Το βασίλειο Mutapa/Μουτάπα (1430–1760)

στις

Χάρτης του Willem Janszoon Blaeu που απεικονίζει το βασίλειο Μουτάπα (Πορτογαλικά=Monomotapa) 1635 πηγή

© copyright μετάφραση – επιμέλεια: Χείλων

Το Μουτάπα (γνωστό και ως Matapa/Ματάπα, Mwenemutapa/Μουενεμουτάπα και Monomotapa/Μονομοτάπα) ήταν βασίλειο της Νότιας Αφρικής στο βόρειο τμήμα της σημερινής Ζιμπάμπουε κατά μήκος του ποταμού Ζαμβέζη, το οποίο ήκμασε στα μέσα του 15ου και 17ου αιώνα. Παρόλο που ενίοτε περιγράφεται ως αυτοκρατορία, ελάχιστες ενδείξεις υπάρχουν ότι οι Shona/Σόνα (τοπική φυλή του Μουτάπα) κυριάρχησαν σε τέτοια έκταση. Ευδοκιμώντας χάρις στους τοπικούς πόρους χρυσού και ελεφαντόδοντου, το βασίλειο ανέπτυξε εμπορικές συναλλαγές με Πορτογάλους και Μουσουλμάνους εμπόρους στις ακτές της Ανατολικής Αφρικής τον 16ο αιώνα. Το Μουτάπα παρήκμασε λόγω των εμφυλίων πολέμων και όταν κατακτήθηκε από τους Πορτογάλους περί το 1633 π.Χ.

Βασίλειο Μεγάλης Ζιμπάμπουε – παρακμή

Κατά την διάρκεια του 15ου αιώνα, το μέχρι πρότινος κραταιό βασίλειο της Μεγάλης Ζιμπάμπουε (περί το1100 μ.Χ.) παρήκμαζε και είχαν σταματήσει οι επικερδείς συναλλαγές μέσω του παράκτιου εμπορίου των ακτών Σουαχίλι. Οι λόγοι της παρακμής ήταν η εξάντληση των αποθεμάτων χρυσού, ο υπερπληθυσμός, η υπερκαλλιέργεια, καθώς και η αποψίλωση των δασών, γεγονός που οδήγησε σε έλλειψη τροφίμων και έντονα φαινόμενα ξηρασίας.

Μέχρι το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, η φυλή Σόνα η οποία ομιλούσε την διάλεκτο Bantu/Μπαντού μετακινήθηκε βόρεια της Μεγάλης Ζιμπάμπουε εκτοπίζοντας τους ιθαγενείς Πυγμαίους και τις μικρότερες φυλές οι οποίες κατέφυγαν στα δάση και την έρημο. Η ακριβής σχέση μεταξύ Μεγάλης Ζιμπάμπουε και Μουτάπα δεν είναι γνωστή εκτός από ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία έδειξαν ότι αμφότερα τα βασίλεια είχαν παρόμοια κεραμικά, όπλα, εργαλεία και κοσμήματα.

Χάρτης του βασιλείου Μουτάπα (Πορτογαλικά=Μονομοτάπα). πηγή

Ιστορικό

Περί το 1450 οι Σόνα δημιούργησαν ένα νέο κράτος, το βασίλειο Μουτάπα, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο η άρχουσα τάξη της Ζιμπάμπουε να άλλαξε την πρωτεύουσα. Ιδρυτής και πρώτος βασιλέας ήταν ο πρίγκηπας Nyatsimba Mutota/Νιατσίμπα Μουτότα. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση των Σόνα, ο Μουτότα είχε σταλεί με σκοπό την εύρεση πόρων, στα εδάφη γύρω από τη βόρεια όχθη του ποταμού Zampezi/Ζαμβέζη, όπου διαπίστωσε ότι ήταν άφθονα σε αλάτι και άγρια θηράματα (ελέφαντες). Η ανακάλυψή του είχε ως επακόλουθο να μετακινηθούν βόρεια καταλαμβάνοντας την περιοχή και εκδιώκοντας τους ντόπιους

