωρήσει τα νησιά στην Αργεντινή. Όταν το 1968 μαθεύτηκε η πρόταση αλλαγής κυριαρχίας, παράγοντες που συντάσσονταν με τη θέση των νησιωτών συγκρότησαν κοινοβουλευτικό λόμπι για να ματαιώσει τα σχέδια του FCO. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν, αλλά δεν κατάφεραν να σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο· Οι νησιώτες από τη μία πλευρά αρνούνταν να αποδεχθούν την κυριαρχία της Αργεντινής, ενώ από την άλλη η Αργεντινή δεν συμβιβαζόταν με την κυριαρχία. Στη συνέχεια, το FCO επιδίωξε να καταστήσει τα νησιά εξαρτώμενα από την Αργεντινή, ελπίζοντας ότι αυτό θα έκανε τους νησιώτες πιο δεκτικούς στην κυριαρχία της Αργεντινής. Η Συμφωνία Επικοινωνίας που υπογράφηκε το 1971 προέβλεπε ίδρυση αεροπορικής εταιρείας και αργότερα η YPF, η Αργεντίνικη πετρελαϊκή εταιρεία, απέκτησε το μονοπώλιο στα νησιά.

Το 1980, ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Νίκολας Ρίντλεϊ, μετέβη στα Φώκλαντς προσπαθώντας να αναλύσει στους νησιώτες τα οφέλη ενός σχεδίου εκμίσθωσης, αλλά συνάντησε την έντονη αντίθεση τους. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1980, ανέφερε στο κοινοβούλιο, αλλά δέχθηκε άγρια επίθεση σε αυτό που θεωρήθηκε ξεπούλημα. Σημειώνεται ότι ήταν απίθανο να επιτύχει η εκμίσθωση, δεδομένου ότι οι Βρετανοί είχαν επιδιώξει μακροχρόνια μίσθωση 99 ετών, ενώ η Αργεντινή ασκούσε πιέσεις για πολύ μικρότερη περίοδο μόλις 10 ετών. Σε μια συνεδρίαση της επιτροπής εκείνο το βράδυ, αναφέρθηκε ότι ο Ρίντλεϊ φώναξε: «Αν δεν κάνουμε κάτι, θα εισβάλουν. Και δεν θα μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

Αρχές του 1982, ο Αργεντινός πρόεδρος Λεοπόλντο Γκαλτιέρι, επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας, ενέκρινε την εισβολή στα νησιά Φώκλαντ. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε για να αποσπάσει την προσοχή μακριά από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα οικονομικά ζητήματα στο εσωτερικό, ενισχύοντας την εθνική υπερηφάνεια και υλοποιώντας τη μακροχρόνια διεκδίκηση κυριαρχίας στα νησιά. Μετά από επεισόδιο μεταξύ Βρετανικών και Αργεντινών δυνάμεων στο νησί της Νότιας Γεωργίας, οι δυνάμεις της Αργεντινής αποβιβάστηκαν στα Φώκλαντς στις 2 Απριλίου. Η μικρή φρουρά των βασιλικών πεζοναυτών αντιστάθηκε, αλλά μέχρι τις 4 Απριλίου οι Αργεντινοί είχαν καταλάβει την πρωτεύουσα Πόρτ Στάνλεϊ. Στρατεύματα της Αργεντινής αποβιβάστηκαν επίσης στη Νότια Γεωργία και σύντομα ασφάλισαν το νησί.

