Προσδοκίες και διαψεύσεις μετά την έκρηξη της επαναστάσεως του ᾽21

στις

Μελέτη στον Χαρακτήρα των Ελλήνων

Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

 

«Είμαστε ένοχοι έναντι του έργου μας,
όταν χανόμαστε μέσα στο παρελθόν ή στο μέλλον.
Μόνο μέσω της παρούσας πραγματικότητας πλησιάζουμε προς το άχρονο·
μόνο με δραγμό του χρόνου πάμε προς τα εκεί,
όπου όλος ο χρόνος εξαφανίζεται.»

Καρλ Γιάσπερς

 

  • Η Ελληνική επανάσταση του 1821 ως καταλύτης στη συμπεριφορά των Νεοελλήνων
  • Τάσεις για τη βελτίωση της αγωγής και της παιδείας
  • Ελπίδες για την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους

1. Η Επανάσταση του ᾽21 έφερε οπωσδήποτε κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά των Ελλήνων, αλλ᾽ αυτή δεν ήταν δυνατόν βέβαια, μέσα στη μεγάλη αναστάτωση και ταραχή των ψυχών και των σωμάτων, να μεταβάλει αμέσως άρδην την ψυχοσύνθε­σή τους. Τέτοιες αλλαγές προϋποθέτουν αληθινό και διαρκή «σεισμό», που είναι δυνατόν να προέλθει όχι μόνον από την απότομη μεταβολή των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών ενός λαού, αλλά και από τις μακρόπνοες και συνεχείς επιδράσεις της παιδείας, του νέου τρόπου του σκέπτεσθαι, δηλαδή των νέων ηθικών αρχών του ελευθερωμένου πια λαού, καθώς και από τη βούληση αυτού του ίδιου του λαού για τη χάραξη ενός καλύτερου μέλλοντος. Η Επανάσταση, είναι αλήθεια, συγκλό­νισε τον ελληνικό λαό, αλλά ας μη φανταστούμε ότι εξαφάνισε τα ελαττώματά του ούτε και ότι εξύψωσε πολύ τα προτερήματά του. Αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη ούτε και από τον ένα χρόνο στον άλλο, αλλά θα έπρεπε να περιμένουμε την προέκταση των σκοτεινών στοιχείων του χαρακτήρα του και στα χρόνια των αγώνων της ανεξαρτησίας του, εφόσον μάλιστα οι Έλληνες φορτίστηκαν αμέσως με ακόρεστες φιλοδοξίες και χωρίστηκαν από ανταγωνισμούς ατόμων, οικογενειών, τάξεων, και από εμφύλιες συγκρούσεις.

Γι αυτό η Επανάσταση δεν επέδρασε καταλυτικά ως προς τη συμπεριφορά των Νεοελλήνων και επομένως οι κρίσεις των συγχρόνων, κυρίως των ξένων, εξακολουθούν να είναι αυστη­ρές, χωρίς όμως να παραλείπουν να επισημαίνουν και τα νέα φωτεινά σημεία που παρουσιάζονται. Έτσι π.χ. μία —εν μέρει αληθινή και εν μέρει ψεύτικη— γενική εικόνα σχηματίζει τελικά ο Ρώσος ποιητής Πούσκιν, που στη Νότια Ρωσία είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολλούς Έλληνες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, και να συμμεριστεί στην αρχή τον ενθουσιασμό τους για την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, αλλά ο οποίος απογοητεύεται κατόπιν, όταν μετά την αποτυχία του κινήματος βλέπει τους Έλληνες εξαθλιωμένους να διαλύονται και ν᾽ αλληλοτρώγονται. Φοβερά πικραμένος και αλλαγμένος, φορτώ­νει σε όλους τους Έλληνες, —και αυτό είναι το σφάλμα του— πολλά και βαριά ελαττώματα, εγωισμό, αχαριστία, επιπολαιό­τητα, αμάθεια, πείσμα, ελαττώματα που τα είχαν από παλιά και τα οποία συνεχώς επαναλαμβάνονται. Ακόμη λέγει —και έχει δίκαιο— ότι οι Έλληνες σπάνια ανέχονται αντιρρήσεις, ότι δεν συγχωρούν την προσβολή στο φιλότιμο τους, ότι εύκολα παρασύρονται από τις μεγάλες λέξεις, και ότι ευχάριστα δέχονται κάθε νεωτερισμό, αλλά όταν τον συνηθίσουν, δεν μπορούν να τον εγκαταλείψουν. Και ο Γερμανός φιλέλληνας Schrebian, που κατέβηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 1822, γράφει ότι σπάνια συναντούσες ανθρώπους ειλικρινείς, με δοκιμασμένη πίστη, εντιμότητα, και αφιλοκέρδεια.

Η ψευδο­λογία, η τάση των Ελλήνων για το ψέμα, που ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, είναι η γεννήτρια μεγάλων «κατά συρροήν» κακών —ψευδολογία που προεκτείνεται αδιατάρακτα κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως. Ο παλιός κώδικας της συμπεριφοράς εξακολουθεί να ισχύει. Η τάση μάλιστα αυτή για το ψέμα είναι τόσο ισχυρή, ώστε και ο συμπατριώτης του Schrebian, ο von Kotsch, όχι όμως και πολύ αξιόπιστος, που έφυγε από την Ελλάδα απογοητευμένος, όπως και τόσοι άλλοι φιλέλληνες, γράφει ότι η ψευδολογία είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ελληνικού έθνους. Αλλά και ο ιδεο­λόγος Howe, μολονότι οι διαθέσεις του απέναντι των Ελ­λήνων είναι αγνές και φιλικές, σε στιγμές οργής τους ονομάζει ψεύτες και λέγει ότι με το να πεις έναν Έλληνα ψεύτη δεν τον προσβάλλεις —κρίσεις που γενικά είναι σωστές. Και προχωρεί στις γνωστές κατηγορίες: ότι ο καθένας είναι έτοιμος να εξαπατήσει τον γείτονά του και ότι έτσι όλοι ζουν σε κατάσταση επαγρυπνήσεως με την προσοχή τους στραμμένη προς το συμφέρον τους. Είναι ένας από τους πιο ανοικονόμητους και δυσάρεστους λαούς: ζωηροί, αλλά εγωιστικοί, ψωρο­περήφανοι, αμαθείς και κλεφταράδες. Κανείς λαός δεν τους ξεπερνά στη δολιότητα. Μολονότι βλαστημούν, η Παναγία είναι ο θεός τους και η εικόνα της το είδωλό τους. Έχουν τρομερά εκφυλιστεί. Το ότι όμως οι κρίσεις αυτές του Howe ήταν ξεσπάσματα και επομένως γραμμένα με πάθος φαίνεται και από όσα ο ίδιος γράφει αλλού για τους Έλληνες, τουλάχιστο για τους φτωχούς. «Είχα πολλούς φίλους μεταξύ των ταπεινών της ζωής, ο θεός να τους βοηθεί. Μπορώ να πω ειλικρινά ότι τους Έλληνες τους βρήκα ανθρώπους με αγαθά αισθήματα, με εμπιστοσύνη, ευγνώμονες, και όσον αφορά τις σχέσεις μου μαζί τους, τίμιους ανθρώπους». Και άλλος φιλέλληνας, ο Γερμανός συνταγματάρχης Heideck, μολονότι από τους φόβους του για τα ελαττώματα των Ελλήνων ήταν «κουμπωμένος», διαπιστώνει ότι πάρα πολλοί ήταν οι φιλοδί­καιοι και αφιλοκερδείς, που με προθυμία μάλιστα τους είχε χρησιμοποιήσει ως κρατικούς λειτουργούς.

Η εντιμότητα λοιπόν δεν ήταν σπάνια αρετή στους Έλληνες. Πάντως μόνο μια τολμηρή μειοψηφία έβγαζε ασπροπρόσωπη την Ελλάδα. Και ο Μιχαήλ Αφεντούλιεφ, γενικός έπαρχος της Κρήτης στα 1822, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει μια μειοψηφία γνήσιων πατριω­τών, κληρικών και λαϊκών, συνετών και ικανών, αλλά η μειοψηφία επίσης των φθονερών και των ραδιούργων τους κρατεί μακριά από τα πράγματα. Και αυτή είναι η αλήθεια: οι φθονεροί και οι ραδιούργοι, όπως οι τίμιοι και οι καλοί, αποτελούν μειοψηφίες μέσα στον ελληνικό λαό, αλλά οι πρώτοι είναι αδίστακτοι και μαχητικοί, γιατί τα παίζουν όλα και παρασύρουν τους αναποφάσιστους και μετέωρους, τους Πόντιους Πιλάτους, και τους κάνουν συνένοχους στο κακό, στα κακουργήματά τους. Από τα αληθινά διαμάντια ανώτερου ήθους ήταν στα χρόνια της Επαναστάσεως οι μεγάλοι πολεμι­στές Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς, Μάρκος Μπότσαρης και ο Δημ. Υψηλάντης. Και αυτός ακόμη ο φιλέλληνας Humphreys, που είναι εύκολος στις επικρίσεις του, αναγκάζε­ται να ομολογήσει για τον Υψηλάντη ότι «έδειξε προσωπική τόλμη, ορθή κρίση και έντιμο χαρακτήρα, ειλικρινή πατριωτι­σμό, ανιδιοτέλεια και ακεραιότητα, που σπάνια βρίσκεις στην Ελλάδα».

Με τους ευμενείς κριτές συμφωνεί γενικά και ο Άγγλος φιλελεύθερος Blaquiere, που γράφει με πλήρη κατανόηση, ότι δεν θέλει να κάνει τον πανηγυρικό των Ελλήνων σε βάρος της αλήθειας ή ν’ αρνηθεί τα ελαττώματά τους, αξεχώριστα από την ανθρώπινη φύση, που τα περισσότερα —παρατηρεί πολύ σωστά— πηγάζουν από τις ιδιαίτερες συνθήκες της σκλαβιάς και του συνακόλουθου εκφυλισμού τους. Αποβλέποντας επίσης στη φρικτή εκείνη κατάσταση Γερμανός φιλόλογος, ο Brandis (της εποχής του Όθωνα), κατανοεί πως το ψέμα, το θλιβερό όπλο αρκετών Ελλήνων, έγινε έπειτα έξη, καλύτερα θα λέγαμε, αξίωμα των σκλαβωμένων, και έτσι ερμηνεύει την τάση των κοινοτικών αρχόντων επί τουρκοκρατίας να καταπιέζουν και αυτοί τους συμπατριώτες τους, για ν’ ανταποκριθούν στην πλεονεξία των Τούρκων αξιωματούχων. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια την είχε κατανοήσει και ο Βαυαρός φιλέλληνας Karl Heideck παρατηρώντας ότι όταν ένας εύχυμος βλαστός κατα­πιέζεται πάντοτε στο κατευθείαν προς τα επάνω πέταγμά του, θ’ αναζητήσει λοξούς δρόμους, για να μπορέσει να επιζήσει. Έτσι όμως δεν θ’ αποκτήσει ένα περήφανο ευθύ κορμό, αλλά ένα ροζιάρικο ανάπηρο στέλεχος. Και αυτό θα συμβεί, όχι από την ελαττωματική του φύση, αλλά από την κακή μεταχείριση, από την κακή καλλιέργεια.

Σ’ αυτές ακριβώς τις συνθήκες πρέπει ν’ αποδοθεί κάποια οκνηρία, χαλαρότητα και βραδύτητα στον χαρακτήρα των Νεοελλήνων (πρβλ. το τουρκικό yava-yava), που σημειώνουν μερικοί ξένοι παρατηρητές και τα οποία επιβιώνουν σε πολλούς ακόμη ως σήμερα, χαρακτηριστικά μεμπτά. Απέκτη­σαν πολλά από τα ελαττώματα των ασιατικών λαών, εξηγεί ο Stanhope, αλλά είναι ευαίσθητοι, διψασμένοι για γνώσεις, φιλοκριτικοί και φιλόνεικοι.

Σκληρές εκφράσεις θα βρει κανείς και σε άλλους ξένους, που κατέβηκαν στην Ελλάδα, κυρίως σ’ εκείνους που, διαψευσμένοι στις προσδοκίες τους να βρουν στην Ελλάδα αναστημέ­νους τους αρχαίους Έλληνες ή ν’ αρχίσουν εκεί μια λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία ή να παίξουν κάποιο σημαντικό ρόλο, μπλεγμένοι όμως σε εσωτερικές διαμάχες, επέστρεφαν απογοητευμένοι στις πατρίδες τους, χωρίς να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τις ελεεινές συνθήκες ζωής των κατοίκων, την κατάπτωση και την εξαχρείωσή τους κάτω από τον άγριο ζυγό ή να συνειδητοποιήσουν και τις δικές τους ευθύνες σε ορισμένες πράξεις τους. Έτσι ο Άγγλος φίλος του Byron και γνωστός τυχοδιωκτικός τύπος Ed. Trelawny, που συνδέεται με στενούς δεσμούς συγγένειας με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον προβάλλει σαν τον μόνον άνδρα, που «έχει κεφαλήν και χείρα ίνα συγκρατή τους δολόφρονας Έλληνας», που τους χαρακτη­ρίζει σιτάρι μολυσμένο, πνιγμένο από τα ζιζάνια, και προχωρεί στην άδικη και βαρύτατη βρισιά, ότι οι Έλληνες, αν επανα­στάτησαν, δεν κινήθηκαν από τον πόθο για την ελευθερία, αλλά από το υπέρμετρο πάθος για τα χρήματα και τη δύναμη! Δικαιολογημένα λοιπόν αγανακτισμένος Έλληνας Κωνσταντινουπολίτης, αλλά και τρελά ενθουσιασμένος από την έκρη­ξη της Επαναστάσεως καταφέρεται στις 18 κιόλας Απριλίου 1821 εναντίον αυτών των επιπόλαιων ξένων που ακολουθώντας μια αστήρικτη και απάνθρωπη λογική και πολιτική θεωρούσαν τους Έλληνες «νοθευμένα εκτρώματα» και επιδοκίμαζαν την ιδέα να μείνουν αυτοί αιώνιοι σκλάβοι των Τούρκων. Την αγανάκτηση των Ελλήνων εναντίον τέτοιων ξένων θα τη βρει κανείς και σε άλλους συγγραφείς, όπως στον Φωτάκο και στον Γιάννη Μακρυγιάννη.

Δημ. Βερναρδάκη, Μία ανέκδοτη επιστολή της Επαναστάσεως του 1821, «Ν. Εστία» 9 (1931) 623. Ο λόγιος Νεόφ. Βάμβας, εξαιρώντας τους Μανιάτες (είχαν κακοποιήσει και ληστέψει την αδελφή του κατά την εισβολή του Δράμαλη), θεωρεί τον ελληνικό λαό καλό, γενναίο, φιλόνομο, λογικό, «πλην ο δυστυχής ευρέθη πολλά πτωχός ή και αμαθής, ώστε να εύρη εις τον εαυτόν του τα αληθινά όργανα της ευνομίας του» (Δημαρά, Κοραής, σ. 40).

Περισσότερο κοντά προς την αλήθεια βρίσκεται ο Christian Müller, που επιστρέφοντας και αυτός απογοητευμένος πίσω στην πατρίδα του, ύστερ’ από σύντομη παραμονή του στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1821, γράφει ότι «οι σημερινοί Έλληνες, παρά τα μεμονωμένα παραδείγματα διαφωτισμού στις ανώτερες τάξεις, παρ᾽ όλες τις σπουδές των επιφανών στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία —κατά μέγα μέρος από τη Χίο και τη Σμύρνη— παρ’ όλες τις καλές φυσικές προθέσεις που έχουν, είναι ακόμη βάρβαροι, όπως οι πρόγονοί τους ονόμαζαν τους προγόνους μας, όταν η Ελλάδα ήταν το άνθος του ανθρώπινου πνεύματος και της ανθρώπινης ανωτερότητας».

Στις σύντομες και απόλυτες αυτές γενικά —σωστές εν μέρει— κρίσεις των ξένων ας αντιπαραθέσουμε τις αντίστοιχες γνώμες των άλλων, επίσης ξένων, θετικών και νηφάλιων, που έμειναν κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως πολλά χρόνια στην Ελλάδα και γνώρισαν πολύ καλά την ψυχολογία των κατοίκων ή μελέτησαν ως κλασσικοί φιλόλογοι συστηματικά τα αρχαία κείμενα και τον χαρακτήρα των αρχαίων Ελλήνων σε σύγκριση με τον αντίστοιχο των νέων.

2. Ας ιδούμε πρώτα από πότε άραγε —πριν ακόμη από την Επανάσταση— είχαν αρχίσει να παρατηρούνται ορισμένες ευοίωνες μεταβολές στον πολιτιστικό τομέα και στον χαρακτή­ρα των Νεοελλήνων και ως ποιό βαθμό εκδηλώθηκαν σαφέστα­τα κατά την Επανάσταση· και τέλος ποιές προοπτικές αισιοδο­ξίας πρόβαλλαν για το μέλλον; Το μεγάλο πρόβλημα ήταν το εξής: μήπως ο ελληνικός λαός μαζί με την πολιτική και πνευματική του παρακμή είχε πια καταβαραθρωθεί και εκφυλι­στεί οριστικά και ανέλπιδα για το μέλλον, ή, μήπως αν του δίνονταν οι κατάλληλες ευκαιρίες, θα μπορούσε ν’ αναλάβει τις αρχαίες του αρετές και να παίξει κάποιο ρόλο, μικρό ή μεγάλο, μέσα στην Ευρώπη ή και γενικά στον κόσμο, πρόβλη­μα που εξακολουθεί να τίθεται ακόμη και σήμερα; Ως προς το θέμα αυτό οι περισσότεροι ξένοι, που είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αι., ήταν διχασμένοι, αν δηλαδή οι κάτοικοί της θα μπορούσαν να βγουν γρήγορα ή αργά ή και καθόλου από τα σκοτάδια της αμάθειας και της βαρβαρότητας, μέσα στα οποία ήταν βυθισμένοι. Ορισμένοι, όπως π.χ. ο Thornton, απελπισμένοι από την εξαχρείωση των Ελλήνων, δεν προσδοκούν την άμεση βελτίω­σή τους. «Τέτοιοι άνθρωποι, ρωτά με απαισιοδοξία, μπορούν να ξεσηκωθούν ξαφνικά ύστερα από τόσο τρομερή πτώση, και ν’ανταγωνιστούν τις αρετές των προγόνων τους, που είναι τόσον ένδοξοι, αλλά και τόσον απομακρυσμένοι;». Την ίδια περίπου γνώμη εκφράζει με συμβολική παρομοίωση και ο Γερμανός περιηγητής Bartholdy, αλλ’ αφήνει να διαφανεί και κάποια ελπίδα αναγεννήσεως, κάποιο φως σωτηρίας· «Η Ελλάδα μοιάζει με δάσος που έναν καιρό ήταν ξακουστό για τα μεγαλόπρεπα και σπάνια δέντρα του. Αλλά το δάσος αφανίστη­κε, όλοι οι επιβλητικοί κορμοί γκρεμίστηκαν. Έτσι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να πετάξουν καινούργια βλαστάρια. Τα ξερά κού­τσουρα που απόμειναν στη γη ύστερ’ από το πελέκι αποτελούν εμπόδιο για τη δημιουργία καινούργιας καλλιέργειας. Ωστόσο δεν είναι αδύνατο να ξεριζωθούν αυτοί οι κατάξεροι κορμοί και στο ίδιο χώμα ν’ αναπτυχθεί μια εντελώς νέα φυτεία. Αν θα πετύχει αυτή η φυτεία και πώς, κανείς δεν ξέρει. Η εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη είναι η πρωταρχική προϋπόθεση. Αν εμφανιζόταν κάποτε ένας μεγάλος άνδρας προικισμένος πραγ­ματικά με ικανότητες αναμορφωτή, θα μπορούσε να κινήσει μια Επανάσταση».

Άλλοι όμως, όπως ο Ρώσος αξιωματικός Ματθαίος Γρηγ. Κοκοβτζόβ, που είχε πάρει μέρος στα Ορλωφικά, νομίζει ότι τα ελαττώματα των Ελλήνων θα εξαφανιστούν, μόλις απαλλαγούν από τον ζυγό τους. Τότε θα εμφανιστούν στο προσκήνιο της Ιστορίας με την πρώτη τους δόξα και λαμπρότητα. Συμφωνεί μαζί του και ο ενθουσιώδης υμνητής των Ελλήνων σύγχρονός του περιηγητής Eton, που γράφει, πως, αν το βάρος της τυραννίας αρθεί, δεν θα μπορέσουν βέβαια να φθάσουν μονο­μιάς στο ύψος των αρχαίων ηρώων τους, αλλά οπωσδήποτε η ψυχή τους θα ξαναπάρει αμέσως την ελαστική δύναμη και θ’ αναπτύξει την πιο μεγάλη δραστηριότητα. Απόδειξη είναι ότι τώρα ντρέπονται και αγανακτούν για τη σκλαβιά, ροκανίζουν το χαλινάρι της, και προχωρούν γοργά προς τον σκοπό τους, για τον οποίο άλλωστε όλοι είναι σύμφωνοι, δηλαδή προς την απελευθέρωσή τους. Είναι μάλιστα ν’ απορεί κανείς πώς κράτησαν τον ζωτικό τους χαρακτήρα και δεν έχουν εξαχρειω­θεί πιο πολύ. Ο Eton έχει εμπιστοσύνη στα χαρίσματα των Ελλήνων και υπογραμμίζει την υπεροχή τους απέναντι των δυναστών τους. Η πιο χτυπητή μάλιστα αντίθεσή τους είναι ανάμεσα στη δραστηριότητα και ελαφρότητα των κατακτημένων και στην πομπώδη και ανόητη σοβαρότητα των κατακτητών. Έπειτα το επιχειρηματικό πνεύμα των Ελλήνων, που το ειρωνεύονται μερικοί συγγραφείς, τους οδηγεί συχνά σε πρά­ξεις ευγενείς. Ακόμη, ζώντας ο Ευρωπαίος ανάμεσά τους νομίζει πως βρίσκεται στην πατρίδα του και στους ανθρώπους του είδους του· βλέπει ομοιότητες στα ήθη και στις συνήθειές τους με τις αντίστοιχες δικές του, ενώ η απόστασή του από τους Τούρκους ως προς τις προτιμήσεις και τις ιδέες είναι τεράστια, και αυτή γίνεται περισσότερο αισθητή, όταν ζει κανείς ανάμεσά τους και έχει μάθει ακόμη και τη γλώσσα τους. Δεν αξίζουν οι Έλληνες την κακή φήμη που τους έχουν αποδώσει οι εχθροί τους. Γενικά, στ’ αλήθεια, παρατηρεί, οι Έλληνες είναι ελαφρόμυαλοι, αλλά φιλόφρονες και αξιαγάπη­τοι, φιλόδοξοι βέβαια στο έπακρο και άπληστοι για τιμές, αλλά η φιλοδοξία τους αυτή, τώρα αδυναμία, θα τους εμπνεύσει μεγάλα έργα, όταν θα τεθεί εμπρός τους ένας ευγενικός σκοπός. Και ο σύγχρονός του R. Walpole αναγνωρίζει βέβαια ότι έργα αξιόλογα στους ευαίσθητους τομείς της γλυπτικής, αρχιτεκτο­ νικής, ρητορικής και ποιήσεως, είναι δυνατόν να γεννηθούν εκεί μόνον όπου υπάρχει ελεύθερη σκέψη και έκφραση, και ότι επομένως οι Έλληνες με το καθεστώς της δουλείας θα ήταν αδύνατο να παρουσιάσουν σημαντική εθνική βελτίωση, αλλά ωστόσο είναι να τους θαυμάζει κανείς πως παρά ταύτα κατόρθωσαν να παρουσιάσουν κάτι στις τέχνες και στα γράμματα.

