Ο Ηγέτης του 21ου αιώνα

Γράφει ο κος Θεόδωρος Λάγιος

«Εγένετο δε και φιλονικία εν αυτοίς. Το τις αυτών δοκεί είναι μείζων. Ο δε είπεν αυτοίς οι βασιλείς των Εθνών κυριεύουσιν αυτών και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. Υμείς δε ουχ ούτως, άλλο μείζων εν υμίν γενέσεω ως ο νεώτερος, και ηγούμενος ως ο διακονών.

Τις γαρ μείζων. Ο ανακείμενος  ή ο διακονών;…» (Κατά Λουκάν 26-30) 

Τ ί ς  γ α ρ  μ ε ί ζ ω ν;

Ένα ερώτημα που έχει τεθεί από αιώνων μεταξύ των ανθρώπων και που ακόμα δεν έχει απαντηθεί, μολονότι κάθε στιγμή η εν δυνάμει απάντησή του επιδρά άμεσα και έμμεσα στη ζωή και στις δραστηριότητές μας. Χρησιμοποιώντας την αναγραφόμενη ευαγγελική περικοπή ως έρεισμα, θα επιχειρηθεί η προσέγγιση της έννοιας του Ηγέτη, έτσι ώστε μέσα από εμπειρίες και προβληματισμούς, να καταγραφούν θέσεις για το μοντέλο εκείνο του Ηγέτη που δια του λόγου του, της ρητής διατύπωσης γενικών και ειδικών ιδεών και κυρίως δια της πρακτικής του στο καθημερινό γίγνεσθαι, θα ασκήσει αποτελεσματική επιρροή στην εξελικτική πορεία της κοινωνίας στην κρίσιμη καμπή του 21ου αιώνα.

Τέσσερα είναι τα βασικά σημεία ενός εν γένει προβληματισμού.

Πρώτο σημείο είναι η σχέση που πρέπει να αναπτυχθεί μεταξύ των παραδοσιακών αρχών ηγεσίας και των σημερινών δεδομένων ανάπτυξης της τεχνολογίας στην υπόσταση του σύγχρονου Ηγέτη.

Δεύτερο σημείο είναι ο ρόλος των υφισταμένων (αρχομένων) και με ποιό τρόπο (δικτύωση αρχής) αυτοί επηρεάζουν το έργο (αποστολή) του Ηγέτη (άρχων).

Τρίτο σημείο είναι τα λάθη στα οποία μπορεί να υποπέσει ο σύγχρονος Ηγέτης.

Τέταρτο σημείο είναι η γλυπτική ενός ιδανικού κατά το δυνατόν και αποτελεσματικού Ηγέτη στο διαμορφούμενο περιβάλλον μέσα από τις πολυσχιδείς κοινωνικές, πολιτισμικές και τεχνολογικές παραμέτρους.

Αναδιφώντας στις αρχές της ηγεσίας πρέπει να εξετάσουμε τί είναι ΗΓΕΣΙΑ και τι ορίζουμε ως ΕΞΟΥΣΙΑ (ΑΡΧΗ). Δύο θεμελιακές έννοιες που στηρίζουν το οικοδόμημα της ΔΡΑΣΗΣ (ΕΝΕΡΓΗΜΑ) και της ΤΑΞΗΣ του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Επιχειρώντας να δώσουμε τον ορισμό της έννοιας ΗΓΕΣΙΑ θα λέγαμε ότι «ηγεσία είναι η τέχνη του να επηρεάζει – κατευθύνει κάποιος τους άλλους και να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους ώστε να επιτευχθεί ένας κοινός σκοπός»

Το εργαλείο αυτής της «τέχνης» είναι η «ΕΞΟΥΣΙΑ» δηλαδή το «δικαίωμα και η δυνατότητα κάθε ατόμου να ρυθμίζει τα της τύχης του».