Ο δεύτερος βασιλέας, ο Nyanhehwe Matope/Νιανχέγουε Ματόπε γιος του ιδρυτή, θα επεκτείνει το βασίλειο καταλαμβάνοντας τις περισσότερες εκτάσεις μεταξύ Tavara/Ταβάρα και Ινδικού Ωκεανού, σωρεύοντας πλούτη στο βασίλειο εκμεταλλευόμενος τον χαλκό από την Chidzurgwe και το ελεφαντόδοντο από τον μέσο Ζαμβέζη. Αυτή η επέκταση όμως αποδυνάμωσε το βασίλειο Torwa/Τόρβα, που έδρευε στις νότιες περιοχές των Σόνα και από αυτό καταγόταν ο πρώτος βασιλέας Μουτότα και η δυναστεία του. Ο στρατός του Ματόπε κατέλαβε το βασίλειο της Mannyika/Μανιίκα, τα παράκτια βασίλεια του Kiteve/Κιτέβε και Madanda/Μαντάντα και μέχρι την άφιξη των Πορτογάλων στην ακτή της Μοζαμβίκης, το βασίλειο των Σόνα ήταν το κυρίαρχο στην περιοχή.

Το Μουτάπα έλεγχε τα εδάφη νότια του ποταμού Ζαμβέζη εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η βόρεια Ζιμπάμπουε και ένα μικρό τμήμα της νότιας Ζάμπια. Στην κοιλάδα του Mazoe/Μαζόε παραπόταμου του Ζαμβέζη, το βασίλειο ευημερούσε και είχε υποτάξει ή τουλάχιστον ασκούσε κάποια μορφή κυριαρχίας σε γειτονικά βασίλεια όπως αυτά του Uteve/Ουτέβε και Mbara/Μπάρα, όπου υπήρχαν κοιτάσματα χρυσού, αλλά όχι τόσο πλούσια όπως εκείνα στην Μεγάλη Ζιμπάμπουε. Πέρα από αυτές τις περιοχές, δεν είναι γνωστό μέχρι ποιου σημείου εκτείνονταν τα σύνορα του βασιλείου εκτός από το ότι κέντρο του ήταν η περιοχή Mukaranga/Μουκαράνγκα.

Portrait of the Monomotapa, King of the Makaranga tribe: Black man bust-length, turned to the right, wearing crown, pearl bracelet and embroidered cape, and holding sceptre in right hand; in oval frame with ribbon tied in the upper part, and coat of arms in the lower part Engraving
Πορτραίτο βασιλέα του Monomotapa, της φυλής Makaranga ο οποίος κρατά σκήπτρο με το οικόσημο στο κάτω μέρος – Χαρακτική © The Trustees of the British Museum πηγή

Oι εκάστοτε βασιλείς ηγούνταν ενός πολεμικού λαού που ήσαν ταυτόχρονα αγρότες και κτηνοτρόφοι και μάχονταν για την κυρίαρχη τάξη σε εκστρατείες εναντίον αντίπαλων φυλών και αρχηγών. Αρχικά, η εν λόγω σχέση λειτούργησε καλά, αλλά οι άρχοντες δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να επιβάλουν κάποια μορφή διοικητικής ενοποίησης σε ολόκληρο το βασίλειο, με αποτέλεσμα η ενότητα και ειδικότερα η επιβίωση, να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπικότητα και την ικανότητα των κυβερνώντων. Διορίζοντας τα μέλη της οικογένειάς τους ως περιφερειακούς κυβερνήτες και χωρίς να δημιουργούν όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε φορά που πέθαινε ένας αρχηγός, «πέθαινε» ταυτόχρονα και ο κρατικός μηχανισμός. Ο διάδοχός του έπρεπε να εξισορροπήσει τις αντιπαλότητες κατευνάζοντας τους οπαδούς του και τους υποστηρικτές του προκατόχου του. Αποτέλεσμα ήταν να προκληθούν πολλοί εμφύλιοι πόλεμοι ανάμεσα στον βασιλέα και τους κυβερνήτες που δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν την εξουσία. Περί το 1490 το νότιο τμήμα του βασιλείου αποσπάστηκε για να δημιουργηθεί το βασίλειο του Changamire/Τσάνγκαμιρ, το οποίο θα ευημερούσε τον 18ο αιώνα.