Πράγματι από τα τέλη του 18ου κιόλας και τις αρχές του 19ου αι. με την αναγέννηση των γραμμάτων πρέπει να άρχισε κάποια μεταβολή και στο ήθος των Νεοελλήνων, ιδίως στη στάση τους απέναντι των κατακτητών, στην εθνική περηφάνεια που ήταν βέβαια έντονη στους λογίους, στους εμπόρους και στη σπουδάζουσα νεολαία, σ’ αυτή που θα γίνει η γενιά της Επαναστάσεως, αλλά η βελτίωση αυτή του ήθους δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσει σε βάθος και σε έκταση χωρίς τη σχετική πνευματική καλλιέργεια. Γι αυτή, για την επιτάχυνση δηλαδή της ελληνικής αναγεννήσεως, ενδιαφέρθηκαν ζωηρά οι πλούσιοι Ζωσιμάδες, οι οποίοι ρώτησαν σχετικά τον Κοραή, που τους έδωσε την απάντηση ότι γι αυτό θα χρειάζονταν νέες και φτηνές σχετικά εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγρα­φέων. Οι Ζωσιμάδες διέθεσαν τα χρήματα και έτσι άρχισε η έκδοση της σειράς των αρχαίων κειμένων της ονομαστής «Ελληνικής Βιβλιοθήκης» με τα μακρά προλεγόμενα. Ο αρ­χαίος ελληνικός κόσμος στάθηκε για τους σκλάβους Έλληνες κάποιο παράδειγμα, κάποια παραίνεση, κάποιο στήριγμα —όσο και αν ήταν αδύνατο να έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα κάτω από τις απάνθρωπες συνθήκες ζωής της εποχής εκείνης— για αξιοπρεπή, περήφανη συμπεριφορά, ανάλογη προς τη λατρεία των αρχαίων. Η προγονολατρεία για τους Έλληνες ήταν ό,τι η περηφάνεια των Αμερικανών για τους δημοκρατι­κούς των θεσμούς και την εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας τους και ό,τι για τους Ρώσους η απεραντοσύνη της χώρας τους. Άλλωστε είχαμε την ευκαιρία, κατά την εξιστόρηση των περασμένων αιώνων, να διακρίνουμε τα λεπτά υφάδια που έδεναν τους Νεοέλληνες με το ένδοξο παρελθόν, τα οποία τους έτρεφαν με μια ανυπόφορη προγονολατρεία, με ένα απερίγρα­πτο εγωισμό για τους μεγάλους ήρωες και στοχαστές, και με μια περιφρόνηση για όλο τον άλλο κόσμο.

Έτσι ο λαός αυτός, κάτω από τόσων αιώνων απερίγραπτη σκλαβιά, μπόρεσε να βαστάξει και να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα. Αυτό άλλωστε το απέδειξαν οι προετοιμασίες του για την επανάσταση, η αξία που απέδιδε στην καταγωγή του και τα ήθη και έθιμα που παρέλαβε και κράτησε από τους προγόνους του. Τις ελπίδες άλλωστε για την εθνική του ανάσταση και αναγέννησή τους τις ζωντάνευε η οικονομική και πνευματική του άνοδος, ιδίως τα τελευταία 50 πριν από την Επανάσταση χρόνια. Για την άνοδό τους αυτή και για την καταγωγή τους ήταν τόσο περήφανοι οι Έλληνες της εποχής εκείνης, ώστε ο Stendhal, που στα 1817 γνωρίζει στη Νεάπολη μερικούς φοιτητές της ιατρικής, να γράφει ότι «αυτοί οι κακόμοιροι, γελοίοι βάρβαροι» είναι τόσο εγωιστές και μαται­όδοξοι, ώστε να ισχυρίζονται ότι οι Ευρωπαίοι τους προσπερ­νούν μόνον ως προς την τεχνική, ως προς την τεχνολογία, κάτι που το ακούμε ακόμη και σήμερα από μερικούς ψωροπε­ρήφανους συμπατριώτες μας.

Τί διαφύλαξε τον ελληνικό λαό από την αφομοίωση, από την εξαφάνισή του; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως βασικά τον έσωσε «η διαφορά της θρησκείας», που τον χώριζε με βαθύ χάσμα από τους κατακτητές, αλλά το χάσμα αυτό το έκανε ευρύτερο η σκληρή συμπεριφορά του προς τους κατακτημένους, την οποία και αυτοί ανταπέδιδαν με βαθιά υποκρυπτόμενο άσβεστο μίσος. Σωστικά επίσης επέδρασε η ορεινή και νησιω­τική διαμόρφωση της χώρας, η οποία του χάρισε θαυμάσια άσυλα σε δύσκολα χρόνια. Αν η Ελλάδα ήταν μια πεδινή χώρα, δεν ξέρω αν θα είχαν επιζήσει έστω και μικρά τμήματα, ίχνη του ελληνισμού.

Τα βουνά πραγματικά έσωσαν τον ελληνισμό όχι μόνο από τις καταπιέσεις των κατακτητών (ιδίως κατά τους πρώτους αιώνες, και επομένως του χάρισαν την αρρενωπή και περήφανη στάση απέναντι τους, κατ’ αντίθεση προς τους κατοίκους του κάμπου), τον έσωσαν δηλαδή από ηθικό εκφυλισμό, αλλά και από αυτόν ακόμη τον σωματικό: επάνω στα βουνά ή στα νησιά ο ελληνικός λαός αναχωνεύθηκε αφομοιώνοντας, όπως είδαμε, και τα λίγα, τα ξενικά πληθυσμιακά στοιχεία που είχαν διεισδύσει στον τόπο του.

Η δύσκολη ζωή του επάνω στα βουνά τον σκληραγωγεί, τον κάνει αγωνιστή, για να μπορέσει να επιζήσει. Είναι ακούραστος δουλευτής και οδοιπόρος σε μια χώρα, όπου δεν υπάρχουν παρά κατσικόδρομοι. Η ανάλαφρη γρηγοράδα του είναι κάτι που εκπλήσσει τους φιλέλληνες στρατιωτικούς στα 1821, που δεν μπορούν να τον προφτάσουν στο βάδισμα και τους κάνουν να φαντάζονται ότι οι Έλληνες πρέπει να έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένα τα αναπνευστικά τους όργανα. Και όταν εκεί επάνω βρέθηκαν σε δύσκολη θέση με τον υπερπληθυσμό που παρατηρήθηκε, αλλά και με τις ενοχλήσεις των κατακτητών, αντιμετώπισαν τις οικονομικές τους δυσχέρειες με τις εποχιακές τους αποδημίες ή με τα ταξίδια τους για μόνιμη εγκατάσταση σε άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή στο εξωτερικό. Και οι απόδημοι με την εργασία τους, με τις οικονομίες τους, τις γνώσεις και τις σπουδές τους στους ξένους τόπους φέρνουν στις ορεινές πατρίδες τους, όπου είχε παρατη­ρηθεί βιολογική ανανέωση, και τα σπέρματα της οικονομικής και πνευματικής αναγεννήσεως, κατ’ αντίθεση προς την πολι­τική και πνευματική παρακμή των κατακτητών.

3. Είναι αλήθεια ότι με την έκρηξη της Επαναστάσεως οι Έλληνες, μαθημένοι πια στις περιπέτειες και στις δυστυχίες τις προερχόμενες από ένα βάρβαρο ζυγό, δεν δοκίμασαν ούτε την έκπληξη ούτε και την απόγνωση των ανθρώπων που χάνουν την ευτυχία τους, αλλ’ ανταποκρίθηκαν ενεργητικά και ακού­ραστα στη φωνή της σκλαβωμένης πατρίδας, ώστε με την ευστροφία τους να μεταβληθούν σχεδόν αμέσως σε εξαίρετους αυτοσχέδιους στρατιώτες. Αλλά και για τη σύντομη ηθική και πνευματική τους αναγέννηση, υπήρχαν πολλές ελπίδες. Πολλά περίμενε ο Κοραής, όπως άλλοτε, πριν από 570 περίπου χρόνια ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, από ένα εξυγιασμένο και αναμορφωμένο κλήρο, γιατί αυτός ήταν ουσιαστικά ο πνευματικός οδηγός των Ελλήνων που στεκόταν δίπλα τους.

Έτσι εμφανισμένοι πάλι στο προσκήνιο της Ιστορίας οι Έλληνες με το σφρίγος και με τις δυνάμεις ενός νέου έθνους, δίνουν την ελπίδα, ότι με κατάλληλη διαπαιδαγώγηση θα μπορούσαν να βελτιωθούν ηθικά και πνευματικά και να κερδίσουν τη θέση που τους αξίζει στο πλευρό των πολιτισμέ­νων ευρωπαϊκών εθνών. Χρειάζεται όμως χρόνος. Αυτός, κατά τον Byron, είναι ο καλύτερος δάσκαλος που θα φέρει την τάξη και θα επιβάλει την οργάνωση στο χάος που επικρατεί στην Ελλάδα. Δίνει προθεσμία ενός αιώνα για την αλλαγή του χαρακτήρα των Ελλήνων, που τους θεωρεί εξίσου καλούς, όπως και τους Τούρκους. Ορισμένοι μάλιστα ξένοι υπεραισιόδοξοι αναγνωρίζουν κιόλας μερικά φωτεινά σημάδια που προμηνύουν την αυγή της αναγεννήσεως και, υπερβολικά προφητικοί, πιστεύουν ότι η αλλαγή θα πραγματοποιηθεί σύντομα. Ένας απ’ αυτούς, ο υπασπιστής του στρατηγού Normann, ο G.Feite από το Dessau, γράφει στις 14 Μαρτίου 1822 σ᾽ ένα φίλο του ότι οι Έλληνες ως προς τις πνευματικές και φυσικές τους δυνάμεις βρίσκονται ίσως τώρα σε ανώτερη βαθμίδα συγκρινόμενοι με τους άλλους γνωστούς του λαούς και ότι μέσα σε 50 χρόνια ελευθερίας θα μπορούσαν να εξισωθούν με τους άλλους πολιτισμένους λαούς. «Όλα είναι ήσυχα και πηγαίνουν καλά, θαυμάσια καλά, αναφωνεί και ο Stanhope, αν σκεφθεί κανείς τους αιώνες του δεσποτισμού, από τους οποίους μόλις ξέφυγε η Ελλάδα».

4. Μολαταύτα δύσκολο ήταν το ψυχολογικό πέρασμα των Ελλήνων από τη σκλαβιά στην ελευθερία, από την απόλυτη αδυναμία στην αχαλίνωτη δύναμη, που μπορεί να γεννήσει την αναρχία, από «τις αλυσίδες του δεσμώτη στην ελευθερία του δεσμοφύλακα». Ήταν επόμενο λοιπόν όσοι είχαν εξουσία να ξεπερνούν το φράγμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς προς τους συμπολίτες τους και να γίνονται οι ίδιοι τύραννοι και καταπιεστές. Έτσι οι ξένοι δεν μπορούσαν να χωνέψουν την υπεροψία και τη βαναυσότητα, με την οποία φέρνονταν οι καπετάνιοι ή οι πρόκριτοι στους απλούς ανθρώπους, γιατί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι θα βρουν δεσποτικές αρχές σ’ ένα έθνος που πρόσφατα είχε διακηρύξει την ελευθερία και την ισότητα. Η αρχαίας καταγωγής οίηση και μωροφαντασία των Ελλήνων, ότι είναι και αυτοί κάτι, έπαιξαν τον ρόλο τους. Η αίγλη της εξουσίας, που τραβά τους φιλόδοξους και τους κάνει φίλαρχους, μεθά πολλούς και τους παραλογίζει —φαινόμενα που παρατη­ρούνται συχνά όχι μόνο κατά την Επανάσταση, αλλά και ύστερ’ απ’ αυτήν ως σήμερα. Θα υπάρχουν πάντοτε κάποιοι, που με τη λαμπηδόνα του αξιώματος τους ή οχυρωμένοι πίσω από ένα γραφείο θ’ αντιμετωπίζουν με σκληρότητα και με σαδιστική διάθεση —κι’ όχι με καλοσύνη και ευγένεια— τον απλό άνθρωπο, γενικά τον πολίτη που τους έχει ανάγκη. Ο φορέας της κρατικής εξουσίας θέλοντας να γίνει αισθητός φέρνεται στον πολίτη σαν σε ραγιά. Γι αυτό και ακούονται πολλά παράπονα εναντίον επάρχων και άλλων υπαλλήλων κατά την Επανάσταση. Δεν υπάρχει κάπως ταιριαστή —όχι βέβαια αρμονική— σύζευξη της δυνάμεως, της εξουσίας με την πολιτική ελευθερία και με την απλότητα.

«Αν ακόμη και κάτω από την πιο σοφή κυβέρνηση, έλεγε ο Byron στον Millingen, η αναγέννηση ενός έθνους μπορεί να είναι δύσκολο έργο του χρόνου, τότε βέβαια δεν είναι καθόλου λιγότερο εύκολο η βελτίωση του ελληνικού έθνους». Παρα­τηρεί ότι οι Έλληνες δεν οργάνωσαν συστηματικά την Επανάσταση επάνω σ᾽ένα σχέδιο· και γι᾽ αυτό ύστερ᾽ από τις πρώτες επιτυχίες ξέσπασαν σε εμφύλιες διαμάχες. Πιστεύει όμως ότι με τη διοικητική οργάνωση του τόπου και γενικά με την εγκαθίδρυση ενός κυβερνητικού σχήματος θ’ απαλυνθούν τα πάθη και θα διοχετευθούν προς το γενικό καλό. Ο χρόνος, ο μόνος διδάσκαλος, θα δείξει ποιό είναι το καλύτερο σύστημα. Ο ποιητής δεν θα συμβούλευε τους Έλληνες ν’ ακολουθήσουν το α ή το β σύστημα διακυβερνήσεως που υπάρχουν και λειτουργούν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Προσωπικά, ενώ θερμά υποστηρίζει το πολίτευμα της Αγγλίας, για το οποίο θα θυσίαζε την περιουσία και τη ζωή του ακόμη, ώστε να διαφυλαχθεί η παλιά και έντιμη αριστοκρατία της, δεν θα το συνιστούσε όμως σε άλλη χώρα. Νομίζει ότι στην Ελλάδα ταιριάζει περισσότερο η πρακτική ελευθερία και η μορφή διακυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών. Και επειδή στην επαναστατημένη χώρα, τόσο στα Νησιά του Αιγαίου, όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου πλούτος και δύναμη είναι άνισα κατανεμημένα και οι μορφές διοικήσεως στηρίζονται σε διαφορετικές κοινωνικές δομές —και γι’ αυτό σημειώνονται αντιθέσεις συμφερόντων και συγκρούσεις—, νομίζει ότι κανένα άλλο σύστημα δεν της αρμόζει περισσότερο παρά μόνο το ομοσπονδιακό (φεδεραλιστικό), ένα καθεστώς Πολιτειών, όπως της Αμερικής, με πολιτείες την Πελοπόννησο, Ανατολική, Δυτική Στερεά Ελλάδα και Νησιά και με εναλλακτικό κατά τμήματα Πρόεδρο. Καταδικάζει όμως την εφαρμογή ενιαίου συστήματος διακυβερνήσεως για κάθε τμήμα, όσο έξοχες και αν είναι οι αρχές του, γιατί θ’ αναστατώσει τις διάφορες τάξεις και θα οδηγήσει στην αναρχία και στη σκλαβιά. Και ο Ελβετός φιλέλληνας André-Louis Gosse καταφέρεται εναντίον εκείνων των ξένων που είχαν έλθει στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια της Επαναστάσεως και οι οποίοι, χωρίς να φροντίσουν να μελετήσουν σοβαρά τον χαρακτήρα, τα ήθη και έθιμα, καθώς και την κατάσταση του λαού, που τον γνώριζαν για πρώτη φορά, πρόκριναν ή αναζητούσαν ευρωπαϊκά ή αμερικανικά πρότυπα διακυβερνήσεως· ή εναντίον των Ελλή­νων που προετοίμαζαν να τον κυβερνήσουν με τις ίδιες τις παραπάνω αρχές σαν να ήθελαν να ντύσουν έναν άνθρωπο με τα ρούχα ενός άλλου που κατοικεί στην Ευρώπη ή στην Αμερική.

Πάντως πολλοί είναι οι φιλέλληνες που πιστεύουν ότι σημάδια βελτιώσεως του λαού θα πρέπει να περιμένει κανείς μόνο στο μέλλον, από τη μετεπαναστατική γενιά, γιατί η αναγέννηση ενός λαού, που έχει ταλαιπωρηθεί και εκφυλιστεί κάτω από μιαν ανήκουστη καταπίεση, δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Το στίγμα της δουλείας με ολες τις πολυποίκιλες επιπτώσεις του δεν εξαλείφεται εύκολα ούτε και είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το απαιτούμενο για την εξαφάνισή του χρονικό διάστημα. Ό,τι καταγράφεται επί αιώνες και συνεχώς μέσα στην ψυχή, τελικά γίνεται σχεδόν βιολογική καταβολή και δεν ξεγράφεται, δεν ξεριζώνεται εύκολα. Ο ραγιαδισμός μένει σαν ένα κακό όνειρο στη ζωή των Ελλήνων και γίνεται ο εφιάλτης τους. Υπάρχουν όμως πολλές εγγυήσεις για την ηθική βελτίωση στο μέλλον: είναι τα καλά «φυσικά» τους. Υπερενθουσιώδης ο Louis-André Gosse γράφει σε επιστολή του της 14 Φεβρουάριου 1827· «Ο ελληνικός λαός, παρά τα ελαττώματά του, αξεχώριστα από μια εντελώς παραμελημένη μόρφωση, παρά τις πολυάριθμες προκαταλήψεις του, είναι άξιος της ευρωπαϊκής ευεργεσίας». Οι χωρικοί ζουν με αξιοσημείωτη λιτότητα και απλότητα και αποτελούν το τμήμα με τις καλύτερες ιδιότητες του ελληνικού έθνους. Οι περισσότεροι έχουν καλό χαρακτήρα· οι εκβιασμοί και η άνομη συμπεριφορά των Τούρκων, προκρίτων και καπετάνιων δεν τους έχουν ακόμη διαφθείρει. Μόλις αποκτήσουν μια δίκαιη ελευθερία και οι νόμοι αντικαταστήσουν την αδέσμευτη ελευθερία, τα ελαττώματά τους θα εξαφανιστούν. Ακόμη και ο δύσκολος Millingen, ο γιατρός του Byron, πλέκει το εγκώμιο, κυρίως των χωρικών «Γενικά οι Έλληνες, γράφει, ευφυείς, φιλόπονοι, δυνατοί, ακαταπόνητοι, φειδωλοί, εγκρατείς, οικο­νόμοι, χωρίς να είναι φιλάργυροι, περίεργοι, φιλύποπτοι, διψασμένοι για γνώσεις, κατέχουν όλα τα στοιχεία, τα απαραί­τητα για τον καλό γεωργό. Επιδίδονται με πάθος σε κάθε μορφή εμπορίου. Έχουν χάρες, αλλά και κάποια τάση να προβάλλουν τον εαυτό τους. Γενικά οι καταβολές του λαού είναι καλές και ενθαρρυντικές για το μέλλον του».

Οι ξένοι ελπίζουν ότι μια μετριοπαθής κυβέρνηση, σε καιρό ειρήνης, θα βοηθήσει ώστε να ξαναγεννηθεί η γεωργία του ελληνικού κράτους, η οποία είναι εντελώς παραμελημένη, ν’ ανθίσει το εμπόριο και να περιοριστεί η τοκογλυφία. Στο μεταξύ οι φιλέλληνες έχουν καθήκον σαν χριστιανοί και σαν άνθρωποι να βρουν κάποιο τρόπο να βοηθήσουν τους Έλληνες να βγουν από τη θλιβερή κατάστασή τους, να συμβάλουν δηλαδή αποτελεσματικά, αφενός στην ηθική αναγέννησή τους και αφετέρου στην καλή διαχείριση των αποστελλόμενων βοηθειών και στη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους. Αυτοί είναι οι δύο κύριοι τρόποι για να δημιουργηθεί ένα αυτοδύναμο ελληνικό κράτος. Κατόπιν θα έλθει η σειρά των θαρραλέων και φωτισμένων πνευμάτων που θα εργαστούν για ένα καλύτερο μέλλον του τόπου. Ας μη δυσαρεστούνται οι φιλέλληνες από τη ζήλεια και την υπεροψία των Ελλήνων στρατιωτικών, που δεν γνωρίζουν το συμφέρον τους και τους αφήνουν να φεύγουν, χωρίς να επωφελούνται από τις γνώσεις τους και από την πείρα τους, γιατί είναι γεγονός ότι λίγους επηρέασε ο φωτισμός του Γένους. Άλλωστε αυτή η καχυποψία παρατηρείται και σε πολιτισμένους λαούς που έδειξαν παρό­μοια διαγωγή σ’ αυτούς που ήλθαν προς βοήθειά τους, αφού πέρασε ο κίνδυνος που τους απειλούσε απ᾽ έξω. Με αγνωμοσύ­νη και αχαριστία τους πλήρωσαν. Επομένως πρέπει να δικαιο­λογούν τους απαίδευτους Έλληνες που στο κάτω-κάτω της γραφής ήθελαν —παρά τον φθόνο τους— ν᾽ ανταμείψουν τους ξένους με κομμάτια γης.

Η απότομη όμως διαδοχή της σκλαβιάς με την ελευθερία έφερε μεγάλη ηθική αναταραχή, μια ανατροπή των αξιών και της ανθρώπινης ως τότε συμπεριφοράς, μια αποδιοργάνωση του παλιού κόσμου, που οι σκλάβοι δεν ήταν έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν, αλλά από αντίδραση πρόθυμοι να την καλύψουν όπως – όπως, να την παρεξηγήσουν. Έτσι ο Byron, που προσπαθεί να εισδύσει στο βάθος των πραγμάτων, πιστεύει ότι βαθιά αλλαγή στον χαρακτήρα των Ελλήνων δεν πρέπει να περιμένουμε στο εγγύς μέλλον· ότι έσπασαν τις αλυσίδες, αλλά οι κρίκοι τους κουδουνίζουν ακόμη· και ότι οι Έλληνες είναι αξιοκατάκριτοι ψεύτες και ότι είναι νωρίς ακόμη, για να μεταβληθεί ο σκλάβος σε νηφάλιο πολίτη. Έτσι εξηγεί και τις ακρότητες και αγριότητες των Ελλήνων σε βάρος των δυναστών τους, ότι η Επανάσταση είναι ακριβώς η εικόνα του σκλάβου που σπάζει τις αλυσίδες του επάνω στο κεφάλι του καταπιεστή του. «Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, έλεγε, είναι ίσως διαφορετική από εκείνη που παρουσιάζεται τόσο από τους εχθρούς όσο και από τους φίλους. Οι φίλοι, που έρχονται στην Ελλάδα, δεν έχουν ξαναδεί τη χώρα κι από τους λίγους αυτούς ελάχιστοι την είχαν επισκεφθεί πριν από την Επανάσταση. Οι ταξιδιώτες αυτής της κατηγορίας θα απορήσουν διαπιστώνοντας ότι η αποδιοργάνωση είναι μικρό­τερη από όση περίμεναν, αν και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχαν διαλυθεί τα πάντα. Οι Έλληνες ήταν σκλάβοι επί πέντε αιώνες. Και δεν υπάρχει χειρότερος τύραννος από ένα πρώην σκλάβο. Ο αντιπρόσωπος του δυνάστη εξακολουθεί να είναι δούλος και οι άνθρωποι που οι πατεράδες των πατεράδων τους, όσο μπορείς να λογαριάσεις, ήταν απόλυτα εξαχρειωμένοι, χωρίς να ορίζουν ούτε τον ίδιο τον εαυτό τους, κινούνται σαν να είναι ακόμα δεσμώτες ή σε μερικές περιπτώσεις δίνουν την εντύπωση πως άλλαξαν τις αλυσίδες του δεσμώτη με την ελευθερία του δεσμοφύλακα. Είναι μια σκληρή αλήθεια. Δεν είμαστε εδώ για να κολακέψουμε, αλλά για να βοηθήσουμε, όσο μπορούμε, για μια καλύτερη τάξη και να πούμε την αλήθεια». Ο Έλληνας λοιπόν έγινε ελεύθερος, αλλά κράτη­ σε πολλά από τα ελαττώματα και τις συνήθειες του σκλάβου.