Την εξουσία μπορούμε να την διακρίνουμε σε δύο μορφές. Την «πρωτογενή» μορφή εξουσίας που παραχωρείται απ’ ευθείας από το άτομο στον ηγέτη με ελεύθερη βούληση και την «δοτή» μορφή εξουσίας που παραχωρείται με θεσμικό τρόπο και έχει οριοθετημένα πλαίσια δράσης.

Με άξονα αναφοράς τους δύο προαναφερόμενους ορισμούς περί «ΗΓΕΣΙΑΣ» και «ΕΞΟΥΣΙΑΣ» θα λέγαμε ότι ο Ηγέτης εμπίπτει με ακρίβεια στον ορισμό της ΗΓΕΣΙΑΣ, αλλά το εργαλείο που λέγεται «ΕΞΟΥΣΙΑ» έχει διττή μορφή με ασαφή όρια διαχωρισμού, δηλ. έχει «δοτή» εξουσία που σε ορισμένες φορές υπό ειδικές συνθήκες (π.χ. πολεμικές) θα ήταν επιθυμητό να έχει πρωτογενή εξουσία.

Αυτή την ασάφεια, που εκ πρώτης όψεως διαπλέκει την λειτουργία του Ηγέτη, ξεκαθαρίζει με πρωτότυπο τρόπο η έννοια της πειθαρχίας.

Πειθαρχία είναι η δέσμευση ή ο περιορισμός του θυμικού του ατόμου (επιθυμίας), εκουσίως ή όχι, σε σύνολο αρχών και θεσμοθετημένων κανόνων που πλαισιώνουν τη δράση μιας ομάδας και καθορίζουν τη συμπεριφορά τους.

Αισχύλος

Όπως αναφέρει και ο Αισχύλος (ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΙΣ) «πειθαρχία γαρ ευπραξίας μήτηρ» αλλά και ο Καζαντζάκης (ΑΣΚΗΤΙΚΗ) «πειθαρχία, ναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αρετή», συνάγεται αυθόρμητα το συμπέρασμα ότι η ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ είναι η αρετή η οποία δίνει πνοή στο εργαλείο που λέγεται ΕΞΟΥΣΙΑ και στα χέρια του Ηγέτη γίνεται το μέσο, με το οποίο επηρεάζει και κατευθύνει τους άλλους (αρχόμενους-υφισταμένους) με τέτοιο τρόπο, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, ώστε να επιτευχθούν οι κοινοί εθνικοί αντικειμενικοί σκοποί.

Το ανωτέρω συμπέρασμα μας οδηγεί ανεμπόδιστα στο πλέγμα αρχών της ηγεσίας που υφίστανται ήδη ως ρητή διατύπωση, αλλά και μέσο διατιθέμενο ως πυξίδα σ’ ένα Ηγέτη.

Από πολλούς τίθεται ένας προβληματισμός σχετικά με την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας και πως μπορεί να επιδράσει αυτή η ανάπτυξη στις θεμελιώδεις αρχές της ηγεσίας.

Είναι παραδεκτό από τους περισσότερους ότι η τεχνολογική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών είναι δυσανάλογη με την πνευματική και πολιτισμική διαδρομή του ανθρώπου. Με αυτό ως δεδομένο, τον παραπάνω προβληματισμό θα τον εκτρέπαμε προς την κατεύθυνση που χαρακτηρίζεται από το πως μπορεί η τεχνολογία να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά τις ιδιότητες ενός Ηγέτη, ώστε να αλλοιώσει ή όχι το παραδοσιακό πλέγμα αρχών ηγεσίας, το οποίο είναι συνέπεια της ύπαρξης της αρετής εν γένει.

Είναι γεγονός ότι η τεχνολογία έχει δημιουργήσει τεράστια επιτεύγματα που διευκολύνουν και επιταχύνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι τεχνολογικές εφαρμογές αποτυπώνονται σ’ όλο το φάσμα της καθημερινότητας του ανθρώπου.