Βασιλείς & διακυβέρνηση

Οι αρχηγοί – βασιλείς των Σόνα έφεραν τον τίτλο Mwenemutapa/Μουενεμουτάπα, ο οποίος προέρχεται από δύο λέξεις. Η λέξη Mutapa σημαίνει «κατακτημένα εδάφη», ενώ η λέξη mwene στην διάλεκτο bantu σημαίνει «άρχοντας» και συγκεκριμένα «κατακτητής βασιλέας».

Οι Μουενεμουτάπα ήσαν ταυτόχρονα θρησκευτικοί ηγέτες και ως έμβλημα έφεραν σκαπάνη και δόρυ από χρυσό και ελεφαντόδοντο. Οι βασιλείς ζούσαν σε κλειστό χώρο με ξεχωριστά κτίρια για την βασίλισσα και τους βασιλικούς ακολούθους. Η τελευταία ομάδα αποτελείτο συνήθως από άνδρες ηλικίας κάτω των 20 ετών που προέρχονταν από οικογένειες υποτελών φυλετικών αρχηγών, η παρουσία των οποίων εγγυάτο την υπακοή στην κυριαρχία του βασιλείου. Όταν οι νεαροί επρόκειτο να γίνουν πολεμιστές, επέστρεφαν σπίτι τους και παραχωρούσαν αγροτεμάχια ή τις περιφέρειές τους για να αποδείξουν την μελλοντική πίστη τους.

Οικόσημο που απονεμήθηκε το 1569 στον βασιλέα Mwenemutapa από τον βασιλιά της Πορτογαλίας Blazon που απεικονίζει δύο βέλη να περιβάλλουν μια Αφρικανική σκαπάνη. πηγή

Ο βασιλέας κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης, συνεπικουρούμενος από αξιωματούχους όπως οι επικεφαλής του στρατού, της μουσικής, της ιατρικής, του πνεύματος και ο βασιλικός θυροφύλακας. Στα θέματα διακυβέρνησης, ζητούσε την συμβουλή εννέα υπουργών, οι οποίοι είχαν την περίεργη ονομασία «σύζυγοι του βασιλέα» αφού δεν ήσαν όλοι σύζυγοι ή ούτε καν γυναίκες. Μέλη του υπουργικού συμβουλίου ήταν η βασίλισσα και πιθανόν η αδελφή του βασιλέα, αλλά οι υπόλοιποι μπορούσε να είναι άνδρες που είχαν νυμφευθεί μέλη της βασιλικής οικογένειας. Οι υπουργοί διοικούσαν τα δικά τους κτήματα και είχαν κάποιες δικαστικές εξουσίες, όπως την επιβολή της θανατικής ποινής σε εκείνους που κρίνονταν ένοχοι για σοβαρά εγκλήματα. Οι υπουργοί υπηρετούνταν από γυναίκες, όπως οι νέοι που υπηρετούσαν τον βασιλιά. Η διαφορά ήταν ότι οι εν λόγω γυναίκες μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και ερωμένες του βασιλιά. Η βασική σύζυγος του βασιλέα, γνωστή ως mazaira/μαζέρα, είχε την πραγματική εξουσία και ήταν υπεύθυνη για τις εξωτερικές σχέσεις.

Early-African-Blacksmiths-Wildmoz.com
Πρώιμη απεικόνιση Αφρικανών σιδηρουργών ενώ παράγουν σίδηρο. Άγνωστος καλλιτέχνης: Gutenberg.

Πρωτεύουσα

Οι Πορτογάλοι άφησαν πληροφορίες για την πρωτεύουσα του Μουτάπα, όπου περιγράφουν μια πολύ διαφορετική κατάσταση από εκείνη της Μεγάλης Ζιμπάμπουε. Η Zvongombe/Ζβονγκόμπε είχε χτιστεί βόρεια από τα ορυχεία γρανίτη που προμήθευαν την Μεγάλη Ζιμπάμπουε και ήταν κατασκευασμένη κυρίως από πηλό, ξύλο και αχυροσκεπές. Η οριοθέτηση οριζόταν από ξύλινη περίφραξη την οποία μπορούσε κάποιος να περπατήσει σε μία ώρα. Στο εσωτερικό υπήρχαν τρεις δημόσιοι χώροι, εκ των οποίων ο ένας στέγαζε την βασιλική αυλή, ο άλλος στέγαζε τις συζύγους του βασιλέα και τους αυλικούς που αριθμούσαν περίπου 3.000 και ο τελευταίος στέγαζε υπηρέτες και σωματοφύλακες στρατολογημένους μεταξύ των νεαρών ανδρών απ’ όλο το βασίλειο, οι οποίοι αργότερα θα υπηρετούσαν ως στρατιώτες και διοικητές. Το βασίλειο στο σύνολό του δεν είχε ισχυρούς δεσμούς και η ενότητά του εξαρτάτο από το χάρισμα, την ευημερία και την πολιτική σοφία του βασιλέα, ο οποίος δεν παρέμβαινε άσκοπα στις ζωές των υπηκόων του, αφού θεωρούσε δεδομένη την υπακοή εφόσον απολάμβαναν υψηλό βιοτικό επίπεδο και σταθερές κοινωνικές συνθήκες.

