Νίκος Γκάτσος………..ο ποιητής – στιχοποιός

στις

γράφει ο Ιωάννης Τζάνος πτυχ. Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Βιογραφία – έργο

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα της Αρκαδίας το 1911. Μετά τα γυμνασιακά του χρόνια στην Τρίπολη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από νεαρή ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία, έμαθε ξένες γλώσσες με μεθόδους αυτοδιδασκαλίας, μελέτησε τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και ήρθε σε επαφή με τις νεωτεριστικές τάσεις της Ευρωπαϊκής ποίησης. Ανήκε στον κύκλο του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα, όπου και εξέδωσε ποιήματα του όπως και σ’ άλλα περιοδικά (Νέα Εστία, Ρυθμός) χωρίς όμως ιδιαίτερη βαρύτητα, ακόμη και για τον ίδιο.

Υπήρξε συνεργάτης των περιοδικών Καλλιτεχνικά Νέα & Φιλολογικά Χρονικά, δημοσιεύοντας κριτικά άρθρα και σημειώματα, καθώς και του πρωτοποριακού περιοδικού Τετράδιο. Μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε, για βιοποριστικούς λόγους, με την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση ως μεταφραστής και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας ως ραδιοσκηνοθέτης.

Όντας ολιγογράφος εμφανίστηκε στην λογοτεχνία το 1931 δημοσιεύοντας το ποίημα «Μοναξιά» στο περιοδικό Νέα Εστία. Το 1943 εξέδωσε την ποιητική σύνθεση «Αμοργό» χάριν της οποίας έγινε ευρέως γνωστός. Έκτοτε δημοσίευσε τρία ποιήματα σε περιοδικά: «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) « Ο ιππότης και ο θάνατος (1947, περ. Τετράδιο) τα οποία εκδίδονται μαζί με την Αμοργό και το «Τραγούδι του παλαιού καιρού» (1963, περ. Ταχυδρόμος, αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη).

Μετά την «Αμοργό» στρέφεται στο χώρο του θεάτρου. Ειδικότερα, ασχολείται με την μετάφραση ξένων θεατρικών έργων με αποτέλεσμα πολλά ει’ αυτών να ενταχθούν στο Ελληνικό δραματολόγιο. Μεταφράζει Federico Garcia Lorca (Ματωμένος Γάμος, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα συγκεντρωμένα στον τόμο Θέατρο και ποίηση [1990]) Μετά τον θάνατό του εκδίδονται μεταφράσεις και άλλων έργων όπως «Ταξίδια μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα του Eugene O’Neill (2004)» «Μονόπρακτα του Tennessee Williams (2005)» και άλλες οι περισσότερες από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικές παραστάσεις.

Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του. Το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της Ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα, το 1992, ο Νίκος Γκάτσος, «φεύγει» από τη ζωή.

Εξώφυλλο ποιητικής συλλογής «Αμοργός»

Ποιητική συλλογή «Αμοργός»

Αποτελεί την μοναδική ποιητική συλλογή του, η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1943 στην κατοχική πλέον Αθήνα. Θρυλείται ότι γράφτηκε σε μία νύχτα, ως το «πυρετώδες παραλήρημα μιας νύχτας». Όταν την έγραψε ήταν 32 ετών, δηλαδή στην αρχή της ωριμότητάς του. Συνεπώς, δεν ήταν κάποιο νεανικό έργο, αλλά δόκιμος καρπός μιας συνειδητής προσπάθειας ενός ανθρώπου ασκημένου στα μυστικά της ποιητικής γλώσσας. Ο Οδυσσέας Ελύτης, με τον οποίο είχε συνδεθεί ο Γκάτσος, σημείωνε ότι το ποίημα ήταν γραμμένο σύμφωνα με τις ποιητικές αρχές του Breton και τις φιλοσοφικές θεωρίες του Edmund Husserl, διατυπωμένες στο έργο του «Ιδέες καθαρής φαινομενολογίας και φαινομενολογικής φιλοσοφίας», χωρίς να είναι αναγκαίο να γνωρίζει ο αναγνώστης για να κατανοήσει το ποίημα.

