Η Εξέγερση των Χωρικών (Ιούνιος – Νοέμβριος 1381)

στις

εξώφυλλο: απόσπασμα Μεσαιωνικού χειρογράφου που αναπαριστά εργασίες σε αγρόκτημα κατά το μήνα Μάρτιο. Έργο των αδελφών  Lindbourg και του Bartelemy d’ Eyck«Les Très Riches Heures de Duc de Berry» περί 1412-1440 μ.Χ. Μουσείο Condé, Château de Chantilly, Oise, Γαλλία. Public Domain

Η δημοσίευση βασίζεται σε άρθρο του Mark Cartwright που δημοσιεύθηκε στο Ancient History Encyclopedia στις 23 Ιαν. 2020.

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Η Εξέγερση των Αγροτών, γνωστή επίσης και ως Μεγάλη Επανάσταση, ήταν λαϊκή εξέγερση στην Αγγλία τον Ιούνιο του 1381. Ξεκινώντας νοτιοανατολικά και βαδίζοντας στο Λονδίνο και άλλες περιοχές, οι επικεφαλής της εξέγερσης, όπως ο Γουάτ Τάιλερ/Wat Tyler, δεν αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση του βασιλιά Ριχάρδου ΙΙ της Αγγλίας (βασ. 1377-1399) αλλά ζητούσαν μαζικές κοινωνικές αλλαγές που περιλάμβαναν την κατάργηση του κεφαλικού φόρου, την κατάργηση του ανώτατου ορίου αμοιβών, την ανακατανομή πλούτου της Εκκλησίας και την πλήρη κατάργηση της δουλείας. Η εξέγερση κατεστάλη από τον Ριχάρδο, αρχικά με διαπραγματεύσεις και στη συνέχεια με αμείλικτη δίωξη των ηγετών. Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά, αλλά τελικά ο κεφαλικός φόρος καταργήθηκε, οι περιορισμοί στις αμοιβές ήταν ελαστικοί και οι δουλοπάροικοι διατήρησαν το δικαίωμα να εξαγοράζουν την ελευθερία τους και να γίνονται ανεξάρτητοι αγρότες.

Η Πανώλη (Μαύρος Θάνατος) του Άρνολντ Μπόκλιν, 1827–1901 μ.Χ. (Kunstmuseum, Βασιλεία, Ελβετία) Arnold Böcklin / Public domain

Αίτια

Η εξέγερση των αγροτών τον Ιούνιο του 1381 ήταν η πλέον διαβόητη λαϊκή εξέγερση του Μεσαίωνα και προκλήθηκε από μια υποβόσκουσα δυσαρέσκεια που ξεκίνησε το 1348, περίπου στο μέσον της θητείας του βασιλέα Εδουάρδου ΙΙΙ (1327-1377) και όταν ξέσπασε η επιδημία του Μαύρου Θανάτου. Ωστόσο, ο διάδοχος του Εδουάρδου, Ριχάρδος ΙΙ ήταν εκείνος που έμελλε να αντιμετωπίσει το χάος όταν η δυσαρέσκεια μετατράπηκε σε εξέγερση.

Βασικές αιτίες ήταν οι παρακάτω:

  • Ο νέος κεφαλικός φόρος που επιβλήθηκε σε όλους τους αγρότες ανεξαρτήτως εισοδήματος (ο τρίτος από το 1377).
  • Το όριο βάσει νόμου για τις αμοιβές εργατών (όχι δούλων) αυξήθηκε δραματικά μετά την επιδημία του Μαύρου Θανάτου.
  • Οι άπληστοι γαιοκτήμονες που προσπάθησαν να μετατρέψουν ελεύθερους εργάτες σε δουλοπάροικους (γνωστούς και ως villeins) για να εξοικονομήσουν χρήματα στους μισθούς.
Το γενικό αίσθημα εκμετάλλευσης από τους τοπικούς άρχοντες σε περίοδο οικονομικής κρίσης.

