Το Αγροτικό Ζήτημα Ι

στις

Ελληνική Οικονομική Ιστορία
Οικονομία, Κοινωνία και Κράτος στην Ελλάδα (18ος-20ος αιώνας)

Κεφάλαιο 3 – Το Αγροτικό Ζήτημα
Μέρος Ι – Από τις Εθνικές Γαίες στην Κορινθιακή Σταφίδα

Βασίλης Πατρώνης
Αναπληρωτής Καθηγητής

Τμ. Οικονομικών Επιστημών, Παν|μιο Πατρών

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

3.1 Εισαγωγή

Αυτό που εντυπωσιάζει τον μελετητή του ελληνικού αγροτικού χώρου τον 19ο αιώνα είναι ότι παρουσιάζει δύο όψεις: Στις πρώτες δεκαετίες αμέσως μετά την ανεξαρτησία διαπιστώνεται μια αργή ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του, η ελληνική ύπαιθρος μεταμορφώνεται με κύριο γνώρισμα τον εκχρηματισμό της αγροτικής οικονομίας και την ταχύτατη ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και των εξαγωγικών αγροτικών προϊόντων. Πράγματι, στην πρώτη αυτή περίοδο, ο ελληνικός αγροτικός χώρος φαίνεται να κινείται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. H επιβολή του καθεστώτος των εθνικών γαιών και της ενοικίασής τους στους ακτήμονες γεωργούς, επιδείνωσε πολλά προβλήματα που είχε κληροδοτήσει στην αγροτική παραγωγή η οθωμανική κατοχή και ο πόλεμος της ανεξαρτησίας. Το χάος γύρω από το νομικό και οικονομικό καθεστώς της γης, η βαριά φορολογία, η βαθμιαία εγκατάλειψη της καλλιέργειας των εθνικών εδαφών και η χαμηλή δημογραφική πυκνότητα στις πεδιάδες, αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής υπαίθρου. Αν, όμως, αυτή είναι η εικόνα του ελληνικού αγροτικού χώρου στην πρώτη αυτή περίοδο, στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η εικόνα αυτή φαίνεται να αλλάζει ριζικά. H επιβολή της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης και η στροφή προς τις εμπορευματικές καλλιέργειες, η αύξηση των καλλιεργούμενων εδαφών και της αγροτικής παραγωγής, η κάθοδος των ορεινών και ημιορεινών πληθυσμών στις πεδιάδες και η συνακόλουθη βελτίωση της πληθυσμιακής πυκνότητας, ο εκχρηματισμός της αγροτικής οικονομίας, η δημιουργία πόλεων-εξαγωγικών κέντρων με ταχύρρυθμη πληθυσμιακή ανάπτυξη και κοινωνική διαφοροποίηση, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου.

Πρόκειται για τον σημαντικότερο μετασχηματισμό που γνωρίζει η ελληνική ύπαιθρος το 19ο αιώνα. Όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια, ο μετασχηματισμός αυτός οφείλεται στην αλληλεπίδραση δύο εξαιρετικά σημαντικών γεγονότων: της διανομής των «εθνικών γαιών» το 1871 και της τεράστιας επέκτασης των εξαγωγικών φυτειών και ιδιαίτερα της κορινθιακής σταφίδας.

Jean-François_Millet
Διανομή των εθνικών γαιών – Jean François Millet (πηγή)

3.2 Το πρόβλημα της γης στην Ελλάδα

Το πρόβλημα της γης και η αγροτική μεταρρύθμιση, αποτέλεσαν ιστορικά ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα των αστικών επαναστάσεων. H μετατροπή της φεουδαρχικής ή άλλης, προαστικού τύπου ιδιοκτησίας σε σύγχρονη ατομική, απεριόριστη και ελεύθερη ιδιοκτησία αποτέλεσε το κοινό περιεχόμενο όλων των αγροτικών μεταρρυθμίσεων. O εκσυγχρονισμός της οικονομικής ζωής, η οικονομική ανάπτυξη και η πορεία προς την εκβιομηχάνιση μιας χώρας, εξαρτήθηκε σε σημαντικό βαθμό από την κατάργηση κάθε προαστικού, εμπράγματου βάρους στην αγροτική ιδιοκτησία και από τη μετατροπή της τελευταίας σε απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία. Κατ’ αυτή την έννοια, με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ζητούσε άμεση λύση ήταν αυτό της «απελευθέρωσης» της γης, αφού οικονομική ανόρθωση και ανάπτυξη δεν μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς να λυθεί προηγουμένως το πρόβλημα της ιδιοκτησίας. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η διαπίστωση όλων των σημαντικών μελετητών του 19ου αιώνα, που έβλεπαν την ευθεία διασύνδεση που υπήρχε μεταξύ της αναγνώρισης από το κράτος της απεριόριστης, πλήρους και αποκλειστικής ατομικής κυριότητας επί της γης με την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, με την αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων στη γεωργία, άρα και με τη συσσώρευση του κεφαλαίου. O I. Σούτσος, τόνιζε με αφορμή το θέμα των εθνικών γαιών, ότι βασικός στόχος της ελληνικής πολιτείας πρέπει να είναι η εξασφάλιση της ιδιοκτησίας. O Γουσταύος Έϊχταλ, επίσης υποστήριζε το 1834 ότι το νέο γραφείο της Πολιτικής Οικονομίας δεν μπορεί να κάνει τίποτε «αν δεν κανονιστεί οριστικώς το ζήτημα της ιδιοκτησίας.» (Bλ. Έϊχταλ Γκ., Η Οικονομική και Κοινωνική κατάσταση μετά το 1821, εκδ. Μπάϋρον, 1974, σελ. 19). Από το 1821 έως το 1922 το ζήτημα της γης βρέθηκε στο επίκεντρο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής του τόπου και οι προσπάθειες για την επίλυσή του επηρέασαν αποφασιστικά τους οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς του ελληνικού χώρου στο 19ο αιώνα.

Το πρόβλημα των γαιοκτητικών σχέσεων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Αρχικά, επειδή από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους το 1828, η ελληνική γεωργία βρέθηκε ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές επιρροές: αφενός η κληρονομιά των οθωμανικών κοινωνικών μηχανισμών και αφετέρου η απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία στη γη, που (θεωρητικά τουλάχιστον) εισήγαγε το γερμανορωμαϊκό δίκαιο: «H οθωμανική πολυμορφία ως προς τον τρόπον κτήσεως του εδάφους, αντεκαταστάθη από της ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους υπό της ατομιστικής αντιλήψεως μιας ατομικής ιδιοκτησίας ελευθέρου και απεριορίστουBλ. Στεφανίδης Δ., Αγροτική Πολιτική, Τόμ. Ι, Αθήνα 1948, σελ. 65.  Κατά δεύτερο λόγο, επειδή ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού χώρου βρισκόταν εκτός των ορίων του νέου ελληνικού κράτους του 1830: Αναφερόμαστε στις τουρκοκρατούμενες περιοχές που ενσωματώνονται μεταγενέστερα και βαθμιαία στον εθνικό κορμό. Στη Θεσσαλία και στην περιοχή της ‘Άρτας η ένταξη της γης στα εθνικά εδάφη κηρύσσεται το 1881, με μισό αιώνα καθυστέρηση. Στις άλλες περιοχές (Μακεδονία, Θράκη, λοιπή Ήπειρο, Κρήτη), η αγροτική μεταρρύθμιση ολοκληρώνεται μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά συνέπεια, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης και εξατομίκευσης της γης στον ελληνικό χώρο δεν ήταν μια στιγμιαία πράξη που συνδέθηκε με ένα νομικό διάταγμα, αλλά μια μακρόχρονη, σταδιακή διαδικασία, που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα (1828-1922). Είναι, επομένως, απαραίτητο όταν εξετάζουμε τις γαιοκτητικές σχέσεις στον 19ο αιώνα, να κάνουμε διάκριση μεταξύ ελληνικού και ελλαδικού χώρου, αφού σε κάθε τμήμα επικρατούσαν διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. Πρέπει, επίσης, να μη διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς γαιοκτησίας στη διάρκεια αυτής της περιόδου έχουμε όχι μόνο στα πλαίσια του ελληνικού βασιλείου, αλλά και στο τουρκοκρατούμενο τμήμα του ελλαδικού χώρου, μεταρρυθμίσεις που προέκυψαν από τις εσωτερικές ανάγκες του οθωμανικού συστήματος. Έτσι, η διαδικασία «απελευθέρωσης» της γης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα πέρασε μέσα από δύο δρόμους: O πρώτος ταυτίστηκε με τις πράξεις εθνικής απελευθέρωσης εθνικών εδαφών (1832 ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, 1881 απελευθέρωση της Θεσσαλίας και τμήματος της Ηπείρου, 1912/13 απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Θράκης και των Ιωαννίνων). O δεύτερος, εξελικτικός, προέκυψε από τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

greece-corinth.jpg
(πηγή)

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, που προέκυψαν σαν ώριμη εσωτερική απαίτηση της οθωμανικής κοινωνίας στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού, επέδρασαν αποφασιστικά τόσο στις γαιοκτητικές και κοινωνικές σχέσεις, όσο και στην «προσωπική απελευθέρωση» των αγροτών από τα φεουδαρχικά δεσμά στις τουρκοκρατούμενες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Πριν την εθνική απελευθέρωση των περιοχών αυτών, μεσολάβησαν οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Tανζιμάτ (1839), του Xάτι Xουμαγιούν (1856) και ο νόμος περί γαιών (1858), που μετέβαλλαν τη θέση του αγρότη-καλλιεργητή των τσιφλικιών. Αναγνωρίστηκε πλήρως η ασφάλεια ζωής, τιμής και περιουσίας, επιβλήθηκε η νομική, πολιτική και θρησκευτική ισότητα και επεκτάθηκαν τα κληρονομικά δικαιώματα των κατοίκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν και οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν άλλαξαν ριζικά τις σχέσεις γαιοκτησίας, είναι φανερό ότι εξασθένησαν το τιμαριωτικό σύστημα και απελευθέρωσαν σημαντικές παραγωγικές δυνάμεις. Ορισμένοι συγγραφείς, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές από την άποψη των πολιτικών αναγκών του καπιταλισμού, «εκμηδένισαν στην πράξη τις επιπτώσεις της ελληνικής εθνικής επανάστασης για τις ελληνικές περιοχές που βρίσκονταν ακόμη κάτω από τον τουρκικό ζυγό, το δε εθνικό κράτος παρέμενε πλέον μόνο ως πολιτισμική απαίτηση.» Bλ. Παναγιωτόπουλος Β., «Η Βιομηχανική Επανάσταση και η Ελλάδα» στο Εκσυγχρονισμός και Βιομηχανική Επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο 1980, σελ. 223. Γίνεται φανερό ότι διαφορετικό γαιοκτητικό και θεσμικό καθεστώς κληρονόμησε το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση του 1830 και διαφορετικό βρήκε το 1881 (Θεσσαλία, Άρτα), ή το 1912/13 και το 1922 (Μακεδονία, Θράκη και λοιπή Ήπειρος). Οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας τη νομική, πολιτική και θρησκευτική ισότητα των πολιτών, «αφαίρεσαν από την απελευθερωτική πράξη σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό περιεχόμενο, διατηρώντας μόνο το εθνικό τηςΒλ. Σακελλαρόπουλος, Θ., Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη. Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα, 18830-1922, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991, σελ. 51. 

Συνεπώς, η ιστορία της γαιοκτησίας στα πλαίσια του νέου ελληνικού κράτους μέχρι το 1922, μπορεί να συνοψιστεί σε δύο μεγάλα ζητήματα :

  • το ζήτημα των «εθνικών γαιών,» που κυριάρχησε στις γαιοκτητικές σχέσεις στην περίοδο 1828- 1871 και
  • το ζήτημα των τσιφλικιών, που συγκεντρώθηκαν κυρίως στις βόρειες επαρχίες της χώρας. Αυτό το ζήτημα κυριάρχησε στην οικονομική ζωή της χώρας στην περίοδο 1881-1922 και θα το εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

3.3 Εθνικές και ιδιωτικές γαίες

Στις συνθήκες αυτές, το κύριο πρόβλημα του νέου ελληνικού κράτους ήταν αυτό της επιβίωσής του και της οικονομικής του ανάπτυξης. Και πρώτα απ’ όλα θα έπρεπε να δοθεί λύση στο αγροτικό πρόβλημα της χώρας και ειδικότερα στο ζήτημα της ιδιοκτησίας της γης, που άφησαν φεύγοντας οι Οθωμανοί και είχε περιέλθει προσωρινά στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους. Πράγματι, την επαύριον της ανεξαρτησίας, το ερώτημα που απασχολούσε τον αγροτικό πληθυσμό της χώρας, ήταν η τύχη των πρώην οθωμανικών γαιών. Πως θα ρύθμιζε το καθεστώς της γαιοκτησίας το νέο ελληνικό κράτος; Η γη που αναγκαστικά εγκατέλειψαν οι Τούρκοι θα περιέρχονταν στους ακτήμονες χωρικούς ή θα περνούσε στα χέρια των μεγάλων ιδιοκτητών; Ήδη αρκετές μεγάλες εκτάσεις καταπατήθηκαν από τους οπλαρχηγούς και τους τοπικούς φεουδάρχες και προστέθηκαν στις προσωπικές τους κτήσεις. Η τύχη όμως του μεγάλου μέρους των ελεύθερων εθνικών γαιών παρέμεινε εκκρεμής και αποτέλεσε το πεδίο της πρώτης σοβαρής κοινωνικής αναμέτρησης στα πλαίσια του νέου ελληνικού κράτους.

Ουσιαστικά, το ζήτημα των εθνικών γαιών δημιουργήθηκε όχι ως αποτέλεσμα της Επανάστασης, αλλά ταυτόχρονα με την έκρηξη της Επανάστασης, όταν τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα και οι χωρικοί κατέλαβαν τη γη, τις φυτείες και τα αγροκτήματα που ανήκαν σε μουσουλμάνους μετά το σφαγιασμό ή την αποχώρησή τους. Κατέλαβαν επίσης τις γαίες που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, καλλιεργημένες και ακαλλιέργητες. «Η κρίσιμη συμβολή των αγροτικών πληθυσμών στη στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης επηρέασε αποφασιστικά την τύχη των πρώην μουσουλμανικών γαιών. Παρότι οι κατά τόπους ισχυροί προεστοί και πολέμαρχοι προσπάθησαν να τις ιδιοποιηθούν, στις περιοχές που κατέκτησε ο επαναστατικός στρατός η κυριότητα των ‘εθνικών γαιών’, όπως τώρα πλέον αποκαλούνταν, πέρασε στο επαναστατικό κράτος. Προκειμένου να αποφύγουν κοινωνικές εξεγέρσεις, οι επαναστατικές διοικήσεις αναγκάστηκαν να απαγορεύσουν κάθε μεταβίβαση εθνικής γης κατά τη διάρκεια του πολέμου, παρά τις επείγουσες χρηματικές ανάγκες της Επανάστασης». (βλ. Φραγκιάδης Α., Ελληνική Οικονομία 19ος-20ός αιώνας. Από τον αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2007, σελ. 25).

1823_1_0.jpg
Η Διακήρυξη της Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Άστρος

Ο Σπ. Τρικούπης μεταφέρει το παρακάτω επεισόδιο από τα χρόνια της Επανάστασης, σχετικά με τις αντιδράσεις των ακτημόνων απέναντι στα σχέδια εκποίησης της εθνικής γης: «Στη διάρκεια της Βˊ Εθνικής Συνέλευσης (Άστρος 1823) αρκετοί αγανακτισμένοι ακτήμονες στρατιώτες, μόλις πληροφορήθηκαν ότι είχε υποβληθεί από μερικούς στη Συνέλευση σχέδιο ψηφίσματος ‘περί εκποιήσεως εθνικών γαιών’ – που θα κατέληγαν ευνόητα στους προύχοντες γαιοκτήμονες, τους μόνους που διέθεταν χρήματα – έγραψαν σε ένα μεγάλο χαρτί ‘Εκποίηση Γης’ (της πρώην οθωμανικής και νυν εθνικής). Το έστησαν και άρχισαν να το πυροβολούν. Από τους πυροβολισμούς αυτής της πρωτότυπης κίνησης διαμαρτυρίας προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση». (βλ. Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ, επανέκδοση Αθήνα 1978, σελ. 36). Η εθνικοποίηση της πρώην οθωμανικής γης κατά την Επανάσταση και το ρευστό και ασαφές καθεστώς τους προσφέρονταν για κάθε λογής αυθαιρεσίες και αποτέλεσε μια καλή ευκαιρία για τους προύχοντες να αυξήσουν την έγγεια ιδιοκτησία τους: «Ωστόσο η Επανάσταση της οποίας ηγούνταν, απαιτούσε τη στρατολόγηση χωρικών για τη συνέχιση του αγώνα. Έτσι η εθνική γη πήρε συμβολική μορφή, ήταν η γη των προγόνων την οποία οι χωρικοί έπρεπε να ανακτήσουν. Όλες οι εθνοσυνελεύσεις αναγνώριζαν τόσο το δικαίωμα των Ελλήνων στην ελευθερία όσο και το δικαίωμά τους στη γη». (βλ. Καρούζου Ε., «Θεσμικό πλαίσιο και αγροτική οικονομία» στο Κωστής Κ.-Πετμεζάς Σ. (επιμ.), Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τον 19ο αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001, σελ. 183) 

Συνεπώς, η εθνικοποίηση της γης δεν υπήρξε μία αυθαίρετη πράξη της κεντρικής διοίκησης, χωρίς σύνδεση με το παρελθόν. Ήδη, οι Εθνικές Συνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, είχαν διακηρύξει την πρόθεση της επαναστατικής αρχής να αναλάβει όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την οικονομική εξουσία, καθώς και τη διαχείριση της γης, που ασκούσαν προηγουμένως οι ηττημένοι Τούρκοι. Πιο συγκεκριμένα, η Γερουσία της Πελοποννήσου, που συνήλθε στις 30/5/1821 στη Στεμνίτσα της Γορτυνίας, έστειλε «προς πάντας τους εν Πελοποννήσω επαρχιακούς εφόρους», μια εγκύκλιο που καθόριζε τον τρόπο διαχείρισης της γης, που μέχρι τότε ανήκε στους Τούρκους. Πρόκειται για την «εγκύκλιο της Στεμνίτζης«, που σύμφωνα με τον Δ. Ψυχογιό «αποτελεί τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως των εθνικών γαιών(Bλ. Ψυχογιός Δ, Το Ζήτημα των Εθνικών Γαιών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1994 σελ. 58-59). H εγκύκλιος αυτή είχε δημιουργήσει στους αγωνιστές την ελπίδα ότι η εθνική γη επρόκειτο να μοιραστεί στους ίδιους, ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή τους στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης, σύμφωνα με μια άλλη εκτίμηση, η προοπτική αυτή είχε ήδη υιοθετηθεί από τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας Ι. Καποδίστρια για τη δημιουργία ενός έθνους μικροϊδιοκτητών με παράλληλη μείωση της δύναμης των προεστών, αλλά και από την αντιβασιλεία και τον Όθωνα, που απέβλεπαν στη δημιουργία μικρών ιδιοκτητών γης, υποστηρικτών του θρόνου. (Bλ. Αρώνη-Τσίχλη Κ., Το Σταφιδικό Ζήτημα και οι Κοινωνικοί Αγώνες, Πελοπόννησος 1893-1905, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1999, σελ. 35).

