Φάλαρις … ο τύραννος του Ακράγαντα

στις

Εξώφυλλο: Francesco Ferdinandi, Το μαρτύριο του άγίου Ευσταθίου. Πίσω από τον κύριο βωμό στην εκκλησία του Sant’Eustachio της Ρώμης, ο πίνακας ακολουθεί την αφήγηση στο Χρυσό Θρύλο: Όταν ο άγιος Ευστάθιος, αρνήθηκε να θυσιάσει στους θεούς,  αυτός, η σύζυγός του και οι γιοι του βασανίσθηκαν μέχρι θανάτου_wikiwand

Επιμέλεια παρουσίασης – Μετάφραση: Πυθεύς


Όπως μας παραδίδει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του, ο Φάλαρις έκαψε μέχρι θανάτου τον Περίλαο, ξακουστό χαλκουργό της Αθήνας, μέσα στον χάλκινο ταύρο.

Ο Περίλαος είχε φιλοτεχνήσει ομοίωμα ταύρου από χαλκό. Στο κούφιο εσωτερικό του είχε διαμορφώσει λεπτούς αυλούς από μέταλλο που συνέδεαν το χώρο της κοιλιάς με το στόμα και τα ρουθούνια του ζώου. Σε ένα μία από τις πλευρές του είχε δημιουργήσει άνοιγμα το οποίο σφράγιζε με πόρτα. Στη συνέχεια το παρουσίασε σαν δώρο προς τον Φάλαρι ο οποίος τον καλοσώρισε και έδωσε οδηγίες για την αφιέρωση του κατασκεύασματος στους θεούς.

Τότε ο Περίλαος ανοίγει την καταπακτή και με απάνθρωπη αγριότητα λέει:

«Αν ποτέ θελήσεις να τιμωρήσεις κάποιον, ω Φάλαρι, κλείστον μέσα στον ταύρο και άναψε φωτιά από κάτω· με τα βογγητά του θα νομίσουν ότι ο ταύρος μουγκρίζει και οι κραυγές του πόνου θα σε γεμίσουν ικανοποίηση καθώς θα οδηγούνται από τις διόδους αυτές στα ρουθούνια του.»

Όταν ο Φάλαρις άκουσε το σχέδιο, γεμάτος απέχθεια γι αυτόν τον άνθρωπο είπε:

«Έλα, λοιπόν, Περίλαε, γίνε ο πρώτος που θα μας το παρουσιάσει· μιμήσου εκείνους που παίζουν τους αυλούς και δείξε μου πως λειτουργεί το επινόημά σου.»

Και καθώς ο Περίλαος σύρθηκε μέσα, για να επιδείξει, έτσι νόμιζε, τον ήχο των σωλήνων, ο Φάλαρις έκλεισε το καπάκι κι άναψε φωτιά από κάτω. Αλλά για να μην αμαυρωθεί το μπρούτζινο άγαλμα από τον θάνατό του, τον έβγαλε έξω μισοπεθαμένο και τον έριξε στον γκρεμό.

Τον θρύλο αυτό για τον ταύρο αφηγήθηκαν ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, ο Διόδωρος, ο Πίνδαρος και αμέτρητοι άλλοι πέρα απ᾽ αυτούς.

Screen Shot 2018-09-07 at 3.21.57 PM

Προλεγόμενα

Η πόλη του Ακράγαντα [Ακράγας (σημ. Αγκριτζέντο) ] ιδρύθηκε το 580 π.Χ από αποίκους της Γέλας , Ελληνικής πόλης στη Σικελία η οποία είχε θεμελιωθεί από Ρόδιους και Κρήτες αποίκους, περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα. Η καινούρια πόλη είχε αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη όταν ο Φάλαρις, γιός του Ρόδιου Λεοδάμαντα, κατέλαβε την εξουσία.

Aπό γραπτά του Σταγειρίτη φιλοσόφου Αριστοτέλη, δύο αιώνες αργότερα, μας παραδίδεται ότι ο Φάλαρις είχε αναλάβει αρχικά ένα σημαντικό έργο, το οποίο πιθανότατα ήταν η κατασκευή υπαίθριου ιερού στην ακρόπολη της πόλης αφιερωμένου στον Πολιάδη Δία . Σύμφωνα με μεταγενέστερο αφήγημα του Πολύαινου, (βλ. απόσπασμα 4) ο Φάλαρις όπλισε τους εργάτες του και κατέλαβε την ακρόπολη. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό αληθεύει, αλλά μια επίθεση με ξένους στρατιώτες είναι λίγο-πολύ ότι θα έκανε κάθε τύραννος και τούτη η ιστορία ενδέχεται να βασίστηκε σε ανάλογες ιστορίες άλλων τυράννων.

Ο Φάλαρις πιστώνεται και άλλα κατασκευαστικά έργα: ενίσχυσε τα τείχη του Ακράγαντα, έχτισε ένα υδραγωγείο και πρόσθεσε κάμποσα άλλα όμορφα κτίσματα στην πόλη. Βελτίωσε τις εμπορικές συναλαγές με την Καρχηδόνα και διοργάνωσε εντυπωσιακούς αθλητικούς αγώνες. Όλα αυτά είναι εύλογα. Σε μια νέα πόλη σαν τον Ακράγαντα είναι αναμενόμενο να γίνονται έργα υποδομής, να λαμβάνονται οικονομικά μέτρα και να καθιερώνονται εορτασμοί.

Στον τύραννο καταλογίζονται επίσης πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον ομόχωρων πόλεων —μία από αυτές ήταν η Βέσσα (βλ. απόσπασμα 4)— και η κατάληψή τους. Η επικράτειές τους προστέθηκαν σε εκείνη του Ακράγαντα. Με άλλα λόγια, ο Φάλαρις ξεκίνησε με επεκτατική εξωτερική πολιτική, επιστέγασμα της οποίας ενδέχεται να είναι η ηγετική του θέση στο στρατό της Ιμέρας στη βορειότερη ακτή της Σικελίας, κάτι που σημειώνεται από τον Αριστοτέλη (βλ. απόσπασμα 3).

Μετά από δεκαέξι χρόνια, ο Φάλαρις εκθρονίστηκε μέσα σε γενικό ξεσηκωμό (βλ. απόσπασμα 5), επικεφαλής του οποίου ήταν κάποιος ονόματι Τηλέμαχος.

Ο Φάλαρις έγινε το πρότυπο του σατανικού δικτάκτορα. Μία από τις πιό ξακουστές ιστορίες για αυτόν είναι αυτή του σιδερένιου (ή μπρούτζινου) ταύρου κατασκευασμένου από τον Αθηναίο Περίλαο, πασίγνωστο γλύπτη. Τα θύματα του τυράννου κλείνονταν στο εσωτερικό αυτού του τεχνουργήματος και στη συνέχεια αναβόταν μια φωτιά κάτω από τον ταύρο. Ο δύσμοιρος φυλακισμένος ψηνόταν ζωντανός και μέσω κάποιου ακουστικού τεχνάσματος οι αγωνιώδεις κραυγές του προσομοίαζαν σε μουγκρητά του ζώου. Πρώτο θύμα λέγεται ότι ήταν ο ίδιος ο Περίλαος· τελευταίο ο Φάλαρις.

Η ιστορία ξεκάθαρα επινοήθηκε για να υποδείξει τι σημαίνει τυραννία, αλλά ίσως να υπάρχει κάποιο ψήγμα ιστορικής αλήθειας. Γράφοντας λιγότερο από έναν αιώνα μετά τον Φάλαρι ο ποιητής Πίνδαρος θεωρεί δεδομένο ότι όλοι γνωρίζουν την ιστορία του ταύρου. Η ανθρωποθυσία δεν ήταν κάτι άγνωστο στην Καρχηδόνα και την δυτική Σικελία και μπορεί να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή τα ποτάμια της Σικελίας είχαν συχνά αναπαρασταθεί με ανθρωποκέφαλους ταύρους. Δεν είμαστε πλέον σε θέση να ανακατασκευάσουμε το τι πραγματικά συνέβει στον Ακράγαντα, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι οι δύο ιστορίες συχνωνεύτηκαν —μία για ανθρωποθυσίες σε χωριό της Καρχηδόνας πλησίον του Ακράγαντα και μια για κάποιο μνημειώδες άγαλμα αφιερωμένο από τον Φάλαρι σε κάποιον ποταμό.

Αναζητώντας την ιστορική αλήθεια

Παράλληλα με τα σχόλια που συνοδεύουν το αφήγημα —περί προπαγάνδας για την αμαύρωση της φήμης του Φάλαρι (Λουκιανός απόσπασμα 6), παραδειγματισμού για τα κακά της τυρανίας και προτύπου σατανικού δικτάκτορος— και δεδομένου ότι δεν υπάρχει όριο στην ανθρώπινη σκληρότητα, θα πορεύεται και η υπόνοια κάποιας ιστορικής αλήθειας. Τα ζητήματα που περιβάλλουν τον ταύρο του Φάλαρι απασχόλησαν τους αρχαίους ιστορικούς για περισσότερο από έναν αιώνα. Η μελέτη που παρουσιάζεται παρακάτω αντιπροσωπεύει τον σημερινό (2003) στόχο να ανοίξει μια νέα προοπτική γι᾽αυτά τα θέματα, με την αμφισβήτηση των βασικών υποθέσεων που διέπουν τις προγενέστερες ερμηνείες —και οι οποίες εξακολουθούν, πράγματι, να βρίσκονται στη βάση κάποιων σύγχρονων συζητήσεων: δηλαδή ότι ο σχολιαστής των Πυθιόνικων του Πίνδαρου μεταδίδει τον Τίμαιο με μεγαλύτερη ακρίβεια απ᾽ ότι οι ιστορικοί Πολύβιος και Διόδωρος και ότι ο ίδιος ο Τίμαιος ήταν συνεπής στους άμεσους ισχυρισμούς του, ασχέτως της ακρίβειάς τους.

Από τη νέα αυτή προοπτική οι παρατηρήσεις του Πολύβιου αναφορικά με την αυθεντικότητα του ταύρου από την Καρχηδόνα φαίνεται ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές· αμφότερες οι εκδοχές του Πολύβιου και του Διόδωρου για το τί έγραψε ο Τίμαιος εμφανίζονται πιό αξιόπιστες από αυτή του σχολιαστή· η λαθεμένη λογική του αφηγήματος του σχολιαστή εξηγείται από τις καταβολές του· τα σφάλματα του Τίμαιου εκτίθονται και μια πειστική βιογραφία του ταύρου μπορεί να ανακατασκευαστεί. Οι ιστορικές μέθοδοι του Διόδωρου σχετικά με αυτά τα θέματα επαναξιολογούνται κι αυτές κάτω από το φως της πρόσφατης αποκατάστασης του έργου του. Η αναφορά του στον ταύρο του Φαλάριδος δεν προβάλλει στοιχεία απουσίας νοήματος, απροσεξίας ή τυφλής υπακοής στις πηγές, αλλά αντίθετα δείχνει ότι διερεύνησε τις πηγές του και ανταποκρίθηκε τόσο στις απαιτήσεις όσο και στους αναγκαίους περιορισμούς του συγκεκριμμένου είδους της ιστοριογραφίας του.

Ο Φάλαρις, τύραννος (περίπου από το 570 έως το 549 π.Χ) στη Σικελική πόλη Ακράγας, φέρεται να διαθέτει ένα ιδιαίτερο ορειχάλκινο ομοίωμα ταύρου, το οποίο χρησίμευσε και ως μέθοδος εκτέλεσης της ποινής αργού και οδυνηρού θανάτου που επέβαλλε στους εχθρούς του. Γρήγορα έγινε το επικρατέστερο παράδειγμα ενός σκληρού και αδίστακτου ηγεμόνα. Ο Ρωμαίος πολιτικός Κικέρων χρησιμοποίησε ακόμα και το ουσιαστικό Φαλαρισμός για να περιγράψει πόσο τρομακτική θεωρούσε πιθανό να γίνει η βασιλεία του Ιουλίου Καίσαρα αν ανέτρεπε τον Πομπήιο (Επιστολές στον Αττικό, Att. 7.12.2 ). Αναφορές στον ταύρο του Φαλάριδος βρίσκονται σε πολυάριθμα αρχαία κείμενα από τον Πίνδαρο (Πυθ. 1.185 (95) (απόσπασμα 1) στον Λουκιανό (Φάλαρις Α, απόσπασμα 6). Ωστόσο, η πραγματική τύχη αυτού του επινοήματος (αν, δηλαδή, υπήρξε) παραμένει ασαφής. Στην αρχαιότητα ήταν γενικότερα παραδεκτό ότι ο ταύρος κλάπηκε από τους Καρχηδόνιους το 406 π.Χ, όταν λεηλάτησαν τον Ακράγα και επιστράφηκε αργότερα στους Ακραγαντινούς από τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό (Scipio Africanus Minor) κατακτητή της Καρχηδόνας, το 146 π.Χ (βλ. απόσπασμα 10). Εντούτοις, κάποιες έμμεσες πληροφορίες, βασισμένες στο έργο του Σικελού ιστορικού Τιμαίου του Ταυρομενίτη φαίνεται να προβάλλουν μερικές αμφιβολίες σχετικά με το αφήγημα αυτό και σίγουρα πρέπει να διερευνηθούν.

Η θέση του Τίμαιου είναι γνωστή σε μας από τρείς ενδιάμεσες πηγές. Ο συγγραφέας των σχολίων στον πρώτο Πυθιόνικο ύμνο του Πινδάρου (βλ. απόσπασμα 1) είναι ο μόνος που δέχεται τα επιχειρήματά του από αυτούς. Αμφότεροι οι ιστορικοί Πολύβιος από την Μεγαλόπολη και Διόδωρος ο Σικελιώτης, επικρίνουν τον Τίμαιο και απορρίπτουν την ερμηνεία του. Ωστόσο, καθεμιά από τις τρείς πηγές του αποδίδει τουλάχιστον ελαφρά διαφορετική οπτική γωνία. Αυτό το άρθρο δεν επικεντρώνεται μόνο στην τύχη του ταύρου, αλλά και στην σχέση μεταξύ του Διόδωρου και των πηγών του Διόδωρου, Τίμαιο και Πολύβιο, βασικό σημείο το οποίο μπορεί να μας προσφέρει μια σπάνια ματιά στην μέθοδο γραφής της Βιβλιοθήκης .