Ο κεφαλικός φόρος των 3 groats (παλαιό νόμισμα που αντιστοιχούσε σε 1 σελίνι) επιβλήθηκε σε άτομα ηλικίας άνω των 15 ετών (εξαιρέθηκαν μόνο οι επαίτες) και σε αντίθεση με άλλους φόρους, δεν λάμβανε υπόψη την δυνατότητα πληρωμής. Αυτός ο τρίτος κατά σειρά κεφαλικός φόρος ήταν τρεις φορές υψηλότερος από τους δύο προηγούμενους. Η αγροτική τάξη είχε συνηθίσει τους φόρους, αφού ο Εδουάρδος ΙΙΙ είχε επιβάλει είκοσι επτά (27) κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, κυρίως για να πληρώσει τις εξαιρετικά δαπανηρές στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον των Γάλλων κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο (1337-1453). Ο Ριχάρδος χρειαζόταν επίσης χρήματα για να συνεχίσει τον πόλεμο με τη Γαλλία της οποίας τα πειρατικά πλοία ήταν ασυγκράτητα στο κανάλι της Μάγχης, αλλά πλέον οι χωρικοί είχαν απαυδήσει καθώς το μέσο αγροτικό εισόδημα ήταν μόλις 1 groat την εβδομάδα.

Το κόστος εργασίας αυξήθηκε δραματικά λόγω έλλειψης εργατών, μετά το χτύπημα του Μαύρου Θανάτου το 1348, γεγονός που σήμαινε ότι αρκετοί εργάτες ζητούσαν αυξημένες αμοιβές για την εργασία τους. Ο Εδουάρδος ΙΙΙ είχε θεσπίσει νόμους που περιόριζαν το ανώτατο ημερομίσθιο των εργατών και υπήρχαν αυστηρές ποινές για όσους δεν συμμορφώνονταν. Πολλοί ιδιοκτήτες επιχείρησαν να παρακάμψουν το πρόβλημα χρίζοντας τους εργάτες τους ξανά δουλοπάροικους, εξοικονομώντας έτσι τους μισθούς τους. Ωστόσο, η ιδέα ότι κάποιος δεν γεννήθηκε για να υπηρετεί τον άλλον, ήταν δύσκολο να εξαλειφθεί και ο κόσμος γνώριζε καλά ότι οι γαιοκτήμονες, οι δικηγόροι και οι αξιωματούχοι συνωμοτούσαν σε ένα σύστημα που κρατούσε τους φτωχούς χαμηλά, ενώ οι ίδιοι ωφελούνταν. Διαδόθηκε μάλιστα ένας στίχος που εξέφραζε τη δυσαρέσκεια των απλών ανθρώπων για το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζονταν ισότιμα με τους γαιοκτήμονες:

«Όταν ο Αδάμ καλλιεργούσε και η Εύα εργαζόταν. Ποιος ήταν ο ευγενής?»

Αγροτική σκηνή του 14ου αιώνα με επιστάτη να κατευθύνει δουλοπάροικους_Βρετανική Βιβλιοθήκη, Λονδίνο. anonymous (Queen Mary Master) / Public domain

Με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν οι Χριστιανικές αξίες για να υποστηρίξουν την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι ήταν ίσοι, ή τουλάχιστον άξιζαν να τους αντιμετωπίζουν με σεβασμό. Αντίθετα, η μεσαιωνική Εκκλησία ως θεσμός θεωρήθηκε επίσης υπεύθυνη για πολλά από τα δεινά της κοινωνίας. Πολλοί Κοινοί/Commoners (Κοινωνική τάξη του Μεσαίωνα) θεώρησαν ότι οι αξιωματούχοι της εκκλησίας και τα θεσμικά όργανα, ειδικά τα μεγάλα μοναστήρια, δεν ήταν πολύ φιλόξενα όταν χτύπησε ο Μαύρος Θάνατος και ήταν εξίσου καταπιεστικοί απέναντί τους, όπως και κάθε γαιοκτήμονας.

Ο Μαύρος Θάνατος είχε σκοτώσει 30 – 50% του πληθυσμού στις περιοχές που είχε πλήξει, πράγμα που σήμαινε ότι ορισμένοι αγρότες μπόρεσαν να αγοράσουν το δικό τους μικρό κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν καθώς οι τιμές της γης μειώθηκαν και δεν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι για να το καλλιεργήσουν. Αυτοί οι αγρότες ονομάστηκαν μικροκτηματίες/yeomen.