Εμπόριο

Χρυσός, ελεφαντόδοντο, χαλκός, δέρματα ζώων και δούλοι που αποκτήθηκαν από τα υποτελή εδάφη, ανταλλάσσονταν με άλλα προϊόντα, όπως κεντημένα υφάσματα και γυάλινες χάντρες από την Ινδία στις μεγάλες εμπορικές πόλεις που βρίσκονταν στις ακτές της Ανατολικής Αφρικής. Ιδιαίτερα σημαντικό για το βασίλειο ήταν το προκεχωρημένο φυλάκιο της Sofala/Σοφάλα, που τελούσε υπό τον έλεγχο της Kosala/Κοσάλα. Όλα τα εισαγόμενα αγαθά εμπορεύονταν στην συνέχεια από εμπόρους του Μουτάπα στις υποτελείς φυλές έναντι χρυσού και ελεφαντόδοντου. Το εμπόριο ελεγχόταν αποκλειστικά από την κυβέρνηση και οι βασιλείς πλούτιζαν από τα κέρδη, μια κατάσταση που ενίσχυε το κύρος και την εξουσία τους, καθώς μοίραζαν δώρα σε αντάλλαγμα για πίστη.

Άποψη τειχών της Μεγάλης Ζιμπάμπουε πηγή

Τέχνη & αρχιτεκτονική

Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες πρωτεύουσες των Αφρικανικών βασιλείων όπως του Mapungubwe/Μαπουνγκούμπουε και της Μεγάλης Ζιμπάμπουε, στο Μουτάπα δεν υπήρχαν ορυκτά κοιτάσματα για την κατασκευή εντυπωσιακών πέτρινων κατοικιών και τειχών. Η πρωτεύουσα περιβαλλόταν από ξύλινο φράκτη και κτίρια κατασκευασμένα από λάσπη και ξύλινους πασσάλους. Οι εκτιμήσεις πληθυσμού της πρωτεύουσας, που βασίζονται σε Πορτογαλικές πηγές, είναι περίπου 4.000 κάτοικοι. Υπάρχουν επίσης αρχαιολογικά ευρήματα κατασκευών που περιλαμβάνουν οχυρώσεις χαμηλού ύψους ενισχυμένες με επιχωματώσεις και προστατευμένες από ξύλινους πασσάλους.

Ήταν αναπτυγμένη η στιλβωμένη αγγειοπλαστική, με κοντόλαιμα τυπικά αγγεία βολβοειδούς μορφής, τα οποία στιλβώνονταν με γραφίτη και κόκκινη ώχρα και είχαν απλή εγχάρακτη διακόσμηση. Σύμφωνα με Ευρωπαϊκές αναφορές βρέθηκαν κοσμήματα σε χώρους ταφής, τα οποία περιλαμβάνουν βραχιόλια, περιδέραια και επιστραγαλίδες από σπειρώματα, χαλκού, σιδήρου ή χρυσού. Οι εισαγόμενες πολύχρωμες γυάλινες χάντρες χρησιμοποιούνταν για διακόσμηση σε υλικά όπως αυγά στρουθοκαμήλων ή φοριούνταν ως ζώνες και περιδέραια κατασκευασμένες από πολλά μικρά κομμάτια.