Ουσιαστικά έχει πολλαπλασιάσει τις δυνατότητες σ’ όλα τα πεδία δράσης ενός σχεδιασμού. Σ’ αυτή λοιπόν την νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί  καλείται ο Ηγέτης να ισορροπήσει, χωρίς όμως να αλλοιώσει, αρχέτυπες ιδιότητες που χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη, όπως ακεραιότητα χαρακτήρα, συναίσθηση ευθύνης, ενθουσιασμό, συναισθηματική σταθερότητα, ανθρωπισμό, επαγγελματική ικανότητα, αυτοπεποίθηση», που ταυτόχρονα είναι και πανανθρώπινες αξίες.

Επειδή η αύξηση του γνωστικού πεδίου σ’ έναν άνθρωπο και ιδιαίτερα σ’ έναν Ηγέτη, πολλές φορές κρύβει την παγίδα να παρασυρθεί και να πλανηθεί από την ισχύ που προσφέρει η γνώση, ο σύγχρονος Ηγέτης έχει την υποχρέωση και το καθήκον να μένει πιστός και αταλάντευτος στις προαναφερθείσες ιδιότητες που παραμένουν αδιασάλευτες, διαχρονικά. Αυτό επαγωγικά θα τον οδηγήσει στη διατήρηση και την απρόσκοπτη εφαρμογή των αρχών ηγεσίας όταν και όποτε κληθεί να τις υπηρετήσει.

Η συνέχεια της εισαγωγικής ευαγγελικής περικοπής δίνει τη διάσταση του μεγέθους των αρχών της ηγεσίας αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει ένας Ηγέτης να διαχειριστεί τη γνώση που του προσφέρεται από την τεχνολογική εξέλιξη.

 «..εγώ δε ειμί εν μέσω υμών ως ο διακονών. Υμείς δε εστε οι διαμεμενηκότες μετ’ εμού εν τοις πειρασμοίς μου. Καγώ διατίθεμαι υμίν καθώς διέθετο μοι ο πατήρ μου Βασιλείαν ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη Βασιλεία μου και καθίσεσθε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ.»

Συνεχίζοντας λοιπόν την προσέγγιση του δεύτερου σημείου προς εξέταση θα δούμε κατ’ αρχάς την ανάλυση των παραμέτρων της εξουσίας (αρχής). Αυτές οι παράμετροι που προσδιορίζουν την αρχή είναι ο άρχων (ηγέτης) οι αρχόμενοι (υφιστάμενοι) η δικτύωση της αρχής (ο τρόπος διάρθωσης της εξουσίας) ο τόπος (περιβάλλον) και τα όρια (νόμοι, κανονισμοί, πειθαρχία).

Όπως διαπιστώνεται, δεν θα μπορούσε να ασκηθεί εξουσία από έναν ηγέτη χωρίς την ύπαρξη αρχομένων (υφισταμένων). Αυτό αυτομάτως δίνει έναν ισοβαρή και ισότιμο ρόλο και στους δύο πρωταγωνιστές άρχοντα (ηγέτη) και αρχόμενο (υφιστάμενο). Η εύρυθμη και έγκαιρη λειτουργία των προσώπων που αναλαμβάνουν τους δύο προαναφερόμενους ρόλους διασφαλίζεται από την ύπαρξη της «εξουσιαστικής παιδείας».

Η «εξουσιαστική παιδεία» έχει σκοπό να παιδεύσει τα άτομα μέσα στην ομάδα, ώστε για να πετύχουν την περάτωση ενός κοινού σκοπού, θα πρέπει να προσδιορίσουν τον τόπο άσκησης της δράσης τους (περιβάλλον) να διαρθρώσουν τον καταλληλότερο τρόπο συνεργασίας και επικοινωνίας της ομάδας (δικτύωση της αρχής) και τέλος θα θέσουν τα όρια στα οποία θα δράσει ο καθένας.

