Οι Σόγκουν/Shōgun 将軍

στις

εξώφυλλο: Απόσπασμα από τρίπτυχο που απεικονίζει τους Σόγκουν που κυβέρνησαν την Ιαπωνία κατά την περίοδο Tokugawa, 1603-1867_Image by © Asian Art & Archaeology, Inc./CORBIS

μετάφραση –  επιμέλεια: Χείλων

Οι Σόγκουν της μεσαιωνικής Ιαπωνίας ήταν στρατιωτικοί δικτάτορες που κυβέρνησαν την χώρα μέσω φεουδαρχικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο δινόταν από τον αυτοκράτορα στρατιωτική και διοικητική αυτοτέλεια στις επαρχίες – περιοχές με αντάλλαγμα την υποστήριξη του άρχοντα.

Η λέξη Σόγκουν/Shōgun αποτελεί συντομογραφία του Σέιι Ταισόγκουν/Seii Taishōgun (征夷大将軍)που σημαίνει Διοικητής Εκστρατευτικής Δύναμης κατά των Βαρβάρων. Καθιερωμένοι ως θεσμός από τον πρώτο Σόγκουν, Μιναμότο νο Γιοριτόμο το 1192, θα κυβερνούσαν επί επτά αιώνες μέχρι την Αποκατάσταση Μεϊτζί το 1868. Η θέση του Σόγκουν επανδρωνόταν από μέλη συγκεκριμένων οικογενειών που έδιναν τα ονόματά τους σε δύο από τις τρεις διαδοχικές Κυβερνήσεις/Σογκουνάτα: το Σογκουνάτο Ασικάγκα (1338-1573) και το Σογκουνάτο Τοκουγάβα (1603-1868). Στην περίπτωση του πρώτου Σογκουνάτου, η πρωτεύουσα έδωσε το όνομά της στην κυβέρνηση ως Σογκουνάτο Καμακούρα (1192-1333). Τα υπόλοιπα δύο ενίοτε αναφέρονται με την ονομασία των πρωτευουσών: Μουρομάτσι (Σογκουνάτο Ασικάγκα) περιοχή Κιότο και Έντο (Σογκουνάτο Τοκουγάβα) το αρχικό όνομα του Τόκιο.

Ιεραρχία φεουδαρχικής Ιαπωνίας

Κατά το χρονικό διάστημα 1203 – 1333, οι αντιβασιλείς εκδιώχθηκαν εξ ονόματος των Σόγκουν διότι ήσαν ανήλικοι ή ενεργούσαν απλώς ως μαριονέτες. Μια επιπλέον συνιστώσα σε αυτόν τον δαιδαλώδη πολιτικό ιστό αποτελεί ο Ιάπωνας αυτοκράτορας, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό ήταν ανίσχυρος και περιορισμένος σε τελετουργικά καθήκοντα, αλλά αρμόδιος να νομιμοποιεί τους Σόγκουν, απονέμοντας τυπικά τον τίτλο τους.

Ο πρώτος Σόγκουν….Μιναμότο νο Γιοριτόμο

Ο πόλεμος Γκενπέ/Genpei (1180-1185) έληξε με νικητή τον οίκο Μιναμότο έναντι του οίκου Ταΐρα και ο επικεφαλής του πρώτου Μιναμότο νο Γιοριτόμο, κατέστη ο ισχυρότερος στρατιωτικός ηγέτης στην Ιαπωνία. Ο Γιοριτόμο έχρισε τον εαυτό του Σόγκουν (στην πραγματικότητα στρατιωτικό δικτάτορα της Ιαπωνίας) μια θέση που θα κρατούσε από το 1192 έως το 1199 όντας ο πρώτος Σόγκουν του Σογκουνάτου Καμακούρα.