Αισιοδοξότερος ο Blaquiere πιστεύει ότι ορισμένοι ξένοι αδικούν τους Έλληνες κρίνοντάς τους με εμπάθεια και ελπίζει στην αναγέννησή τους με πρότυπα τους αρχαίους προγόνους των. Μεγάλες ελπίδες στήριζε στους Έλληνες σπουδαστές του εξωτερικού, οι οποίοι θα έφερναν πίσω στην Ελλάδα τα γράμματα και τις επιστήμες.

Η προεπαναστατική οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδος των Ελλήνων ήταν πια γνωστή στον πνευματικό κόσμο της Ευρώπης, ώστε το πανεπιστήμιο του Cambridge σε προκήρυξή του της 24 Νοεμβρίου 1824 να διακηρύσσει γεμάτο αισιοδοξία για την ελληνική υπόθεση· «Αν τι να άτομα δεν είχον μέχρι τούδε το θάρρος να παράσχουν βοήθειαν εις τους Έλληνας, εξ αιτίας της διαφθοράς του εθνικού χαρακτήρος των, ας σκεφθούν ότι, όσον και αν διεφθάρη ο χαρακτήρ εκείνος κατά την εποχήν της τουρκικής κατακτήσεως, ο εκφυλισμός των παρετάθη τουλάχιστον από την ανυπόφορον κατάστασιν της δουλείας, εις την οποίαν είχε περιέλθει το έθνος. Ομως, το κρατούμενον πνεύμα των πατριωτικών αισθη­μάτων και όλων των κοινωνικών αρετών, το οποίον ανεπτύχθη κατά τον παρελθόντα ήμισυ αιώνα μεταξύ των Ελλήνων, παρέχει επί του προκειμένου την καλυτέραν απάντησιν εις τας τοιαύτας αντιρρήσεις».

Σημάδια που τρέφουν τις ελπίδες των ξένων για τη γρήγορη αναγέννηση των Ελλήνων και την πρόοδό τους είναι η φυσική ευφυία του λαού και η μεγάλη ευκολία των παιδιών να προσλαμβάνουν και ν’ αφομοιώνουν γνώσεις, που τις μετέδιδαν (στις περισσότερες κιόλας πόλεις λειτουργούσαν σχολεία) νέοι σπουδασμένοι στο εξωτερικό. Ο μισινάριος Wilson παρατηρούσε ότι κανένα ίσως έθνος στον κόσμο δεν παρουσιάζει ζωηρότερη δίψα για γνώση και μάθηση από τον ελληνικό και ότι αν αυτά τα αισθήματα ικανοποιηθούν, ευνοηθούν και καθοδηγηθούν με σύνεση, ο ήλιος της Ελλάδας θ’ ανατείλει και πάλι. «Ο χριστιανισμός και η φιλολογία, γράφει, θα βαδίσουν χέρι με χέρι και θα εξανθρωπίσουν την Ελλάδα…Οι επιστήμες και οι τέχνες, που μάταια ζήτησαν κατοικία στην Τουρκία, θα βρουν πάλι καταφύγιο στην αγκαλιά της Αθήνας». Την αισιοδοξία του συμμερίζεται και ο συνάδελφός του Swan: παραδέχεται βέβαια ότι πολλά και διάφορα ελαττώματα βαρύνουν τους Έλληνες, που οι εχθροί τους (εννοεί Ευρωπαίους) τους παρουσιάζουν γενικά ως όντα εγκαταλειμμένα και διαφθαρμένα, αλλά είναι βέβαιος, από όσα είδε κατά το ταξίδι του και από όσες σκέψεις έκαμε, ότι οι Έλληνες έχουν τα αναγκαία στοιχεία του μεγαλείου, για να γίνουν αργά ή γρήγορα —κι᾽ αυτή η μέρα θα φθάσει— ένα μεγάλο έθνος, για σκορπίσουν τα σύννεφα της καταισχύνης και ν’ ακτινοβολήσει ο φωτεινός θεός τους. Ο Howe πάλι, συγκροτημένος, νομίζει πως η Ελλάδα μπορεί να βγάλει καλλιτέχνες και ποιητές, όπως και πριν, αλλά δύσκολα ένα φιλόσοφο, γιατί η σοφία των Ελλήνων δεν αποδέχεται τη σταθερότητα.

Αλλά και άλλοι ξένοι έξω από τις αγωνιζόμενες ελληνικές χώρες, όπως ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Esprit Cousinery (1747-1833), θα επιθυμούσε την ανάσταση των Ελλήνων, γιατί οι επιστήμες, οι τέχνες και το εμπόριο θα ξανάδιναν τη ζωή στον φημισμένο αυτόν τόπο και θα έπαιρναν θέση εκεί όπου τώρα κυριαρχεί η αποκρουστική δουλεία κάτω από τη βίτσα μιας αθεράπευτης βαρβαρότητας, ενώ η συντριβή τους θα μετέβαλλε την ευρωπαϊκή Τουρκία σε έρημο γεμάτη, από τάφους και ερείπια. Ακόμη η απελευθέρωση των Ελλήνων, με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα συντελούσε στην ισορρο­πία των δυνάμεων παρά στον κλονισμό της. (Έκθεσή του της 10 Δεκεμβρίου 1822 στον υπουργό των εξωτερικών Chateaubriand).

Υπάρχουν λοιπόν ελπίδες ότι οι κατάλληλες περιστάσεις θα επιτρέψουν τη βελτίωση του ελληνικού χαρακτήρα με τη συμβολή και ορισμένων φιλανθρώπων, όπως του λόρδου Guilford και του συνταγματάρχη Stanhope. Μερικά χρόνια αργότερα ο Γερμανός ελληνιστής Fr. Thiersch δεν αρνείται και αυτός τη διαφθορά των Ελλήνων κάτω από τον ζυγό, το εριστικό τους πνεύμα, την τάση για μηχανορραφίες και ψέματα, που είναι διαδεδομένα σε ανησυχητικό βαθμό, και γενικά αναγνωρίζει τα ελαττώματα και τις ελλείψεις πάρα πολλών ατόμων, αλλά διακρίνει μέσ’ απ’ όλα αυτά ένα «καλό φυσικό» που εκδηλώνε­ται σε κάθε ευκαιρία. Και η πιο σαφής ένδειξη του «φυσικού» αυτού είναι η αναλλοίωτη χαρούμενη διάθεσή του. Ακόμη μόλις περάσει η πρώτη μανία του μίσους και της εκδικήσεως κατά των εχθρών τους, συγκινούνται στο θέαμα των αξιολύπητων αντιπάλων τους, και αμέσως εκδηλώνεται το καλό πραγματικά φυσικό των Ελλήνων. Και αυτή η διάθεσή τους θα συντελέσει, ώστε να ξαναγαπήσει κανείς αυτόν τον λαό.

Στη βελτίωση του χαρακτήρα των Ελλήνων θα συμβάλ­λουν κατά το μέρος τους τα «καλά φυσικά», τα αυστηρά και αγνά οικογενειακά έθιμα των Ελλήνων, η συμπεριφορά τους ως πατέρων, συζύγων, αδελφών και φίλων, καθώς και ο σεβασμός των παιδιών προς τους γονείς, σημάδια που μόνο από άτομα με αρχές θα έπρεπε να τα περιμένει κανείς. Κάποια χαλάρωση στα ήθη παρατηρείται βέβαια στις μεγάλες σχετικά πόλεις. Απένα­ντι των ξένων είναι δύσπιστοι και καχύποπτοι, όπως είναι φυσικό, νομίζω, ύστερ’ απ’ όσα είχαν πάθει ως σκλάβοι, ως ραγιάδες. Επίσης εντυπωσιάζουν τα αισθήματα της αυτοθυσίας τους ή της διαθέσεως της περιουσίας τους για την εθνική τους υπόθεση. Και αυτό φάνηκε πολύ πιο καθαρά στους εύπορους πλοιοκτήτες, στους εφοπλιστές των ναυτικών νησιών, που στα τρία πρώτα χρόνια δεν είχαν εισπράξει καμιά αποζημίωση. Συμφωνούν σχεδόν επίσης όλοι για ορισμένα μεγάλα προτερή­ματα, τη φιλοπονία, την εγκράτεια, τη σωφροσύνη των Ελλή­νων, για τις διανοητικές τους ικανότητες και τη δίψα τους για μάθηση, προτερήματα, στα οποία είναι ανώτεροι από αρκετούς λαούς. Είναι συνήθως χαρούμενοι και χωρατατζήδες, αλλά μπορούν να γίνουν πολύ ψυχροί και να σοβαρευτούν, όταν το θέλουν, ή να καταπνίξουν κάτι το δυσάρεστο. Η θρησκευτικό­τητα των Ελλήνων και η αυστηρή ηθικότητα των γυναικών τους είναι έξοχες ιδιότητες του εθνικού τους χαρακτήρα. Δεν είναι, όμως ανεξίθρησκοι και αποστρέφονται ή μισούν τους ξένους ετεροδόξους. Η πονηριά και η κατεργαριά τους αμαυρώ­νει. Κυριαρχούν μέσα στους η περηφάνεια, η έπαρση, η αναίδεια, και πολλά πάθη.

Η πατριαρχική και ανιδιοτελής φιλοξενία είναι εκπληκτι­κή απέναντι ακόμη και αγνώστων. «Ποτέ, ομολογεί ο Thiersch μιλώντας για τους Ρουμελιώτες, ένας χωρικός δεν μου αρνήθηκε την καλύτερη θέση κοντά στη φωτιά του, μολονότι δεν ήξερε, αν θα πληρωθεί… . Ακόμη πολλές οικογένειες διαφόρων κοινωνικών τάξεων, παρατηρεί άλλος ξένος, υιοθέτη­σαν τουρκόπουλα. Αν οι κυρίαρχοι ήταν άρπαγες και αιμοβόροι, γιατί ν’ απορούμε, αν οι σκλάβοι έγιναν καχύποπτοι, εκδικητικοί, φθονεροί και φιλάργυροι; Η εθνική παι­δεία θα εξαλείψει τα φοβερά αποτελέσματα που άφησαν ο δεσποτισμός και η αναρχία.

Η ηθική λοιπόν υποδομή υπάρχει για το μεγάλο ξεκίνημα του ελληνικού λαού, ιδίως εκεί όπου δεν είχε εισδύσει η αυθαιρεσία και η ακολασία των Τούρκων. Οι ξένοι ξαναβρί­σκουν, στο πέρασμα των αιώνων, τα ήθη, τα έθιμα και τους θεσμούς των αρχαίων Ελλήνων, και μάλιστα να σφραγίζουν με τη σφραγίδα τους τη φυσική και ηθική ύπαρξη των απογόνων τους.

5. Η επανάσταση άρχισε αμέσως να επενεργεί σαν αληθι­νός σεισμός όχι μόνο στην καθυστερημένη κοινωνία των επαναστατημένων χωρών, αλλά και στον τρόπο συμπεριφοράς των Νεοελλήνων. Η μεταβολή είναι τόσο χτυπητή, ώστε να γράφει ο Stendhal· «Ποιός θα έλεγε στα 1815 ότι οι Έλληνες αυτοί οι τόσο ευέλικτοι, οι τόσο δουλοπρεπείς απέναντι των Τούρκων ήταν έτοιμοι να μεταβληθούν σε ήρωες». Γίνεται αισθητό το αποτέλεσμα της ελευθερίας, η σημαντική βελτίωση του χαρακτήρα τους.

Μολαταύτα οι ξένοι, που γνώρισαν καλά την Ελλάδα και τους Έλληνες και μπόρεσαν να εμβαθύνουν στο πνεύμα τους, προτείνουν διάφορα μέτρα για την αγωγή και την ηθική βελτίωσή τους. Αξιοσημείωτες είναι οι συμβουλές του Γερμα­νού von Byern: «Χρειάζεται, έλεγε, ο κυβερνήτης να έχει καθαρή θέληση, θάρρος, ψυχική δύναμη, άκαμπτη επιμονή, δικαιοσύνη, και να μείνει έξω από τα κόμματα, για να φέρει το δύσκολο έργο του στον μεγάλο σκοπό του και να προκαλέσει τον θαυμασμό των συγχρόνων του, την εύφημη μνεία των μεταγενεστέρων και την ευγνωμοσύνη του έθνους που σώθηκε. Η εγκαρτέρηση, η εμπιστοσύνη, η συμπάθεια και η αγάπη που θα δείξει στους δυστυχισμένους κατοίκους θα τον ανταμείψει με την εύνοιά τους και θα φέρει κοντά του τους καλύτερους ανάμεσά τους που τώρα στέκονται ντροπαλοί μακριά του. Αυτοί θα τον περιστοιχίσουν και θα τον στηρίξουν.Τότε μόνο θα είναι η κατάλληλη στιγμή να τακτοποιήσει τα πράγματα και να ξεκαθαρίσει το έδαφος. Αλλιώς η σπουδή και η βία θα καταλήξουν σε σίγουρη καταστροφή και στην ολοένα και μεγαλύτερη εξαχρείωση του λαού». Μυημένος ακόμη ο Byern στα προβλήματα της γλώσσας και του πολιτισμού της χώρας είναι πεπεισμένος ότι με την προσπάθεια των σχολείων και των μορφωμένων δασκάλων της Αθήνας και της Κέρκυρας, των λογιών που είχαν σπουδάσει στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, θα αποκαθαρθεί η γλώσσα από τα ξένα και στρεβλωτικά στοιχεία που είχαν εισδύσει σ’ αυτή κατά τη διάρκεια των αιώνων και θ’ αποκατασταθεί στο παλιό της μεγαλείο, αλλά —παρατηρεί με οξύτητα, άξια να υπογραμμιστεί— με τη νέα ζωντανή της μορφή, με την οποία εμφανίζεται στα τραγούδια του Ρήγα και η οποία είναι δυνατόν να βρει τον δικό της σκελετό της γραμματικής της. Αυτή όμως η κατά βάση ορθή αρχή, που ευνοούσε την επικράτηση της δημοτικής, δεν εφαρμόστηκε στην πράξη, αλλά οριστικοποιήθηκαν, όπως θα ιδούμε, οι απόψεις του Κοραή για την «καθαρεύουσα».

Με την επανάσταση δέχτηκαν βέβαια δυνατό κλονισμό και τα ήθη των κατοίκων. Τα συσπειρωμένα κάτω από τον «κύρη» ή τον «αφέντη» αρσενικά μέλη της οικογένειας με την πρωτοβουλία τους στον αγώνα κερδίζουν τη δική τους οντότη­τα και ατομικότητα, καθώς και κάποια δική τους ανεξαρτησία, που είναι η αρχή της εξελίξεως της οικογένειας προς τη νέα της μορφή με επικεφαλής τον πατέρα, όχι τον «κύρη» ή τον «αφέντη».

Είχαν αποτινάξει τη σκλαβιά και όλοι ήταν πια ίσοι, όπως και στην αρχαιότητα. Οι Έλληνες δεν είχαν ταξική ευγένεια με προνομίες και μεγάλα κτήματα, όπως στη Δύση, αφού μάλιστα την τάξη αυτή δεν την είχαν στο παρελθόν, στον μεσαίωνα, ούτε και τις ιπποτικές συνήθειες, παρά μόνο τις μαγκούρες των Τούρκων πάνω από τα κεφάλια τους, εμπρός στους οποίους έτρεμαν όλοι, φτωχοί και πλούσιοι, πρόκριτοι και λαός. Μολαταύτα σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου συνα­ντούσε κανείς ίχνη παλιάς φραγκικής φεουδαρχικής παραδόσεως, μερικές από τις παλιές φεουδαλικές συνήθειες, π.χ. της προσφοράς καρπών, φορτωμάτων ξύλων κ.λ. των κολίγων (δουλοπαροίκων) στους κυρίους των, στους «ψωροάρχοντες», όπως τους ονόμαζε μια φιλελεύθερη αρχόντισσα. Οι συνήθειες αυτές εξακολούθησαν να υφίστανται ως τα τέλη του 19ου και μάλιστα ως τις αρχές του 20ου αι.! Ορισμένες όμως ελαφρό­τερες εκδηλώσεις, ιδίως σεβασμού και ευγένειας προς άτομα με κοινωνική θέση ή αξίωμα, καταργούνται βαθμιαία, όπως να κατεβαίνει ο χωρικός από το άλογο ή γαϊδούρι, αν συναντούσε στον δρόμο του έναν ευγενή ή αστό ή κάποιο ξεχωριστό πρόσωπο του νησιού ή να χαμηλώνει το τσιμπούκι και να πάψει να καπνίζει, αν περνούσε εμπρός του. Μερικοί παρερμηνεύοντας τη λέξη «ελευθερία» και συγχέοντας την ευγένεια και τον σεβασμό με τους δουλικούς τρόπους της σκλαβιάς, νόμιζαν ότι όλες γενικά οι εκδηλώσεις ευγένειας ταιριάζουν μόνο στους σκλάβους.

Οι μορφωμένοι Έλληνες, αν και γνωρίζουν ότι η βελτίω­ση του ήθους των συμπατριωτών τους δεν θα σημειωθεί πολύ γρήγορα, πιστεύουν όμως ότι το έθνος τους θα προχωρήσει προς την πρόοδο γρηγορώτερα από κάθε άλλο «δια τα φυσικά του προτερήματα». Υπάρχουν και άλλοι, που φλογισμένοι από τις αλεπάλληλες επιτυχίες, τρέφουν μεγάλες ελπίδες για τις αλλαγές που πρόκειται ν᾽ ακολουθήσουν την Επανάσταση και περιμένουν σύντομα τα ευεργετικά της αποτελέσματα. Μερικοί μάλιστα ελπίζουν ότι σύντομα, ίσως μέσα σε λίγα χρόνια, θα γίνουν αντάξιοι των αρχαίων Ελλήνων και θα ζήσουν εποχή που θα μοιάζει με τους αιώνες του Δημοσθένη, του Ξενοφώντα και των άλλων μεγάλων της αρχαιότητας! Έτσι ο μαθηματικός και σπουδαίος οχυρωματοποιός του Μεσολογγίου Μιχ. Κοκκί­νης, σπουδασμένος ίσως στη Βιένη, γράφει στις 14 Μαΐου 1823 στον Μαυροκορδάτο: «Η επανάστασις ημών θέλει γεννήσει όχι μόνον προτερήματα συνήθη, αλλά πνεύματα εξαίσια εις παν είδος επιστημών και τεχνών. Αυτά με μικρά θέλουσιν εκτελέσει έργα θαυμάσια. Τοιούτος ήτο πάντοτε ο εθνικός μας χαρακτήρ, και η Ευρώπη όλη έλαβεν ήδη ικανήν αυτού μέχρι τούδε πείραν». Ο Μαυροκορδάτος όμως δεν τρέφει αυταπάτες. Γράφοντας προς τον Gentz, βοηθό του Metternich, στα τέλη Δεκεμβρίου 1824 —αρχές 1825, αναγνωρίζει ότι χρειάζεται σκληρή δουλειά για την πολιτική ανόρθωση και την ηθική βελτίωση των Ελλήνων. Εφόσον η σκλαβιά και η τυραννία τόσων αιώνων είχαν αφήσει τα σημάδια τους, δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να συγκριθεί με τα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης. Ηταν ανάγκη να γίνουν πολλές αλλαγές και να εισαχθούν πολλοί θεσμοί, για να υψωθεί το πνευματικό επίπεδο και να βελτιωθεί η ηθική κατάσταση του έθνους. Ποιού είδους όμως αλλαγές θα έπρεπε να γίνουν στον τόπο και ποιοί θεσμοί θα έπρεπε να εισαχθούν, καθώς και ποιό πολίτευμα θα έπρεπε να εδραιωθεί, αυτά ήταν τα μεγάλα προβλήματα που μόνον οι ιδιαίτερες περιστάσεις και ο χρόνος θα μπορούσαν να καθορί­ σουν, χωρίς καμιά εξωτερική πίεση και επιβολή. Το πολίτευμα μάλιστα θα έπρεπε ν’ ανταποκρίνεται σε μια ισόρροπη σύνθε­ση των κοινωνικοπολιτικών και πνευματικών δυνατοτήτων των Ελλήνων, δυνατοτήτων συζευγμένων με τη γνησιότητα και την ένταση των πόθων τους. Θα έπρεπε ακόμη να βρεθεί η εμπνευσμένη ηγεσία με διοικητικές ικανότητες και τους ικα­νούς και ευσυνείδητους υπαλλήλους, που θα τους συντρόφευε και θα τους στήριζε στο μέλλον η πρόσφορη για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της αγωγής παιδεία.

Τα ελαττώματα των Ελλήνων γνωρίζουν πολύ καλά ορι­σμένοι μορφωμένοι συμπατριώτες τους και κάνουν ό,τι μπο­ρούν, ό,τι περνά από το χέρι τους, για να τους δώσουν την κατάλληλη πολιτική αγωγή, και πρώτος ο Κοραής, που είχε αρχίσει πολύ νωρίς, πολλά χρόνια κιόλας πριν από την Επανάσταση, την εργασία του διαφωτισμού των Ελλήνων, όπως είδαμε· και μετά την έκρηξή της τη συνεχίζει με ενθουσιαστικό ζήλο. Τί περιμένει απ’ αυτήν, το διαπιστώνει κανείς στην επιστολή του της 9 Οκτωβρίου 1823 προς φίλο του· «Λέγεις ότι η Ελλάς γεννά και πάλιν Μιλτιάδας, Λεωνίδας Αριστείδας και Σωκράτας. Τους πρώτους δύο ευτύχησα και εγώ, πριν αποθάνω, να ακούσω· τους Αριστείδας και Σωκράτας εύχομαι σε να ίδης!…Από τουρκικόν σχολείον Αριστείδαι και Σωκράται δεν εκβαίνουν… Πόσοι από τους ταλαιπώρους Έλληνας εκατάλαβαν ακόμη ότι η παρούσα κατάστασις είναι αναγέννησις και αναβάπτισις;».

Για τη μύηση των Ελλήνων στις καθόλου πολιτικές και ηθικές αρχές ενδιαφέρεται ζωηρά ο Κοραής και σ’ αυτό το έργο τον βοηθεί πολύ η θητεία του στην αρχαία ελληνική φιλολογία και φιλοσοφία. Μεγάλος συμπαραστάτης του ο Αριστο­τέλης με τα «Πολιτικά» του. Γι’ αυτό τον σκοπό, όπως είδαμε, εκδίδει τον Ιούλιο του 1822 τα «Ηθικά Νικομάχεια», έκδοση επιτακτική, γιατί επάνω στις αρχαιοελληνικές βάσεις θα έπρεπε να οικοδομηθεί η νέα ελληνική πολιτεία. Στην εισαγωγή του βιβλίου, η οποία πιάνει 77 σελίδες, αναπτύσσει ο Κοραής τις ιδέες του για την Ηθική και Πολιτική, που μολονότι διαφέρουν κατά το όνομα, συνδέονται μεταξύ τους αχώριστα και αποτελούν μια επιστήμη, την κατά Μάρκο Αυρήλιο, «Βιοτικήν». Η «Βιοτική» αποσκοπεί στην τελείωση του λογικού ζώου, του ανθρώπου, και διδάσκει πώς πρέπει στην εποχή μας να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε για να χαρούμε την ευδαιμονία που ποθούμε. Μόνον όσα κράτη διατηρούν αδιάσπαστη την ένωση των δύο αυτών επιστημών μπορούν να περηφανεύονται ότι ευτυχούν αλλιώς ο χωρισμός τους αποτελεί την πηγή όλων των κακών και την κύρια αιτία των συχνών πολέμων, εννοεί των ιμπεριαλιστικών, οι οποίοι είναι σημάδι «αψευδέστατον» της πλεονεξίας ορισμένων εθνών. Νόμιμος είναι μόνον ο πόλεμος για την ελευθερία και την αυτονομία.