Επιπλέον, η δραματική μείωση του πληθυσμού λόγω πανδημίας, έπληξε τις μικρές επιχειρήσεις και τους τεχνίτες καθώς οι πελάτες τους εξαφανίστηκαν. Αυτές οι εξελίξεις εξηγούν γιατί η εξέγερση ξέσπασε στις ευρύτερες περιοχές του βασιλείου – Ανατολική Αγγλία & Κεντ – και γιατί ήταν ένα φαινόμενο που δεν περιοριζόταν στην ύπαιθρο.

Ξέσπασμα βίας

Η εξέγερση ξεκίνησε, τον Μάιο – Ιούνιο του 1381 στην νοτιοανατολική Αγγλία, όταν οι βασιλικοί εφοριακοί ερευνούσαν τους λόγους που οι φορολογικές δηλώσεις ήταν ασυνήθιστα χαμηλές. Αυτοί βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με αντιδράσεις στην καταβολή του κεφαλικού φόρου που είχε εγκρίνει το Κοινοβούλιο το Νοέμβριο του 1380, όταν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τοπικοί κυβερνήτες απήχθησαν και δολοφονήθηκαν. Ομάδες επαναστατών περιόδευαν στην ύπαιθρο έφιπποι άλογο, πυρπολώντας αρχοντικά και καταστρέφοντας αρχεία – σαφής ένδειξη της επιθυμίας των αγροτών να ανατρέψουν την χωροδεσποτεία/manorialism. Τα δημόσια αρχεία στο Μέιντστοουν, το Ρότσεστερ και το Καντέρμπερι κάηκαν. Στους επικεφαλής συμπεριλαμβάνονταν κυρίως μικροί αγρότες, καθώς και ιερείς ενοριών και τοπικοί χωροφύλακες. Ο βασιλέας έστειλε ένοπλους για να αντιμετωπίσουν τους επαναστάτες, αλλά ήταν πολύ λίγοι και αρκετοί σκοτώθηκαν.

Αναπαράσταση του κληρικού John Ball του 15ου αιώνα ενώ ενθαρρύνει τους επαναστάτες. Ο Wat Tyler απεικονίζεται με κόκκινη ενδυμασία, μπροστά αριστερά. Unknown medieval artist illustrating Froissart’s Chronicles / Public domain

Στην εν λόγω εξέγερση πρωτοστάτησαν δύο ηγέτες. Ο Γουάτ Τάιλερ/Wat Tyler του Μέιντστοουν, πιθανόν πρώην στρατιωτικός και ο δημαγωγός ιερέας Τζον Μπολ/John Ball, ο οποίος ζητούσε περισσότερη κοινωνική ισότητα και είχε ήδη δει φυλακιστεί αρκετές φορές για το ακραίο του κήρυγμα. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Ζαν Φρουασάρ/Jean Froissart (περί 1337 – 1405) αναφέρει ότι ο Μπολ έλεγε με απογοήτευση ότι:

«[Οι άρχοντες] ντύνονται με βελούδο και καμηλό, ενώ εμείς φοράμε χοντρά πανιά. Αυτοί έχουν τα κρασιά, τα μπαχαρικά και το καλό ψωμί, ενώ εμείς έχουμε τη σίκαλη, τις φλούδες και το άχυρο και πίνουμε νερό. Έχουν οικίες και όλες τις ευκολίες στα ωραία αρχοντικά τους, ενώ εμείς αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ανέχεια, τον άνεμο και τη βροχή στα χωράφια και από την εργασία μας, προέρχονται όλες οι πολυτέλειες που απολαμβάνουν».

