Πόλεμος του αλευριού

στις

εξώφυλλο: Ελεημοσύνη στους φτωχούς, πίνακας με λάδι σε καμβά του Μάρτιν Ντρόλινγκ, δεύτερο μισό 18ου αιώνα. Ιδιωτική συλλογή. Michel Martin Drolling, Public domain, via Wikimedia Commons

 Η δημοσίευση βασίζεται σε άρθρο του Harrison W. Mark που δημοσιεύθηκε στο World History Encyclopedia στις 14 Μαρ. 2022.

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Ο Πόλεμος του Αλευριού αναφέρεται σε περίπου 300 ταραχές που σάρωσαν τη Γαλλία από τον Απρίλιο έως τον Μάιο του 1775, λόγω της αύξησης των τιμών του ψωμιού. Οι εξεγέρσεις υποχώρησαν μόνο μετά την επέμβαση στρατιωτών, με αποτέλεσμα εκατοντάδες συλλήψεις. Ήταν μια από τις πρώτες εκδηλώσεις των κρίσεων που οδήγησαν στη Γαλλική Επανάσταση (1789-1799).

Η τιμή του ψωμιού ήταν υψίστης σημασίας για τις κατώτερες τάξεις στα τελευταία χρόνια του Παλαιού Καθεστώτος. Το ψωμί αποτελούσε το 75% της διατροφής των περισσότερων απλών ανθρώπων και ακόμη και σε φυσιολογικούς καιρούς, οι φτωχότεροι εργαζόμενοι μπορεί να δαπανούσαν έως και το ήμισυ του εισοδήματός τους μόνο στο ψωμί. Ακόμη και οι μέτριες αυξήσεις στις τιμές του ψωμιού, απείλησαν πολλούς με την προοπτική της πείνας, καθιστώντας τις ξαφνικές αυξήσεις των τιμών τις πιο επικίνδυνες στιγμές για τη δημόσια τάξη. Ο πόλεμος του αλευριού ξέσπασε όταν ο Γενικός Ελεγκτής Άνν-Ρομπέρ Ζακ Τυργκό (1727-1781) κατήργησε τον έλεγχο τιμής του ψωμιού, πιστεύοντας στην ελεύθερη διατίμηση, ως πρακτική προσέγγιση της οικονομίας. Αυτή η απόφαση και ο λιμός το 1774 οδήγησαν σε αύξηση των τιμών του ψωμιού, προκαλώντας ταραχές.

Παρότι σταθεροποιήθηκε η διάθεση ψωμιού μετά τον Πόλεμο του Αλευριού, τα επεισόδια ήταν οι πρώτες μεγάλες αναταραχές που συνδέονταν με τη Γαλλική Επανάσταση. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, οι ταραχές για το ψωμί θα καθίσταντο μια κοινή μορφή διαμαρτυρίας και θα οδηγούσαν σε επαναστατικές κινήσεις όπως η Πορεία των Γυναικών στις Βερσαλλίες τον Οκτώβριο του 1789.

Σύγχρονη εικονογράφηση της Πορείας των Γυναικών στις Βερσαλλίες. Unknown author, Public domain, via Wikimedia Commons

Το δικαίωμα στο ψωμί

Μέχρι το 1700, τα σιτηρά ήταν η δημοφιλέστερη καλλιέργεια στη Γαλλία. Αν και δεν υπήρξαν εκτεταμένοι, πανεθνικοί λιμοί πριν τη δεκαετία του 1770, οι τοπικοί λιμοί εξακολουθούσαν να αποτελούν ζήτημα και ο φόβος ήταν αρκετός για να προκαλέσει εμμονή με την καλλιέργεια σιτηρών. Άλλες καλλιέργειες υψηλής απόδοσης όπως ο αραβόσιτος και οι πατάτες καλλιεργούνταν σπανιότερα, καθώς απαιτούσαν πολύ περισσότερο λίπασμα από τους κόκκους, γεγονός που αποδείχθηκε δύσκολο σε μια εποχή όπου τα περισσότερα κοπάδια ζώων δεν ήταν ούτε πολυάριθμα ούτε τρέφονταν αρκετά ώστε να παρέχουν επαρκή κοπριά. Εκτός από την Αλσατία και τη Λωρραίνη όπου καλλιεργούνταν ευρέως πατάτες, πολλοί Γάλλοι αγρότες εξακολουθούσαν να θεωρούν τις πατάτες ακατάλληλες για κατανάλωση από ζώα, πόσο μάλλον από ανθρώπους και αρνήθηκαν να τις καλλιεργήσουν.