Peter_von_Hess_-_The_Entry_of_King_Othon_of_Greece_in_Athens_-_WGA11387.jpg
(πηγή)

Πράγματι, οι εθνικές γαίες αποτέλεσαν, από την ίδρυσή του σχεδόν, το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο κράτος και τις κοινωνικές ομάδες που προσπαθούσαν να τις οικειοποιηθούν –ιδιαίτερα μάλιστα αν επρόκειτο για φυτείες όπου μπορούσαν να προβάλουν και νομικά επιχειρήματα για να στηρίξουν τη θέση τους στα δικαστήρια, όταν τα πράγματα έφταναν εκεί. Άλλες φορές πάλι, μετά από τριάντα χρόνια συνεχούς κατοχής, η γη που αυθαίρετα είχε καταληφθεί από τους χωρικούς μετατρεπόταν αυτόματα σε ιδιοκτησία τους χάρη στην άσκηση του δικαιώματος της χρησικτησίας, όπως προέβλεπε το βυζαντινό-ρωμαϊκό δίκαιο. Παρόλο, όμως, ότι ένα τμήμα της δημόσιας γης καταπατήθηκε, φαίνεται ότι αυτό δεν έγινε συστηματικά από τους τοπικούς προκρίτους της κάθε περιοχής, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840 και μετά και δεν οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων ιδιοκτησιών σε αυτά τα εδάφη. Το ζήτημα του σφετερισμού μεγάλων εκτάσεων εθνικής γης από τους προύχοντες έχει απασχολήσει επανειλημμένα την ελληνική ιστοριογραφία. Και αυτό, γιατί τέτοιες πρακτικές είχαν καταγραφεί, τόσο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης όσο και κατά την πρώτη δεκαετία του ανεξάρτητου κράτους: Έχοντας έναν πολλαπλό εξουσιαστικό ρόλο ήδη πριν (γαιοκτήμονες, έμποροι, ενοικιαστές φόρων και προσόδων, διαχειριστές της τοπικής πολιτικής εξουσίας) και μη γνωρίζοντας ποια θα είναι τελικά η θέση τους στη νέα τάξη πραγμάτων που θα προέκυπτε στο νέο κράτος, οι προύχοντες συγκέντρωναν εθνική γη, όποτε και όταν μπορούσαν και παρά τις ρητές απαγορεύσεις των εθνοσυνελεύσεων: «Μετά τη δεκαετία του 1840, όταν αρχίζει να διαφαίνεται ο τρόπος ενσωμάτωσής τους στο νέο κράτος, κυρίως με την ένταξή τους στο χώρο της πολιτικής και της διοίκησης, τότε αποσύρονται σταδιακά από τις άλλες τους δραστηριότητες. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιδιότητά τους ως γαιοκτήμονες. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι παύουν να κατέχουν μεγάλες εκτάσεις γης. Σημαίνει ότι η κυριαρχία τους στον κόσμο της υπαίθρου και της αγροτικής παραγωγής δεν βασίζεται πλέον στην ιδιοκτησία της γης. Η γη που είχαν συγκεντρώσει προεπαναστατικά και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης άρχισε να υπηρετεί όλο και περισσότερο το πολιτικό τους προφίλ, κυρίως χρηματοδοτώντας την πολιτική τους καριέρα». (Βλ. Καρούζου Ε., «Θεσμικό πλαίσιο και…, όπ.πρ., σελ. 185)

Στο κρίσιμο αυτό ζήτημα, που προέκυψε αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας, το ελληνικό κράτος προτίμησε —αντί να παραχωρήσει τις εκτάσεις αυτές στους γαιοκτήμονες ή να τις διανείμει δωρεάν στους ακτήμονες καλλιεργητές— να τις κρατήσει για δικό του λογαριασμό και να τις ενσωματώσει στη περιουσία του Δημοσίου. Η θέλησή του να μην υποκύψει στις απαιτήσεις των γαιοκτημόνων αλλά και η δειλία του ως προς τη διανομή της γης στους καλλιεργητές, απέφεραν στο ελληνικό κράτος την επομένη της ανεξαρτησίας την ιδιοκτησία επί μεγάλου τμήματος των καλλιεργούμενων εκτάσεων της χώρας. Πράγματι, σύμφωνα με τις Συνθήκες που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της χώρας, τα εδάφη που περιλαμβάνονταν στα όρια του νέου κράτους και που ανήκαν πριν στους Οθωμανούς ανακηρύχθηκαν «εθνική ιδιοκτησία«. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1830 το ελληνικό κράτος εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας του ελληνικού χώρου κατέχοντας σύμφωνα με τους πλέον μέτριους υπολογισμούς το 35%-50% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων του ελληνικού βασιλείου. Ας μη ξεχνάμε ότι για τις ελληνικές κυβερνήσεις η εθνική γη αποτέλεσε το μόνο, ουσιαστικά, κεφάλαιο που διέθεταν στη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε ως υποθήκη για τη σύναψη δανείων ή ως μέσα εξασφάλισης εσόδων, μέσω της εκποίησής της. Υπολογίζεται ότι η έκταση των εθνικών κτημάτων ανερχόταν χονδρικά σε 4.000.000 έως 5.000.000 στρέμματα.

Lord_Byron_at_Missolonghi.jpg
(πηγή)

Είναι φανερό, ότι το ελληνικό κράτος με την «εθνικοποίηση» της γης, «κατέστησε φανερή την πρόθεσή του να εμποδίσει τη δημιουργία μιας αστικής τάξης γαιοκτημόνων με βάση τους παλιούς κοτζαμπάσηδες». (Βλ. Ανδρεάδης Α., Εθνικά δάνεια και ελληνική δημόσια οικονομία, Αθήνα 1939, σελ. 37) Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν μάλιστα ότι η εθνικοποίηση της γης υπήρξε έργο της εμπορομεσιτικής και της δημοσιοϋπαλληλικής αστικής τάξης, με κύριο εισηγητή τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, (βλ. Bεργόπουλος Κ., Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1975, σελ.106). Ο ίδιος συγγραφέας (Βεργόπουλος, όπ.πρ. σελ. 88), υποστηρίζει ότι την ίδια άποψη διατύπωσε στο παρελθόν και ο Γ. Zέβγος: «H εθνικοποίηση της γης υπήρξε έργο του Μαυροκορδάτου, πολιτικού εκπροσώπου των εμπόρων. Αυτοί οι τελευταίοι κυρίως υπεράσπισαν την εθνικοποίηση με την πρόθεση να αυξήσουν έτσι τα δημόσια έσοδα». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος των ακτημόνων χωρικών μετατράπηκαν σε «ενοικιαστές» των εθνικών γαιών, αντί να γίνουν οι πραγματικοί τους ιδιοκτήτες. Το νέο ελληνικό κράτος, μάλιστα, διαμόρφωσε μια συμπεριφορά ενεργού ατομικού ιδιοκτήτη των εθνικών γαιών, ζητώντας από τους ακτήμονες καλλιεργητές υψηλότερους φόρους από όσους πλήρωναν επί Τουρκοκρατίας. Αξίωνε από τους χωρικούς όχι μόνο το φόρο της δεκάτης —η οποία είχε διατηρηθεί από τους Τούρκους ως κύρια μορφή φορολογίας του αγροτικού πληθυσμού— αλλά και την επιπρόσθετη πληρωμή του 15% επί του ακαθαρίστου προϊόντος ως ενοίκιο προς τον ιδιοκτήτη, λόγω της υποτιθέμενης μίσθωσης. Συνολικά, δηλαδή, ο ενοικιαστής της γης υποχρεωνόταν να καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο περίπου το 25% της ακαθάριστης παραγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ο αγροτικός κλήρος πήρε μικροσκοπικές διαστάσεις, αντίστοιχες προς τις οικονομικές δυνατότητες της μονάδας στην οποία «ανατέθηκε» η βασική παραγωγική διαδικασία, δηλαδή της οικογένειας. «Η αγροτική οικογένεια κατά πλειοψηφία μονο-εστιακή και σχετικά ολιγομελής, είχε περιορισμένες δραστηριότητες σε εργατικά χέρια και, καθώς έβγαινε πάμπτωχη από την τουρκοκρατία και τον αγώνα της ανεξαρτησίας, αδυνατούσε, κυριολεκτικά, να κάνει και την παραμικρότερη επένδυση για να αυξήσει την παραγωγικότητα του κλήρου της. Γενικότερα, το χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο της χώρας και η ανυπαρξία έστω και στοιχειωδών μορφών εκμηχάνισης στη γεωργία, ωθούσε σε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση τον αγροτικό κλήρο, σε μια εποχή που η διαθεσιμότητα ακαλλιέργητων γαιών επέτρεπε τη δημιουργία πολύ μεγαλύτερων αγροτικών εκμεταλλεύσεων». (βλ. Παναγιωτόπουλος Β., «Η Βιομηχανική Επανάσταση…όπ.πρ., σελ. 227-228)

 

1193228871.jpg
(πηγή)

3.4 Το Ζήτημα των Εθνικών Γαιών και η Λύση του

Στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, λοιπόν, οι γαιοκτητικές σχέσεις στο νέο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκαν αποφασιστικά από το καθεστώς των εθνικών γαιών. Σύμφωνα με μια άποψη που υποστηρίζεται από ορισμένους συγγραφείς με την ανεξαρτησία και την εισαγωγή του γερμανορωμαϊκού δικαίου επικράτησε η ατομικιστική άποψη για την ιδιοκτησία με αποτέλεσμα να αποτελέσουν οι εθνικές γαίες μια αστικής μορφής έγγεια ιδιοκτησία. Σύμφωνα με την άποψη αυτή το νέο ελληνικό κράτος με την εισαγωγή του γερμανορωμαϊκού δικαίου, «αναγνώρισε, για πρώτη φορά, την πλήρη και απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία του εδάφους και επέτρεψε την ανάλογη ερμηνεία των προγενεστέρως κεκτημένων δικαιωμάτων.» (Bλ. Bεργόπουλος Κ., Το Αγροτικό Ζήτημα … όπ.πρ., σελ. 101 και παρακάτω στη σελ. 114) : «Είναι πλέον σαφές ότι οι εθνικές γαίες δεν ξεπήδησαν ως ένα «υπόλειμμα» του προκαπιταλιστικού οθωμανικού συστήματος, αλλά μάλλον ως μία πρωτότυπη δημιουργία του νεότερου αστικού κράτους». Tην ίδια άποψη φαίνεται να συμμερίζεται και ο K. Tσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σελ. 277 : «Οι εθνικές γαίες δεν αποτελούν λοιπόν προκαπιταλιστικό κατάλοιπο μιας «γενικής» εθνικής, κεντρικής ή βασιλικής ιδιοκτησίας της γης. Εντάσσονται αντίθετα μέσα σ’ ένα σύστημα αστικής έμπνευσης ατομικής ιδιοκτησίας της γης, στο πλαίσιο του οποίου το κράτος δεν είναι επικυρίαρχος ή συμβολικός ιδιοκτήτης, αλλά ιδιοκτήτης-ιδιώτης με την έννοια του καπιταλιστικού αστικού δικαίου.» Στον αντίποδα αυτής της θέσης αναπτύχθηκε η άποψη ότι το καθεστώς των εθνικών γαιών αποτελούσε κληρονομιά των γαιοκτητικών σχέσεων του οθωμανικού κράτους, κατά συνέπεια αποτελούσε έκφραση φεουδαρχικών σχέσεων. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, στην περίοδο 1832-1871, «οι φεουδαρχικές σχέσεις όχι μόνο δεν είχαν διαλυθεί, αλλά επικρατούσαν συντριπτικά στη βάση της αγροτικής παραγωγής.» (Bλ. Aγιάνογλου Π., Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ελλάδα, Αθήνα 1982, σελ. 273).

Ωστόσο, φαίνεται ότι και οι δύο αυτές θέσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα: Σύμφωνα με τις Συνθήκες που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας (και ιδιαίτερα αυτήν της Κωνσταντινούπολης της 9/21 Ιουλίου 1832, που καθόρισε τα σύνορα μεταξύ της Τουρκίας και του νέου ελληνικού κράτους), τα εδάφη που περιλαμβάνονταν στα όρια του νέου κράτους και που ανήκαν πριν στους Τούρκους ανακηρύχθηκαν «εθνική ιδιοκτησία:» «Οι τουρκικές ιδιοκτησίες που ανήκαν προηγουμένως στο Σουλτάνο, στα τεμένη και στους τούρκους γαιοκτήμονες που σκοτώθηκαν ή εγκατέλειψαν την Ελλάδα, αναγνωρίστηκαν σαν ιδιοκτησία του ελληνικού δημοσίου. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1830 το ελληνικό κράτος εμφανίζεται σαν ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας του ελληνικού χώρου κατέχοντας σύμφωνα με τους μετριότερους υπολογισμούς το 35%-50% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων του ελληνικού βασιλείου». (Bλ. Σακελλαρόπουλος Θ., Θεσμικός Μετασχηματισμός …όπ.πρ., σελ. 66. O K. Bεργόπουλος, Το Αγροτικό Ζήτημα … όπ.πρ., σελ. 106, υπολογίζει ότι οι εθνικές γαίες κατελάμβαναν το 35% των καλλιεργούμενων εκτάσεων της χώρας, ενώ ο K. Tσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1977, σελ. 74, ανεβάζει αυτό το ποσοστό στο 50%. Περισσότερα συγκριτικά στοιχεία δίνει ο Δ. Στεφανίδης, Αγροτική Πολιτική, Τομ. Ι, Αθήνα 1948, σελ. 71).

Το μεγαλύτερο μέρος των εθνικών γαιών βρισκόταν στην Πελοπόννησο: Σύμφωνα με τον καθηγητή A. Ανδρεάδη, Εθνικά δάνεια και ελληνική δημόσια οικονομία, Αθήνα 1939, Tόμ. B’, σελ. 327, το 80% των εθνικών γαιών βρίσκονταν στην Πελοπόννησο (6.620.000 στρέμματα), ενώ το υπόλοιπο 20% (1.900.000 στρέμματα) στην Στερεά Ελλάδα. O F. Strong (Strong F., Greece as a Kingdom, London 1842, σελ. 13), μιλάει για 6.000.000 στρέμματα στην Πελοπόννησο, 4.000.000 στρέμματα στην Στερεά Ελλάδα και 40.000 στρέμματα στα νησιά. Είναι φανερό ότι το μεγαλύτερο μέρος των γαιών βρίσκονταν στην Πελοπόννησο, ένα μικρότερο μέρος στην Ανατολική Στερεά (κυρίως στη Βοιωτία, στη Λοκρίδα και στην Εύβοια), ενώ στην υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα οι εθνικές γαίες καταλάμβαναν λιγότερο από το 10% της καλλιεργημένης γης. Συνεπώς, θα πρέπει καταρχήν να σημειώσουμε ότι η ζητούμενη διανομή της γης αφορούσε κυρίως την αγροτική παραγωγή της Πελοποννήσου και δευτερευόντως την υπόλοιπη χώρα. Τέλος, το 15% της ακαθάριστης παραγωγής αυτών των γαιών κατευθυνόταν στα δημόσια ταμεία, σαν ενοίκιο για την υποτιθέμενη μίσθωση της γης. Μαζί με τη δεκάτη, ο ενοικιαστής της γης υποχρεωνόταν να καταβάλλει στο κράτος περίπου το 25% της ακαθάριστης παραγωγής.

pyramide-vassalique3.jpg
(πηγή)

Με βάση τα χαρακτηριστικά των εθνικών γαιών που περιγράψαμε παραπάνω η άποψη που θέλει τη ρύθμιση της γαιοκτησίας ενταγμένη σε ένα αστικό πλαίσιο, το οποίο επιβλήθηκε επαναστατικά με μία πράξη το 1832, μας φαίνεται αστήρικτη. Το βασικό κριτήριο για τον ορισμό του κοινωνικο-οικονομικού χαρακτήρα των εθνικών γαιών δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης της γης. Αποτέλεσαν οι εθνικές γαίες, μέχρι τη διανομή τους το 1871, αντικείμενο ατομικής κυριότητας και ιδιοκτησίας; Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να πωληθούν ή αντίθετα η κρατική ιδιοκτησία φρόντισε για πολλές δεκαετίες να τις κρατήσει μακριά από τη σφαίρα της ανταλλαγής; Με δεδομένη λοιπόν την κρατική ιδιοκτησία της γης και ότι αυτή συνεπαγόταν, η εθνική γη δεν έγινε ποτέ ελεύθερη και απεριόριστη ιδιοκτησία, δεν αποτέλεσε αντικείμενο συναλλαγών και αγοροπωλησίας, συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για αστική έγγειο ιδιοκτησία. Και αυτό, γιατί ο χώρος των εθνικών γαιών για 40 περίπου χρόνια, «είχε ξεφύγει de facto και de jure από τις διαδικασίες συγκέντρωσης της γης.» (Βλ. Σακελλαρόπουλος Θ., Οι θεσμικές αιτίες για την καθυστερημένη ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων στον ελληνικό αγροτικό χώρο, Eπιθεώρηση Aγροτικών Mελετών, Tόμος 1, Tεύχος 3/1986, σελ. 11).

Ασφαλώς η εκμίσθωση της εθνικής γης στους ακτήμονες καλλιεργητές δημιουργούσε νομικές δεσμεύσεις, αφού οι εκμισθωτές των εθνικών εδαφών ήταν αυτοί που τελικά αποφάσιζαν για τον τύπο και τους τρόπους καλλιέργειας, για το όργωμα και την περίφραξη των χωραφιών, αυτοί που αναλάμβαναν τις ζημιές, ενώ δεν απειλούνταν με απαλλοτρίωση και τα δικαιώματά τους ήταν κληρονομικά και απαραβίαστα. Τούτο όμως δεν επαρκεί για να υποστηρίξουμε ότι «οι εκμισθωτές των εθνικών εδαφών είχαν την πλήρη οικονομική κυριότητα των εδαφών.» (Βλ. Tσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και αναπαραγωγή …όπ.πρ., σελ. 76). O ίδιος συγγραφέας αντιφάσκει με την παραπάνω άποψη, διαπιστώνοντας σε άλλο έργο του: «[…] Έτσι, το μέτρο της ιδιοτυπίας της ελληνικής λύσης στο ζήτημα των γαιοκτητικών σχέσεων μας δίνεται από το συνδυασμό της τυπικής και νομικής (αστικής) απελευθέρωσης των γαιών με την ουσιαστική κοινωνική και οικονομική δέσμευσή τους.» (Bλ. Tσουκαλάς Κ., Κοινωνική ανάπτυξη…όπ.πρ., σελ. 277). Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν στο ότι μέχρι το 1871, τουλάχιστον, η εθνική γη δεν εξατομικεύτηκε, δεν μετατράπηκε σε προσωπική ατομική ιδιοκτησία, πολύ περισσότερο δεν εξελίχθηκε σε αστική απεριόριστη ιδιοκτησία. Αν όμως δεν μπορούμε να δεχθούμε την άποψη ότι με το θεσμό των εθνικών γαιών εισήχθη στην Ελλάδα η αστικού τύπου έγγεια ιδιοκτησία, το ίδιο κατηγορηματικά θα πρέπει να απορρίψουμε την παρακάτω θέση που θεωρεί το καθεστώς των εθνικών γαιών σαν ιδιοκτησία φεουδαρχικής μορφής: «Ως το 1871, υπήρχε αναμφισβήτητα επικράτηση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής και μάλιστα στην πιο οπισθοδρομική του μορφή, γιατί η κρατική ιδιοκτησία ενός μεγάλου μέρους της γης, ενίσχυε τις φεουδαρχικές σχέσεις και εκμηδένιζε με το βαρύ ενοίκιο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.» (Bλ. Aγιάνογλου Π., Το πέρασμα από τη φεουδαρχία … όπ.πρ., σελ. 273). H άποψη αυτή πάσχει θεωρητικά όταν υποστηρίζει ότι η κρατική ιδιοκτησία της γης ενίσχυσε τις φεουδαρχικές σχέσεις στην ύπαιθρο, ενώ αδυνατεί να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα που η ίδια θέτει (ποια «φεουδαρχική» κοινωνική τάξη καρπώνονταν τη γαιοπρόσοδο; Το ελληνικό κράτος της περιόδου 1832-1871 μπορεί σε καμιά περίπτωση να χαρακτηριστεί φεουδαρχικό;) Άλλωστε, όπως σημειώσαμε παραπάνω, το ζήτημα της γης αποτέλεσε το πεδίο της πρώτης σοβαρής κοινωνικής αναμέτρησης στα πλαίσια του νέου ελληνικού κράτους και η λύση των «εθνικών γαιών», που επιλέχθηκε, απέτρεψε ακριβώς τη δημιουργία μιας φεουδαρχικής τάξης γαιοκτημόνων με βάση τους παλιούς κοτζαμπάσηδες. Δύσκολα, επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το καθεστώς των εθνικών γαιών αποτελούσε είτε αστικού τύπου είτε φεουδαρχικής μορφής έγγεια ιδιοκτησία. Αν και είναι εξαιρετικά παράτολμο να αποφανθούμε οριστικά για τον κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα του καθεστώτος γαιοκτησίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1832-1871, νομίζουμε ότι όλα τα δεδομένα συγκλίνουν στην υπόθεση ότι ο θεσμός των εθνικών γαιών αποτελούσε μια θολή, μεταβατική μορφή ιδιοκτησίας μη αστικού τύπου, που ενείχε όμως τα σπέρματα του εκσυγχρονισμού της, αφού τα πρακτικά αποτελέσματα της εφαρμογής του συστήματος των εθνικών γαιών στην ύπαιθρο (κακή εκμετάλλευση και βαθμιαία εγκατάλειψη της γης, αραίωση του αγροτικού πληθυσμού) οδηγούσαν αναπόφευκτα στη διανομή και την εξατομίκευση της γης.