Μιναμότο νο Γιοριτόμο Fujiwara no Takanobu [Public domain], via Wikimedia Commons

Ο θεσμός του Σόγκουν ήταν ο πρώτος που προσέφερε εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης σε σχέση με την Ιαπωνική αυτοκρατορική αυλή. Ο τίτλος του Σόγκουν ή του «στρατιωτικού προστάτη» είχε χρησιμοποιηθεί παλαιότερα (Σέιι Ταισόγκουν = Αρχηγός της Εκστρατευτικής Δύναμης κατά των Βαρβάρων) αλλά είχε μόνο προσωρινή ισχύ για στρατιωτικούς διοικητές που συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον των Έντο/Εμίσι οι οποίοι κατείχαν μια αμφισβητούμενη περιοχή της βόρειας Ιαπωνίας κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα μ.Χ. Στην πραγματικότητα τον τίτλο του Σόγκουν επανέφερε ο Μιναμότο Γιοσινάκα (1154-1184) εξάδελφος του Γιοριτόμο, ο οποίος διοικούσε τις δυνάμεις του οίκου Μιναμότο στο Χεϊάνκιο (πρωτεύουσα σημερινό Κιότο) το 1183, αλλά δεν έλαβε το χρίσμα από τον αυτοκράτορα, όπως απαιτούσε η παράδοση.

Αυτοκράτορας Γκο Τόμπα 日本語: 藤原信実English: Fujiwara no Nobuzane [Public domain], via Wikimedia Commons

Ο Γιοριτόμο διατήρησε τον τίτλο με τις νέες ευρείες αρμοδιότητες, χάρη στη συμφωνία του με τον νεαρό αυτοκράτορα Γκο-Τόμπα/Go-Toba (1183-1198) με αντάλλαγμα την στρατιωτική προστασία. Τυπικά, ο αυτοκράτορας ήταν ανώτερος του Σόγκουν, αλλά στην πράξη ίσχυε το αντίθετο, αφού όποιος ελέγχει τον στρατό ελέγχει το κράτος. Οι αυτοκράτορες διατήρησαν τον θεσμικό ρόλο της επικύρωσης, την οποία επεδίωκαν οι Σόγκουν προκειμένου να προσδώσουν αίγλη στον τίτλο τους. Πράγματι, το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας έδωσε στο αξίωμα τον τίτλο «προστάτης του έθνους», ήταν μια πολύ έξυπνη κίνηση, αφού σήμαινε ότι ο κάτοχος μπορούσε να χρησιμοποιήσει οποιονδήποτε και οιοδήποτε μέσο για όποιον σκοπό θεωρούσε απαραίτητο. Οι αυτοκράτορες μπορούσαν να καθυστερήσουν τον διορισμό ενός Σόγκουν, αλλά όχι επ’ αόριστον. Ο τίτλος σε εκείνο το ιστορικό στάδιο της Ιαπωνίας δεν ήταν τόσο ισχυρός όσο θα γινόταν τον 13ο αιώνα, γεγονός που αποδεικνύεται από την επιθυμία του Γιοριτόμο να αποκτήσει επιπλέον βασιλικά αξιώματα εκτός του Udaisho (Διοικητής Εσωτερικής Φρουράς Ανακτόρων).

Μιναμότο νο Γιόριε  [Public domain], via Wikimedia Commons

Το 1199, ο Μιναμότο νο Γιοριτόμο πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Μιναμότο νο Γιόριε. Δεδομένου ότι ήταν μόλις 18 ετών ο παππούς του (από την πλευρά της μητέρας) Χότζο Τοκιμάσα αυτοανακηρύχθηκε αντιβασιλέας/shikken ενώ παράλληλα η Χότζο Μασάκο ισχυροποιήθηκε αφού ο γιος της ήταν Σόγκουν. Η Μασάκο μετά τον θάνατο του συζύγου της, ξύρισε το κεφάλι της και χειροτονήθηκε καλόγρια, από τον ιερέα Γκιόγι, χωρίς ωστόσο να μεταβεί σε μοναστήρι εξακολουθώντας να ασχολείται με την πολιτική. Αυτή, ο πατέρας της Τοκιμάσα και ο αδελφός της Γιοσιτόκι δημιούργησαν ένα συμβούλιο αντιβασιλέων για τον 18χρονο Γιόριε, αλλά ο τελευταίος αντιπαθούσε την οικογένεια της μητέρας του, προτιμώντας την οικογένεια της συζύγου του (οίκος Χίκι) και τον πεθερό του, Χίκι Γιοσικάτζου.