Η δημοτικότητα των σιτηρών, σε συνδυασμό με την έλλειψη σταθερής πρόσβασης σε κρέας στις κατώτερες τάξεις, σήμαινε ότι το ψωμί αποτελούσε βασικό στοιχείο διατροφής των απλών λαών. Η έλλειψη διαποίκιλσης στη Γαλλική γεωργία σήμαινε επίσης ότι τυχόν αποτυχία συγκομιδής είχε καταστροφικές συνέπειες. Αν και η Γαλλία απολάμβανε πολλά χρόνια καλών συγκομιδών στο πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1760 και μετά οι συγκομιδές έγιναν πιο ασταθείς και οι αποδόσεις εμφάνιζαν διακυμάνσεις. Μεταξύ 1770 και 1789, μόνο τρεις εποχές συγκομιδής ήταν πλούσιες στη Γαλλία. Με κάθε νέα γενιά, οι αγροτικές γεωργικές εκτάσεις κατανεμήθηκαν στους γιούς, με αποτέλεσμα μέχρι τα τέλη του 1700, πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις ήταν μάλλον μικρές και ως εκ τούτου απέφεραν ασταθείς συγκομιδές.

Ο φόβος της πείνας ώθησε πολλούς Γάλλους αγρότες να γίνουν υπερπροστατευτικοί σχετικά με την πρόσβαση στο ψωμί και θεωρείτο ευρέως ότι η ικανότητα να τρέφεται κάποιος αποτελούσε δικαίωμα που πρέπει να προστατεύεται από τις αρχές. Για το λόγο αυτό, ο βασιλιάς της Γαλλίας είχε από καιρό το παρατσούκλι «ο πρώτος φούρναρης του βασιλείου» και έπρεπε να εξασφαλίζει ότι όλοι οι υπήκοοί του είχαν πρόσβαση στο ψωμί. Εάν αυτό το δικαίωμα δεν προστατευόταν, όπως στην περίπτωση της αύξησης των τιμών του ψωμιού πέρα από αυτό που οι περισσότεροι μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά, πολλοί Γάλλοι θεώρησαν ηθική ευθύνη την ανάληψη δράσης. Η πρακτική της διασφάλισης ότι τα αγαθά που απαιτούνται για την επιβίωση είναι προσβάσιμα σε όλους έγινε γνωστή ως ηθική οικονομία. Οι περισσότεροι το διαχώριζαν από την κλοπή, καθώς όταν οι τιμές αυξάνονταν, οι ταραξίες που έπαιρναν ψωμί ή σιτάρι συχνά έδιναν όποια τιμή θεωρούσαν δίκαιη, μια ενέργεια γνωστή ως λαϊκή φορολόγηση. Η αποθήκευση αγαθών σε δύσκολες περιόδους θεωρείτο επίσης αδίκημα και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, τιμωρείτο με θάνατο.