Πράγματι, το νέο ελληνικό κράτος επιλέγοντας τη μέση και μεταβατική λύση του καθεστώτος των εθνικών γαιών έδωσε ουσιαστικά μία αναβολή στη λύση του αγροτικού ζητήματος. H δημιουργία των «εθνικών γαιών» δηλαδή δεν συνδυάστηκε με μια ενεργητική παρουσία του κράτους σαν πραγματικού ιδιοκτήτη και οικονομικού διαχειριστή της γης. Αντίθετα, αν εξαιρέσει κανείς την είσπραξη των δημοσίων εσόδων από την ενοικίαση της γης, μέχρι το 1871 τουλάχιστον, το ελληνικό κράτος δε δείχνει να ενδιαφέρεται σοβαρά για την τύχη των δημοσίων εδαφών, γεγονός που επέτρεπε (σε περιορισμένη έκταση) τις καταπατήσεις και τον σφετερισμό εθνικών γαιών από ισχυρά πολιτικά ή στρατιωτικά πρόσωπα. (Για το θέμα των καταπατήσεων βλ. Στεφανίδης Δ., Αγροτική πολιτική…όπ.πρ., σελ. 93-98 και Mc Grew W.W., Land and Revolution in Modern Greece 1800-1881, Kent OH, The Kent State University Press 1985 σελ.65-66 και 73-79). Αξιόπιστα στοιχεία για το μέγεθος των εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιωτικής καταπάτησης δεν διαθέτουμε, πάντως φαίνεται ότι εξίσου σημαντικές με τις καταπατημένες, ήταν και οι γαίες που παρότι ανήκαν στο κράτος δεν είχαν καν καταγραφεί ως δημόσιες, ή ήταν ουσιαστικά παρατημένες λόγω λάθους, αμέλειας ή δόλου του διοικητικού προσωπικού. Σε κάθε περίπτωση, ο εμπνευστής της μεταρρύθμισης υπουργός Οικονομικών Σ. Σωτηρόπουλος χρησιμοποίησε το θέμα των καταπατήσεων ως επιχείρημα για την αναγκαιότητα της διανομής της γης : «[…] Δύναμαι, κύριοι, να σας διαβεβαιώσω ότι, αν δεν λάβητε όσον ένεστιν εν μέτρον περί διαθέσεως της εθνικής γης, το δημόσιον μετ’ ολίγα έτη δεν θέλει έχει καθόλου γην να διαθέση. Διότι εν όσω η γη αυτή μένει αδιάθετος, την αρπάζει ο είς και ο άλλος, και την οικειοποιείται προς ζημίαν του δημοσίου και προς καταστροφήν της γεωργικής τάξεως…», (Βλ. Eφημερίς των συζητήσεων της Bουλής, Γ’ Περίοδος, B’ Σύνοδος, σελ. 414).

Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τους νόμους περί «προικοδοτήσεως» των παλαιών αγωνιστών, τη «διανομή με το σταγονόμετρο» της περιόδου 1832-1871, την τακτική των δικαστηρίων να αντιστρατεύονται τις επιδιώξεις της κεντρικής κυβέρνησης, διαπιστώνουμε ότι το ελληνικό κράτος «ενώ επεδίωκε από τη μια να υποκαταστήσει το τουρκικό κράτος, από την άλλη δεν λάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα διασφάλιζαν αυτή τη διαδικασία, δηλαδή την έκδοση ενός σαφούς ρυθμιστικού νομοθετικού διατάγματος.» (Bλ. Σακελλαρόπουλος Θ., Θεσμικός… όπ.πρ., σελ. 71). Άμεση συνέπεια αυτής της στάσης ήταν τόσο η κακή διαχείριση και η χαμηλή παραγωγή των ενοικιαζόμενων εθνικών γαιών όσο και η σύγχυση γύρω από το θεσμικό καθεστώς τους. H ασάφεια για τον ακριβή καθορισμό του νομικού και οικονομικού καθεστώτος των εθνικών γαιών είχε ήδη επισημανθεί από το 1828, όταν ο Καποδίστριας βρέθηκε σε αδυναμία να δώσει ακριβή στοιχεία γι’ αυτό το θέμα στις εγγυήτριες Μεγάλες Δυνάμεις. Σαράντα περίπου χρόνια αργότερα, το 1867, ο A. Mανσόλας διαπίστωνε το θεσμικό χάος που χαρακτήριζε ακόμη το καθεστώς της γαιοκτησίας στην Ελλάδα : «Πληροφορίας ακριβείς και θετικάς περί της καταστάσεως της ημετέρας γεωργίας δεν έχομεν, καθόσον ελλείπουσιν ημίν τα στοιχεία εφ’ ων στηριζόμενοι δυνάμεθα να προσδιορίσωμεν την έκτασιν των καλλιεργούμενων, καλλιεργήσιμων και μη καλλιεργήσιμων γαιών […] αλλά και ένεκα της αβεβαίας καταστάσεως εις ην έτι ευρίσκεται παρ’ ημίν η ακίνητος ιδιοκτησία.» (Βλ. Mανσόλας Α., Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Eλλάδος, Aθήνα 1867, σελ. 43).

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις για τη συνολική έκταση των εθνικών γαιών ποικίλουν από το ένα στο δύο. Υπεύθυνη ασφαλώς θα πρέπει να ήταν εδώ και η κακή διοικητική οργάνωση του νέου ελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό όμως, από μόνο του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόλυτη σύγχυση που επικρατούσε, όχι μόνο για τις συγκεκριμένες εκτάσεις που συγκροτούσαν την κρατική ιδιοκτησία, αλλά και γι’ αυτήν ακόμα τη συνολική τους έκταση. H κακή και αδιαφανής διαχείριση των εθνικών γαιών επέτεινε το θεσμικό χάος γύρω από το καθεστώς της γης: «H διαχείρησις της περιουσίας αυτής εγένετο υπό τους χειρίστους όρους», βλ. Ψαρρός Δ. K., «H οικονομική και δημοσιονομική πολιτική και οι παρεμβάσεις του ελληνικού κράτους εις τον οικονομικόν και κοινωνικόν βίον», στην Οικονομική και Λογιστική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ’, Αθήνα 1958, σελ. 170. Αν προστεθεί, μάλιστα, και η έλλειψη κτηματολογίου (σε μια χώρα όπου οι «εθνικές γαίες» αποτελούσαν σημαντική πηγή κρατικών εσόδων το κράτος δεν μερίμνησε ποτέ να τις καταμετρήσει), τότε έχουμε την εικόνα μιας κρατικής αρχής που εθνικοποιεί μεν τη γη στη δεκαετία του 1830, στη συνέχεια όμως και μέχρι το 1871 την αφήνει κυριολεκτικά στην τύχη της.

Stafidoparagogoi.jpg
(πηγή)

3.5 Σταφίδα και Αγροτική Μεταρρύθμιση

Πριν φτάσουμε στους παράγοντες που ώθησαν στην αγροτική μεταρρύθμιση, ας εξετάσουμε τους λόγους που εμπόδισαν τη διανομή των εθνικών γαιών νωρίτερα από το 1871. Για ποιούς λόγους, δηλαδή το ελληνικό κράτος περίμενε 40 περίπου χρόνια μέχρι να καταλήξει στη διανομή της γης και ενώ οι αντιφάσεις του θεσμικού πλαισίου των εθνικών γαιών είχαν γίνει από νωρίτερα φανερές; Κατά καιρούς έχουν αναφερθεί οι παρακάτω παράγοντες που συνέτειναν στη διατήρηση του καθεστώτος των εθνικών γαιών:

  • H απαγόρευση διανομής τους από τις προστάτιδες δυνάμεις, αφού οι εθνικές γαίες είχαν χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση για τη σύναψη των εθνικών δανείων.
  • Οι μεγάλες δημοσιονομικές δαπάνες του ελληνικού κράτους, που δύσκολα θα μπορούσαν να καλυφθούν αν το κράτος είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα επικαρπίας επί των εθνικών γαιών.
  • H έλλειψη αγροτικού κινήματος, που θα μπορούσε να διεκδικήσει επιτακτικά τη διανομή της γης.
  • H αντίδραση των προκρίτων.
  • H χρησιμοποίηση των εθνικών γαιών ως εγγύηση για τη σύναψη μελλοντικών δανείων και
  • ο φόβος των καταχρήσεων σε ενδεχόμενη διανομή της γης.

Αν και όλες αυτές οι αιτίες συνέβαλλαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην απομάκρυνση της προοπτικής της διανομής, είναι φανερό ότι κανένας από τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν δεν μπορεί από μόνος του να θεωρηθεί πειστικός λόγος για τη διατήρηση αυτών των γαιών υπό κρατική ιδιοκτησία. Στη γενικότητά τους πάντως οι παράγοντες αυτοί εξέφραζαν μια βαθύτερη ιστορική πραγματικότητα: το πόσο ανέτοιμη, δηλαδή, ήταν η ελληνική οικονομία και κοινωνία λίγα χρόνια μετά την ανεξαρτησία να δεχθεί ένα νέο θεσμό, τη διανομή της γης σε ακτήμονες, που μόνο η γαλλική επανάσταση είχε επιβάλλει από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, όπως εύστοχα σημειώνεται : «η μεγάλη κρατική γαιοκτησία αντιπροσώπευε ακόμη την τυπική μορφή κίνησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην Ευρώπη, αλλά κυρίως στην Ασία. H ελεύθερη ατομική ιδιοκτησία και μάλιστα με τη μορφή μικρής γαιοκτησίας δεν είχε καθιερωθεί ακόμη σε πλατιά κλίμακα. [……..] Ήταν συνεπώς πολύ δύσκολο για τις ηγεσίες των Ελλήνων να αποδεσμευτούν πρακτικά και ιδεολογικά από θεσμούς και πρότυπα που επέβαλλε ασφυκτικά το στάδιο ανάπτυξης της κοινωνικής εξέλιξης όπως εκφραζόταν στις πιο προχωρημένες, εκείνη τη στιγμή, κοινωνίες.» (Bλ. Σακελλαρόπουλος Θ., Θεσμικός …όπ.πρ., σελ. 78). Όταν όμως τα εμπόδια αυτά ξεπεράστηκαν, ποιες ήταν οι βαθύτερες κοινωνικές αιτίες και δυνάμεις που οδήγησαν στη διανομή της γης στους ακτήμονες αγρότες το 1871; Σύμφωνα με την επικρατέστερη αντίληψη η διανομή της γης επιβλήθηκε εξαιτίας της συνεχούς μείωσης της προσόδου του δικαιώματος επικαρπίας που εισέπραττε το κράτος, γεγονός που όξυνε ακόμη περισσότερο τα δημοσιονομικά του προβλήματα. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, οι εκμισθωτές πλήρωναν στο κράτος, εκτός από τη δεκάτη, και την επιπρόσθετη εισφορά του 15% του ακαθάριστου προϊόντος τους σαν ενοίκιο, λόγω της υποτιθέμενης μίσθωσης. Είναι βέβαιο ότι η είσπραξη αυτού του φόρου δεν επιτυγχανόταν παρά μόνο μερικά: η φτώχεια των χωρικών και η κακή διαχείριση των εθνικών εδαφών, συνετέλεσαν στο να περιορίσουν σημαντικά το ύψος των πραγματικών εισπράξεων : 572.000 δρχ. το 1834, 805.000 δρχ. το 1843, για να φτάσουν τα 2.000.000 δρχ. το 1869.

Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τη διαχρονική εξέλιξη των κρατικών εσόδων από το δικαίωμα επικαρπίας, καθώς στους δημόσιους προϋπολογισμούς αυτά καταχωρίζονταν μαζί με το φόρο της δεκάτης. Επίσης θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι η πτωτική τάση των εγγείων φόρων είναι γενικότερο φαινόμενο και συνδέεται κυρίως με τη μετατόπιση του δίαυλου άντλησης κρατικών φορολογικών εσόδων από τις αγροτικές στις εξωαγροτικές οικονομικές δραστηριότητες. Παρά τον όποιο αντίλογο, όμως, δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί τη σημασία της μείωσης των κρατικών εσόδων από τον φόρο επικαρπίας ως παράγοντα που οδήγησε στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1871. H συνεχής επιδείνωση του καθεστώτος των εθνικών γαιών δημιούργησε την αντίφαση μεταξύ των αυξανόμενων δημοσιονομικών αναγκών του ελληνικού κράτους και της βαθμιαίας μείωσης του φόρου επικαρπίας από την ενοικίαση της γης. H αντίφαση αυτή δεν μπορούσε να λυθεί παρά με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και τη διανομή (πώληση) των εθνικών γαιών. Αυτό θα οδηγούσε στη βελτίωση των εσόδων του δημοσίου τόσο άμεσα (με την εισροή του αντιτίμου της πώλησης στο δημόσιο ταμείο), όσο και έμμεσα (με την αύξηση των φορολογικών εσόδων που θα προέρχονταν από την αύξηση της αγροτικής παραγωγής). Όπως σημειώνεται σχετικά: «Κάθε ποσοτική αύξηση και επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας προϋποθέτει την εξασφάλιση της οικογενειακής εργασίας. Ο καλύτερος δε τρόπος για την αποκατάσταση διαρκούς σύνδεσης μεταξύ σταφιδοκαλλιέργειας και οικογενειακής εργασίας ήταν η διανομή της γης και η μετατροπή των μικροκαλλιεργητών σε μικροϊδιοκτήτες». (Βλ. Σακελλαρόπουλος Θ., Θεσμικός Μετασχηματισμός… όπ. πρ. σελ. 90). Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εμπνευστές της μεταρρύθμισης, αν και εκκινούσαν από τη μείωση των έγγειων φόρων και του δικαιώματος επικαρπίας, επικαλέστηκαν, για την απόφασή τους να προχωρήσουν στη διανομή της γης, κυρίως αναπτυξιακά και όχι ταμιευτικά κριτήρια. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της μεταρρύθμισης A. Kουμουνδούρο, η διανομή της γης ήταν απαραίτητη «[…] διότι μετά την λύσιν του ζητήματος τούτου το κεφάλαιον αυτό το εκ πολλών εκατομμυρίων θα κυκλοφορήση εις την κοινωνίαν, θα αυξήση τα μέσα του πολίτου, θα ελαττώση ίσως τους τόκους οι οποίοι καταπιέζουν τον κόσμον και θα λύση τας χείρας της κοινωνίας…» , ενώ ο υπουργός Oικονομικών Σ. Σωτηρόπουλος τόνιζε στη Bουλή : «[…] ενόσω η γη μένει εις την κυριότητα του δημοσίου, εκείνοι οι οποίοι την κατέχουν και την καλλιεργούν, δεν δύνανται να την βελτιώσουν, υποχρεωμένοι δε όντες να πληρώνουν το τέταρτον των παραγομένων καρπών εις το δημόσιον λόγω εγγείου φόρου και δικαιώματος επικαρπίας, δεν δύνανται ν’ αυξήσουν την παραγωγήν, ούτε να καταβάλλουν κεφάλαιον και εργασίαν. O κύριος λοιπόν σκοπός είναι ν’ απαλλοτροιώσομεν την εθνικήν γην και κάμωμεν να περιέλθη εις χείρας ιδιωτών, οι οποίοι θα την καταστήσουν μάλλον παραγωγικήν προς όφελος του δημοσίου και της κοινωνίας.» (Βλ. Eφημερίς των συζητήσεων της Bουλής, Γ’ Περίοδος, B’ Σύνοδος, σελ. 180 και 430).

berry-beauty-thomas-zimmerman.jpg
credit: Thomas Zimmerman (πηγή)

Από τα παραπάνω, γίνονται, νομίζουμε, φανερές οι αναπτυξιακές και εκσυγχρονιστικές προθέσεις των εμπνευστών της αγροτικής μεταρρύθμισης, οι οποίοι επεδίωκαν τη διανομή της γης, όχι μόνο για να αυξήσουν τα δημόσια έσοδα, αλλά κυρίως γιατί πίστευαν ότι αποδίδοντας την κυριότητα στους κατόχους των εθνικών γαιών θα αναπτύσσονταν η αγροτική παραγωγή και η οικονομία συνολικά. Και αυτό θα επιτυγχανόταν με την άνοδο του προσωπικού ενδιαφέροντος των καλλιεργητών, με την αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και με την ένταξη της γης στο εμπορευματικό κύκλωμα. Ενδεικτική είναι η αγόρευση του Σ. Σωτηρόπουλου στη Βουλή, ο οποίος, αφού αναφέρεται στη δυσχέρεια κάλυψης των ταμιευτικών αναγκών του ελληνικού κράτους, μας δίνει το μέτρο των αναπτυξιακών βλέψεων της ηγετικής πολιτικής ομάδας : «Διά ταύτα, κύριοι, οφείλομεν άπαντες να επιζητήσωμεν την βελτίωσιν των οικονομικών μας εις μέτρα ριζικώτερα, εις μέτρα τα οποία υπόσχονται την ανάπτυξιν και αύξησιν του εθνικού πλούτου και των παραγωγικών δυνάμεων του έθνους, διότι όταν οι πολίται ευημερούν, το δημόσιον ταμείον δύναται να εισπράττη πολλά, χωρίς ν’ αφαιρή από τους πολίτας ούτε τα μέσα της παραγωγής, ούτε τα μέσα της ευζωΐας. Eις τοιούτου είδους βελτιώσεις των οικονομικών μας εστρέψαμεν και έχομεν εστραμμένην την προσοχήν μας…» (Βλ. Eφημερίς…όπ.πρ., σελ. 430). H αναπτυξιακή διάσταση της επιχειρούμενης αγροτικής μεταρρύθμισης, κατά τη γνώμη μας, δεν οφειλόταν τόσο σε μία αφηρημένη μεταρρυθμιστική βούληση του ελληνικού κράτους, όσο στα προβλήματα που αντιμετώπιζε υπό το καθεστώς των εθνικών γαιών η αγροτική παραγωγή, και ιδίως το σημαντικότερο αγροτικό και εξαγωγικό προϊόν της χώρας, η κορινθιακή σταφίδα. Συνεπώς, ένας δεύτερος —και σημαντικότερος κατά την άποψή μας— παράγοντας που ώθησε στη διανομή των εθνικών γαιών, ήταν η μεγάλη επέκταση της καλλιέργειας, της παραγωγής και των εξαγωγών της κορινθιακής σταφίδας και η μεγάλη οικονομική σημασία που αυτή απέκτησε στα πλαίσια του νέου ελληνικού κράτους μετά το 1830. H συνεχής και υψηλή διεθνής ζήτηση της σταφίδας, δημιουργούσε ένα μόνιμο κίνητρο για την εντατικοποίηση των καλλιεργειών κάτι που ερχόταν, όπως θα δείξουμε, σε αντίθεση με το καθεστώς της ενοικιαζόμενης εθνικής γης, το οποίο έθετε αντικειμενικά όρια στην ανάπτυξη της καλλιέργειας.

