Ιωαννίτες Ιππότες και Οθωμανοί στα νησιά του ΝΑ Αιγαίου

στις

ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Μ. (1992). ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ. ΟΙ ΙΩΑΝΝΙΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΑΙΓΑΙΟΥ.
Μνήμων, 14, 21-48. doi:https://doi.org/10.12681/mnimon.160
http://epublishing.ekt.gr | e-Publisher: EKT | Downloaded at 16/08/2020 12:22:39 |

ΜΑΡΙΑ ΕYΘYΜΙΟY
Ομοιότητες και διαφορές στη διοίκηση μιας νησιωτικής περιοχής
Οι Ιωαννίτες Ιππότες και οι Οθωμανοί στα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου

Οι φωτογραφίες δεν ανήκουν στο πρωτότυπο άρθρο
Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Η περίοδος του Μεσαίωνα και των απαρχών της νεώτερης περιόδου σηματοδοτείται, για τα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου από δύο μακροχρόνιες κατοχές που καθόρισαν σε σημαντικό βαθμό τον οικονομικό και πολιτισμικό χαρακτήρα της ζωής τους: την περίοδο της κατάληψης τους από το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου και την περίοδο της κατάληψης τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τελευταία, που έληξε στις αρχές του 20ου αι., διήρκεσε τετρακόσια σχεδόν χρόνια (1522-1912), διπλάσιο, δηλαδή διάστημα απ’ ό,τι εκείνη της Ιπποτοκρατίας (1309-1522).

  • Απεικόνιση της πόλης της Ρόδου, Konrad von Grünenberg (1487)_wikipedia

Η διαφορετική προέλευση των δύο αυτών εχθρικών μεταξύ τους δυνά­μεων, η λυσσαλέα σύγκρουση τους στα τείχη της Ρόδου και στα νερά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου, οι διαφορετικοί κόσμοι που εκπροσωπούσαν υπο­βάλλουν σχεδόν αυτόματα τη σκέψη πως τις δύο μακρές περιόδους παρουσίας τους στην περιοχή χαρακτηρίζουν ολότελα διαφορετικές μορφές διοίκησης και πλαίσιο ζωής των κατοίκων της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σημαντικές πλευ­ρές της ζωής των νησιοον γνώρισαν διαφορετική αντιμετώπιση από την κάθε μια από αυτές τις τόσο διαφορετικής προέλευσης και στόχων δυνάμεις. Πα­ρόμοιες, ωστόσο, ανάγκες, οδήγησαν συχνά σε παρόμοιες αντιμετωπίσεις των προκυπτόντων ζητημάτων δημιουργώντας μια συνέχεια στη ζωή της περιο­χής, παρ όλη την αλλαγή του κυριάρχου. Αυτές ακριβώς οι ομοιότητες και οι διαφορές θα γίνει προσπάθεια να εντοπισθούν και ερμηνευθούν στις σελίδες που ακολουθούν.

Η επίκαιρη γεωγραφική θέση της Ρόδου στο κέντρο των πιο σημαντικών θαλασσινών δρόμων της Ανατολικής Μεσογείου κατέστησε το εύφορο αυτό νησί απαραίτητο σταθμό κάθε ιστιοφόρου που κινούνταν ανάμεσα στα μεγάλα λιμάνια της σημαντικής θαλάσσιας αυτής λεκάνης. Ως «πόρτα της Μεσογείου»1 η Ρόδος άνοιγε το δρόμο όχι μόνο προς τα μεγάλα εμπορικά λιμάνια της Συρίας, της Αιγύπτου και του Β. Αιγαίου, αλλά και προς τις ακτές της Πα­λαιστίνης που επέτρεπαν την προσπέλαση στα ιερά εδάφη των τριών μεγά­λων μονοθεϊστικών θρησκειών της περιοχής: του Εβραϊσμού, του Χριστιανι­σμού και του Μωαμεθανισμού. Ως κομβικό σημείο ελέγχου στην Α.Μεσόγειο ήταν φυσικό η Ρόδος να αποτελέσει σημαντικό στόχο κατάκτησης των δυνά­μεων εκείνων που επιθυμούσαν να διατηρήσουν ή να επεκτείνουν τη ζώνη επιρ­ροής τους2 στην αντίπερα όχθη του θαλάσσιου χώρου που χωρίζει και ενώ­νει τις δύο ηπείρους: των Βυζαντινών και των Σταυροφόρων μέχρι τον 14ο αι. και των Τούρκων από το 14ο αι. ώς τη νεώτερη εποχή. Και ήταν ακόμα πιο αναγκαίος ο έλεγχος της νησιωτικής αυτής περιοχής για τις δύο τελευταίες αυτές δυνάμεις εφόσον αυτές διατείνονταν και επιθυμούσαν να γίνουν πιστευ­τές πως όλες τους οι πολεμικές προσπάθειες κατέτειναν σ’ έναν και μόνον στόχο: στην εξάπλωση και μεγαλοσύνη της θρησκείας τους που δεν μπορούσε να καταδειχθεί παρά με τον έλεγχο των Αγίων για κάθε μια απ’ αυτές τις θρησκείες τόπων3, των χριστιανικών στην περιοχή της Ιερουσαλήμ και των μουσουλμανικών στην αραβική χερσόνησο και την Ιερουσαλήμ. Η Ρόδος — πάνω «στο δρόμο των προσκυνητών, των μπαχαρικών, του μεταξιού, του ξύλου, του ρυζιού, του σιταριού και της ζάχαρης», όπως χαρακτηρίζεται από τον Braudel4— βρέθηκε αναπόφευκτα στη δίνη του Ιερού πολέμου.

Σ’ αυτό το κοινό κλίμα του Ιερού Πολέμου, θερμού ή ψυχρού5, έζησαν οι νησιώτες του Νοτιοανατολικού Αιγαίου τόσο υπό τους Ιππότες όσο και υπό τους Οθωμανούς κατά τους δύο, τουλάχιστον, πρώτους αιώνες της κυ­ριαρχίας τους. Οι επιχειρήσεις των Ιωαννιτών κατά των Τούρκων και των Μογγόλων στη Σμύρνη, κατά των Μαμελούκων στην Αίγυπτο, κατά των Οθωμανών στην ελληνική χερσόνησο6, οι θαλάσσιες συγκρούσεις τους με τους Τούρκους «άπιστους»7 γείτονες τους και οι προσπάθειες τους να αποτελούν αυτοί τη δύναμη προστασίας των Ευρωπαίων χριστιανών προσκυνητών στους Αγίους Τόπους8 ανταποκρίνονταν απόλυτα στις επιταγές του πάτρωνα και χρηματοδότη τους αρχηγού της καθολικής εκκλησίας, του Πάπα της Ρώμης9. Οι επιχειρήσεις των Οθωμανών, αντίστοιχα, κατά των Σταυροφόρων και των Βενετών στο Αιγαίο από το 15ο έως και το 17ο αι. εντάσσονται κι αυτές όχι μόνο στην προσπάθεια μιας αυτοκρατορίας να συμπληρώσει τις κατακτήσεις της στην τόσο κεντρική γι’ αυτήν περιοχή, αλλά και στη διάθεση μιας δύνα­μης, που, πρώτα απ’ όλα, αυτοπροσδιορίζεται ως μουσουλμανική, να πείθει για τη θεία θελήσει ακμαία δύναμη της και για την ασίγαστη προσπάθεια της να εξαπλώσει τον κόσμο του Ισλάμ εις βάρος εκείνου των απίστων10.

Ο ιερός χαρακτήρας του αγώνα αυτού αντανακλάται και για τις δύο πλευρές στις συνθήκες ζωής και δράσης των πιο επίλεκτων τμημάτων του πεζικού τους που παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ομοιότητα: τόσο το σώμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου όσο και το σώμα των Γενιτσάρων συναπαρτίζονται από άτομα υψηλής θρησκευτικής κατάρτισης που συνδυάζουν το στρατιωτικό με το θρησκευτικό αγώνα στον οποίον έχουν αφιερωθεί ολοκλη­ρωτικά ζώντας μια ομαδική ζωή σε συνθήκες υποχρεωτικής αγαμίας11.

Καμιά μεσαιωνική δύναμη, τόσο μουσουλμανική όσο και χριστιανική, που θα ήθελε να γίνει πιστευτή για τις θεάρεστες προθέσεις της δεν μπορού­σε να παραμελήσει και το δεύτερο, μετά εκείνο του Ιερού πολέμου, σκέλος των προς το θείο και τους ανθρώπους υποχρεώσεων της: τη φιλανθρωπία και τα έργα κοινωνικής πρόνοιας12. Γνήσια τέκνα μιας ταραγμένης και ανασφα­λούς εποχής που αναζητούσε συλλογικές προσπάθειες πρόνοιας, το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου επιδόθηκε ευθύς από την ίδρυση του τον 11ο αι. στο φιλανθρωπικό έργο, που απετέλεσε και το χαρακτηριστικό εκείνο που προσέδωσε στο Τάγμα την προσωνυμία Hospitallers: την προσφορά ια­τρικής περίθαλψης στους κινούμενους από και προς τους Αγίους τόπους σταυροφόρους και προσκυνητές με την ίδρυση σταθμών περίθαλψης κατά μήκος της διαδρομής τους από την Προβηγκία προς τις ιταλικές ακτές και την Πα­λαιστίνη και με την ίδρυση του κεντρικού τους νοσοκομείου στην ίδια την Ιερουσαλήμ13. Μετά την εκδίωξη τους από τους Αγίους Τόπους το 1291 και την τελική τους εγκατάσταση στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο οι Ιωαννίτες μεταφέρουν στη Ρόδο το κέντρο όχι μόνον των στρατιωτικών αλλά και των ιατρικών-φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων τους και ιδρύουν στην καρδιά της οχυρω­μένης πόλης το λαμπρό νοσοκομείο τους14, ως συνεχή υπενθύμιση του θεάρεστου έργου και των προσπαθειών τους. Η ιατρική εμπειρία του Τάγματος και το ειδικευμένο του προσωπικό15 θα σταθούν χρήσιμα για τους κατοίκους της πε­ριοχής που συχνά δέχεται τις θανατηφόρες επισκέψεις της πανώλης και άλλων μεταδοτικών ασθενειών16, οι Ιππότες γνωρίζουν σε κάθε επιδημία να παίρνουν τα αυστηρά εκείνα μέτρα απομόνωσης των προσβεβλημένων, ελέγχου των ταξι­διωτών και απαγόρευσης συγκεντρώσεων των υγιών17, που, χωρίς να αποτρέπουν18, συμβάλλουν στη μείωση της διάδοσης και της έντασης των ασθενειών.

Ο τομέας της υγείας δεν είναι εκείνος στον οποίο διακρίνονται οι Οθω­μανοί, από το 17ο, τουλάχιστον, αιώνα και εξής19 —με εξαίρεση τη λέπρα— για την οποία σε τοπικό επίπεδο υπάρχουν οι ενδείξεις κάποιας αντιμετώπισης από το 18ο, τουλάχιστον, αιώνα20 —στις περιπτώσεις των επιδημιών αφή­νουν την αρρώστια να κάνει τον κύκλο της και να δρέψει ανενόχλητη τα θύ­ματα της πιστεύοντας πως η ζωή και η υγεία των ανθρώπων εξαρτώνται από το θέλημα του Θεού21.

Σε άλλους τομείς της ζωής επικεντρώνεται το φιλανθρωπικό-κοινωνικό ενδιαφέρον των Οθωμανών22 και προς αυτούς στρέφεται αμέσως η προσοχή του πορθητή του νησιού, του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή. Εκτός από τα τζαμιά και το ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ) των Μουσουλμάνων, ιδρύει πτω­χοκομείο (ιμαρέτ)23 που επρόκειτο να παίξει σημαντικό ρόλο στην καθημε­ρινή ζωή του νησιού: εδώ οι άποροι, οι άστεγοι και οι οδοιπόροι μπορούσαν να γευματίσουν με ψωμί που προμήθευαν εν είδει φόρου οι αρτοπώλες της Ρόδου και με σούπα από τα πόδια των σφαγίων που, επίσης υποχρεωτικά, παρέδιδαν στο ίδρυμα οι χασάπηδες του νησιού24. Είδη διατροφής, που τα κοντινά στη Ρόδο νησιά υποχρεούνται για τον ίδιο σκοπό να προσφέρουν, μαζί με τα κρατικά εισοδήματα της περιοχής, που διατίθενται για την προικοδό­τηση των φιλανθρωπικών αυτών ιδρυμάτων25, εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας τους και υπογραμμίζουν την επιθυμία του πορθητή να τονίσει τη φιλανθρωπική διάσταση του κράτους του στη νέα εσχατιά των ναυτικών του κατακτήσεων. Ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγάλου τους σουλτάνου, επίσημα πρόσωπα της μουσουλμανικής κοινωνίας του νησιού συνέ­βαλαν στα χρόνια που ακολούθησαν με δωρεές τους στην αλλαγή της φυσιο­γνωμίας της πόλης: δρόμοι26, κρήνες περίτεχνες, λουτρά και συντριβάνια δρο­σερά, ευκτήριοι οίκοι, αλλά και σχολεία καθώς και δημόσιες βιβλιοθήκες27 κτίζονται από τους μουσουλμάνους δωρητές προς δόξαν του Ισλάμ και του οθωμανικού κράτους.