Η Μασάκο όταν πληροφορήθηκε ότι ο Γιοσικάτζου και ο Γιόριε συνωμοτούσαν, παρέδωσε τον γιο της στον Τοκιμάσα (πατέρα της) ο οποίος δεν έβλαψε τον Γιόριε αλλά εκτέλεσε τον Γιοσικάτζου το 1203. Κατά την διάρκεια των δολοφονιών και των εκκαθαρίσεων του οίκου Χίκι, εκτελέστηκε και ο μεγαλύτερος γιος του Γιόριε Μιναμότο νο Ιτσιμάν, κληρονόμος του τίτλου και εγγονός της Μασάκο.

Χότζο Μασάκο

Το 1203, ο άλλος γιος της Μασάκο και του Γιοριτόμο, ο Μιναμότο νο Σανετόμο, έγινε ο τρίτος Σόγκουν με αντιβασιλέα τον Τοκιμάσα. Ο Σανετόμο ήταν πιο κοντά στη μητέρα του από ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του και όταν ορίστηκε Σόγκουν ήταν ακόμα παιδί, σε αντίθεση με τον αδελφό του, ο οποίος ήταν πλέον ενήλικας. Ωστόσο, η Μασάκο και ο Γιοσιτόκι, ο κληρονόμος του οίκου Χότζο, ήταν οργισμένοι με τον πατέρα τους, ειδικά μετά τον θάνατο της μητέρας τους, Χότζο νο Μάκι, το 1204. Ο λόγος ήταν διότι ο κουνιάδος της Μασάκο, ο Χατεκαγιάμα Σιγκετάντα, εκτελέστηκε λανθασμένα κατόπιν εντολής του Τοκιμάσα, παρά τις δηλώσεις της ίδιας και του Γιοσιτόκι ότι δεν ήταν ένοχος των προδοσίας. Το 1205 ο Χότζο Τοκιμάσα ήταν ο ισχυρότερος άνθρωπος στο Καμακούρα.

Χότζο Τοκιμάσα Aoigaoka Keisei; Aoigaoka Keisei; Chônintei; Shakuyakutei died 1845 [Public domain], via Wikimedia Commons

Το 1205 διαδόθηκαν φήμες ότι ο Τοκιμάσα σχεδίαζε να εκτελέσει τον Σανέτομο και να τον αντικαταστήσει με έναν από τους συμμάχους του, οπότε η Μασάκο και ο Γιοσιτόκι απαίτησαν από τον Τοκιμάσα να παραιτηθεί και να μονάσει, ειδάλλως θα επαναστατούσαν. Ο Χότζο Τοκιμάσα παραιτήθηκε το 1205 και στάλθηκε σε μοναστήρι στην Καμακούρα, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1215.

Στο καθεστώς αντιβασιλείας, το οποίο ήταν αρκετά διαδεδομένο κατά την περίοδο Καμακούρα (1185-1333) ο αντιβασιλέας είχε την πραγματική δύναμη και ο Σόγκουν ήταν μαριονέτα. Επέτρεπε στον αντιβασιλέα να παρακάμπτει την απαίτηση ο Σόγκουν να προέρχεται από την τάξη των πολεμιστών, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την εξουσία, πράγμα αδύνατον υπό κανονικές συνθήκες.

Η έλλειψη γραπτής περιγραφής σχετικά με τα καθήκοντα – αρμοδιότητες του Σόγκουν και η απουσία οποιουδήποτε νομικού ορισμού σημαίνει ότι ο ρόλος χειραγωγείτο εύκολα από τους αντιβασιλείς (συνολικά δεκαέξι τον αριθμό κατά την χρονική περίοδο από 1203 έως 1333) προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, με αποτέλεσμα να μην κυβερνά ο διορισμένος Σόγκουν αλλά η κυβέρνηση του Σογκουνάτου.

Αυτή η κατάσταση δεν θα άλλαζε μέχρι την ίδρυση του Σογκουνάτου Ασικάγκα το 1338, όταν οι αντιβασιλείες αποτέλεσαν παρελθόν και ο Σόγκουν κατέστη ο πραγματικός ηγέτης της χώρας. Ακόμα και τότε όμως υπήρχε ένα κυβερνητικό όργανο που κατένειμε την εξουσία σε εξέχοντα μέλη της Ιαπωνικής στρατιωτικής τάξης.