Ξυλόγλυπτο ξύλινο προσκέφαλο της φυλής Σόνα. Οι Σόνα δημιούργησαν βασίλεια στη Νότια Αφρική όπως της Μεγάλης Ζιμπάμπουε και του Μουτάπα – ύψος: 17 εκ. (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο) πηγή

Θρησκεία

Η θρησκεία του Μουτάπα αφορούσε στην τελετουργική διαβούλευση των πνευμάτων και την λατρεία των βασιλικών προγόνων. Οι πρόγονοι συμβούλευαν τους βασιλείς μέσω μέντιουμ που ονομάζονταν mhondοro/μχοντόρο και είχαν ως καθήκον να φροντίζουν τους βωμούς στην πρωτεύουσα. Τα μέντιουμ εκτελούσαν και χρέη ιστορικού καταγράφοντας τα ονόματα και έργα των προηγούμενων βασιλέων. Ο βασιλιάς ήταν «Κύριος του Ήλιου και της Σελήνης, Βασιλιάς της Χώρας των Ποταμών και Κατακτητής των Εχθρών». Οι φυσικοί πόροι πιστεύετο ότι είχαν δημιουργηθεί από την θεότητα Mwari/Μουάρι και μπορούσαν να «αξιοποιηθούν μόνο με την έγκριση του Μουτάπα, του επίγειου εκπροσώπου και θεματοφύλακα του Μουάρι». Είναι αξιοσημείωτο ότι όποιος πλησίαζε τον βασιλιά, έπρεπε να είναι άοπλος και ξυπόλητος.

Πορτογάλοι & παρακμή

Οι Πορτογάλοι άρχισαν να εδραιώνουν την παρουσία τους και τελικά απέκτησαν τον έλεγχο των εμπορικών συναλλαγών στις ακτές Σουαχίλι μετά το ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα το 1498-9 όταν πέρασε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και την ανατολική ακτή της Αφρικής. Από το 1530 έγιναν προσπάθειες να δημιουργηθούν εμπορικές αγορές (feiras) στο Μουτάπα, για να παρεμβαίνουν στο σύστημα του βασιλείου, οι οποίες απέτυχαν και απλώς υποβίβασαν την θέση του βασιλέα στους υπηκόους του. Εξωτερική επαφή υπήρξε και με τους Μουσουλμάνους εμπόρους που ταξίδευαν με τα αγαθά τους στο βασίλειο, αν και η Ισλαμική θρησκεία ουδέποτε υιοθετήθηκε και οι άνθρωποι παρέμειναν πιστοί στις παραδοσιακές λατρείες.

O Πορτογάλος Ιησουίτης ιεραπόστολος Gonzalo da Silveira

Το 1561, ο Πορτογάλος Ιησουίτης ιεραπόστολος Gonzalo da Silveira κατόρθωσε να ενταχθεί στην αυλή του βασιλέα πείθοντάς τον να ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Αυτό όμως προκάλεσε την δυσφορία των Μουσουλμάνων εμπόρων οι οποίοι έπεισαν τον βασιλέα να σκοτώσει τον ιεραπόστολο λίγες μέρες μετά το βάπτισμα, ισχυριζόμενοι ότι ήταν κατάσκοπος και η βάπτιση πράξη «μαγείας». Αυτή ήταν και η αφορμή που ζητούσαν οι Πορτογάλοι για να εισβάλλουν στο εσωτερικό και να πάρουν τον έλεγχο των ορυχείων χρυσού και του ελεφαντόδοντου. Μετά από μια μακρά περίοδο προετοιμασίας, ξεκίνησε μια αποστολή 1.000 ατόμων υπό τον Francisco Barreto το 1568 η οποία κατόρθωσε να φτάσει στον άνω Ζαμβέζη, αλλά οι τροπικές ασθένειες κατέβαλλαν την αποστολή. Οι Πορτογάλοι επέστρεψαν στη βάση τους το 1572 και ξέσπασαν στους εμπόρους Σουαχίλι τους οποίους σφαγίασαν και στην θέση τους τοποθέτησαν Πορτογάλους και Αφρικανούς απογόνους τους, οι οποίοι έγιναν κάτοικοι του Ζαμβέζη. Το Μουτάπα διατήρησε την θέση ισχύος απαιτώντας φόρο από τον εκάστοτε Πορτογάλο κυβερνήτη της Μοζαμβίκης επιβάλλοντας ταυτόχρονα δασμό 50% επί όλων των εισαγόμενων εμπορικών αγαθών.