Αποστάσεις από τις Βρετανικές αεροπορικές βάσεις στα Φώκλαντ Department of History, United States Military Academy, Public domain, via Wikimedia Commons

Βρετανική αντίδραση

Μετά την αποτυχημένη άσκηση διπλωματικών πιέσεων κατά της Αργεντινής, η Πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ διέταξε τη συγκρότηση ναυτικής τακτικής δύναμης για την ανακατάληψη των νησιών. Μετά την ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 3 Απριλίου συγκροτήθηκε Πολεμικό Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο συνεδρίασε τρεις ημέρες αργότερα. Υπό τη διοίκηση του Ναυάρχου Σερ Τζον Φίλντχαουζ, η τακτική δύναμη αποτελούνταν από αρκετά τμήματα, εκ των οποίων το μεγαλύτερο επικεντρώθηκε στα αεροπλανοφόρα HMS Ερμής/Hermes και HMS
Αήττητος/Invincible. Με επικεφαλής τον υποναύαρχο Σερ Τζόρτζ Φόρστερ Γούντγουορντ, η δύναμη περιλάμβανε μαχητικά Sea Harrier που θα παρείχαν αεροπορική κάλυψη για τον στόλο. Στα μέσα Απριλίου, ο Φίλντχαουζ ξεκίνησε να κινείται νότια, με μεγάλο στόλο δεξαμενόπλοιων και φορτηγών πλοίων για τον εφοδιασμό του στόλου, ενώ διάνυσε πάνω από 8.000 μίλια από τη βάση του. Συνολικά την τακτική δύναμη αποτελούσαν 127 πλοία συμπεριλαμβανομένων 43 πολεμικών, 22 βοηθητικών του Βασιλικού Στόλου και 62 εμπορικών.

Στρατηγικό βομβαρδιστικό RAF Avro Vulcan B.Mk.2 Sgt. David S. Nolan, US Air Force, Public domain, via Wikimedia Commons

Πρώτες αψιμαχίες

Καθώς ο Βρετανικός στόλος έπλεε νότια προς το Νησί της Ανάληψης, άνωθεν ίπταντο Boeing 707 της Πολεμικής Αεροπορίας της Αργεντινής. Στις 25 Απριλίου, οι Βρετανικές δυνάμεις βύθισαν το υποβρύχιο Σάντα Φε κοντά στη Νότια Γεωργία λίγο πριν τα στρατεύματα υπό την ηγεσία του ταγματάρχη Γκάι Σέρινταν των πεζοναυτών ελευθερώσουν το νησί. Πέντε ημέρες αργότερα, οι επιχειρήσεις εναντίον των Φώκλαντ ξεκίνησαν με επιδρομές από βομβαρδιστικά Βούλκαν/Vulcan της RAF που απογειώνονταν από την Ανάληψη, τα οποία έπληξαν τον διάδρομο στο Πορτ Στάνλεϊ και εγκαταστάσεις ραντάρ. Την ίδια μέρα αφη Χάριερ επιτέθηκαν σε διάφορους στόχους και κατέρριψαν τρία αεροσκάφη της Αργεντινής. Δεδομένου ότι ο διάδρομος στο Πόρτ Στάνλεϊ ήταν ακατάλληλος για τα σύγχρονα μαχητικά, η Πολεμική Αεροπορία της Αργεντινής αναγκάστηκε να απογειώνεται από την ηπειρωτική χώρα, γεγονός που τους έφερε σε μειονεκτική θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Το ARA General Belgrano βυθίζεται Martín Sgut (1951 – 2010), Public domain, via Wikimedia Commons

Ναυμαχίες

Ενώ έπλεε δυτικά των Φώκλαντ στις 2 Μαΐου, το υποβρύχιο HMS Κατακτητής/Conqueror εντόπισε το ελαφρύ καταδρομικό ARA Στρατηγός Μπελγκράνο/General Belgrano. Ο Κατακτητής πυροδότησε τρεις τορπίλες, χτυπώντας δύο φορές το Μπελγκράνο με αποτέλεσμα να βυθιστεί. Αυτή η επίθεση ανάγκασε τον στόλο της Αργεντινής, συμπεριλαμβανομένου του αεροπλανοφόρου ARA Βεϊντισίνκο ντε Μάγιο/Veinticinco de Mayo, να παραμείνει στο λιμάνι για το υπόλοιπο του πολέμου. Δύο ημέρες αργότερα οι Αργεντινοί πήραν την εκδίκησή τους όταν ένας πύραυλος Εξοσέτ/Exocet, που εκτοξεύτηκε από μαχητικό Σούπερ Ετεντάρ/Super Étendard, χτύπησε το αντιτορπιλικό HMS Σέφιλντ/Sheffield προκαλώντας πυρκαγιά. Το πλοίο χτυπήθηκε στο κέντρο και η έκρηξη έπληξε τον κεντρικό αγωγό ύδατος υψηλής πίεσης, με αποτέλεσμα να αχρηστευτεί το σύστημα πυρόσβεσης και το πλοίο να εγκαταλειφθεί. Η βύθιση του Μπελγκράνο στοίχισε τη ζωή σε 323 Αργεντινούς, ενώ η επίθεση στο Σέφιλντ είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 20 Βρετανών.