Αντίστοιχα κοινή και για τις δυο δυνάμεις που κυριάρχησαν στο Νοτιο­ανατολικό Αιγαίο στους χρόνους που μας απασχολούν ήταν η φροντίδα για την επάρκεια αποθεμάτων σιτηρών στην πόλη της Ρόδου, ώστε να είναι δυ­νατόν να αντιμετωπισθούν επιτυχέστερα οι σκληρές περίοδοι της σιτοδείας και των πολιορκιών. Συνεχίζοντας παλαιότερη βυζαντινή πρακτική28, αλλά και ανάλογες πρακτικές της μεσαιωνικής Ευρώπης29, οι Ιωαννίτες διαμόρφω­σαν τμήμα του ξακουστού τους κάστρου σε χώρο αποθήκευσης των σιτηρών που, κατά ένα ποσοστό της παραγωγής τους, όφειλαν να παραδίδουν οι αγρό­τες του νησιού30. Οι ποσότητες αυτές των σιτηρών μαζί με άλλα είδη τροφίμων και κρασιού που τα μικρότερα νησιά της επικράτειας τους υποχρεω­τικά έστελναν στη Ρόδο31, συνέβαλαν αναμφισβήτητα στην καλύτερη άμυνα κατά τις κρίσιμες πολιορκίες της Ρόδου από τους Μαμελούκους και τους Οθωμανούς, καθώς και στην αντιμετώπιση της σιτοδείας που η διακοπή, λόγω των πολεμικών εντάσεων, της εμπορικής επαφής με τις γειτονικές μικρασια­τικές ακτές κατά καιρούς προκαλούσε32. Παρότι ο κίνδυνος πολιορκίας του νησιού είχε, μετά την ολοκλήρωση της οθωμανικής κατάκτησης του Αιγαίου, ουσιαστικά εκλείψει και παρά το γεγονός ότι οι Οθωμανοί —αντίθετα από τους Ιππότες— μπορούσαν να υπολογίζουν σταθερά στα αποθέματα τροφί­μων των μικρασιατικών ακτών, το μέτρο αυτό διατηρείται από τους νέους κατακτητές με μια βελτίωση: το αποθηκευμένο σιτάρι επικαλύπτεται με στρώμα ασβέστου, ώστε και η αποσύνθεση του να επιβραδύνεται και από τα ποντίκια και τα έντομα λιγότερο να καταστρέφεται33.

Αν η ίδρυση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων υπαγορευόταν από τις επιταγές της θρησκείας και από τους πολιτικούς στόχους της κάθε μιας από τις δυνά­μεις αυτές, η ήπια εσωτερική τους πολιτική τους επιβλήθηκε από λόγους που, παρά τις φαινομενικές τους διαφορές, μοιάζουν σημαντικά μεταξύ τους: για τους Ιωαννίτες τα νησιά του ΝΑ Αιγαίου βρίσκονταν απομακρυσμένα από τα φέουδα του Τάγματος στην Ευρώπη34, από τον Πάπα-προστάτη τους και από τις ευρωπαϊκές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να σταθούν σύμμαχες στο πλευρό τους. Αποκομμένοι σ’ ένα νησιωτικό χώρο κατοικημένο από «σχι­σματικό»35 ορθόδοξο ελληνικό πληθυσμό κατεσπαρμένο σε μια δεκάδα μικρών νησιών, σε άμεση γειτονία με τα μικρασιατικά παράλια στα οποία κυριαρ­χούσαν εχθρικά τουρκικά κρατίδια, οι Ιππότες είχαν να διαλέξουν δυο δρό­μους εσωτερικής πολιτικής: το δρόμο της σκληρής κεντρικής διακυβέρνησης ή το δρόμο της ήπιας διοίκησης που είχε ακολουθήσει και το Βυζάντιο ως προς τα νησιά και οι Σταυροφόροι στην Ανατολή, με την παραχώρηση δι­καιωμάτων αυτόνομης διαχείρισης στις τοπικές κοινότητες36. Η πρώτη επιλογή θα μπορούσε να έχει δυνατότητες επιτυχίας μόνο σ’ ένα πλαίσιο αριθ­μητικής και στρατιωτικής επάρκειας των κυριάρχων. Οι Ιωαννίτες, όμως, ποτέ δεν κατόρθωσαν να προσελκύσουν και το κυριότερο, να συγκρατήσουν επαρκές στρατιωτικό στοιχείο στις κτήσεις τους37 ενώ, ακόμα περισσότερο, δεν κατόρθωσαν να καλύψουν τις ναυτικές ανάγκες του κράτους τους.

Σώμα κατεξοχήν στεριανό38, με μικρή ναυτική πείρα και γνώση, το Τάγμα είχε να παρουσιάσει έναν ισχνό στόλο που μόλις επαρκούσε για μικρής κλίμακας επιχειρήσεις στο Αιγαίο39. Με το στόλο αυτό και σε συνθήκες συνε­χούς πολέμου μικρές πιθανότητες ελέγχου θα μπορούσε να έχει στα απομα­κρυσμένα και σπαρμένα σε μια δύσκολη θάλασσα νησιά του. Αντίθετα, η δια­κριτική παρουσία και παρέμβαση των Ιπποτών θα επέτρεπε στους νησιώτες —παρόλη την παρουσία των τοπικών, λατίνων κυρίως, φεουδαρχών— να αναπτύξουν τους δικούς τους, συμπληρωματικούς στο έργο του Τάγματος, μηχανισμούς άμυνας40, ενώ, ταυτόχρονα, το τελευταίο θα απέφευγε τις συ­χνές εξεγέρσεις που άλλες λατινοκρατούμενες ελληνικές περιοχές αντιμετώπι­ζαν41 και που το ίδιο κατά τις πρώτες δεκαετίες της εγκατάστασης του στην περιοχή είχε γνωρίσει42.

Κάτω από αυτούς τους συσχετισμούς οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννου επιλέγουν ένα ήπιο —για τα δεδομένα της δυτικής φεουδαρχίας— σχήμα διοίκησης των νησιών, συμβάλλοντας στην ευνομία και καλοδιοίκηση ενός καίριου γι’ αυτούς ανθρώπινου δυναμικού43. Και στα μικρά νησιά όπου η στρα­τιωτική τους παρουσία ήταν ισχνή και στα μεγάλα όπου διατηρούσαν τον όγκο των στρατιωτικών τους δυνάμεων, η τοπική αυτοδιοίκηση —αν και όχι πάντα ανεξάρτητη44—βρήκε τρόπους ανάπτυξης, οι κοινοτικές αρχές επω­μίσθηκαν σημαντικές λειτουργίες όπως αυτή της είσπραξης των φόρων45, ενώ οι τυχόν ατασθαλίες τοπικών φεουδαρχών αντιμετωπίσθηκαν με αυστηρότητα από τη Διοίκηση του Τάγματος46.

Όταν στα 1522 οι Οθωμανοί κατέλαβαν την περιοχή μπήκαν κι αυτοί μπροστά σε παρόμοιο δίλημμα: δε βρίσκονταν εκείνοι, βεβαίως, αποκομμένοι από τον κορμό της Αυτοκρατορίας τους. Η Μ.Ασία είχε προ πολλού γί­νει οθωμανική, το ίδιο και το μεγαλύτερο τμήμα της Βαλκανικής, ενώ οι στρατιωτικές επιτυχίες του πατέρα του Σουλεϊμάν, Σελίμ, οδήγησαν τα οθω­μανικά λάβαρα στη Συρία και στο Ιράκ, στην Αίγυπτο και στην Αραβία. Ο νησιωτικός, όμως, χώρος που μόλις κατέλαβαν παρουσίαζε για τους Οθω­μανούς προβλήματα συγκρίσιμα με εκείνα των Ιπποτών. Με μικρή παράδο­ση, όπως και οι Ιωαννίτες, στη θάλασσα, δυσκολεύονται, παρόλες τις λαμπρές προόδους του ναυτικού τους το 16ο αι.47, να εγγυηθούν την πλήρη ναυτική κάλυψη για τον έλεγχο της νεοκατακτημένης νησιωτικής περιοχής48, ακόμα περισσότερο όταν η κεντρική αυτή περιοχή αποτελεί την πρώτη της μεγάλη ναυτική κατάκτηση μέσα σ΄ ένα Αιγαίο που παραμένει εχθρικό, στόχος των μελλοντικών τους ναυτικών επιχειρήσεων. Η παρουσία των ισχυρών Γενοβέ­ζων στη Χίο και των Βενετών στην Κρήτη και την Πελοπόννησο δεν τους δίνει περιθώρια για λύσεις επανάπαυσης. Τα μικρά νησιά του ΝΑ Αιγαίου μπορούν μέσα από το σεβασμό των τοπικών τους παραδόσεων, με μια ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση και μια διακριτική παρουσία της οθωμανικής εξουσίας να μεταβληθούν σε φερέγγυα άκρα της Αυτοκρατορίας.

Τα ευρύτατα προνόμια, η ελαφριά φορολογία και η τοπική αυτοδιοίκηση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα ήταν η ευφυής επιλογή μιας κραταιάς Αυτο­κρατορίας που επιθυμούσε να διασφαλίσει την υποταγή δύσκολα ελέγξιμων υπηκόων. Έτσι, οι κοινότητες του ΝΑ Αιγαίου μετατρέπονται υπό τους Οθωμανούς σε ισχυρούς τοπικούς πολιτικούς φορείς· αυτές έχουν τη φροντίδα για κάθε κοινοτικό έργο, για την τήρηση της καθαριότητας, για το διορισμό αγροφυλάκων, τελάληδων και δασκάλων, για τη λειτουργία του λιμανιού και των παρατηρητηρίων49, για την εκδίκαση των διαφορών των αγροτών, για την είσπραξη των φόρων και για την ασφάλεια των μελών τους, την οποία επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ακόμα και με τη σύναψη συμφωνιών με ευρω­παϊκές δυνάμεις· οι συμφωνίες που συνήψαν στο 17ο αι. η Σύμη και η Πάτ­μος με τη Βενετία και τον Πάπα, αντιστοίχως, για την προστασία τους από τους πειρατές50 λένε πολλά για το βαθμό της ανεξαρτησίας της τοπικής αυ­τοδιοίκησης στα νησιά που μας ενδιαφέρουν. Το γεγονός ότι τόσο οι Ιππότες όσο και οι Οθωμανοί μικρήν αντίδραση από τους εντοπίους αντιμετώπισαν και κατά τις πρώτες, μόνον, δεκαετίες της εγκατάστασης τους στην περιοχή51 αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της ήπιας αυτής πολιτικής τους.

Η ισχνή ναυτική παράδοση που χαρακτηρίζει τόσο τους Οθωμανούς όσο και τους Ιωαννίτες αποτελεί απρόσμενη σύμπτωση αν αναλογισθεί κανείς τους ευρείς ναυτικούς στόχους και ανάγκες που, μετά την εγκατάσταση τους στο Αιγαίο, οι κατεξοχήν στεριανές αυτές δυνάμεις επρόκειτο να αντιμετωπίσουν. Για τους Ιωαννίτες η πρώτη τους αναγκαστική επαφή με τη θάλασσα χρονολογούνταν μόλις από το 1291 όταν με την εκδίωξη τους από τα Ιεροσόλυμα μετέφεραν την έδρα των δραστηριοτήτων τους στο νησί της Κύπρου52. Η γνώση του Αιγαίου ήταν πολύ ελλιπής και η επαφή τους με το υγρό στοι­χείο πολύ πρόσφατη για να μπορέσει να τους οδηγήσει στην επισήμανση της νέας τους έδρας, τη Ρόδο. Διαθέτοντας μόνο δύο δικά τους πλοία και ισχνή ναυτική γνώση οι Ιωαννίτες κινήθηκαν να καταλάβουν τα νησιά υπό την κα­θοδήγηση ενός καιροσκόπου γενοβέζου πειρατή, του Βινιόλο Βινιόλι53, για να κερδίσουν, στη συνέχεια, εγκαθιστάμενοι στην περιοχή, αργά αλλά σταθερά σε ναυτική γνώση και πείρα.

Η ναυτική ισχύς άργησε, οπωσδήποτε, να γίνει το χαρακτηριστικό του Τάγματος. Καθ όλη τη διάρκεια της διακοσάχρονης παραμονής στο ΝΑ Αι­γαίο ο στόλος τους παρουσιάζεται ισχνός σε σχέση με τις ανάγκες που προ­κύπτουν από τον, συχνότατα, απροσχημάτιστα πειρατικού χαρακτήρα ναυτικό τους αγώνα κατά των τουρκικών πλοίων, πειρατικών ή όχι, που κινούνται στην ευρύτερη περιοχή54. Για τις πολεμικές αυτές ανάγκες και για τις πάντα αυξημένες ανάγκες των μεταφορών και του εμπορίου τους, οι Ιωαννίτες σπάνια διαθέτουν περισσότερες από 5-6 γαλέρες55·για την ενίσχυση του στόλου τους χρειάζεται να προστρέχουν στις ναυτικές δυνάμεις των φιλικών τους πό­λεων της Ιταλίας, της Προβηγκίας και της Σικελίας56, ενώ για την επάν­δρωση των καραβιών τους θα στηριχθούν —όπως και οι προκάτοχοι τους Βυζαντινοί— στο έμπειρο ναυτικό δυναμικό της περιοχής, που ναυτολογούν μέσω του θεσμού της servitudo marina57.