Κυβέρνηση Σογκουνάτου

Η κυβέρνηση Σογκουνάτου, γνωστή και ως Μπακουφού/幕府, που σημαίνει «κυβέρνηση σκηνής» αναφορικά με την προέλευσή της, ως τίτλο που κατείχε ο στρατιωτικός διοικητής στο πεδίο μάχης, βασίστηκε στη φεουδαρχική σχέση άρχοντα και υποτελούς. Στην κορυφή του κοινωνικού και πολιτικού ιστού ήταν ο Σόγκουν ή ο αντιβασιλέας που διένειμε την γη σε πιστούς οπαδούς, με αντάλλαγμα τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και ατομικούς στρατούς αποτελούμενους από Σαμουράϊ.

Σαμουράι με πλήρη εξάρτηση Felice Beato [Public domain], via Wikimedia Commons

Ο Σόγκουν συνεπικουρείτο στις κυβερνητικές πρακτικές από διάφορους υπουργούς, αξιωματούχους και θεσμούς. Πολλοί από αυτούς με την πάροδο του χρόνου προστέθηκαν στην κυβερνητική δομή, καθώς γινόταν όλο και πιο περίπλοκη. Κυρίαρχη θέση κατείχε ο αναπληρωτής Σόγκουν κανρέϊ/kanrei, μια θέση που επανδρωνόταν σε κυκλική βάση από ένα μέλος εκ των τριών οίκων: Σίμπα, Χοσοκάβα και Χατακεγιάμα. Ο τίτλος καθιερώθηκε το 1333 και σκοπός ήταν να λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των Σόγκουν, των περιφερειακών στρατιωτικών διοικητών και των αναπληρωτών τους.

Το 1180 μ.Χ. θεσπίσθηκε το Σαμουράϊ – ντόκα (Διοικητικό Συμβούλιο Επιθεωρητών) το οποίο επόπτευε πολεμιστές των υποτελών επαρχιών (γκόκενι/gokenin) και λάμβανε πειθαρχικά μέτρα για οποιαδήποτε παράβαση, ενώ αργότερα επεκτάθηκε εποπτεύοντας τα κυβερνητικά στελέχη στις επαρχίες, την ιδιοκτησία του Σογκουνάτου και την ασφάλεια του Χέϊαν-Κιό (πρωτεύουσα – σημερινό Κιότο). Η αυτοκρατορική αυλή στην πρωτεύουσα εποπτεύονταν από τον σούτο/shuto ή τον στρατιωτικό κυβερνήτη, θέση που αντικαταστάθηκε το 1221 από τον Ροκουχάρα/Rokuhara. Τα προβλήματα που παρουσιάζονταν μακριά από την έδρα της πρωτεύουσας και της κυβέρνησης, όπως στο Κίσιε & Όσιε (μεγάλες επαρχίες της εποχής) αντιμετωπίζονταν από τους τοπικούς ειδικούς επιτρόπους.

Το 1184, ιδρύθηκε το Κουμόντζο (Γραφείο Δημοσίων Εγγράφων) το οποίο το 1191 μετονομάστηκε σε Μαντοκόρο (Διοικητικό συμβούλιο) και διευρύνθηκε σε αρμοδιότητες, καθώς έγινε το κύριο εκτελεστικό και διοικητικό κέντρο της κυβέρνησης, ενώ αργότερα, θα του ανατεθεί ο έλεγχος του κρατικού ταμείου. Το 1184 δημιουργήθηκε το Μόντσουτζο (Εξεταστικό συμβούλιο) το οποίο ασχολείτο με όλα τα νομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των αγωγών, των προσφυγών και των διαφορών σχετικά με δικαιώματα γης και δάνεια.