Από την προαναφερθείσα ανάλυση γίνεται φανερό ότι ο ρυθμιστικός και καταλυτικός παράγοντας που ορίσαμε ως «εξουσιαστική παιδεία» είναι μια διαδικασία εμπλουτισμού γνώσεων και εμπειριών από τα μέλη μιας κοινωνίας, που έχει αποφασίσει ότι η ύπαρξη ιεραρχίας των ατόμων και η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων για την επίτευξη των κοινών αντικειμενικών σκοπών δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσον και ότι η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση επιτυχίας αυτών των σκοπών είναι ο αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που γίνεται πλήρως κατανοητό από τον καθένα λόγω εμπειρίας είναι η ομάδα των στρατιωτικών σχηματισμών. Για την επίτευξη των κοινών εθνικών αντικειμενικών σκοπών που τίθενται από την ηγεσία του έθνους, στρατιωτικοί ηγέτες και υφιστάμενοι εκπαιδεύονται ο καθένας στο ρόλο του από φορείς εξουσιαστικής παιδείας όπως στρατιωτικές σχολές, επιμορφωτικές σχολές και σχολές πολέμου. Η εκπαίδευση έχει ως σκοπό ο καθένας να ξεχωρίζει το έργο που έχει υπεύθυνα να εκτελέσει από τη θέση που κατέχει, αλλά και τη προετοιμασία για την ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης.

Έτσι λοιπόν δημιουργείται μια αλληλεξάρτηση στα πλαίσια της επίτευξης της αποστολής που όμως έχει ξεκάθαρους και σαφείς ρόλους για τον καθένα. Η αξιοπιστία λειτουργίας των ρόλων διασφαλίζεται από την ύπαρξη αξιοκρατικού συστήματος αξιών και αξιολόγησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι υφιστάμενοι κατανοούν πλήρως τις ευθύνες των ρόλων τους, έχουν ξεκάθαρες τις απαιτήσεις έργου από τα προϊστάμενα κλιμάκια και με τις καθορισμένες διαδικασίες που έχουν θεσπίσει περατώνουν την αποστολή τους.

Καταλήγοντας, είναι σαφές ότι ένας υφιστάμενος ενημερωμένος για το ανατιθέμενο έργο από τον φυσικό του προϊστάμενο (ηγέτη) με ισότιμη μεταχείριση, με πρόδηλη την μέριμνα του προϊσταμένου του για την ευημερία του, με καθορισμένες διαδικασίες και προγραμματισμό, είναι ο απαραίτητος και αφοσιωμένος συνεργάτης ενός Ηγέτη, που επηρεάζει άμεσα και καίρια την λήψη των καταλληλότερων αποφάσεων αναλόγως των ειδικών συνθηκών.

Το τρίτο σημείο θεωρείται πολύ επικίνδυνο και δυσχερές. Θα επιχειρήσουμε πρώτα να προσεγγίσουμε τον Ηγέτη ως δημιούργημα μιας ομάδας με κοινή εξουσιαστική παιδεία και όχι ως εμφύτευμα ή δημιούργημα κάποιου φανταστικού χώρου. Δηλαδή εν ολίγοις θα προεκτείνουμε τις σκέψεις του δεύτερου σημείου βασιζόμενοι στην αρχή της εξέλιξης και διαδοχής.

Σιμωνίδης ο Κείος
Σιμωνίδης ο Κείος

Ο Σιμωνίδης έγραφε «η πόλις άνδρα διδάσκει». Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος αλλά και πολίτης. Συζητεί με όλους τους συμπολίτες στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της Αθηναϊκής δημοκρατίας, την ημέρα της δίκης των στρατηγών που νίκησαν στις Αργινούσες. Τέλος αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου που του επέβαλε τη θανατική ποινή. Ο Σωκράτης ήξερε ότι γεννήθηκε στην Αθήνα και ότι δε θα μπορούσε να έχει γεννηθεί αλλού. Όλα τα προηγούμενα αναφέρθηκαν για να τονιστεί μέσα από την ιστορικότητα ενός πρωτοπόρου όπως ο Σωκράτης, ότι ένας στρατιωτικός ηγέτης ποτέ δεν πρέπει να ξεχνά ότι έρχεται, πορεύεται και κατευθύνεται από ένα συγκεκριμένο χώρο και ότι η δράση του δεν ξεκινά ξαφνικά αλλά έχει ιστορική συνέχεια.