  • Ενετική μεγάλη γαλέρα με τρία πανιά μεταφέροντας προσκυνητές στην Ιερουσαλήμ (Κόνραντ Grünenberg 1486/7)_wikipedia

Η παραδοσιακή αδυναμία των νομαδικής καταγωγής Οθωμανών στη θάλασσα θα τους αναγκάσει, αντίστοιχα, —όταν η δυναμική των κατακτή­σεων τους θα τους οδηγήσει σε σημαντικούς θαλάσσιους στόχους— να εμπι­στευθούν κατά το 16ο αι. τον ήδη εντυπωσιακό σε όγκο πολεμικό τους στόλο στο μεσογειακό εκείνο ναυτικό στοιχείο που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο και για την εγκατάσταση των Ιωαννιτών στη Ρόδο: τους πειρατές. Αρχηγοί του οθωμανικού στόλου θα τοποθετηθούν έμπειροι μουσουλμάνοι πειρατές, γνώ­στες των νερών και των παραλίων, της ναυτικής τέχνης και της καταδρομής, που θα είναι σε θέση να οδηγήσουν τον επανδρωμένο με στρατολογημένους χριστιανούς οθωμανικό στόλο στις περιφανείς επιτυχίες του στο Αιγαίο, στη Δ. Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα58· η κατάληψη της Ρόδου θα επιτευ­χθεί, ακόμα μια φορά, υπό την καθοδήγηση ενός παλαίμαχου πειρατή της περιοχής, του τούρκου Muslih al Din Kurd-Oglou59 το ίδιο όπως και η κα­τάληψη των Κυκλάδων που, μία δεκαετία αργότερα, θα πραγματοποιηθεί χάρις στην επιδέξια αρχηγία του οθωμανικού στόλου από τον περιώνυμο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, αρχιπειρατή των βορειοαφρικανικών παραλίων60. Και όπως στον πειρατή Βινιόλι δόθηκαν από τους Ιππότες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του, εκτεταμένα φέουδα στην περιοχή61, το ίδιο και οι Οθω­μανοί θα ανταμείψουν τον Μπαρμπαρόσα με τιμάρια και δικαιοδοσίες στο νησί της Ρόδου62.

Μπροστά στους μεγάλους ναυτικούς στόχους που η Οθωμανική Αυτο­κρατορία έθεσε κατά το 16ο αι., τα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα τα νησιά του ΝΑ Αιγαίου που καταλαμβάνονται ενωρίτερα, παρουσιάζονται, εκτός των άλλων, πολύτιμα γι’ αυτήν και για το ίδιο τους το ανθρώπινο δυναμικό· από εδώ, μέσα από μια διαδικασία υποχρεωτικής, επιλεκτικής και αμειβόμενης ναυτολόγησης —κατά τρόπο, δηλ. ανάλογο των πρακτικών και των μεθόδων της servitudo marina των Ιπποτών —θα αντληθούν, έναντι των ελευθεριών και της ελαφράς φορολογίας που παραχωρήθηκε στους νησιώτες, τα πληρώματα του στόλου της· από εδώ θα αντληθούν οι δυνάμεις που θα ενισχύσουν τα εκτεταμένα ναυπηγεία της και με ποικίλους τρόπους θα εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση του τεράστιου ναυπηγικού της προγράμματος63. Η εντατικότητα της εφαρμογής του θεσμού αυτού τόσο από τους Ιππότες όσο και από τους Οθωμανούς θα έχει, και στις δύο περιπτώσεις, την ίδια κατάληξη: θα εξελιχθεί σε πληγή για την καθημερινή ζωή των κατοίκων και θα ευθύνεται για τις αυξημένες τάσεις φυγής του ντόπιου πληθυσμού κατά το 15ο και 18ο, αντίστοιχα, αιώνες64.

Όπως και οι προκάτοχοι τους Ιωαννίτες Ιππότες65, οι Οθωμανοί θα αξιοποιήσουν την επίκαιρη θέση της Ρόδου και τις ναυπηγικές γνώσεις των νησιωτών προκειμένου να αναθέσουν στην περιοχή τη συντήρηση σε ετοιμο­πόλεμη κατάσταση ενός αριθμού των πολεμικών τους πλοίων66 με κύριο στόχο να χτυπήσουν την παλιά πληγή της περιοχής, την πειρατεία67. Ο στόχος αυ­τός παρουσιάζεται επιτακτικά απαραίτητος για τους Οθωμανούς. Αν για τους Ιωαννίτες η άσκηση της πειρατείας εντασσόταν —ιδιαίτερα μετά το 1410— στο οικονομικό και πολεμικό τους πρόγραμμα68, για τους Οθωμανούς του 16ου αι., που ενδιαφερόταν για την εμπορική εξυπηρέτηση μιας μεγάλης με­σογειακής αυτοκρατορίας, η πειρατεία θεωρείται πληγή και σαν τέτοια αντι­μετωπίζεται από τον κραταιό οθωμανικό στόλο ώς τα μέσα, τουλάχιστον, του 17ου αι.69. Όπως οι Ιωαννίτες είχαν να αντιμετωπίσουν στα νερά της περι­φέρειας τους τους τούρκους πειρατές των μικρασιατικών παραλίων, το ίδιο και οι Οθωμανοί, αλλά και οι νησιώτες70 έχουν, από τα μέσα, κυρίως, του 17ου αι., να αντιμετωπίσουν τους ευρωπαίους πειρατές, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν για τη δράση τους, ως μαλτέζοι, πλέον, πειρατές, οι παλιοί γνώ­ριμοι της περιοχής, οι Ιωαννίτες Ιππότες71. Και όπως και οι Ιωαννίτες στον τελευταίο αιώνα της παρουσίας τους στο ΝΑ Αιγαίο επιτρέπουν τη μετατροπή της ναυτικής τους επικράτειας σε βάση δράσης ευρωπαίων και ντόπιων πει­ρατών και σε κέντρο δουλεμπορίου72, το ίδιο και οι Οθωμανοί θα διατηρή­σουν το δουλεμπορικό χαρακτήρα της αγοράς της Ρόδου73, θα χαλαρώσουν από τα μέσα του 17ου αι. τα μέτρα αστυνόμευσης των θαλασσών74 και θα αντιμετωπίσουν, συχνά, με νέα οικονομική ματιά τη δραστηριότητα των ευ­ρωπαίων πειρατών στο Αιγαίο και στα νερά της Δωδεκανήσου75.

Αν η ισχνή ναυτική παράδοση και των δύο δυνάμεων προκαλεί έκπληξη, η παρόμοια στάση τους ως προς τα θέματα χρήσης και διανομής της γης και ως προς τη μεταχείριση των εντοπίων αγροτών δε μοιάζει ανεξήγητη. Εγκαθιστάμενοι στην περιοχή αντιμετώπισαν και οι δυο —με δύο περίπου αιώνων διαφορά— μια ανάλογη κατάσταση: η δίχρονη πολιορκία της Ρόδου από τους Ιππότες απογυμνώνει το κεντρικό νησί της περιοχής από σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του· οι 10.000 κάτοικοι που υπολογίζεται να έχουν απομείνει στα 1309 πάνω στο εύφορο και μεγάλο νησί76 δεν είναι, ασφαλώς, αρκετοί για να καλύψουν τις καλλιεργητικές και αμυντικές ανάγκες των νέων κατακτητών, ακριβώς όπως δεν είναι αρκετοί να καλύψουν τις αντίστοιχες ανάγκες των Οθωμανών οι 15.000 περίπου κάτοικοι που εναπομένουν στο νησί το 1522 μετά τη σκληρή πολιορκία της πόλης και τη φυγή 4-5.000 ατόμων στη Δύση77.

Και το 1309 και το 1522 η ύπαιθρος χώρα της Ρόδου, αλλά και σε αναλογία και τα άλλα νησιά της περιοχής, παρουσίαζαν σημαντικά κενά δημο­γραφικής κάλυψης που και οι δύο κατακτητές έχουν κάθε λόγο να επείγονται να καλύψουν· οι κενές διαθέσιμες γαίες, αλλά και άλλες που αποσπώνται από τους εντοπίους καλλιεργητές78, τους δίνουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν προς εκείνους που θα μπορούσαν με την παρουσία και τη δράση τους στο νησί να ενισχύσουν την αριθμητική εκπροσώπηση των κυριάρχων και την άμυνα της περιοχής: οι Ιωαννίτες προς τους Ευρωπαίους79 και οι Οθωμανοί προς τους ομοθρήσκους τους της μικρασιατικής, κυρίως, γης80. Και η προσφορά γίνεται με όρους και στις δύο περιπτώσεις παρόμοιους που και οι δύο δυνά­μεις γνωρίζουν από το πέρασμα τους από την Εγγύς Ανατολή: οι Ιωαννίτες από τη ζωή και τη δράση τους στη Συρία81 και Οθωμανοί από τη μακραίωνη συμβίωση τους με τους λαούς και τους πολιτισμούς της Ανατολής82: τα κτή­ματα —που ανήκουν στην κυβερνώσα αρχή, το Τάγμα στην περίπτωση των Ιπποτών83 και στο Σουλτάνο στην περίπτωση των Οθωμανών84— παραχω­ρούνται για διαρκή χρήση στους επήλυδες με την υποχρέωση στρατιωτικής προσφοράς, χωρίς το δικαίωμα απαλλοτρίωσης ή πώλησης85. Και, όπως το Τάγμα των Ιωαννιτών φροντίζει να περιορίζει τις αυθαιρεσίες των κατά τό­πους φεουδαρχών και να ελέγχει τα όρια της διοικητικής και οικονομικής ασυδοσίας τους80, το ίδιο και ο συστηματικός κεντρικός έλεγχος των τιμαριωτών επιτυγχάνει, κατά την περίοδο της ακμής της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, να εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό την καλλιέργεια της γης, αλλά και την προστασία των αγροτών87.

Δεν είναι παράξενο που οι Οθωμανοί πετυχαίνουν καλύτερα και μονιμότερα αποτελέσματα στην προσπάθεια τους αυτή. Η εγκατάσταση τους εδώ μπορεί, μέσα στις συνθήκες της εκπληκτικής ισχύος τους το 16ο αι., να προ­σφέρει στους νέους τιμαριούχους τη σιγουριά μιας καλής οικονομικής προο­πτικής και την ασφάλεια της καθημερινής τους ζωής. Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, που καλούνται να καλλιεργήσουν τα προσφερόμενα από το Τάγμα κτή­ματα, γνωρίζουν πολύ καλά πως πρόκειται να μετακινηθούν προς μία μακρινή περιοχή στην οποία ο πόλεμος είναι μια καθημερινή πιθανότητα. Μία μόνο δυνατότητα μοιάζει ελκυστική για έναν Ευρωπαίο στη Ρόδο κι αυτή δεν είναι άλλη από το εμπόριο. Συνειδητοποιώντας το αυτό οι Ιωαννίτες υποχωρούν· τα κτήματα παρέχονται για διαρκή καλλιέργεια αντί χρηματικού ενοικίου, που αντικαθιστά την υποχρέωση παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών και που επι­τρέπει στον επήλυδα να επωφεληθεί από τις δυνατότητες επιχειρηματικής και εμπορικής δραστηριότητας της περιοχής88.

Αν για την προσέλκυση των εξ Ευρώπης ή εξ Ανατολής τιμαριούχων και οι δύο δυνάμεις επιδεικνύουν ζήλο και φροντίδα, εξίσου δεν τους διαφεύγει της προσοχής και η αναγκαιότητα της ένταξης των εντοπίων χωρικών σε ένα σχήμα αγροτικών σχέσεων που και την ευπρεπή ενασχόληση τους με τη γη να εξασφαλίζει και την αξιοπρεπή ανθρώπινη υπόσταση τους να εγγυάται. Οι ελεύθεροι και οι κάτοχοι ιδιόκτητης γης γεωργοί αποτελούν μια πραγμα­τικότητα για την ύπαιθρο των μεγάλων νησιών τόσο υπό τους Οθωμανούς όσο και υπό τους Ιππότες89. Οι αγγαρείες —βαριές για τις αμυντικές ανάγ­κες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Ιπποτών90— περιορίζονται στον αγροτικό και κοινοτικό τομέα και από τις δύο δυνάμεις σε λίγες ημέρες το χρόνο91, ενώ ιδιαίτερα ευεργετική για την ανάκαμψη των φυσικών και ηθικών δυνά­μεων των ταλαιπωρημένων από τη σκληρή πολιορκία κατοίκων θα πρέπει να υπήρξε η πεντάχρονη απαλλαγή από κάθε είδους φορολογία και αγγαρεία που ο νικηφόρος Σουλεϊμάν στους νέους του υπηκόους προνομιακά παρεχώρησε92, όπως ακριβούς έπραξε, με τους ίδιους στόχους, στα 1480 ο Μέγας Μάγιστρος D’Aubusson, μετά τη νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης του Μωάμεθ του Πορθητή κατά του νησιού93. Τα μικρότερα νησιά, που επί Ιπποτών θα ζήσουν με την παρουσία του φεουδάρχη94, στην οθωμανική περίοδο θα προχωρήσουν βήματα μπροστά: ανεπηρέαστα από την οθωμανική παρουσία θα αφεθούν ελεύ­θερα να διαμορφώσουν το δικό τους κτηματολόγιο και να καθορίσουν μέσα από τις κοινοτικές διαδικασίες τη χρήση της γης95.