Το 1225 δημιουργήθηκε μια νέα θέση, αυτή του Ρένσο (βοηθού αντιβασιλέα) ο οποίος συνυπέγραφε τα επίσημα έγγραφα μαζί με τον αντιβασιλέα. Το ίδιο έτος ιδρύθηκε το Χιογιόσι (Συμβούλιο της Επικρατείας) το οποίο είχε ως μέλη του κορυφαίους αξιωματούχους, πολεμιστές και μελετητές της εποχής, οι οποίοι ελάμβαναν αποφάσεις δια ψήφου. Το 1232 θεσπίστηκε ένας νέος κώδικας δικαίου, ο Τζόεϊ Σικιμόκου ο οποίος είχε 51 άρθρα και καθόριζε θέματα εδαφικής ιδιοκτησίας, σχέσεις μεταξύ αρχόντων, υποτελών και σαμουράι, περιόριζε τον ρόλο του αυτοκράτορα και καθιέρωνε την λήψη δικαστικών αποφάσεων βάσει προτεραιότητας. Το 1249 ιδρύθηκε το Χίκιτσκε (Ανώτατο Δικαστήριο) το οποίο ασχολείτο κυρίως με θέματα που αφορούσαν σε εδαφικές διεκδικήσεις και φόρους.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η εξουσία του Σογκουνάτου σε όλα τα εδάφη, θεσπίστηκαν δύο σημαντικά τοπικά αξιώματα, του Σούγκο & του Τζίτο. Ο Σούγκο ήταν ο στρατιωτικός διοικητής μιας επαρχίας επιφορτισμένος με αστυνομικά καθήκοντα (αστυνόμευση) ενώ ο Τζίτο ήταν υπεύθυνος για την είσπραξη των φόρων από τα ιδιωτικά κτήματα (οικονόμος). Με την πάροδο του χρόνου οι δύο θέσεις εξελισσόμενες θα γίνονταν κληρονομικές και αρκετοί από τους Νταΐμιο (ισχυροί φεουδαρχικοί άρχοντες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας) είχαν προγόνους που εκτέλεσαν τα καθήκοντα, ενώ άλλοι επειδή ήλεγχαν τεράστιες εκτάσεις (στην πραγματικότητα ήταν πριγκιπάτα) επρόκειτο να αμφισβητήσουν την εξουσία της κυβέρνησης Σογκουνάτου.

Μακέτα της αρχαίας πρωτεύουσας Χέιαν-Κιό Wikiwikiyarou [Public domain], via Wikimedia Commons

Προστάτες των τεχνών

Ενώ το αυτοκρατορικό δικαστήριο έδρευε στο Χέϊαν-Κιό (πρωτεύουσα – σημερινό Κιότο) κατά την διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου, η κυβέρνηση του Σόγκουν άλλαξε τοποθεσία ανάλογα με την επιλογή της πόλης. Το Καμακούρα ήταν έδρα του Σογκουνάτου από το 1192 έως το 1333, ενώ το Σογκουνάτο Ασιγκάγκα έδρευε στην περιοχή Μουρομάτσι του Χέϊαν-Κιό και το Σογκουνάτο Τοκουγκάβα στην πόλη Έντο. Αυτές οι κινήσεις είχαν τόσο πολιτιστικές όσο και πολιτικές συνέπειες, επειδή οι Σόγκουν ήθελαν να καλλωπίσουν την νέα τους πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εκλεπτυσμένα ανάκτορα, ναοί και νέες σχολές τέχνης. Πολλοί Σόγκουν, ειδικά όταν αποσύρθηκαν από το δημόσιο αξίωμα, έγιναν μεγάλοι προστάτες των τεχνών, υποστηρίζοντας ζωγράφους και γλύπτες, χορηγώντας παραστάσεις του Θεάτρου Νο και διαιωνίζοντας την αριστοκρατική συνήθεια της Τελετής του Ιαπωνικού Τσαγιού.

Ασικάγκα Γιοσιμίτσου

Ο Σόγκουν Ασικάγκα Γιοσιμίτσου (1368-1394/5) το 1397 έχτισε το περίφημο Κινκακούζι ή «Ναό του Χρυσού Περιπτέρου» το οποίο προόριζε αρχικά ως οικία μετά την απόσυρσή του, αλλά αργότερα μετατράπηκε σε Βουδιστικό ναό του Ζεν. Μια παρόμοια προσθήκη έγινε στα ανάκτορα του Κιότο από τον Ασικάγκα Γιοσιμάσα (1449-1474) που έκτισε το Γκινκακούτζι ή «Γαλήνιο ναό του Ασημένιου Περιπτέρου» που ολοκληρώθηκε το 1483. Ένα σωζόμενο επιβλητικό αρχιτεκτονικό οικοδόμημα από το μεσαιωνικό παρελθόν της Ιαπωνίας είναι το κάστρο Νίτζο του Κιότο, που χτίστηκε από τον Τοκουγκάβα Ιεγιάσου το 1603. Οι Σόγκουν δεν ήσαν αντίθετοι σε έργα αποκατάστασης και συχνά διέθεταν χρήματα σε χώρους ναών, ειδικά μετά από καταστροφικές πυρκαγιές, όπως ο Τοκουγάβα Ιεμίτσου (1623-1651) ο οποίος το 1633 αποκατέστησε πλήρως τον διάσημο βουδιστικό ναό Κιομίζου-ντερά του Κιότο προσθέτοντας μια νέα παγόδα.