Από τον Μεσαίωνα, η ηθική οικονομία καθοριζόταν από μια σειρά κανονισμών στην αγορά σιτηρών, τους οποίους τηρούσαν οι Γαλλικές αρχές για να εγγυηθούν την προσβασιμότητα στα σιτηρά. Οι κανονισμοί αυτοί περιλάμβαναν τον έλεγχο του ποιος μπορούσε να συμμετάσχει στην πώληση σιτηρών και τους περιορισμούς στις επιχειρηματικές συναλλαγές. Απαγορευόταν στους καλλιεργητές να εμπλακούν περαιτέρω στην αγορά σιτηρών πέρα από την πώληση των προϊόντων τους, φοβούμενοι ότι ορισμένες οντότητες θα καταστούν υπερβολικά ισχυρές και θα μονοπωλήσουν το εμπόριο σε οποιαδήποτε περιοχή. Για παράδειγμα, οι αρτοποιοί μπορούσαν να αγοράσουν αρκετό σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί τους, αλλά απαγορευόταν να το μεταπωλούν. Όλες οι συναλλαγές έπρεπε να διεξάγονται δημόσια και οι κανονισμοί διασφάλιζαν ότι οι τιμές του ψωμιού παρέμεναν σταθερές και δεν αυξάνονταν υπέρμετρα.

Μουσείο Ingres-Bourdelle – Πορτρέτο του Λουδοβίκου XVI – Joseph-Siffred Duplessis Joseph-Siffred Duplessis, Public domain, via Wikimedia Commons

Ο Τυργκό & οι Φυσιοκράτες

Ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ’ της Γαλλίας (1754-1793) ανήλθε στο θρόνο τον Μάιο του 1774, επιδιώκοντας να είναι αγαπητός. Ωστόσο, ο πόλεμος του αλευριού, που ξέσπασε σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη της βασιλείας του και λίγες εβδομάδες πριν τη στέψη του, αποδείχθηκε ένα δύσκολο ξεκίνημα τόσο για την κυριαρχία του νεαρού βασιλιά όσο και για τη δημοτικότητά του. Η αιτία πολέμου εντοπίζεται να βρεθεί σε μια από τις πρώτες ενέργειες του Λουδοβίκου ως βασιλιά, τον διορισμό του 47χρονου οικονομολόγου Άνν-Ρομπέρ Ζακ Τυργκό ως Γενικού Ελεγκτή Οικονομικών.

Ο Τυργκό ήταν υπέρμαχος της οικονομικής θεωρίας γνωστής ως φυσιοκρατία, η οποία υποστήριζε το φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα. Οι φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι ένα άτομο θα δούλευε σκληρότερα για δικό του όφελος σε σύγκριση με το όφελος των άλλων και οι εργάτες θα ήταν παραγωγικότεροι για περισσότερο κέρδος, γεγονός που θα ωφελούσε τους καταναλωτές παρέχοντας αυξημένη προσφορά έναντι της ζήτησης. Κανονισμοί όπως αυτοί της αγοράς σιτηρών στέκονταν εμπόδιο σε αυτή τη φυσική τάξη και ως εκ τούτου, έπρεπε να προχωρήσουν ώστε «η οικονομία να μπορεί να αναπνεύσει τον καθαρό και μεθυστικό αέρα της αγοράς». (Σάμα, 81).

Τα φυσιοκρατούμενα μέτρα λήφθηκαν τη δεκαετία του 1760, όταν οι υπουργοί του Λουδοβίκου ΙΕ’ της Γαλλίας (βασ. 1715-1774) κατήργησαν για τελευταία φορά τους κανονισμούς για τα σιτηρά. Αυτό προκάλεσε σχεδόν αμέσως ελλείψεις και τοπικές ταραχές το 1767 και το 1768 και οι περισσότεροι κανονισμοί επανήλθαν μέχρι το 1770. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Τυργκό, αντιμέτωπος με το τεράστιο έργο σταθεροποίησης της Γαλλικής οικονομίας, ήταν πεπεισμένος ότι η φυσιοκρατία μπορούσε να λειτουργήσει στη Γαλλία. Πίστευε ότι το εμπόριο και η κατασκευή θα ευδοκιμούσαν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, και έτσι, στις 13 Σεπτεμβρίου 1774, ο Τυργκό κατήργησε τους κανονισμούς και ανακοίνωσε το ελεύθερο εμπόριο σιτηρών.