Ο Κοραής, έχοντας υπόψη του τα όσα κακά είχαν γεννηθεί κατά την Επανάσταση από τους εγωισμούς, τη φιλαρχία και τις διχόνοιες, είναι απαισιόδοξος για το μέλλον και έχει τη γνώμη ότι μόνη θεραπεία για την κατάσταση απομένει ο απαιτούμενος χρόνος, ώσπου να πεθάνουν οι περισσότεροι από τη γενιά που δρούσε στην Ελλάδα κατά την εποχή του και ν᾽ απαλλάξουν τη δυστυχισμένη Ελλάδα από το ολέθριο βάρος τους. Αλλά και αυτό δεν αρκεί· πρέπει και οι νέοι που έρχονται ξοπίσω τους με την κατάλληλη παιδεία, να ξεχάσουν τα κακά παραδείγματα των ανόητων πατέρων τους, να μυηθούν στα μαθήματα της ελευθερίας, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα ίδια τα μαθήματα της δικαιοσύνης.

Τη μύηση των Ελλήνων στο νόημα της ελευθερίας επιδιώκει και ο συντάκτης των «Ελληνικών Χρονικών» Mayer δημοσιεύοντας στην εφημερίδα του σειρά άρθρων του με τον τίτλο «Στοχασμοί προς τους ομοεθνείς μου. Τί θέλει να είπη Ελευθερία» (αρ. 20 και 21 της 12ης Μαρτίου) και επιμένει ιδιαίτερα στο επικίνδυνα εγωιστικό «τί με μέλλει»! (πρβλ. και το σύγχρονό μας «δεν μ’ ενδιαφέρει»!) των Νεοελλήνων. «Τί με μέλλει· όλους πρέπει να μας μέλη, δια να ήμεθα ελεύθεροι· όλοι πρέπει να ήμεθα ενωμένοι με αγάπην αδελφικήν και να συντρέχωμεν με ζήλον ένθερμον εις το να συστήσωμεν την θείαν ευνομίαν, εις το να αυξήσωμε τας στρατιωτικός δυνάμεις του έθνους, εις το να εκριζώσωμεν τους ασεβείς τυράννους από την γην των πατέρων μας, εις το να συστήσωμεν δημόσια σχολεία και τυπογραφίας, και εις ένα λόγον, όλους πρέπει να μας μέλη, δια να θεμελιώσωμεν στερεά την ελευθερίαν μας. Ταύτα πρέπει και να φρονώμεν, και ο εις εις τον άλλον να λέγωμεν, και εις τα παιδία μας να διδάσκωμεν».

Από τη λαχτάρα για τη μύηση των Ελλήνων στα διδάγμα­τα της πολιτικής επιστήμης εμπνέεται και ο εγκαταστημένος στο Παρίσι μαθητής του Κοραή και πρώτος σπουδαστής της παιδαγωγικής Ι.Π. Κοκκώνης, που συντάσσει κατά τα τέλη του Αγώνα, στα 1827, και τυπώνει κατά το επόμενο έτος εκεί τον πρώτο τόμο του «Περί πολιτειών» έργου του με την ευχή να βρει η Ελλάδα, «η γλυκυτάτη πατρίς δια της ανεξαρτησίας και ευνομίας το τέλος των δυστυχιών» της. Στο έργο του τονίζει τη σημασία της παιδείας όχι μόνο για την ορθή οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους, αλλά και για την ειρηνική και ευτυχή συμβίωση των πολιτών της. Και ο Κοκκώνης συμβου­λεύεται βέβαια πολλά συναφή έργα αρχαίων και νέων συγγρα­φέων, αλλά κυρίως τον Αριστοτέλη για τα τμήματα που αναφέρονται στις αρχαίες πολιτείες, αλλά και για τη γενική θεωρία για τη σύνταξη των πολιτειών. Σε υποσημείωση μάλιστα υποστηρίζει ότι η γνωστή τριμερής διαίρεση των εξουσιών (Έστι δε των τριών τούτων εν μεν τι το βουλευόμενον περί των κοινών δεύτερον δε το περί τας αρχάς…τρίτον δε τι το δικάζον») ανήκει στον Αριστοτέλη. Η διάκριση όμως των τριών εξουσιών ή λειτουργιών, αν και φαίνεται να μοιάζει, δεν είναι η ίδια με την αντίστοιχη που δίδαξαν ο Locke και ο Montesquieu.

cebacebfcebacebacf89cebdceb7cf83018-ceb9cf89ceb1cebdcebdceb7cf83.jpg
Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864) _Αργολική Βιβλιοθήκη

Ο Κοκκώνης βρίσκει τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα δικαιότερα και προσφυέστερα για τη δίκαιη συμβίωση των πολιτών, καθεστώτα που διέπονται από τον ορθό λόγο και επιδέχονται «την κατά τα ήθη και τας χρείας του καθενός έθνους τροποποίησιν». Και δίνει το μεγάλο μάθημα: «Αι ευτυχίαι και δυστυχίαι των εθνών, η ακμή και παρακμή και ο παντελής όλεθρός των, αι πρόοδοί των εις τον πολιτισμόν, ή αι οπισθοδρομήσεις των δεν συμβαίνουν τυχηρώς ( = τυχαία)· ευρίσκονται και αυτών αι αιτίαι εις τα πολιτεύματα, εις τα νομοθετήματα, εις τα έθιμα και εις τα λοιπά κοινωνικά συστήματα, τα οποία περιορίζουσι τας δυνάμεις και κανονίζουσι την θέλησιν και τας πράξεις των κατ᾽ αυτά πολιτευομένων».

Ιεραποστολική θα έλεγε κανείς δράση είχε αναπτύξει νωρίτερα ο γιατρός και σεμνός πατριώτης Στέφ. Κανέλλος, που κατεβαίνει στην Ελλάδα με τέτοια όνειρα από το εξωτερικό και ο οποίος μεταφράζει από τα γερμανικά μια στοιχειώδη πολιτική αγωγή. Η εργασία του αυτή, «Βιβλιαράκι κατ’ ερωταπόκρισιν», που δημοσιεύεται στην Ύδρα στα 1824, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, γνώρισε ως τα 1830 τρεις αλλεπάλληλες εκδόσεις. Το μάθημα όμως της πολιτικής αγωγής στην Ελλάδα έμεινε, φαίνεται, ως τα χρόνια μας, όπως τα περισσότερα θεωρητικά μαθήματα προς παπαγαλισμό και όχι προς εφαρμογή στην πράξη της καθημερινής μας ζωής. Ας ιδούμε τώρα στη συνέχεια ποιά γνώμη έχουν οι ξένοι πάνω στο καυτό αυτό θέμα.

6. Επιστρέφοντας κατά το 1828 στην πατρίδα του ο Γερμανός συνταγματάρχης και φιλέλληνας Karl von Heideck γράφει επιστολή προς τον Αθηναίο λόγιο Μ.Χ. Πούλο και σ’ αυτήν, αφού του συνιστά για την πρόοδο της Ελλάδας να φροντίσουν να εδραιώσουν απόλυτη ασφάλεια, να ιδρύσουν καλά σχολεία, να οργανώσουν τη δικαιοσύνη, να βελτιώσουν τα ήθη, ν’ αναπτύξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας και να φορτώσουν με τα προϊόντα της τα καράβια, του δίνει και τις εξής αξιοπρόσεκτες συμβουλές: να καλλιεργήσουν σε όλες τις τάξεις τον αληθινό πατριωτισμό, που δεν εκδηλώνεται με πομπώδεις φράσεις και στομφώδεις ρητορείες κατά τον ναπολιτάνικο τρόπο (και οι οποίες, στις σοβαρές περιστάσεις, δεν αξίζουν ούτε ένα παρά και καταντούν γελοίες), αλλά με κατορθώματα και θυσίες· ακόμη να ευνοήσουν την ανάπτυξη της ελληνικής ιδιοφυίας και πάν από όλα να γίνουν Έλληνες, να πάψει δηλαδή η καταστρεπτική διαίρεσή τους σε Πελοποννησίους, Ρουμελιώτες και Νησιώτες. Στα τελευταία αυτά ακριβώς σημεία δεν έχουμε κάνει σημαντικές προόδους.

Και όσο πιο κοντά πλησιάζουμε προς το τέλος του Αγώνα, τόσο οι ανησυχίες και οι σκέψεις των Ελλήνων για το μέλλον της χώρας αναδύονται συχνότερες και τυραννικότερες. Τί πρέπει να κάνουν τώρα που ο ήλιος της ειρήνης προβάλλει καθαρά στον ορίζοντα; Τα μελλοντικά καθήκοντα και χρέη τους, την πυξίδα του Γένους, τους τα υποδείχνει ένας μεγάλος και αγνός πατριώτης, ο Γεώργιος Τερτσέτης, από τα πιο ζωντανά πνεύματα της εποχής του· «Με τες ανάπαυσες της ειρήνης, τους φωνάζει, μή πλανεθείτε θαρρώντας, ότι παύουν οι κόποι σας. Όχι κατώτερος αγώνας αρχίζει, ο αγώνας άοκνης αρετής. Δεν είναι πάρεξ εις τες δεσποτικές διοίκησες, που οι κακίες των υπηκόων είναι αδιάφορες, άβλαβες δια το κράτος. Αλλά εις τες ελεύθερες κυβερνήσεις η αμέλεια και τα αμαρτήματα του πολίτου γίνονται θανατερά και ολέθρια δια την πατρίδα. Ο κόσμος δεν ακαρτερεί, ω Έλληνες, από εσάς να μιμηθείτε τους προγόνους σας, αλλά να τους διαβείτε εις το άμεμπτον φρόνημα και εις την αμίαντη δόξα… να αγαπάτε την πατρίδα με καρδιά και η τόλμη σας να αγρυπνεί δια την ελευθερίαν της, σα να εζούσατε εις παραμονή πολέμου και να αγναντεύατε από τα κάστρα σας και από τις χώρες σας τα τσατϊρια εχθρικού στρατεύματος».

George_Tertsetis.jpg
Γεώργιος Τερτσέτης
Δικαστικό Μέγαρο της Τρίπολης, στην Πλατεία του Άρεως_wikiwand

Είναι αλήθεια ότι παρατηρήθηκε τότε μια βιασύνη για να φτάσουμε όσο το δυνατόν γρηγορώτερα στο πολιτικό και βιοτικό επίπεδο των κρατών της Δυτικής Ευρώπης με πρωταγω­νιστές τους πολιτικούς και τους διανοουμένους, τάση όμως που είχε σημειωθεί και νωρίτερα, πριν από την Επανάσταση, με την ορμητική διείσδυση ιδίως των επιστημονικών γνώσεων, αλλά και των πολιτικών ιδεών της, ιδίως της Γαλλικής Επαναστά­σεως. Τώρα αξιοσημείωτη είναι η βιασύνη των Ελλήνων να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής της Δυτικής Ευρώπης, «η μανία του συγχρονισμού». Από τη Γαλλία και την Αγγλία δανείστηκαν τις πολιτικές τους θεωρίες και το σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, από τη Γαλλία την οργάνωση του στρατού, των δικαστηρίων και τις μεθόδους διοικήσεως —δάνεια που ανανεώθηκαν κατά καιρούς ως σήμερα— και από τη Γερμανία την πανεπιστημιακή της οργάνωση και τις μεθόδους επιστημονικής εργασίας.

Κακές βέβαια ήταν οι βάσεις και η παράδοση της παιδείας μέσα στις δύσκολες συνθήκες της τουρκοκρατίας. Την άθλια εκπαίδευση των χρόνων εκείνων αναθυμάται ο παιδαγωγός Ι.Π. Κοκκώνης και θρηνεί τα χρόνια που έχαναν οι νέοι σπουδάζο­ντας με κάκιστη μέθοδο τα «καλά γραμματικά»! Κατόπιν κενοί από γνώσεις, αλλά φουσκωμένοι από οίηση για «μερικά λεξείδια και φρασείδια», πήγαιναν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, σε ηλικία που οι σύγχρονοί τους νέοι τελείωναν. Και καταλήγει στο θλιβερό συμπέρασμα· «Στρεβλωμένοι τον νουν υπό της πρώτης αμεθοδίας, και μη έχοντες μήτε καιρόν ικανόν μήτε τους τρόπους να σπουδάσωμεν ως πρέπει, μένομεν ατελείς και ελλιπείς εις πολλά, ώστε είμεθα ανάξιοι να επιχειρισθώμεν τίποτε αξιόλο­γον και να το εκτελέσωμεν καλώς».

Οιηματίες και αυτοϊκανοποιημένοι οι δάσκαλοι, οι φιλό­λογοι, μαρτυρεί άλλο φωτεινό πνεύμα της εποχής, εξουθένωναν τα παιδιά με την απομνημόνευση ανούσιων και άχρηστων γραμματικών κανόνων που δεν τους καταλάβαιναν και οι ίδιοι και δεν προχωρούσαν στη διδασκαλία μεθοδικά, από το γνωστό στο άγνωστο, αλλά φλυαρούσαν αραδιάζοντας εγκώμια στην αρχαία ελληνική, η οποία, κατά τη γνώμη τους, θα έπρεπε να είναι η γλώσσα των θεών! Έτσι, όταν τα παιδιά έβγαιναν από το σχολείο ύστερ’ από λίγα χρόνια, εναβρύνονταν και αυτά πως κάτι ξέρουν, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήξεραν τίποτε άλλο από το ν᾽ αποστηθίζουν λέξεις, αρχαίες εκφράσεις και μερικούς γραμματικούς κανόνες. Οι καλοί δάσκαλοι, όπως συμβαίνει πάντοτε, ήταν λίγοι, σπάνιοι ακόμη και στα χρόνια της Επαναστάσεως, και οι περισσότεροι φανατικά σχολαστι­κοί, χωρίς αυτή η αδυναμία και η στειρότητά τους να τους εμποδίζει να είναι αφόρητα αλαζόνες και να έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους.

Γενικά κρίνοντας τους λογίους ο Millingen, μολονότι υπερβάλλει, καθορίζει ωστόσο μερικά συνηθισμένα ελαττώμα­τά τους, την κατά βάση ψευτομόρφωση και τον ψευτοπολιτισμό τους, που, κατά τη γνώμη του, σκεπάζουν την ασκήμια της φαυλότητας και της μοχθηρίας τους. Το πασσάλειμα των γνώσεων και των τρόπων τους δεν τους ωφελεί να γίνουν καλύτεροι, αλλά μένουν, όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι, φιλόδοξοι, άδικοι, και άπληστοι. Και στις φλυαρίες τους είναι τόσο επιδέξιοι, ώστε σε τέτοιες άρρυθμες περιόδους να θεω­ρούν τον Φωκίωνα ή τον Αριστείδη κατώτερούς των ως προς την αρετή τους. Μη έχοντας άλλες γνωριμίες, εκτός από εκείνες που είχαν κάνει στα 2 ή 3 χρόνια σε κάποια πανεπιστή­μια ή εμπορικά γραφεία της Ευρώπης, είναι όλο ισχυρογνωμοσύνη και οίηση. Κάνοντας τον ελεύθερο διανοητή τρέχουν πίσω από κάθε θρησκεία και εκφράζονται συνήθως με αφορισμούς, παράδοξα και αξιώματα στα αρχαία ελληνικά, ώστε να μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Τα πιο στοιχειώδη, αλλά και τα πιο στρυφνά θέματα των μαθηματικών, της κλασσικής φιλολογίας, της χημείας, της γεωγραφίας, τους είναι εξίσου οικεία. Τα πιο αγαπητά τους θέματα είναι τα πολιτικά και η πολιτική οικονομία. Είναι θετικοί στις διαβεβαιώσεις τους και σε κάθε παρατήρηση δίνουν απάντηση, οπωσδήποτε συνετή, αλλά με τόσο αλαζονικό τρόπο, σαν να καταδέχεται ένας θεός να μιλήσει με ένα θνητό. Εξαιρούνται ωστόσο μερικοί λόγιοι με αξία, όπως π.χ. ο Μελενικιώτης Πολυζωίδης, αλλά εξαιτίας των άλλων μοιράζονται —άδικα βέβαια— τον κοινό παραπάνω χαρακτηρισμό.

Και ο Κοραής δεν συγχωρεί την έπαρση των λογιών και τη χρήση του τίτλου του «λογιωτάτου» και θεωρεί ότι ο λογιοτατισμός είναι μεγάλο δυστύχημα για την Ελλάδα. «Όταν ελαμπρύνετο το ελληνικόν γένος με επιστήμας, γράφει, κανείς από τους λαμπρύνοντας αυτό σοφούς άνδρας δεν επωνομάζετο λογιώτατος. Ο γελοίος ούτος τίτλος εγεννήθη και εδόθη εις πολλά μικρόν μέρος του έθνους, πολλάκις δια πολλά μικράν και αθλίαν μόνην της αθλίας γραμματικής είδησιν, ότε το λοιπόν έθνος δεν ήξευρε μηδέ να γράφη. Με τους τσαρλατά­νους σύγχρονος εγεννήθη και ο τίτλος του εξοχωτάτου· όταν το γένος μας είχεν Ιπποκράτας και Γαληνούς, κανένα απ’ αυτούς δεν ωνόμαζον εξοχώτατον τοιαύται πτωχαλαζονείαι δεν γεννώνται πλην εις τα πολιτικώς και ηθικώς φθαρμένα έθνη. Της φθοράς ταύτης, φίλοι πολίται, η απόλυσις και ο καθαρισμός πρέπει να είναι σήμερον η μόνη μας φροντίς … Μόνη η δικαιοσύνη σώζει τα έθνη, μόνη η δικαιοσύνη τα κάμνει σεβαστά, διότι μόνη πολυπλασιάζει την δύναμιν της πολιτείας, συσφίγγουσα τα μέλη της όλα με τον ιερόν δεσμόν της ισονομίας». Τί εννοεί ο δημοκρατικός Κοραής με τη λέξη ισονομία το λέγει αλλού: εννοεί τη δίκαιη, την αδελφική συμπεριφορά «χωρίς υπεροχήν προς αλλήλους παρά μόνον την υπεροχήν της φρονήσεως και της αρετής· πάσα άλλη υπεροχή πολίτου συνοδεύει ή γεννά με τον καιρόν τον εξευτελισμόν των λοιπών πολιτών». Αυτό όμως το σπουδαίο χρέος, να διδαχθεί δηλαδή η αδελφική προς ομοεθνείς μας συμπεριφορά, πέφτει στους ώμους των κατάφορτων δυστυχώς από πάθη και ελαττώ­ματα «πεπαιδευμένων».

Τον Κοραή μιμούμενος και ο βρισκόμενος επίσης στο Παρίσι Ι.Π.Κοκκώνης και εμπνευσμένος από τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη εκδίδει όπως είπαμε, τον πρώτο τόμο του συνοπτικού «Περί πολιτειών» έργου του, για να μορφώσει αυτούς που καταγίνονται με την πολιτική. Χαρακτηριστικό των φιλελεύθερων ιδεών του είναι το motto του βιβλίου, ένα χωρίο παρμένο από τον Αριστοτέλη· «Τον…νόμον άρχειν αιρετώτερον μάλλον ή των πολιτών ένα τινα … Ο μεν … τον νόμον κελεύων άρχειν δοκεί κελεύων άρχειν τον θεόν και τον νουν μόνους· ο δ’ άνθρωπον κελεύων προστίθησι και θηρίον,..». Ο σκοπός του είναι, αφού πια ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, να μάθουν πώς πρέπει να πολιτεύονται για να συντηρήσουν αυτή την πολυαίμακτη ελευθερία και να ευτυχήσουν σαν τα άλλα πολιτισμένα και ευνομούμενα έθνη. Το έργο αυτό του Κοκκώνη, που δεν μπόρεσε να το ολοκληρώσει από έλλειψη οικονομικών μέσων, περιέχει πολλές, ενδιαφέρουσες και εύλη­πτες πληροφορίες και κρίσεις, χρήσιμες για το αναγεννημένο έθνος.

Προς τους πνευματικούς οδηγούς στρέφονται οι Έλληνες και απ’ αυτούς περιμένουν την ηθική και πολιτική αγωγή των Ελλήνων και την εξάλειψη ή τουλάχιστον τη μείωση των παθών τους στο ελάχιστο, όπως π.χ. του φθόνου και της εριστικότητάς τους. Αιτία τους δεν είναι η κακή αγωγή που μας δίνουν οι γονείς, λέγει ο συντάκτης των «Ελληνικών Χρονικών» Mayer, όσο η αμάθεια, «το τέκνον της βορβορώδους τυραν­νίας». Και αφού είναι έτσι τα πράγματα, οι μορφωμένοι έχουν μεγάλη ευθύνη απέναντι του συνόλου, απέναντι του έθνους. Με αυτές τις σκέψεις αργότερα και ο Κολοκοτρώνης, στις 18 Οκτωβρίου 1838, μιλώντας προς τους φοιτητές του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου τους συμβούλευε να μη γίνουν οι σπουδές τους «σκεπάρνι» για το άτομό τους, αλλά να κοιτάξουν και το καλόν της Κοινότητας, μέσα στην οποία βρίσκεται και το δικό τους καλό. Τους θύμιζε δηλαδή να μη αφοσιωθούν μόνο στη δική τους πρόοδο και ευημερία, αλλά να παρασταθούν και να βοηθήσουν και τους διπλανούς των, τον λαό στον αγώνα του αυτόν, αγώνα που αποτελούσε και τη μεγάλη τους κοινωνική αποστολή.

Πώς στ’ αλήθεια βλέπουν τώρα οι ξένοι τους νέους Ελληνες και ποιές είναι οι γνώμες τους για την Ελλάδα, για το μέλλον της και για τον εθνικό χαρακτήρα των κατοίκων της; Πρώτος ο Thiersch γενικεύοντας παρατηρεί ότι οι νέοι είτε Ρουμελιώτες είτε Πελοποννήσιοι, παρά τα βαθιά από αιώνες εντυπωμένα στον χαρακτήρα τους γνωρίσματα, επειδή έζησαν μέσα στα άρματα και στις φλόγες της Επαναστάσεως, δεν μοιάζουν πια με τους άνδρες της προηγούμενης γενιάς που είχε μεγαλώσει μέσα στη σκλαβιά. Και ο πικραμένος από την απροσδόκητη ανάκλησή του από την Ελλάδα στα 1834 von Maurer από τον Λουδοβίκο Α´ στο Μόναχο, έχει τη γνώμη ότι ζει μια μεγάλη εποχή και γεμάτος από αγάπη γι αυτούς είναι αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας. Τη γνώμη του τη συμμερίζεται και ο συμπατριώτης του καθηγητής Ulrich, που τα έβλεπε όλα ρόδινα, καθώς και ο Byem, που νόμιζε ότι με σοφή διοίκηση και με κατάλληλους θεσμούς, μέσα σε απερί­σπαστες συνθήκες, θα ήταν δυνατόν να βασιλέψει η ειρήνη στον τόπο.