Οι ηγέτες σε συνδυασμό με τα δικαιολογημένα παράπονα και το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο, είχαν ως αποτέλεσμα οι ταραχές να εξελιχθούν σε μια εξέγερση ευρύτερης κλίμακας με σκοπό να αντιταχθούν στον βασιλέα και να αλλάξουν τα πράγματα. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί, ότι οι εξεγερθέντες δεν ήθελαν να ανατρέψουν τον βασιλιά και ορκίζονταν πίστη στον «Ριχάρδο και τους απλούς ανθρώπους/commoners». Οι επαναστάτες στις 11 Ιουνίου βάδισαν στο Λονδίνο – προκαλώντας στο διάβα τους μεγάλες καταστροφές, όπου ενώθηκαν με εξίσου δυσαρεστημένους κατοίκους της πόλης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εξέγερση δεν ήταν απλώς μια εργατική αντίδραση στη φεουδαρχία. Στο Λονδίνο υπήρχαν από καιρό αντιπαλότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών, φατριών της Εκκλησίας, μεσαιωνικών συντεχνιών, ντόπιων και ξένων εμπόρων, μαθητευόμενων και δασκάλων και όλες αυτές οι συντεχνίες θα διευρύνονταν από την εξέγερση. Ορισμένοι χρονογράφοι αναφέρουν ότι οι επαναστάτες αριθμούσαν περισσότερους από 60.000 άτομα και όλα αυτά ενώ ο στρατός βρισκόταν στη Σκωτία.

Ο Ριχάρδος ΙΙ συναντά τους επαναστάτες στις 14 Ιουνίου 1381 σε μικρογραφία από αντίγραφο των Χρονικών του Jean Froissart του 1470. Jean Froissart / Public domain

Τα αιτήματα των χωρικών

Όταν ο όχλος έφτασε στο Λονδίνο στις 13 Ιουνίου συνεχίστηκαν οι λεηλασίες και οι δολοφονίες. Οι δικηγόροι, οι αλλοδαποί και οι χαμηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Στέμματος ήταν μερικές από τις ομάδες που στοχοποιήθηκαν καθώς οι παλαιές έχθρες οδήγησαν σε πράξεις εκδίκησης. Κρατούμενοι ελευθερώθηκαν ενώ εκείνοι που θεωρούνταν ένοχοι εγκλημάτων απαγχονίστηκαν από λαϊκά δικαστήρια. Ένας όχλος έκαψε το παλάτι Σαβόι/Savoy και δολοφόνησε όσους αντιπαθούσε.

Αν και μόλις 14 ετών, ο βασιλιάς Ριχάρδος βγήκε από την ασφάλεια του Πύργου του Λονδίνου και υποσχέθηκε με γενναιότητα να συναντήσει τους επικεφαλής στο Μάιλ Εντ/Mile End, μία τοποθεσία στα περίχωρα του Λονδίνου. Εκεί άκουσε τα αιτήματά τους και υποσχέθηκε με ευγένεια ότι θα τα καλύψει όλα, θα εκδώσει αντίστοιχα διατάγματα και μάλιστα επέτρεψε στον Τάιλερ να αποδώσει δικαιοσύνη σε οποιονδήποτε νόμιζε ότι έπρεπε να τιμωρηθεί. Στη συνέχεια, ο Τάιλερ διέταξε αμέσως την έφοδο στον Πύργο του Λονδίνου και ο μισητός Επίσκοπος Σάιμον του Σάντμπερι, αποκεφαλίστηκε στο Τάουερ Χιλ/Tower Hill. Ακολούθησε άλλη μια μέρα λεηλασιών, δολοφονιών και χάους στην πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ, ο βασιλιάς ενημερώθηκε ότι οι ταραχές είχαν εξαπλωθεί βόρεια μέχρι το Γιόρκ/York και θα υπήρχε πρόβλημα στις κομητείες Κέιμπριτζσαιρ/Cambridgeshire, Χέρφορντσαιρ/Herefordshire, Σάφολκ/Suffolk και Νόρφολκ/Norfolk.

Για να τερματίσει το χάος ο Ρίτσαρντ ζήτησε για ακόμη μια φορά να συναντήσει τους ηγέτες των επαναστατών, αυτή τη φορά στο Σμίθφιλντ/Smithfield έξω από το Λονδίνο στις 15 Ιουνίου για να ακούσει ξανά τα αιτήματά τους. Εξασφαλίστηκε επίσης ότι τα στρατεύματα θα ήταν σε επιφυλακή σε περίπτωση επεισοδίων.