Άνν-Ρομπέρ Ζακ Τυργκό Attributed to Antoine Graincourt, Public domain, via Wikimedia Commons

Πόλεμος του Αλευριού

Το διάταγμα του Τυργκό εκδόθηκε, λίγο πριν την φτωχή συγκομιδή σιτηρών του 1774. Παρότι ο Τυργκό είχε ήδη ενημερωθεί για τις δυσμενείς συνθήκες συγκομιδής από τον Αύγουστο, δεν ήταν πρόθυμος να αναβάλει το διάταγμά του. Η συγκομιδή όμως δεν ήταν εξίσου χαμηλή σε κάθε περιοχή της Γαλλίας. Κατά συνέπεια, πολλοί έμποροι που δεν εμποδίζονταν πλέον από τους κανονισμούς σιτηρών, άρχισαν να αγοράζουν σιτηρά από περιοχές με πλούσια συγκομιδή και να τα πωλούν σε υψηλές τιμές στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο. Η προσπάθεια των εμπόρων να στριμώξουν την αγορά προκάλεσε την άνοιξη του 1775 πανεθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αφού μετέτρεψε ζητήματα έλλειψης τροφίμων σε πρόβλημα σίτισης το οποίο επηρέασε αρκετές περιοχές. Για το λόγο αυτό, ο πόλεμος αλευριού που ακολούθησε διαδόθηκε περισσότερο από τις ταραχές του 1767-1768. Ο λιμός άρχισε να επηρεάζει τους ανθρώπους και παρόλο που η Γαλλική κυβέρνηση παρήγγειλε αποστολές τροφίμων από ξένες χώρες, αυτές δεν θα έφταναν έγκαιρα.

Στις 15 Μαρτίου 1775, τα πρώτα σημάδια αναταραχής παρατηρήθηκαν στη Ρεμς, την πόλη που ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει τη στέψη του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ τον επόμενο Ιούνιο. Αναστατωμένο από την έλλειψη τροφίμων, πλήθος περίπου 200 ατόμων σχηματίστηκε έξω από μοναστήρι, ζητώντας μειωμένες τιμές άρτου. Το μοναστήρι μοίρασε ψωμί και το πλήθος διασκορπίστηκε χωρίς βία. Ένα μήνα αργότερα, καθώς οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, ξέσπασαν προβλήματα στην περιοχή της Βουργουνδίας όταν ομάδα διαδηλωτών λεηλάτησε το σπίτι ενός μυλωνά ο οποίος είχε κατηγορηθεί για πώληση κακού αλευριού. Όταν ο μυλωνάς πήγε να κρυφτεί στο σπίτι ενός φίλου, οι ταραξίες λεηλάτησαν και το σπίτι του φίλου, πριν σταματήσουν ένα φορτίο σιτηρών και αναγκάσουν τους εμπόρους να πουλήσουν την προμήθειά τους επί τόπου.

Λεηλασία αρτοποιείων στο Παρίσι το 1775. Πόλεμος αλευριού. Χαρακτική του Emile Bayard στην Ιστορία της Γαλλίας από τον Henri Martin, γύρω στο 1880.

Ωστόσο, ο Πόλεμος του Αλευριού ξεκίνησε στο Μπωμόν-συρ-Ουάζ, ένα χωριό στην περιοχή του Παρισιού. Στις 22 Απριλίου, 1 σετιέ (100 λίτρα) σίτου και σιτηρών σίκαλης πωλήθηκε στην αγορά του χωριού στην υψηλή τιμή των 26 λιβρών. Οι χωρικοί δυστρόπησαν για την τιμή, αλλά και πάλι εφόσον μπορούσαν πλήρωναν. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, η αγορά φαινόταν να είναι καλά εφοδιασμένη και οι χωρικοί πίστευαν ότι αυτό θα σήμαινε πτώση των τιμών. Έκπληκτοι οι χωρικοί διαπίστωσαν ότι τα σιτηρά πωλούνταν τώρα για 32 λίβρες ανά σετιέ. Όντας εξοργισμένοι, ξέσπασαν διαφωνίες μεταξύ χωρικών και εμπόρων οι οποίες σύντομα εξελίχθηκαν σε ταραχές. Οι ταραξίες έδιωξαν τους εμπόρους από τους πάγκους και λεηλάτησαν την πραμάτεια τους. Οι διαδηλωτές, εμμένοντας στη λαϊκή φορολογία, φρόντισαν να μην κλέψουν εντελώς το σιτάρι, αλλά να αφήσουν πίσω ποσό χρημάτων που θεώρησαν ότι ήταν το δίκαιο τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν, το οποίο στην περίπτωση αυτή ήταν 12 λίβρες ανά σετιέ. Αφού πήραν αυτό που χρειάζονταν, η εξέγερση έσβησα από μόνη της και οι περισσότεροι επέστρεψαν στα σπίτια τους πριν οι επέμβουν οι αρχές.