Απόβαση στο Σαν Κάρλος Γουότερ

Τη νύχτα της 21ης Μαΐου, Βρετανική Αμφίβια Ομάδα Κρούσης υπό τη διοίκηση του Αρχιπλοίαρχου Μάικλ Κλαπ μετακινήθηκε στο Φώκλαντ Σάουντ και άρχισε να αποβιβάζει δυνάμεις στο Σαν Κάρλος Γουότερ στη βορειοδυτική ακτή του Ανατολικού Φώκλαντ. Είχε προηγηθεί επιδρομή της Ειδικής Αεροπορικής Υπηρεσίας (Special Air Service/SAS) στο κοντινό αεροδρόμιο της νήσου Πίμπλ. Συνολικά στάλθηκαν περίπου 4.000 άνδρες, υπό τη διοίκηση του ταξίαρχου Τζούλιαν Τόμπσον. Κατά τη διάρκεια της επόμενης εβδομάδας, τα πλοία που υποστήριξαν τις αποβάσεις προσγειώσεις επλήγησαν σκληρά από αεροσκάφη της Αργεντινής. Τα πλοία HMS Άρντεντ/Ardent (22 Μαΐου) HMS Αντιλόπη/Antelope (24 Μαΐου) και HMS Κόβεντρι/Coventry (25 Μαΐου) δέχθηκαν σοβαρά πλήγματα και βυθίστηκαν, όπως και το MV Ατλαντικός Μεταφορέας/Atlantic Conveyor (25 Μαΐου) με φορτίο ελικοπτέρων και προμηθειών.

Το HMS Αντιλόπη/Antelope HMS Antelope καπνίζει μετά από χτύπημα Dmgerrard Later version was touched up by Hohum at en.wikipedia., Public domain, via Wikimedia Commons

Ο Τόμπσον άρχισε να κατευθύνει τους άνδρες του νότια, σχεδιάζοντας να ασφαλίσει τη δυτική πλευρά του νησιού πριν κινηθεί ανατολικά προς το Πορτ Στάνλεϊ. Στις 27/28 Μαΐου, 600 άνδρες υπό τον αντισυνταγματάρχη Χέρμπερτ Τζόουνς αντιμετώπισαν πάνω από 1.000 Αργεντινούς γύρω από το Ντάργουιν και το Γκους Γκριν, αναγκάζοντάς τους τελικά να παραδοθούν. Ο Τζόουνς σκοτώθηκε λίγο αργότερα ενώ ηγείτο κρίσιμης επίθεσης και μεταθανάτια τιμήθηκε με τον Βικτωριανό Σταυρό. Λίγες μέρες αργότερα, Βρετανοί κομάντος νίκησαν Αργεντινούς κομάντος στο όρος Κεντ. Στις αρχές Ιουνίου, έφθασαν άλλοι 5.000 Βρετανοί στρατιώτες και η διοίκηση ανατέθηκε στον Υποστράτηγο Τζέρεμι Μουρ. Κατά την αποβίβαση των εν λόγω στρατευμάτων στο Μπλάφ Κόουβ και Φιτζρόι, τα αρματαγωγά RFA Σερ Τρίστραμ/Sir Tristram και RFA Σερ Γκάλαχαντ/Sir Galahad, άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας 56 Αργεντινούς.