Οι ευνοϊκές αυτές συνθήκες της αγροτικής ζωής θα έχουν το ευεργετικό τους αποτέλεσμα στην τοπική αγροτική παραγωγή. Η εύφορη γη δίνει τους καρπούς της και οι αγορές της περιοχής εφοδιάζονται ικανοποιητικά με αυ­τούς96, εκτός από τις περιόδους σιτοδείας που —αν και εμφανίζονται κατά καιρούς97— δεν αποτελούν, και στις δύο περιόδους, το χαρακτηριστικό της τοπικής αγοράς. Στον τομέα της ενίσχυσης της τοπικής αγοράς τροφίμων οι Οθωμανοί βρίσκονταν, ασφαλώς, σε πλεονεκτικώτερη από τους Ιππότες θέση. Κι αυτό γιατί η πολύτιμη για τα αποθέματα τροφίμων και δημητριακών γει­τονική Μ. Ασία και οι προσιτές ακτές της Συρίας και της Αιγύπτου δεν απο­τελούν για τους Οθωμανούς, όπως για τους Ιππότες, εχθρικό έδαφος, αλλά τμήμα οργανικό της Αυτοκρατορίας τους, τόπο καθημερινών ανεμπόδιστων επαφών και συναλλαγών.

Για τους Ιωαννίτες η απομόνωσή τους στο νησιωτικό χώρο που τα πράγματα τους οδήγησαν ήταν δεδομένη. Και δεν ήταν τόσο η απόσταση που τους χώριζε από τα πλούσια και εκτεταμένα τους φέουδα στην Ευρώπη, ούτε ότι η δράση τους αναπτυσσόταν σε μια περιοχή που γινόταν όλο και περισ­σότερο τουρκική και όλο και λιγότερο χριστιανική. Ήταν και ο ίδιος τους ο αυτοπροσδιορισμός και η ίδια τους η προϊστορία που στεκόταν εμπόδιο σε μια προσφορότερη ένταξη στο χώρο της δράσης τους και της κυριαρχίας τους. Ο εκπεφρασμένος σκοπός του Τάγματος ήταν ο Ιερός πόλεμος κατά των απί­στων μουσουλμάνων, η ανάκτηση των Αγίων τόπων, η απώθηση του εχθρού πέρα από τις ιερές περιοχές της Χριστιανοσύνης98. Αυτός ο σκοπός αποτέλεσε το χαρακτηριστικό του Τάγματος· χάρις σ’ αυτόν απέκτησε με δωρεές τα εκτεταμένα του φέουδα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη99 και έγινε δεκτό και σεβαστό από διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις με πρώτο του προστάτη και χρη­ματοδότη του Πάπα της Ρώμης.

Με αυτόν τον σταυροφορικό τους χαρακτήρα οι Ιωαννίτες δεν μπορούσαν —όσο και αν το επιθυμούσαν και η ανάγκη για προμήθεια τροφίμων και για εμπόριο το ζητούσε— να βρίσκονται σε παρατεταμένα καλές σχέσεις με τις μουσουλμανικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν όλο και περισσότερο στους πιο πολύτιμους για την επικράτεια τους τόπους επικοινωνίας, τη Μ. Ασία και την Αίγυπτο. Αν και η ανάγκη οδηγεί σε περιόδους ειρήνης και σεβασμού των εμπορικών συνθηκών που στη διάρκεια της συνάπτονται100, οι Ιππότες ούτε θέλουν — λόγω των τεράστιων κερδών που αποκομίζουν από τη λεία των πειρατικών τους επιθέσεων κατά των τουρκικών πλοίων101— αλλά ούτε και μπορούν να χαλαρώσουν τη δράση τους: περίοδοι ανάπαυλας ακολουθούνται από πιέσεις εκ μέρους του Πάπα και από απειλές για διακοπή της χρηματο­δότησης με ταυτόχρονη απαίτηση πληρωμής των προηγουμένων τους χρεών102. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και, φυσικά, κάτω από την πίεση της επιθετικότητας των Τούρκων, θα διεξαχθούν οι δεκάδες πειρατικού χαρακτήρα επιχειρήσεις τους κατά τουρκικών ναυτικών στόχων στη θάλασσα και οι μεγαλύτερες επι­χειρήσεις στη Σμύρνη και στην Αίγυπτο103, που θα αποκόψουν για τα νησιά του ΝΑ Αιγαίου ακόμη περισσότερο τον προς ανατολάς δρόμο.

Ο σταυροφορικός αυτοπροσδιορισμός των Ιωαννιτών δεν είναι το κατάλ­ληλο προσόν για μια νησιωτική δύναμη της Α. Μεσογείου. Με δεδομένη τη δύναμη και επεκτατικότητα του οθωμανικού στοιχείου και τον καίριο εμπο­ρικό ρόλο της θαλάσσιας αυτής λεκάνης, μια ευρωπαϊκή δύναμη που θα επι­θυμούσε να παίξει έναν ευρύτερο ρόλο στο χώρο αυτό θα έπρεπε να πλησιάζει το βενετσιάνικο ή γενοβέζικο πρότυπο: να συνδυάζει δηλ. τη μεγάλη εμπο­ρική παράδοση και το δυναμικό εμπορικό στόλο με την ετοιμοπόλεμη πολε­μική μηχανή. Οι Ιππότες, αντίθετα από το πρότυπο αυτό, απαγορεύεται να ασχολούνται ως άτομα με το εμπόριο, το οποίο επιφυλάσσει μόνον για τον εαυτό του ως σώμα το Τάγμα104· αντίθετα, επίσης, από το ίδιο πρότυπο, οι Ιωαννίτες διαθέτουν κυρίως μία παράδοση, την πολεμική, και, μάλιστα, στο λιγότερο πρόσφορο για μια νησιωτική δύναμη πεδίο, τη στεριά. Εξαρτημένοι, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, από τον Πάπα και τους φλωρεντινούς χρηματιστές για τα δάνεια και τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων τους105, οι Ιππότες προσπαθούν να διαμορφώσουν τη φυσιογνωμία παρέμβασής τους σ’ ένα χώρο του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό παραμένει το υγρό στοιχείο και η ναυτιλιακή σημασία του.

Η σύνδεση των Ιπποτών με την ευρωπαϊκή μήτρα είναι, λοιπόν, πολλαπλή και η σχέση τους με την ευρύτερη όμορη περιοχή κυρίως πολεμική. Η πόλη της Ρόδου περιστοιχίζεται με τείχη θαυμαστά, ενώ δεκαεπτά κάστρα υπερα­σπίζουν την ύπαιθρο της και πολλά άλλα τα σημαντικώτερα από τα νησιά και παράλια της περιοχής106· στο ναυπηγείο της Ρόδου κτίζονται νέα καρά­βια και επισκευάζονται τα παλαιά107, τα πλοία στις θάλασσες και οι βιγλάτορες στη στεριά αγρυπνούν για την αντιμετώπιση της ερχόμενης επίθεσης108.

Το λιμάνι και η πόλη της Ρόδου δεν περιορίζονται, ωστόσο, στο ρόλο του εφαλτηρίου για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ιπποτών. Η επίκαιρη θέση τους στο χώρο της Α. Μεσογείου, η ασφάλειά τους και η κατοχή τους από μια ευρωπαϊκή δύναμη προσελκύουν εδώ κατά εκατοντάδες τα ευρωπαϊκά εμπορικά πλοία με κυριώτερα ανάμεσα τους εκείνα της Γένοβας και της Αραγωνίας, της Προβηγκίας και της Καταλωνίας109. Τα βενετσιάνικα πλοία επί­σης δεν απουσιάζουν, οι συχνά, όμως, ψυχρές σχέσεις του Πάπα με τη Γα­ληνοτάτη και η ισχυρή θέση των Γενοβέζων και Φλωρεντινών ανταγωνιστών τους στη Ρόδο αποθαρρύνουν τους Βενετούς από την έντονη εμπορική δραστη­ριοποίηση τους στο νησί110 και τους τοποθετούν, συχνά, σε θέση παρατηρητή κατά τις πολεμικές περιπέτειες των Ιωαννιτών111. Οι Γενοβέζοι, αντίθετα, και οι Φλωρεντινοί —που, ο καθένας με άλλον τρόπο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εγκατάσταση των Ιπποτών στην περιοχή112— βρίσκονται σε θέση ισχύος και παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή της περιοχής.

Η παρουσία των ευρωπαίων αυτών εμπόρων, κεφαλαιούχων και επιχει­ρηματιών έρχεται να συνδυασθεί και να πλαισιώσει την οικονομική δραστηριό­τητα που το ίδιο το Τάγμα αναπτύσσει με βάση τις αγροτικές και βιοτεχνι­κές του επιχειρήσεις· η ζάχαρη από τα κτήματα του Τάγματος στη Ρόδο και στην Κύπρο, το σαπούνι από τις σαπωνοποιίες του Τάγματος στη Ρόδο όπως και τα προϊόντα της ροδιακής δαντελουργίας και υφαντικής εξάγονται, μέσω των εξαγωγικών επιχειρήσεων του Τάγματος και των ευρωπαίων εμπόρων113, στη Δύση, σε φραγκοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και στην Αίγυπτο, όπου το Τάγμα διατηρεί πρόξενο114. Παράλληλα με τις επι­χειρήσεις αυτές το Τάγμα επιδίδεται και στο επικερδές εμπόριο των δούλων για το οποίο βρίσκεται σε θέση προνομιακή μια και στη δουλεμπορική αγορά της Ρόδου μπορεί να διοχετεύσει τόσο τους δεκάδες δούλους που τα πλοία του συνελάμβαναν κατά τις επιθέσεις τους εναντίον των τουρκικών ναυτικών στόχων, όσο και το 1/10 της λείας των υπολοίπων ροδίων πειρατών, το οποίο οι τελευταίοι υποχρεώνονταν να παραδώσουν εν είδει φόρου στο Τάγμα115.

Η ισχυρή δυτικοευρωπαϊκή εμπορική και χρηματιστική παροικία, ενισχυ­μένη από τα προνόμια που της παραχωρούνται από το Τάγμα116, αναπτύσσει τη δραστηριότητα της μέσα στα ασφαλή τείχη της Ρόδου. Οι προβηγκιανοί, καταλανοί, ναρμπονέζοι, γενοβέζοι, φλωρεντινοί επιχειρηματίες και ναυτικοί που κατοικούν στη συνοικία Burgum συμβάλλουν στον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της πόλης117, παρασύρουν το νησί σε ένα ζωντανό οικονομικό ρυθμό και το συνδέουν οικονομικά με τους κόμβους εμπορίου της Δύσης, αλλά, και —στο βαθμό που οι συνθήκες το επιτρέπουν— και της Ανατολής118. Κοντά σ’ αυτούς κινούνται και οι ντόπιοι έμποροι, που κερδίζουν μια θέση στη ροδίτικη, ιπποτική ή όχι, κοινωνία119. Εκτελώντας σημαντικό τμήμα των εμπορικών επα­φών με τη γειτονική Μ. Ασία, αλλά και τη Συρία120 οι ροδίτες έμποροι συμβάλλουν στη σύνδεση της δωδεκανησιακής οικονομίας με τις γειτονικές ακτές της ασιατικής ηπείρου προς τις οποίες κινούνται, σε καιρούς ειρήνης, και τα λιγοστά εμπορικά πλοία του Τάγματος121. Η επαφή των ροδίων εμπόρων με τις επιχειρηματικές μεθόδους των ευρωπαίων συναδέλφων τους οπωσδήποτε συνέβαλε στο να καταστεί το στρώμα αυτό της δωδεκανησιακής κοινωνίας —το ίδιο όπως και το στρώμα των οικοδόμων122— μία από τις ομάδες εκεί­νες123 του ντόπιου πληθυσμού που κέρδισαν σε πείρα και γνώση από τη μα­κροχρόνια ιπποτική κατοχή.