Νωρίς το επόμενο πρωί, 11 άτομα από το Μπωμόν-συρ-Ουάζ ταξίδεψαν στην πόλη Μερού και είπαν στους χωρικούς τι είχαν κάνει. Όταν μερικές ώρες αργότερα άνοιξε η αγορά, οι χωρικοί ακολούθησαν το παράδειγμα των γειτόνων τους και έσπευσαν να λεηλατήσουν σιτηρά. Το πλήθος που αποτελείτο κυρίως από γυναίκες, έσκισε σάκους με μαχαίρια και μάζεψε όσο σιτάρι μπορούσε να μεταφέρει στο σπίτι του. Οι φήμες για αυτή την εξέγερση διαδόθηκαν και την επόμενη μέρα στην πόλη Ποντουάζ, περισσότεροι από εκατό άνθρωποι λεηλάτησαν διάφορα καροτσάκια σιτηρών, ενώ επίσης λεηλάτησαν τα σπίτια έξι διακεκριμένων εμπόρων σιτηρών και αλευριού.

Ο καμένος αγρότης ή η φτωχή οικογένεια, γκραβούρα του François-Philippe Charpentier (1734-1817). François Philippe Charpentier, Public domain, via Wikimedia Commons

Τις ημέρες μετά από την αρχική εξέγερση της 27ης Απριλίου, ακολούθησαν παρόμοιες εξεγέρσεις που εξαπλώθηκαν σε άλλες πόλεις σε ολόκληρη την περιοχή του Παρισιού, αυξάνοντας τον αριθμό και την ένταση μέρα με τη μέρα. Όπως το έθεσε συνοπτικά η ιστορικός Σύνθια Μπουτόν: «μόλις ανάψει, η φωτιά εξαπλώνεται γρήγορα και προς πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα» (Μπουτόν, 92). Από τον γεωγραφικό περιορισμό στη λεκάνη του Παρισιού, οι ταραχές θα εξαπλώνονταν βόρεια στη Νορμανδία. Στις 3 Μαΐου, ξέσπασε μια ιδιαίτερα έντονη εξέγερση στο Βερνόν της Νορμανδίας, όταν οι ταραξίες επιτέθηκαν σε ένα σημαντικό απόθεμα σιτηρών και αλευριού. Όπως και οι συμπατριώτες τους σε άλλες Γαλλικές πόλεις, οι ταραξίες του Βέρνον απαίτησαν χαμηλότερες τιμές και όταν άρχισαν να γίνονται βίαιοι, ο υπάλληλος του περιοδικού έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, αρνούμενος περαιτέρω πωλήσεις. Στη συνέχεια, οι ταραξίες άρχισαν να επιτίθενται στις κλειδωμένες πόρτες με ψαλίδια, μαχαίρια, ακόμη και βαριοπούλες. Αρνήθηκαν να σταματήσουν, ακόμα και μετά την άφιξη της αστυνομίας, η οποία απάντησε πυροβολώντας μέσα στο πλήθος και τραυματίζοντας 6 άτομα. Αυτό εξόργισε το πλήθος περαιτέρω το οποίο έριξε πέτρες στα παράθυρα και επιτέθηκε σε τρεις μύλους πριν τελικά διασκορπιστεί.