Χάρτης Λονδίνου το 1381: A – Clerkenwell; B – Priory of St. John; C – Smithfield; D – Newgate and Fleet Prisons; E – The Savoy Palace; F – The Temple; G– Black Friars; H – Aldgate; I – Mile End; J – Westminster; K – Southwark; L – Marshalsea Prison; M – London Bridge; N – Tower of London Original plan by William R. Shepherd (1871 – 1934); vectorisation by Grandiose; additional work by hchc2009 / CC BY-SA

Οι εκπρόσωποι των αγροτών ζήτησαν τα ακόλουθα:

    • Πλήρη κατάργηση της δουλείας.
    • Κατάργηση των εργατικών νόμων που περιόριζαν τις αυξήσεις των μισθών μετά τον Μαύρο Θάνατο.
    • Δωρεάν δικαιώματα αλιείας και κυνηγιού για όλους.
    • Μεγαλύτερη συμμετοχή αγροτών στην τοπική αυτοδιοίκηση.
    • Το στέμμα να είναι η μόνη εξουσία στις κομητείες, όχι οι τοπικοί άρχοντες.
    • Την αναδιανομή του πλούτου της Εκκλησίας, ειδικά των μεγάλων μονών.

Αυτά τα αιτήματα ήταν αστεία για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά στην πραγματικότητα τουλάχιστον είχαν κάποια βάση. Η δουλεία είχε ήδη εξαλειφθεί σχεδόν παντού, αλλά υπήρχαν ορισμένες περιοχές της χώρας όπου συνεχιζόταν. Ομοίως, η αναδιανομή του πλούτου της Εκκλησίας ήταν μια ιδέα που υποστήριζε ο θεολόγος Τζον Ουίκλιφ/John Wycliffe (περί 1325-1384) ένας από τους ηγέτες του κινήματος οι οπαδοί του οποίου έγιναν γνωστοί ως «Lollards». Το κίνημα του «Lollardy», που το όνομά του πιθανότατα προήλθε από τη Λατινική λέξη Lolium=ζιζάνια υποστήριζε ότι ο καθένας μπορούσε να προσευχηθεί ιδιωτικά, μια θέση που απειλούσε το μονοπώλιο της Εκκλησίας και την ιδιότητά της ως γέφυρα μεταξύ ανθρωπότητας και Θεού. Ο Ουίκλιφ ζητούσε ακόμη οι πιστοί να μπορούν να μελετούν τη Βίβλο μόνοι τους και έτσι έκανε μια μετάφραση από τα Λατινικά στα Αγγλικά, αλλά απαγορεύτηκε να δημοσιεύσει το έργο του στην Αγγλία.

Ο διάδοχος του Ριχάρδου, Ερρίκος IV της Αγγλίας (1399-1413) ο οποίος επιθυμούσε να διατηρήσει το ισχύον καθεστώς, καταδίωξε τους Lollards μέχρις ότου το κίνημα εξαφανίστηκε. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε ένα ισχυρό αντικληρικό συναίσθημα μεταξύ των διαδηλωτών των εξεγερμένων αγροτών, καθώς η Εκκλησία θεωρήθηκε όχι μόνο «εισπράκτορας» αλλά και χορηγός του Πάπα, ενός ξένου που υποστήριζε την Γαλλία, τον μεγάλο εχθρό. Τέλος, υπήρχε κάποια αλήθεια στο γεγονός ότι οι τοπικοί άρχοντες έβγαζαν περισσότερα από ό,τι έπρεπε από τα κτήματα τους και υπήρχε η αίσθηση ότι ο βασιλιάς παραπλανήθηκε από ορισμένους αξιωματούχους όπως ο Υπουργός Οικονομικών και δούκες όπως ο Τζον του Γκόντ/John of Gaunt, Δούκας του Λάνκαστερ (1340-1399).

Απεικόνιση στα τέλη του 14ου αιώνα του Γουίλιαμ Γουόλγουορθ που σκοτώνει τον Γουάτ Τάιλερ. Ο βασιλιάς απεικονίζεται δύο φορές, βλέποντας τα γεγονότα να ξετυλίγονται (αριστερά) και να απευθύνεται στο πλήθος (δεξιά). Βρετανική Βιβλιοθήκη, Λονδίνο. Unknown author / Public domain