(4) καὶ γὰρ γραφαὶ παμπληθεῖς ηὑρέθησαν εἰς ἄκρον ἐκπεπονημέναι καὶ παντοίων ἀνδριάντων φιλοτέχνως δεδημιουργημένων ὑπεράγων ἀριθμός. Τὰ μὲν οὖν πολυτελέστατα τῶν ἔργων ἀπέστειλεν εἰς Καρχηδόνα, ἐν οἷς καὶ τὸν Φαλάριδος συνέβη κομισθῆναι ταῦρον, τὴν δ’ ἄλλην ὠφέλειαν ἐλαφυροπώλησεν. (5) Τοῦτον δὲ τὸν ταῦρον ὁ Τίμαιος ἐν ταῖς ἱστορίαις διαβεβαιωσάμενος μὴ γεγονέναι τὸ σύνολον, ὑπ’ αὐτῆς τῆς τύχης ἠλέγχθη· Σκιπίων γὰρ ὕστερον ταύτης τῆς ἁλώσεως σχεδὸν ἑξήκοντα καὶ διακοσίοις ἔτεσιν ἐκπορθήσας Καρχηδόνα τοῖς ᾿Ακραγαντίνοις μετὰ τῶν ἄλλων τῶν διαμεινάντων παρὰ τοῖς Καρχηδονίοις ἀποκατέστησε τὸν ταῦρον, ὃς καὶ τῶνδε τῶν ἱστοριῶν γραφομένων ἦν ἐν ᾿Ακράγαντι. (6) Περὶ δὲ τούτου φιλοτιμότερον εἰπεῖν προήχθην, διότι Τίμαιος ὁ τῶν πρό γε αὐτοῦ συγγραφέων πικρότατα κατηγορήσας καὶ συγγνώμην οὐδεμίαν τοῖς ἱστοριογράφοις ἀπολιπὼν αὐτὸς εὑρίσκεται σχεδιάζων, ἐν οἷς μάλιστα ἑαυτὸν ἀποπέφαγκεν ἀκριβολογούμενον. (7) Δεῖ γάρ, οἶμαι, τοὺς συγγραφεῖς ἐν μὲν τοῖς ἀγνοήμασι τυγχάνειν συγγνώμης, ὡς ἂν ἀνθρώπους ὄντας καὶ τῆς ἐν τοῖς παροιχομένοις χρόνοις ἀληθείας οὔσης δυσευρέτου, τοὺς μέντοι γε κατὰ προαίρεσιν οὐ τυγχάνοντας τοῦ ἀκριβοῦς προσηκόντως κατηγορίας τυγχάνειν, ὅταν κολακεύοντές τινας ἢ δι’ ἔχθραν πικρότερον προσβάλλοντες ἀποσφάλλωνται τῆς ἀληθείας. { [The Library of History of Diodorus Siculus published in Vol. V of the Loeb Classical Library edition, 1950 ] [Ιστορική Βιβλιοθήκη Διόδωρος Σικελιώτης Βίβλος ΙΓ΄(13.90.4–7) ] }

Η κριτική του Διόδωρου στον Τίμαιο για τον ταύρο του Φάλαρι (13.90.4–7) έχει πράγματι ληφθεί υπόψη κάποιες φορές όταν εξετάζονται η αξιοπιστία και οι μέθοδοι του ίδιου του Διόδωρου. Έτσι, το απόσπασμα είχε ήδη αναλυθεί το 1945 σε μελέτη του F. W. Walbank. Παρόλα αυτά, πρόσφατες προσπάθειες επαναξιολόγησης της Ιστορικής Βιβλιοθήκης και του συγγραφέα της, δικαιολογούν μια επανεξέταση αυτού του σημαντικού τεκμηρίου. Τα προβλήματα που συνοδεύουν τον ταύρο, έχουν επίσης συζητηθεί στο πέρασμα των τελευταίων λίγων δεκαετιών, ειδικά από μελετητές ενδιαφερόμενους για τον Τίμαιο. Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο και στους δύο τομείς, ουσιαστικά παρέμειναν διαφορετικά ερευνητικά πεδία. Εντούτοις μια νέα συνθετική προσέγγιση μοιάζει δικαιολογημένη. Επομένως ο στόχος αυτής της μελέτης είναι τριπλός. Προέχει, η κριτική ανάλυση των ερμηνειών που δόθηκαν στις πρόσφατες έρευνες για τις αντιφατικές μαρτυρίες. Ακολουθεί, η ανακατασκευή των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν στην ιστορικότητα του ταύρου και την τύχη του, σαν βάση περαιτέρω εξέτασης και ο συσχετισμός τους με τα αφηγήματα που αποδίδονται στον Τίμαιο. Τέλος, η παρουσίαση στη βάση που θα προκύψει μιας επανεξέτασης των μεθόδων του Διόδωρου, της θέσης του μέσα στην ιστοριογραφική αντιπαράθεση για το θέμα αυτό και της γενικότερης αξίας του σαν καθολικός ιστορικός.

Ας κατευθυνθούμε τώρα στις αρχαίες πηγές. Το σχόλιο στον πρώτο πυθιόνικο του Πινδάρου ((FGrHist 566 F 28c = Σ Pind. Pyth. 1.185 (95)) λέει:

τὸν δὲ τοῦ Φαλάριδος ταῦρον οἱ ᾿Ακραγαντῖνοι κατεπόντωσαν, ὥς φησι Τίµαιος· τὸν γὰρ ἐν τῇ πόλει δεικνύµενον µὴ εἶναι τοῦ Φαλάριδος, καθάπερ ἡ πολλὴ κατέχει δόξα, ἀλλ᾿ εἰκόνα Γέλα τοῦ ποταµοῦ· κατασκευάσαι δὲ αὐτόν φασι Περίλαον, καὶ πρῶτον ἐν αὐτῷ κατακαῆναι·

Οι Ακραγαντίνοι βύθισαν στη θάλασσα το ταύρο του Φάλαρι, όπως λέει ο Τίμαιος· αυτός που είχε στηθεί στην πόλη δεν ήταν δικός του, όπως πιστεύει η κοινή γνώμη, αλλά μια αναπαράσταση του ποταμού Γέλα. Και λένε ότι τον ταύρο κατασκεύασε ο Περίλαος και ήταν ο πρώτος που κάηκε μέσα του.

Οι σχετικοί στίχοι του Πινδάρου λένε:

οὐ φθίνει Κροίσου φιλόφρων ἀρετά·

τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα νηλέα νόον

ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις.

Η αρετή της φιλοφροσύνης του Κροίσου δε λιγοστεύει·

μα από παντού κυκλώνει κακή φήμη τον Φάλαρι,

τον άσπλαχνο εμπρηστή με τον χάλκινο ταύρο.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του σχολιαστή, ο Τίμαιος αποδέχθηκε την ιστορικότητα του ταύρου αλλά υποστήριξε ότι πετάχθηκε μετά την ανατροπή του (του Φάλαρι) και κατά συνέπεια απέρριψε την ταυτοποίησή του με κάποιον ταύρο που ήταν εκτεθιμένο στην πόλη τον καιρό του Τίμαιου· αιτιατική και απαρέμφατο στην φράση τὸν γὰρ … τοῦ ποταµοῦ, αναπαριστούν τι υποτίθεται ότι είπε ο Τίμαιος πάνω σ᾽αυτό το θέμα. Το σημείο αναφοράς σε εικόνα του ποταμού Γέλα, είναι ότι ο Γέλας ήταν ο επώνυμος ποτάμιος θεός, ο οποίος, όπως πολλοί τέτοιοι θεοί, συχνά αναπαρασταίνονταν με την μορφή του ταύρου. Στο στοιχείο για τον Περίλαο θα επανέλθουμε.

Απόσπασμα από τη 12η βίβλο του Πολύβιου (FGrHist 566 F 28b = Pol. 12.25.1–5) αναφέρει:

ὅτι περὶ τοῦ ταύρου τοῦ χαλκοῦ τοῦ παρὰ Φαλάριδος κατασκευασθέντος ἐν Ακράγαντι, εἰς ὃν ἐνεβίβαζεν ἀνθρώπους … (3) τούτου δὲ τοῦ ταύρου κατὰ τὴν ἐπικράτειαν Καρχηδονίων µετενεχθέντος ἐξ ᾿Ακράγαντος εἰς Καρχηδόνα, καὶ τῆς θυρίδος διαµενούσης περὶ τὰς συνωµίας, δι᾿ ἧς συνέβαινεν καθίεσθαι τοὺς ἐπὶ τὴν τιµωρίαν, καὶ ἑτέρας αἰτίας, δι᾿ ἣν ἐν Καρχηδόνι κατεσκευάσθη τοιοῦτος ταῦρος, οὐδαµῶς δυναµένης εὑρεθῆναι τὸ παράπαν, (4) ὅµως Τίµαιος ἐπέβαλε καὶ τὴν κοινὴν φήµην ἀνασκευάζειν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν ποιητῶν καὶ συγγραφέων ψευδοποιεῖν, φάσκων µήτ᾿ εἶναι τὸν ἐν Καρχηδόνι ταῦρον ἐξ ᾿Ακράγαντος µήτε γεγονέναι τοιοῦτον ἐν τῆι προειρηµένῃ πόλει. (5) καὶ πολλοὺς δή τινας εἰς τοῦτο τὸ µέρος διατέθειται λόγους … (vi. de timaeo historico §3)

Για τον χάλκινο ταύρο που είχε φτιάξει ο Φάλαρις στον Ακράγα, στα σωθικά του οποίου έβαζε ανθρώπους … (3) για την μεταφορά του ταύρου αυτού από τον Ακράγα στην Καρχηδόνα με την επικράτηση των Καρχηδονίων, το άνοιγμα ανάμεσα στους ώμους του, μέσω του οποίου όσοι προορίζονταν για τιμωρία οδηγούνταν στο εσωτερικό του και άλλοι λόγοι για την κατασκευή ενός τέτοιου ταύρου στην Καρχηδόνα, είναι αδύνατο να βρεθεί κάτι παραπάνω, (4) μολαταύτα ο Τίμαιος προσπαθεί να ανακατασκευάσει την κοινή γνώμη και να αποδείξει λανθασμένους τους ισχυρισμούς ποιητών και ιστορικών, υποστηρίζοντας ότι ούτε ο ταύρος στην Καρχηδόνα προερχόταν από τον Ακράγα, ούτε είχε κατασκευαστεί κάτι τέτοιο στην προαναφερθείσα πόλη. (5) Και πράγματι εξέθεσε αρκετά επιχειρήματα υπέρ της άποψης αυτής.

Εδώ η «κοινή γνώμη» μοιάζει να αντιστοιχεί στην «πολλὴ κατέχει δόξα» της εκδοχής του σχολιαστή, παρότι στην τελευταία περίπτωση ο ισχυρισμός για την ιστορικότητα του ταύρου στηρίζεται από την αναγνώριση (προφανώς παραγνώριση) του συγκεκριμένου ταύρου σε εκείνον που αναπαριστούσε τον ποτάμιο θεό Γέλα. Αμφότερες οι επικλήσεις στην επικρατούσα άποψη του κοινού μοιάζει να αντιστοιχεί και πιθανόν κατά κάποιο τρόπο να προέρχεται, από την αναφορά του Πίνδαρου ότι «από παντού κυκλώνει κακή φήμη τον Φάλαρι». Αξιοσημείωτη η κομψότητα της διατύπωσης του Πολύβιου, με την λεκτική αντίθεση μεταξύ κατασκευασθέντος/κατεσκευάσθη και ἀνασκευάζειν, να μεταφράζεται σε προσπάθεια απόδοσης της διαφοράς ανάμεσα στο κατασκευάζω (κάνω) και ανασκευάζω (ξεκάνω· το ἀνασκευάζειν, πράγματι, έχει την έννοια του αναιρώ). Το πρώτο στοιχείο αυτής της αντίθεσης υποστηρίζει τον ισχυρισμό ότι ο ταύρος κατασκευάστηκε· το δεύτερο επιχειρεί να ανατρέψει τον ισχυρισμό ότι ο ταύρος κατασκευάστηκε. Η καθαρότητα της αντίθεσης επαυξάνεται από το γεγονός ότι το κατασκευάζειν μπορεί να είναι καθαυτό λογικός όρος, με την έννοια του ‹κατασκευἀζω ένα θετικό επιχείρημα› έννοια που το ξεχωρίζει χαρακτηριστικά από το ‹ἀνασκευάζειν›. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν αυτή η λεκτική αντίθεση ανήκει στον Πολύβιο ή πηγαίνει πίσω στον Τίμαιο (στο πλαίσιο του ισχυρισμού ότι «ο φερόμενος ως ταύρος του Φάλαρι δεν είχε κατασκευαστεί»). Σε κάθε περίπτωση, η εκστρατεία του Τίμαιου ενάντια στην ‹κοινή γνώμη› ή ‹την άποψη της πλειοψηφίας› και οι ισχυρισμοί των ποιητών και των ιστορικών φαίνεται να απηχούν τους περίφημους περιορισμούς του Θουκυδίδη (αυστηρά λογική ή λογοκριτική στάση) σχετικά με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενάντια στην άγνοια ή την ασάφεια των ‹περισσοτέρων από τους Αθηναίους› (Ἀθηναίων γοῦν τὸ πλῆθος) και αυτής ‹των ποιητών και των χρονογράφων› (βλ. απόσπασμα 11). Εφόσον είναι έτσι, η ηχώ έρχεται να ενδυναμώσει τις ιστορικές προθέσεις του Τίμαιου.