Μέχρι τις 6 Μαΐου, οι καθημερινές ταραχές επεκτάθηκαν σε 14 αγορές και 42 χωριά. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και στην ύπαιθρο, με ληστές να εισβάλλουν και να λεηλατούν εδάφη που ανήκαν σε απλούς αγρότες. Ωστόσο αυτές οι επιθέσεις ήταν η εξαίρεση, καθώς οι περισσότεροι ταραξίες εστίασαν τις προσπάθειες και την οργή τους σε κερδοσκόπους, όπως πλούσιους μυλωνάδες ή θεσμικούς παράγοντες. Πολλοί ταραξίες εξακολουθούσαν να τηρούν την λαϊκή φορολογία και συνέχισαν να αφήνουν τους 12 λίβρες ανά σετιέ, ακόμη και όταν λεηλατούσαν τους πάγκους των εμπόρων.

Ταραχές στις Βερσαλλίες

Στις 2 Μαΐου, τέσσερις ημέρες πριν την κορύφωση του πολέμου, αναφέρθηκε στο βασιλιά ότι χιλιάδες ταραξίες διαδήλωναν στις Βερσαλλίες. Αν και αργότερα κυκλοφόρησε μια ιστορία ότι ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ αφού άνοιξε γενναία τις πύλες των Βερσαλλιών στους ταραξίες, απευθύνθηκε στο πλήθος από ένα μπαλκόνι, τους ηρέμησε με πατρικές παραινέσεις και εισέπραξε ζητωκραυγές όπως Vive le Roy! (Ζήτω ο Βασιλιάς!)….γεγονότα μάλλον απίθανα. Τα αρχεία της αστυνομίας φαίνεται να δείχνουν ότι όχι μόνο η βασιλική οικογένεια εκκένωσε τις Βερσαλλίες μεταβαίνοντας στην ασφάλεια του Φονταινεμπλώ, αλλά οι ταραξίες δεν κατευθύνονταν καν προς το παλάτι. Αντ’ αυτού, κατευθύνθηκαν προς τα βασιλικά καταστήματα αλεύρων.

Τα βασιλικά καταστήματα περιείχαν πάνω από 900 σακιά αλεύρι, μερικά από τα οποία αποστέλλονταν περιοδικά σε αρτοποιούς στο Παρίσι. Περίπου 5.000 ταραξίες κατάφεραν να λεηλατήσουν τους μισούς από αυτούς τους σάκους πριν φτάσουν οι βασιλικοί φρουροί για να τους διαλύσουν. Για να αναγκάσουν τους ταραξίες να επιστρέψουν στα πατρίδα τους χωρίς βία και φοβούμενοι ότι μπορεί ακόμα να επιτεθούν στο ίδιο το παλάτι, ο Πρίγκιπας ντε Πουά, στρατιωτικός κυβερνήτης των Βερσαλλιών, υποσχέθηκε να μειώσει την τιμή του αλευριού σε 2
σου (ή σολ=νόμισμα πληρωμής) το κιλό. Αυτό λειτούργησε για να κατευνάσει τα πλήθη, αλλά τα νέα αυτής της έκπτωσης διαδόθηκαν γρήγορα σε όλο το Παρίσι. Ο πρίγκιπας ντε Πουά αργότερα κατηγορήθηκε από τον Τυργκό για υπονόμευση του διατάγματός του.