Με το ειδικό βάρος που το εμπόριο, η οικονομική άνεση και η επαφή με την εξουσία τους προσδίδει, οι πλέον ισχυροί από τους έλληνες αυτούς ροδίτες εμπόρους βρίσκουν δίοδο προσπέλασης στην κατοχή γης και φέου­δων124· όχι, όμως, και στο ίδιο το Τάγμα. Η απαραίτητη προϋπόθεση ευγενι­κής καταγωγής από γονείς καθολικού θρησκεύματος με αποδεδειγμένο νήμα ευγενείας για τουλάχιστον τέσσερεις γενεές που ίσχυε προκειμένου να γίνει κανείς δεκτός σ’ αυτό125 εξασφάλιζε τον αποκλειστικά ευρωπαϊκό χαρακτήρα του Τάγματος αποκλείοντας σταθερά και συνειδητά τους εντοπίους126 από τη συμμετοχή τους στο κυρίαρχο σώμα της κοινωνίας τους. Η προνομιακή εξαί­ρεση των νησιωτών από τη στρατολόγηση στο σώμα των Γενιτσάρων127 λει­τούργησε, κατά τον ίδιο τρόπο: αποτρεπτικά για την ένταξη κάποιων από αυτούς στον κορμό του διοικητικού και στρατιωτικού δυναμικού της Αυτο­κρατορίας, ο οποίος επανδρωνόταν την εποχή αυτή σχεδόν αποκλειστικά από τα μέλη του περίφημου αυτού οθωμανικού σώματος128.

Το κοσμοπολίτικο περιβάλλον και οι εμπορικοί προσανατολισμοί της Ρόδου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, έμελλε να μεταβληθούν σημαντικά στις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας. Με την κατάκτηση, Ιππότες και δυτικοευρωπαίοι εγκαταλείπουν το νησί129 και μαζί μ’ αυτό τον κεντρικό οι­κονομικό και πολιτικό τους ρόλο στα πράγματα του ΝΑ Αιγαίου. Η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα αποκόβονται από τον ομφάλιο λώρο που τα συνέδεε με τη Δύση και, εντάσσονται, στον κορμό μιας αυτοκρατορίας που, παρότι εκ­τείνεται σε τρεις ηπείρους, παραμένει βαθιά ανατολική και ασιατική. Μέσα σ’αυτήν την αυτοκρατορία η οικονομία της περιοχής βρίσκει το νήμα της σταθερής και απρόσκοπτης σύνδεσης της με την εύφορη Μ. Ασία, με τα λι­μάνια της Αιγύπτου και της Συρίας, με την κοσμοπολίτικη Σμύρνη και την πολυάνθρωπη Κωνσταντινούπολη. Με τη συνεπικουρία των γεωργικών ειδών της γειτονικής Μ. Ασίας η εσωτερική αγορά αναπτύσσεται μεταβάλλοντας τον προσανατολισμό του μεγαλύτερου τμήματος του δωδεκανησιακού εμπορίου προς την τεράστια ενδοοθωμανική αγορά. Τα προϊόντα που εξάγονται δεν είναι, πια, η ζάχαρη και το σαπούνι που, επί Ιπποτών η Ευρώπη απορροφά130, αλλά η ξυλεία και οι χυμοί φρούτων που ζητά η Αίγυπτος, τα φρούτα, οι χυμοί και τα κρασιά που ζητά η Κωνσταντινούπολη, το κερί, το μέλι, τα σφουγγά­ρια, τα αμύγδαλα και τα βελανίδια που απορροφά η Σμύρνη131. Με εξαίρεση το στάρι132, τα αγροτικά δωδεκανησιακά προϊόντα μπορούν, μέσα στις συνθή­κες της Pax ottomanica, να διοχετευθούν στην αγορά, αποδεσμεύοντας στο εμπόριο είδη όπως το κρασί, το λάδι, τα παστά, το νίτρο και τα άλογα τα οποία επί Ιπποτών δεσμεύονταν από περιορισμούς εμπορίας και εξαγωγής133.

Οι νέοι εμπορικοί ορίζοντες και πραγματικότητες διαφοροποιούν, ενι­σχύουν ή αποδυναμώνουν πλευρές των παραγωγικών δραστηριοτήτων που επί Ιπποτών αναπτύσσονταν. Αντίθετα από τη σαπωνοποιία που συνεχίσθηκε να ασκείται και επί Οθωμανών134, η καλλιέργεια της ζάχαρης, που ήκμασε επί Ιπποτών ως κρατική παραγωγική δραστηριότητα, διακόπτεται —όπως φαί­νεται από τη σιωπή των πηγών— με την αποχώρηση των τελευταίων. Στον τομέα των κρατικών τοπικών επενδύσεων οι Οθωμανοί θα επικεντρώσουν την προσοχή τους στον κλάδο της κατασκευής ενδυμάτων: την εκμετάλλευση των δύο κρατικών εργαστηρίων κατασκευής ενδυμάτων της Ρόδου αναθέτει ο Σουλεϊμάν σε εκμισθωτές, συνήθως Εβραίους, ιδιώτες, ακριβώς όπως και οι Ιππότες αναθέτουν την εκμετάλλευση των σαπουνοποιείων τους σε ιδιώ­τες, οι οποίοι καταβάλλουν στο Τάγμα μίσθωμα ανάλογα με τις «καζανιές» παραγωγής τους135.

Η συνέχιση της παραγωγής μεταξιού και βαμβακιού136 εξασφαλίζει και τη συνέχιση των ακμαζόντων επί Ιπποτών κλάδων υφαντουργικής βιοτεχνίας και οικοτεχνίας: τα περίφημα έργα κεντητικής και δαντελλοποιίας της ιππο­τικής Ρόδου εξακολουθούν και επί Οθωμανών να παράγονται το ίδιο θαυμαστά από τα χέρια των γυναικών της Ρόδου και της Λίνδου137, ενώ η βιοτεχνία υφασμάτων και ετοίμων ενδυμάτων, που, επί Ιπποτών, πραγματοποιούσε εξα­γωγές προς την Κύπρο138, γνωρίζει επί Οθωμανών ανάπτυξη, λόγω των δυ­νατοτήτων εξαγωγής στη Μ. Ασία139. Η σανδαλοποιία και η βυρσοδεψία της Ρόδου140, η κεραμουργία της Λίνδου, του Αρχάγγελου και της Πάτμου141, η παραγωγή ροδόσταμου στη Ρόδο142, η εξόρυξη θείου στη Νίσυρο143, η γυψωρυχία στην Κάσο144, η σπογγαλιεία και η συναφής υποβρύχια ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα των Συμιακών και άλλων νησιωτών145, η καλτσοποιία της Πάτμου με τη συνεχιζόμενη εξαγωγή προς την Ιταλία, αλλά και τη Σμύρνη146, η βαρελοποιία της Κω που εξυπηρετεί τις έντονες ανάγκες με­ταφοράς των εξαγομένων προς τα μεγάλα κέντρα της Αυτοκρατορίας χυμών φρούτων147— είναι ορισμένες από τις παραγωγικές δραστηριότητες που χαρα­κτηρίζουν τη νέα οικονομική περίοδο που η οθωμανική κατάκτηση ανοίγει για τα νησιά του ΝΑ Αιγαίου148.

Νέα στρώματα τεχνιτών δημιουργούνται σε αντιστάθμισμα των απωλειών του οικοδομικού κλάδου της Ρόδου, που, μη έχοντας, πια, επαύλεις, κάστρα και προμαχώνες να κτίσει149, αρκείται στην καθημερινή οικοδομική δραστη­ριότητα και σε κάποια ευκαιριακή συμβολή στα μεγάλα οικοδομικά έργα των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη150. Κοντά σ΄ αυτούς έρχεται να προστεθεί το όλο και αυξανόμενο δυναμικό εργατών και τεχνιτών που η σημαντική ανά­πτυξη της ναυπηγικής στην περιοχή θα δημιουργήσει: αντίθετα από την επο­χή των Ιπποτών, η ναυπηγική δραστηριότητα δε θα περιορισθεί σε λίγες κα­τασκευές και πολλές επισκευές στο λιμάνι της Ρόδου151· στη Ρόδο, στην Κω και στην Αλικαρνασσό θα λειτουργήσουν κρατικά ναυπηγεία και θα πραγμα­τοποιηθούν ναυπηγήσεις πολεμικών αλλά και εμπορικών πλοίων152, ενώ οι δραστήριοι ταρσανάδες των νησιών θα αναδείξουν τη Σύμη και την Πάτμο, την Κάσο και το Καστελλόριζο, τη Λέρο και τη Ρόδο σε ναυτιλιακές δυνάμεις της περιοχής του Αιγαίου153. Και, φυσικά, τα μεγάλα κεντρικά ναυπηγεία της Αυτοκρατορίας, που ελκύουν τεχνίτες ακόμη και από τα ναυπηγεία της βενετοκρατούμενης Κρήτης154, προσφέρουν πάντα για τους ναυπηγούς της Αυ­τοκρατορίας έναν χώρο άσκησης της περιζήτητης τέχνης τους.

Το ελληνικό ναυτικό στοιχείο —που επί Ιπποτών θα βρει λίγες ευκαιρίες να αναπτυχθεί155— μπορεί πια, χάρις στις δυνατότητες της ευρείας, κοντινής, οικείας και ομοιόμορφης αγοράς που η ένταξη στον κορμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του προσφέρει— να αναπτύξει τις πολύπλευρες δυνατότητες του σε ρόλο δυναμικό και πρωτεύοντα. Το νέο γεωγραφικό πλαίσιο δράσης καθιστά τη ναυτιλιακή δραστηριότητα προσπάθεια προσιτή που δεν εγγίζει τα όρια της παράτολμης περιπέτειας. Το ζητούμενο δεν είναι, πια, η επαφή με τη μακρινή Δύση, το ταξίδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας· είναι το ημερήσιο ταξίδι στην Αλικαρνασσό και την Αττάλεια, το εβδομαδιαίο στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια, σε περιοχές, όπου η ελληνική παρουσία και γλώσσα συνεπικουρούν στις συναλλαγές, μέσα από μια θάλασσα σχετικά ασφαλή την οποία, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 17ου αι.. αστυνομεύει ικανοποιητικά ο οθωμανικός στόλος156. Είναι, τέλος, η ίδια η οθωμανική διοίκηση που ξέρει να χρησιμοποιεί προς όφελος της το πιο έμπειρο από το εντόπιο ναυτικό δυναμικό, όπως τους Συμιακούς —παλιούς γνώριμους των θαλασσών και επί ιπποτών— που διεκπεραιώνουν με τα ταχύτατα πλοιά­ριά τους τις ταχυδρομικές ανάγκες της157.

Οι νέες αυτές δυνατότητες ενδοοθωμανικής εμπορικής δράσης και ναυσι­πλοΐας ενισχύουν τις παραδοσιακές ναυτικές γνώσεις των Δωδεκανησίων και δημιουργούν ένα πολυάριθμο σώμα έμπειρων ναυτικών158 που είναι σε θέση να αποτολμήσει με νέους όρους και συνθήκες το ταξίδι της Ιταλίας· τους Πάτμιους ναυτικούς —που και παλαιότερα, χάρις στα προνόμια που εξασφά­λιζαν λόγω του μεγάλου μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη, πραγματοποιούσαν το ταξίδι αυτό159—θα ακολουθήσουν το 17ο αι. οι Καστελλοριζιοί, αλλά και οι Ρόδιοι συνάδελφοί τους160. Και όλοι μαζί πλημμυρίζουν το λιμάνι της Αλε­ξάνδρειας καλύπτοντας με τα πλοία τους το μεγαλύτερο μέρος της κίνησης του μεγάλου αυτού μεσογειακού λιμανιού161.

Οι θάλασσες και τα παράλια που ανοίχθηκαν στους νησιώτες με τη νέα πραγματικότητα της οθωμανικής κατάληψης καθώς και η ευνοϊκή φορολο­γική θέση των Ροδίων και των Κώων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα162, αποθαρρύνουν τη δράση των ευρωπαίων εμπό­ρων στην παλιά τους βάση. Παρότι από πλευράς διοίκησης τους παρέχεται —όπως σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία— προστασία και ελευθερία δράσης163, οι λιγοστοί Βενετοί και Γάλλοι έμποροι που, μετά την κατάκτηση, επιχειρούν να αναπτύξουν τη δράση τους στη Ρόδο, δύσκολα μπορούν να επιβληθούν κα­θώς τα ντόπια εμπορικά στοιχεία τους συναγωνίζονται, πια, με καλύτερους όρους μειώνοντας τα περιθώρια επιτυχίας τους στην αγορά164. Δεν είναι, όμως, μόνον αυτό. Με τη μετάθεση των δρόμων της Ανατολής και το ζωντανό εμπό­ριο που αναπτύσσεται στο Αιγαίο, μια παλιά σημαντική θέση, η Σμύρνη, μετατρέπεται στο μεγάλο κέντρο εμπορίου της Μ. Ασίας συγκεντρώνοντας, αυτή, πια, τους ευρωπαίους εμπόρους, χρηματιστές και ναυτικούς εις βάρος παλαιότερων κέντρων όπως η Προύσσα, η Χίος και, φυσικά, η Ρόδος165.