Και ο Γερμανός φιλόλογος Brandis, αν και πιστεύει ότι το καθαρτήριο πυρ της Επαναστάσεως δεν μπόρεσε να εξαλείψει από ένα μέρος του έθνους την καταπίεση, τη δωροδοκία, την ψευδολογία και την απάτη, στίγματα κακού παρελθόντος, μολαταύτα έχει τη γνώμη ότι τα ελαττώματα αυτά θα υποχωρή­σουν με ήπια πατρική διοίκηση και με την εφαρμογή αυστηρών ηθικών αρχών και νόμων· και, καθώς είναι καλοπροαίρετος και αισιόδοξος ο ίδιος, νομίζει πως άρχισαν κιόλας να υποχωρούν. Αναγνωρίζει βέβαια ότι η διδασκαλία και οι αρχές δεν έχουν καμιά δύναμη σε χαλασμένη φύση, αλλά η διδασκαλία και το παράδειγμα επιδρούν τώρα τόσο δραστικά, ώστε αγωνιστές, που είχαν στιγματιστεί για αγριότητες, αρχομανία και εγωπάθεια (Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας;) κατανοώντας την ευμένεια και την καλή θέληση του βασιλιά Όθωνα να αισθάνονται τώρα βαθιά την ανάγκη να γίνουν καλύτεροι. Και ο Brandis έχει τη γνώμη ότι τα ελαττώματα αυτά δεν είναι μέσα στο αίμα των Ελλήνων, μέσα στα γονίδια, όπως θα λέγαμε σήμερα, δεν αποτελούν δηλαδή βιολογικά συστατικά του εθνικού χαρακτή­ρα των Ελλήνων και αν υπάρχουν μερικοί διαστραμμένοι χαρακτήρες, αυτοί μπορεί να βρίσκονται και στη Γερμανία και παντού αλλού. Άλλωστε ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον των Ελλήνων είναι ότι στα βασικά εθνικά χαρακτηριστικά τους κυριαρχεί —άνισα βέβαια— περισσότερο η καλή διάθεση και η αγάπη, το «καλό φυσικό», όπως είδαμε ότι παρατηρούσε ο Thiersch. Τη γνώμη του αυτή ο Brandis τη στηρίζει στη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα διατηρούνται τέτοιες αρετές και διαθέσεις που δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν σε μια διαστραμμένη φύση.

Επίσης ο Γάλλος συνταγματάρχης Pellion αναγνωρίζει, ότι οι νέοι Έλληνες, όπως και οι αρχαίοι, είναι επιδεκτικοί αγωγής και ικανοί για μεγάλα έργα. Αναγνωρίζει επίσης, ότι μεγάλες προοπτικές ανοίγονται για τη χώρα: ό,τι της λείπει δεν θα το κερδίσει με τον πόλεμο ή με επαναστάσεις, αλλά με τη δραστηριότητά της στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στη ναυτιλία, κλάδους, οι οποίοι θα την ανεβάσουν στον ρόλο που είχε παίξει κάποτε στο παρελθόν η Γένουα και η Βενετία και στη σύγχρονη εποχή η Αγγλία. Αν μια φωτισμένη κυβέρνηση επωφεληθεί από τις αρετές των Ελλήνων και αναπτύξει τον πολιτισμό τους, όχι μόνο θα εξαλείψει τα στίγματα της τουρκικής σκλαβιάς, αλλά και με την προνομιακή θέση που κατέχει η χώρα τους ως προς τη διεξαγωγή του εμπορίου, θ’ αποκτήσει πλούτη, πολιτική σπουδαιότητα και θα γίνει εστία πολιτιστικής ακτινοβολίας στους άλλους σκλαβωμένους ελλη­νικούς πληθυσμούς. Και η αποστολή τους αυτή είναι ωραία και άξια της καταγωγής αυτού του λαού.

Γενικά οι φιλέλληνες ελπίζουν ότι ο ελληνικός λαός, αφού εκπληρωθούν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ζώντας μέσα σε μια ατμόσφαιρα αδιατάρακτης ησυχίας, θα κερδίσει την ειρήνη της ψυχής του, ο λαός που τα θυσίασε όλα για την αναγέννησή του και ο οποίος τώρα, ξεχασμένος μετά την Επανάσταση, βρίσκε­ται μέσα σε συνθήκες απογνώσεως και απελπισίας.

Όπως βλέπουμε από τα παραπάνω, οι ξένοι φιλέλληνες, για την αποκατάσταση της ειρήνης και της ησυχίας στον τόπο, πρόβαλλαν ορισμένες προϋποθέσεις, που όμως δεν είχαν εκπληρωθεί. Ούτε οι κατάλληλοι θεσμοί είχαν νομοθετηθεί έγκαιρα, ώστε ν’ ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες του λαού ούτε και η διοίκηση τις περισσότερες φορές ήταν «σοφή», αλλά εξαρτιόταν από τα συμφέροντα των κυβερνητών, όργανα των οποίων ήταν και οι πολυάριθμοι διορισμένοι απ’ αυτούς ή από τη φατρία ή το κόμμα τους υπάλληλοι, ακατάλ­ληλοι, ασυνείδητοι και τυραννικοί, κακή παράδοση στον τόπο από τις αρχές κιόλας της οργανώσεως του κράτους, προπάντων από την κυβέρνηση Κουντουριώτη που έσπευσε να διορίσει παντού Υδραίους (1824). Η πολυπληθής και συχνά ανίκανη υπαλληλία είναι το χαρακτηριστικό της «σοφής» διοικήσεως του τόπου. Την «ασωτεία» (prodigalité) σε διορισμούς υπαλλή­λων τη διαπιστώνει σε κάθε μέρος ο καθηγητής Thiersch κατά την περιήγησή του στην Ελλάδα, λίγο πριν από την άφιξη του Όθωνα, ανεπίσημος απεσταλμένος του Λουδοβίκου Α´, για να διερευνήσει την εκεί κατάσταση. Ήταν τόσο πολλοί οι διορισμένοι υπάλληλοι στα νησιά που επισκέφθηκε, ώστε τα κρατικά έσοδα από τον τόπο δεν εξαρκούσαν να πληρώσουν τους μισθούς των, καθώς και των φρουρών. Οι υπάλληλοι αυτοί, οι περισσότεροι αμαθείς και οκνηροί, που σπάνια εκτελούσαν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους, όφειλαν τη θέση τους στον κομματικό ζήλο, σε μηχανορραφίες ή σε «ρουσφέτια» που είχαν κάνει ή που ήταν έτοιμοι να κάνουν. Τέτοια παράδοση «σοφής!» διοικήσεως έμπαινε στον τόπο μας ευθύς μετά την κήρυξη της Ανεξαρτησίας, παράδοση που παγιώθηκε και οδήγησε στην «Πλατεία του Κλαυθμώνος» με την ειδική αλλά και με τη μεταφορική για το έθνος έννοια! —παράδοση, που τη στιγματίζει σκληρά στα χρόνια της βαυαροκρατίας ο Μ. Χουρμούζης με την κωμωδία του «Ο υπάλληλος».

Τα στίγματα της δουλείας και οι προεκτάσεις τους μέσα στην Επανάσταση δεν ήταν εύκολο να εξαλειφθούν. Οι επιδρά­σεις ενός καταστροφικού παρελθόντος θα έμεναν για πολλά χρόνια στις μάζες των Ελλήνων, οι οποίες είχαν παραχωθεί κάτω από ένα τόσο παχύ στρώμα αμάθειας και σκλαβιάς, ώστε ο Γάλλος ναύαρχος των μέσων του 19ου αι. Jurien de la Gravière να θεωρεί ότι η αναγέννηση της Ελλάδας είναι ένα φαινόμενο που η Ιστορία δεν θα παρουσιάσει πιθανόν δεύτερο, και το οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει παρά μόνο με την εξαιρετική ζωτικότητα του λαού της.

Από τη διαχρονική αυτή θεώρηση της Ιστορίας ως τη λήξη των αγώνων της Ανεξαρτησίας διαγράφεται αυτόματα ο άγραφος κώδικας της συμπεριφοράς των Ελλήνων και επιβε­βαιώνονται μόνες τους και εκδίδονται οι οριστικές και άσφαλτες κρίσεις της για τον χαρακτήρα και εν μέρει για την πορεία των Ελλήνων, οι οποίες μαρτυρούν τις πνευματικές τους ικανότητες, αλλά και τις ελλείψεις και αδυναμίες τους που δεν αφήνουν τις πρώτες ν’ αναπτυχθούν και να δράσουν ταχύτατα και απερίσπαστα. Ποιές είναι αυτές τις διαγνώσαμε από την παραπάνω ιστορική επισκόπηση. Μολαταύτα στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο θα προσπαθήσω να τις καθορίσω σαφέστερα αναφερόμενος σύντομα και στα μετεπαναστατικά χρόνια ως την εποχή μας, καθώς και να καταλήξω σε ορισμένα γενικά, αλλά συγκεκριμένα πορίσματα και διδάγματα, θετικά και χρήσιμα για την ανάλογη χρήση και εφαρμογή τους στην πράξη από τα αρμόδια εκτελεστικά όργανα της ελληνικής παιδείας, από τους πολιτικούς και τους παιδαγωγούς, ιδίως σήμερα που βρισκόμα­στε στην αρχή μιας νέας περιόδου της ιστορίας μας με την ένταξή μας στην ΕΟΚ, στην αρχή των πυκνών και συχνών αλληλεπιδράσεων του έθνους μας και της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες ασφαλώς στο μέλλον θα προκαλέσουν όχι μόνο διαπήδηση και διάχυση των νομικών και οικονομικών θεσμών, των πολιτισμών και πληθυσμών, αλλά και κάποια ενοποίηση των τρόπων ζωής και της συμπεριφοράς των κατοίκων, με αποτέλε­σμα την τάση προς τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, οπότε τα εθνικά προτερήματα (ας ελπίσουμε μόνον αυτά και όχι τα ελαττώματα) θα είναι δυνατόν να ενδυναμωθούν και ν’ ασκήσουν ωφέλιμες επιδράσεις στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Όπως είδαμε, οι ξένοι, και μάλιστα μετά τη λήξη των μεγάλων αγώνων για την Ανεξαρτησία (1821-1829) και εξής, παρατηρούν με έκπληξη και θαυμασμό τις ομοιότητες αρχαίων και νέων Ελλήνων. Οι παρατηρήσεις αυτές επιβεβαιώνονται και στις αρχές του αιώνα μας. «Όποιος έχει ζήσει στην Ελλάδα, γράφει ο ιστορικός της Φραγκοκρατίας W. Miller, έμεινε κατάπληκτος από την ομοιότητα του χαρακτήρα τους». Χτυπητά είναι ιδίως τα προτερήματά τους, η γρήγορη αντίλη­ψη, η ευκολία προσαρμογής, το πάθος για την πολιτική, η δίψα για τη μάθηση, οι φιλολογικές τους ενασχολήσεις και η αίσθηση του ωραίου.Έγινε όμως η αναγκαία εκμετάλλευση των προσόντων αυτών για μια γρήγορη πρόσβαση προς επίπεδα ανώτερου πολιτισμού τόσο στις ανθρωπιστικές, όσο και στις θετικές επιστήμες; Ακολουθήσαμε τον σωστό δρόμο;

Τα αρχαία πρότυπα

Ποιος είναι ο απολογισμός μιάμισης εκατονταετηρίδας ελεύθερου βίου; Αρκετά βέβαια, ή καλύτερα, πολλά, έχουν γίνει και επιτευχθεί, ιδίως στον τεχνικό τομέα, όπως γενικά σε όλα τα έθνη, αλλά ενώ στον τομέα αυτόν η πρόοδος συντελέστηκε σχετικά γοργά, ιδίως μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, στον τομέα της ηθικής αναγεννήσεως (η λέξη νοείται με την ευρεία σημασία της) και της πολιτικής αγωγής των Ελλήνων δεν σημειώθηκαν βήματα προς τα εμπρός. Το πρόβλημα είναι μεγάλο και πολύπλευρο και αφορά βέβαια μιαν Ελλάδα που δεν είναι πια αποκομμένη —ιδίως κατά τον 20 αι.— από τα ιδεολογικά και ηθικά ρεύματα της Ευρώπης.

Όπως είδαμε ως τώρα, ο κύριος ιδεολογικός προσανατολι­σμός των Ελλήνων προς τον αρχαίο κόσμο συνεχώς τονώνεται μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως, τη δολοφονία του Καποδίστρια και την άφιξη του Όθωνα. Τα μάτια όλων, ακόμη και των αγραμμάτων χωρικών, είναι στραμμένα προς το μέλλον, με την ιδέα και την πεποίθηση ότι τώρα που αναστήθηκε η Ελλάδα, δεν θ’ αργήσουν να ξαναγυρίσουν σ’ αυτήν οι τέχνες, τα γράμματα, και οι επιστήμες. Χαρακτηρι­στικά συμβολική ήταν η απάντηση χωρικού του Πόρου (αρχαίας Καλαυρείας), όπου στο ιερό του Ποσειδώνα είχε αυτοκτονήσει ο Δημοσθένης (322 π.χ.), προς Άγγλο περιηγη­τή που τον ρώτησε, αν ήξερε τι άνθρωπος κοιμόταν εκεί. Και τότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος: Χωρικός: Δεν είναι εδώ, λείπει. Περιηγητής: Πού λείπει; Πώς,δεν είναι εδώ; Χωρικός: Λείπει στην Ευρώπη. Και μέρα με την ημέρα τον περιμένουμε.

Αλλά και οι αρχηγοί των αγωνιστών ζούσαν την αρχαιότη­τα με το δικό τους, τον εσωτερικό και γόνιμο τρόπο, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Α. Ζαΐμης κ.ά. Ο Τερτσέτης μνημονεύει ότι σε μια επίσκεψη ορισμένων στην Ακρόπο­λη στα 1836 είδε τον Ζαΐμη μια στιγμή να βρίσκεται σε έκσταση, σε άλλον κόσμο: κοιτάζοντας προς τις αρχαιότητες ακτινοβολούσε το πρόσωπό του από ωραιότητα και νεότητα, τα χείλη του έτρεμαν και τα μάτια ήταν γεμάτα φως. Και όταν ύστερ’ από μέρες ο Τερτσέτης τον ρώτησε σχετικά, αποκάλυψε το μυστικό του: «Είδα τον Παρθενώνα, τα μάρμαρά του καταγής, τον έστησα ως ήτο εις τες λαμπρές του ημέρες, ζωντάνευσαν τα αγάλματα, κινούνταν οι ζωγραφιές, ομιλούσαν οι άνθρωποι, έφεγγε το πρόσωπο της Αθηνάς καταμεσής του ναού εις την εντέλειαν της τέχνης και του κάλλους … ενθυμήθηκα τα Παναθήναια εις την λάμψη του καλοκαιριού, και είδα την Ακρόπολη μεστή από κόσμο, έψαλλαν οι ιερείς, έτριζαν τα αμάξια, και μα την αλήθεια, ο νους μου έγινε μια Παναθηναϊκή εορτή· αν ο άνθρωπος εγεύθη ποτέ ηδονή άδολη από λύπη, την εδοκίμασα και εγώ τότε».

Όπως είδαμε, πολλοί ήταν αυτοί που πίστευαν, ότι μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού οι ελεύθεροι Έλληνες θα προχωρούσαν πολύ γρήγορα προς τον δρόμο της προόδου και του πολιτισμού και θα κατόρθωναν να εξαλείψουν τα βαθιά αποτυπωμένα ίχνη της δουλείας, της καταπιέσεως και της αμάθειας. Άλλωστε τον δρόμο αυτόν τον έδειχνε το παράδειγ­μα των προγόνων τους, οι οποίοι, μολονότι στη χώρα τους η πείνα ήταν μόνιμη σύντροφος, πρόκοψαν και αναδείχτηκαν με τους δικούς των μόχθους, με συστηματική σκέψη, φροντίδα και εργασία, καθώς και με την εφαρμογή μελετημένων και σοφών νόμων. Και τώρα η ανάγκη των μορφωμένων στελεχών ήταν τρομερά αισθητή. Γι αυτό και ο Κοραής γράφοντας προς τον Γ. Κουντουριώτη στις 19 Φεβρουάριου 1825 λέγει· «… η σημερινή μας κατάσταση ομοιάζει την πρώτην κήρυξιν του Ευαγγελίου· Ό μέν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι. Η απαιδευσία μας είναι ακόμη τόση, ώστε χρειάζεται εργάτας πολλούς όχι να θερίσουν καρπούς, αλλά να εκριζώσωσι πρώτον όλα τα φαρμακερά γεννήματα και χορτάρια, όσα εμποδίζουν την σποράν των καλών καρπών, των μόνων ικανών να φυλάξωσι την πολύτιμον απόκτησιν της ελευθερίας».

Πρότυπα για την ανάπτυξη έμεναν βέβαια οι αρχαίοι Έλληνες. Αυτούς προβάλλει σε λόγο του προς τους μαθητές της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων ο Γ. Τερτσέτης ως «δάσκαλος της Ιστορίας». Ο Καποδίστριας όμως δεν παρα­συρόταν από πρώιμους ενθουσιασμούς, έβλεπε την εξαθλιωμέ­νη κατάσταση του τόπου και δεν βιαζόταν. Ο λαός, παρά τη σπουδή και τις φιλοδοξίες των λογίων, δεν ήταν έτοιμος για άλματα· ήταν κολλημένος ακόμη σαν στρείδι στα πατροπαράδοτά του, αλλά η νεοελληνική παράδοση δεν μπορούσε να προχωρήσει μόνη της, αυτοδύναμη. Είχε ανάγκη και από την εξωτερική, τη δυτική σκέψη, και από την πείρα των νέων στελεχών, των θρεμμένων με το πνεύμα της Ευρώπης. Το πρόβλημα ήταν πώς θα μπορούσε να γίνει αρμονική η κράση, η σύζευξη των παλαιών και των νέων στοιχείων, η «μετακένωσις», όπως την έλεγε ο Κοραής. Ακόμη θα έπρεπε να χειραγω­γηθεί ο ελληνικός λαός στα πρώτα βήματά του, τόσο στην πολιτική, όσο και στην πνευματική του ζωή. Η ανάγκη μάλιστα της ηθικής και πνευματικής διαπαιδαγωγήσεως και αναγεννήσεώς του επάνω σε νέες προχωρημένες επιστημονικά βάσεις είχε κατανοηθεί βαθύτατα, όπως είδαμε, από πολλούς Έλληνες, όπως από τον Στέφανο Κανέλλο και ιδίως από τον Κοραή, καθώς και από φιλέλληνες που αναγνώριζαν την ολέθρια φθορά της ψυχής του από τη σκλαβιά. Αλλά και ο Καποδίστριας, σαν αληθινός πολιτικός ηγέτης, είχε ενδιαφερ­θεί να γνωρίσει και να εκτιμήσει τα ελβετικά εκπαιδευτήρια και είχε ζητήσει ουμβουλές από τον φημισμένο την εποχή εκείνη παιδαγωγό Fellenberg, μαθητή του Pestalozzi. Ο Feilenberg λοιπόν, που διατηρούσε δικό του ονομαστό σχολείο στο Hofvyl, διατύπωνε τη γνώμη ότι η αρχαία ελληνική παιδεία είχε χαθεί από τη νέα Ελλάδα, με άλλα λόγια καταδίκαζε, νομίζω, —και είχε δίκαιο— τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διδασκαλία των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, η μεταφύτευση του πνεύματός τους στους Νεοέλληνες, και πίστευε ότι, για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να ιδρυθούν παρόμοια προς τα δικά του εκπαιδευτικά ιδρύματα στη χώρα τους. Προσωρινά μάλιστα σύστηνε να διαλεχτούν 6 ελληνόπουλα, που να ξεχωρίζουν για το ήθος και την ευφυία τους και να τα στείλουν στο σχολείο του για μετεκπαίδευση.

Αλλά και αυτή η πρόταση δεν ήταν απόλυτα σωστή. Η μετεκπαίδευση των ελληνοπαίδων ήταν βέβαια αναγκαία, αλλά θα έπρεπε οι νέοι αυτοί να μη γίνουν τυφλοί μαθητές της Δύσης και των προτύπων της, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των μεθόδων εργασίας τους, αλλ’ αυτές να τις προσαρμόσουν, ή καλύτερα, να τις ενοφθαλμίσουν προς το πνεύμα και τις δυνατότητες της νεοελληνικής παραδόσεως και πραγματικότη­τας. Έτσι —και σωστά— διέβλεπε καθαρά ο Καποδίστριας, όπως και ο Κοραής, μέσα από τη θολούρα των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών πραγμάτων ότι· α) το πρώτιστο πρόβλημα —αλλά και μάθημα— του ελληνικού λαού ήταν να αντιληφθεί τη βαθύτατη ανάγκη της ομόνοιας και της ομοψυ­χίας· και β) τη μεγάλη εποχή που ζούσε, αλλά και τις κρίσιμες για την ιστορία του στιγμές που περνούσε: ότι ξαναγεννιόταν και ότι ξαναβαπτιζόταν στη μεγάλη κολυμβήθρα του πολιτι­σμού. Και αυτό το γεγονός γνώριζε πολύ καλά ο Κυβερνήτης που πρόβαινε προσεκτικά στην οργάνωση του νέου κράτους, όπως αυτό φάνηκε αμέσως με τη φροντίδα του για την οργάνωση πρώτα της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, κατόπιν για τη δη­μιουργία διοικητικών οργάνων (λαμβάνοντας βέβαια υπόψη του και την παράδοση των κοινοτικών θεσμών) και για τον εκσυγχρονισμό των στρατιωτικών δυνάμεων με τη βαθμιαία μετατροπή των άτακτων στρατευμάτων σε ημιτακτικά.

Την πλήρωση των δύο παραπάνω όρων συναισθανόμενος ο Καποδίστριας (γνωρίζοντας πολύ καλά τον εγωιστικό και ανυπόμονο χαρακτήρα των Ελλήνων) έλεγε γεμάτος νεανική αισιοδοξία μετά την άφιξή του στην Ελλάδα, στην Αίγινα, στον γιο του Πετρόμπεη, στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, στον μελλοντικό φονιά του ύστερ᾽ από τρισήμιση χρόνια: «Αν δεν μας αποστραφεί ο μεγαλοδύναμος και αξιωθούμε την ευλογία του, τα ακροθαλάσσιά μας θα στολισθούν από εύμορφες πολιτείες, η σημαία η Ελληνική θα δοξάζεται εις τα πελάγη, ήμερα δένδρα θα ανθίζουν εις τα άγρια βουνά και οι ερημιές θα πληθύνουν από κατοίκους —και όχι εις τες όψιμες ημέρες των απογόνων όσα σου προλέγω, αλλά εσύ θα τα ιδείς πού ‘σαι νέος, θα ζήσεις και θα γεράσεις. Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνησις τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων— επειδή κάθε τόπος έχει χωριστά το μυστήριο της ζωής του, τον νόμο της ευτυχίας του—, αν πλανεθεί ο ελληνισμός σας και σηκωθεί σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδιά μου, θολωθούν και με τί οφθαλμό, ποιος ηξεύρει;… πού θα πάμε, τι θα γενούμε; Ετινάξετε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες, και εσείς δεν τες εννοείτε. Κατεβαίνω πολεμι­στής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι, τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιοτάτων ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύει την καρδίαν μας, θεός ζηλότυπος, μόνο το αίσθημα το Ελληνικό· ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.

Είθε οι νέοι της Ελλάδος να είναι βοηθοί μου και πρώτος εσύ. Μη φορείς πολυτελή φορέματα αταίριαστα με την ένδεια των πολλών και κεφάλαιο θαμένο, αχρηστευμένο· η αφορμή, η απόκτησίς του, κακών ορέξεων και πράξεων· μη θέλεις άλλο στολίδι και καύχημα ειμή ότι είσαι από οικογένεια δοξασμένη, που τόσο έχυσε αίμα ανδρειωμένο δια την αναγέννηση και την ελευθερία της Πατρίδος».