Η αυτοθυσία ενός πατέρα, 1784 CE, από τον Jacques Sablet, Εθνικό Μουσείο, Στοκχόλμη, Σουηδία. Λάδι σε καμβά Osama Shukir Muhammed Amin FRCP(Glasg), CC BY-SA 4.0 via Wikimedia Commons

Στις 8 π.μ. της 3ης Μαΐου, ταραξίες από χωριά γύρω από το Παρίσι εισήλθαν στην πόλη και έκαναν έφοδο σε εκατοντάδες αρτοποιεία. Μέχρι τότε, οι αρχές του Παρισιού είχαν λάβει ελάχιστα μέτρα· Ο υποστράτηγος της αστυνομίας, Ζαν Σαρλ Πιέρ Λενουάρ, είχε αυξήσει την επιτήρηση, αλλά δεν είχε τοποθετήσει φρουρούς και δεν είχε αναπτύξει στρατεύματα, παρά το γεγονός ότι πολλές πόλεις στην περιοχή του Παρισιού υπέστησαν ταραχές. Μόνο μετά τις ταραχές του Παρισιού στις 3 Μαΐου, οι Γαλλικές αρχές σχεδίασαν συντονισμένη απάντηση. Τις επόμενες ημέρες, κινητοποιήθηκαν περίπου 25.000 στρατιώτες, μερικοί από τους οποίους στάλθηκαν για περιπολία στην ύπαιθρο, ενώ άλλοι φύλαγαν αγορές και πόρτες αρτοποιείων. Υπό την προστασία των στρατιωτών, η αστυνομία ήταν ελεύθερη να συλλαμβάνει υπόπτους.

Ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα ηρεμήσουν στη Ρεμς εγκαίρως για τη στέψη του βασιλιά, ο Τυργκό διέταξε την κινητοποίηση φιλανθρωπικών εργαστηρίων στην πόλη και κατά μήκος της διαδρομής προς το Παρίσι για να παρέχει στους δυσαρεστημένους πολίτες εργασία. Στις 5 Μαΐου, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ ζήτησε επίσημα την ταχεία και αυστηρή καταστολή των ταραχών και στις 9 Μαΐου προσέφερε γενική αμνηστία σε όσους ταραξίες επέστρεφαν τα κλεμμένα αγαθά σε είδος ή σε μετρητά, εκτός από τους ηγέτες ή τους υποκινητές. Λόγω αντίδρασης του Στέμματος και ατονίας της ορμής, ο πόλεμος του αλευριού τελείωσε πριν τις 11 Ιουνίου 1775, την ημερομηνία της στέψης του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, αν και οι αναταραχές παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού πριν ομαλοποιηθεί η τροφοδοσία.

Επακόλουθα

Όπως υποσχέθηκε ο βασιλιάς, η καταστολή της κυβέρνησης κατά των ταραχοποιών του Πολέμου των Αλευριών ήταν πράγματι αυστηρή, τουλάχιστον σε σύγκριση με προηγούμενες, μικρότερης κλίμακας ταραχές. Σε προηγούμενες ταραχές, οι συλλήψεις συνήθως ανέρχονταν μόνο σε δεκάδες, με λίγες διώξεις και ελαφρές τιμωρίες. Τις ημέρες που ακολούθησαν τον πόλεμο του αλευριού, η αστυνομία συνέλαβε 548 άτομα για το ρόλο τους στις ταραχές, εκ των οποίων το 92% πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Παρισιού. Οι Γαλλικές αρχές αναζήτησαν ηγέτες και υποκινητές, από τους οποίους λίγοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους. Από τους καταδικασθέντες ηγέτες των ταραχών, δύο καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, 15 για να υπηρετήσουν ως μούτσοι σε γαλέρες (πέντε από αυτούς ισόβια) και εννέα καταδικάστηκαν σε φυλάκιση.