stafides-limani_patras.jpg
(πηγή)

Πράγματι, στη δεκαετία του 1860, η ανάπτυξη της σταφιδοκαλλιέργειας στις ενοικιαζόμενες εθνικές γαίες φαίνεται να φτάνει στα όριά της. Στην περίοδο 1865-1870 η επέκταση των καλλιεργειών συνεχίζεται, όχι όμως με το ρυθμό των προηγουμένων ετών. Αυτό έχει ως συνέπεια τη σχετική επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγής που παρατηρείται μεταξύ 1870 και 1875. Tο μοντέλο ανάπτυξης της σταφιδικής οικονομίας, που βασίζονταν στην ενοικίαση εθνικών γαιών, είχε πλέον φθάσει στα όριά του και η υπέρβασή του ήταν αναγκαία. H συνεχώς διευρυνόμενη ζήτηση της διεθνούς αγοράς προσέκρουε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς που απαιτούσε από τον σταφιδοκαλλιεργητή την καταβολή του 25% της παραγωγής του στο κράτος και δυσχέραινε έτσι κάθε απόπειρα βελτίωσης και επέκτασης των κτημάτων ενώ αποθάρρυνε την επένδυση κεφαλαίων στον ιδιαίτερα κερδοφόρο αυτό τομέα. Μόνο η απόδοση της κυριότητας στους καλλιεργητές των εθνικών γαιών θα μπορούσε να λύσει την αντίφαση μεταξύ της συνεχώς διευρυνόμενης εξωτερικής ζήτησης και του περιοριστικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Με την ένταξη της γης στο εμπορευματικό κύκλωμα και την ανάπτυξη της κτηματικής πίστης καθώς και με την άνοδο του προσωπικού ενδιαφέροντος των καλλιεργητών και την αύξηση της παραγωγικότητας η αγροτική οικονομία της Πελοποννήσου θα βελτιωνόταν και θα μπορούσε να ανταποκριθεί αμεσότερα στην αύξηση της διεθνούς ζήτησης της σταφίδας. Αυτό θα είχε ως συνέπεια την αύξηση των εσόδων των κτηματιών και των σταφιδεμπόρων αλλά και της εθνικής οικονομίας συνολικά. H σημασία της παραγωγής και του εμπορίου της κορινθιακής σταφίδας για την εθνική οικονομία έχει επισημανθεί από όλες τις πηγές. Εκτός του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα, αυξάνονταν κατακόρυφα και τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου. Από τη στιγμή λοιπόν που το καθεστώς των εθνικών γαιών έθετε φραγμούς στην παραπέρα ανάπτυξη της καλλιέργειας και του εμπορίου της κορινθιακής σταφίδας, άρα και στην συνεχή αύξηση των δημοσίων εσόδων από τη σταφίδα, το ελληνικό κράτος δεν είχε λόγους να είναι αντίθετο σε μια διανομή της γης από την οποία ευελπιστούσε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση τόσο του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα όσο και των φορολογικών του εσόδων.

Ευνοϊκά αντιμετώπιζαν την προοπτική της διανομής των εθνικών γαιών και οι ακτήμονες καλλιεργητές. Και αυτό όχι μόνο γιατί γενικά ήθελαν να γίνουν ιδιοκτήτες γης αλλά ειδικά επειδή ευελπιστούσαν ότι σαν ιδιοκτήτες θα απαλλάσσονταν από το φόρο επικαρπίας και θα μπορούσαν έτσι να αυξήσουν τα κέρδη που τους υπόσχονταν η καλλιέργεια των φυτειών και ιδιαίτερα της σταφίδας. Άλλωστε, τόσο οι στρεμματικές αποδόσεις της κορινθιακής, όσο και οι τιμές πώλησής της ήταν πολύ ανώτερες από κάθε άλλο αγροτικό προϊόν. Σύμφωνα με την Στατιστική της Γεωργίας του Υπουργείου Εσωτερικών, το 1860 η στρεμματική απόδοση της σταφίδας ήταν 170 οκάδες/στρέμμα, ενώ η μέση στρεμματική απόδοση των δημητριακών ήταν 80 οκάδες/στρέμμα, των οσπρίων ήταν επίσης 80 οκάδες/στρέμμα, του καπνού 40 οκάδες/στρέμμα, και του βαμβακιού 35 οκάδες/στρέμμα. H υψηλή τιμή πώλησης της σταφίδας στις ευρωπαϊκές αγορές αποτελούσε, επίσης, πρόκληση για τους μικροκαλλιεργητές της βόρειας και της δυτικής Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να στραφούν μαζικά προς τη σταφιδοπαραγωγή, αν και το κόστος της ήταν μεγαλύτερο από κάθε άλλη καλλιέργεια. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, τα έξοδα που απαιτούσε η καλλιέργεια της σταφίδας ήταν υπερπενταπλάσια των εξόδων καλλιέργειας του σίτου, υπερτριπλάσια αυτών των οσπρίων και υπερδιπλάσια των εξόδων της πατάτας. Μόνο μια μεγάλη διαφορά αποδόσεων και η προσμονή μεγάλων μελλοντικών κερδών μπορεί να δικαιολογήσει την επιμονή του αγροτικού κόσμου στην καλλιέργεια της σταφίδας. Πολύ περισσότερο που η σταφιδάμπελος απαιτούσε αρχική χρηματική επένδυση και συγχρόνως οικονομική αντοχή των παραγωγών ώστε να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες 4-5 χρόνων που απαιτούσαν τα φυτώρια ώσπου να αρχίσουν να αποδίδουν πλήρως καρπό.

greece-argos-3.jpg
(πηγή)

H βαθμιαία αντικατάσταση των αρόσιμων καλλιεργειών από την σταφιδάμπελο, θέτει βεβαίως το ζήτημα της σιτάρκειας που όπως γνωρίζουμε, επιδεινώθηκε δραματικά προς το τέλος του αιώνα. Το ζήτημα αυτό είναι βέβαια εξαιρετικά πολύπλευρο και δεν μπορεί να αναλυθεί στα πλαίσια αυτού του κειμένου. Ας σταθούμε λοιπόν στη διαπίστωση που κάναμε παραπάνω: το αίτημα της διανομής της εθνικής γης στους ακτήμονες, που είχε τεθεί για πρώτη φορά στον αγώνα της ανεξαρτησίας, παίρνει μια νέα, «υλική» διάσταση με την ανάπτυξη των κερδοφόρων εμπορευματικών φυτειών. Οι αγρότες της Πελοποννήσου ιδιαίτερα είχαν κάθε λόγο να επιδιώκουν την κατάργηση του θεσμικού καθεστώτος των «εθνικών γαιών», το οποίο έθετε αντικειμενικούς φραγμούς στην επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας, και τελικά τη διανομή της γης στους ίδιους. Άλλωστε η καλλιέργεια της σταφίδας ταίριαζε απόλυτα με το μοντέλο της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Παραγωγή σταφίδας σε μεγάλα κτήματα με μισθωτή εργασία δεν μπορούσε να γίνει ενώ τα ημερομίσθια σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα κυμαίνονταν σε υψηλά επίπεδα, λόγω της έλλειψης διαθέσιμων εργατικών χεριών. H μικρή οικογενειακή ιδιοκτησία και εκμετάλλευση ήταν, συνεπώς, το καταλληλότερο σχήμα για την ανεμπόδιστη περαιτέρω επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας. Γι’ αυτό τον λόγο στο νομοσχέδιο περί διανομής των εθνικών γαιών τέθηκε το όριο των 60 στρεμμάτων ανά οικογένεια, αφού μεγαλύτερη έκταση δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθεί στα πλαίσια της οικογενειακής εκμετάλλευσης (για το θέμα αυτό, βλ. αναλυτικά Πατρώνης Β., «Σταφίδα και Αγροτική Μεταρρύθμιση» στο Σακελλαρόπουλος Θ. (εισαγωγή-επιμέλεια), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1993, σελ. 57-85). Ευνοϊκά αντιμετώπιζε την προοπτική της διανομής της εθνικής γης και το κοινωνικό στρώμα των μεγαλοκτηματιών —σταφιδεμπόρων— χρηματιστών και τοκογλύφων που κυριαρχούσε στην οικονομική ζωή της Πελοποννήσου σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Όπως αναλύουμε και στο επόμενο κεφάλαιο, τα μέλη του κυρίαρχου αυτού στρώματος, που είχαν κατορθώσει από νωρίς να ελέγχουν την παραγωγή και την εμπορία του προϊόντος μέσω του άμεσου ή/και έμμεσου δανεισμού των καλλιεργητών και μικροκτηματιών, είχαν κάθε συμφέρον να ωθούν προς την εντατικοποίηση της σταφιδοκαλλιέργειας και την αύξηση των εξαγωγών, αφού έτσι έβλεπαν τα κέρδη τους να πολλαπλασιάζονται και δεν είχε λόγους να αντιτίθεται στη διανομή των εθνικών γαιών στους ακτήμονες καλλιεργητές. Αντίθετα, μέσα από αυτή τη διαδικασία προσέβλεπε στη μεγέθυνση των κερδών του και στην περαιτέρω εδραίωση της κυριαρχίας του.

Τέλος, δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το θέμα των εθνικών γαιών ουσιαστικά είχε στενό τοπικό χαρακτήρα, αφού το μεγαλύτερο μέρος των επίδικων γαιών βρισκόταν στην Πελοπόννησο. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το ότι ο νόμος για τη διανομή της γης προωθείται στη Βουλή από μια ομάδα βουλευτών και κυβερνητικών στελεχών που εκλέγονταν στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής και Nοτιοδυτικής Πελοποννήσου. O πρωθυπουργός της μεταρρύθμισης Kουμουνδούρος και ο πρόεδρος της επί των οικονομικών επιτροπής της Βουλής Δαγρές εκλέγονταν στη Μεσσήνη και ο υπουργός Οικονομικών Σωτηρόπουλος στην Τριφυλία. Αντίθετα, οι βουλευτές που εκλέγονταν στη Στερεά Eλλάδα και στα νησιά εναντιώθηκαν στη διανομή της γης, χαρακτηρίζοντάς την χαριστική πράξη υπέρ των αγροτών της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τον βουλευτή Ναυπακτίας Pοντήρη, «[…] O νόμος, ως εισάγεται, είναι καθαρά σύλλησις της ιδιοκτησίας του λαού, ιδιοποίησις της περιουσίας του δημοσίου,» (Βλ. Eφημερίς των Συζητήσεων της Bουλής, Γ’ Περίοδος, B’ Σύνοδος, σελ. 413), ενώ ο βουλευτής Aττικής Λέκκας μίλησε για θυσία της εθνικής γης προς χάριν των χωρικών της Πελοποννήσου: «[…]Τι μας είπαν αι κατά καιρούς συνελεύσεις; Θέλομεν τον Έλληνα, τον Πελοποννήσιον, τον Στερεοελλαδίτην και τον Επτανήσιον και πάντας τους Έλληνας θέλωμεν να κάμωμεν κτηματίας. Ο παρών νόμος δεν κάμνει τον Έλληνα κτηματίαν, αλλά μόνον κάμνει εκείνους κτηματίας, όσοι τυχαίως έχουν εις τας επαρχίας των εθνικάς γαίας, δια δε τους λοιπούς δεν υπάρχει ουδέν να λάβωσι». (Βλ. Eφημερίς των Συζητήσεων…, όπ.πρ. σελ. 411-412). Παρόμοιο χαρακτήρα είχαν και οι αγορεύσεις των βουλευτών Παρνασσίδος Kεχαγιά και Λαμίας Xατζίσκου, οι οποίοι κατήγγειλαν ότι οι αγρότες των περιφερειών τους δεν θα είχαν κανένα όφελος από τη διανομή της γης, αφού σε αυτές δεν υπήρχαν εθνικές γαίες. Στις αιτιάσεις αυτές, καθώς και στις κατηγορίες ότι από τη διανομή της γης ωφελημένοι θα είναι κυρίως οι οικονομικά ισχυροί απάντησε ο υπουργός Oικονομικών Σωτηρόπουλος : «[…] Οι ισχυροί και οι έχοντες κεφάλαια δεν ήσαν ανόητοι να φυτεύσουν εθνικάς γαίας διά να πληρώνωσι δικαίωμα επικαρπίας και να ακούουν καθ’ εκάστην τοιαύτας ύβρεις και προσβολάς.» (Βλ. Eφημερίς των Συζητήσεων…, όπ.πρ. σελ.122). Απαντώντας, τέλος, σε όσους τον είχαν κατηγορήσει ότι ο ίδιος είχε καταπατήσει εθνική γη στην εκλογική του περιφέρεια, δήλωνε: «Δεν έχω ούτε σπιθαμήν και δεν έχω, διότι κατά τους υπολογισμούς μου το ευρίσκω λίαν επιζήμιον». (Βλ. Eφημερίς των Συζητήσεων…, όπ.πρ. σελ.122).

Συνοψίζοντας, επισημαίνουμε ότι σταφίδα και αγροτική μεταρρύθμιση λειτουργώντας αμφίδρομα, επηρέασαν καθοριστικά την ελληνική ύπαιθρο κατά το 19ο αιώνα. Απαντώντας άμεσα στην ευνοϊκή πορεία των τιμών της κορινθιακής στην ευρωπαϊκή αγορά οι αγρότες της βόρειας Πελοποννήσου έσπευσαν να επεκτείνουν τις σταφιδαμπέλους, περιορίζοντας τις άλλες καλλιέργειας με αποτέλεσμα από τη δεκαετία του 1840 η σταφίδα να πάρει την όψη μονοκαλλιέργειας στην περιοχή. Στις δύο επόμενες δεκαετίες η παραπέρα επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας και προς τη δυτική Πελοπόννησο μονιμοποίησε αυτά τα χαρακτηριστικά και είχε ως συνέπεια να ενταχθεί η Ελλάδα ως μονοεξαγωγική χώρα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, που ωθούσε προς τη συνεχή ανάπτυξη της σταφιδικής οικονομίας, το καθεστώς των εθνικών γαιών λειτουργούσε ανασταλτικά. H κατάργησή του και η διανομή της γης αποτελούσε επιθυμία τόσο των ακτημόνων αγροτών, όσο κυρίως του κυρίαρχου κοινωνικού στρώματος των μεγαλοκτηματιών, σταφιδεμπόρων και τοκογλύφων, που δέσποζε στην οικονομική ζωή της περιοχής. Αν όμως η οικονομική σημασία της παραγωγής και των εξαγωγών της κορινθιακής αποτέλεσε μία από τις κυριότερες αιτίες της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1871, η παραπέρα επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας και του σταφιδεμπορίου κατά την περίοδο 1871-1892 υπήρξε συνέπεια της διανομής της γης. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, η μεγάλη επέκταση των σταφιδαμπέλων που προκάλεσε το αιφνίδιο άνοιγμα της γαλλικής αγοράς, θα εκδηλωθεί ακριβώς στην περιοχή όπου υπήρχε το μεγαλύτερο μέρος των ανεκμετάλλευτων, μέχρι τότε, εθνικών γαιών, στη δυτική και νοτιοδυτική Πελοπόννησο.

1860-cf80ceb7ceb3ceacceb9cebdcebfcebdcf84ceb1cf82-cf83cf84cebf-cf87cf89cf81ceaccf86ceb9.jpg
(πηγή)

3.6 Η Οικονομία της Σταφίδας

3.6.1 Οι τρεις κρίσεις της σταφιδικής οικονομίας στο 19ο αιώνα

Πολλοί συγγραφείς έχουν χαρακτηρίσει τον ελληνικό 19ο αιώνα, από την άποψη της οικονομικής ιστορίας, ως «τον αιώνα της σταφίδας.» Πράγματι, οι αλλεπάλληλες κρίσεις του εμπορίου της κορινθιακής σταφίδας στο 19ο αιώνα, ήταν ίσως το σημαντικότερο οικονομικό γεγονός στην Ελλάδα, από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. H καλλιέργεια της σταφίδας είχε αρχίσει να εξαπλώνεται στα βορειοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου και στα Ιόνια νησιά ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, χάρη στη μεγάλη ζήτηση της αγγλικής αγοράς. Μετά την απελευθέρωση της χώρας, η καλλιέργεια και η παραγωγή αυτού του προϊόντος γνωρίζει ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη: ανάμεσα στο 1830 και το 1860 ο όγκος της παραγωγής δεκαπλασιάστηκε, ενώ ανάλογη ήταν και η αύξηση των εξαγωγών. Το σύνολο σχεδόν της παραγόμενης κορινθιακής σταφίδας προοριζόταν για εξαγωγή στις αγορές της Eυρώπης. «Όταν ομιλώμεν περί της γεωργικής ημών παραγωγής, δεν λέγομεν άλλον τι παρά σταφίδα, και πάλιν και αιωνίως σταφίδα» (Βλ. Χαλικιόπουλος Π., Περί βελτιώσεως και εμψυχώσεως της εν Ελλάδι γεωργίας, Αθήναι 1880, σελ. 108), έγραφε το 1881 ένας από τους κορυφαίους Έλληνες γεωπόνους της εποχής, δίνοντας έτσι την ατμόσφαιρα του «σταφιδικού πυρετού» που επικρατούσε στις επαρχίες της Βόρειας και της Δυτικής Πελοποννήσου στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν αρχίζει η «χρυσή εποχή» της κορινθιακής σταφίδας στις ευρωπαϊκές αγορές.