Πολιτικές και οικονομικές ανωμαλίες

Οι πολιτικοί της χώρας υπέχουν μεγάλες ευθύνες για την οξύτατη πολεμική τους εναντίον του Καποδίστρια, που είχε ως αποτέλεσμα την κακή πολιτική διαπαιδαγώγηση του λαού και την όξυνση των παθών με κύριο και προσφιλές όπλο τη συκοφαντία, όπλο δοκιμασμένο κιόλας από την αρχαιότητα. Η συκοφαντία, εκτοξευμένη από ανθρώπους που είχαν κάποιο όνομα, γινόταν πιστευτή και πολλοί αφελείς και ενάρετοι πατριώτες παρασύρονταν, γιατί έδιναν πίστη στα λεγόμενα εναντίον του. Οι αρχικοί συκοφάντες τον δυσφήμιζαν εν επιγνώσει ότι τον αδικούσαν, γιατί είχαν τις δυνατότητες να ελέγξουν την αλήθεια και να διαπιστώσουν σε ποιούς τομείς επέτυχε και σε ποιούς υστέρησε ο Κυβερνήτης. Και η γενική αυτή εναντίον του συκοφαντία επέζησε ως σήμερα σε μερικούς ιστορικούς της επιφάνειας.

«Βλασφημίαν εναντίον του πνεύματος», χαρακτηρίζει ο Τερτσέτης τη δολοφονία του Καποδίστρια, «από την οποίαν βλάσφημον αμαρτίαν δεν είναι άλλη χειρότερη και αενάως τιμωρουμένη», όπως σωστά κρίνει για τις τρομερές συνέπειες που είχε για το μέλλον του νεογεννώμενου κράτους. Αγανακτεί γιατί ως τη στιγμή εκείνη που είχε γράψει τα «Απόλογα για τον Καποδίστρια» δεν του είχε αναγερθεί ανδριάντας, όπως είχε αποφασίσει η εθνοσυνέλευση του 1843-1844, και τώρα προτρέ­πει τους Έλληνες ότι καλά θα κάνουν να μην τον στήσουν, γιατί ώρες-ώρες, όταν «η εσωτερική ελεεινότητα και η εξωτερική ανυποληψία» θα δέρνει τον τόπο μας, θα βλέπουν ν’ ανοίγουν οι πληγές του μαρμαρωμένου αγάλματος και να τρέχει απ’ αυτές ιδρώτας και αίμα.

Μέσ᾽ από τέτοια κακή αρχή και τέτοιες συνθήκες ήταν δυνατόν να εξελιχθεί γοργά προς το καλύτερο το αναγεννημένο μέσ’από τις φλόγες της Επαναστάσεως νεοελληνικό κράτος και η κοινωνία του; Ποιοί επικράτησαν ως νέοι οδηγοί της μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια; Δυστυχώς επέπλευσαν, κατά την ομολογία παλιού φιλέλληνα αγωνιστή, οι κακοί χαρακτήρες, οι κινημένοι από φιλοδοξία για δύναμη και πλούτο, από ιδιοτέλεια, απο μαχητικό φθόνο κ.τ.λ., έστω και αν μερικοί απ᾽ αυτούς είχαν διακριθεί κατά την Επανάσταση και είχαν προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες. Ανεξάρτητα λοιπόν από τα ιερά κίνητρά της, ξεχώρισαν μερικοί, βγαλμένοι από το πλήθος με την προσωπική τους ανδρεία, αλλά έπειτα μπασμένοι στο πνεύμα της μηχανορραφίας, κολάκεψαν τον λαό και του άναψαν επιδέξια τα πάθη του, για να φτάσουν οι ίδιοι σε θέσεις, τιμές και υπόληψη, και όλα αυτά τα καλά να τα εκμεταλλευθούν βλάπτοντας τη δυστυχισμένη πατρίδα τους, ενώ άλλοι που τα έδωσαν όλα γι’ αυτήν έμειναν φτωχοί, ξεχασμένοι και περιφρονημένοι με μόνη τη χαρά ότι είδαν την πατρίδα τους να ξεπετιέται μέσ’ από τη στάχτη. Και αυτή η μειοψηφία έδινε στους ξένους την ελπίδα ότι παρ’ όλα αυτά θ’αναγεννηθεί η καταπιεσμένη και αποτυφλωμένη Ελλάδα, ελπίδα όμως που διαψεύδεται. «Αραιά και που ξεχωρίζει κανένας αθώος (σ.σ. αφελής,θα λέγαμε σήμερα) μέσα στο στράτευμα των πλανεμένων και λαοπλάνων», οι λίγοι που εργάζονται γόνιμα, αλλά και σεμνά και αθόρυβα για τη μεγάλη πατρίδα χωρίς να περιμένουν ανταμοιβή για τις θυσίες τους, ούτε και αν θα τις αναγνωρίσουν κάποια μέρα οι μεταγενέστε­ροι —η παραμερισμένη συνήθως εκλεκτή μειοψηφία, για την οποία μιλούσε, όπως είδαμε ο ιησουίτης Sauger, και για την οποία θα μιλήσουν και άλλοι, όπως θα ιδούμε παρακάτω.

Την κοινωνική δομή του νέου κράτους καταγγέλλει στα 1836 ο Μ. Χουρμούζης σε αφιερωτική επιστολή του προς τον Μ. Μελιδονάκη, την οποία προτάσσει στην κωμωδία του «Ο υπάλληλος». Σ’ αυτήν μακαρίζει τον φίλο του, που είχε αφήσει τη θέση του και είχε επιδοθεί στο εμπόριο (ίσως στην Τουρκία)· που είχε αποσυρθεί «από την πολιτικήν πυργοποιίαν και διαφθοράν»· που είχε απαλλαγεί από «το ευνοϊκόν μειδίαμα και βλέμμα του δυνατού» ή από τα κατεβασμένα μούτρα του ίδιου· που δεν καρδιοχτυπά κατα τα δύο πρώτα δεκαήμερα του μήνα, μήπως κάποιος τον συκοφαντήσει και του πάρει τη θέση, και γι αυτό ανυπόμονα περιμένει το τέλος του μήνα, για να πάρει χρήματα ζυμωμένα με το αίμα των Ελλήνων· που δεν βλέπει να ψυχορραγούν και να πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο στα χαλάσματα και στους δρόμους τα παλληκάρια του Καραϊσκάκη και του Μιαούλη, που ξαναζωντάνεψαν τον Μιλτιάδη και τον Θεμιστοκλή. Και συνεχίζει ο Χουρμούζης: «Ευτυχής, φίλε μου, είναι ο αθώος γεωργός, όταν δεν γίνεται λάφυρον του εφόρου ή του δεκατιστού, και ευτυχέστατος, αν δεν εδυστύχησε να ιδή και το πρόσωπον του ειρηνοδίκου. Ευτυχής ο έμπορος, αν ο τελώνης είναι τίμιος· ευτυχής ο δικαζόμενος, αν ο δικαστής του είναι αμερόληπτος, και ο δικηγόρος του φιλάνθρωπος· ευτυχής ο τίμιος, αλλ’ατυχής χρεώστης του δημοσίου αν ο ταμίας είναι συμπαθής· ευτυχής ο φορολογούμενος αν ο φορολογών είναι δίκαιος, ευτυχής, φίλε μου, ο πολίτης όταν απολαμβάνει την πραγματικήν ασφάλειαν της ζωής του, της τιμής του, και της ιδιοκτησίας του, όταν η κυβέρνησις του είναι και λόγω και έργω πατρική· ευτυχής τέλος πάντων ο Έλλην, αν ευτυχήση μέχρι τέλους να θερίση ησύχως τους καρπούς των κόπων του, τους οποίους δεκαπέντε ήδη έτη, ποτίζει με τους ιδρώτας και τα αίματά του!»

Πικραμένος και ο Μακρυγιάννης από την πολιτική και κοινωνική αυτή ανωμαλία, ξεσπάζει σε λόγια σκληρά επανα­λαμβάνοντας τα λόγια του Κοραή, δηλαδή των οπαδών της Φιλομούσου, ότι οι Έλληνες ήταν ανώριμοι για την ελευθερία· «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά οπού γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλά τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τί θα ειπεί πατρίδα, τί θα ειπεί θρησκεία, τί θα ειπεί φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν από όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν την αφήσαμεν τίποτας, σε ᾽πηρεσίαν να μπούμεν ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράζομεν πρόσοδες, τις τρώμεν όλες».

Το μοναρχικό πολίτευμα, ξένο προς τις ελληνικές παραδό­σεις, με την κακή διαχείριση των οικονομικών από κακούς συμβούλους και με τον φθοροποιό ανταγωνισμό των κομμάτων και των μεγάλων δυνάμεων —αυτά που φοβόταν ο Καποδίστριας— θα βρεθεί σε δύσκολη θέση ν’ ανταποκριθεί στις ταμειακές του υποχρεώσεις απέναντι των ξένων χωρών. Και η Ελλάδα το 1843, για πρώτη φορά, θα χρεωκοπήσει. Και ο Pelet de Lozère, μέλος της βουλής των ομοτίμων της Γαλλίας, θα πει ότι το βασίλειο της Ελλάδας άρχισε απ’ εκεί πουτελειώνουν τα παλιά και διαφθαρμένα κράτη, από τη χρεωκοπία. Ασφαλώς τα ίδια εννοούσε ο σύγχρονος Fallmerayer, όταν παρατηρούσε καυστικά· «Η χρεωκοπία των πραγμάτων, όχι των ανθρώπων, ενδημεί παντού και πάντοτε στην Ελλάδα». Εννοούσε όμως, όπως υποπτεύομαι, την έλλειψη ή καλύτερα τη μη χρησιμοποίηση των τίμιων, και άλλων στις κατάλληλες θέσεις, των σεμνών. Και ο Ελβετός τραπεζίτης Eynard, ένας ξένος, βρίσκει την ευκαιρία να κάνει στον πολιτικό Δημ. Χρηστίδη —και έμμεσα σε όλους τους Έλληνες— στις 17 Φεβρουάριου 1843 ένα εύκολο μάθημα πολιτικής αγωγής, οπωσδήποτε όμως ειλικρινές· «Ελπίζω ότι η οικονομική σας κρίση θα έχει το καλό να σταματήσει αυτές τις εχθροπάθειες μεταξύ ατόμων και θα κάνει όλους τους καλούς Έλληνες να λησμονήσουν τις θλιβερές ονομασίες με το φατριαστικό πνεύμα: γαλλικό κόμμα, ρωσικό κόμμα, αγγλικό κόμμα» —μάθημα που δυστυχώς ποτέ δεν αφομοιώθηκε από τους Έλληνες.

Ακολουθεί η Επανάσταση της 3 Σεπτεμβρίου 1843 με τις ειρηνικές στην αρχή, αλλά θορυβώδεις κατόπιν συνεδριάσεις της Εθνοσυνελεύσεως και με πρωταγωνιστές στα δρώμενα τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο και Ιωάννη Κωλέττη, που συνέχισαν να δίνουν κακά μαθήματα πολιτικής αγωγής στον ελληνικό λαό και εναντίον των οποίων εκτοξεύει ο Τερτσέτης σφοδρότατο κατηγορητήριο. Αλλά και ο Μακρυγιάννης έχει το θάρρος και ρίχνει μεγάλες ευθύνες ιδίως στους πολιτικούς (ενώ ο Κωλέττης, ο μεγάλος κομματάρχης, έδινε φυσικά συγχωροχάρτι στους πολιτικούς, ο άνθρωπος που απέκτησε μεγάλη περιου­σία διαχειριζόμενος τα κοινά), που δεν είχαν συναίσθηση της μεγάλης αποστολής και των χρεών τους. Αγανακτισμένος ιδίως από τις συνεχείς αναταραχές κατά τη διάρκεια της συνελεύσεως του 1843-44 γράφει· «Οι μεγάλοι μας πολιτικοί δεν επιθυμούν ποτές την ησυχίαν, κι’ όλο πατριωτισμόν με τα χείλη θυσιάζουν, θέλουν εις την Συνέλεψη να κομματιάσουνε το έθνος …». Κάποια ασυναρτησία στις κινήσεις των αρχηγών και οπαδών των πολιτικών κομμάτων διαβλέπει και υπογραμμίζει αργότερα ο σύγχρονος Νικ. Δραγούμης ερευνώ­ντας τα αίτια των πολιτικών κινδύνων. «Ουδ’αρχή, λέγει, εγένετο της ηθικής και πολιτικής ανοικοδομήσεως της σαλευούσης κοινωνίας, η διαχωρίζουσα τας μερίδας γραμμή ούτε καν εχαράχθη, αλλ’ ούτε δυνατόν να χαραχθή επί του παρόντος, δια το πλήθος και την ποικιλίαν των αναγκών και το ευμετάτρεπτον των νυν μεν φίλων, νυν δε αντιπάλων συμφερό­ντων». Συμβαίνει κάποτε ένας και μόνος πολιτικός αρχηγός, χωρίς οπαδούς, να κρατεί χωριστή σημαία, ενώ άλλοι πολι­τευόμενοι— και αυτοί ακόμη που διακρίνονται για τη σταθερό­τητά τους να μη ξέρουν ποιό είναι το περίγραμμα των πεποιθήσεών τους.

Σκληρός τιμητής παρουσιάζεται επίσης και ο καθηγητής Δ. Βερναρδάκης, ο οποίος γενικεύοντας διατυπώνει την κατη­γορία ότι οι ‘Ελληνες, ύστερα από τον αγώνα του ’21, δεν επέδειξαν τίποτα άλλο, εκτός από πολιτική εξαχρείωση και ακαταστασία, και ότι τώρα προσπαθούν να δικαιολογηθούν αναζητώντας παρόμοια παραδείγματα στην ιστορία των άλλων πολιτισμένων χωρών ξεχνούν όμως ότι τα παραδείγματα εκείνα σπάνια τα βρίσκουμε εδώ κι εκεί, κι’ αυτά «τη χειρί» και όχι «τω θυλάκω», και ότι είναι φαινόμενα ενός υγιούς οργανισμού, πυρετός που έρχεται και περνά, όπως σε κάθε κρίση. Ποιός όμως είναι δυνατόν να φανεί επιεικής προς πολιτικό σώμα, που η πολιτική του κραιπάλη και ακολασία είναι αντίστροφα ανάλογη προς το ανάστημά του;

Η κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας (1862) δημιουρ­γεί ξαφνικά ένα κενό, ενώ η προβολή και η αίγλη του νέου συντάγματος αποτελούν κίνητρα για την κάθοδο νέων δυνά­μεων στην πολιτική κονίστρα. Η ζωηρή όμως φιλοδοξία των πολιτευομένων να παραμερίσουν ή να επιβληθούν ο ένας στον άλλο, ο έντονος εγωισμός, ο οξύς ανταγωνισμός και ο συνεπόμενος φθόνος, ο αποναρκωμένος δράκος στην ψυχή των Ελλήνων, θα ξυπνήσουν και θα υποθάλψουν τη λασπολογία, την πολιτική των υποσχέσεων, της συναλλαγής και της ψευδολογίας. Η πολιτική θα εισβάλλει παντού, ακόμη και στο πεδίο της επιστήμης και θα τη διαφθείρει.

Οι πολιτικοί αγώνες, όπως σχεδόν παντού, έτσι και στην Ελλάδα, καθρέφτιζαν βέβαια την ιδεολογία των κοινωνικών αξιών που επικρατούσαν, αγώνες που απέβλεπαν να εξασφαλί­σουν την αύξηση των κρατικών δαπανών για τα συμφέροντα των οπαδών και την αποφυγή, όσο το δυνατόν, των φορολογι­κών τους επιβαρύνσεων. Ειδικά όμως στην Ελλάδα, το φαινό­μενο αυτό ήταν έκτυπο, γιατί οι αγώνες δεν ήταν αγώνες κομμάτων αρχών και κοινωνικών τάξεων, αλλά μεταξύ προσω­ποπαγών κομματικών ομάδων, κατά τους οποίους μετά την επικράτηση του ενός αντιπάλου, οι οπαδοί του νέμονταν τα χρήματα του προϋπολογισμού και οι περισσότεροι καθυστε­ρούσαν την καταβολή των νομίμων φόρων. Και ο πρόχειρος τρόπος ικανοποιήσεως των οπαδών του —κλασσικός τρόπος ενέργειας των κομμάτων ως σήμερα— ήταν η πονηρή μέθοδος του διορισμού τους ως έκτακτων υπαλλήλων από τα «παράθυ­ρα», δηλαδή με την αυθαιρεσία των υπουργών, για να μονιμο­ποιηθούν ύστερα με κάποια άλλη πράξη τους. «Κάθε τόσο, σημειώνει εύστοχα ο Μάριος Πλωρίτης, χάρη στη λαϊκή ψήφο, ένα από τα κόμματα γινόταν κράτος — και το κράτος γινόταν εξάρτημα του κόμματος, όργανο του κόμματος, μεταλλείο του κόμματος, πρυτανείο του κόμματος».

Η ιδιοτέλεια, που την παρατηρούν οξείς ξένοι παρατηρη­τές κατά την Επανάσταση, αρχαιότατη κληρονομιά, εξακολου­θεί το καταστρεπτικό της έργο με βαρύτερες μάλιστα επιπτώ­σεις στο έθνος, όταν οι ιδιοτελείς είναι πολιτικοί και πνευματι­κοί ηγέτες. Αλλά και μέσα στο ίδιο το κόμμα η αρχή της αξιοκρατίας απουσιάζει. Δεν λαμβάνονται υπόψη τα ορθά κριτήρια για την ανάδειξη των ικανών, για την επιλογή των κατάλληλων προσώπων. «Θεράπευσον το νόσημα τούτο (της ιδιοτέλειας), έγραφε στα 1874 ο Νικ. Δραγούμης, απολάκτισον τας συστάσεις των βουλευτών, … και μή δίσταζε ότι θέλει ακμάσει η διοίκησις. Άνευ όμως τούτων, απλοϊκός εις άκρον ο άλλοθεν περιμένων βελτίωσιν της πολιτείας». Ο καθένας δεν θέλει να βάλει τον καλύτερο στην κατάλληλη θέση, για να μη επισκιαστεί η δική του αίγλη. Με την υποψία αυτή βαρύνονται και ικανοί πολιτικοί, για τους οποίους συνήθως λέγεται ότι δεν είχαν καλούς συνεργάτες. Δεν είχαν ή δεν θέλησαν να έχουν;

Και θα επικρατούν «φατριασμός και ιδιοτέλεια, προσωπι­καί μικρολογίαι, δίψα άσβεστος αιωνίου, αδιαλείπτου ανατρο­πής και καταστροφής, εξύμνησις των φίλων, κατασυκοφάντησις των εχθρών, και προ πάντων αμείλικτος και άσπονδος πόλεμος κατά πάσης οιασδήποτε υπεροχής», γιατί τον Έλληνα τον κατατρώγει και τον νεκρώνει το πιο επικίνδυνο μικρόβιο, το προσωπικό συμφέρον —το ίδιο ακριβώς μίασμα που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Πελοπόννησο κατά την Επανάσταση και απ’ εκεί ξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. ‘Ετσι οι Έλληνες συσσωματώνονται σε ομάδες και γεννιέται ο φατριασμός, ο οποίος στρέφει τους μεν εναντίον των δε μέχρι εξοντώσεως του αντιπάλου. Το «τί είσαι συ και τί είμαι εγώ» είναι η «κατ’ ουσίαν άπαυστος βάσις του ελληνικού φθόνου, της ελληνικής αντιζηλίας, που είναι ο «αρχέκακος και ομόφυλος των Ελλήνων δαίμων», όπως θα γράψει ο Δημ. Βερναρδάκης, «της ελληνικής αντιζηλίας, ήτις πέπρωται να μη αφήση ποτέ το δύσμοιρον τούτο έθνος να ορθοποδήση».

Το πάθος θ’ αποτυφλώνει τους πολιτικούς, ώστε να μην αναλογίζονται τη μεγάλη ευθύνη τους απέναντι του έθνους. Τα χαρακτηριστικά αυτά θα χαραχθούν βαθιά στην πολιτική ζωή του τόπου, και θα παρουσιάζονται κατά καιρούς σε τέτοια έξαρση, ώστε όχι μόνο θ’αναστέλλουν την πρόοδο του τόπου, αλλά θα τον φέρνουν στην αποσύνθεση, στο χείλος της καταστροφής, και θα δημιουργούν κλίμα κατάλληλο για την εκκόλαψη δικτατόρων.

Σπάνιες οι στιγμές του ψύχραιμου διαλόγου, της ομόνοιας, της εξάρσεως, εκτός σε στιγμές εξωτερικού κινδύνου, οπότε πραγματικά οι Έλληνες πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, συσπειρώνονται και με την κατάλληλη και εμπνευσμένη ηγεσία μπορούν να κάνουν θαύματα. Τέτοιες στιγμές εθνικής ανατάσεως έχοντας υπόψη του ο Μακρυγιάννης, δηλαδή τους γόνιμους μήνες των συζητήσεων για τη διατύπωση του Συντάγ­ματος 1843-1844, γράφει· «…χωρίς να είχαμεν κυβέρνηση και με τόσες αντενέργειες και φατρίες και ξένους σκοπούς και των δικών μας, μύτη δεν μάτωσε κανενού, κότα δεν κλέφτηκε, άνθρωπος δεν διατιμήθη εις όλο το κράτος …». Και με βαθιά θρησκευτικότητα και ψαλμική δύναμη, που θυμίζει Αγία Γραφή, συνεχίζει· «Τότε κυβερνούσε ο ίδιος ο Θεός, ότι είδε τους ανθρώπους εις μετάνοιαν και αποσταμένους από την κακία και γύρισαν οπίσω εις τον Θεόν κ’ έπεσαν εις μετάνοια. Τότε κι’ αυτός έκαμεν το έλεός του κ’ έδωσε την ομόνοια σε όλο το Κράτος». Και λίγες σελίδες παρακάτω βγάζει το συμπέρα­σμα: «Οι Έλληνες είναι ευλογημένο έθνος, όταν τους κυβερ­νάει η ’λικρίνεια».

Απογοήτευση από την αργή εξέλιξη προς την πραγματοποίηση των αρχαιοελληνικών ιδανικών και ονείρων

Οι νέοι άνδρες της εποχής του Βερναρδάκη είναι επίσης αυστηροί στις κρίσεις τους: ισχυρίζονται οτι η ξαναγεννημένη μετά το 1821 Ελλάδα δεν δικαίωσε τις προσδοκίες του πολιτισμένου κόσμου και ζητούν ταχύτερο ρυθμό προς τα εμπρός, προς τη βελτίωση και την πρόοδο. Είναι αλήθεια ότι μεγάλη ώθηση προς τα αρχαία πρότυπα είχαν δώσει οι αρχαιολάτρες Γερμανοί, οι Βαυαροί αντιβασιλείς, που ιδανικό τους είχαν να αναστήσουν την αρχαία «σοφή» Ελλάδα. Η τάση για την αναβίωση του κλασσικισμού εκδηλώνεται όχι μόνο με την αλλαγή των τουρκικών ή σλαβικών γεωγραφικών ονομάτων με τα αντίστοιχα αρχαία, αλλά και με τον νεοκλασσικισμό στην αρχιτεκτονική και με τη συντηρητικότε­ρη μετά τον θάνατο του Κοραή (1833) μορφή του γλωσσικού οργάνου, με την πρωτοβουλία του Κ. Οικονόμου και Νεοφύτου Βάμβα, τάση που συμβαδίζει και με την ανακήρυξη της ελλαδικής εκκλησίας σε αυτοκέφαλη. Τώρα, όλοι, ιδίως οι ξένοι, αναμένουν εκπληκτική την προβολή των επιτευγμάτων των Ελλήνων, των ανθρώπων των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

Από τους νέους περιμένουν οι παλιοί την τελείωση του έργου της Επαναστάσεως. «Εμείς εις το 1821, έλεγε ο Κολοκοτρώνης, εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλήσαμε τα λιθάρια, εκτίσαμε την οικοδομή, εσείς θα ντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε τες πολύτιμες ζωγραφιές, θα στήσετε τα εύμορφα τραπέζια και τους καθρέφτες, τούτο θα κάμει η προκοπή σας και τα γράμματα —και οι ευχές των συμπολιτών σας και τα έργα σας θα σας ανεβάσουν εις τα λημέρια αθάνατα των δικαίων». Τα αναμενόμενα όμως επιτεύγματα αργούν να εμφανιστούν.