Ελύτης – Γκάτσος_πηγή http://texnografia.blogspot.gr

Ο Γκάτσος στην Αμοργό επιχείρησε σε μεγάλο βαθμό την μείξη του δημοτικού τραγουδιού με τον υπερρεαλισμό (λογοτεχνικό κίνημα, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο έχει η καλπάζουσα φαντασία, το όνειρο, το υποσυνείδητο έναντι κάθε λογικού ειρμού). Έτσι, με ένα στίχο βασικά σκληρό, απαλλαγμένο από συναισθηματικές επικαθίσεις, ταίριαζε με αγαθό τρόπο την αυστηρότητα του δημοτικού τραγουδιού με τον υπερρεαλιστικό συμβολισμό. Είναι ένα αινιγματικό ποίημα, γι’ αυτό προκύπτει και μια αμηχανία ως προς την ανάγνωση και την κατανόηση του. Ο τίτλος του ποιήματος είναι κάπως παραπλανητικός, διότι δεν σχετίζεται με το νησί της Αμοργού ούτε η φύση που είναι παρούσα στο ποίημα είναι νησιωτική, αλλά Πελοποννησιακή (τόπο καταγωγής του Γκάτσου).

Αποτελεί, ένα έργο το οποίο προκάλεσε μεγάλη έκπληξη και αιφνιδίασε τόσο την κριτική όσο και τους αναγνώστες. Εδώ θα μπορούσε να τεθεί και το εξής βασικό ερώτημα. Τι είναι η Αμοργός;

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει με συνάντηση του Άδωνη, της Γκόλφως και του Μπρετόν στην ίδια ραχούλα της πλατείας Συντάγματος όπου πετούσαν χαρταετούς ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος, ενώ λίγο πιο κάτω, στην Όθωνος, ο Σεφέρης δυσφορούσε βγαίνοντας από τη δεξίωση στο αρχοντικό των Καντακουζηνών, με φόντο την Ελλάδα να ξαναχορεύει τον χορό του Ζαλόγγου, καθώς από μακριά ακούγονται τα νταούλια και τα κλαρίνα της Ελληνικής υπαίθρου μαζί με το κροτάλισμα των πολυβόλων από Γερμανούς και Εγγλέζους. Τα υπόλοιπα είναι απλή ιστορία. Θα ήταν λάθος, βέβαια, να πούμε ότι η Αμοργός αναδύεται αποκλειστικά από αυτό το σκηνικό. (Δημηρούλης, 2011).

Επανερχόμενοι στο θέμα του υπερρεαλισμού, ο Γκάτσος δεν ακολουθεί τα κελεύσματα του Γαλλικού υπερρεαλισμού αλλά εντοπίζει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία στην δημοτική παράδοση. Το γοητευτικό στοιχείο εδώ είναι ότι κάνει πρωτοπορία μέσω της παράδοσης ο Γκάτσος. Επιπροσθέτως, πρέπει να επισημανθεί, ότι ο υπερρεαλισμός πρέπει να γίνει αντιληπτός, όχι μόνο ως λογοτεχνικό κίνημα αλλά κι ως στάση ζωής. Ένα άλλο βασικό γνώρισμα της Αμοργού είναι ότι έχει συνδεθεί πολύ έντονα με τον όρο «Ελληνικότητα», καθώς όλα τα στοιχεία αντιπροσωπεύουν τον ελλαδικό χώρο ( έχουμε την έννοια της εντοπιότητας, η οποία διατρέχει ολόκληρο το ποίημα).

Όσον αφορά στην δομή της Αμοργού, μπορούμε να πούμε ότι αποτελείται από έξι ποιήματα, εκ των οποίων το ένα σε πρόζα (πεζή μορφή). Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχουν επιμέρους τίτλοι εντός του βιβλίου και αν θεωρήσουμε ως ενιαίο ποίημα όλο το βιβλίο, πρέπει να το αντιληφθούμε ως είδος μουσικής συμφωνίας, καθώς οι τόνοι και οι ρυθμοί αλλάζουν από τμήμα σε τμήμα.

Παρακάτω παρατίθεται απόσπασμα από το έργο:

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα.
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα.
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα.
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ.
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια. […]

Σχολιάζοντας σε αδρές γραμμές, θα λέγαμε ότι το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στην τρίτη ενότητα του ποιήματος, η οποία είναι η πιο γνωστή και οικεία, διότι μορφολογικά θυμίζει έντονα δημοτικό τραγούδι. Όλες οι εικόνες δίνονται συνειρμικά, υπερρεαλιστικά θα λέγαμε, πράγμα που ξαφνιάζει τον αναγνώστη. Φαίνεται, λοιπόν εδώ η σύζευξη δημοτικού τραγουδιού και υπερρεαλισμού καθώς και η επιβλητική παρουσία της φύσης, μέσα από την οποία δίνεται μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, σχεδόν ζοφερή, η οποία αντικατοπτρίζει το κλίμα της εποχής.