Τα λιμάνια του Λονδίνου, του Λίβερπουλ, της Μασσαλίας, της Τεργέστης, του Άμστερνταμ και της Oδησσού είναι ο προορισμός των πλοίων που φεύγουν φορτωμένα με σταφίδα από τα λιμάνια της Πάτρας, του Kατάκωλου, της Καλαμάτας και της Ζακύνθου. Από εκεί, η κορινθιακή θα κατευθυνθεί οδικώς ή σιδηροδρομικώς στα μεγάλα αστικά κέντρα των ευρωπαϊκών χωρών. Εκεί θα καταναλωθεί σαν ξηρός καρπός, θα αποτελέσει τη βάση για την κατασκευή της πουτίγκας και του σταφιδόψωμου ή του πιροσκί, θα χρησιμοποιηθεί στη ζαχαροπλαστική, ή θα αποτελέσει την πρώτη ύλη για την παρασκευή φθηνού σταφιδίτη οίνου και άλλων οινοπνευματωδών ποτών: «Στην επαρχία Πατρών οι εκχερσώσεις και οι φυτεύσεις σταφιδαμπέλων αρχίζουν το 1828 και μέσα σε μια εικοσαετία όλη η καλλιεργήσιμη επιφάνεια της επαρχίας έχει καλυφθεί. Ακριβή στοιχεία για το ύψος των κεφαλαίων που επενδύθηκαν στη σταφιδοκαλλιέργεια δεν έχουμε, σύμφωνα όμως με τον γάλλο πρόξενο στην Πάτρα θα πρέπει να ήταν σημαντικά. Ελληνικοί και ξένοι εμπορικοί οίκοι σταφίδας εγκαθίστανται στην περιοχή, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία «ετεροχθόνων» ελλήνων εμπόρων, που προερχόμενοι από την Ήπειρο, τα Ιόνια νησιά, τη Σμύρνη, το Λιβόρνο, την Κωνσταντινούπολη ή την Τεργέστη φέρνουν μαζί τους σημαντικά κεφάλαια, τα οποία επενδύουν στην παραγωγή και στο εμπόριο της σταφίδας». Βλ. Πατρώνης Β., “Σταφίδα και Αγροτική Μεταρρύθμιση» στο Σακελλαρόπουλος Θ. (εισαγωγή- επιμέλεια), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1993, σελ. 79.

Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1860 η νέα καλλιέργεια κέρδισε περισσότερα από 120.000 στρέμματα μόνο στην Πελοπόννησο, κυρίως νέες γαίες ακαλλιέργητες ως τότε. Το γεγονός αυτό συνοδεύτηκε από τον εσωτερικό «αγροτικό εποικισμό» για τον οποίο έχει μιλήσει ο B. Παναγιωτόπουλος, από την κάθοδο δηλαδή μεγάλου τμήματος του πληθυσμού των ορεινών περιοχών της Πελοποννήσου προς τις πεδιάδες. Με την προσάρτηση των Ιονίων νήσων το 1864, η παραγωγή ξεπερνάει τους 50.000 τόνους, ενώ το 1870 φθάνει στους 75.000 τόνους. Η επέκταση των σταφιδαμπέλων ευνοείται τώρα και από δυο νέους παράγοντες: την ψήφιση του νόμου περί διανομής των εθνικών γαιών του 1871 και δεύτερον από τη διάδοση του «χαράγματος» των αμπελιών, που επέτρεψε την επέκταση των αμπελώνων σε ευρεία κλίμακα στις πεδιάδες της Ηλείας και της Μεσσηνίας, όπου παραγόταν σταφίδα κατώτερης ποιότητας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και εξαιτίας των σημαντικών αποδόσεων της σταφίδας, η αγροτική οικονομία της Πελοποννήσου άρχισε να διαφοροποιείται από το μοντέλο της παραδοσιακής πολυκαλλιέργειας που κυριαρχούσε μέχρι το 1870, σε ένα μονοδιάστατο μοντέλο μονοκαλλιέργειας, που όμως ήταν απόλυτα εξαρτημένο από τη διεθνή συγκυρία και τις διακυμάνσεις της. Είναι η εποχή που οι αγρότες της Πελοποννήσου αποφασίζουν να ξεριζώσουν όλες τις άλλες φυτείες και τα δέντρα, προκειμένου να φυτέψουν παντού αμπέλια για να καλύψουν την αιφνίδια γαλλική ζήτηση που προέκυψε κυρίως κατά τη δεκαετία του 1880. Το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς απομάκρυνε μεν το φάσμα της κρίσης για μερικά χρόνια και προσπόρισε κέρδη σε σταφιδοπαραγωγούς και σταφιδεμπόρους, όμως είχε ως συνέπεια την πλήρη αποσταθεροποίηση των τιμών – όχι μόνο από χρόνο σε χρόνο αλλά και από μήνα σε μήνα – καθώς και τη γενική πτώση της ποιότητας της σταφίδας: «Ενώ δηλαδή πριν, όταν οι Άγγλοι ήταν οι κύριοι αγοραστές της σταφίδας, οι αγορές γίνονταν έγκαιρα και διακρίνονταν από μια κανονικότητα, όταν προστέθηκε η γαλλική αγορά – που απορροφούσε μεγάλες ποσότητες σταφίδας, αλλά σε χαμηλές τιμές επειδή τις χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη στην οινοποιία – αυξήθηκε κατά πολύ η παραγωγή κατώτερων ποιοτήτων και οι τιμές παρουσίασαν τεράστιες διακυμάνσεις. Επιπρόσθετα οι γάλλοι αγοραστές περίμεναν πρώτα να πέσουν οι τιμές και μετά έκαναν τις παραγγελίες, με αποτέλεσμα να αυξάνεται τόσο η κερδοσκοπία των εμπόρων όσο και η ανασφάλεια των σταφιδοπαραγωγών». (Βλ. Αρώνη-Τσίχλη Κ., Το Σταφιδικό Ζήτημα… όπ.πρ., σελ. 48).

ΣΤΑΦΙΔΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ-ΚΟΥΚΟΥΛΑΣ-660x330.jpg

Tρεις μεγάλες κρίσεις συγκλόνισαν τη σταφιδική οικονομία κατά το 19ο αιώνα. Kαι οι τρεις ήταν κρίσεις υπερπαραγωγής, από τις οποίες οι δύο πρώτες δεν έλαβαν μεγάλες διαστάσεις χάρη σε τυχαίους παράγοντες ενώ η τρίτη απέβη μοιραία για το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Eλλάδας.

  • H πρώτη εκδηλώνεται γύρω στο 1850 και αποσοβείται χάρη στην ασθένεια των αμπελώνων (1851- 1857), που αποκαθιστά την προσφορά στις ανάγκες της ζήτησης.
  • H δεύτερη εκδηλώνεται το 1875-1878, αλλά η αιφνίδια αύξηση της γαλλικής ζήτησης θα καθυστερήσει την έκρηξη της κρίσης για 15 περίπου χρόνια.
  • Τότε, το 1893, θα εκδηλωθεί η τρίτη και οδυνηρότερη σταφιδική κρίση (1893-1905).

Οι εξελίξεις που έλαβαν χώρα ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη κρίση της σταφίδας (ανάμεσα στο 1878 και το 1893, δηλαδή), συμπυκνώνουν, κατά τη γνώμη μας, τα βασικά χαρακτηριστικά της σταφιδικής οικονομίας κατά το 19ο αιώνα. Πράγματι, γύρω στο 1875 μια κρίση υπερπαραγωγής απειλεί τη σταφιδική οικονομία: οι τιμές πέφτουν διεθνώς, απούλητες ποσότητες κορινθιακής σταφίδας συσσωρεύονται στις αποθήκες των εμπόρων και το μέλλον του προϊόντος στη διεθνή αγορά προδιαγράφεται σκοτεινό. Όμως, κατά την ίδια περίοδο, συνέπεσε η μεγάλη επιδημία της φυλλοξήρας στη Γαλλία. Μεγάλο μέρος των αμπελώνων, κυρίως στη μεσημβρινή Γαλλία, καταστράφηκε για αρκετά χρόνια και η γαλλική παραγωγή κρασιού κατέρρευσε. H ελληνική σταφίδα εμφανίσθηκε έτσι, σαν λύση σωτηρίας, για τους γάλλους οινοπαραγωγούς. Και αντιστρόφως, το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς εμφανίσθηκε σαν μια μοναδική ευκαιρία για τους έλληνες σταφιδοπαραγωγούς. Στην περίοδο 1878-1893 η ελληνική σταφίδα αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την κατασκευή φθηνού σταφιδίτη οίνου που αναπλήρωνε τα ελλείμματα που προκάλεσε στη γαλλική οινοπαραγωγή η καταστρεπτική φυλλοξήρα των αμπελώνων. Γύρω στο 1890 όμως η βαθμιαία ανάρρωση των γαλλικών αμπελιών αποκατέστησε τις ισορροπίες στη γαλλική οινοπαραγωγή. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την επικράτηση των οπαδών του προστατευτισμού και την άνοδο των δασμών είχαν σαν συνέπεια την πτώση της ζήτησης και των τιμών της κορινθιακής στη γαλλική αγορά και την έκρηξη μιας κρίσης υπερπαραγωγής, που το 1892/93 συγκλόνισε την ελληνική οικονομία.

20120910.jpg
(πηγή)

Συνεπώς, η γαλλική ζήτηση αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό των εντυπωσιακών αυξομειώσεων που γνώρισε η ζήτηση του κυριότερου εξαγωγικού προϊόντος της χώρας στη περίοδο 1878-1893. Τόσο η εντυπωσιακή επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας στη δεκαετία του 1880 όσο και τα τεράστια αποθέματα της ελληνικής σταφίδας που παρέμεναν απούλητα στις αποθήκες από το 1892/93, οφείλονται στο άνοιγμα και στο κλείσιμο αντίστοιχα της μεγάλης αυτής αγοράς για το κύριο αγροτικό προϊόν της Πελοποννήσου. Το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς το 1878/79, σε μια εποχή που το μέλλον της σταφιδικής οικονομίας φαινόταν σκοτεινό, ήρθε σαν από μηχανής Θεός για να γλυτώσει τους σταφιδοπαραγωγούς και τους σταφιδεμπόρους από την επερχόμενη κρίση. Οι αγρότες της Πελοποννήσου πίστεψαν ότι βρήκαν μια ανέλπιστη διέξοδο μπροστά στο μαρασμό που απειλούσε το προϊόν τους. Προχώρησαν, έτσι, σε μια περαιτέρω επέκταση των σταφιδαμπέλων, πιστεύοντας ότι το γαλλικό ενδιαφέρον θα ήταν διαρκές. Στη δεκαετία 1880-1890 η σταφιδοκαλλιέργεια κέρδισε 140.000 στρέμματα γης (κυρίως στη Δυτική και Νοτιοδυτική Πελοπόννησο) και η ετήσια παραγωγή σταφίδας αυξήθηκε κατά 40.000 τόνους περίπου. Έτσι όμως, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε να εκδηλωθεί κρίση υπερπαραγωγής του προϊόντος, όταν από το 1892 η γαλλική ζήτηση άρχισε να περιορίζεται δραματικά. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η γαλλική παρέμβαση στη διεθνή αγορά της Κορινθιακής σταφίδας το 1878/79 έσωσε πρόσκαιρα τη σταφιδική οικονομία, ταυτόχρονα όμως μετέθεσε την έκρηξη της σταφιδικής κρίσης για το 1892/93, κάνοντάς την έτσι περισσότερο επώδυνη για τους αγρότες της Πελοποννήσου, που σε όλη τη δεκαετία του 1880 είχαν επενδύσει σημαντικούς χρηματικούς και ανθρώπινους πόρους στη σταφιδοκαλλιέργεια.

Ασφαλώς στα πλαίσια του παρόντος κειμένου δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε τα τεράστια ζητήματα που θέτει το μονοεξαγωγικό μοντέλο που με βάση την κορινθιακή σταφίδα αναπτύχθηκε στην ελληνική αγροτική οικονομία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Θα περιοριστούμε στην επισήμανση μερικών βασικών όψεων της σταφιδοκαλλιέργειας τα οποία επέδρασαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

stafida-apoxiransi.jpg

3.6.2 H χρηματοδότηση της σταφιδοκαλλιέργειας από το εμπορικό κεφάλαιο των αστικών κέντρων

H εξάρτηση των καλλιεργητών από τους σταφιδεμπόρους και τους τοκογλύφους, μοντέλο του οποίου πρώτοι διδάξαντες ήταν οι Άγγλοι έμποροι της κορινθιακής στο τέλος του 18ου αιώνα, παγιώθηκε μετά την ανεξαρτησία και αποτέλεσε στη συνέχεια κύριο χαρακτηριστικό της σταφιδοπαραγωγής για όλο τον 19ο αιώνα. H κατάτμηση της ιδιοκτησίας σε μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις και το υψηλό κόστος που απαιτούσε η καλλιέργεια της σταφίδας ανάγκαζαν τους μικρούς παραγωγούς να ζητούν δάνεια από τους εμπόρους. H διοχέτευση του δανείου και η εξόφλησή του γινόταν απλά. Οι έμποροι των πόλεων, με κάποιες διαμεσολαβήσεις τοπικών μικρεμπόρων ή παραγγελιοδόχων στις επαρχίες, διοχέτευαν χρήμα ή και εμπορεύματα για τις ποικίλες ανάγκες των χωρικών. Ως εγγύηση προαγόραζαν το εμπορεύσιμο τμήμα της καλλιέργειας του επόμενου χρόνου, εισέπρατταν δηλαδή σε είδος το μικρό κεφάλαιο που δάνειζαν, συν τους τόκους. (Επειδή οι υποθήκες ήταν πολύ μικρής αξίας, εγγύηση αποτελούσε η ίδια η σοδειά). O τόκος κυμαινόταν από 18% έως 24%, πολλές φορές δε ήταν ακόμη υψηλότερος, ενώ ο παραγωγός ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει όλο τον σταφιδόκαρπο στο δανειστή του. Έτσι η παραγωγή του ήταν πάντα προαγορασμένη και ο έμπορος μπορούσε να κερδοσκοπεί επί της τιμής αγοράς του προϊόντος: «Το θέμα του καθορισμού της τιμής της σταφίδας που αγόραζαν οι έμποροι από τους παραγωγούς, υπήρξε το κεντρικό ζήτημα της υπόρρητης κοινωνικής πάλης μεταξύ καλλιεργητών και σταφιδεμπόρων, που διατρέχει την κοινωνική ιστορία της Βόρειας και της Δυτικής Πελοποννήσου σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το 1859 οι αγρότες της Αχαΐας θα έρθουν σε σύγκρουση με τις μονοψωνιακές διαθέσεις του οίκου Burff & Co, που μετά τη χρεοκοπία του κύριου ανταγωνιστή του οίκου Igget & Co, θα επιχειρήσει να επιβάλλει εξευτελιστικές τιμές στην αγορά του προϊόντος. Το 1866 επίσης, οι κτηματίες του Αιγίου θα προχωρήσουν σε ομαδικά διαβήματα και στη διοργάνωση συλλαλητηρίου για να καταγγείλουν τις καταδολιευτικές εμπορικές πρακτικές που επιδίωκαν τη φόρτωση της σταφίδας χωρίς να προηγηθεί ο προσδιορισμός της τιμής της, επισημαίνοντας ότι ‘είχε οικοδομηθεί ένα ολόκληρο σύστημα με βάση το οποίο ο έμπορος απομυζά τον παραγωγό’. Σε κάθε παρόμοια διαμάχη μέχρι το τέλος του αιώνα, πάγιο αίτημα των μικρών κτηματιών ήταν ο διακανονισμός της τιμής αγοράς της σταφίδας πριν τη φόρτωσή της». (Βλ. Πατρώνης Β., “Σταφίδα και Αγροτική Μεταρρύθμιση» στο Σακελλαρόπουλος Θ. (εισαγωγή-επιμέλεια), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1993, σελ. 78).

9354585_orig.jpg

H μαζική επέκταση των σταφιδαμπέλων στη διάρκεια των περιόδων 1833-1848 και 1858-1865, χρηματοδοτείται ουσιαστικά από το εμπορικό κεφάλαιο των αστικών κέντρων της B. Πελοποννήσου. Το γεγονός αυτό θα καθορίσει αποφασιστικά τη δομή και την εξέλιξη της παραγωγής και του εμπορίου της σταφίδας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα: » H διαβίωση των αγροτών στους χειμερινούς μήνες εξαρτάται από τις προκαταβολές που τους δίνουν οι έμποροι με εγγύηση την σοδειά του επομένου έτους», γράφει το 1867 σε μια αναφορά του ο βρετανός πρόξενος στην Πάτρα και φαίνεται ότι η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει ριζικά, ακόμη και μετά την εγκατάσταση της E.T.E. στην Πάτρα. Έτσι ο μικρός καλλιεργητής παρέμεινε εξαρτημένος από τον έμπορο-τοκογλύφο που θα έχει στο εξής τον πρώτο λόγο, όχι μόνο στον καθορισμό της τιμής της σταφίδας αλλά και στο μέγεθος της παραγωγής, στην ποιότητα του προϊόντος κ.λ.π. Oι μόνοι κάτοχοι ρευστού χρήματος σε μεγάλη κλίμακα, οι έμποροι, ήταν λοιπόν για τις κατώτερες τάξεις οι αγοραστές των προϊόντων τους και ταυτόχρονα η μόνη πηγή δανειακού χρήματος. O προεστός, ο μεγαλέμπορος και ο μεγαλοϊδιοκτήτης, λειτουργώντας σαν πωλητές του χρήματος, συναποτελούσαν ένα τοπικό χρηματιστικό ολιγοπώλιο. Οι ίδιοι άνθρωποι, λειτουργώντας και σαν αγοραστές αγροτικών προϊόντων (συγκεκριμένα της σταφίδας στη Βόρεια και τη Δυτική Πελοπόννησο), αποτελούσαν αντιστοίχως ένα τοπικό ολιγοψώνιο στην τοπική αγορά εμπορευμάτων. Οι δραστηριότητες αυτές συνδυάζονταν, συχνά και με άλλες συμπληρωματικές εμπορικές ασχολίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σταφιδικού οίκου Κουνινιώτη στην Αιγιαλεία, όπου: «Το εμπόριο αλεύρων, το παντοπωλείο και η εμπορική σταφιδική φίρμα αποτελούν ένα μοντέλο συμπληρωματικών εμπορικών δραστηριοτήτων, με κέντρο βάρους την τελευταία επιχείρηση. Η επιχείρηση γενικού εμπορίου δρα ως πιστωτής σε είδος των παραγωγών-πωλητών σταφίδας, δεσμεύοντας τους πελάτες του με συμβόλαια και γραμμάτια και εγγράφοντας προσημειώσεις για τα χρέη τους. Η ίδια οικογένεια είναι κάτοχος αρκετών στρεμμάτων σταφιδοφυτειών, τις οποίες επεκτείνει με το σύστημα των πλειστηριασμών […] Τα χρέη εκτός των άλλων, θα εξοφλούνται σε είδος (σταφίδα) ή με παροχή εργασίας (ημερομίσθια στα κτήματα της οικογένειας)». Βλ. Καλαφάτης Θ., Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991, τόμος Β’, σελ. 223. Έτσι, στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ο τοκογλυφικός δανεισμός εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιακή σχέση μεταξύ εμπορικού τοκογλυφικού κεφαλαίου και αγροτικής παραγωγής, όπως στον 18ο αιώνα.