Τέλος, υπάρχει η εκδοχή του Διόδωρου από την ΙΓ´ Βίβλο (13.90.4–7) (βλ. παραπάνω) όπου περιγράφει την πτώση του Ακράγα:

(5) Τοῦτον δὲ τὸν ταῦρον ὁ Τίμαιος ἐν ταῖς ἱστορίαις διαβεβαιωσάμενος μὴ γεγονέναι τὸ σύνολον, ὑπ’ αὐτῆς τῆς τύχης ἠλέγχθη· Σκιπίων γὰρ ὕστερον ταύτης τῆς ἁλώσεως σχεδὸν ἑξήκοντα καὶ διακοσίοις ἔτεσιν ἐκπορθήσας Καρχηδόνα τοῖς ᾿Ακραγαντίνοις μετὰ τῶν ἄλλων τῶν διαμεινάντων παρὰ τοῖς Καρχηδονίοις ἀποκατέστησε τὸν ταῦρον, ὃς καὶ τῶνδε τῶν ἱστοριῶν γραφομένων ἦν ἐν ᾿Ακράγαντι. (6) Περὶ δὲ τούτου φιλοτιμότερον εἰπεῖν προήχθην, διότι Τίμαιος ὁ τῶν πρό γε αὐτοῦ συγγραφέων πικρότατα κατηγορήσας καὶ συγγνώμην οὐδεμίαν τοῖς ἱστοριογράφοις ἀπολιπὼν αὐτὸς εὑρίσκεται σχεδιάζων, ἐν οἷς μάλιστα ἑαυτὸν ἀποπέφαγκεν ἀκριβολογούμενον.

Ο Τίμαιος έχοντας διαβεβαιώσει στις Ιστορίες του ότι αυτός ο ταύρος ουδέποτε υπήρξε, διαψεύστηκε από την ίδια την Τύχη. Διότι ο Σκιπίων περίπου 260 χρόνια μετά την απόδοση αυτή, λεηλάτησε την Καρχηδόνα και μαζί με άλλα πράγματα που είχαν απομείνει στην κατοχή των Καρχηδονίων, αποκατέστησε τον ταύρο που βρισκόταν στον Ακράγα όταν γράφονταν τούτες οι ιστορίες. Μιλώ γι᾽ αυτά παρακινημένος πιο πολύ από φιλότιμο, επειδή ο Τίμαιος, ο άνθρωπος που κατηγόρησε με πικρία τους ιστορικούς πριν από αυτόν και ουδεμία συγνώμη άφησε πίσω του, είναι αυτός που εμφανίζεται να ενεργεί ευκαιριακά σε θέματα για τα οποία μάλιστα ο ίδιος αποφαινόταν ότι ακριβολογούσε.

Παρότι και οι τρείς συγγραφείς παραθέτουν τον Τίμαιο σαν πηγή των πληροφοριών τους, φαίνεται να του καταλογίζουν αντιφατικές δηλώσεις και σε κάθε περίπτωση να αποδίδουν μιά εντελώς συγκεχυμένη εικόνα συμβάντων. Πως είναι δυνατόν ο ταύρος, στις εκδοχές του Πολύβιου και του Διόδωρου, που δεν υπήρξε ποτέ να ρίχνεται στη θάλασσα, όπως στο αφήγημα σχολιαστή; Πως μπορεί ο ταύρος να καταποντίζεται από τους Ακραγαντίνους (σχολιαστής) αλλά να μεταφέρεται στην Καρχηδόνα (Πολύβιος και Διόδωρος) και αργότερα να επιστρέφει στον Ακράγα από τον Σκιπίωνα (Διόδωρος); (βλ. απόσπασμα 7) Ήταν όντως ο Καρχηδόνιος ταύρος αυτός του Φάλαρι; Τούτα τα προβλήματα τράβηξαν την προσοχή των ιστορικών στα τέλη του 19ου αι. και έκτοτε έχουν δοθεί ποικίλες ερμηνείες.

Οι παλαιότεροι μελετητές αμφισβήτησαν την αυθεντικότητα του ταύρου που επιστράφηκε από τον Σκιπίωνα στον Ακράγα μετά την λεηλασία της Καρχηδόνας. Προτάθηκε γι αυτόν και ίσως για την όλη ιδέα ενός τέτοιου ταύρου, η άποψη ότι έχει αμιγώς Καρχηδονική προέλευση. Ο ταύρος που περιγράφεται από τον Πολύβιο, με την πόρτα στο πλευρό, θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Lenschau, να αναγνωριστεί σαν γνήσιο Καρχηδονιακό δημιούργημα, εργαλείο για τις θυσίες των νεογέννητων παιδιών στον θεό Μολόχ. Ο Lenschau πρότεινε επίσης ότι ο Πολύβιος παρερμήνευσε τον Τίμαιο, ο οποίος (σύμφωνα με τον Lenschau) έγραψε ότι δεν υπήρχε ταύρος του Φάλαρι στον Ακράγα τον καιρό της Καρχηδονικής κυριαρχίας, με άλλα λόγια, όταν οι Καρχηδόνιοι λέγεται ότι τον είχαν απομακρύνει, οι οποίοι όμως δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη κάποιου αλλοτινού ταύρου.

Screen Shot 2018-09-07 at 4.50.14 PM
Offering to Molech (illustration from the 1897 Bible Pictures and What They Teach Us by Charles Foster) _wikiwand

Η ανάλυση του Lenschau προσέφερε έναυσμα στον Walbank, να εξετάσει τη σχέση μεταξύ των αφηγημάτων του Πολύβιου και του Διόδωρου. Ο Walbank υποστήριξε ότι στην κριτική του Τίμαιου ο Διόδωρος απλά ακολουθεί τον Πολύβιο, με ένα και μόνο αυθεντικό σημείο επαφής —την επίκληση του «ο ταύρος που βρισκόταν στον Ακράγα όταν γραφονταν αυτές οι ιστορίες» έκκληση την οποία ο Walbank χαρακτηρίζει «απλοϊκή και αμφισβητήσιμη». Σε αυτή την κρίση θα επανέλθουμε. Το ενδιαφέρον εδώ στρέφεται στο ζήτημα της σχέσης των δύο αφηγημάτων. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στον Διόδωρο και τον Πολύβιο: ο ισχυρισμός ότι ο ταύρος στην Καρχηδόνα ήταν στην πραγματικότητα ο ταύρος του Φάλαρι· η κριτική στον Τίμαιο· και (πιθανότατα) ο ισχυρισμός ότι αυτός ο ταύρος επιστράφηκε στον Ακράγα από τον Σκιππίωνα τον κατακτητή της Καρχηδόνας. Όμως το επιχείρημα ότι ο Διόδωρος απλά ακολουθεί τον Πολύβιο βασίζεται κυρίως στην ανάλυση της επόμενης ενότητας (13.90.7). Η υπερασπιστική στάση του Διόδωρου απέναντι στους ιστορικούς που λανθάνουν από άγνοια και η αποδοκιμασία εκείνων οι οποίοι παραποιούν την ιστορική αλήθεια από πρόθεση, αντιστοιχίζονται με τις κεντρικές ιδέες που παρουσιάζει ο Πολύβιος στις Ιστορίες του (12.7) και αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά ο ίδιος ο Διόδωρος διέθετε ισχυρό φρόνημα για την ηθική αξία της ιστορίας και δεν υπάρχει λόγος που να τον αποτρέπει να ενσωματώσει αυτό το κομμάτι του Πολύβιου στις δικές του απόψεις. Επομένως δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι κάθε φορά που παρουσιάζει μια παρόμοια ιδέα απλά αντιγράφει τον Πολύβιο. Οι λεξιλογικές ομοιότητες που μνημονεύει ο Walbank δύσκολα μπορούν να είναι καθοριστικές. Μονάχα μία έκφραση χρησιμοποιείται και από τους δύο συγγραφείς με την ίδια μορφή (κατὰ προαίρεσιν). Άλλες ομοιότητες φαίνονται επιφανειακά. Ο Walbank επισημαίνει ένα ζεύγος συναφών όρων, ἀγνόηµα – ἄγνοια, αλλά ο πρώτος, τον οποίο μεταχειρίζεται ο Διόδωρος, απουσιάζει από τις Ιστορίες. Τα ουσιαστικά συγγνώµη και κατηγορία που χρησιμοποιούνται από αμφότερους τους συγγραφείς σε διαφορετικά σχήματα, εμφανίζονται σε όλη την Βιβλιοθήκη 38 φορές η καθεμιά και κατά συνέπεια είναι πολύ συνηθισμένες για να αποτελέσουν σαφή ένδειξη προέλευσης από τον Πολύβιο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο σκεπτικισμός μας αναφορικά με την υποτιθέμενη τυφλή παρακολούθηση μιας και μόνης πηγής συνάδει με τα συμπεράσματα του Palm για την εσωτερική συνοχή της γλώσσας στο έργο του Διόδωρου. Το ότι ο Διόδωρος συχνά χρησιμοποίησε περισσότερες από μια πηγές κάθε φορά, ορθά συζητείται από ορισμένους μελετητές. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση, η λεξικολογική ανάλυση του Walbank δεν σχετίζεται ακριβώς με τα κείμενα για τον ταύρο του Φάλαρι.

Ο ισχυρισμός ότι ο Διόδωρος απλά ακολουθεί τον Πολύβιο στο ζήτημα του ταύρου είναι δύσκολο να συμβιβασθεί με αυτό που αξιώνει ο ίδιος ο Διόδωρος για τον σκοπό του — «Μιλώ γι᾽ αυτά παρακινημένος πιο πολύ από φιλότιμο … »— εκτός κι αν κάποιος αποδίδει στον Διόδωρο μεγάλο βαθμό υποκρισίας. Οι δυσκολίες της ανάλυσης του Walbank αυξάνονται περαιτέρω αν προσμετρήσουμε τις συνθήκες δημιουργίας του χωρίου. Στην 13η Βίβλο, όπου καλύπτονται τα χρόνια από το 415 έως το 413 π.Χ, ο Διόδωρος παραπέμπει στον Τίμαιο αρκετά συχνά και η βασική πηγή του προφανώς δεν θα μπορούσε να είναι ο Πολύβιος, ο οποίος δεν καλύπτει την περίοδο αυτή. Προκειμένου να μεταχειριστούμε την μαρτυρία του Διόδωρου σαν προερχόμενη από τον Πολύβιο, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι όταν διάβασε την κατάθεση του Τίμαιου για τον ταύρο είτε την αντικατέστησε με αυτή του Πολύβιου (από μνήμης ή εξετάζοντάς την άμεσα) δίχως να μπεί στη διαδικασία να τη συγκρίνει με την εντελώς διαφορετική άποψη της βασικής του αναφοράς η οποία βρισκόταν μπροστά στα μάτια του, ή παρερμήνευσε την εκδοχή του Τίμαιου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε και ο Πολύβιος. Αμφότερες οι πιθανότητες αυτές προϋποθέτουν μεγάλο βαθμό ανικανότητας απο την πλευρά του και αμφότερες εντούτοις μοιάζουν πολύ εξεζητημένες.

Σχολιάζοντας τον Πολύβιο, ο Walbank τροποποίησε ελαφρά την θέση του σε ορισμένα ειδικά θέματα. Αποδέχτηκε, κυρίως, την οπτική του Jacoby ότι η λεπτομερής περιγραφή του Πολύβιου για τον ταύρο της Καρχηδόνας θα πρέπει να βασίζεται σε προσωπική του αυτοψία— απόλυτα λογική άποψη στην ουσία της, δεδομένης της παρουσίας του Πολύβιου στο πλευρό του Σκιπίωνα το καιρό της πτώσης της Καρχηδόνας. Ωστόσο, η γενική του τοποθέτηση σ᾽ αυτά τα ζητήματα και η αξιολόγησή του για την μέθοδο του Διόδωρου παρέμειναν ουσιαστικά ανεπηρέαστες.

Τα περίπλοκα προβλήματα που δημιουργεί ο ταύρος του Φάλαρι ήταν σημαντικά και για τον Truesdell Brown , συγγραφέα μονογραφίας για τον Τίμαιο. Ο Brown δέχεται τις μαρτυρίες που ενισχύουν την ύπαρξη των δύο ταύρων —εκείνου που μεταφέρει ο Σκιπίων από την Καρχηδόνα και εκείνου που συμβόλιζε τον ποτάμιο θεό Γέλα (το οποίο βρισκόταν στον Ακράγα τον καιρό του Τίμαιου και συνεπώς σίγουρα δε θα μπορούσε να ταυτίζεται με τον άλλο). Ο Brown, όπως και οι προκάτοχοί του, απορρίπτει την αναγνώριση από τον Πολύβιο του ταύρου της Καρχηδόνας σε αυτόν του Φάλαρι.

O Lionel Pearson, επίσης συγγραφέας μονογραφίας για τον Τίμαιο , πρότεινε όμως άλλη μία εξήγηση. Υπέθεσε ότι ο Τίμαιος θα μπορούσε να το έχει πεί αυτό, με την προϋπόθεση ότι αν κάποτε υπήρχε ένας ταύρος που τον χρησιμοποιούσαν για να καίνε ζωντανούς ανθρώπους, οι Ακραγαντινοί σίγουρα θα τον βούλιαζαν στην θάλασσα μετά την ανατροπή του τυράννου. Επίσης, αντιμετωπίζει την αναλυτική περιγραφή του Πολύβιου σαν σημαντικό πληροφοριακό στοιχείο. Κατά την άποψή του, ο Τίμαιος, ο ιστορικός από το Ταυρομένιο (σημ. Ταορμίνα ) ήταν εκείνος που παρέδωσε την περιγραφή αυτού του τεχνουργήματος η οποία αντιγράφηκε αργότερα από τον Πολύβιο. Στα τεκμήρια του Πολύβιου ο Τίμαιος πράγματι καταγράφει την ύπαρξη του ταύρου της Καρχηδόνας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι από εκείνον, ή αποκλειστικά από εκείνον, απορρέει η περιγραφή του Πολύβιου, διότι όπως έχουμε ήδη επισημάνει είναι ζωντανή η πιθανότητα ο Πολύβιος να είδε πράγματι τον ταύρο, ευρισκόμενος στη συνοδεία του Σκιπίωνα.