Αργεντινοί αιχμάλωτοι πολέμου στο Πορτ Στάνλεϊ Ken Griffiths, Public domain, via Wikimedia Commons

Κατάληψη του Πορτ Στάνλεϊ

Αφού εδραίωσε τη θέση του, ο Μουρ άρχισε την επίθεση στο Πορτ Στάνλεϊ. Βρετανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν ταυτόχρονες επιθέσεις γύρω από την πόλη τη νύχτα της 11ης Ιουνίου και μετά από σκληρές μάχες, κατάφεραν να επιτύχουν τους στόχους τους. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν δύο νύχτες αργότερα και οι Βρετανικές μονάδες κατέλαβαν τις τελευταίες φυσικές γραμμές άμυνας της πόλης στο Γουάιρλες Ρίτζ και στο όρος Τάμπλνταουν. Περικυκλωμένος στην ξηρά και αποκλεισμένος στη θάλασσα, ο στρατηγός Μάριο Μενέντεζ/Mario Menéndez, συνειδητοποίησε ότι η κατάστασή του ήταν απελπιστική και παραδόθηκε μαζί με τους 9.800 άνδρες του στις 14 Ιουνίου, τερματίζοντας οριστικά τη σύγκρουση.

Συνέπειες και απώλειες

Αυτός ο σύντομος πόλεμος είχε πολλές συνέπειες για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, εκτός από τις σημαντικές απώλειες σε πλοία και αεροσκάφη, όσον αφορά στις στρατιωτικές δυνάμεις των αντιμαχόμενων πλευρών.

Στην Αργεντινή, η ήττα οδήγησε στην απομάκρυνση του Γκαλτιέρι τρεις ημέρες μετά την πτώση του Πορτ Στάνλεϊ, η πτώση του οποίου σήμανε το τέλος της στρατιωτικής χούντας που κυβερνούσε τη χώρα και άνοιξε το δρόμο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Για τη Βρετανία, η νίκη έδωσε την απαραίτητη ώθηση στην εθνική αυτοπεποίθηση, επιβεβαίωσε τη διεθνή θέση της και εξασφάλισε τη νίκη της κυβέρνησης Θάτσερ στις εκλογές του 1983.

Οι νησιώτες το 1983 ανέκτησαν πλήρως τη Βρετανική υπηκοότητα, ενώ το επίπεδο διαβίωσης βελτιώθηκε από επενδύσεις που έκανε το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τον πόλεμο και την απελευθέρωση των οικονομικών μέτρων που είχαν σταματήσει υπό το φόβο αντίδρασης της Αργεντινής. Το 1985 θεσπίστηκε νέο σύνταγμα για την αυτοδιοίκηση, το οποίο μεταβίβασε την εξουσία στους νησιώτες.

Η διευθέτηση που τερμάτισε τη σύγκρουση απαιτούσε επιστροφή στο καθεστώς πριν τον πόλεμο/status quo ante bellum. Παρά την ήττα της, η Αργεντινή εξακολουθεί να διεκδικεί τα Φώκλαντς και τη Νότια Γεωργία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Βρετανία είχε 258 νεκρούς και 777 τραυματίες, ενώ βυθίστηκαν δύο αντιτορπιλικά, δύο φρεγάτες και δύο βοηθητικά σκάφη. Για την Αργεντινή, ο πόλεμος των Φώκλαντ κόστισε 649 νεκρούς, 1.068 τραυματίες και 11.313 αιχμάλωτους. Το Πολεμικό Ναυτικό της Αργεντινής έχασε ένα υποβρύχιο, ένα ελαφρύ καταδρομικό και 75 αεροσκάφη.


Πηγές – βιβλιογραφία

https://en.wikipedia.org/wiki/Falklands_War

https://www.thoughtco.com/the-falklands-war-an-overview-2360852

Lawrence Freedman «The official history of the Falklands Campaign» (2005) – Routledge.

David Brown «The Royal Navy and the Falklands War» (1987) – Leo Cooper.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.