Ptoxefsi-8.jpg

H ίδρυση υποκαταστημάτων της E.T.E. στις σταφιδοφόρες επαρχίες της Πελοποννήσου και η εισαγωγή της αγροτικής προσωπικής πίστης το 1861 από την E.T.E. θα υπονομεύσει, σε κάποιο βαθμό, το μοντέλο χωρίς όμως να το διαταράξει σοβαρά. Bέβαια δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τριάντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση της E.T.E. τα μισά της περίπου υποκαταστήματα λειτουργούν είτε στο σταφιδοφόρο τόξο της Βόρειας και της Δυτικής Πελοποννήσου, είτε σε πόλεις που λίγο έως πολύ εμπλέκονται στο εμπόριο της σταφίδας. Το κύριο όμως μέρος των συναλλαγών της E.T.E. δεν θα ξεφύγει από τα πλαίσια του κυρίαρχου κοινωνικού στρώματος. H πιστοληπτική υπεροχή τους θα παραμείνει κύριο χαρακτηριστικό της λειτουργίας της τράπεζας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Οι υπόλοιποι κτηματίες της περιοχής είναι αναγκασμένοι να προσφεύγουν για δανεισμό στους εμπόρους με τοκογλυφικούς όρους. H εγκατάσταση της E.T.E. στην Πελοπόννησο δεν επιφέρει λοιπόν κάποια ριζική αλλαγή στα δεδομένα της αγροτικής πίστης στην περιοχή: η απόλυτη εξάρτηση των κτηματιών από το εμπορικό κεφάλαιο της περιοχής, ελάχιστα διαταράχτηκε. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η εξάρτηση αυτή εντάθηκε περισσότερο αφού η τράπεζα χορηγούσε σχετικά εύκολα πιστώσεις στους εμπόρους που με τη σειρά τους χρηματοδοτούσαν την παραγωγή με τοκογλυφικούς όρους. O Γ. Δερτιλής αναφέρει ότι εκείνος που ωφελήθηκε από την κτηματική πίστη υπήρξε «η αστική και ημιαστική ιδιοκτησία» και μιλά για ένα σύστημα «αλυσιδωτού δανεισμού» που φαίνεται ότι επικρατούσε στις σταφιδοφόρες επαρχίες της Πελοποννήσου : «…καθώς ο τόκος που ζητά η Τράπεζα είναι κατά πολύ κατώτερος της ελεύθερης αγοράς, η Τράπεζα δανείζει τον ιδιώτη χρηματιστή ή μεγαλέμπορο της Πάτρας π.χ. με 7% ή 8%, αυτός κατόπιν δανείζει τον έμπορο της Κυπαρισσίας προς 12% ή 15%, εκείνος με τη σειρά του δανείζει προς 18%-24% τον τοκογλύφο της Μεσσήνης, ο οποίος πιστοδοτεί την περιφέρειά του προς 20%-30%, ή και περισσότερο…» (Βλ. Δερτιλής Γ., Ελληνική οικονομία και βιομηχανική επανάσταση 1830-1910, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1984, σελ. 35-36). Έτσι, οι έμποροι και οι χρηματιστές αποσπούσαν ένα μεγάλο μέρος του οικονομικού πλεονάσματος που δημιουργούσε η αγροτική παραγωγή δανείζοντας με υπέρογκο τόκο τους μικροκαλλιεργητές και προαγοράζοντας την παραγωγή τους, όχι μόνο στην Αχαΐα, αλλά και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Πάτρας προς την E.T.E. το 1886, σύμφωνα με την οποία, το εμπορικό κεφάλαιο της Πάτρας είχε αναπτύξει δανειστικές σχέσεις όχι μόνο με τους κτηματίες της Αχαΐας και των γειτονικών επαρχιών της Αιγιαλείας και της Ηλείας, αλλά και με τους κτηματίες της Πυλίας, της Τριφυλίας, ακόμη και της Αιτωλοακαρνανίας.

H εξαγωγή και το εμπόριο της σταφίδας δημιούργησαν λοιπόν στη βόρεια και δυτική Πελοπόννησο μία αστικής υφής, ηγετική εμπορική ομάδα με εύρος, με συνέχεια και με σπουδαίες επιπτώσεις πάνω στο σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Με κέντρο των επιχειρήσεών της την πόλη της Πάτρας και το εμπόριο της κορινθιακής σταφίδας, η αστική αυτή εμπορική ομάδα, που αποτελούνταν από αυτόχθονες προκρίτους-κτηματίες, ετερόχθονες έλληνες εμπόρους και ευρωπαίους εμπόρους και επιχειρηματίες, επέκτεινε γρήγορα τις δραστηριότητές της σε όλες τις σταφιδοφόρες επαρχίες της Πελοποννήσου και σε άλλους τομείς της οικονομικής ζωής: χρηματιστικές εργασίες, αγροτική και εμπορική πίστη, ασφαλιστικές εταιρείες, εισαγωγικό εμπόριο, πρώτες προσπάθειες εκβιομηχάνισης. Αναδείχθηκαν έτσι σε κυρίαρχη κοινωνική ομάδα που ήλεγχε ασφυκτικά την οικονομική, κοινωνική αλλά και πολιτική ζωή της περιοχής. Όπως αναφέρει ο Βεργόπουλος: «Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένας σημαντικός αριθμός ηγετικών οικογενειών της ελληνικής πολιτικής ζωής είχε σαν άξονα σχηματισμού του τη λωρίδα Κόρινθος-Πάτρα-Πύργος-Καλαμάτα και είχε από πολύ νωρίς συνδεθεί με το εμπόριο της σταφίδας» (βλ. Βεργόπουλος Κ., Κράτος και οικονομική πολιτική στον 19ο αιώνα, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1978, σελ. 102). Στη δεκαετία του 1850 μάλιστα επηρεασμένοι από τις συνέπειες της σταφιδικής κρίσης των ετών 1851-1857, επιχείρησαν να ιδρύσουν την εταιρεία «Ελληνική Ατμοπλοΐα» (1853) και την «Ελληνική Οινοποιητική Εταιρεία» (1858), με την πεποίθηση ότι μόνο η δημιουργία νέων επιχειρήσεων μπορούσε να απεξαρτήσει την τοπική οικονομία από τις συνεχείς διακυμάνσεις του εμπορίου της σταφίδας. Αυτή η αστικής υφής, ηγετική εμπορική ομάδα της βόρειας και της δυτικής Πελοποννήσου χρηματοδοτεί ουσιαστικά την επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

neorio2.jpg
(πηγή)

3.6.3 H μεγάλη σημασία της σταφίδας για τις Ελληνικές εξαγωγές

Μετά το 1830 και ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η κορινθιακή σταφίδα αναδείχθηκε σαν το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν του ελληνικού βασιλείου. H ταχεία ανάπτυξη της διεθνούς ζήτησης για το προϊόν αυτό, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση της Ελλάδας στις διεθνείς συναλλαγές ως χώρας μονοεξαγωγικής. H κορινθιακή σταφίδα έφθασε να καλύπτει περισσότερο από το 50% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας και σύμφωνα με τη διατύπωση του Ξ. Zολώτα ήταν για την ελληνική οικονομία «ότι ο καφές για την οικονομία της Βραζιλίας.» (Αναφέρεται στο Βεργόπουλος Κ., Κράτος και οικονομική πολιτική …όπ.πρ., σελ. 102). Για το λόγο αυτό, οι ελληνικές κυβερνήσεις επεδίωκαν με διακρατικές συμφωνίες να διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο της κορινθιακής, αφού έτσι συνέρρεε συνάλλαγμα στη χώρα και τα φορολογικά και άλλα έσοδα του κράτους αυξάνονταν συνεχώς. Πράγματι, από την πορεία των εξαγωγών της σταφίδας εξαρτιόνταν όχι μόνο οι άμεσα απασχολούμενοι σε αυτήν, αλλά και η εθνική οικονομία και το κράτος, εφόσον αυτές απέφεραν στη χώρα ξένο συνάλλαγμα που ήταν απαραίτητο για τις εισαγωγές της.

H σημασία της παραγωγής και του εμπορίου της κορινθιακής σταφίδας για το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο και την εθνική οικονομία φαίνεται από το ότι η μέση ποσοστιαία συμμετοχή της αξίας της εξαγόμενης σταφίδας στη συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών από 45,6% για τη δεκαετία 1861-1870, έφθασε 58,4% και 60,9% αντίστοιχα για τις δύο επόμενες δεκαετίες, που αποτέλεσαν τη «χρυσή εποχή» της σταφιδικής οικονομίας (βλ. αναλυτικά Πιζάνιας Π., Οικονομική Ιστορία της Ελληνικής Σταφίδας, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1988). Εκτός του συναλλάγματος που εισέρρεε στη χώρα, αυξάνονταν και τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου. O φόρος για τη σταφίδα, που πληρωνόταν στα τελωνεία εξαγωγής, αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία για το δημόσιο ταμείο. Από το 1,3% του συνόλου των εισπραχθέντων φόρων που αντιπροσώπευε το 1833, θα φθάσει στο 12,2% του συνόλου το 1859. Οι εισπραχθέντες έγγειοι φόροι στα τελωνεία εξαγωγής το 1864 θα φθάσουν τις 1.333.308 δραχμές, από τις οποίες οι 832.954 δραχμές, ήτοι το 62,4% του συνόλου, θα καταβληθούν για την εξαγωγή της σταφίδας. Το ίδιο έτος στο τελωνείο του λιμανιού της Πάτρας, που ήταν το κυριότερο εξαγωγικό κέντρο της κορινθιακής σταφίδας, εισπράχθηκε το 55% του συνόλου των εγγείων φόρων της χώρας. Για τις μεγάλες και συνεχείς ανάγκες του πολυδάπανου ελληνικού κρατικού μηχανισμού το εμπόριο της σταφίδας αποτελούσε μια σταθερή πηγή αυξανόμενων κάθε χρόνο εσόδων. Στην πραγματικότητα, τον 19ο αιώνα η σταφίδα ήταν το προϊόν που έδινε οικονομική υπόσταση στις ελληνικές εξαγωγές, ή καλύτερα, που συνέδεε την ελληνική οικονομία με τη διεθνή αγορά, δίνοντας ωστόσο στις εξαγωγές έναν μονοσήμαντο ή αδιαφοροποίητο χαρακτήρα ως προς την ποικιλία των εξαγόμενων εμπορευμάτων. Αυτό το γεγονός το είχαν αντιληφθεί όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις του 19ου αιώνα, από τον Καποδίστρια ως τον X. Τρικούπη και έκαναν ότι ήταν δυνατό για να ενισχύσουν τη θέση του κύριου εξαγωγικού προϊόντος της χώρας στις ευρωπαϊκές αγορές. Το 1829 ο Καποδίστριας έγραφε προς τον Εϋνάρδο: «Αι πρόσοδοι της Ελλάδος εδιπλασιάσθησαν αφ’ ότου εγώ ήλθον. Το μεν προηγούμενο έτος έδωκαν 3.000.000 φράγκα, το δε παρόν υπόσχονται περί τα 5.000.000, αν η σταφίς της Κορίνθου δεν πέση». (Βλ. Ζωγράφος Δ., Ιστορία της Σταφίδας, Αθήναι 1923, σελ. 156). Εξήντα, περίπου, χρόνια αργότερα, σε μια αγόρευσή του στην ελληνική Βουλή για το θέμα της σταφίδας, ο Χ. Τρικούπης εξέφραζε την αγωνία της κυβέρνησής του για την απειλούμενη αύξηση του εισαγωγικού δασμού της σταφίδας στη Γαλλία, που είχε γίνει στο μεταξύ, ρυθμιστικός παράγοντας στη διεθνή αγορά του προϊόντος: «Δια της συμβάσεως θα εξασφαλίσωμεν τουλάχιστον την σημερινήν φορολογίαν της σταφίδος εν Γαλλία, ήτις δεν είναι υπερβαλλόντως βαρεία και πρέπει να είμεθα ευχαριστημένοι εις τούτο […]Επιτυχόντες δε, της συμπράξεως της γαλλικής κυβερνήσεως προς διάσωσιν της σταφίδος από αυξήσεως του εισαγωγικού τέλους εν Γαλλία, έπρεπε ήδη να δώσωμεν εις την κυβέρνησιν την γαλλικήν πάσαν συνδρομήν, την οποίαν αυτή ήθελε θεωρήση χρήσιμον εις ευόδωσιν των υπέρ της νομοθετικής κυρώσεως των πεπραγμένων ενεργειών αυτής». (Βλ. Γεννάδιος Π., «Συζήτησις περί σταφίδος εις την Βουλήν», Ελληνική Γεωργία, 1888, σελ. 212-213).

Ασφαλώς, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης κυριαρχεί και επηρεάζει αποφασιστικά το εμπόριο της σταφίδας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. H μεγάλη ζήτηση της αγγλικής αγοράς μετά το 1865 δημιουργεί τις προϋποθέσεις για το πολλαπλασιασμό των καλλιεργειών, το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς μετά το 1879 οδηγεί στη παραπέρα επέκταση των καλλιεργειών, ενώ το κλείσιμο αυτής της ίδιας αγοράς μετά το 1892 θα προκαλέσει τη σταφιδική κρίση. Εκτός όμως από τους μηχανισμούς της αγοράς, ένας άλλος παράγοντας που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο εμπόριο της κορινθιακής και επηρέασε αποφασιστικά τους μηχανισμούς αυτούς, ήταν η πολιτική παρέμβαση εκ μέρους των ενδιαφερομένων κυβερνήσεων με σκοπό τη προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου 1860-1900, για παράδειγμα, έκαναν ότι μπορούσαν για να διευκολύνουν το εμπόριο της σταφίδας, αφού έτσι συνέρρεε συνάλλαγμα στη χώρα και τα φορολογικά έσοδα του κράτους αυξάνονταν συνεχώς. Έτσι, το 1890 η κυβέρνηση του X. Τρικούπη συνυπέγραψε εμπορική συμφωνία με την αγγλική κυβέρνηση, που προέβλεπε τη μείωση του εισαγωγικού δασμού της σταφίδας στην Αγγλία κατά 70%. Σε αντάλλαγμα, μειώθηκε ο εισαγωγικός δασμός πολλών αγγλικών προϊόντων που εισάγονταν στην Ελλάδα. Αντίθετα, χωρίς αποτέλεσμα έμειναν οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύναψη εμπορικής συνθήκης με τη Γαλλία, που άρχισαν το 1886. H συνθήκη αυτή θα απορριφθεί τελικά το 1889 από τη Γαλλική βουλή, μέσα στο κλίμα του προστατευτισμού των γαλλικών αμπελουργικών προϊόντων, που κυριαρχούσε τότε στη χώρα. H απόρριψη της ελληνογαλλικής εμπορικής σύμβασης και η ψήφιση του νόμου του Griffe που ακολούθησε, σηματοδότησαν το κλείσιμο της γαλλικής αγοράς για τη σταφίδα και την απαρχή της σταφιδικής κρίσης (βλ. αναλυτικά Πατρώνης Β., «Η κορινθιακή σταφίδα στη γαλλική αγορά», Τα Ιστορικά, τ. 10, τχ. 18-19, 1993, σελ. 53-78). Tην ίδια τύχη είχαν και οι προσπάθειές της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύναψη εμπορικής συνθήκης με τη Ρωσία το 1895. Οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν μετά τη συντονισμένη εκστρατεία των ενώσεων των ρώσων αμπελουργών και οινοπαραγωγών κατά της ελληνικής σταφίδας. Προβλήματα αντιμετώπισε επίσης η ελληνική κυβέρνηση με τις εξαγωγές σταφίδας στις H.Π.A. μετά το 1894, όταν δηλαδή επιχειρούσε με την αύξηση των εξαγωγών σταφίδας προς τη χώρα αυτή, να μειώσει κάπως τα τεράστια αποθέματα του προϊόντος που παρέμειναν απούλητα μετά το κλείσιμο της γαλλικής αγοράς. Τότε συνάντησε την αποφασιστική αντίδραση των σταφιδοπαραγωγών της Καλιφόρνιας, των οποίων η παραγωγή απειλούνταν από τις εισαγωγές της κορινθιακής σταφίδας.

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι παραγωγοί και οι έμποροι της ελληνικής σταφίδας, εκτός από τις ανισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης του προϊόντος, είχαν να αντιμετωπίσουν και την δασμολογική και νομοθετική παρέμβαση των χωρών-εισαγωγέων της σταφίδας που επεδίωκαν την προστασία των παραγωγών τους. Τα προβλήματα αυτά επιδεινώθηκαν από το γεγονός ότι στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα στις ευρωπαϊκές χώρες αναβίωσαν οι οικονομικοί εθνικισμοί και ο προστατευτισμός. H Γερμανία άνοιξε το δρόμο το 1879 και ακολούθησαν στη δεκαετία 1880-1890 η Γαλλία, η Ισπανία, η Ελβετία, η Σουηδία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Δανία. Μοναδική νησίδα και προπύργιο του ελευθέρου εμπορίου παρέμεινε η Αγγλία.

387243_2652394426372_1151117624_33161474_1780396650_n.jpg
(πηγή)

3.6.4 Ο απολογισμός: Σταφίδα και Εθνική οικονομία

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα η ανάπτυξη της καλλιέργειας και του εμπορίου της σταφίδας υπήρξε ο κεντρικός «μοχλός» της ανάπτυξης της οικονομίας αγοράς και συνέβαλλε πολυποίκιλα στους οικονομικούς μετασχηματισμούς του ελλαδικού χώρου, δίνοντας ώθηση στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, στην κάθοδο του πληθυσμού των ορεινών περιοχών στην πεδιάδα, στον εκχρηματισμό των οικονομικών σχέσεων στην ύπαιθρο, στην ανάπτυξη ορισμένων πόλεων-εξαγωγικών κέντρων. Όμως, η μεγάλη επέκταση των σταφιδαμπέλων της περιόδου 1878-1892 είχε εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες, όχι μόνο για τους καλλιεργητές της Πελοποννήσου, αλλά για την εθνική οικονομία γενικότερα. Όπως σημειώνει η Xρ. Aγριαντώνη, «H εθνική οικονομία υπέγραψε ένα ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο σπαταλώντας αλόγιστα το προϊόν της προεξόφλησης […] αφού εξακολούθησε καταχρηστικά να διοχετεύει σημαντικούς ανθρώπινους και χρηματικούς πόρους σε ένα τομέα που δεν ήταν πλέον ο μοχλός της οικονομικής ανάπτυξης, όπως την προηγούμενη περίοδο.» (Βλ. Αγριαντώνη Χρ., Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σελ. 277).

Πρόκειται πράγματι, για σπατάλη γιατί, πρώτα απ’ όλα, η τεράστια χρηματική δαπάνη που απαιτήθηκε για την καλλιέργεια των νέων φυτειών στη δεκαετία του 1880 δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα κέρδη. Πρόκειται για σπατάλη γιατί, δεύτερον, η επένδυση στη σταφιδοπαραγωγή συνδυάστηκε με το ξερίζωμα αιωνόβιων ελαιώνων για να μετατραπούν σε αμπέλια. Δηλαδή, από τη μια πλευρά γινόταν επένδυση σε αμπελώνες και από την άλλη ολοσχερής καταστροφή ελαιώνων, δηλαδή αποεπένδυση παγίου κεφαλαίου. Αλλά οι σταφιδοφυτείες ήταν ένα φυτικό κεφάλαιο που έπρεπε να αποσβεστεί το πολύ σε ορισμένες δεκαετίες. Αντίθετα, οι ελαιώνες ουσιαστικά δεν έχουν κόστος απόσβεσης, αφού το φυτικό κεφάλαιο παράγει αδιάκοπα επί αιώνες. Επιπλέον, η ανασύσταση του κεφαλαίου αυτού θα χρειαζόταν, αν γινόταν ποτέ, πολλές δεκαετίες, πράγμα ανέφικτο. Τελικά, το οικονομικό αποτέλεσμα αυτής της μεταστροφής από τον ελαιώνα στο αμπέλι ήταν μηδενικό και μακροχρόνια αρνητικό. Πρόκειται τέλος για σπατάλη γιατί τρίτον, τα κέρδη από τη καλλιέργεια και το εμπόριο της σταφίδας δεν διοχετεύθηκαν σε παραγωγικούς σκοπούς. Πράγματι, το πλεόνασμα που συγκεντρώθηκε διοχετεύθηκε προς δύο κατευθύνσεις. Οι μικροί καλλιεργητές το χρησιμοποίησαν στην ίδια την επέκταση των φυτειών τους, ενώ το πλεόνασμα που συγκεντρώθηκε στα χέρια των ευπορότερων κτηματιών, των σταφιδεμπόρων και των τοκογλύφων και «[…] ακολούθησε το ρυθμό της εποχής και το παράδειγμα των ανωτέρων τάξεων των Αθηνών και της ομογένειας : αποθησαύριση, παίγνιο με τις μετοχές, επιδεικτική κατανάλωση και επένδυση σε ακίνητα, όπως δείχνουν όχι μόνο οι γραπτές αλλά και οι αρχιτεκτονικές μαρτυρίες, τα αστικής μορφής και ευρυχωρίας σπίτια που σώζονται έναν αιώνα αργότερα στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο.» (Βλ. Δερτιλής Γ., Ελληνική οικονομία και βιομηχανική επανάσταση 1830-1910, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1984, σελ. 79).