Βάπτιση του βασιλιά του Mutapa Siti Kazurukamusapa σε πίνακα του Tomasz Muszyński, 1683_ Δομινικανή Μονή στο Λούμπλιν. Το βάπτισμα του Siti Kazurukamusapa τελέσθηκε από τον João de Mello στις 4 Αυγούστου 1652, ημέρα εορτής του Αγίου Δομίνικου. πηγή

Περί το 1633, οι Πορτογάλοι υιοθέτησαν επιθετικότερη πολιτική για τον έλεγχο των πόρων της περιοχής αποκλείοντας τους εμπόρους Σουαχίλι. Επιτέθηκαν και κατέκτησαν το βασίλειο της Μουτάπα, το οποίο είχε ήδη αποδυναμωθεί από εμφύλιους πολέμους, προκαλώντας την εσωτερική του κατάρρευση. Η μόνη θετική συνέπεια ήταν ότι οι Πορτογάλοι δημιούργησαν τα πρώτα γραπτά αρχεία για τους λαούς της νότιας Αφρικής. Για το αποκαλούμενο Μουτάπα  ο Πορτογάλος εξερευνητής Diego De Goes/Ντιέγκο ντε Γκόες σημειώνει: «Ο βασιλιάς του Μονομοτάπα ζει σε χλιδή και αντιμετωπίζεται από τους υπηκόους του με μεγάλο σεβασμό και αφοσίωση» (Joseph Ki-Zerbo «Ιστορία της Αφρικής» 6).

Τελικά οι Ευρωπαίοι έχασαν το ενδιαφέρον τους όταν ο χρυσός που υπολόγιζαν αποδείχτηκε πολύ μικρότερος σε ποσότητα από άλλες τοποθεσίες, όπως στην Δυτική Αφρική ή στο Περού των Ίνκας. Οι τροπικές ασθένειες ήταν ένας ακόμη παράγοντας που συνέβαλλε στην προσωρινή και σύντομη Ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή.

Εισβολή Rozwi/Ρόζβι

Την δεκαετία του 1600, άρχισαν να αναδεικνύονται ως περιφερειακή δύναμη οι Rozwi/Ρόζβι οι οποίοι υπό την ηγεσία του Changamire Dombo/Βασιλέα Ντόμπο ίδρυσαν το βασίλειο Butwa. Οι Rozwi προέρχονταν από την άλλοτε κραταιά Μεγάλη Ζιμπάμπουε κατοικούσαν στην περιοχή ως υποτελείς και εισήγαγαν από τους Πορτογάλους εμπορεύματα χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον βασιλέα του Μουτάπα. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, ο Ντόμπο απειλούσε ανοικτά την κυριαρχία του Μουτάπα και το 1684, οι δυνάμεις του αντιμετώπισαν και νίκησαν εκείνες του Mwenemutapa Mukombwe/Βασιλέα Μουκόμπουε.

Όταν απεβίωσε ο Μουκόμπουε το 1693, ξέσπασε κρίση διαδοχής όπου οι Πορτογάλοι υποστήριξαν διαφορετικό διάδοχο από τον Ντόμπο, ο οποίος σε αντίποινα κατέστρεψε την φημισμένη εμπορική πόλη του Dembarare/Ντεμπαράρε δίπλα στην πρωτεύουσα του βασιλείου και σκότωσε όλους τους Πορτογάλους εμπόρους. Το 1695, ο Ντόμπο άφησε την πόλη της Mannyika/Μανιίκα (μεταλλεία χρυσού) και μετέφερε τον στρατό του ανατολικά καταστρέφοντας την Πορτογαλική αποικία Masikwesi/Μασικβέζι. Αυτή η κίνηση του απέφερε τον απόλυτο έλεγχο όλων των περιοχών παραγωγής χρυσού από την Μπούτβα έως την Μανίκα, αφαιρώντας τον έλεγχο από το βασίλειο Μουτάπα και τους Σόνα. Οι εναπομείναντες από το προηγούμενο καθεστώς δημιούργησαν άλλο βασίλειο στην Μοζαμβίκη, το οποίο ενίοτε αναφέρεται ως Karanga/Καράνγκα. Οι βασιλείς του Καράνγκα ονομάζονταν Mambos/Μάμπος (μοναδικοί) και βασίλευσαν στην περιοχή μέχρι το 1902, ιδρύοντας το δεύτερο βασίλειο Μουτάπα.