Με το πέρασμα των χρόνων πολλοί απογοητεύονται, καθώς βλέπουν τα ίχνη της σκλαβιάς να μένουν έντονα και ανεξάλειπτα στη ζωή των ελεύθερων Ελλήνων. «Εις τες ψυχές μας βόσκει ακόμη η θολούρα, το αμάρτημα της δουλοσύνης. Τα μέλη μας είναι ακόμη σκοτωμένα από την αλυσίδα, το γόνα μας πληγωμένο από το γονάτισμα, και η ελευθερία, το όσιον της ελευθερίας ευρίσκει εις ημάς, εις τα παλαιά μας ήθη, τους πλέον ασπλάχνους εχθρούς της», ομολογεί στα μέσα του 19ου αι. ο Γεώργιος Τερτσέτης. Ή, όπως γράφει αλλού πιο συγκεκρι­μένα· «Το καλό αργοπορεί, το κακό μένει· η γνώμη του κόσμου δεν ανδρώθηκε ακόμη και είναι καιρός … Πολλά πράγματα όσια, ένδοξα, μεστά κινδύνων έκαμεν ο λαός της Ελλάδος, αλλά σήμερον δεν θερίζονται καρποί αναλόγως των κόπων».

Και από τα μέσα του αιώνα αρχίζουν κιόλας ολοένα ζωηρότερα οι επικρίσεις, ιδίως των ξένων, ότι η Ελλάδα δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες του πολιτισμένου κόσμου, ότι δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι δικό τους στις τέχνες, στις επιστήμες και στα γράμματα, κάτι βγαλμένο από τη δική τους εμπειρία, απο τη δική τους παράδοση, κάτι από τα σπλάχνα του δικού τους πολιτισμού, αλλά ότι παρέμειναν τυφλοί μιμητές της Δύσης. Τα λόγια τους μας τα μεταφέρει ο Τερτσέτης, ο άνθρωπος που μαζί με 3-4 άνδρες της Επαναστάσεως νοιάστηκε βαθιά για τη ζωντανή νεοελληνική παράδοση, για τη δημοτική γλώσσα, για τη μοίρα των αγωνιστών και για την προκοπή του έθνους: «ναι μεν, μας λέγουν κοροϊδευτικά οι κατήγοροι, αξιέ­παινος ο αγώνας σας, αλλ’ αφού αποκτήσατε ελευθερίας και αυτονομία δεν επράξατε έργα αντάξια του εαυτού σας, των ηρωικών σας έργων, και της αγάπης των σοφών φιλελλή­νων». Ο Τερτσέτης στις κατηγορίες αυτές διαβλέπει στοιχεία αληθινά και ψεύτικα μαζί, και προσπαθεί να τις αντικρούσει με διεξοδικά επιχειρήματα, προ πάντων με τα εξής, που τα ακούμε εδώ και 150 χρόνια ότι τα χρόνια της μακραίωνης σκλαβιάς και η έλλειψη του αναγκαίου χρόνου για τους Έλληνες δεν άφησαν να καρποφορήσουν τα έργα πολιτισμού. Άλλωστε, προσθέτει, ελλείψεις, μειονεκτήματα, και ελαττώματα, έχουν και οι ξένοι. Τις επικρίσεις των Ευρωπαίων συνεχίζουν και οι Έλληνες, ιδίως οι διανοούμενοι, οι νέοι πολιτικοί άνδρες που εμφανίζο­νται στο προσκήνιο μετά τη μεταπολίτευση του 1843. Το παράπονό τους είναι ότι δεν πάει καλά ο τόπος, ότι όλοι είναι δυστυχείς, ότι «η γη της πατρίδος βραδυάζεται εις το σκοτάδι της ασημασίας ή του απολιτισμού».

Ο ίδιος όμως ο Gobineau, ο ιδρυτής της φυλετικής θεωρίας, απαντώντας στους τιμητές των Ελλήνων, ότι ως τότε δεν είχαν να παρουσιάσουν κάτι το αριστουργηματικό —έστω και μικρό— σε κανένα πεδίο της τέχνης και των γραμμάτων, τους υπενθυμίζει ότι οι Έλληνες, που πριν από μερικές ακόμη δεκάδες χρόνια έβοσκαν κατσίκια ή καλλιεργούσαν με ξύλινο άροτρο στην Πελοπόννησο, ήταν επόμενο να στραφούν προς τη φωτισμένη Ευρώπη και να περάσουν από ένα στάδιο μαθητείας, μιμήσεως και αντιγραφής των προτύπων της.

Επιβίωση της λαϊκής παραδόσεως και σύγκρουσή της προς τα ιδεολογικά ρεύματα. – Οι φορείς της.

Για τους πρωτόγονους αυτούς Νεοέλληνες και τον παραδο­σιακό πολιτισμό νοιάζεται ο Τερτσέτης, ο οποίος συγκινημένος από θερμά λόγια του Γάλλου κλασσικού φιλολόγου Saint Marc Girardin για την Ελλάδα («Ο υπερασπιζόμενος την Ελλάδα και τους Έλληνες, συνηγορεί υπέρ της ανθρωπότητος, της δικαιοσύνης και του χριστιανισμού») βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει και να υπερασπιστεί τον νεοελληνικό λαό, αξιαγά­πητο τέκνο της αρχαίας, και να τον διαβεβαιώσει ότι δεν του λείπει κανένα από τα χαρίσματα της μητέρας του, ούτε το πνεύμα, ούτε η χάρη, ούτε η ευαισθησία. Όσο για τη γλώσσα, αυτή είναι τόσο όμορφη, ώστε ξεπερνά την προγονική, γιατί «δοξάζει αμόλυντη θεότητα». Αν λείψει από τον κατάλογο των εθνών ο ελληνικός λαός, είναι σαν να λείψει η άνοιξη από το έτος.

Dimitrios_Bernardakis.jpeg
Δημήτριος Βερναδάκης_wikiwand

Θα δυσκολευτούμε ίσως να κατανοήσουμε την πολιτική και πνευματική εξέλιξη της χώρας, αν δεν έχουμε υπόψη μας την ύπαρξη δύο αντίθετων ιδεολογικών ρευμάτων σ’ αυτήν, των δυτικόφιλων, των προσανατολισμένων προς τη Δύση, και των παραδοσιακών, που είναι επηρεασμένοι από τις επιδράσεις του εθνικού παρελθόντος. Προς το πρώτο αποκλίνουν οι περισσότεροι διανοούμενοι, οι σπουδασμένοι στη Δύση και οι πολιτικοί Κωλέττης και ιδίως ο Μαυροκορδάτος, ενώ στο δεύτερο ο Κολοκοτρώνης, κάπως ο Μεταξάς, οι οπαδοί του φιλορωσικού κόμματος, οι φιλορθόδοξοι, οι ιερωμένοι, ο Γιάννης Μακρυγιάννης και ο θεωρητικός και κύριος εκπρόσωπος της παραδόσεως Τερτσέτης και αργότερα ο καθηγητής Δημ. Βερναρδάκης. Όπως και κατά την εποχή του διαφωτι­σμού, η φιλελεύθερη και προοδευτική κίνηση εμπνέεται από τις ιδέες της αμερικανικής και ιδίως της γαλλικής επαναστά­σεως, ενώ το συντηρητικό ρεύμα τρέφεται από τις ρίζες της Ορθοδοξίας και της παλιάς, πνευματικής παραδόσεως του Βυζαντίου, η οποία συνεχίζεται στους κατοπινούς αιώνες. Η ηθική κρίση που σοβεί στη χώρα δεν παύει με την άφιξη του Όθωνα, έστω και αν φαίνεται στην αρχή πως όλα πάνε καλά. Ποιά είναι τάχα τώρα τα αίτια του πολιτικού και πνευματικού αυτού πυρετού; Από τις αρχές κιόλας της μοναρχίας η ανακήρυξη της ελλαδικής εκκλησίας σε αυτοκέφαλη προκαλεί δυσαρέσκειες και αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, στις οποίες πρωταγωνιστεί και ο αγωνιστής του ᾽21 Γιάννης Μακρυγιάννης, γνήσιο τέκνο της λαϊκής παραδόσεως, όχι μόνο ως φλογερός υπερασπιστής των συντρόφων του, αλλά και των «πατρίων», της ορθοδοξίας. Τις ίδιες γνώμες βάζει στο στόμα ενός προσώπου στο μυθιστόρημά του «Θάνος Βλέκας» ο Παύλος Καλλιγάς, στο στόμα του εφημερίου Ιωνά, που αποδοκιμάζει τον χωρισμό της ελλαδικής εκκλησίας από το οικουμενικό πατριαρχείο, την κιβωτό του Γένους. Τον παρηγορεί όμως η ιδέα για την ανασύνδεση των σχέσεών τους, η οποία θα φέρει κοντά και πάλι τους ελεύθερους με τους σκλαβωμένους αδελφούς «και θέλει γίνει εκείνος ο αδελφικός ασπασμός ο προ πολλού προσδοκώμενος εντός της Αγίας Σοφίας, καθ’ ημέραν του Πάσχα». Κατά τη γνώμη του Ιωνά, παραμελήθηκε ο οίκος του Κυρίου, δεν υπάρχει έλεος· και γι αυτό οι ανομίες πληρώνονται με αρρώστιες, πείνες, φόνους και ληστείες, η συνηθισμένη θεοκρατική αντίληψη της Ιστορίας —το «κρίμασιν οίς οίδε Κύριος» του μεσαίωνα.

Pavlos_Kalligas_-_by_Nikiforos_Lytras.JPG
Παύλος Καλλιγάς_wikiwand

Η Ελλάδα δεν θα ευτυχήσει, πρεσβεύουν οι παραδοσιακοί, αν δεν διοικηθεί «κατά τα πάτρια», δηλαδή κατά το παλιό κοινοτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο κάθε επαρχία θα εκλέγει τους δικούς της άρχοντες. Το σύγχρονο πολίτευμα και οι νόμοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά

«ένας αδιέξοδος λαβύριν­θος αρχών, επίτηδες πολλαπλασιαζομένων, δια να κορεσθεί το σμήνος των ακορέστων ραδιούργων, οίτινες τρεφόμενοι εκ των ιδρώτων του λαού τον καθιστούν καθημέραν πενέστερον και τον ωθούν εις την ληστείαν και τα κακουργήματα».

Αλλά και ο Μακρυγιάννης, απλώνοντας τη ματιά του ως τον Καποδίστρια και διαπιστώνοντας τα τρομερά αποτελέσμα­τα του φατριασμού στον τόπο, φωνάζει αγανακτισμένος προς τους φατριαστές:

«Και οι φίλοι της φατρίας σας των αλλονών. ψεύτων συνταματικών, πιάσαν όλες τις θέσεις και μεράζουν ψέματα εις τους ξένους κι εγκώμια με τις εφημερίδες τους στους τοκογλύφτες, τους νομικούς σας, τους αβοκάτους σας. Όλοι μια μασιά, ποιά φατρία κυβερνητική και ποιά ψευτοσυνταματική…»

Αξίζει όμως για την κατανόηση του παραδοσιακού ρεύμα­τος να μιλήσουμε κάπως διεξοδικά για τις ιδέες του Τερτσέ­τη, του κύριου εκπροσώπου του πνευματικού αυτού κινήμα­τος, τις οποίες βρίσκουμε διάσπαρτες στους λόγους που εκφώνησε σε διάφορες περιστάσεις, καθώς και σε ορισμένα γραπτά του, ιδίως στα πολιτικά δοκίμια και άρθρα του, τα δημοσιευμένα στο περιοδικό «Ο Ρήγας» (1843-1845). Με φρόνημα έντονα πατριωτικό μιλεί για τους αναγεννησιακούς σκοπούς της Επαναστάσεως και παρατηρεί ένα «άσπονδον πόλεμον μεταξύ πολιτισμού ευρωπαϊκού και εντοπίου στοι­χείου, πόλεμον που άρχεται από το 1821». Καταγγέλλει ότι οι νομοθέτες, οι δημιουργοί του νέου κράτους, το οποίο στις αρχές του παρουσίαζε, όπως ήταν επόμενο, μεγάλες δυσκολίες, δεν είχαν την κατάλληλη μόρφωση, «μεγαλόνοιαν, πνεύμα ελεύθερο προλήψεων ή πατριωτισμόν αναλόγως των περιστά­σεων», αλλά μόνο φιλοδοξία και κερδοσκοπία· ότι μετά τη λήξη του πολέμου το μερικό και γενικό συμφέρον, που άλλοτε ταυτίζονταν, τώρα διαχωρίστηκαν και βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα με νικητή το μερικό, γιατί αυτό, κατά την ανθρώπινη αδυναμία, νικά, εκτός αν ο άνθρωπος με μεγάλες προσπάθειες της ψυχής του παραμερίζει το ατομικό συμφέρον για το κοινό καλό. Λατρεύει την ιστορική επιστήμη και εκθειάζει τη σημασία και τα πορίσματά της για τον άνθρωπο, που διδάσκουν ότι τίποτε δεν υπάρχει πιο ωφέλιμο από την ελευθερία και τίποτε πιο ολέθριο από τους εμφύλιους σπαραγ­μούς. Ειδικά για τους Έλληνες βλέπει την Ιστορία και την ενασχόλησή τους μ’ αυτήν σαν έργο υποχρεωτικό, γιατί δίνει λαμπρότητα στο έθνος, που με τους πρώτους σοφούς, ρήτορες και ποιητές φώτισε πολυάριθμες γενιές και έγινε η πηγή του πολιτισμού για την Ευρώπη. Και ακριβώς αυτή η δόξα επιβάλλει στους Νεοέλληνες το καθήκον να συνεχίσουν την αποστολή τους. Βλέπει γενικά την Ιστορία, ελληνική και παγκόσμια, σαν πηγή, απ’ όπου μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμα παραδείγματα αυτοθυσίας και ανδρείας, ιδίως η νέα γενιά που έχει ν’ αντιμετωπίσει τόσους φόβους και κινδύνους.

Ο Τερτσέτης, εκτός από το πάθος του για την Ιστορία και την ιστορική παράδοση, θερμαίνεται εξίσου και για την ανάπτυξη της παιδείας, που τη θεωρεί σαν το πρώτο βήμα για μια καλύτερη ζωή. Δεν υπάρχει, λέγει, ποθητότερο και πολυτι­μότερο αγαθό από την παιδεία. Αποδίδει σ’ αυτήν τη δύναμη να μορφώσει χαρακτήρες καλούς, να βοηθήσει τη μέτρια φύση και να διορθώσει τη διαστραμμένη. Κάθε γνώση και κάθε μάθηση μπορεί να παίξει ευεργετικό ρόλο στη δημιουργία του τέλειου χαρακτήρα στον άνθρωπο. Και επειδή ακριβώς ο Αγώνας ήταν αγώνας όχι μόνο για την ελευθερία, για την πατρίδα, αλλά και για την ανθρωπιά, κράτησε ακέραια την αξία του, παρά τα βαρβαρικά πάθη και τα ελεεινά συμφέροντα που τον μόλυναν. Η αξία της ζωής έγκειται στην εκτέλεση του χρέους αυτού, να μείνει δηλαδή κανείς άνθρωπος και να μην προδώσει την αποστολή του.

Ο Τερτσέτης θέλει να διαφυλάξει από τα περασμένα ό,τι είναι πολύτιμο. Ούτε μια στιγμή δεν χάνει από τη συνείδησή του την Ελληνική ιδέα σαν μια αδιάκοπη πορεία από τα αρχαία χρόνια ως την απελευθέρωση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Και ο λόγος του παντού είναι κατάσπαρτος από αρχαιοελληνικές αναμνήσεις και ανέκδοτα. Συλλογίζεται πάνω απ’ όλα τον ελληνικό λαό και την ιστορική του παράδοση. Ο περασμένος καιρός είναι γι αυτόν μια ιστορική σύνθεση που η αγάπη και η πίστη την υφαίνουν σε νοερές εικόνες. Γι αυτόν η παράδοση είναι δύναμη δημιουργική και πρέπει να την προσέξουμε, ιδίως τους παλιούς κοινοτικούς θεσμούς με την πολυμερή πολιτική, διοικητική και δικαστική δικαιοδοσία. Κατηγορεί τους πολιτικούς άνδρες της μοναρχίας για χαριστι­κές διανομές κτημάτων και την εισαγωγή «δικαστικής νομοθε­σίας» ξένης προς την ελληνική πραγματικότητα, προς την ιστορία και τα έθιμα του τόπου. Και αυτό υπήρξε, λέγει μια άλλη μεγάλη δυστυχία, που πλούτισε ψευτοδικηγόρους, έβλαψε νοικοκυραίους και κλόνισε τον σεβασμό του κόσμου προς τη δικαιοσύνη.

Θεωρεί την παιδεία σαν ένα από τα μεγαλύτερα ιδανικά του έθνους, σαν το πρώτο βήμα για τον πολιτισμό και την πρόοδο των μικρών εθνών, όπως η Ελλάδα. Αυτά πρέπει να θριαμβεύουν μόνο με τη διαρκή άσκηση της αρετής και της παιδείας. Γι’ αυτό τα μεγαλύτερα ιδανικά για τους πολίτες της πρέπει να είναι το πνεύμα, η ανδρεία και η δικαιοσύνη.

Αναμφισβήτητα το πέρασμα του Τερτσέτη στάθηκε αναγεννητικό, γιατί αποκάλυψε και πρόβαλε τις αξίες της εθνικής ψυχής, της λαϊκής παραδόσεως, τονίζοντας τη σημασία της δημοτικής γλώσσας και διασώζοντας τις μνήμες των ηρώων του ᾽21. Φωνάζει προς τους νέους: «Μιλείτε και γράφετε θαρρετά τη γλώσσα που εμάθετε από τες βυζάστρες σας, και αυτή η γλώσσα θα σας χειραγωγήσει εις φρονήματα τωόντι ελληνικά του καιρού σας … Εντραπείτε. Όποιος μικροφρονεί δια την πατρίδα του, δια τα έθιμα των γονέων του, δια την γλώσσαν της μητρός του είναι προδότης του έθνους… Κρίνος αειθαλής, παρθενικός, ευωδιασμένος είναι η νέα γλώσσα του νέου έθνους της Ελλάδος» —κήρυγμα που το επανέλαβε με συνταρακτικό τρόπο αργότερα ο Ψυχάρης. Κατηγορεί μάλιστα τον ζηλωτή της ζωντανής γλώσσας Σπ. Τρικούπη, που όμως δεν φρόντισε να κατατοπίσει σχετικά τον Καποδίστρια και τον άφησε να μιλεί «με το ύφος των λογιωτάτων». Τελικά βέβαια η δημοτική γλώσσα κέρδισε —αργοπορημένα όμως— τον αγώνα και τη θέση της στην ποίηση, στην πεζογραφία και στην επιστήμη, αλλά πόσος πολύτιμος χρόνος χάθηκε με άσκοπη σπατάλη των πνευματικών δυνάμεων του έθνους, ενώ το ζήτημα θα μπορούσε να είχε λυθεί σύγχρονα με τον αγώνα του ᾽21, όπως το οραματιζόταν κιόλας ο ποιητής στον «Διάλογό» του.

Η περιφρόνηση της δημοτικής ήταν η πρώτη και μεγάλη αστοχία που πληρώθηκε πολύ ακριβά. Και ο ίδιος ο Κοραής, ο θεμελιωτής της καθαρεύουσας, στους «Στοχασμούς αυτοσχε­δίους περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης», αναγνωρίζο­ντας τη σημασία της γλώσσας στην επίσπευση της αναγεννήσεως του έθνους πρόβαλλε κάτι πολύ θετικό για τη διδασκαλία της δημοτικής: να μη ξεχνούν οι δάσκαλοι, όταν διδάσκουν την καθαρεύουσα, να την συγκρίνουν με την κοινή, τη μητρική, γιατί, όσο και αν εκβαρβαρώθηκε, έσωζε, όπως είδαμε και σε περασμένα κεφάλαια, πολλές αρχαιοελληνικές λέξεις, που δεν βρίσκονταν πια στα λεξικά, «λείψανα σεβάσμια, των οποίων η καταφρόνησις εγέννησε τόσους μωρούς κανόνας γραμματικούς, τόσας γελοιώδεις ετυμολογίας των λέξεων, τόσας αθλίας παρεξηγήσεις των συγγραφέων, τόσους αμαθείς διδασκάλους, και, το χειρότερον, κατέστησε τόσον αηδή της ελληνικής γλώσσης την μάθησιν … της ευφραδεστέρας και σοφωτέρας όλων των γλωσσών του κόσμου…». Και προχωρεί ο Κοραής στη διατύπωση της ιδέας του: «Ηύξησε την άγνοιαν ταύτην (των μεταφραστών) και της παλαιάς και της νέας γλώσσης, η επικρατήσασα έως τώρα κακή και διεστραμμένη συνήθεια να καταφρονώμεν την νέαν, την οποίαν μόνην δυνατόν να φέρωμεν εις τελειότητα, γράφοντες εις την παλαιάν (σ.σ. εννοεί ασφαλώς κατά τους γραμματικούς της τύπους), την οποίαν, αν και μυριάκις περισσότερον εννοούμεν, δεν είναι τρόπος να γράψωμεν εντε­λώς, καθώς εγράφετο εις τους ευτυχείς αιώνας της Ελλάδος. Καιρός είναι να ελευθερωθώμεν από τούτην την πρόληφιν». Θεωρεί όμως αναγκαίο — και αυτό είναι επίσης κάτι το θετικό— να γράφονται οι κανόνες της γλώσσας στη δημοτική, γιατί η καθαρεύουσα —το ομολογεί— είναι ακατάληπτη στους μαθητές.