Το ΝΑ Αιγαίο δεν αποτελεί, πια, τόπο ιδιαίτερα ελκυστικό για τον δυτικοευρωπαίο έμπορο. Παραμένει, όμως, τόπος προσέγγισης των ιστιοφό­ρων πλοίων που, με αυξανόμενους ρυθμούς, κινούνται ανάμεσα στα μεγάλα λιμάνια της Α. Μεσογείου. Στη Ρόδο, στην Κω και στο Καστελλόριζο ελλι­μενίζονται κάθε χρόνο εκατοντάδες πλοία, τόσο οθωμανικά όσο και ευρω­παϊκά, ενώ στα ναυπηγεία της Ρόδου και του Καστελλόριζου επισκευάζονται δεκάδες από αυτά166. Η έντονη αυτή λιμενική και ναυπηγοεπισκευαστική δρα­στηριότητα της Ρόδου θα αποτελέσει και την αιτία διαμόρφωσης κατά το 18ο αι. μιας νέας —κατά πολύ μικρότερης σε όγκο και σημασία— παροι­κίας ευρωπαίων: οι λίγες δεκάδες γάλλων και, δευτερευόντως, ιταλών τεχνι­τών που εγκαθίστανται στη συνοικία Νεοχώρι της ροδιακής πρωτεύουσας εργάζονται στο ναυπηγείο της πόλης ή εξυπηρετούν ως ράφτες, ωρολογοποιοί και ξενοδόχοι τους πολυάριθμους ευρωπαίους ναυτικούς που διέρχονται από το λιμάνι167. Κοντά σ’ αυτούς, ολιγάριθμοι ραγουζαίοι έμποροι θα προσπαθή­σουν τον ίδιο αιώνα να στήσουν μια επιχείρηση αλιείας και εκμετάλλευσης κοραλλιών, γωρίς, όμως, σημαντικά αποτελέσματα168.

Το ρόλο των γενοβέζων και φλωρεντινών εμπόρων της εποχής των ιπποτών είναι σε θέση, μέσα στις συνθήκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να αναλάβει μια παλιά για την περιοχή ανθρώπινη ομάδα που οι Οθωμανοί φρόντισαν να ενισχύσουν αριθμητικά και να υποβοηθήσουν οικονομικά: πρό­κειται για τους Εβραίους, που, με την εδώ μετακίνηση από το Σουλεϊμάν σεφαρδίτικου στοιχείου της Θεσσαλονίκης, της Σμύρνης, της Κωνσταντινού­πολης και της Ιερουσαλήμ και την προνομιακή εγκατάσταση του στην τειχισμένη πόλη169, μετατρέπονται σε δυναμικό στοιχείο της ζωής της Ρόδου, αλλά και ολόκληρου του ΝΑ Αιγαίου. Υπό τον νέο κατακτητή οι Εβραίοι μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς· δεν πρόκειται να γνωρίσουν ούτε τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό, ούτε τις εκρήξεις αντισημιτισμού που χαρακτήριζαν τις ευ­ρωπαϊκές κοινωνίες και, λιγότερο, τους Ιωαννίτες170. Στην Οθωμανική Αυτο­κρατορία και στην περιοχή μας οι Εβραίοι ζουν σε ασφάλεια, κλίμα εμπι­στοσύνης και ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς171· για να εξασφαλίσει την πρό­θυμη εγκατάσταση και δραστηριοποίηση τους στην περιοχή ο Σουλεϊμάν —όπως ακριβώς και οι Ιππότες στους εμπόρους του Monpellier και της Narbonne172— τους παρέχει μακροχρόνια φορολογική ελάφρυνση173 ανοίγον­τας τους το πεδίο της οικονομικής δράσης.

Η δράση τους δε θ’ αργήσει να επαναδραστηριοποιήσει τομείς της τοπι­κής οικονομίας που ήκμαζαν και επί Ιπποτών: θα γίνουν σιδηρουργοί και οινοπαραγωγοί, υφαντές και σαράφηδες του ναυτιλιακού αυτού κέντρου174· σ’ αυτούς ανατίθεται προνομιακά η εκμετάλλευση του θείου της Νισύρου175 που, επί Ιπποτών, ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης του εκάστοτε τοπικού φεουδάρχη176· αυτοί θα εισάγουν στην περιοχή τα ευρωπαϊκά υφάσματα που αγοράζουν στη Σμύρνη και μεταπωλούν στις γειτονικές ασιατικές αγορές177, διατηρώντας, έτσι, έστω και υποτονικά σε σχέση με την εποχή των Ιπποτών, το ρόλο της Ρόδου ως κέντρου εμπορίου υφασμάτων178, αυτοί θα συνδυασθούν, τέλος, με τους ομοθρήσκους τους του Λιβόρνο και της Αλεξάνδρειας συμβάλ­λοντας στο ευρύτερο άνοιγμα του εμπορίου της περιοχής σε Ανατολή και Δύση179.

Κοντά στους Εβραίους και μέσα στο οχυρωμένο τμήμα της πόλης της Ρόδου και της Κω συγκεντρώνεται και το μεγαλύτερο μέρος του μουσουλμα­νικού δωδεκανησιακού στοιχείου που, όπως και το εβραϊκό και, παλαιότερα, το ιπποτικό180, παρέμεινε σ’ όλη τη διάρκεια της οθομανικής κυριαρχίας στην περιοχή στοιχείο περισσότερο αστικό παρά αγροτικό181. Αντίθετα από την αποτυχημένη προσπάθεια προσέλκυσης δυτικοευρωπαϊκού στοιχείου για την ενίσχυση των γραμμών του Τάγματος στα Δωδεκάνησα182, η οθωμανική αντί­στοιχη πρακτική παρουσιάζεται πιο επιτυχής στους στόχους της και στα απο­τελέσματα της: ενώ οι Ιππότες με δυσκολία πετυχαίνουν τη διατήρηση του αριθμού τους σε 200-400 μάχιμους άνδρες183, οι Οθωμανοί, εκτός από λίγες εκατοντάδες ανδρών στους οποίους αναθέτουν σε περιόδους κινδύνου τη φύ­λαξη των τειχών της Ρόδου184, μεταφέρουν στα νησιά Ρόδο και Κω 1.200 μουσουλμανικές οικογένειες που εγκαθίστανται μέσα και γύρω από τις πρω­τεύουσες πόλεις τους και δίνουν το στίγμα του νέου κυρίαρχου στην περιοχή185. Ως διοικητικοί υπάλληλοι και ναυτικοί, έμποροι και αγρότες, τεχνίτες και πλοιοκτήτες186 οι μουσουλμάνοι κάτοικοι, που χαρακτηρίζονται για τη γλυκύτητά τους187, θα παίξουν το δικό τους ρόλο στην οικονομία και τη ζωή της περιοχής επεκτείνοντας τη δραστηριότητα τους και πέρα από τα όρια της εγκατάστασης τους που περιορίζεται, εκτός από τη Ρόδο και την Κω, σε πολύ μικρότερη κλίμακα, και στο Καστελλόριζο188.

Τα ιεροδιδασκαλεία και οι δημόσιες βιβλιοθήκες, με τα οποία οι μου­σουλμάνοι δωρητές, σουλτάνοι ή όχι, προικίζουν το μουσουλμανικό στοιχείο της Ρόδου, αποτελούν και την απαρχή της πρώτης οργανωμένης εκπαιδευτικής προσπάθειας στην περιοχή, αντίστοιχη της οποίας δεν έχει να επιδείξει, του­λάχιστον επί δωδεκανησιακού εδάφους189, το Τάγμα των Ιωαννιτών190. Οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες του αναπτυσσόμενου ελληνικού στοιχείου από το 17ο αι. και μετά, με την ίδρυση της σχολής της Πάτμου και άλλων δευτε­ρευόντων σχολείων191, θα θέσουν τις βάσεις μιας αργής αλλά σταθερής πο­ρείας της οργανωμένης εκπαίδευσης του κυρίαρχου αριθμητικά ελληνικού στοιχείου.

Η ανάπτυξη της παιδείας του ελληνικού στοιχείου δεν είναι άσχετη με τα προνόμια και τις ελευθερίες που αυτό απελάμβανε τόσο σε επίπεδο διοι­κητικό, όσο και σε επίπεδο εκκλησιαστικό, μέσω των προνομίων της Ορθό­δοξης Εκκλησίας κεντρικά192 και της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας ειδικά. Ο σεβασμός της ορθόδοξης Δωδεκανησιακής Εκκλησίας, των παραδόσεων της και της περιουσίας της —που ο Σουλεϊμάν κατά την κατάκτηση υποσχέθηκε και, σε γενικές γραμμές, ο ίδιος και η οθωμανική διοίκηση στους αιώνες που ακολούθησαν τήρησαν193— ήρθε να δράσει ενισχυτικά στο ορθόδοξο νησιω­τικό ελληνικό στοιχείο, που, αν και επί Ιπποτών δεν είχε γνωρίσει θρησκευ­τικές ταπεινώσεις194 αντίστοιχες με αυτές των ομοθρήσκων του στις βενετο­κρατούμενες ελληνικές περιοχές195, είχε κατά καιρούς έλθει αντιμέτωπο με τη μισαλλοδοξία της καθολικής εκκλησίας196. Δραστήριοι και ικανοί οι Έλληνες του ΝΑ Αιγαίου είναι σε θέση, αξιοποιώντας κάθε θετικό στοιχείο της νέας κατάστασης, να αναπτύξουν τις δραστηριότητες τους και να στερεώσουν τη φυσιογνωμία τους, έτσι ώστε να αναδειχθούν κυρίαρχοι στον ευρύτερο γεω­γραφικό τους χώρο.

 

Παραπομπές

 