Τα ζητήματα του ταύρου πραγματεύτηκε εκτενώς σε άρθρο του ο Guido Schepens το 1978 . Ο Schepens ανέλυσε τις πηγές (με ιδιαίτερη προσοχή στην μεταφορά των αποσπασμάτων από την 12η Βίβλο του Πολύβιου) και την σύγχρονη ανταλλαγή απόψεων για τις ποικίλες εκδοχές τους, υπογραμμίζοντας τις ελλείψεις προηγούμενων μελετών και παρουσιάζοντας την δική του ερμηνεία. Με την δική του οπτική ο Τίμαιος πράγματι αρνήθηκε ότι υπήρξε ποτέ κάποιος ταύρος στον Ακράγα, αλλά με ακραία στενή έννοια, αντιλαμβανόμενος το Ελληνικό πόλις (Pol. 12.25.4) σαν όρο μεγάλης γεωγραφικής ακρίβειας. Ο Schepens υποστήριξε την υπόθεση αυτή αναλύοντας το απόσπασμα 19.108.1 του Διόδωρου, το οποίο κατά την άποψή του θα πρέπει να καταλογιστεί στον Τίμαιο. Επανέλαβε τις θέσεις του αυτές σε πιο πιό πρόσφατες μελέτες, όπου πρότεινε ότι η εκδοχή του Διόδωρου θα έπρεπε να λογίζεται σαν «παραπλανητική μαρτυρία».

Λέει ο Διόδωρος (19.108.1) αναφορικά με την υποτιθέμενη παρουσία του ταύρου του Φάλαρι στον Έκνομο:

κατεῖχον δὲ Καρχηδόνιοι µὲν τὸν Ἔκνοµον λόφον, ὅν φασι φρούριον γεγενῆσθαι Φαλάριδος. ἐν τούτῳ δὲ λέγεται κατεσκευακέναι τὸν τύραννον ταῦρον χαλκοῦν τὸν διαβεβοηµένον πρὸς τὰς τῶν βεβασανισµένων τιµωρίας, ὑποκαιοµένου τοῦ κατασκευάσµατος· διὸ καὶ τὸν τόπον Ἔκνοµον ἀπὸ τῆς εἰς τοὺς ἀτυχοῦντας ἀσεβείας προσηγορεῦσθαι.

Οι Καρχηδόνιοι κρατούσαν τον λόφο του Έκνομου, για τον οποίο λένε ότι ήταν οχυρό του Φάλαρι. Λέγεται ότι ο τύραννος είχε κατασκευάσει πάνω στον λόφο τον περιβόητο χάλκινο ταύρο για την τιμωρία των βασανιζόμενων, ανάβοντας φωτιά από κάτω του· ο τόπος λοιπόν ονομαζόταν Έκνομος εξαιτίας της ασέβειας με την οποία αντιμετωπίζονταν οι δυστυχείς. (Ετυμολογικά ο Έκνομος μπορεί να κατανοηθεί όπως το ‹εκτός νόμου›)

Αν ανήκει στον Τίμαιο, το απόσπασμα αυτό φανερώνει είτε ότι ο Τίμαιος εγγυάται απλά την ιστορικότητα του ταύρου του Φάλαρι, περίπτωση στην οποία το ‹λένε› και το ‹λέγεται› του Διόδωρου είναι αόριστες γενικεύσεις του ‹ο Τίμαιος λέει›, είτε ότι προώθησε τον ταύρο σαν ‹λεγόµενον›, ένα λεγόμενο στο οποίο ωστόσο δεν εναντιώθηκε φανερά. Όμως η θέση του Schepens δεν είναι πειστική: η απόδοση γίνεται στη βάση γνωστών ή υποτιθέμενων χαρακτηριστικών της γραφής του Τίμαιου. Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου για έναν ιστορικό του οποίου όλα τα γραπτά έχουν χαθεί, δεν μπορεί να είναι καθοριστική. Ο Schepens μνημονεύει τα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά που είναι παρόντα στο απόσπασμα 19.106–10 του Διόδωρου: την χρονολογική ακρίβεια, την απέχθεια για την τυραννία, την ωμότητα του Αγαθοκλή, την δεισιδαιμονία και τον απίθανα υψηλό αριθμό θυμάτων. Όλα αυτά τα κριτήρια είναι πολύ υποκειμενικά και κανένα τους δεν πρέπει να συνδυαστεί επακριβώς με τον Τίμαιο. Επιπροσθέτως, κάθε προσπάθεια να θεωρηθεί ο Ταυρομένιος ιστορικός πηγή της περιόδου αυτής αντιτίθεται άμεσα στην δήλωση του ίδιου του Διόδωρου (21.17.3) ότι δεν μπορεί να δεχτεί τα τελευταία πέντε βιβλία των Ιστοριών του Τίμαιου εξαιτίας της αρνητικής προκατάληψης του συγγραφέα για τον Αγαθοκλή. Εντούτοις, ο συσχετισμός του αποσπάσματος 19.108.1 με τον Τίμαιο δίχως πολύ περισσότερα ουσιαστικά τεκμήρια είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφισβητήσιμος.

Ο σκεπτικισμός μας γύρω από το σημείο αυτό ενδέχεται να ενισχύεται λαμβάνοντας υπόψη ένα άλλο σχόλιο του Διόδωρου (ένα απόσπασμα) για τον ταύρο του Φάλαρι (9.19.1 = Tzetzes, Hist. 1.646, βλ. παραπάνω):

Αυτός λοιπόν ο Φάλαρις τον χαλκουργό εκείνο, τον Αττικό Περίλαο, στον χάλκινο του ταύρο κλείνει και κατακαίει. Τι ετούτος κατασκεύασε τη μηχανή του ταύρου, μες στα ρουθούνια του βοδιού του έβαλε σουραύλια, θύρα επίσης άνοιξε στο ‘να πλευρό του ταύρου· και δώρο εις τον Φάλαρι τούτον τον ταύρο πάει.

Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται επίσης σε αρχικό στάδιο από το σχόλιο του Πίνδαρου στον πρώτο Πυθιόνικο: ‹λένε ότι τον κατασκεύασε ο Περίλαος και ήταν ο πρώτος που κάηκε μέσα του›. Το φυσικό συμπέρασμα είναι ότι η πληροφορία που εισάγεται με το λένε προέρχεται από πηγή διαφορετική του προγενέστερα παρατιθέμενου Τίμαιου και ότι ο Διόδωρος δεν αντλεί μόνο από τον Τίμαιο πληροφορίες για τον ταύρο του Φάλαρι. Επιπροσθέτως, το απόσπασμα 9.19.1, σε συνδυασμό με το σχόλιο, υπαινίσσεται από μόνο του ότι ο Τίμαιος δεν αφηγήθηκε την ιστορία του Περίλαου και της πυρπόλησής του, κάτι το οποίο φαίνεται να ενισχύει την υπόθεση ότι αρνήθηκε την οποιαδήποτε ιστορικότητα του ταύρου.

Ούτε το άλλο αξίωμα του Schepen πείθει. Το Ελληνικό πόλις συνδέεται κατάλληλα με την όλη κοινότητα, δεδομένου ότι ο όρος που αρμόζει στην πόλη είναι το ἄστυ. Εφόσον με το πόλις εννοείται ολόκληρη η περιοχή που ανήκει σε μια πολιτική οργάνωση, η άρνηση της ὐπαρξης του ταύρου στην πόλη των Ακραγαντίνων αποκλείει επίσης την πιθανότητα της παρουσίας του στον Έκνομο.

Έτσι η θεωρία του Schepen, παρότι έξυπνη και ενδιαφέρουσα, είναι, όπως μπορούμε να δούμε, πολύ αμφίβολη. Φαίνεται ότι το πρόβλημα του Φαλάριου ταύρου απαιτεί ικανοποιητικότερη ερμηνεία.

Μολονότι όλοι αυτοί οι μελετητές προσπαθούν να εξηγήσουν τις φαινόμενες ασυνέπειες των πηγών με ποικίλους και διακριτούς τρόπους, μοιράζονται βασικές παραδοχές. Αυτές είναι: (α) ότι η εκδοχή του σχολιαστή είναι η πλέον ακριβής και (συνεπώς) (β) ότι ο Τίμαιος ήταν στην ουσία σωστός και η μεταγενέστερη κριτική οφειλόταν σε παρανόηση ή ανικανότητα των κριτικών όπως ο Πολύβιος και ο Διόδωρος, παρά σε προσωπικό σφάλμα του Τίμαιου. Η δεύτερη θέση βεβαιώνει ένα διπλό λάθος μερικές φορές: Ο Πολύβιος παρερμήνευσε τον Τίμαιο και ο ίδιος ο Πολύβιος με την σειρά του παρερμηνεύτηκε από τον Διόδωρο. Σε όλο αυτό, προκαλεί έκπληξη το πόσο λίγη προσοχή δόθηκε στο αφήγημα του σχολιαστή, τις καταβολές και την μεταφορά του, ζητήματα στα οποία θα στραφούμε στη συνέχεια.

Τα σχόλια στον Πίνδαρο διασώθηκαν χάρη στον Δίδυμο τον Χαλκέντερο , ο οποίος το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ συγκέντρωσε διάφορες προγενέστερες περιγραφές. Αλλά ο Δίδυμος δεν ήταν προσεκτικός και επιμελής ακαδημαϊκός· αυτό γίνεται σαφές τόσο από το πλήθος των βιβλίων που του αποδόθηκαν —τουλάχιστον 3.500— όσο και από το προσωνύμιο ‹Βιβλιολάθας› που απέκτησε, ‹αυτός που ξεχνά τα βιβλία›. Ο Δίδυμος ενσωμάτωσε στα απανθίσματά του έργα Αλεξανδρινών λογίων, σε ότι αφορά στον Πίνδαρο κυρίως του Αρίσταρχου από την Σαμοθράκη και των διαδόχων του. Η μέθοδος και η αξιοπιστία του είναι ακόμα θέμα συζήτησης, κυρίως στη βάση του σχολιασμού του στους λόγους του Δημοσθένη πυ βρέθηκαν στις αρχές τυ 20ου αιώνα. Παρότι τα τελευταία χρόνια η φήμη του έχει καλυτερεύσει, υπάρχουν ακόμη πολλά που υπολείπονται. Ο Phillip Harding , ο οποίος σε γενικές γραμμές είναι μάλλον φίλα προσκείμενος στον Δίδυμο, υπογραμμίζει το ρόλο των μαθητών στην εύρεση αναφορών για το έργο των δασκάλων τους. Αναφορικά με τον Τίμαιο, ένα ξεκάθαρο λάθος είναι ευαπόδεικτο στα σχόλια. Για την δική μας περίπτωση —και κρίσιμο— είναι ξεκάθαρο ότι ούτε ο Δίδυμος ούτε οποιοσδήποτε από τους διαδόχους του ή τους μαθητές του δεν μετέφεραν κάποιους σχολιασμούς που βρήκαν να συσχετίζονται κάπως με οποιαδήποτε νεότερα ιστορικά έργα, επειδή δεν υπάρχει αναφορά σε κριτική του Πολύβιου για τον Τίμαιο. Επομένως, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Δίδυμος αναπαράγει την κατάσταση του ζητήματος πριν την κριτική ανάλυση του Πολύβιου και προτού ο ταύρος της Καρχηδόνας σταλθεί στον Ακράγα (είτε αναστηλωθεί, αν πράγματι ήταν ο ταύρος του Φάλαρι, είτε σταλθεί για πρώτη φορά, εφόσον δεν ήταν). Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ταύρος που ήταν στημένος στον Ακράγα τον καιρό των αρχικών σχολίων δεν θα μπορούσε να είναι αυτός του Φάλαρι, διότι ο τελευταίος είτε είχε βυθιστεί στη θάλασσα, αν η εκδοχή του σχολιαστή για τον Τίμαιο είναι ορθή, ή είχε ήδη μεταφερθεί στην Καρχηδόνα, αν αληθεύουν οι εκδοχές του Πολύβιου και του Διόδωρου. Ο χαρακτήρας της πηγής του σχολίου και οι συνθήκες δημιουργίας του, δικαιολογούν αμφότερα πολύ λιγότερο ευνοϊκή εκτίμηση από αυτή που έχαιρε μέχρι τώρα. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να προτιμάται αβασάνιστα έναντι των αφηγημάτων του Πολύβιου και του Διόδωρου, δύο ιστορικών για τους οποίους γνωρίζουμε σίγουρα ότι είχαν προσωπική εμπειρία με το έργο του Τίμαιου.