Ο Τυργκό είδε τις ταραχές ως επίθεση εναντίον του και της ίδιας της έννοιας της φυσιοκρατίας. Εκείνο το καλοκαίρι κυκλοφόρησαν σε όλο το βασίλειο προκηρύξεις που επιτίθονταν στα διατάγματά του, με αποτέλεσμα ο Τυργκό να βλέπει εχθρούς παντού και να πειστεί ότι ο Πόλεμος του Αλευριού δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια περίτεχνη συνωμοσία, όπου οι άνθρωποι προσποιούνταν ότι πεινούσαν για να ντροπιάσουν αυτόν και την πολιτική του. Πολλοί από τους συλληφθέντες υποβλήθηκαν σε ανακρίσεις σχετικά με αυτή την υποτιθέμενη συνωμοσία υπονόμευσης του ελεύθερου εμπορίου, αλλά οι ανακρίσεις απέβησαν άκαρπες. Ο Τυργκό προσπάθησε να σώσει το γόητρό του μετατοπίζοντας την ευθύνη, ζητώντας και παραλαμβάνοντας την παραίτηση του υποστράτηγου της Αστυνομίας Λενουάρ, αλλά ήταν σαφές ότι το φυσιοκρατικό του πείραμα είχε αποτύχει προς το παρόν. Ένα χρόνο αργότερα, ο ίδιος θα απολυόταν από το υπουργικό συμβούλιο του βασιλιά, για διαφορετικούς λόγους.

Αν και ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ προσπάθησε να δείξει αλληλεγγύη προς τους φτωχούς τρώγοντας ψωμί χαμηλότερης ποιότητας, από σιτάρι και σίκαλη, αντί λευκό ψωμί, πολλοί εξακολουθούν να τον κατηγορούν για τις ελλείψεις τροφίμων. Μερικοί υιοθέτησαν ακόμη και τη θεωρία συνωμοσίας Σύμφωνο Πείνας/Pacte de Famine, η οποία υποστήριζε ότι ο βασιλιάς και άλλες ομάδες συμφερόντων απέκρυπταν σκόπιμα σιτηρά από τις μάζες για να τα ελέγχουν καλύτερα. Ενώ οι κατώτερες τάξεις κατηγόρησαν το βασιλιά, οι ανώτερες τάξεις κατηγόρησαν τους διαδηλωτές για την ηθική παρακμή των φτωχών, πιστεύοντας ότι οι φτωχοί επεδίωκαν χάος για το χάος. Οι κοινωνικές εντάσεις που επιδεινώθηκαν από τον πόλεμο του αλευριού θα ενταθούν μόνο κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.

Ο Πόλεμος του Αλευριού δεν ήταν σε καμία περίπτωση η πρώτη, ούτε η σημαντικότερη επισιτιστική εξέγερση του 18ου αιώνα. Ήταν μια σχετικά αναίμακτη υπόθεση, εκτός από δύο εκτελέσεις και δεν έκανε τίποτα για να αλλάξει το καθεστώς. Ωστόσο, η εκδήλωση τόσο σύντομα μετά την άνοδο του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, φαινόταν να είναι ένα από τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια ότι υπήρχε βαθιά αναταραχή όχι μόνο στους θύλακες της Γαλλίας αλλά σε μεγάλο μέρος του βασιλείου. Στα επόμενα χρόνια, καθώς οι σοδειές δεν βελτιώνονταν, οι ταραχές για το ψωμί θα γίνουν πιο συχνές, με μία να ξεσπά στις νότιες επαρχίες το 1778, καθώς και στη Νορμανδία το 1784 και ξανά το 1785. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο πόλεμος του αλευριού έμοιαζε με το ψιλόβροχο πριν την καταιγίδα που ήταν η Γαλλική Επανάσταση.


Πηγές

https://www.worldhistory.org/Flour_War/

Bouton, Cynthia. The Flour War: Gender, Class and Community in Late Ancien Régime French Society. Penn State University Press, 1993.

Doyle, William. The Oxford History of the French Revolution. Oxford University Press, 2018.

How Bread Shortages Helped Ignite the French Revolution Accessed 3 Mar 2022.

Lefebvre, Georges & Palmer, R. R. & Palmer, R. R. & Tackett, Timothy. The Coming of the French Revolution . Princeton University Press, 2015.

Schama, Simon. Citizens. Vintage, 1990.


Το έργο με τίτλο Πόλεμος του αλευριού από τον δημιουργό Χείλων διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές Βασισμένο σε έργο στο https://www.worldhistory.org/Flour_War/