  1. Η. Inalcik, «The Rise of the Ottoman Empire», The Cambridge History of Islam, eds. P. M. Holt, A. S. Lambton, B. Lewis, 1970, τ. 1, σ. 300.
  2. A. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes, 1306-1421», A History of the Crusades, ed. Κ. Setton, 1975, τ. 3, σ. 282.
  3. Α. S. Atiya, «The Aftermath of the Crusades», στο ίδιο, τ. 3, σ. 662, 663, 665.
  4. F. Braudel, La Méditerranée et le monde méditerranéen à l’époque de Philippe II, Paris 1966, τ. 2, σ. 198.
  5. A. Luttrell, «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives, Problems, Possibilities», στο βιβλίο του ίδιου, Latin Greece, the Hospitallers and the Crusades (1291-1440), London 1982, σ. 248.
  6. Του ίδιου, «The Knights Hospitallers of Rhodes and their Achievements in the Fourteenth Century», Revue de l’Ordre souverain militaire de Malte 16 (1958) 139-142.
  7. Ε. Rossi, «The Hospitallers at Rhodes, 1421-1523», A History of the Crusades, ό.π., τ. 3, σ. 328.
  8. Στο ίδιο, σ. 317.
  9. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 313, 278, 288. C. Torr, Rhodes in modern times, 1887, σ. 12.
  10. H. Gibb & H. Bowen, «Islamic Society and the West», 1963, τ. 1, σ. 20 κεξ. Για τον αντισταυροφορικό χαρακτήρα του Ιερού Πολέμου των μουσουλμανικών δυνάμεων βλ. Α. Atiya: «The Aftermath…», ό.π., σ. 662, 665.
  11. Ε. Brockman, The two sieges of Rhodes, 1480-1522, John Murray, London 1969, σ. 23, 49, 50, 65· Η. Gibb & Η. Bowen: ό.π., τ. 1, σ. 62.
  12. Μ. Gaudefroy-Denombynes, Muslim Institutions, G. Allen Unwin, London 1968, σ. 114 κεξ.· M. Cipolla, Η Ευρώπη πριν τη βιομηχανική επανάσταση· κοινωνία και οικονομία 1000-1700 μ.Χ., μετάφρ. Π. Σταμούλης, Αθήνα 1988, σ. 33 κεξ.
  13. The New Encyclopedia Britannica, 1989, τ. 6, σ. 78.
  14. G. Torr, ό.π., σ. 40-41.
  15. Στο ίδιο.
  16. Α. Luttrell, «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives…», σ. 257. M. Efthymiou-Hadzilacou, Rhodes et sa région élargie au 18ème siècle: Les activités portuaires, Athènes 1988, σ. 52 κεξ.
  17. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, Ιστορία της Póδου, Αθήνα 1972, σ. 282, 305, 345.
  18. Α. Luttrell, «The servitudo marina at Rhodes, 1306-1462», στο βιβλίο του ίδιου, The Hospitallers in Cyprus, Rhodes, Greece and the West, 1291-1440, London 1978, σ. 64· Ζ.Τσιρπανλής, «Η πολιορκία της Κω από τους Τούρκους τον Ιούνιο του 1457», Δωδεκανησιακά 2 (1967) 78-79.
  19. Η. Inalcik, The Ottoman Empire; the Classical Age 1300-1600, Weidenfeld Nicolson. London 1973, σ. 167-177. St. Shaw, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, Cambridge University Press, τ. Α’, σ. 132-133.
  20. Ar. Stavropoulos, «A sketch of the health conditions and diseases in the hellenic area after the fall of the Byzantine Empire until the Greek Revolution», XXVIIIth International Congress for History of Medicine, Paris 1982 σ. 167. W. Turner, Journal of a Tour in the Levant, London 1820, τ. Γ, σ. 16.
  21. A. Stavropoulos, ό.π., σ. 163 κεξ.· Daniel Panzac, «La peste à Smyrne au XVIIIe siècle», Annales 1973, 1086.
  22. Η. Gibb & Η. Bowen, ό.π., τ. 2, σ. 165 κεξ.
  23. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 400.
  24. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, Η νήσος Ρόδος, 1881, τ. 1, σ. 396, 402.
  25. Κ. Σακελλαρίδης, «Η ιστορία των προνομίων των Νοτίων Σποράδων», Νισυριακά 3 (1969) 147.
  26. W. Turner, ό.π., τ. 3, σ. 6.
  27. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 385, 511, 512.
  28. Στο ίδιο, σ. 400.
  29. C. Cipolla, ό.π., σ. 74-76.
  30. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 1, σ. 396, 397, τ. 2, σ. 233.
  31. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 310, 311.
  32. Στο ίδιο, σ. 306, 312″ Ζ. Τσιρπανλής, «Φιλικές σχέσεις των Ιπποτών της Ρόδου με τους Τούρκους κατά τον 15ον αιώνα», Polychordia 3 (1968) 201.
  33. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 1, σ. 396, 397, τ. 2, σ. 233. Για τη χρησιμοποίηση των αποθεμάτων αυτών κατά το 18ο αι. από τους τοπικούς αξιωματούχους για προσωπικό πλουτισμό βλ. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 254 κεξ. Βλ. Επίσης Μ. Ευθυμίου-Χατζηλάκου, «Η Ρόδος του 1795· έκθεση του γάλλου διπλωμάτη C. Butet», Παρουσία 3 (1985) 315.
  34. Α. Luttrell, «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives…», σ. 260, 261.
  35. Του ίδιου, «Feudal tenure and Latin colonization at Rhodes, 1306-1415», στο βιβλίο του ίδιου, The Hospitallers in Cyprus, Rhodes, Greece and the West, London 1978, σ. 757.
  36. Ν. Jorga, «Rhodes sous les Hospitallers», Revue Historique du Sud-Est Europèen 3 (1931) 109· J. Prawer, «Social Classes in the Crusader States: the Minorities», A History of the Crusades, ό.π., τ. 5, σ. 102-104· J. Riley-Smith, The Knights of St. John in Jerusalem and Cyprus: 1050-1310, London 1967, σ. 427.
  37. A. Luttrell, «Feudal tenure…», σ. 760, 767, 769. Για τη σχέση του ολιγάριθμου και μετακινούμενου των Ιπποτών με την τοπική αυτοδιοίκηση βλ. Ζ. Τσιρπανλής, «Μορφές διοικητικής αυτονομίας στα Δωδεκάνησα επί Ιπποτοκρατίας», Δωδώνη 15 (1986) 11.
  38. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 289.
  39. Βλ. στη συνέχεια του παρόντος άρθρου.
  40. Ζ. Τσιρπανλής, «Μορφές…», σ. 13 προκειμένου για τη βυζαντινή περίοδο. Για την επιτυχημένη άμυνα των Νισυρίων κατά των Βενετών στα 1306 βλ. του ίδιου: «Σελίδες από τη Μεσαιωνική Ιστορία της Νισύρου (1306-1453)», Δωδεκανησιακά 2 (1967) 31-32.
  41. Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. 10, σ. 204-207· Αν. Παπαδία-Λάλα, Αγροτικές ταραχές και εξεγέρσεις στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη (1509-1528)· η «επανάσταση» τον Γεωργίου Γαδανολέου-Λυσσογιώργη, Αθήνα, διδακτ. διατριβή, 1983.
  42. Α. Luttrell, «Feudal tenure…», σ. 761· Ν. Jorga: «Rhodes…», σ. 105·Ζ.Τσιρπανλής, «Σελίδες…», σ. 38.
  43. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 267, 268, 301, 331-335· Α. Luttrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 139· C. Torr, ό.π., σ. 51, 59.
  44. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 756.
  45. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 334.
  46. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292.
  47. H. Gibb & H. Bowen, ό.π., σ. 91-95.
  48. Γ. Β. Λεονταρίτης, Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), Ε.Μ.Ν.Ε.- Μνήμων 1981, σ. 16.
  49. J. Ch. Alexander, Toward a History of Post-Byzantine Greece: the Ottoman Kanunnames for the Greek Lands c. 1500-c. 1600, διδακτορική διατριβή, 1974, σ. 389· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 408 κεξ.
  50. Κ. Σακελλαρίδης, ό.π.* Α. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Για να γνωρίσουμε τα Δωδεκάνησα, Αθήνα 1946, το κεφ. Γ’- J. Stephanopoli, Les îles de l’Egée, leurs privilèges, Athènes 1912· Δ. Χαβιαράς, «Ρόδος-Σύμη», Συμαϊκά 4 (1984) 224.
  51. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 328. Βλ. και υποσ. 42.
  52. Α. Luttrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 140.
  53. Του ίδιου, «The servitudo marina…», σ. 50· του ίδιου, «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives…», σ. 252· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 263.
  54. Α. Luttrell, ό.π., σ. 140· C. Torr, ό.π., σ. 56.
  55. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 289.
  56. E. Rossi, ό.π., σ. 328, 329.
  57. Α. Luttrell, «The servitudo marina…».
  58. Η. Gibb & Η. Bowen, ό.π., τ. 1, σ. 92-95.
  59. E. Rossi, ό.π., σ. 336.
  60. Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία τον Νέον Ελληνισμού, τ. 3, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 150 κεξ.
  61. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 756.
  62. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 411.
  63. Α. Luttrell, «The servitudo marina…», σ. 53, προκειμένου για την Ιπποτοκρατία. Για το αντίστοιχο θέμα στη Δωδεκάνησο επί Τουρκοκρατίας βλ. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 124 και W. Turner, ό.π., τ. 3, σ. 53. Το κεντρικό έργο για το θέμα αυτό είναι το βιβλίο του Β. Σφυρόερα, Τα ελληνικά πληρώματα του τουρκικού στόλου, Αθήνα 1968.
  64. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 117 κεξ.·Α. Luttrell, «The servitudo marina…», σ. 63.
  65. Ζ. Τσιρπανλής, «Μορφές…», σ. 15.
  66. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 23, 24.
  67. Μ. Σκανδαλίδης, «Η πειρατεία στη Ρόδο και στα άλλα νησιά του Δωδεκανησιακού Αρχιπελάγους», Δωδεκανησιακά Χρονικά 12 (1987).
  68. Μετά το 1410 η Ρόδος μετατρέπεται σε πειρατική βάση, βλ. .Ν. Jorga, ό.π., σ. 102· Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 312.
  69. Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 2, σ. 125.
  70. J. Georgirenes, A description of the present state of Samos, Nicaria, Patmos and Mount Athos, London 1678, σ. 80: «The Patmians complain more of the Christian pirates than of the Turks».
  71. Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 2, σ. 141.
  72. A.Luttrell, «Slavery at Rhodes: 1309-1440», στο βιβλίο του ίδιου, Latin Greece, the Hospitallers and the Crusades, 1291-1440, London 1982· C. Torr, ό.π., σ. 56.
  73. J. Ch. Alexander, ό.π., σ. 388″ ο σουλτάνος Βαγιαζίτ είχε ζητήσει από τους Ιππότες της Ρόδου την άδεια άσκησης δουλεμπορίου από την πλευρά των υπηκόων του στο νησί της Ρόδου ήδη από το 1392, βλ. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 306.
  74. Γ. Λεονταρίτης, ό.π., σ. 19-21.
  75. P. Masson, Histoire du Commerce Français dans le Levant au XVIIIe siècle, Paris 1911, τ. 2, σ. 425· M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 313.
  76. A. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 755, υπ. 8.
  77. F. W. Hasluck, «Depopulation in the Aegean Islands and the Turkish Conquest», The Annual of the British School at Athens 17 (1910-1911) 165.
  78. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 286· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 400, 401.
  79. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 757.
  80. Ö. L. Barkan, «Les deportations comme méthode de peuplement et de colonisation dans l’Empire Ottoman», Revue de la Faculté des Sciences Economiques de l’Université d’Istanbul 1-4 (1953) 22, 23.
  81. A.Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 758· του ίδιου: «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives…», σ. 255.
  82. H. Inalcik, The Ottoman Empire…, σ. 66 κεξ., 89 κεξ., 100, 107.
  83. A. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 767, 770.
  84. Η. Inalcik, The Ottoman Empire…, σ. 73.
  85. Η. Gibb & Η. Bowen, ό.π., τ. 1, σσ. 46-54· Ν. Jorga: ό.π., σ. 104.
  86. Ζ. Τσιρπανλής, «Μορφές…», σ. 26 κεξ.
  87. Η. Inalcik: «The emergence οί big farms «ciftliks»: state, landlords and tenants», στο βιβλίο του ίδιου, Studies in Ottoman social and economic history, London 1985, σ.105 κεξ.
  88. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 760, 767, 769, 770.
  89. Ό.π., σ. 767, 770· W. Turner, ό.π., τ. 3, σ. 12· Ζ. Τσιρπανλής, «Ο «κανουναμές» της Ρόδου και της Κω (τέλη 16ου αι.)», Δωδώνη 12 (1983) 96.
  90. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 232· Ζ. Τσιρπανλής, «Σελίδες…», σ. 45· του ίδιου, «Ο κανουναμές…», σ. 97· Α. Luttrell, «The servitudo marina…», σ. 53.
  91. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 321, 408. Για την ελαφριά αγροτική αγγαρεία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στον καιρό της ακμής βλ. Η. Inalcik, «The Ottoman Decline and its Effects upon the Reaya», στο βιβλίο του ίδιου: The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy, London 1978, σ. 338, 339· A. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 763. Όπως και στην Κύπρο επί Ιωαννιτών βλ. J. Richard, «Agricultural Conditions in the Crusader States», A History of the Crusades, ό.π., τ. 5, σ. 283 και στη Συρία επί των ιδίων βλ. J. Riley-Smith, The Knights of St. John…, σ. 426, 427.
  92. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 321.
  93. E. Brockman, ό.π., σ. 93.
  94. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 756, 759, 761, 767.
  95. Α.Μιχαηλίδης-Νουάρος, ό.π., σ. 42· Ι. Φραγκόπουλος, Ιστορία της Καλύμνου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Αθήνα 1952, τ. 2, σ. 59· Μ. Λογοθέτης, «Το κτηματολόγιο της Νισύρου κατά τα χρόνια της δουλείας (1785-1945)», Νισυριακά 10 (1987)215-219.
  96. Α. Luttrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 139· W. Wittman, Travels in Turkey, Asia Minor, Syria and across the desert…, London 1803, σ. 428, 429.