Screen Shot 2018-09-07 at 5.29.34 PM

Ας ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας για τα κύρια δεδομένα που σχετίζονται με τον ταύρο του Φάλαρι, όπως έκανε ο T. S. Brown περισσότερο από πενήντα χρόνια νωρίτερα, αριθμώντας τους ταύρους, αν και θα πρέπει να αυτοπεριοριστούμε μόνο σε τρείς και όχι πέντε. Πρώτος βέβαια είναι ο ταύρος του Φάλαρι· δεύτερος είναι αυτός που συμβόλιζε τον ποτάμιο θεό Γέλα, στημένος στον Ακράγα τον καιρό του Τίμαιου· τρίτος είναι ο ταύρος της Καρχηδόνας, που περιγράφεται από τον Πολύβιο, στημένος στον Ακράγα την εποχή του Διόδωρου. Ο ταύρος του Φάλαρι μοιάζει να επιμαρτυρείται καλά —ιδιαίτερα, βέβαια, από τον Πίνδαρο— ώστε να μην αμφιβάλλουμε για καθαυτή την ύπαρξή του. Το σύμβολο του ποτάμιου θεού Γέλα και ο ταύρος που μεταφέρεται στον Ακράγα από τον Σκιπίωνα πιστοποιούνται αμφότεροι από αυτόπτες μάρτυρες (στην πρώτη περίπτωση, από τον Τίμαιο· στη δεύτερη από τον Πολύβιο και τον Διόδωρο). Εφόσον, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η ύπαρξη και ο ρόλος του ταύρου για τον συμβολισμό του ποτάμιου θεού Γέλα δεν αποτελούν επίμαχα ζητήματα, μας απομένουν μονάχα δύο ταύροι. Παρά το χρόνο που πέρασε, το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν διαφέρει από εκείνο που πραγματεύτηκε ο Πολύβιος —πρόκειται για τους ίδιους ταύρους;

Παρότι οι αρχαίοι συγγραφείς αποδέχτηκαν σε γενικές γραμμές την αυθεντικότητα του μνημείου που μεταφέρθηκε από τον Σκιπίωνα και την Καρχηδόνα, οι σύγχρονοι ομόλογοί τους, όπως είδαμε, την απέρριψαν. Μετά βρέθηκαν αντιμέτωποι με το δύσκολο έργο της ερμηνείας των αντιφάσεων ανάμεσα στις αφηγήσεις του σχολιαστή (τον οποίο θεωρούν άμεση αναφορά από τον Τίμαιο) και τον Πολύβιο. Ακόμα και η παράβλεψη της αφήγησης του Διόδωρου —ο οποίος συμφωνεί με τον Πολύβιο αλλά όχι με τον σχολιαστή— δεν διευκόλυνε το έργο αυτό. Με σκοπό να εξηγηθούν οι ομοιότητες μεταξύ των ταύρων της Καρχηδόνας και του Φάλαρι προτεινόταν συνήθως ότι ο πρώτος στην πραγματικότητα ήταν εργαλείο για να εκτελούνται οι διαβόητες θυσίες παιδιών στην Καρχηδόνα. Ωστόσο πρόκειται για καθαρά υποθετική ερμηνεία δίχως την οποιαδήποτε στήριξη από τις πηγές μας. Πράγματι, ο Πολύβιος αποκλείει εμφατικά κάθε ερμηνεία πέραν της Φαλαρινής καταγωγής, άρα εκτίμησε την πιθανότητα. Επιπλέον, η υπόθεση αντικρούει για άλλη μια φορά το αφήγημα του Διόδωρου (το οποίο —όπως συνήθως— δεν προβληματίζει τους περισσότερους μελετητές), ο οποίος περιγράφει το χάλκινο γλυπτό που χρησιμοποιήθηκε στη διάρκεια της τελετής παιδοκτονίας σαν απεικόνιση του Κρόνου, με τα χέρια του να εκτείνονται μπροστά. Μια άλλη ερμηνεία, κατά προτίμηση δίχως την εμπλοκή κάποιου άλλου επινοημένου ταύρου, μοιάζει κατάλληλη. Διότι φαίνεται ακατόρθωτο να εναρμονιστούν και οι τρείς αφηγήσεις παράλληλα με την διάσωση της αξιοπιστίας του Τίμαιου.

Επομένως, θα πρέπει να επανεξετάσουμε την πιθανότητα να ήταν ο Πολύβιος και ο Διόδωρος αυτοί που έχουν δίκιο και όχι ο Ταυρομένιος ιστορικός. Η πραγματεία του Πολύβιου μοιάζει απόλυτα αξιόπιστη και προφανώς βασισμένη σε κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα και δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος αμφισβήτησης του διατυπωμένου συμπεράσματός του ότι ο ταύρος ήταν γνήσιος. Μοιάζει ανώφελο και απίθανα κυνικό να υποτίθεται ότι είτε ο Πολύβιος διαστρέβλωσε τα γεγονότα ώστε να υπερασπιστεί τα εύσημα του Σκιπίωνα για την αναγνώριση του ταύρου, είτε ότι οι Ακραγαντινοί απλά για πολιτικούς λόγους δέχτηκαν την αυθεντικότητα του ταύρου που παρέλαβαν από τον Σκιπίωνα. Διότι ο Καρχηδόνιος ταύρος είχε μια πόρτα στο πλευρό του —εκπληκτική σύμπτωση από μόνη της— και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε με τον ταύρο που είδε ο Διόδωρος στον Ακράγα, διαφορετικά δε θα μπορούσε να εκληφθεί σαν αυθεντικός από τον Διόδωρο ή τους Ακραγαντινούς. Αυτή η περίπτωση απλοποιεί αμέσως την κατάσταση: Η λανθασμένη δήλωση του Τίμαιου ορθά διορθώνεται από τους δύο μεταγενέστερους ιστορικούς οι οποίοι είχαν άμεση επαφή με το έργο του και των οποίων η άποψη γενικά ήταν κοινά αποδεκτή στον αρχαίο κόσμο με μόνη εξαιρεση αυτή για τον Τίμαιο.

Παρ᾽ όλα αυτά, το ζήτημα του τι ακριβώς έγραψε ο Τίμαιος παραμένει σημαντικό. Έχουμε αποκλείσει την θέση του Schepen ότι ο Τίμαιος εξέτασε την ακριβή θέση του ταύρου, αλλά με τόσο αόριστο τρόπο που ούτε ο Πολύβιος ούτε ο Διόδωρος κατάφεραν να συλλάβουν το νόημά του. Θα πρέπει να είχε αρνηθεί πλήρως την ύπαρξη του ταύρου, όπως πράγματι καταθέτουν ξεκάθαρα ο Πολύβιος και ο Διόδωρος, ενέργεια μάλλον λανθασμένη.

Το συμπέρασμα ότι ο Τίμαιος εσφαλμένα αρνήθηκε την ύπαρξη του Ταύρου ίσως στέκει από μόνο του, αλλά μπορεί σαφώς να ενισχυθεί αν είναι δυνατό να βρεθεί μια απλή εξήγηση για το λάθος του. Πράγματι, μία μπορεί. Παρότι ο Τίμαιος ήταν Σικελός, είναι επισφαλές να του αποδοθεί ευρεία πρωτογενής γνώση για το νησί. Έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του κατά τη διάρκεια της πενηντακονταετούς παραμονής του στην Αθήνα, όπου εζησε μετά την αποπομπή του από τον Αγαθοκλή γύρω στο 317 π.Χ. Παρότι ενδέχεται να επέστρεψε στην γενέτειρά του προς τα τέλη της ζωής του, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το έπραξε. Εντούτοις, παρά τους δεσμούς του με το νησί, θα πρέπει να άντλησε το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών του από τους προκατόχους του, κυρίως ίσως από τον Φίλιστο των Συρρακουσών (περ. 430–356 π.Χ). Ο Φίλιστος σίγουρα περιέγραψε την πτώση του Ακράγα το 406 π.Χ αλλά θα μπορούσε αναμφίβολα να μην είχε συμπεριλάβει την αρπαγή του ταύρου. Ο Τίμαιος, ο οποίος είχε επισκεφτεί τον Ακράγα πριν εξοριστεί και είχε δεί το άγαλμα του ποτάμιου θεού Γέλα, προφανώς του το παρουσίασαν σαν να ήταν ο ταύρος του Φάλαρι, πιθανότατα προσέγγισε το ζήτημα πολύ προβληματισμένος και παρότι είχε ακουστά τον ταύρο της Καρχηδόνας, συμπέρανε ότι δεν υφίσταται φυσικό τεκμήριο για την ύπαρξη του ταύρου του Φάλαρι.

Το πόρισμα ότι ο Τίμαιος αρνήθηκε εσφαλμένα την ύπαρξη του ταύρου θα πρέπει επίσης να εξηγεί την αφηγηματολογία του σχολιαστή για τον καταποντισμό του ταύρου από τους Ακραγαντινούς μετά την πτώση του Φάλαρι. Ίσως ο συγγραφέας του σχολίου δίστασε να συμπεριλάβει ένα σχόλιο που αντέκρουε τα γραφόμενα από τον ποιητή και με σκοπό να διαφυλάξει την αξιοπιστία του Πίνδαρου ‹διόρθωσε› τον Τίμαιο με τρόπο που να επιτρέπει την αρχική ύπαρξη του ταύρου. Εναλλακτικά, ο Pearson δικαίως ίσως προτείνει ότι ο Τίμαιος θα πρέπει να είπε, αν ποτέ υπήρχε ταύρος για την καύση ζωντανών ανθρώπων, οι Ακραγαντινοί σίγουρα θα τον είχαν πετάξει στη θάλασσα αφού εκθρόνιζαν τον τύραννο. Όσο για τα ‹αρχαιολογικά› διαπιστευτήρια του Τίμαιου για το θέμα, μία από τις μόνο τρείς γνωστές σε ᾽μας περιπτώσεις ζητά φυσικά αποδεικτικά στοιχεία, είχε δίκιο στο ότι ο ταύρος που φιγουράριζε στον Ακράγα στις μέρες του σαν αυτός του Φάλαρι δεν ήταν αυθεντικός και στην πραγματικότητα ήταν ο ταύρος του ποτάμιου θεού Γέλα, σφάλμα του όμως να απορρίψει —αόρατο θέαμα!— την αυθεντικότητα του ταύρου της Καρχηδόνας, ο οποίος σε μία από τις πηγές του θα πρέπει να φερόταν ότι αντιπροσώπευε τον πραγματικό ταύρο του Φάλαρι. Ως εκ τούτου οι γενικόλογες επικρίσεις του Πολύβιου για τον ‹κατ᾽ επίφαση› ιστορικό Τίμαιο, στέκουν και σ᾽ αυτή την περίπτωση.

Ας στραφούμε τώρα στο ζήτημα της ιστορικής μεθόδου του Διόδωρου και της θέσης του στην ιστοριογραφική παράδοση αναφορικά με τον ταύρο του Φάλαρι. Όπως είδαμε, η πλειοψηφία των ερευνητών στους οποίους αναφερθήκαμε δεν θεώρησαν αξιόπιστο ιστορικό τον Διόδωρο, πεποίθηση η οποία τους επέτρεψε να αγνοήσουν κάθε του δήλωση που αντέκρουε τις ανακατασκευές τους. Όπως επίσης είδαμε, ο Schepens πρότεινε μάλιστα ότι το απόσπασμα 13.90.5–6 του Διόδωρου δεν θα έπρεπε καν να λογίζεται σαν ίχνος του Τίμαιου. Η όλη προσέγγιση αυτή απορρέει από την επικρατούσα σύγχρονη παράδοση, η οποία εξέλαβε τον Διόδωρο απλά σαν υποχείριο άλλων συγγραφέων και αντιμετώπισαν το έργο του σαν συλλογή αποσπασμάτων παρά σαν ανεξάρτητο συνεκτικό έργο. Για πολλά χρόνια η βασική έρευνα σε μελέτες της Βιβλιοθήκης εξακρίβωνε την προέλευση διαφόρων αποσπασμάτων. Για παράδειγμα, στους ιστορικούς που ενδιαφέρονταν ο Τίμαιος προσέφερε πρόθυμα διεύρυνση της βάσης των πηγών τους σε βάρος του Διόδωρου. Παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες, η προσέγγιση αποδείχτηκε αμφιλεγόμενη, διότι ο συσχετισμός πολλών αποσπασμάτων, έστω κάποτε εφικτός, παραμένει ανακριβής.

Ταυτόχρονα η αντίληψή μας για το έργο του Διόδωρου άρχισε να διαφοροποιείται. Πρώτα, πάνω από 50 χρόνια πριν, ο J. Palm εξέδωσε μελέτη στην οποία φανέρωσε την γλωσσική συνοχή της Βιβλιοθήκης —συμπέρασμα το οποίο από μόνο του υπονομεύει την παραδοσιακή οπτική του Διόδωρου σαν ‹κοπτοράπτη› ιστορικού. Ωστόσο, θα φτάναμε στις αρχές του 1990 για να δούμε την αντίληψη του Αγυρίτη ιστορικού να αλλάζει ουσιαστικά. Έκτοτε, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος σ᾽αυτό το ερευνητικό πεδίο. Πάντως, παρά την διαρκή αύξηση του ενδιαφέροντος για τον Διόδωρο και την υποστήριξη της ιστοριογραφικής του αποκατάστασης από κάποιους μελετητές, το παλιό προσωπείο του τυπικού αντιγραφέα παραμένει κυρίαρχη άποψη.

Πως μπορεί η υπόθεση του Ταύρου του Φάλαρι να μας βοηθήσει να επαναξιολογήσουμε την εικόνα του ιστορικού Διόδωρου; Για την ακρίβεια, επειδή μας αφήνει να εξετάσουμε την στάση του απέναντι στις πηγές του και την ικανότητά του να τις αποτιμήσει με κριτική διάθεση. Είναι αλήθεια ότι αυτή η δυνατότητα αναγνωρίστηκε ήδη από τον Walbank το 1945, όπως είδαμε. Ο Walbank ενέλυσε τις μεθόδους και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τον Πολύβιο και τον Διόδωρο στην πολεμική τους προς τον Τίμαιο. Τόνισε ότι ενώ ο Πολύβιος διεφώνησε με την αυθεντικότητα του ταύρου της Καρχηδόνας, ο ιστορικός από το Αγύριο ενδιαφέρθηκε μόνο με καθαυτή την ύπαρξή του. Σημειώνει ωστόσο ότι ο Διόδωρος χρησιμοποίησε διαφορετικά επιχειρήματα, κάτι το οποίο συσχετίζει με την υποτιθέμενη απροσεξία του και την επιθυμία του να επαληθεύει πληροφορίες με τα αφηγήματα είτε του Πολύβιου είτε του Τίμαιου. Τέλος, ο Walbank τείνει να αναγνωρίσει κάποια αυθεντικότητα στο επιχείρημα του Διόδωρου (έστω κι αν το περιγράφει σαν ‹απλοϊκό και αμφισβητήσιμο›). Παρ᾽όλα αυτά, στην τελευταία φράση δηλώνει ότι ‹το αποτέλεσμα δύσκολα δικαιολογεί τη λύπη για το ότι ο Διόδωρος περιόρισε τον εαυτό του κυρίως σε ερανισμό από τις πηγές του›.