Μουτάπα – Οφίρ

Το βασίλειο Μουτάπα έχει και έμμεση αναφορά στην ιστορία της Νότιας Αφρικής, αφού η σχέση του με τον χρυσό δημιούργησε στους Ευρωπαίους την πεποίθηση ότι ο Munhumutapa διαχειριζόταν τα θρυλικά ορυχεία του βασιλέα Σολομώντα, που αναφέρονται στην Βίβλο ως Οφίρ.

Η Σοφάλα το 1683_πηγή

Η πεποίθηση ότι τα ορυχεία ήταν εντός των ορίων του βασιλείου στην Νότια Αφρική ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στην Πορτογαλική εξερεύνηση της ενδοχώρας της Sofala/Σοφάλα την δεκαετία του 1500 και αυτό συνέβαλε στην πρόωρη ανάπτυξη της Μοζαμβίκης, καθώς ο θρύλος χρησιμοποιήθηκε ευρέως μεταξύ του λιγότερο μορφωμένου πληθυσμού για να στρατολογήσει αποίκους. Ορισμένα έγγραφα υποδηλώνουν ότι οι περισσότεροι από τους πρώτους αποίκους ονειρεύονταν να ανακαλύψουν την θρυλική πόλη του χρυσού στην Νότια Αφρική, μια προσδοκία που παραπέμπει στην πρώιμη Νοτιοαμερικανική αποικιοκρατική έρευνα για το Ελ Ντοράντο πιθανώς εμπνευσμένη από αυτό. Το πρώιμο εμπόριο χρυσού έληξε με την εξάντληση των ορυχείων και η παρακμή ακύρωσε την οικονομική και πολιτική υποστήριξη για την ανεύρεση νέων κοιτασμάτων.

Επιμύθιο

Για αρκετούς αιώνες, αυτό το ακμάζον βασίλειο επέτρεψε στους κατοίκους να ζουν με ειρήνη και ασφάλεια κάτω από μια σταθερή κυβέρνηση και διαδοχή κυβερνώντων. Ιστορικά αρχεία που χρονολογούνται από το 1502, αναφέρουν ότι το βασίλειο αποτελεί «βασικό πεδίο έρευνας σχετικά με την οικονομική, πολιτική και θρησκευτική ανάπτυξη» στην προ-αποικιακή Αφρική. Ο David Beach στο βιβλίο του «The Journal of African History» σχολιάζει ότι το Μουτάπα ήταν ένα από τα τέσσερα κράτη των Σόνα που δεν «αφανίσθηκε ολοκληρωτικά από αποικιοκράτες» και το μόνο «πλησίον των Πορτογαλικών κέντρων» παρέχοντας σημαντικά στοιχεία για επαφές και σχέσεις μεταξύ αυτού και άλλων κρατών Σόνα, καθώς και με τους Ευρωπαίους. Το βασίλειο Μουτάπα αποτελεί παράδειγμα λειτουργικού συστήματος διακυβέρνησης στην Αφρική και ανθηρού πολιτισμού, στοιχεία ανύπαρκτα πριν την έλευση των Ευρωπαίων.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η περιοχή τελούσε υπό τον έλεγχο της Βρετανικής Εταιρείας Νότιας Αφρικής και το 1911 σχηματίστηκαν δύο νέα κράτη, η Βόρεια και Νότια Ροδεσία, από τα οποία το 1964 προήλθε η Ζάμπια και τελικά το 1980 προέκυψε η σημερινή Ζιμπάμπουε.

Χρονολόγιο

 

Πηγές – βιβλιογραφία

https://www.ancient.eu/Mutapa/

http://www.newworldencyclopedia.org/entry/Mutapa_Empire

https://afrikaiswoke.com/2018/11/07/african-kingdom-monomotapa-mutapa/

David N. Beach «The Mutapa Dynasty: A Comparison of Documentary and Traditional Evidence» 1976.

David Chanaiwa «Politics and Long-Distance Trade in the Mwene Mutapa Empire during the Sixteenth Century» The International Journal of African Historical Studies 1972.

Oliver Roland and Anthony Atmore «Medieval Africa 1250-1800» Cambridge University 1975.