Εξάλλου, η υπερανάπτυξη της σταφιδοκαλλιέργειας προσέδιδε μια ιδιαίτερη ευπάθεια στην αγροτική οικονομία και αυτό, γιατί την εξαρτούσε από ένα μόνο προϊόν και την εξέθετε στους κινδύνους της εξαγωγικής μονοκαλλιέργειας σε μια αγορά με ασταθείς τιμές. Ουσιαστικά μετά το 1850 η Ελλάδα είχε γίνει χώρα μονοεξαγωγής, η δε Βόρεια και Δυτική Πελοπόννησος ζώνες μονοκαλλιέργειας. Είναι ενδεικτικό ότι στα τέλη του 19ου αιώνα η καλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας έφτασε να καταλαμβάνει το 25% του συνόλου της καλλιεργήσιμης γης και να απασχολεί περισσότερο από το 30% του ενεργού πληθυσμού της χώρας. Για χάρη της ξεριζώνονταν ελιές, μουριές, συκιές και άλλες καλλιέργειες ενώ είχε εγκαταλειφθεί και η κτηνοτροφία και οι πρώην κτηνοτρόφοι και βοσκοί είχαν γίνει σταφιδοκτήμονες και σταφιδεργάτες. Η κρίση δεν ξέσπασε βέβαια το 1893 ως κεραυνός εν αιθρία. Προετοιμαζόταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, από τότε που άνοιξε ανέλπιστα η αγορά της Γαλλίας, προκαλώντας, στη μικρή διάρκεια, ανοδικές τάσεις στην παραγωγή, στις εξαγωγές και στις τιμές: «Οι διορατικότεροι των σταφιδεμπόρων και των σταφιδοπαραγωγών διέβλεπαν την εξέλιξη, αφού κάποτε οι γαλλικοί αμπελώνες θα συνέρχονταν. Αλλά η σωφροσύνη και ο ορθολογισμός δεν μπορούσαν να κάμψουν τον σταφιδικό πυρετό. Έτσι κι αλλιώς οι βραχύχρονες κινήσεις είναι εκείνες που επιβάλλουν τους ρυθμούς τους στην ιστορία. Και, για τους αγροτικούς πληθυσμούς, αυτές αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα». (Βλ. Μπακουνάκης Ν., Το κρασί του Γουσταύου, Αφήγημα οινικών περιπετειών, Καστανιώτης, Αθήνα 1997, σελ. 73). Πράγματι, οι σταφιδοπαραγωγοί της Πελοποννήσου στήριξαν στην προοπτική εξαγωγής μεγάλων ποσοτήτων σταφίδας προς τη Γαλλία, υπέρμετρες ελπίδες για μόνιμη διοχέτευση του προϊόντος τους σε αυτή την αγορά. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του εύκολου πλουτισμού χάρη στο άνοιγμα της γαλλικής αγοράς, ποτέ δεν διανοήθηκαν την πιθανότητα μιας νέας κρίσης: «Υπαινιγμοί και υποδείξεις, από όπου κι αν προέρχονταν ότι, όπως για κάθε χώρα και κάθε προϊόν, έτσι και για την Ελλάδα και για τη σταφίδα ήταν ριψοκίνδυνη η καθ’ ολοκληρίαν αφοσίωση στη μονοκαλλιέργεια ενός προϊόντος, απορρίπτονταν από τους σταφιδοπαραγωγούς με περιφρόνηση. Όποιος δε επιχειρούσε να προβάλει μια τέτοια προοπτική θεωρείτο ότι διέδιδε ανυπόστατες και ψευδείς φήμες». (Βλ. Αρώνη-Τσίχλη Κ., Το Σταφιδικό Ζήτημα …όπ.πρ., σελ. 34). Άλλωστε ο ίδιος ο συγκυριακός χαρακτήρας του φαινομένου δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στην κρίση. Μετά τις καλές χρονιές και την ευφορία της δεκαετίας 1880-1890, πολλοί μικροκληρούχοι που είχαν επενδύσει μαζικά στην επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας (πολλές φορές δανειζόμενοι με υπέρογκο τόκο), βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο φάσμα της υπερπαραγωγής και της πτώσης των τιμών. Πρόκειται για το γνώριμο φαύλο κύκλο άνοδος τιμών – αγροτική επένδυση – επέκταση καλλιεργειών – υπερπροσφορά – πτώση τιμών, που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των μονοκαλλιεργειών.

H κυριαρχία της παραγωγής και του εμπορίου της σταφίδας στην οικονομική ζωή της χώρας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατέστησε την ελληνική οικονομία μονόπλευρη και εύθραυστη, αφού την ταύτιζε με μια οικονομική δραστηριότητα απόλυτα εξαρτημένη από τη διεθνή συγκυρία και τις διακυμάνσεις της. Ταυτόχρονα την εμπόδιζε να μετεξελιχθεί προς μορφές οικονομικής ζωής πιο σύγχρονες και παραγωγικές, αφού δέσμευε στη γη τα διαθέσιμα εργατικά χέρια, στερώντας τα από την εκκολαπτόμενη ελληνική βιομηχανία. Ας μη ξεχνάμε, άλλωστε, ότι επρόκειτο για ένα είδος διατροφής που δεν απαιτούσε καμία μεταποίηση προτού παραδοθεί στην κατανάλωση, ότι επρόκειτο για μια καλλιέργεια εντατικής μορφής που δεν απαιτούσε ριζική ανανέωση των τεχνικών και των μεθόδων της. Έτσι, η σταφιδοκαλλιέργεια όχι μόνο δεν αποδέσμευε εργατικά χέρια από τη γη, αλλά και απορροφούσε, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα την εργατική δύναμη που προέκυψε από τη δημογραφική αύξηση και από την εγκατάλειψη των λοιπών παραδοσιακών αγροτικών δραστηριοτήτων.

tel.jpg
(πηγή)

3.6.5 Η Σταφιδική Κρίση και η Πτώχευση

Τον Αύγουστο του 1893 τα “πριμαρόλια”, τα πρώτα ατμόπλοια που φθάνουν στο λιμάνι της Πάτρας για να φορτώσουν τη σταφίδα και να τη μεταφέρουν στις ευρωπαϊκές αγορές γίνονται δεκτά με τις συνήθεις πανηγυρικές εκδηλώσεις: «Κανονιοβολισμοί άπειροι ερρίφθησαν παρά των σημαιοστολίστων ατμοπλοίων, επί των οποίων ήρξατο σήμερον η φόρτωσις των σταφίδων… Το θέαμα του λιμένος είναι έκτακτον… Τα φορτώνοντα ατμόπλοια προορίζονται διά Λονδίνον, Λιβερπούλην και Αμβούργον …» Εφ. Ακρόπολις, 19 Αυγούστου 1893. Παρά τη πανηγυρική ατμόσφαιρα, όμως, η επίσημη έναρξη του νέου σταφιδικού έτους δε φαινόταν να γίνεται με τους καλύτερους οιωνούς για το σταφιδεμπόριο. Το φάσμα της κρίσης που πλανάται από το 1890, όταν οι εξαγωγές σταφίδας προς τη Γαλλία μειώθηκαν κατακόρυφα, δεν απομακρύνεται από την περιοχή παρά την πρόσκαιρη βελτίωση της εσοδείας 1891. Το έτος 1892 θα καταγράψει νέα μείωση των εξαγωγών με παράλληλη πτώση των τιμών της κορινθιακής διεθνώς, ενώ οι ελπίδες κτηματιών και εμπόρων, που στηρίζονται στην ιδιαίτερα καλή ποιότητα της νέας εσοδείας 1893, γρήγορα θα διαψευστούν από τα μηνύματα της ευρωπαϊκής αγοράς. Η αγγλική ζήτηση για την Κορινθιακή σταφίδα παραμένει στάσιμη, ενώ στη Γαλλία η σταδιακή ανάρρωση των αμπελώνων της από τη φυλλοξήρα και η επιβολή προστατευτικού δασμολογίου στα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα, περιορίζουν στο ελάχιστο (11.100 τόνοι) τις εισαγωγές σταφίδας. Η επικράτηση του προστατευτισμού και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ελαχιστοποιούν τις εναλλακτικές λύσεις και κάνουν αδύνατη την απορρόφηση της τεράστιας παραγωγής των 180.000 τόνων του 1893. Η κρίση υπερπαραγωγής που θα ξεσπάσει θα είναι χωρίς προηγούμενο και θα συμπαρασύρει τις τιμές του προϊόντος σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα: Στην αγορά του Λονδίνου η τιμή ενός εκατόλιτρου σταφίδας από 21 σελίνια που κόστιζε το 1892 θα πέσει στα 6 σελίνια το 1893, τιμή που δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα μεταφοράς. Η κρίση θα είναι ιδιαίτερα οδυνηρή όχι μόνο για τους σταφιδοπαραγωγούς, τους σταφιδεμπόρους και την οικονομική ζωή της Βόρειας και Δυτικής Πελοποννήσου, αλλά και για την εθνική οικονομία συνολικά.

Στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου τα απούλητα πλεονάσματα της σταφίδας συσσωρεύονταν στις αποθήκες, ενώ οι πτωχεύσεις και οι χρεοκοπίες σταφιδικών εμπορικών οίκων διαδέχονταν η μια την άλλη και επεκτάθηκαν γρήγορα και σε άλλους κλάδους, αφήνοντας εκατοντάδες εργάτες χωρίς εργασία. Σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση βρέθηκαν και οι μικροί σταφιδοκτηματίες, που παρασυρμένοι από τον «σταφιδικό πυρετό» της προηγούμενης δεκαετίας χρεώθηκαν υπέρμετρα προκειμένου να επεκτείνουν τις φυτείες τους. Οι πλειστηριασμοί κτημάτων ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο χωρίς, πολλές φορές, να εμφανίζονται καν ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Η οικονομική δυσπραγία ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού δημιούργησε μια εκρηκτική κοινωνική ατμόσφαιρα με συλλαλητήρια, μαζικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, συγκρούσεις με την χωροφυλακή, καθώς και τη συγκρότηση και δραστηριοποίηση των πρώτων αναρχικών-σοσιαλιστικών ομάδων στην Ελλάδα με έδρα την Πάτρα και τον Πύργο. Η σταφιδική κρίση έπληξε επίσης και την εθνική οικονομία, εξαιτίας της βαρύνουσας συμμετοχής της σταφίδας στην αξία των ελληνικών εξαγωγών. Η γαλλική αγορά, ο «αδύνατος κρίκος» της διεθνούς αγοράς σταφίδας που με το αιφνίδιο άνοιγμά της το 1878/79 οδήγησε στην τεράστια και αλόγιστη επέκταση των σταφιδοφυτειών στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο, το 1893 έκλεινε πλέον οριστικά τις πύλες της στο κύριο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας, προκαλώντας ταυτόχρονα τη μεγάλη σταφιδική κρίση που συντάραξε την ελληνική οικονομία και κοινωνία στη τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα: «Μιλήσαμε για σταφιδικό πυρετό. Η φράση δεν ενέχει καμία υπερβολή. Στο διάστημα που η Γαλλία λειτουργεί ως σημαντική αγορά της σταφίδας, οι νοτιότερες περιοχές της Πελοποννήσου κυριολεκτικά μεταμορφώνονται. Οι χωρικοί μετατρέπονται από τη μια μέρα στην άλλη σε αμπελουργούς. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να καλλιεργήσουν όλο και περισσότερα αμπέλια. Δεν νοιάζονται για την ποιότητα αλλά μόνο για την ποσότητα. Και για να καλλιεργήσουν όλο και περισσότερο, χρειάζονται κεφάλαια και εργατικά χέρια. Δανείζονται και προσλαμβάνουν εποχικούς εργάτες. Οι καλλιεργητικές δαπάνες αυξάνονται, αλλά οι τιμές είναι ακόμα πολύ ικανοποιητικές. Όταν ξεσπάει όμως η κρίση, αυτοί οι αμπελουργοί-δημιουργήματα της συγκυρίας αποδεικνύονται ένα σύνολο ασταθές, άναρχο, βίαιο στις εκδηλώσεις της δυσφορίας του, αλλά και έτοιμο να διαλυθεί με την ίδια ευκολία που δημιουργήθηκε». (Βλ. Μπακουνάκης Ν., Το κρασί του Γουσταύου …όπ.πρ., σελ. 58-59).

Μερικούς μήνες μετά την έκρηξη της σταφιδικής κρίσης η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση πτώχευσης. Αν και τα δύο γεγονότα ήταν εν πολλοίς ανεξάρτητα μεταξύ τους, αφού τα σημάδια της επερχόμενης χρεοκοπίας είχαν γίνει φανερά ακόμη και από την εποχή της ακμής του σταφιδεμπορίου, είναι φανερό ότι η κρίση της σταφιδικής οικονομίας από το 1892 και μετά επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τα δημοσιονομικά και συναλλαγματικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Μολονότι η μείωση των φορολογικών εσόδων από τη σταφίδα δεν ήταν τόσο σημαντική, ιδιαίτερα καθοριστική υπήρξε για το εμπόριο και την ελληνική οικονομία η πτώση του πολύτιμου ξένου συναλλάγματος που έφερνε η σταφίδα στη χώρα, σε μια εποχή μάλιστα που η τελευταία το χρειαζόταν περισσότερο παρά ποτέ. Όπως επισήμανε και ο Σ. Σωτηρόπουλος, που αντικατέστησε τον Χ. Τρικούπη στην πρωθυπουργία από τον Μάϊο ως τον Οκτώβριο του 1893: «Η κρίσις, βλέπετε, είναι καθαρώς σταφιδική…Δια τας ανάγκας του εμπορίου έχομεν ανάγκην συναλλάγματος, το οποίον δεν εισάγεται λόγω αζητησίας της σταφίδος…Αν λοιπόν εξακολουθήση η κρίσις της σταφίδος, πολύ φυσικά θα εξακολουθήση και η κρίσις του νομίσματος». Εφ. Ακρόπολις, 7 και 8 Σεπτεμβρίου 1893. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η κρίση του σημαντικότερου εξαγωγικού προϊόντος της χώρας, που επισημοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1893 (λίγους δηλαδή μήνες πριν τη κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πτώχευσης) έκανε, στο μεσοδιάστημα αυτό, τους ξένους δανειστές ακόμη πιο επιφυλακτικούς απέναντι στο ελληνικό δημόσιο και δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τις ύστατες προσπάθειες για την αποφυγή της πτώχευσης. Ενδεικτικές είναι οι λεπτομέρειες για τη σύναψη του «δανείου κεφαλαιοποιήσεως που έλαβε ο Σωτηρόπουλος από τον οίκο «Χάμπρο», καθώς και τις απέλπιδες προσπάθειες του Τρικούπη για τη σύναψη νέου δανείου τον Νοέμβριο του 1893.

download.jpeg
(πηγή)

Τέλος, ο αντίκτυπος της σταφιδικής κρίσης συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, υπενθυμίζοντας με επώδυνο τρόπο πόσο αναγκαίο ήταν να ξεπεραστούν οι παλιές αγρο-εμπορευματικές δομές και να προσανατολιστεί η χώρα σε νέες κατευθύνσεις, περισσότερο παραγωγικές. Έμελλε έτσι να επαληθευτεί ο αφορισμός του δημοσιογράφου Βλάσση Γαβριηλίδη «είναι ανάγκη να αποτάξωμεν την απαισίαν νωθρότητα ήτις μαλθακύνει ημάς υπό την σκιάν των σταφιδαμπέλων ή υπό τας οροφάς των δημοσίων κτιρίων», (βλ. Γαβριηλήδης Βλ., «Η βιομηχανία μας», εφημερίς Ακρόπολις, 28 Ιουλίου 1885). Η κρίση του 1893, που συνέβαλε στην απομάκρυνση του Τρικούπη από την εξουσία, μετατράπηκε πλέον σε χρόνια κρίση του προϊόντος μετά την αποτυχία του μέτρου του παρακρατήματος, της «Σταφιδικής Τραπέζης» και της «Προνομιούχου Εταιρείας» και οδήγησε στις αρχές του 20ού αιώνα στον ευρύτερο παρεμβατισμό του κράτους στην αγροτική οικονομία με τη δημιουργία ημικρατικών οργανισμών που συγκέντρωναν και διαχειρίζονταν την κορινθιακή, εξασφαλίζοντας στους παραγωγούς κατώτατες τιμές ασφαλείας. Οι σταφιδοπαραγωγοί της Πελοποννήσου μετά την περίοδο της αναρχικής διαμαρτυρίας τους, στρέφονται προς την εσωτερική και την υπερατλαντική μετανάστευση. Η μαζική μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που εγκαινιάστηκε ήδη από τη δεκαετία του 1890, εξασθένησε τη σταφιδική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα σημαντικά ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης οδηγούν μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών προς την περιοχή Αθηνών- Πειραιώς που θα αποτελέσει το νέο οικονομικό κέντρο της χώρας με βάση τις καινούργιες μεταποιητικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται εκεί.