Συνεπώς η αμφιβολία για την ποιότητα του επιχειρήματος του Διόδωρου ενάντια στον Τίμαιο παραμένει. Προφανώς η κριτική του δεν είναι τόσο λεπτομερής όσο του Πολύβιου. Ο συγγραφέας της Βιβλιοθήκης είναι ικανοιημένος με το να πληροφορήσει τους αναγνώστες του ότι ο ταύρος —πιθανότατα αυθεντικός— επεστράφηκε στον Ακράγα, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Τίμαιος σφάλλει. Δεν συζητά ανοικτά την αυθεντικότητά του. Αυτή η προσέγγιση κρίθηκε από τον Walbank σαν ένδειξη για την επιπολαιότητα και την αδυναμία του να κατανοήσει την φύση του προβλήματος. Όμως η κρίση αυτή δεν προσμετρά κάποιους άλλους παράγοντες. Πρώτον, ο Διόδωρος ήταν εξοικειωμένος με την κριτική του Πολύβιου στον Τίμαιο και πιθανότατα δεν έκρινε αναγκαίο να επαναλάβει τα επιχειρήματά του, θεωρώντας επιλυμένο το ζήτημα της αυθεντικότητας του ταύρου. Δεύτερον, η επίκριση προγενέστερων ιστορικών, ιδιαίτερα του Τίμαιου, μοιάζει να είναι ο μόνος στόχος της 12ης βίβλου του Πολύβιου, ενώ η προσπάθεια του Διόδωρου να γράψει παγκόσμια ιστορία τον έφερε αντιμέτωπο μ᾽ ένα πολύ διαφορετικό καθήκον. Δεδομένου του μεγέθους του έργου του, ήταν σχεδόν αδύνατο να αναλύει κάθε πληροφορία. Ο Διόδωρος επέλεξε το επιχείρημα το οποίο θεώρησε ότι ήταν το πιό ενδιαφέρον για τους αναγνώστες του, αυτό που ενδεχομένως να μπορούσαν να ερευνήσουν οι ίδιοι αν επισκέπτονταν τον Ακράγα και το πιό κατάλληλο για το είδος της γραφής του, επικυρώνοντας ταυτόχρονα τα προσωπικά του διαπιστευτήρια σαν πιο ευσυνείδητος και αξιόπιστος Σικελός ιστορικός από τον αυστηρά πολεμικό Τίμαιο από το Ταυρομένιο.



Αποσπάσματα

[1]   Πίνδαρος, Πυθιόνικοι 1.95 

[… τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα νηλέα νόον ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις. ]

… μα εκείνον που άσπλαχνα καρβούνιαζε τα θύματά του μέσα στον χάλκινο ταύρο, τον Φάλαρη, από παντού κυκλώνει κακή φήμη.

[2]  Αριστοτέλης, Πολιτικών Ε´ 1310b 28 

[… εἰ μόνον βουληθεῖεν, διὰ τὸ δύναμιν προϋπάρχειν τοῖς μὲν βασιλικῆς ἀρχῆς τοῖς δὲ τὴν τῆς τιμῆς· οἷον Φείδων μὲν περὶ Ἄργος καὶ ἕτεροι τύραννοι κατέστησαν βασιλείας ὑπαρχούσης, οἱ δὲ περὶ τὴν Ἰωνίαν καὶ Φάλαρις ἐκ τῶν τιμῶν, Παναίτιος δ᾽ ἐν Λεοντίνοις καὶ Κύψελος ἐν Κορίνθῳ … ]

[3] Αριστοτέλης, Ρητορική 2,20,1393b 5-8 

[… λόγος δέ, οἷος ὁ Στησιχόρου περὶ Φαλάριδος καὶ Αἰσώπου ὑπὲρ τοῦ δημαγωγοῦ. Στησίχορος μὲν γὰρ ἑλομένων στρατηγὸν αὐτοκράτορα τῶν Ἱμεραίων Φάλαριν καὶ μελλόντων φυλακὴν διδόναι τοῦ σώματος, τἆλλα διαλεχθεὶς εἶπεν αὐτοῖς λόγον ὡς ἵππος κατεῖχε λειμῶνα μόνος, ἐλθόντος δ᾽ ἐλάφου καὶ διαφθείροντος τὴν νομὴν βουλόμενος τιμωρήσασθαι τὸν ἔλαφον ἠρώτα τινὰ ἄνθρωπον εἰ δύναιτ᾽ ἂν μετ᾽ αὐτοῦ τιμωρήσασθαι τὸν ἔλαφον, ὁ δ᾽ ἔφησεν, ἐὰν λάβῃ χαλινὸν καὶ αὐτὸς ἀναβῇ ἐπ᾽ αὐτὸν ἔχων ἀκόντια: συνομολογήσας δὲ καὶ ἀναβάντος ἀντὶ τοῦ τιμωρήσασθαι αὐτὸς ἐδούλευσε τῷ ἀνθρώπῳ. «οὕτω δὲ καὶ ὑμεῖς», ἔφη, «ὁρᾶτε μὴ βουλόμενοι τοὺς πολεμίους τιμωρήσασθαι τὸ αὐτὸ πάθητε τῷ ἵππῳ: τὸν μὲν γὰρ χαλινὸν ἔχετε ἤδη, ἑλόμενοι στρατηγὸν αὐτοκράτορα: ἑὰν δὲ φυλακὴν δῶτε καὶ ἀναβῆναι ἐάσητε, δουλεύσετε ἤδη Φαλάριδι»…]

[4]   Πολύαινος για τον Φάλαρι

[5.1] Οι κάτοικοι του Ακράγαντα σκόπευαν να δαπανήσουν 200 τάλαντα στην ανοικοδόμηση ιερού για τον Πολιάδη Δία στην ακρόπολη επειδή ήταν βραχώδης και γερά θεμελιωμένη και σε κάθε περίπτωση πίστευαν ότι θα άρμοζε στο ιερό ενος θεού να κτισθεί στο υψηλότερο σημείο. Ο Φάλαρις, φορο-εισπράκτορας στον Ακράγαντα, δεσμεύτηκε ότι εφόσον του ανατεθεί η επιστασία του έργου, θα έφερνε τους καλύτερους τεχνίτες, θα χρησιμοποιούσε οικονομικά υλικά και θα παρείχε αξιόπιστες εγγυήσεις για τα χρήματα. Οι άνθρωποι τον εμπιστεύθηκαν, αναλογιζόμενοι την σχετική εμπειρία που θα είχε αποκομίσει εργαζόμενος στη συλλογή των φόρων.

Αφού πήρε το δημόσιο χρήμα, μίσθωσε πολλούς αλλοδαπούς, εξαγόρασε φυλακισμένους και συγκέντρωσε μεγάλη ποσότητα από πέτρες, ξύλα και σίδερα πάνω στο φρούριο. Όταν ολοκληρώθηκε η εκσκαφή των θεμελίων, έστειλε κήρυκα κάτω να ανακοινώσει: «Οποιοσδήποτε έχει πληροφορίες για τους ανθρώπους που άρπαξαν τις πέτρες και τον σίδηρο στην ακρόπολη, θα λάβει ανάλογη ανταμοιβή σε άργυρο. »

Οι άνθρωποι εκνευρίστηκαν στο άκουσμα της κλοπής των υλικών. «Τότε» είπε, «επιτρέψτε σε μένα να περιφράξω την ακρόπολη.»

Η πόλη συμφώνησε να τοποθετηθεί φράχτης ολόγυρα και να υψωθεί τοίχος στην περίμετρο. Ο Φάλαρις ελευθέρωσε τους κρατουμένους, τους εξόπλισε με πέτρες, παλούκια και τσεκούρια κι επιτέθηκε κατά την διάρκεια του εορτασμού των Θεσμοφορίων. Θανάτωσε τους περισσότερους άντρες, αυτοδιορίστηκε κύριος των γυναικών και των παιδιών κι έγινε τύρρανος της πόλης του Ακράγαντα.

Ο Φάλαρις ήθελε να κατασχέσει τα όπλα των Ακραγαντινών κι έτσι ανακοίνωσε την διοργάνωση λαμπρού αθλητικού διαγωνισμού έξω από την πόλη. Όταν όλοι οι πολίτες βγήκαν από τα τείχη για να δούν το θέαμα, έκλεισε τις πύλες και διέταξε τους στρατιώτες του να βγάλουν τα όπλα έξω από τα σπίτια.

Όταν οι Ακραγαντίνοι πολιόρκησαν τους Σικανούς (ιθαγενή πληθυσμό στη δυτική ενδοχώρα της Σικελίας) ο Φάλαρις δεν κατάφερε να τους αιχμαλωτίσει, επειδή είχαν σωρρεύσει μεγάλο απόθεμα δημητριακών και τερμάτισε τον πόλεμο. Τους έδωσε επίσης τα σιτηρά που διέθετε ο δικός του στρατός με την προϋπόθεση ότι θα λάμβανε σε αντάλλαγμα στάρι που επρόκειτο να θεριστεί. Οι Σικανοί πήραν με ευχαρίστηση τους σπόρους. Ο Φάλαρις έπεισε τους σιτοφύλακες δωροδοκώντας τους με ασήμι, να ανοίξουν τις οροφές των σιταποθηκών, ώστε ο καρπός να υγρανθεί και να σαπίσει. Πήρε το φρεσκοθερισμένο στάρι όπως είχε συμφωνηθεί. Αφού υποχρεώθηκαν να παραδώσουν τη σοδειά τους στον Φάλαρι και αντιλαμβανόμενοι ότι τα σιτηρά της πόλης είχαν σαπίσει, οι Σικανοί παραδώθηκαν εξαιτίας της έλλειψης αυτής.

image

Ο Φάλαρις έστειλε άντρες στον Τέουτο, τύρρανο της Βέσσας (της πλέον ευημερούσας και μεγαλύτερης πόλης των Σικανών) φλερτάροντας την κόρη του. Αφού ο Τέουτος συμφώνησε για τον γάμο, ο Φάλαρις έβαλε αμούστακους στρατιώτες σε άμαξες και τους έστειλε ντυμένους με ρούχα γυναικεία σαν να ήταν σκλάβες που έφερναν δώρα στη νύφη. Όταν έφθασαν στο σπίτι, έβγαλαν τα μαχαίρια τους και ο Φάλαρις εμφανίστηκε ξαφνικά και εξουσίασε την Βέσσα.

αρχείο σ. 151-153  Πολύαινος Στρατηγήματα

(Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς παραδίδει το ίδιο αφήγημα για μια ομάδα Μακεδόνων αυλικών οι οποίοι θανατώνουν απεσταλμένους των Περσών)

[5]   Διοδωρος Σικελιώτης, Άπαντα τ.6, εκδ. Κάκτος

Κάποτε ο Φάλαρις, βλέποντας ένα γεράκι να καταδιώκει ολόκληρο σμήνος από περιστέρια, είπε: Άνθρωποι βλέπετε πώς ένεκα δειλίας ένα τέτοιο πλήθος καταδιώκεται από ένα μόνο; Κι όμως, αν τολμούσαν να στραφούν εναντίον του, εύκολα θα κατατρόπωναν τον διώκτη τους. (Αλλά ήταν εκείνος που έλεγε μυθεύματα, γιατί τη νίκη τη φέρνει η ανδρεία και όχι το μεγάλο πλήθος). Το αποτέλεσμα τούτων των λόγων του ήταν να χάσει ο Φάλαρις την εξουσία, όπως έχει γραφτεί στο «Περί διαδοχής βασιλέων».

[6]    Λουκιανός, Φάλαρις Α΄

Λόγος πρώτος

Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί αυτού και διά την προσφοράν του· ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι σκληρός, δι’ υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι’ όσα θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη· ανθρώπους είναι εύκολον να εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να διαλάθη.

Ήμουν πολίτης της Ακράγαντος ουχί εκ των αφανών, αλλ’ εκ των πλέον ευγενών και ανετράφην ως αρμόζει εις ελεύθερον άνδρα και εξεπαιδεύθην· πάντοτε δε ήμουν περιποιητικός προς την πόλιν και επεζήτουν την εύνοιαν αυτής, προς δε τους συμπολίτας μου επιεικής και μετριοπαθής, ουδεμίαν δε βιαιότητα ή σκαιότητα ή ύβριν και αυθαιρεσίας απέδιδε κανείς εις τον πρότερον εκείνον βίον μου. Αλλ’ επειδή έβλεπα τους πολιτικούς αντιπάλους μου ότι με επεβουλεύοντο και εζήτουν πάντα τρόπον να με καταστρέψουν— ήτο δε διηρημένη η πόλις μας εις δύο αντιμαχόμενα κόμματα— δεν εύρισκα άλλον τρόπον ασφαλείας και σωτηρίας και δι’ εμέ και διά την πολιτείαν παρά να συγκεντρώσω εις χείρας μου την εξουσίαν και να χαλιναγωγήσω τους αντιπολιτευομένους, ώστε να παύσουν τας εναντίον μου επιβουλάς των, την δε πόλιν να επαναφέρω εις την φρόνησιν και την ησυχίαν. Ευρήκα δε και πολλούς άνδρας μετριοπαθείς και φιλοπάτριδας, οι οποίοι επεδοκίμασαν την γνώμην μου και ανεγνώρισαν ότι ήτο αναγκαία τοιαύτη μεταβολή. Τούτους μετεχειρίσθην ως συναγωνιστάς και ευκόλως επέτυχα τον σκοπόν μου. Του λοιπού οι μεν εχθροί μου έπαυσαν τας ταραχάς και έγιναν ευπειθείς, εγώ διηύθυνα την πολιτείαν και η πόλις ήτο ήσυχος. Θανατώσεις ή εξορίας ή δημεύσεις ούτε εναντίον εκείνων οίτινες επεβουλεύθησαν την ζωήν μου έκαμα, καίτοι είναι αναγκαίον να γίνωνται τα τοιαύτα, μάλιστα κατά την αρχήν μιας δυναστείας· αλλ’ ενόμιζα ότι με φιλανθρωπίαν και πραότητα, με ημερότητα και ισοτιμίαν θα τους έφερα εις την ευπείθειαν. Ευθύς λοιπόν με τους εχθρούς μου έκαμα ειρήνην και συνεφιλιώθην, τους πλείστους δ’ εξ αυτών μετεχειριζόμην ως συμβούλους και ομοτραπέζους. Βλέπων δε ότι η πόλις εξ αμελείας των αρχόντων αυτής ευρίσκετο εις ελεεινήν κατάστασιν, καθότι πολλοί έκλεπτον ή μάλλον διήρπαζον τα κοινά, κατεσκεύασα υδραγωγεία και κρήνας, την εκόσμησα δι’ οικοδομών δημοσίων και την ενίσχυσα διά τειχών και τας δημοσίας προσόδους ηύξησα ταχέως διά της επιμελείας της οικονομικής υπηρεσίας και διά την νεολαίαν εφρόντιζα και διά τους γέροντας επρονόησα και τον λαόν επεριποιούμην με θεάματα, διανομάς βοηθημάτων, πανηγύρεις και δημόσια γεύματα. Μου επροξένει δε φρίκην και μόνον να ακούσω περί εξυβρίσεως παρθένων ή διαφθοράς εφήβων ή απαγωγής γυναικών ή αποστολής δορυφόρων προς σύλληψιν πολίτου ή προς οίαν δήποτε τυραννικήν απειλήν.