Σ’ αυτό το σημείο θα αναφερθούμε στην άλλη ιδιότητα του Νίκου Γκάτσου, αυτή του στιχουργού.

Μάνος Χατζηδάκης – Νίκος Γκάτσος

Σημαντική ασχολία του ποιητή, βιοποριστική θα λέγαμε, ήταν η στιχουργία. Γράφοντας στίχους συνεργάστηκε κυρίως με τον Μάνο Χατζιδάκι, ορίζοντας τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού, καθώς και με άλλους μεταπολεμικούς συνθέτες όπως ο Μ. Θεοδωράκης, ο Σ. Ξαρχάκος, ο Λ. Κηλαηδόνης, ο Δήμος Μούτσης και άλλοι. Προσωπική επιλογή στίχων του εκδόθηκε με τον τίτλο Φύσα αεράκι φύσα με, μη χαμηλώνεις ίσαμε (1992) Εισάγει την ποίηση στον στίχο και σε συνεργασία κυρίως με τον Χατζιδάκη εμπλουτίζει το Ελληνικό τραγούδι. Γράφοντας συνήθως «πάνω» στην μελωδία, με πρώτο το «Χάρτινο το φεγγαράκι», πολλά μεμονωμένα τραγούδια του μίλησαν στις καρδιές του κόσμου, καθώς κυκλοφορούσαν σε δίσκους βινυλίου 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η «Μυθολογία» (1965), το «Ένα μεσημέρι» (1966), η «Επιστροφή» (1970), το «Σπίτι μου σπιτάκι μου» (1972), οι «Δροσουλίτες» 1975, η «Αθανασία» (1976), «Τα παράλογα» (1976), το «Ρεμπέτικο» (1983), η «Ενδεκάτη εντολή» (1985), «Αντικατοπτρισμοί» (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο «Όλα τα τραγούδια» (εκδ. Πατάκη, 1999) τον οποίο επιμελήθηκε η Αγαθή Δημητρούκα, η οποία βρέθηκε στο πλευρό του Νίκου Γκάτσου.

Ο Νίκος Γκάτσος (δεξιά) ως φοιτητής στην γενέτειρά του Ασέα το 1930 – φωτο Μαρία Φράγκου_πηγή http://faretra.info

Ορισμένα από τα τραγούδια που έγραψε είναι «Το δίχτυ» «Άσπρο περιστέρι» «Αν θυμηθείς τ΄ όνειρό μου». Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο κόσμος παρόλο που σιγοτραγουδά αρκετά από τα τραγούδια του, εντούτοις δεν γνωρίζει ότι τα έχει γράψει ο Νίκος Γκάτσος. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το άρθρο, χωρίς να παραθέσουμε δείγματα τραγουδιών του.

«Αθανασία»

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές.
Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς.
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς.
Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά.
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές.
Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά.
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δε σε κέρδισε κανείς

————————-

«Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη»

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη δεν μας τα’ γραψες καλά.
Δες ο Έλληνας τι κάνει για ν’ ανέβει πιο ψηλά.
Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω το στραβό να κάμεις ίσο.
Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη δεν μας τά’ γραψες σωστά.
Το φιλότιμο δε φτάνει για να πάει κανείς μπροστά.
Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω το στραβό να κάμεις ίσο.

————————————

«Μεγάλη Τρίτη»

Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
εις τους αχράντους πόδας σου.
Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.

 

o-35871

Πηγή

https://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Γκάτσος

Βιβλιογραφία – αναφορές

Συλλογικό Έργο, (2007). Λεξικό Λογοτεχνικών όρων. Πρόσωπα – Έργα – Ρεύματα – Όροι. Αθήνα: Πατάκης, σ. 403

Δημηρούλης, Δημήτρης. (2011). «Νίκος Γκάτσος και Ελληνικός Μοντερνισμός: Η παράδοση του καινούργιου. Η κυριακάτικη Αυγή: Αναγνώσεις. Κριτική Βιβλίου, Τεχνών και Επιστημών, 06 Νοεμβρίου, σ. 1-2 [« Όπως κατεβαίνει ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως», Αμοργός (1943)

Αργυρίου, Α. (1985) « Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων Υπερρεαλιστών. Νίκου Γκάτσου: Αμοργός». Αθήνα: Γνώση. σ. 175-181

Γκάτσου, Ν. ( 1943) «Αμοργός». (Επιμ.) Δημητρούκα Αγαθή, Αθήνα: Πατάκης ( 18η έκδοση, Σεπτέμβριος 2014) σ. 7-29

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s