Με αυτό ως βάση, είναι δυνατόν να αποφύγει το μεγάλο λάθος της αμνησίας που συνήθως συμβαίνει στους πολίτες που αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις.

Ένας Ηγέτης δύναται να ελεγχθεί αν λάβει λανθασμένη απόφαση, μολονότι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή με τα δεδομένα που είχε και τις διαθέσιμες επιλογές, έπρεπε να πράξει έτσι. Άλλωστε ο έλεγχος έρχεται εκ του αποτελέσματος. Όμως το λάθος της αμνησίας, τον απομονώνει από το παρελθόν του και δεν τον συνδέει με την προσδοκία της επίτευξης των κοινών αντικειμενικών σκοπών της ομάδας. Με άλλα λόγια απολαμβάνοντας την ελαφρότητα της ματαιοδοξίας, αυτοκαταργεί την ίδια του την υπόσταση ως Ηγέτη.

Έτσι λοιπόν το εφήμερο που προσδίδει ο εναγκαλισμός μιας θέσης εξουσίας, ουσιαστικά ακυρώνει το δικαίωμα του ίδιου του Ηγέτη, αλλά και της κοινής προσπάθειας της ομάδας για την επίτευξη των κοινών σκοπών.

Επικρατεί ο φατριασμός μεταξύ των μελών, καταργούνται ή αλλοιώνονται οι θεσμοθετημένες διαδικασίες κατά το συμφέρον, δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των συνεργατών, εμφανίζεται ευθυνοφοβία και κωλυσιεργία του ανατιθέμενου έργου και τελικά η προσδοκώμενη αποστολή που έχει ανατεθεί στην ομάδα δεν εκπληρώνεται.

Η ανάγκη διαχωρισμού της έννοιας της «ηγεσίας» απ’ αυτήν της «εξουσίας» καθίσταται σ’ αυτό το σημείο επιτακτική και αναγκαία για έναν Ηγέτη.

Σε αυτό το σημείο θα επιχειρηθεί το σμίλευμα του μοντέλου του αποτελεσματικού Ηγέτη στον 21ο αιώνα, έστω κι αν η προσπάθεια από μόνη της είναι μια αυτοκατάργηση της ίδιας της υπόστασης αλλά και της έννοιας του ΗΓΕΤΗ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το παραπάνω δεν αποτελεί ευφυολόγημα για εντυπωσιασμό και δια του λόγου το αληθές θα αναφερθεί η γνωστή ρήση του Αριστοτέλη «η φύση είναι έτσι και όχι αλλιώς. Η κοινωνία είναι έτσι όπως είναι. Θα μπορούσε να είναι και αλλιώς». Η ρήση αυτή μαζί με τη φράση του Καρτέσιου «natura no facit faltus (η φύση δεν κάνει άλματα)» απετέλεσαν τους πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε η βασική διαπίστωση ότι στη φύση επικρατούν οι κανόνες της αιτιοκρατίας ενώ στην Κοινωνία και στο Άτομο οι κανόνες της Ελευθερίας.

Έτσι λοιπόν ο Αριστοτέλης θεωρεί τον άνθρωπο ως είδος στο οποίο υπάρχουν το «δυνάμει ον» και το «ενεργεία όν». Ο ρόλος του Ηγέτη είναι να αφυπνίζει την κρυμμένη δυνατότητα και να την κάνει ενέργημα. Έτσι λοιπόν αναδεικνύει την συμμετοχή στην αποστολή και τη δομή της ομάδας.