Στο Σμίθφιλντ, μετά την υποβολή των αιτημάτων, η κατάσταση θα μπορούσαν να είχε πολύ άσχημη εξέλιξη όταν ο Ουίλιαμ Γουόλγουορθ/William Walworth, ο δήμαρχος του Λονδίνου βγήκε μπροστά και σκότωσε τον Γουάτ Τάιλερ, πιστεύοντας ίσως ότι επρόκειτο να κάνει κακό στον βασιλιά. Ο Τάιλερ, σε κάθε περίπτωση δεν έδειξε σεβασμό στον βασιλιά, φτύνοντας νερό στα πόδια του. Καθώς το πλήθος κινήθηκε απειλητικά, ο Ριχάρδος μπήκε ανάμεσά τους και δήλωσε με τόλμη:

«Κύριοι, θα σκοτώνατε τον βασιλιά σας; Είμαι ο νόμιμος κυβερνήτης και θα είμαι ο ηγέτης σας. Αφήστε όλους όσους με αγαπούν, να με ακολουθήσουν».

Στη συνέχεια, ο Ριχάρδος χρησιμοποίησε την συνήθη τακτική των υπερβολικών υποσχέσεων που δεν είχε πρόθεση να τηρήσει, όπως να δώσει σε όλους τους εμπλεκόμενους βασιλική συγχώρεση. Αυτές οι υποσχέσεις ήταν αρκετές για να αποτρέψουν περισσότερες ταραχές και ο όχλος διαλύθηκε, οδηγούμενος εκτός Λονδίνου υπό την συνοδεία της τοπικής πολιτοφυλακή.

Πορτραίτο του Ριχάρδου ΙΙ_τέλη 14ου αιώνα_Αβαείο Ουέστμινστερ Westminster Abbey / Public domain

Συνέπειες της εξέγερσης

Εντελώς αδίστακτα, ο Ριχάρδος κρέμασε περίπου 150 από τους επαναστάτες και το κεφάλι του Τάιλερ εκτέθηκε στη γέφυρα του Λονδίνου. Υπήρξαν και άλλες μικρότερες εξεγέρσεις, αλλά αυτές κατεστάλησαν και οι ηγέτες τους εκτελέστηκαν ως προδότες. Όπως άλλωστε δήλωσε ο βασιλιάς:

«δουλοπάροικοι είναι και δουλοπάροικοι θα μείνουν».

Το εν λόγω συμβάν ήταν ίσως το σημαντικότερο της βασιλείας του Ριχάρδου καθώς έκτοτε η κατάσταση επιδεινώθηκε, αφού ο άλλοτε αγαπητός νεαρός βασιλιάς αποδείχθηκε ανεπαρκής και τελείωσε τη θητεία του με μια σύντομη φυλάκιση και έναν μυστηριώδη θάνατο.

Τελικά όμως υπήρξαν κοινωνικές αλλαγές στην Αγγλία. Ο κεφαλικός φόρος καταργήθηκε, τα όρια μισθών των εργαζομένων δεν εφαρμόζονταν αυστηρά και οι δουλοπάροικοι συνέχισαν να εξαγοράζουν την ελευθερία τους. Επιπλέον, ο νόμος και τα νομικά αρχεία δεν χρησιμοποιούνταν πλέον από τους γαιοκτήμονες για την επιβολή εργασίας, αλλά για να αποδείξουν ότι ένας εργάτης είχε αγοράσει νόμιμα την ελευθερία του και μπορούσε να μεταβιβάσει τη γη τους στους απογόνους του.

Βιβλιογραφία – πηγές

Wim Blockmans & Peter Hoppenbrouwers «Introduction to Medieval Europe 300 – 1500». Routledge, 2017.

David Crouch «Medieval Britain, c.1000-1500». Cambridge University Press, 2017.

Frances Gies & Joseph Gies «Life in a Medieval Village». Harper Perennial, 2016.

Dan Jones «The Plantagenets». William Collins, 2020.

Nigel Jones «Tower». Griffin, 2013.

David McDowall «An Illustrated History of Britain». Pearson English Language Teaching, 1989.

Kenneth Morgan «The Oxford Illustrated History of Britain». Oxford University Press, 2009.

David Starkey «Crown and Country». Harper Press, 2011.

Derek Wilson «The Plantagenets». Quercus Publishing, 2016.

https://www.ancient.eu/Peasants’_Revolt/

https://en.wikipedia.org/wiki/Peasants%27_Revolt