Και ο Βερναρδάκης, οπαδός επίσης του παραδοσιακού πνευματικού θησαυρού, γενικεύοντας την κριτική του καταδι­κάζει την πλημμυρίδα των αγαθών και των ιδεών που έρχονται από τη Δύση και έχουν κατακλύσει την Ελλάδα. Έτσι οι Έλληνες φαίνονται σα να πήδησαν, μ’ ένα απότομο άλμα, στο μέσο της Δυτ. Ευρώπης του 19ου αι. και σα να γύρισαν τις πλάτες τους στη μακραίωνη πολιτιστική τους παράδοση που την άφησαν ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη· με μια λέξη, την περιφρόνησαν. «Απηρνήθημεν τα πάτρια, γράφει, και εδανείσθημεν ολόκληρον σχεδόν τον βίον ημών εκ της Δύσεως. Και πρώτον μεν απηρνήθημεν κατ’ ουσίαν, αν όχι και κατά τύπους, το πάτριον θρήσκευμα, και ελατρεύσαμεν την θεότητα της γαλλικής επαναστάσεως, την raison. Εάν δε και δεν εξέπνευσεν ακόμη όλως παρ’ ημίν η εις Χριστόν πίστις, ψυχορραγεί όμως. Αφήκαμεν τον εθνικόν ημών στρατόν και εδανείσθημεν τον τακτικόν της Ευρώπης. Αφήκαμεν τα πάτρια ήδη και εδανείσθημεν τα της Δύσεως. Αφήκαμεν την πάτριον δίαιταν και ενδυμασίαν, και εδανείσθημεν την των Φράγκων. Αφήκαμεν την εθνικήν ημών ποίησιν και φιλολογίαν, και εδανείσθημεν τα γαλλικά μυθιστορήματα. Αφήκαμεν επί τέλους την πάτριον βασιλείαν, και εδανείσθημεν παρά της Αγγλίας το Σύνταγμα. Ιδού λοιπόν από της αναγεννήσεως και εφεξής ολόκληρος ο ευρωπαϊκός βίος εισρεύσας εις ημάς ακωλύτως και δια μιας δαψιλής και άφθονος. Ήτο τούτο ορθόν και φρόνιμον; Εγώ μεν διστάζω να ανταποκριθώ μετά βεβαιότητος, αλλ’ η ιστορία μαρτυρεί, ότι οσάκις ξένος πολιτισμός εισέρρευσε βιαίως και αδιακρίτως εις ξένονς έθνος, ουδέποτε είχεν αγαθά αποτελέσματα· την δε αλήθειαν ταύτην δεν διέψευσε μέχρι σήμερον ουδ’ αυτή η καθημερινή περί ημάς πείρα…Η εις την γαλλικήν επανάστασιν και το σύνταγμα πίστις ουδέν άλλο παρήγαγε μέχρι τούδε και ουδέν άλλο θέλει παραγάγει πάντοτε, ει μή μανιώδεις εραστάς της εξουσίας και του κεντρικού ταμείου…».

Θεσμική οργάνωση και εκπαιδευτική αναμόρφωση

1. Οι Νεοέλληνες λοιπόν μετά την ίδρυση του νέου κράτους προσανατολίστηκαν αδίστακτα προς τη Δύση, απ᾽ όπου προέρχονταν και οι περισσότεροι μορφωμένοι Έλληνες, φιλέλληνες και περιηγητές, και προχώρησαν προς τον εξευρωπαϊσμό, προς κάθε κατεύθυνση, προς τη στρατιωτική, διοικητι­κή και πολιτική οργάνωση. Και όλα αυτά έγιναν, γιατί οι τρόποι διοικήσεως και οι σχετικοί νόμοι δεν σχεδιάστηκαν στην Ελλάδα, αλλά μεταφέρθηκαν έτοιμοι από τη Βαυαρία. Και ως προς αυτό οι αντιβασιλείς φάνηκαν κατώτεροι από τον Καποδίστρια, ο οποίος δεν παραμέλησε να λάβει υπόψη του τα ήθη και έθιμα που λειτουργούσαν ως τότε, αλλά προχώρησε στην οργάνωση του κράτους προσαρμόζοντας προς αυτά το νέο πνεύμα και εκδίδοντας τα σχετικά νομοθετήματα. Ήλθαν όμως οι αντιβασιλείς, τα ανέτρεψαν και εισήγαγαν τους θεσμούς, που είχαν συντάξει στη Βαυαρία. Είναι αλήθεια ότι ο διαπρεπής νομομαθής Georg von Maurer φρόντισε για τη συναγωγή των κατά τόπους ηθών και εθίμων, έκανε δηλαδή τη σχετική προεργασία, αλλά δεν πρόλαβε να τη χρησιμοποιήσει, γιατί έμεινε μόνο ενάμιση χρόνο στην Ελλάδα. Δυστυχώς ο Maurer, όσο και ο συνεργάτης του Abel, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στη νομική τους κατάρτιση, με οίηση και περιφρόνηση άκουαν τις παρατηρήσεις και των πιο έμπειρων εντοπίων. Συνέβηκε μάλιστα και το εξής χαρακτηριστικό: η «περί δικαστηρίου» νομοθεσία, που είχε συνταχθεί στο Μόναχο ειδικά για τη Βαυαρία, να μεταφυτευθεί σχεδόν απαράλλακτη στην Ελλάδα, ώστε να αστειεύεται ο Κολοκοτρώνης λέγοντας «τα παπούτσια του Χατζή Πέτρου θέλουν να τα βάλουν στα πόδια του Λόντου». Και ο τελευταίος ήταν νάνος εμπρός στον γιγαντόσω­μο Ρουμελιώτη.

Το τραγικότερο όμως έγινε με τους αγωνιστές του ᾽21. Οι αντιβασιλείς, μη εισακούοντας καθόλου τις εισηγήσεις και παρακλήσεις των Ελλήνων πολιτικών, θέλησαν μεμιάς να προσαρμόσουν απότομα τα άτακτα στρατεύματα στην οργάνω­ση των τακτικών, προς μια ξένη πραγματικότητα —αντίθετα προς όσα φρόνιμα είχε μεθοδεύσει ο Καποδίστριας. Μάταιες αποδείχθηκαν οι ζωηρές έξω από το Άργος διαμαρτυρίες και οχλαγωγίες των ατάκτων που διαλύθηκαν με βίαιο τρόπο. «Και πήγαιναν κλαίγοντας, γράφει ο Μακρυγιάννης, όταν φεύγαν από την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί …». Έτσι η αντιβασιλεία, αντί να επωφεληθεί και να μελετήσει την προαιώνια ελληνική στρατιωτική παράδοση, την τακτική των ατάκτων, του κλεφτοπολέμου, για να εμπνευστούν απ’ αυτή και να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο (η τακτική αυτή του ανορθόδοξου πολέμου αναστήθηκε με την έκρηξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου), έσπρωξε τους άνδρες εκείνους στη ληστεία, που έγινε κατόπιν ενδημική αρρώστια στις ελληνικές επαρχίες και η οποία τόσο δυσφήμησε τους Έλληνες στο εξωτερικό.

Τις ίδιες παρατηρήσεις έχουν κάνει αρκετοί ως τώρα και τονίζουν πόσο βλαβερά επέδρασε στην οργάνωση και φυσιο­λογική εξέλιξη του νέου κράτους η βιασύνη των νομοθετών για την κάλυψη των κενών που παρουσίαζε. Τα τελευταία χρόνια ο Στέλιος Ράμφος γράφει «…Ο ελληνισμός (με την έκρηξη της Επαναστάσεως) βρέθηκε μετέωρος και αντί να στραφεί στους θεσμούς, οι οποίοι διετήρησαν το Γένος επί τόσους αιώνες δουλείας, για να στηριχθεί και να προχωρήσει, έσπευσε να καλύψει το κενό με απόλυτη άπλετη εισαγωγή ευρωπαϊκών συστημάτων,λησμονώντας πως η οργάνωση του κράτους και η εθνική συνοχή δεν ταυτίζονται και πως αν η πρώτη εξαρτάται απο νομοθετήματα, η δεύτερη προϋποθέτει, επί ποινή διασκορπισμού, ιδία παράδοση και πολιτισμό».

Η ίδια αδιαφορία παρατηρήθηκε και για τα δημοτικά μνημεία του λόγου, της μουσικής και της τέχνης, για τα γνήσια δημοτικά τραγούδια, για την ίδια τη δημοτική γλώσσα, τον φορέα του μεγάλου πλούτου της πνευματικής κληρονομιάς, για τη λαϊκή αρχιτεκτονική κ.λ., και γενικά οι αρμόδιοι παρέλειψαν να επιστρατεύσουν τις υπάρχουσες λαϊκές δυνάμεις για τη δημιουργία της νέας ζωής. Έτσι δεν ενδιαφέρθηκαν ζωηρά για την πατροπαράδοτη εμπορική ναυτιλία, για τα «ξύλινα τείχη», για τον παράγοντα «θάλασσα», που από την αρχαιότητα ως σήμερα, ποτέ δεν έπαψε να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη στεριά, ιδίως στην εποχή μας. Χωρίς την κυριαρχία στη θάλασσα δεν υπάρχει ασφάλεια στην ξηρά. Το ναυτικό έσωσε την Ελλάδα στα χρόνια του Θεμιστοκλή και στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Από κάθε σχεδόν μέρος της στεριάς αγναντεύουμε μακριά τη θάλασσα. Τη σημασία της θάλασσας ποτέ δεν πρέπει να την ξεχνούμε. Ευτύχημα στα νεώτερα χρόνια η ίδρυση των ναυτικών λυκείων.

Έτσι πολλά από τα ζωντανά στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού δεν ενσωματώθηκαν στο νέο κράτος, αλλά έμειναν έξω και μερικά απ’ αυτά τα περιμάζεψε αργότερα και τα αναζωογόνησε, όπως γνωρίζουμε, το κίνημα και η πνοή του δημοτικισμού, αλλά δεν μπόρεσε να τα αναπτύξει και να τα συνθέσει σε αυτόνομες μορφές. Και όμως «όση μεγάλη χρεία να συγχρονισθεί τεχνικά ο νέος ελληνισμός, άλλη τόση μεγάλη ανάγκη είναι να μείνει ασυγχρόνιστος ως προς τα δόκιμα ακόμη στοιχεία της πνευματικής του παράδοσης, γιατί αυτά του είναι όργανα λειτουργίας της ζωής του».

Όπως βλέπουμε, μετά τη διακήρυξη του Βερναρδάκη, ηαντίθεση παραδοσιακών – δυτικοφίλων, αν και νεφελώδης ακόμη στις λεπτομέρειες, πνευματικές, θρησκευτικές και πολιτικές —και επομένως είναι άξια να ερευνηθεί— συνεχίζεται ως σήμερα με ενδιάμεσους κύριους παραδοσιακούς φορείς τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Φώτη Κόντογλου. Οι συζητήσεις για την ορθή ή σφαλερή πορεία του έθνους εξακολουθούν.

Την ετεροβαρή πνευματική και γενικά πολιτιστική από­κλιση των Ελλήνων προς τη Δύση, πρόβλεπε, αλλά και φοβόταν πριν από την Επανάσταση κιόλας ο Κοραής, όταν τόνιζε τη σπουδαιότητα του έργου της «μετακενώσεως» των ευρωπαϊκών γνώσεων και πνευματικών αγαθών στην Ελλάδα, δηλαδή όταν τους καθιστούσε προσεκτικούς με ποιό τρόπο θα έπρεπε να κάνουν την επιλογή τους, ώστε να μη βλάψουν τα δόκιμα παραδοσιακά στοιχεία, και έτσι παραμορφώσουν την εθνική τους ταυτότητα, καθώς και με ποιό γλωσσικό όργανο, με την αρχαϊκή γλώσσα, με την καθαρεύουσα ή με τη δημοτική. Το δεύτερο ζήτημα, το γλωσσικό, τον απασχολούσε πάρα πολύ. Και για τον τρόπο της μυήσεως των Νεοελλήνων στους αρχαίους συγγραφείς, όπως είναι γνωστό, δεν επέλεξε την παραδοσιακή δημοτική, το ζωντανό γλωσσικό όργανο του λαού, αλλά την καθαρεύουσα, γλώσσα ψυχρή και ανίκανη να ζωογονήσει την παιδεία μας, να μας συνδέσει με τους προγό­νους μας και να μας μετακενώσει τον πλούτο τους. Και οι δυσκολίες μεγαλώνουν, όταν μετά τον θάνατο του Κοραή ο Κωνστ. Οικονόμος και ο Νεόφυτος Βάμβας κηρύσσονται, όπως είπαμε, για μια αυστηρότερη μορφή της καθαρεύουσας και για την προσέγγισή της προς την αρχαία.

IoannisSikoutris.jpg
Ιωάννης Συκουτρής _Μεταπαίδεια

 

2. Αλλά και η προσπάθεια αυτή απέτυχε και δεν έφερε καρπούς παρά μόνο ξηρασία, ώστε η αναστροφή μας με τους αρχαίους δεν έγινε πηγή εμπνεύσεως για μια πραγματική πνευματική αναγέννηση, αλλά ούτε και έφερε εμφανείς αποδεί­ξεις βελτιώσεως του ήθους και γενικότερα της συμπεριφοράς μας. Ο Συκουτρής κάνοντας τον απολογισμό της προσφοράς της κλασσικής παιδείας στην ηθοπλαστική μόρφωση, αναγνω­ρίζει ότι τα αποτελέσματά της δεν ήταν τα προσδοκώμενα, τα ανάλογα προς τους κόπους των μαθητών και σημειώνει —και σ᾽ αυτό έχει απόλυτο δίκαιο— ότι γι᾽ αυτό δεν ευθύνεται τόσο το σχολείο, όσο οι άλλοι ισχυρότεροι παράγοντες, η οικογέ­νεια και το κοινωνικό περιβάλλον, η ίδια η σκληρότητα μέσα στη ζωή, που όχι μόνο δεν συνεργάζονται με το σχολείο, αλλά με τα γνωστά «κλασσικά» τους αξιώματα διδάσκουν τα αντίθε­τα. Η εντατική ενασχόλησή μας με τους αρχαίους συγγραφείς, που αποτέλεσε το κέντρο της παιδείας μας μέσα στα γυμνάσια και μέσα στις φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων, κόλλη­σε περισσότερο στην αποστήθιση γραμματικών και συντακτι­κών κανόνων. Έτσι δεν πρέπει ν’ απορεί κανείς, αν ανατρέχοντας στον περασμένο αιώνα δεν βρίσκει —με όλες τις καλές του προσπάθειες— παρά μόνον ίχνη ανθρωπιστικής επιδράσεως στους μορφωμένους, γιατί η σπουδή της κλασσικής παιδείας δεν πήγαζε από μέσα μας σαν εσωτερική ανάγκη, αλλά ήταν κι αυτή φραγκική μίμηση, δηλαδή μας είχε επιβληθεί περισσότερο απ’ έξω, από τα ευρωπαϊκά συγγράμμα­τα, ή «ως βυζαντινή παράδοσις ή επέκτασις της άλλως βαθύτα­τα ερριζωμένης εθνικής μας συνειδήσεως».

Ανεξάρτητα όμως από το σφάλμα ως προς την επιλογή του κατάλληλου γλωσσικού οργάνου —και εννοώ τη μη χρησιμο­ποίηση της ζωντανής δημοτικής γλώσσας— και το σφάλμα της κακής μεθόδου της διδασκαλίας των ανθρωπιστικών γραμμά­των, ερωτώ: έγιναν άλλες προσπάθειες για τη βελτίωση του ήθους ή και για τη συντελεστική προς το πνεύμα αυτό μεταρρύθμιση του σχολείου, αφού μάλιστα το έθνος υπέφερε από έλλειψη πραγματικής κοινωνικής συμπεριφοράς, από έλλειψη αγωγής; Είναι αλήθεια ότι προς αντιμετώπιση του κενού αυτού είχε αποβλέψει κατά τα μέσα του 19ου αι. ο Λέων Μελάς με τον «Γεροστάθην» προβάλλοντας παραδείγματα ήθους και από τη νεώτερη, αλλά κυρίως από την αρχαία ιστορία και εξαίροντας τη σημασία του καλού δασκάλου. Την ανάγκη αυτή συναισθάνονται και άλλοι, ορισμένα φωτισμένα μυαλά, όταν αργότερα, μετά την έξωση του Όθωνα, κλυδωνί­ζεται η χώρα και οι ιδέες, τα πολιτικά ήθη και τα πνευματικά ιδρύματα, όπως και σήμερα, περνούν βαθιά κρίση. Όποιοι έχουν διδάξει σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, δημοτικά, γυμνάσια ή πανεπιστήμια, γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του καλού, του ενθουσιώδους δασκάλου, που —ανεξάρτητα ακόμη και από παιδαγωγικά συστήματα— αν έχει ήθος και πνεύμα ανώτερο, κάνει αληθινά θαύματα, αλλά γνωρίζουν επίσης πόσο λίγοι είναι οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα προσόντα αυτά και συναίσθηση της μεγάλης αποστολής τους· που ξέρουν επίσης τα προτερήματα, αλλά και τα μεγάλα ελαττώματα, του ελληνι­κού λαού.

Ιδρύματα παρόμοια με του Pestallozzi και του Fellenberg δεν ιδρύθηκαν βέβαια, ούτε και ανδρώθηκαν ποτέ στην Ελλάδα, αλλά και τα όσα άλλα λειτούργησαν κατόπιν με άξιους παι­δαγωγούς, δεν κατόρθωσαν σχεδόν τίποτε προς την κατεύ­θυνση της πνευματικής και ηθικής βελτιώσεως, καθώς και της πολιτικής αγωγής των Ελλήνων, γιατί δεν υπήρξε η συνέχεια, δεν δημιουργήθηκε η παράδοση. Και αν μερικά ιδρύματα με φωτεινούς παιδαγωγούς προσπάθησαν κάτι να κάνουν, ν’ ανοίξουν νέους δρόμους διδασκαλίας, να δημιουργήσουν σύ­στημα με ρίζες στην παράδοση, στο έδαφος του τόπου, αυτών η λειτουργία εμποδίστηκε με κάθε τρόπο από φθονερούς ομοτέ­χνους ή και άλλους δυσφημιστές και συκοφάντες και τελικά διακόπηκε. Η πρωτοβουλία, η δημιουργική φαντασία ορισμέ­νων εξαίρετων πνευμάτων, η γεννήτρια κάθε προόδου, ή —έστω— και ο ζωογόνος πειραματισμός αποκηρύσσονται, φυλα­κίζονται μέσα σε αυστηρά τυποποιημένα σιδερένια πλαίσια ή και καταδιώκονται. «Μη θίγετε τα κακώς κείμενα» έγινε αρχή και παροιμία στη νεώτερη Ελλάδα, γιατί οι περισσότεροι από νωθρότητα ή και φθόνο δεν θέλουν να φύγουν από τα παγιωμένα, από τη ρουτίνα, γιατί η κάθε μεταρρύθμιση ταράζει τα βαλτωμένα νερά, φέρνει κάποια αναταραχή και σύγχυση που τους ενοχλεί.

Τέτοια προσπάθεια για αλλαγές στο εκπαιδευτικό μας σύστημα με την εισαγωγή κειμένων από την πλούσια δημοτική και λογοτεχνική μας παράδοση είχε επιχειρήσει ο Αλέξανδρος Δελμούζος. Τρεις φορές δοκίμασε και τρεις φορές εμποδίστηκε, την τελευταία φορά ως καθηγητής της παιδαγωγικής στο νεοϊδρυμένο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ό,τι καινούριο παρατηρείται στην Ελλάδα, έρχεται έτοιμο σαν καθυστερημέ­νος απόηχος απ’ έξω, αφού πρώτα δοκιμαστεί εκεί με πρωτο­βουλία των ξένων. Τα φυσικά χαρίσματα των Ελλήνων, η δημιουργική φαντασία και ο ενθουσιασμός, ιδίως στα πνευματι­κά ζητήματα, εμποδίζονται ν’ αναπτυχθούν σε υψηλά επιτεύγ­ματα και τελικά μαραίνονται από τον ασίγαστο φθόνο των συμπατριωτών τους.

Έπειτα δεν παρατηρείται, δεν υπάρχει συνεργασία, ούτε καν ενθάρρυνση για συνεργασία πολλών ατόμων, αλλ’ αντίθε­τα τάση προς διάλυση, προς υπονόμευση πρωτοβουλίας, ιδίως στο παραγωγικό έργο. Έτσι η εκπαίδευση των νέων στην Ελ­λάδα έμεινε σχεδόν ανεξάρτητη από μόνιμα εκπαιδευτικά συ­στήματα και οι καρποί της διδασκαλίας εξαρτήθηκαν περισσό­τερο από την ευσυνειδησία και την απόδοση του καλού δασκά­λου, του διαποτισμένου από το βαθύ πνεύμα των ανθρωπιστι­κών γραμμάτων.

Έτσι οι Έλληνες μένουν στα παραδεδομένα, στα καθιερω­μένα, και δεν δίνεται διέξοδος εύκολα στην επινοητικότητα και στην καινοτομία που εξασφαλίζουν οικονομία και πρόοδο. (Έτσι π.χ. ενώ υπάρχουν πολλές έδρες κλασσικής φιλολογίας στα πανεπιστήμιά μας, ούτε μια τουρκολογίας ή αραβολογίας ή ισλαμολογίας δεν έχει θεσμοθετηθεί σε κανένα. Και να σκεφθεί κανείς ότι επί αιώνες έχουμε κοντά μας τους λαούς του Ισλάμ, προπάντων τους Τούρκους!).

Αλλά και οι μεγάλες περιπέτειες του έθνους μας μετά την απελευθέρωσή του, δεν το άφησαν απερίσπαστο για πολλά χρόνια, ώστε να καταλαγιάσουν οι συσσωρευμένοι συνεχώς στο εθνικό έδαφος πληθυσμοί, να λυθούν τα προβλήματα και να μπορέσουν έπειτα οι πολίτες ν’ αντιμετωπίσουν συνειδητά τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά τους προς το έθνος και προς τους εαυτούς των, να σκεφθούν τί τους κληροδότησε το παρελθόν, αλλά και τί τους έφερε το πρόσφατο—με τους πολέμους και τις αναστατώσεις με τις ανάλογες βέβαια επιδρά­σεις και επιπτώσεις— μεταβαλλόμενο και συνεχώς διαμορφούμενο παρόν. Αυτά όμως δεν δικαιολογούν και δεν πρέπει ν’ αποτελούν ένα «άλλοθι» που δεν υπάρχει.

Και όμως μέσα τα 100 πρώτα χρόνια παρουσιάστηκε στους Έλληνες η σπάνια στη ζωή των εθνών ευκαιρία να μεγαλουρ­γήσουν, τόσο στον πολιτικό, όσο και στον πολιτιστικό τους τομέα και να δικαιολογήσουν την αποστολή τους στον κόσμο, αλλά η διχόνοια, ο εμφύλιος πόλεμος, έφερε την πτώση, την καταστροφή. Έχοντας υπόψη του τα παρόμοια γεγονότα του παρελθόντος ο Αλέξανδρος Πάλλης, γράφει μετά την αποτυχία του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920· «Αν δεν ήτανε (τα ελαττώματά μας τέτοια), δεν θα καταντούσαμε το πιο μεγάλο της Ευρώπης και το πιο πολιτισμένο έθνος του κόσμου σε ένα από τα πιο μικρά και λιγότερο μορφωμένα ευρωπαϊκά έθνη, όπου ακόμα εισάγονται νόμοι φυλακιστικοί της διάνοιας και όπου μέσα από της επιστήμης τα σπλάχνα ξεσπάει πισωδρομισμός αράπικου μέντρεσέ». Διαβάζοντας κανείς τα λόγια αυτά αναθυμάται σχεδόν τα ίδια που είχε αναφωνήσει πριν από 600 περίπου χρόνια ο βυζαντινός λόγιος Θεόδωρος Ποτάμιος. Ποιά όμως είναι τα αίτια που όχι μόνο δεν μας αφήνουν —παρά τα ομολογημένα από όλους προσόντα μας— να προχωρήσουμε γοργά προς τα εμπρός, αλλά συχνά μας πισωγυρίζουν και κάποτε μπορούν να μας φέρουν στον γκρεμό;

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Το νόημα του ᾽21 στα Απομνημονεύματα του Φωτάκου
Διδακτορική διατριβή, Ανδριάκαινα, Ελένη
DOI: 10.12681/eadd/11732 – http://hdl.handle.net/10442/hedi/11732

Άπαντα Κολοκοτρώνη
Google Books
Τόμος Α´, Τόμος Β´

Ιωάννη Μακρυγιάννη
Απομνημονεύματα

Μελάς Λέων
Ο Γεροστάθης (απόσπασμα)

Καλλιγάς Παύλος
Θάνος Βλέκας (αποσπάσματα)

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.