Είχα δε αρχίσει και να σκέπτωμαι να εγκαταλείψω την αρχήν και να καταθέσω την εξουσίαν, καθότι αι φροντίδες της αρχής είχον αρχίσει να με κουράζουν και ο φθόνος ο οποίος με περιέβαλλε καθίστα επαχθέστερα τα βάρη της εξουσίας· αλλ’ ήθελα να εύρω τρόπον ώστε μετά την παραίτησίν μου να μη έχη πλέον η πόλις ανάγκην τοιαύτης υπηρεσίας. Ενω όμως εγώ με απλότητα τοιαύτα εσκεπτόμην, οι αντίπαλοί μου συνωμότουν εναντίον μου και συνεσκέπτοντο περί του πώς να στασιάσουν και με επιβουλευθούν και συνήρχοντο κρυφίως και συνήθροιζον όπλα και χρήματα και παρά των κατοίκων των γειτονικών πόλεων εζήτουν συνδρομήν και εις την Ελλάδα απέστελλον πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους και Αθηναίους· όσα δε είχαν αποφασίσει περί εμού, εάν με συνελάμβανον και πώς θα με κατεσπάρασσαν με τας χείρας των και ποία βασανιστήρια θα εφήρμοζον εναντίον μου, ωμολόγησαν δημοσία όταν διά βασανιστηρίων ανεκρίθησαν. Εάν δε εγώ διέφυγα τας επιβουλάς των το οφείλω εις τους θεούς οίτινες μου απεκάλυψαν τα τεκταινόμενα και μάλιστα εις τον Πύθιον Απόλλωνα όστις δι’ ονείρων με ειδοποίησε δι’ όλα.

Και τώρα σας παρακαλώ να έλθετε εις την θέσιν μου, ω Δελφοί, να φαντασθήτε τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρέθην και να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω όταν ανύποπτος και απροφύλακτος παρ’ ολίγον να συλληφθώ υπό των εχθρών μου και αν δεν είχα δίκαιον να ζητήσω τρόπον σωτηρίας. Προς στιγμήν έλθετε πλησίον μου εις την Ακράγαντα και αφού ίδετε τας συνωμοσίας και ακούσετε τας απειλάς των να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω. Να φερθώ ακόμη προς αυτούς με φιλανθρωπίαν, να παραβλέψω και να ανεχθώ έως ου μετ’ ολίγον με καταστρέψουν; Θα ήτο ως να προσέφερα τον τράχηλόν μου προς σφαγήν και απεφάσιζα να ίδω τα τέκνα και ό,τι άλλο έχω φίλτατον να εξοντωθούν προ των οφθαλμών μου. Δεν αμφιβάλλω ότι θα με ελέγατε ηλίθιον βλέποντές με τοιαύτα σκεπτόμενον και θα μου εδίδατε την συμβουλήν να λάβω γενναίας και ανδρικάς αποφάσεις και με την δικαίαν οργήν αδικημένου ανθρώπου να καταδιώξω τους εχθρούς μου και διά παντός τρόπου να εξασφαλισθώ διά το μέλλον. Τι λοιπόν έπραξα μετά τούτο; Έστειλα και έφερα ενώπιον μου τους ενόχους, επέτρεψα εις αυτούς ναπολογηθούν, έφερα αποδείξεις της ενοχής των και απέδειξα σαφώς τα καθέκαστα της επιβουλής των· αφού δε και αυτοί ηναγκάσθησαν να ομολογήσουν, τους ετιμώρησα όχι τόσον διότι εκινδύνευσεν η ζωή μου, αλλά διότι δεν με αφήκαν να μείνω εις τας αγαθάς μου διαθέσεις και τας αποφάσεις τας οποίας εξ αρχής έλαβα. Έκτοτε εξακολουθώ να προσέχω διά την ασφάλειάν μου, πάντα δε ο οποίος με επιβουλεύεται τιμωρώ. Και οι άνθρωποι κατηγορούν εμέ ως σκληρόν χωρίς να συλλογίζωνται ποίοι έδωκαν την αφορμήν. Βλέποντες τας συνεπείας και τας τιμωρίας, αίτινες δίδουν εις αυτούς την εντύπωσιν της σκληρότητος, με κατηγορούν δι’ αυτάς, όπως εάν έβλεπέ τις ιερόσυλον ριπτόμενον από του βράχου, προς τιμωρίαν, δεν ελάμβανεν υπ’ όψει την ασέβειάν του και δεν εσυλλογίζετο πως εισήλθε την νύκτα εις τον ναόν και έκλεψε τα αφιερώματα και ύψωσε χείρα ασεβή προς το είδωλον του Θεού, αλλά κατηγόρει υμάς δι’ υπερβολικήν αγριότητα, διότι ενώ είσθε Έλληνες και λέγετε ότι είσθε θεράποντες του Θεού εδέχθητε να υποστή ανθρωπος Έλλην πλησίον του ναού —διότι, ως λέγεται, ο βράχος δεν απέχει πολύ από την πόλιν των Δελφών— τοιαύτην τιμωρίαν. Αλλά νομίζω ότι και σεις θα εγελάτε αν τις έλεγε ταύτα εναντίον σας και όλοι οι άλλοι θα επεδοκίμαζον την εναντίον των ιεροσύλων σκληρότητα.

Εν γένει οι λαοί χωρίς να εξετάζουν οποίος είνε ο κυβερνών, είτε δίκαιος είτε άδικος, μισούν το όνομα της τυραννίας και τον τύραννον, είτε Αιακός, είτε Μίνως, είτε Ραδάμανθυς είνε, και ομοίως επιζητούν να εξολοθρεύσουν όλους. Μη πιστεύοντες ότι δύνανται να υπάρξουν και καλοί τύραννοι, συμπεριλαμβάνουν και τούτους εις το αυτό όνομα και το αυτό μίσος. Εγώ τουλάχιστον ακούω ότι και αυτόθι εις την Ελλάδα υπήρξαν πολλοί τύραννοι σοφοί και υπό όνομα θεωρούμενον κακόν επέδειξαν αγαθόν και ήμερον χαρακτήρα, υπάρχουν δε και εις τον ναόν σας ανατεθειμένα γνωμικά αυτών, αγάλματα και άλλα αφιερώματα.

Αλλά και οι νομοθέται, ως γνωρίζετε, νομοθετούν περισσοτέρας ποινάς παρά αμοιβάς, καθότι όλα τα άλλα ουδέν ωφελούν εάν μη συνυπάρχη ο φόβος και το δέος της τιμωρίας. Εις ημάς δε τους τυράννους είνε πολύ αναγκαιότερος ο φόβος, καθότι κυβερνώμεν παρά την θέλησιν του λαού και ζώμεν μεταξύ ανθρώπων οίτινες μας μισούν και μας επιβουλεύονται. Πολλάκις μάλιστα ούτε ο φόβος μας είνε αρκετός, διότι οι εχθροί μας ενθυμίζουν τον περί της Ύδρας μύθον. Όσω τιμωρούμεν τόσω περισσότεραι αφορμαί τιμωριών αναφύονται. Και αν θέλωμεν να διατηρήσωμεν την αρχήν πρέπει να εξακολουθούμεν όπως ηρχίσαμεν να αποκόπτωμεν τας αναφυομένας αφορμάς και, όπως ο Ιόλαιος, να επικαίωμεν τας αποκοπτομένας κεφαλάς της Ύδρας. Εκείνος ο οποίος άπαξ θα εισέλθη εις αυτήν την οδόν, πρέπει να εξακολουθήση, άλλως αν δείξη επιείκειαν θα χαθή. Δύνασθε να πιστεύσετε ότι υπάρχει άνθρωπος τόσον άγριος και ανήμερος, ώστε να τέρπεται εις τας μαστιγώσεις και ν’ ακούη κραυγάς πόνου και να βλέπη σφαζομένους, εάν δεν έχη σπουδαίαν αφορμήν να προσφεύγη εις τοιαύτας τιμωρίας; Ποσάκις εγώ εδάκρυσα διότι εμαστιγούντο άλλοι, ποσάκις δε αναγκάζομαι να θρηνώ και να οδύρωμαι διά την τύχην μου και ούτω να υποφέρω μεγαλειτέραν και χρονιωτέραν τιμωρίαν εγώ; Διότι δι’ άνθρωπον εκ φύσεως αγαθόν, εξ ανάγκης δε σκληρόν, είνε πολύ λυπηρότερον να τιμωρή παρά να τιμωρήται. Και αν θέλετε να σας ομιλήσω ειλικρινώς, εάν μου επροτείνετο να εκλέξω, τι προτιμώ, να τιμωρήσω άλλους αδίκως ή ν’ αποθάνω, να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα εδίσταζα να προτιμήσω τον θάνατον παρά να τιμωρήσω αθώους. Αλλ’ εάν τις μου είπη· Προτιμάς, Φάλαρι, να αποθάνης συ αδίκως ή να τιμωρήσης δικαίως τους εχθρούς σου; Βεβαίως θα προτιμήσω το τελευταίον. Διότι και πάλιν θα επικαλεσθώ την γνώμην σας, ω Δελφοί, και θα σας ερωτήσω, είνε προτιμότερον να αποθάνη τις αδίκως ή να σώζη αδίκως εκείνον όστις επεβουλεύθη την ζωήν του;

Δεν πιστεύω να είνε κανείς τόσον ανόητος ώστε να μη προτιμά να ζη μάλλον παρά να σώση τους εχθρούς του διά να τον καταστρέψουν. Εν τοσούτω εγώ και εις πολλούς εξ εκείνων οίτινες συνώμοσαν εναντίον μου και απεδείχθησαν εχθροί μου εχάρισα την ζωήν· και αναφέρω τον Άκανθον, όστις ευρίσκεται μεταξύ των απεσταλμένων μου, τον Τιμοκράτην και τον αδελφόν του Λεωγόραν, εις τους οποίους εχαρίσθην ένεκα της παλαιάς μας φιλίας.

Αλλά διά να γνωρίσετε καλλίτερα τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ερωτήσετε τους ξένους τους ερχομένους εις την Ακράγαντα, πώς φέρομαι προς αυτούς και αν μεταχειρίζωμαι φιλανθρώπως τους ερχομένους εις την πόλιν μας. Θα μάθετε δε παρ’ αυτών ότι έχω εις τους λιμένας ανθρώπους επίτηδες διά να με πληροφορούν ποίοι και πόθεν έρχονται διά να τους φιλοξενώ και τους προπέμπω κατ’ αξίαν. Τινές δε έρχονται και επίτηδες διά να διατρίψουν πλησίον μου και μεταξύ αυτών είνε οι σοφώτατοι των Ελλήνων, οίτινες δεν αποφεύγουν την συναναστροφήν μου. Και αυτός ο σοφός Πυθαγόρας ήλθε προς εμέ προ ολίγου καιρού, όταν δε με εγνώρισε και είδεν ότι εκείνα τα οποία είχεν ακούσει περί εμού δεν ήσαν ακριβή, με απεχαιρέτισε με επαίνους διά την δικαιοσύνην μου και συλλυπούμενός με διά τας σκληρότητας εις τας οποίας ήμουν ηναγκασμένος να προσφεύγω. Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος φέρεται τόσον φιλανθρώπως προς τους ξένους, είνε δυνατόν να φέρεται αδίκως προς τους ιδικούς του, αν μη λαμβάνη παρ’ αυτών σοβαράς αφορμάς;