Γίνεται σαφές ότι δεχόμενοι την ύπαρξη ελευθερίας του ατόμου και της ελεύθερης βούλησής του αποκηρύσσουμε ταυτόχρονα τις συνταγές που επιχειρούνται για την κατασκευή ηγετικού μοντέλου.

Σ’ ένα Ηγέτη πρέπει να υπάρχει έντονα η αίσθηση του ορίου. Να γνωρίζει την ύπαρξή του όπως και τι θα συμβεί αν το υπερβεί, αφού οι κυρώσεις δεν είναι μόνο προσωπικές αλλά κυρίως συνολικές. Διακρίνει λοιπόν το επιθυμητό από το εφικτό και επιχειρεί το τελευταίο.

Και επειδή η κάθε ιστορική στιγμή (δηλ. ο καιρός) αναδεικνύει τον Ηγέτη, θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι το εφικτό κάθε χρονική στιγμή διευρύνει τα όριά του αφού και η πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό αλλά μια αέναη κίνηση χώρου και χρόνου (δηλαδή γεγονότων).

Ο Ηγέτης πρέπει να εκμεταλλεύεται την δυνατότητα της πιθανότητας που κρύβει μέσα του το πραγματικό ώστε να προσεγγίσει το εφικτό. Με τα λόγια του Βίκτορα Ουγκώ (Victor Hugo) «δεν υπάρχει τίποτα όπως το όνειρο για να δημιουργήσεις το μέλλον»

Λάο Τσε
Λάο Τσε

Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει ο Ηγέτης να αποσυνδέσει την εξουσιαστική ισχύ από την δυνητικότητα της αποστολής και να μετατρέπει την αποστολή σε έργο της ομάδας. Ο Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος, 500 χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού έλεγε για τον Στρατιωτικό ηγέτη:

Από τους ηγέτες που μισώ καλύτερος είναι αυτός που φοβάμαι.

Από τους ηγέτες που φοβάμαι καλύτερος είναι αυτός που τιμώ και σέβομαι.

Από τους ηγέτες που τιμώ και σέβομαι καλύτερος είναι αυτός που όταν γίνεται η αποστολή, ο απλός στρατιώτης μπορεί να πει: «αυτό το έκανα εγώ».

Συμπερασματικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το στοιχείο που θα διακρίνει τον αποτελεσματικό και ικανό τύπο Ηγέτη, αλλά και που τον διέκρινε διαχρονικά, είναι η αφοσίωση στον κοινό σκοπό, η ύπαρξη της αρετής στην προσωπικότητά του, η υπέρβαση της ατομικότητας και η αισθητική της αυθεντικότητας. Έννοιες που ουσιαστικά προσδίδουν τις ήδη υπάρχουσες ιδιότητες στο πρότυπο ενός ηγέτη.

Ποιός είναι τελικά ο «μέγας Ηγέτης»;

Ας χρησιμοποιήσουμε μια ευαγγελική περικοπή του απαντά σε ερώτηση των μαθητών του ποιός είναι ο ανώτερος ανάμεσά τους.

«…ο δε Ιησούς ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επιλαβόμενος παιδίου έστησεν αυτό παρ’ εαυτώ και είπεν αυτοίς ως εάν δέξηται τούτω το παιδίον επί το ονοματί μου, εμέ δέχεται και ως εάν δέξηται, δέχεται τον αποστείλαντά με, ο γαρ μικρότερος εν πάσιν υμίν υπάρχων, ούτως εστί μέγας» (Κατά Λουκάν 46-48)

«εκείνος που είναι ο πιο ταπεινός όλων σας αυτός είναι ο ανώτερος»

__________________________________

Σχόλιο διαχείρισης:

Τον άρχοντα χρήναι μηδέν φρονείν θνητόν, αλλά πάντ’ αθάνατα. Ο ηγέτης δεν πρέπει να θεωρεί κάτι προσωρινό, αλλά τα πάντα αθάνατα. 

Χείλων ο Λακεδαιμόνιος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s