  97. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 263, 312· Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 306· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, «Ειδήσεις για τη Ρόδο στο ΙΖ μ.Χ. αιώνα από ένα χειρόγραφο ευχολόγιο του Βρεταννικού Μουσείου», Δωδεκανησιακόν Αρχείον 6 (1976) 13.
  98. Ε. Bradford, The Shield and the Sword: the Knights of St. John, Jerusalem, Rhodes and Malta, New York 1973, σ. 57· A. Luttrell, «Venice and the Knights Hospitallers of Rhodes in the fourteenth Century», στο βιβλίο του ίδιου, The Hospitallers in Cyprus, Rhodes, Greece and the West, 1291-1440, σ. 206.
  99. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 278, 294, 301.
  100. Ζ. Τσιρπανλής, «Φιλικές σχέσεις…», σ. 192-194, 197, 198· E.Rossi, ό.π., σ. 319, 320, 323, 331-334.
  101. C. Τorr·, ό.π., σ. 16.
  102. Α. Luttrell, «The Hospitallers of Rhodes: Prospectives…», σ. 252, 253, 257, 259.
  103. E. Rossi, ό.π., a. 319, 320, 323, 331, 332.
  104. C. Torr, ό.π., σ. 51.
  105. Α. Luttrell, ((Interessi fiorentini nell’economia e nella politica dei Cavalieri Ospedalieri di Rodi nel Trecento», στο βιβλίο του ίδιου, The Hospitallers in Cyprus, Rhodes, Greece and the West, 1291-1440, London 1978.
  106. G. Torr, ό.π., σ. 43· T. S. R. Boase, «The Arts in Frankish Greece and Rhodes», A History of the Crusades, ό.π., τ. 4, σ. 240, 243.
  107. E. Rossi, ό.π., σ. 318.
  108. Η. Κόλλιας, «Τα Δωδεκάνησα (1204-1522)», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. 9, σ. 294.
  109. W. Heyd, Histoire du commerce du Levant au Moyen Age, Amsterdam 1959, τ. 1, σ. 40, 86, 100, 138, 231, 232, 301, 544, 545.
  110. A. Luttrell, Venice and the Knights…, σ. 195-201.
  111. E. Rossi, ό.π., σ. 335.
  112. Ν. Jorga, ό.π., σ. 85.
  113. C.Torr, ό.π., σ. 48, 51· Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292.
  114. E. Rossi, ό.π., σ. 334.
  115. C. Torr, ό.π., σ. 56· Α. Luttrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 140.
  116. C. Torr, ό.π., σ. 49, 50· Α. Luttrell, Venice and the Knights…, σ. 201.
  117. A. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 286, 291, 311· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 335.
  118. Ε. Zachariadou, Trade and Crusade: Venetian Crete and the emirates of Menteshe and Aydin (1300-1415), Venice 1983, σ. 126-132, 159. A. Luttrell, Venice and the Knights…, σ. 200.
  119. A. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292, 311· Ν. Jorga, ό.π., σ. 110, 187· C. Torr, ό.π., σ. 12· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 334, 336, 337· Ζ.Τσιρπανλής, «Από την κοινωνική και πνευματική κίνηση στην ιπποτοκρατούμενη Ρόδο, Α’ (14ος αι.)», Τέχνη (Ρόδου), τευχ. 3 (Ιούλιος-Σεπτ. 1970) 19-22· E. Brockman, ό.π., σ. 36.
  120. Ν. Jorga, ό.π., σ. 110.
  121. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292.
  122. Βλ. υπ. 136.
  123. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ν. Λρανδάκη, λήμμα: «Δωδεκάνησα», τ. 9, σ. 602. Βλ. και Θ. Γ. Παπαμανώλης, Ρόδος, Αθήνα 1951, τ. 1, σ. 144.
  124. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 311.
  125. E. Brockman, ό.π., σ. 23.
  126. C. Torr, ό.π., σ. 60· Τρ. Ευαγγελίδης, «Εκκλησία Ρόδου», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπονδών 6 (1929) 159.
  127. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 321.
  128. Η. Inalcik, The Ottoman Empire…, σ. 78 κεξ.· St. Shaw, «The Ottoman View of the Balkans», The Balkans in Transition, Ch. & B. Jelavich eds., Archon Books, 1974, σ. 56-80.
  129. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 324.
  130. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292.
  131. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 191 κεξ.
  132. Στο ίδιο, σ. 254.
  133. C. Torr, ό.π., σ. 50, 57.
  134. Στο ίδιο, σ. 48. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 504.
  135. C. Torr, ό.π., σ. 48· Α. Galante, Histoire des Juifs de Rhodes, Chw, Cos etc., Istanbul 1935, σ. 56.
  136. M. Ευθυμίου-Χατζηλάκου, ό.π., σ. 320.
  137. P. Belon du Mans, Les observations de plusieurs singularités et choses mémorables trouvées en Grèce…, A Paris 1555, σ. 88··Ε. Μπιλιότι & Αββά Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 224, 225.
  138. C. Torr, ό.π., σ. 48.
  139. Α. Galante, ό.π., σ. 57· Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 238.
  140. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 282· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, «Ειδήσεις για τη Ρόδο στο ΙΖ’ αιώνα από ένα χειρόγραφο ευχολόγιο του Βρεταννικού Μουσείου», Δωδεκανησιακόν Αρχείον 6 (1976) 15.
  141. Ε. Μπιλιότι & Άββάς Κοτρέ, σ. 209, 211, 212· V. Guerin, Description de l’île de Parmos et de Vile de Samos, Paris 1856, σ. 9.
  142. Έργο κυρίως των Οθωμανίδων του νησιού, βλ. Le colonel Rottiers, Description des monuments de Rhodes, Bruxelles 1830, σ. 27.
  143. Γ. Παπαδόπουλος, Γενική γεωγραφία και ιστορική περιγραφή αρχαία και νεωτέρα της νήσου Νισύρου, Εν Νισύρω 1909, σ. 33, 34.
  144. Μ. Μαλλιαράκης, Επίτομος περιγραφή της νήσου Κάσου, Εν Αλεξάνδρεια 1894, σ. 25, 32.
  145. Ε. Kolodny, La population des îles de la Grèce. Essai de géographie insulaire en mediterranee orientale, Aix-en-Provence 1974, τ. 1, σ. 311· M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 178.
  146. W. Turner, ό.π., τ. 3, σ. 101. Ι. Ραγκαβής, Τα ελληνικά, ήτοι περιγραφή ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της Αρχαίας και Νέας Ελλάδος, Εν Αθήναις 1853-1854, τ. 3, σ. 382· R. Pococke, A description of the East and some other countries, London MDCCXLIII-MDCCXLV, τ. 2, σ. 32.
  147. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 216.
  148. Τις ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της δωδεκανησιακής οικονομίας μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επισημαίνουν μελετητές όπως οι Θ. Παπαμανώλης, ό.π., τ. 1, σ. 144 και ο Μ. Λογοθέτης, Οι πρωτοπόροι τον δωδεκανησιακού εμπορίου, Αθήνα 1968, σ. 10.
  149. Για τη συμβολή των ροδίων τεχνιτών στα μεγάλα οικοδομικά έργα των Ιπποτών βλ. Ν. Jorga, ό.π., σ. 109. Οι Οθωμανοί, αισθανόμενοι ασφαλείς, παραμελούν ακόμα και τη συντήρηση των κάστρων των Ιπποτών, βλ. Β. Randolph, The present state of the islands in the Archipelago…, Oxford 1687, σ. 27.
  150. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 27, 337, 338, 504, 509, 513, 524, 526· Ν. Goyunc, «The procurement of labor and materials in the Ottoman Empire (16th and 18th centuries)», Actes du Colloque de Strasbourg: «Economie et sociétés dans l’Empire Ottoman (fin du XVIIIe-début du XXe siècle)», Paris 1983. σ. 328.
  151. A. Gabriel, La cité de Rhodes, Paris 1921/1923, τ. 1, σ. 10, 11· C. Torr, ό.π., σ. 56· Α. Luttrell, «Venice and the Knights…», σ. 199· E. Rossi, ό.π., a. 318.
  152. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 147 κεξ·W. Eton, A survey of the Turkish Empire…, London 1798, σ. 83· Eliyahu Ashtor, «New data for the History of Levantine Jewries in the Fifteenth Century», στο βιβλίο του ίδιου, The Jews and the Mediterranean Economy, 10th-15th centuries, London 1983· Π. Παπαβασιλείου, «Ναυπηγεία της Καρπάθου», εφ. Δωδεκανησιακή Αυγή, φ. 343-348 (Φεβρ.-Μάιος 1936).
  153. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 282-304.
  154. Σ. Σπανάκης, Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας, τ. 4, «Relazione di Fr. Basilicata», σ. 247.
  155. E. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 214· Le Colonel Rottiers, ό.π., σ. 22.
  156. Γ. Λεονταρίτης, ό.π., σ. 16, 27.
  157. Μ. Γρηγορόπουλος, Η νήσος Σύμη, Εν Αθήναις 1875, σ. 22· Σ. Ι. Βουτυράς, Λεξικόν Ιστορίας και Γεωγραφίας, Εν Κωνσταντινουττόλει 1889, τ. 7, σ. 1007· L. Lacroix, Iles de la Grèce, F. Didot, Paris, MDCCCLXXXI, σ. 194.
  158. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 282-304.
  159. Ε. Α. Ζαχαριάδου, «Συμβολή στην Ιστορία του ΝΑ Αιγαίου (με αφορμή τα πατμιακά φιρμάνια των ετών 1454-1522)», Σύμμεικτα 1 (1966) 197, 198, 201, 226-230· J. Georgirenes, ό.π., σ. 80· Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 2, σ. 488, 498.
  160. Γ. Λεονταρίτης, ό.π., σ. 28· Ε. Kolodny, ό.π., τ. 1, σ. 184· C. Le Brun, Voyage au Levant…, A Paris 1714, σ. 176· R. Malton, Rhodes, Collection de l’Institut Français d’Athènes, 1949, σ. 83· Ιστορία τον Ελληνικού Έθνονς, Εκδοτική Αθηνών, τ. 10, σ. 166.
  161. Α. Raymond, Artisans et commerçants au Caire au XVIllème siècle, Damas 1973, τ. 1, σ. 168· M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 193-206.
  162. Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 2, σ. 38.
  163. C. Le Brun: ό.π., σ. 176. Οι πρώτες διομολογήσεις, εξάλλου, μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Οθ. Αυτοκρατορίας άρχισαν να υπογράφονται μία δεκαετία περίπου μετά την κατάκτηση της Ρόδου, βλ. Γ. Λεονταρίτης, ό.π., σ. 10-14. Για τις επιταγές της μουσουλμανικής θρησκείας σχετικά με την προστασία των ξένων εμπόρων βλ. Μ. Gaudefroy-Denonbynes, Muslim Institutions, London, 1968, σ. 124.
  164. P. Belon du Mans, ό.π., σ. 87vo· Θ. Γ. Παπαμανώλης, ό.π., τ. 1, σ. 139· Μ. Λογοθέτης, ό.π., σ. 16, 17· Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 304 κεξ.
  165. Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 2, σ. 489· Ε. Frangakis, «Izmir – an international port in the eastern Mediterranean in the 18th cent. (1695-1820)», Actes du Heme Colloque International d’Histoire, Centre des Recherches Néohelléniques, Athènes, 1985, τ. 1, σ. 109. Ελάχιστοι ευρωπαίοι έμποροι εγκαθίστανται ή επιχειρούν να εγκατασταθούν στα νησιά του ΝΑ Αιγαίου κατά τον 18ο, τουλάχιστον, αι., βλ. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 64, 88, 185, 316.
  166. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 33-42, 175-181.
  167. Στο ίδιο, σ. 87-92.
  168. Στο ίδιο, σ. 71, 97, 99.
  169. Α. Galante, ό.π., σ. 13· J. W. Εggeling, Rhodos, Naxos, Syros, Wuppertal 1984, σ. 48.
  170. Α.Galante, ό.π., σ. 7-12, 162· Ε. Ashtor, ό.π., σ. 70. Για τον αντισημιτισμό των Σταυροφόρων και τις αγριότητες τους εις βάρος του εβραϊκού στοιχείου των πόλεων που κατελάμβαναν, βλ. J. Prawer, ό.π., σ. 61, 71, 95.
  171. Για την ανοχή των μουσουλμάνων σε σχέση με την συνύπαρξη τους με τους λαούς της Βίβλου βλ. Α. Miquel, L’Islam et sa civilisation, VΙΙe-XXe siècle, A. Colin, Paris, 1968, σ. 221, 244· Β. Lewis, The Jews of Islam, 1984. σ. 138, 139.
  172. C. Torr, ό.π., σ. 49, 50.
  173. Α. Galante, ό.π., σ. 13.
  174. J. W. Eggeling, ό.π., σ. 48-49· Α. Galante, ό.π., σ. 22, 55, 56, 57, 58-63, 87.
  175. Α. Galante, ό.π., σ. 177.
  176. Ζ. Τσιρπανλής, «Σελίδες ..», σ. 37.
  177. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 307-310.
  178. Α. Luttrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 140.
  179. M. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 309.
  180. C. Torr, ό.π., σ. 53· Α. Lultrell, «The Knights Hospitallers…», σ. 140. Για το ανάλογο φαινόμενο στα σταυροφορικά κράτη της Ανατολής βλ. J. Prawer, «Social classes in the Latin Kingdom: the Franks», A History of the Crusades, ό.π., τ. 5, σ. 131, 132,151.
  181. E. Kolodny, ό.π., τ. 1, σ. 252· Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 24-27.
  182. Α. Luttrell, «Feudal Tenure…», σ. 760, 767, 769.
  183. Του ίδιου, «The Knights Hospitallers…», σ. 139.
  184. Μ. Ευθυμίου-Χατζηλάκου, ό.π., σ. 325. Ο γάλλος πρόξενος Pothonier σε έκθεση του για την κατάσταση της Ρόδου στα 1776 (Archives Nationales de France, σειρά Affaires étrangères, Β1953, 31.12.1776) αναφέρει ότι το κάστρο και η πόλη δεν διαθέτουν σταθερή φρουρά, που δημιουργείται, όταν χρειαστεί, από άνδρες της γειτονικής Μ. Ασίας.
  185. Ö. L. Barkan, ό.π., σ. 63.
  186. Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 285· Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 311-314.
  187. C. Ε. Savary, Lettres sur la Grèce, A Paris MDCCLXXVIII, a. 92· Ε. Μπιλιότι & Αββάς Κοτρέ, ό.π., τ. 2, σ. 285.
  188. Μ. Efthymiou-Hadzilacou, ό.π., σ. 27.
  189. Μόνον στο Παρίσι, ίδρυσαν οι Ιωαννίτες Σχολή για την εκπαίδευση στελεχών, βλ. Α. Luttrell, «The Hospitallers at Rhodes…», σ. 292.
  190. Tρ. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Εν Αθήναις 1936, τ. 2, σ. 109.
  191. Στο ίδιο, σ. 102-120· Α. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. 4, σ. 330· Ε. Kolodny, τ. 1, σ. 313· Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 404, 406, 488, 492.
  192. Ν. Πανταζόπουλος, «Εκκλησία και Δίκαιον εις την Χερσόνησον του Αίμου επί Τουρκοκρατίας», Επιστημονική Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών 8 (1960-63) 696 κεξ.
  193. Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 321, 406, 482.
  194. Ν. Jorga, ό.π., σ. 108.
  195. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. 10, σ. 206-207.
  196. Τρ. Ευαγγελίδης, ό.π., α. 152-160.

 

♦♦♦