Αυτά είχα να είπω προς υμάς ως απολογίαν· νομίζω δε ότι είνε αληθή και δίκαια και μάλλον επαίνου παρά μίσους άξια. Τώρα δε είνε καιρός να σας ομιλήσω περί του αφιερώματός μου, πόθεν και πώς απέκτησα τον ταύρον τούτον χωρίς να πληρώσω εκείνον ο οποίος τον κατεσκεύασε. Διότι δεν είμαι τόσον ανόητος ώστε να επιθυμώ την απόκτησιν τοιούτων αντικειμένων. Εκείνος ο οποίος τον κατεσκεύασεν ήτο Ακραγαντίνος ονόματι Περίλαος, καλός μεν χαλκεύς, κακός δε άνθρωπος. Ούτος έχων πολύ εσφαλμένην ιδέαν περί των αισθημάτων μου, ενόμιζεν ότι θα με ευχαριστεί εάν επενόει νέον τι βασανιστήριον, διότι ενόμιζεν ότι μου ήτο επιθυμία απαραίτητος να βασανίζω ανθρώπους. Κατεσκεύασε λοιπόν αυτόν τον χάλκινον ταύρον, φυσικώτατον και ωραιότατον και μου τον έφερε· μόνον η κίνησις και ο μυκηθμός του έλειπε διά να νομισθή ζωντανός. Όταν δε τον είδα αμέσως ανεφώνησα ότι πρέπει να σταλή ως αφιέρωμα εις τον Πύθιον Απόλλωνα και ότι είνε άξιον του θεού αφιέρωμα. Αλλ’ ο Περίλαος ο οποίος ήτο εκεί μου είπε· Και τι θα είπης όταν θα ίδης την τέχνην με την οποίαν είνε εσωτερικώς κατασκευασμένος και τον σκοπόν εις τον οποίον δύναται να χρησιμεύση; Ανοίξας δε τότε τα νώτα του ταύρου, όταν θέλης, είπε, να τιμωρήσης κανένα θα τον εισάγης εις αυτό το μηχάνημα και θα τον κλείης εντός αυτού. Έπειτα θα προσαρμόζης αυτούς τους αυλούς εις τους ρώθωνας του ταύρου και θα διατάσσης ν’ ανάπτουν φωτιάν κάτω από την κοιλίαν του. Τότε ο κλεισμένος εντός του ταύρου θα καταληφθή από τρομερούς πόνους και θ’ αρχίση να φωνάζη, αλλ’ αι κραυγαί του θα εξέρχωνται από τους αυλούς ως παθητικώταται μελωδίαι και ο ταύρος θα εκπέμπη συγκινητικούς μυκηθμούς και αρμονικάς θρηνωδίας, ούτως ώστε εκείνος μεν θα τιμωρήται, συ δε θα τέρπεσαι υπό μουσικής. Άμα ήκουσα ταύτα, εσιχάθηκα την πολυμήχανον κακίαν του ανθρωπου και εμίσησα την καταχθονιότητα του μηχανήματος και απεφάσισα να τιμωρήσω τον εφευρέτην διά της εφευρέσεώς του. Και του είπα· Εάν, Περίλαε, όλα αυτά δεν είνε ψεύδη, πρέπει να εισέλθης ο ίδιος εις το μηχάνημα σου, να μιμηθής τας κραυγάς των βασανιζομένων και ν’ αποδείξης την αλήθειαν της τέχνης σου, διά να ίδωμεν αν αληθώς αι κραυγαί σου θα μεταβληθούν εις μελωδίας. Ο Περίλαος υπήκουσεν, αφού δε εισήλθεν εις τον ταύρον και τον έκλεισα, διέταξα ν’ ανάψουν υπό το μηχάνημα πυρ και του είπα· Τώρα λάβε την αμοιβήν την οποίαν αξίζει η θαυμαστή σου τέχνη και ως διδάσκαλος της μουσικής άρχισε πρώτος να παίζης. Και αυτός μεν ετιμωρήθη δικαίως διά την εφεύρεσίν του· εγώ δε διατάξας να τον εξαγάγουν, ενώ ακόμη έζη και ανέπνεε, διά να μη μιάνη το κατασκεύασμά του, παρήγγειλα να τον ρίψουν εκ των κρημνών, καθαρίσας δε τον χάλκινον ταύρον, τον έστειλα προς υμάς διά ν’ αφιερωθή εις τον θεόν, διέταξα δε συγχρόνως να γραφή επ’ αυτού όλη η διήγησις, το όνομα εμού του αφιερούντος και του τεχνίτου Περιλάου, την επίνοιαν τούτου και την δικαιοσύνην την ιδικήν μου, την δικαίαν τιμωρίαν, την μουσικήν του χαλκέως και το πρώτον πείραμα της μουσικής ταύτης.

Υμείς δε, ω Δελφοί, θα πράξετε έργον δικαιοσύνης να τελέσετε θυσίαν υπέρ εμού μετά των απεσταλμένων, να τοποθετήσετε δε τον ταύρον εις καλόν μέρος του ναού ώστε να βλέπουν όλοι πώς φέρομαι εγώ προς τους κακούς και πώς τιμωρώ τας περιττάς προς κακουργίαν επιθυμίας των. Διότι είνε αρκετή διά να φανερώση τον χαρακτήρα μου και μόνη η τιμωρία του Περιλάου και η αφιέρωσις του ταύρου, τον οποίον δεν εφύλαξα δι’ άλλων τιμωρουμένων μελωδήματα και τίποτε άλλο δεν έπαιξα εις αυτό το μουσικόν όργανον παρά μόνον του τεχνίτου τας κραυγάς και ότι μόνον αυτόν μετεχειρίσθην διά να δοκιμάσω την τέχνην του και εις αυτόν έπαυσα την βάρβαρον εκείνην και απάνθρωπον μουσικήν. Επί του παρόντος αρκούμαι εις αυτό το αφιέρωμα, θα κάμω δε και άλλα πολλάκις, όταν δ’ θεός συντελέση ώστε να μη ευρίσκωμαι εις την ανάγκην να τιμωρώ.

Ταύτα, ω Δελφοί, είνε όσα σας γράφει ο Φάλαρις, αληθή όλα όπως επράχθησαν, είνε δε δίκαιον να πιστεύσετε την μαρτυρίαν μας, διότι και εις θέσιν είμεθα να τα γνωρίζωμεν και ουδένα λόγον έχομεν να ψευσθώμεν. Εάν δε πρέπει να προσεύχεσθε και υπέρ ανθρώπου όστις αδίκως θεωρείται κακός και χωρίς να το θέλη αναγκάζεται να τιμωρή, σας παρακαλούμεν ημείς οι Ακραγαντίνοι, οι οποίοι είμεθα Έλληνες και Δωριείς την καταγωγήν, να δεχθήτε την φιλίαν την οποίαν σας προσφέρει ο Φάλαρις, ο οποίος έχει την διάθεσιν να κάμη πολλάς δωρεάς και εις το κοινόν σας και ιδιαιτέρως εις ένα έκαστον από σας. Λάβετε λοιπόν τον ταύρον και αναθέσατέ τον και ευχηθήτε και υπέρ της Ακράγαντος και υπέρ του Φαλάριδος και μήτε ημάς αποπέμψετε απράκτους, μήτε εκείνον προσβάλλετε και ούτε τον θεόν να στερήσετε ωραιοτάτου και συγχρόνως δικαιοτάτου αναθήματος.

[7]   Κικέρων, Verrine Orations 4.73

[4.33.73 wikiwand] [Cic. Ver. 2.4.73 Perseus]

… κάποια πράγματα αποδόθηκαν στους κατοίκους της Γέλας, κάποια στους Ακραγαντινούς· ανάμεσα σ᾽αυτά ήταν εκείνος ο περήφανος ταύρος τον οποίο λέγεται ότι είχε ο Φάλαρις, ο βαναυσότερος όλων των τυράννων, μέσα στον οποίο συνήθιζε να τιμωρεί ανθρώπους ανάβοντας φωτιά από κάτω. Κι όταν ο Σκιπίων —ο Αιμιλιανός, ο οποίος κατέλαβε την Καρχηδόνα το 146— αποκατέστησε εκείνον τον ταύρο στους Ακραγαντινούς, φέρεται να είχε πεί ότι θεώρησε λογικό να αναλογισθούν οι ίδιοι αν ήταν περισσότερο επωφελές για τους Σικελούς να είναι υπήκοοι δικών τους αρχόντων ή να βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του Ρωμαϊκού λαού, αφού έχουν το ίδιο μνημείο σαν σύμβολο για την απανθρωπιά των δικών τους τυράννων και για την γενναιοδωρία μας.

[8]   Διόδωρου του Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Θ.19.1

Αυτός λοιπόν ο Φάλαρις τον χαλκουργό εκείνο, τον Αττικό Περίλαο, στον χάλκινο του ταύρο κλείνει και κατακαίει. Τι ετούτος κατασκεύασε τη μηχανή του ταύρου, μες στα ρουθούνια του βοδιού του έβαλε σουραύλια, θύρα επίσης άνοιξε στο ‘να πλευρό του ταύρου» και δώρο εις τον Φάλαρι τούτον τον ταύρο πάει. Ο Φάλαρις τον άνθρωπο με δώρα τον εδέχθη, κι όρισε το μηχάνημα ανάθημα στα θεία. Εκείνος τότε ο χαλκουργός πά’ στο πλευρό κι ανοίγει το δολερό μηχάνημα και λέει απανθρώπως «Αν κάποιον θέλεις, Φάλαρι, σκληρά να τιμωρήσεις, μέσα στον ταύρο κλείστονε, φωτιά βάλε από κάτω· με τους δικούς του στεναγμούς ο ταύρος θα μουγκρίζει, τρανή ηδονή για σένανε οι αυλοί μες στα ρουθούνια». Τον άκουσε ο Φάλαρις, τον μίσησε η ψυχή του «Εμπρός» λέει «Περίλαε, να μας το δείξεις πρώτος, τους αυλητές μιμούμενος δείξ’ την τρανή σου τέχνη». Μόλις εμπήκε για να δουν πώς οι αυλοί δουλεύουν, κλείνει τον ταύρο ο Φάλαρις, φωτιά βάζει από κάτω. Μην όμως και ο θάνατος το έργο το μολύνει, τον έβγαλε ημιθανή, τον γκρέμισε απ’ τα βράχια. Την ιστορία του βοδιού γράφει ο Λουκιανός ο Σύρος , ο Διόδωρος , ο Πίνδαρος και χίλιοι μύριοι άλλοι.

Διοδωρος Σικελιώτης, Άπαντα τ.6, εκδ. Κάκτος

[9]   Διόδωρου του Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Θ.18.1

Ο ανδριαντοποιός Περίλαος που κατασκεύασε χάλκινο ταύρο για τον Φάλαρι τον τύραννο για να τιμωρεί τους ομοεθνείς του δοκίμασε ο ίδιος το μέγεθος της τιμωρίας. Γιατί συνήθως εκείνοι που σχεδιάζουν κακά για τους άλλους πιάνονται οι ίδιοι στα δίχτυα των σχεδίων τους.

Διοδωρος Σικελιώτης, Άπαντα τ.6, εκδ. Κάκτος

[10]   Διόδωρου του Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη, ΛΒ.25.1

25 [1] Ὅτι ὁ Σκιπίων μετὰ τὴν ἅλωσιν Καρχηδόνος τοῖς ἀπὸ τῆς Σικελίας κατηντηκόσι πρεσβευταῖς ἐπιδείξας ἅπαντα τὰ λάφυρα προσέταξεν ἑκάστους τὰ ἐκ τῶν ἰδίων πατρίδων εἰς Καρχηδόνα πάλαι ποτὲ μετενηνεγμένα ἐπιλεγομένους ἀποκομίζειν εἰς Σικελίαν. καὶ πολλαὶ μὲν εὑρέθησαν ἐπισήμων ἀνδρῶν γραφαί, πολλοὶ δὲ ἀνδριάντες ἐπιφανεῖς ταῖς κατασκευαῖς, οὐκ ὀλίγα δὲ ἀναθήματα διαπρεπῆ θεῶν ἀργυρᾶ τε καὶ χρυσᾶ. ἐν δὲ τούτοις ὑπῆρχε καὶ ὁ περιβόητος ταῦρος ἐξ Ἀκράγαντος, ὃν κατασκευάσας Περίλαος Φαλάριδι τῷ τυράννῳ, καὶ πρῶτος τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἰδίας τέχνης ἐν τῇ καθ’ αὑτὸν τιμωρίᾳ δικαίως ὑπομείνας, ἀνῃρέθη.

[11]   Θουκυδίδου Ιστορίαι. Ι–ΙΙ

Μτφρ. Ε.Κ. Βενιζέλος. [1940] 1960. 2η έκδ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας. (1η έκδ. Οξφόρδη: Οxford University Press)

[1.20.1] Εις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Διότι οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν.

[1.20.2] Ούτω λόγου χάριν οι περισσότεροι από τους Αθηναίους νομίζουν ότι ο Ίππαρχος ήτο πράγματι τύραννος, όταν εφονεύθη από τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα, και αγνοούν ότι ο μεν Ιππίας, ως πρεσβύτερος των υιών του Πεισιστράτου, ήσκει την αρχήν, ενώ ο Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν απλώς αδελφοί του, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, υποπτεύσαντες κατ’ εκείνην την ημέραν και ακριβώς κατά την στιγμήν που επέκειτο η εκτέλεσις του σχεδίου των, ότι κάποιος από τους συνωμότας είχεν ειδοποιήσει τον Ιππίαν, παρήτησαν μεν αυτόν δια τούτο, θέλοντες όμως πριν συλληφθούν να κατορθώσουν κάτι άξιον λόγου, το οποίον να τους αποζημίωση δια τον κίνδυνον πού διέτρεχαν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, τον όποιον συνήντησαν πλησίον του Λεωκορείου, ενώ διηυθέτει την Παναθηναϊκήν πομπήν.

[1.21.1] Εν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν, ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλητέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων, τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον δια να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά δια να είπουν την αλήθειαν. Αι διηγήσεις αύται είνε ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Προκειμένου εν τούτοις περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεώρηση κανείς, ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβητήτων τεκμηρίων.


Screen Shot 2018-09-07 at 5.26.33 PM

Αναφορές

The Bull of Phalaris and the Historical Method of Diodorus Siculus

Histos 7 (2013) 70-87 | Andrzej Dudziński 

Phalaris – The Source Material

The Epistles of Phalaris: Tr. Into English from the Original Greek

https://web.archive.org/web/20180115001950/http://www.ancientworldreview.com/2017/01/death-machines-the-brazen-bull.html

https://web.archive.org/web/20171216103929/http://lucianofsamosata.info/wiki/doku.php?id=phalaris:phalaris-the-source-material

https://web.archive.org/web/20170701030836/http://www.livius.org/articles/person/phalaris/

https://web.archive.org/web/20170701060020/http://www.livius.org/articles/person/phalaris/bull-of-phalaris/

http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0161%3Abook%3DP.%3Apoem%3D1

https://el.wikisource.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC/%CE%95#_1310b

http://www.gutenberg.org/cache/epub/28018/pg28018-images.html

https://www.wikiwand.com/el/%CE%A4%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A6%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B7

https://www.wikiwand.com/el/%CE%A6%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%82

Advertisements