Ναός Κινκακούζι πηγή

Οι Σόγκουν αντιμετώπισαν περιστασιακές προκλήσεις όπως η απόπειρα πραξικοπήματος από τον αυτοκράτορα Γκο-Τόμπα το 1221, η λεγόμενη Αναταραχή Γιόκιου η οποία κατέληξε με την εξορία του αυτοκράτορα. Μια άλλη αποτυχημένη αυτοκρατορική απόπειρα ήταν η Αποκατάσταση Κέμμου (1333-1336) του αυτοκράτορα Γκο-Ντάιγκο (βασ. 1318-1339) η οποία αντικατέστησε το ένα Σογκουνάτο με ένα άλλο. Υπήρχαν όμως και εξωτερικές απειλές, όπως ο αρχηγός των Μογγόλων Κουμπλάϊ Χαν (1260-1294) ο οποίος το 1274 και το 1281 αποπειράθηκε να εισβάλει στην Ιαπωνία, αλλά η αντίσταση των Ιαπώνων και οι θυελλώδεις καταιγίδες έσωσαν την χώρα.

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση Σογκουνάτων ήταν και πάλι εσωτερική. Ο πόλεμος Ονίν (1467-1477) ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ αντίπαλων πολεμάρχων, προξενώντας πολλούς νεκρούς και καταστροφές, ειδικά στην πρωτεύουσα Χεϊάνκιο. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας αιώνας μαχών και αναταραχής, η λεγόμενη Περίοδος Σενγκόκου ή Περίοδος Εμπόλεμων Κρατών (1467-1568). Αυτή η περίοδος τελείωσε με την άνοδο του πολέμαρχου Όντα Νομπουνάγκα (1534-1582) ο οποίος το 1550 ξεκίνησε από την βάση του στο Κάστρο Ναγκόγια να επεκτείνει σταδιακά την κυριαρχία του και το 1568 κατέλαβε το Χεϊάνκιο εξορίζοντας τον τελευταίο Σόγκουν Ασικάγκα Γιοσιάκι.

Απεικόνιση του Κάστρου Αζούτσι, που χτίστηκε το 1579 από τον Όντα Νομπουνάγκα στην άκρη της λίμνης Μπίβα 投稿者がファイル作成 [Public domain], via Wikimedia Commons

Η επικράτηση του Νομπουνάγκα σηματοδότησε την περίοδο Αζούτσι-Μομογιάμα (1568/73 – 1600) και οι δύο επόμενοι διάδοχοί του, επίσης ισχυροί πολέμαρχοι, θα υποβάθμιζαν τον ρόλο των Σόγκουν στην Ιαπωνική πολιτική σκηνή. Αυτοί ήσαν οι Τογιοτόμι Χιντέοσι (1582-1598) και ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου (1603-1605) οι οποίοι μαζί με τον Νομπουνάγκα θεωρούνται οι μεγάλοι ενοποιητές της Ιαπωνίας, σφυρηλατώντας το ενιαίο κράτος που δημιουργήθηκε την προ-μοντέρνα εποχή. Το Σογκουνάτο Τοκουγκάβα με έδρα το Έντο θα κυβερνούσε από το 1603 μέχρι τον Ιανουάριο του 1868. Τελικά μετά από χρόνια αναποτελεσματικής διακυβέρνησης και αδυναμίας να αντιμετωπιστούν οι απειλές ξένων δυνάμεων όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αναστήλωση Μεϊτζί θα καταργήσει τον τίτλο του Σόγκουν, αποκαθιστώντας τις εξουσίες του αυτοκράτορα.

Πηγή

https://www.ancient.eu/Shogun/

Columbia University (2000). «Japan: History: Early History to the Ashikaga Shoguns»

Henry Smith Learning from Shogun: Japanese History and Western Fantasy Santa Barbara: University of California Program in Asian Studies 1980