3.6.6 Η διαχείριση της κρίσης

Διαπιστώσαμε παραπάνω ότι η αιφνίδια συρρίκνωση της γαλλικής ζήτησης είχε ως αποτέλεσμα ο κλάδος να οδηγηθεί σε οξεία κρίση υπερπροσφοράς, οι τιμές να καταρρεύσουν και η συνολική αξία των εξαγωγών να μειωθεί δραματικά. Έως το 1893, οι εμπορικές πρακτικές ήταν προσαρμοσμένες στις συνθήκες που δημιούργησε η συνεχής επέκταση της ζήτησης. Το σταφιδεμπόριο ήταν προσανατολισμένο αποκλειστικά στη γρήγορη ανακύκλωση του επενδυμένου κεφαλαίου, χωρίς κανέναν περιορισμό επί της εξαγόμενης ποσότητας και των τιμών. Το φιλελεύθερο αυτό πλαίσιο είχε, χωρίς αμφιβολία, συμβάλει κατά πολύ στη ραγδαία επέκταση του κλάδου για εξήντα χρόνια περίπου. Το κλείσιμο της γαλλικής αγοράς, που στις αρχές της δεκαετίας του 1890 είχε φτάσει να απορροφά σχεδόν το ένα τρίτο της παραγωγής, ανέτρεψε πλήρως τις προηγούμενες ισορροπίες, καθώς επιπρόσθετα, δεν διαγραφόταν στον ορίζοντα καμία εναλλακτική δυνατότητα να διαθέτει η υπερβάλλουσα παραγωγή. Η σοβαρότητα της κρίσης και οι βαρύτατες επιπτώσεις της επέβαλλαν τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων, όπως το να κατασκευαστούν κατάλληλες αποθήκες επαρκούς χωρητικότητας, να ελεγχθούν οι προσφερόμενες ποσότητες, να αναζητηθούν νέες αγορές. Όμως οι εξαγωγικοί οίκοι, που έως τότε κατείχαν ηγετική θέση στην οργάνωση του κλάδου, δεν ήταν πλέον σε θέση να αναλάβουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες, δεδομένου μάλιστα ότι βρίσκονταν πλέον σε δεινή οικονομική θέση. Οι σημαντικότεροι από αυτούς, μάλιστα, επρόκειτο σύντομα να χρεοκοπήσουν. Κατά συνέπεια, ως μοναδική λύση πρόβαλλε η άμεση κρατική παρέμβαση. Σύμφωνα με τον Κ. Βεργόπουλο, το Κράτος επιχείρησε να εγκαθιδρύσει ένα είδος κρατικού μονοπωλίου του εμπορίου της κορινθιακής, πλην όμως, η πίεση των σταφιδεμπόρων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε υιοθετήθηκε τελικά η πρότασή τους (βλ. Βεργόπουλος Κ., Κράτος και οικονομική πολιτική …όπ.πρ., σελ. 107).

Πράγματι, το ελληνικό κράτος, ανατρέποντας τη φιλελεύθερη παράδοσή του, παρενέβη ενεργά, αποβλέποντας στη ρύθμιση της προσφοράς. Το 1895, εισήχθη ο φόρος παρακρατήματος, που αποτέλεσε τη βάση και όλων των επόμενων λύσεων του σταφιδικού ζητήματος. Προκειμένου να αποσυρθεί η υπερβάλλουσα προσφορά από την αγορά, κάθε χρόνο, το Δημόσιο παρακρατούσε στην εξαγωγή 10% έως 25% του προϊόντος. Η κυβέρνηση όριζε κατ’ έτος το ποσοστό του παρακρατήματος ανάλογα με το συνολικό μέγεθος της σοδειάς, τα αποθέματα και τις συνθήκες της ζήτησης. «Το παρακράτημα ήταν εκδήλωση της πολιτικής παρέμβασης στην αγορά της σταφίδας και χρησιμοποιήθηκε με τρόπο που να αντισταθμίζει τις διακυμάνσεις της ζήτησης τμημάτων της διεθνούς αγοράς και να τις εξισορροπεί με τις αντίστοιχες της προσφοράς» βλ. Πιζάνιας Π., Οικονομική Ιστορία …όπ.πρ., σελ. 98-99. Το παρακρατούμενο προϊόν σωρευόταν στις κρατικές αποθήκες, από όπου αγόραζαν στη συνέχεια οι βιομηχανίες οίνου και οινοπνεύματος. Το 1899, η διαχείριση του παρακρατήματος ανατέθηκε στη Σταφιδική Τράπεζα, που δημιουργήθηκε με κρατικά κεφάλαια, με στόχο, μεταξύ άλλων, να παράσχει πιστώσεις στους καλλιεργητές σε ευνοϊκούς όρους. Από το 1903, η Σταφιδική Τράπεζα προσπάθησε να εγγυηθεί στους καλλιεργητές ελάχιστη τιμή για το προϊόν τους. Η προσπάθεια αυτή αποδείχθηκε υπέρμετρα φιλόδοξη για τους περιορισμένους κεφαλαιακούς πόρους και για την άπειρη διοίκηση της τράπεζας, που ήταν, επιπρόσθετα, ιδιαίτερα ευάλωτη σε πολιτικές πιέσεις. Το οικονομικό αδιέξοδο της Σταφιδικής Τράπεζας προετοίμασε το έδαφος για την ιδιωτική «Προνομιούχο Εταιρεία διά την Προστασίαν της Παραγωγής και της Εμπορίας της Σταφίδος», η οποία ιδρύθηκε το 1905. Η Ενιαία, όπως συνήθως την αποκαλούσαν, διέθετε σημαντικά κεφάλαια, που ανήκαν σε ομογενείς κεφαλαιούχους, οργανωμένους γύρω από την Τράπεζα Αθηνών, καθώς και σε γάλλους και βρετανούς τραπεζίτες. Το ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε με νόμο στην Ενιαία το προνόμιο να διαχειρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα το παρακράτημα για 20 χρόνια. Σε αντάλλαγμα, η Ενιαία εγγυήθηκε ελάχιστη τιμή και χαμηλότοκα δάνεια στους παραγωγούς.

Η επιτυχία της Ενιαίας οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι στον όμιλο της Τράπεζας Οίνων και Οινοπνευμάτων, προς την οποία η Ενιαία πωλούσε, σε χαμηλές τιμές, τις σταφίδες του παραρτήματος. Η Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων τις χρησιμοποιούσε για να παράγει κρασί, οινόπνευμα και οινοπνευματώδη ποτά για εξαγωγή. Με τον τρόπο αυτό, ο τραπεζικός και βιομηχανικός όμιλος της Τράπεζας Αθηνών κατόρθωσε να ελέγξει ταυτόχρονα τόσο τον κλάδο της σταφίδας, όσο και τη βιομηχανία οίνου και οινοπνεύματος. Η Τράπεζα Αθηνών κατέλαβε με αυτό τον τρόπο στρατηγική θέση στην οικονομική ζωή της χώρας και απέκτησε ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στο κράτος. Η καινοτόμος προσέγγιση της Τράπεζας Αθηνών βασίστηκε στην αποφασιστικότητά της να επενδύσει, σε μακροπρόθεσμη βάση, σημαντικά κεφάλαια προκειμένου να αντιμετωπίσει τους κινδύνους των αυξομειώσεων της παραγωγής και της ζήτησης. Έπραξε, δηλαδή, ακριβώς ό, τι είχαν αποφύγει επί εξήντα χρόνια οι εμπορικοί οίκοι που έλεγχαν τον σταφιδικό κλάδο έως το 1893. Η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής διευκολύνθηκε, βεβαίως, τόσο από την αποδυνάμωση της θέσης των εμπόρων και των παραγωγών, λόγω της κρίσης, όσο και από την ισχυρή κρατική υποστήριξη, που πήρε τη μορφή του μονοπωλιακού προνομίου.

Η απόσυρση μέρους της προσφοράς μέσω του παρακρατήματος συγκράτησε την ελεύθερη πτώση των τιμών και τις βοήθησε σταδιακά να επανέλθουν στα επίπεδα πριν από την κρίση. Ενώ, σε σχέση με την περίοδο 1887-1893, στα έτη 1894-1896 η μέση τιμή εξαγωγής μειώθηκε σχεδόν κατά 60%, στην περίοδο 1897-1912 ανέκτησε το σύνολο σχεδόν των απωλειών. Σε ό, τι αφορά τη συνολική αξία, ενώ, σε σχέση με την περίοδο 1887-1893, οι ετήσιες εξαγωγές σταφίδας στα έτη 1894-1896 μειώθηκαν κατά 56%, στην περίοδο 1897-1912 επανήλθαν στο 72% του αρχικού επιπέδου. «Επιπλέον, η οινοποίηση των σταφίδων του παρακρατήματος αύξησε σημαντικά την βιομηχανική παραγωγή κρασιού και οινοπνεύματος. Η αύξηση των οινικών εξαγωγών αντιστάθμισε σημαντικό μέρος της απώλειας συναλλάγματος που προκάλεσε η μείωση των εξαγωγών σταφίδας. Στην περίοδο 1897-1912, η μέση ετήσια αξία του συνόλου των εξαγωγών σταφίδας, οίνου και οινοπνευματωδών ποτών ανήλθε στο 85% του επιπέδου της περιόδου 1887-1893. Μεγάλος μέρος των εσόδων από τις εξαγωγές οίνου και οινοπνευματωδών περιήλθε, βεβαίως, στον όμιλο της Τράπεζας Αθηνών: Αυτή ήταν η τιμή που πληρώθηκε για τη διαχείριση του παρακρατήματος και τη σταθεροποίηση του σταφιδικού κλάδου.» Βλ. Φραγκιάδης Α., «Αγροτική οικονομία και εξωτερικό εμπόριο» στο Κωστής Κ.,-Πετμεζάς Σ., (επιμ), Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τον 19ο αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σελ. 167. Κυρίως, όμως, μειώθηκαν οι ποσότητες της κατώτερης ποιότητας της σταφίδας, που είχαν εκτοξευθεί στην περίοδο του «σταφιδικού πυρετού» και τώρα πλέον είχαν μηδενική ζήτηση από τις διεθνείς αγορές. Η κατώτερη ποιότητα του προϊόντος που θεωρήθηκε, από αρθρογράφους και συγγραφείς της εποχής ως υπεύθυνη για τη δραματική πτώση της τιμής της σταφίδας στις διεθνείς αγορές, αποτελούσε τώρα το 80%-90% του παρακρατήματος. Σύμφωνα με τον Π. Πιζάνια, η μεγάλη έκταση της κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στην κρίση, οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτή αντιπροσώπευε κατά μέσο όρο τα 2/3 της συνολικής παραγωγής της κορινθιακής, ή αλλιώς την πλειοψηφία των παραγωγών (βλ. Πιζάνιας Π., Οικονομική Ιστορία …όπ.πρ., σελ. 100-101).

Το παρεμβατικό σχήμα που διαμορφώθηκε στις αρχές του αιώνα άντεξε, τελικά, για πολλές δεκαετίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, στο πλαίσιο του ευρύτερου ρόλου που αναλάμβανε πλέον η πολιτική στην οικονομία, η ρύθμιση της αγοράς ανατέθηκε στον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, ο οποίος κινήθηκε στο πλαίσιο που είχε χαράξει η Προνομιούχος (βλ. περισσότερα για τη δράση του ΑΣΟ στο Σακελλαρόπουλος Θ., Οικονομία-Κοινωνία-Κράτος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, εκδ. Πληροφόρηση, Αθήνα 1991, σελ. 33-43). Γενικότερα πάντως, μπορούμε να πούμε ότι, παρά τη μεγάλη κρίση της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η σταφιδική κρίση δεν οδήγησε στην οριστική καταστροφή του κλάδου. Η σταφιδοπαραγωγή συνέχισε για εβδομήντα τουλάχιστον χρόνια στον 20ό αιώνα να αντιπροσωπεύει σημαντικό τμήμα των εξαγωγών της χώρας. Βεβαίως, από την κρίση του 1893 και μετά, η παραγωγή παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη. Η στασιμότητα αυτή δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στα ορεινά χωριά της Πελοποννήσου και στα νησιά του Ιονίου, που ως τότε εκτόνωναν τα πληθυσμιακά τους «πλεονάσματα» προς τις περιοχές ανάπτυξης της σταφιδοκαλλιέργειας. Οι φυτεύσεις σταφιδαμπέλων σταμάτησαν, λόγω ποικίλων απαγορεύσεων, αλλά κυρίως λόγω της αβέβαιης προοπτικής του κλάδου, γεγονός που περιόρισε τη ζήτηση εποχικών εργατών: «Η κυριότερη συνέπεια της σταφιδικής κρίσης ήταν, λοιπόν, ότι ανέδειξε την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας γενικότερα, να εξασφαλίσει τους παραγωγικούς πόρους που αποδεσμεύονταν από την παραδοσιακή γεωργία εναλλακτικές διεξόδους απασχόλησης, με όρους διεθνώς ανταγωνιστικούς. Η άμεση διέξοδος που πρόβαλε τότε στον ορίζοντα ήταν η μετανάστευση στις ΗΠΑ. Η υπερατλαντική μετανάστευση, πιθανότητα, δεν αποτελούσε μια απλή αμυντική λύση για τα ελληνικά νοικοκυριά εγγραφόταν σε μια επιθετική στρατηγική για τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκτόνωνε το πρόβλημα της υποαπασχόλησης και ενίσχυε αποφασιστικά, μέσω των μεταναστευτικών εμβασμάτων, τόσο τα εισοδήματα των οικογενειών που παρέμεναν στην πατρίδα, όσο και το εξωτερικό ισοζύγιο πληρωμών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής των ΗΠΑ θα κλείσει αυτή την ασφαλιστική δικλείδα, που ήταν τόσο πολύτιμη για τον κόσμο της ελληνικής υπαίθρου» βλ. Φραγκιάδης Α., «Αγροτική οικονομία …όπ.πρ., σελ.167-168. Πέρα, όμως, από την υπερατλαντική μετανάστευση, φαίνεται ότι η κρίση της κορινθιακής κινητοποίησε τους αγρότες και προς άλλες κατευθύνσεις: Κοινωνικά κινήματα έκαναν την εμφάνισή τους στη Δυτική Πελοπόννησο και από εκεί διαδόθηκαν και σε άλλους χώρους της ελληνικής κοινωνίας. Κατά δεύτερο λόγο, δημιουργήθηκαν ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης κατά την ίδια περίοδο, που οδήγησαν μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών προς τα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα της περιοχής Αθηνών-Πειραιώς. «Με δύο λόγια, η σταφιδική κρίση λειτούργησε και σαν ένας καταλύτης για τη μετατροπή του χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας» (βλ. Βεργόπουλος Κ., Κράτος και οικονομική πολιτική …όπ.πρ., σελ. 108).

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Aγιάνογλου Π., Tο πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Eλλάδα, Aθήνα 1982.

Αγριαντώνη Χρ., Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986.

Aνδρεάδης Α., Eθνικά δάνεια και ελληνική δημόσια οικονομία, Aθήνα 1939.

Αρώνη-Τσίχλη Κ., Το Σταφιδικό Ζήτημα και οι Κοινωνικοί Αγώνες, Πελοπόννησος 1893-1905, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1999.

Βεργόπουλος Κ., Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα, Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1975.

Βεργόπουλος Κ., Κράτος και οικονομική πολιτική στον 19ο αιώνα, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1978.

Γαβριηλήδης Βλ., «Η βιομηχανία μας», εφημερίς Ακρόπολις, 28 Ιουλίου 1885.

Γεννάδιος Π., «Συζήτησις περί σταφίδος εις την Βουλήν», Ελληνική Γεωργία, 1888.

Δερτιλής Γ., “Η αυτονομία της πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα”, στο συλλογικό έργο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης Κοινωνικές και Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα, σελ. 41-72, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1977.

Δερτιλής Γ., Ελληνική οικονομία και βιομηχανική επανάσταση 1830-1910, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1984.

Έϊχταλ Γκ., Η Οικονομική και Κοινωνική κατάσταση μετά το 1821, εκδ. Μπάϋρον, Αθήνα 1974. Εφημερίς Ακρόπολις, 1892-1895.

Ζολώτας Ξ., Αγροτική Πολιτική, Αθήναι 1934.

Ζωγράφος Δ., Γεωργικαί Μελέται, Τεύχος Α’, Αθήναι 1932.

Ζωγράφος Δ., Ιστορία της Σταφίδας, Αθήναι 1923.

Καλαφάτης Θ., Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο, 3 τόμοι, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991.

Καρούζου Ε., «Θεσμικό πλαίσιο και αγροτική οικονομία» στο Κωστής Κ.,-Πετμεζάς Σ., (επιμ), Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τον 19ο αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σελ. 175-218.

Mc Grew W.W., Land and Revolution in Modern Greece 1800-1881, Kent OH, Kent State University Press 1985.

Mανσόλας Α., Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Eλλάδος, Aθήνα 1867.

Μουζέλης Ν., 1978, Νεοελληνική κοινωνία: Όψεις υπανάπτυξης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα.

Μπουρνόβα Ε. – Προγουλάκης Γ., Ο Αγροτικός κόσμος, 1830-1940, στο Β. Κρεμμυδάς (επιμ.), “Εισαγωγή στη Νεοελληνική Οικονομική Ιστορία (18ος-20ός αιώνας)”, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1999.

Μπακουνάκης Ν., Πάτρα 1828-1860: Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1988.

Μπακουνάκης Ν., Το κρασί του Γουσταύου, Αφήγημα οινικών περιπετειών, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997.

Παναγιωτόπουλος Β., «Η Βιομηχανική Επανάσταση και η Ελλάδα» στο Εκσυγχρονισμός και Βιομηχανική Επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο 1980, σελ. 216-235.

Πατρώνης Β., “Σταφίδα και Αγροτική Μεταρρύθμιση» στο Σακελλαρόπουλος Θ. (εισαγωγή-επιμέλεια), Νεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1993, σελ. 57-85.

Πατρώνης Β., “Η χρηματοδότηση της μονοκαλλιέργειας: αγροτική και εμπορική πίστη στην Πάτρα του 19ου αιώνα”, Επιθεώρηση Αγροτικών Μελετών, τ. 12, Νοέμβριος 1994, σελ. 54-72.

Πατρώνης Β., «Η κορινθιακή σταφίδα στη γαλλική αγορά», Τα Ιστορικά, τ. 10, τχ. 18-19, 1993, σελ. 53-78.

Πιζάνιας Π., Οικονομική Ιστορία της Ελληνικής Σταφίδας, Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1988.

Σακελλαρόπουλος Θ., 1986, «Οι θεσμικές αιτίες για την καθυστερημένη ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων στον ελληνικό αγροτικό χώρο», Επιθεώρηση Αγροτικών Μελετών, Τόμος Ι, Τεύχος 3, σελ. 3-20.

Σακελλαρόπουλος, Θ., Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη. Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα, 18830-1922, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991.

Σακελλαρόπουλος Θ., Οικονομία-Κοινωνία-Κράτος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, εκδ. Πληροφόρηση, Αθήνα 1991

Σίδερις Α., Η γεωργική πολιτική της Ελλάδος κατά την λήξασαν εκατονταετίαν (1833-1933), Αθήναι 1934.

Στεφανίδης Δ., Aγροτική Πολιτική, Τομ. Ι, Aθήνα 1948.

Στεφανίδης Δ., Μαθήματα Αγροτικής Πολιτικής, Αθήναι 1952.

Strong F., Greece as a Kingdom, London 1842.

Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ, επανέκδοση Αθήνα 1978.

Τσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1977.

Τσουκαλάς Κ., Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος. Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1981.

Φραγκιάδης Α., «Αγροτική οικονομία και εξωτερικό εμπόριο» στο Κωστής Κ.,- Πετμεζάς Σ., (επιμ), Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τον 19ο αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σελ. 153-173.

Φραγκιάδης Α., Ελληνική Οικονομία 19ος-20ός αιώνας. Από τον αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2007.

Χαλικιόπουλος Π., Περί βελτιώσεως και εμψυχώσεως της εν Ελλάδι γεωργίας, Αθήναι 1880.

Ψαρρός Δ. K., «H οικονομική και δημοσιονομική πολιτική και οι παρεμβάσεις του ελληνικού κράτους εις τον οικονομικόν και κοινωνικόν βίον», στην Οικονομική και Λογιστική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ’, Αθήνα 1958, σελ. 138-172.

Ψυχογιός Δ., Το Ζήτημα των Εθνικών Γαιών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1994.

Βιβλιογραφική Αναφορά:

Πατρώνης, Β. 2015. Το Αγροτικό Ζήτημα Ι- Από τις Εθνικές Γαίες στην Κορινθιακή Σταφίδα. [Κεφάλαιο Συγγράμματος]. Στο Πατρώνης, Β. 2015. Ελληνική οικονομική ιστορία.  [ url: https://repository.kallipos.gr/handle/11419/1703 ]

 

Advertisements