Πατερικά Αποφθέγματα…..Περί Αναπαύσεως

στις

© copyright γράφει ο  Ιωάννης Τζάνος

Η Αγιολογία (Hagiography) αποτελεί είδος Βυζαντινής γραμματείας. Είναι επιστημονικός κλάδος, ο οποίος όπως δηλώνει και η ονομασία του, έχει ως αντικείμενο τους αγίους και συγκεκριμένα τον βίο και τις πράξεις τους. Τα περισσότερα αγιολογικά κείμενα έχουν διδακτικό σκοπό, καθώς εμπεριέχουν ωφέλιμες διδαχές για την ζωή.

Η Αγιολογία περιλαμβάνει υποκατηγορίες, όπως είναι το Μαρτύριο, οι Βίοι και τα Αποφθέγματα Πατέρων. Μεταγενέστερες κατηγορίες αποτελούν οι Διηγήσεις Θαυμάτων, το Αγιολογικό Μυθιστόρημα και το Συναξάριον.

Τα Αποφθέγματα Πατέρων τοποθετούνται χρονολογικά στον 4ο και 5ο αιώνα. Πρόκειται για ψυχωφελείς διηγήσεις με διδακτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα τα Αποφθέγματα Πατέρων είναι συλλογές ιστοριών, που αναφέρονται στους ερημίτες ἐν τῇ Αἰγύπτῳ. Αυτοί αποζητούσαν τον καθαγιασμό και την κατάκτηση αγγελικής φύσης. Στα Αποφθέγματα περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η καθημερινότητα των μοναχών, που έζησαν και έδρασαν στην έρημο της Αιγύπτου, στην Συρία και την Παλαιστίνη. Παρουσιάζονται επίσης οι δυσκολίες και οι πειρασμοί, που συνάντησαν στη ζωή τους.

Τα Πατερικά Αποφθέγματα παραδίδονται σε τρεις συλλογές: στην Αλφαβητική συλλογή, που έχει εκδοθεί στην Patrologia Graeca, στην Συστηματική συλλογή, που εκδόθηκε κριτικά από τον Guy και στην Ανώνυμη συλλογή, που εξέδωσε πρόσφατα ο Wortley.

Σημασιολογικές αποχρώσεις του όρου ἀνάπαυσις στα Αποφθέγματα Πατέρων

Ο όρος ἀνάπαυσις έχει ποικίλες σημασίες. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: ανάπαυση, ξεκούραση, ηρεμία, γαλήνη και αιώνια ανάπαυση. Ο Wortley επιχείρησε μια κατηγοριοποίηση με βάση τις διαφορετικές σημασίες που έχει ο όρος. Επίσης, εύστοχα υποστήριξε ότι τόσο το ουσιαστικό ἀνάπαυσις όσο και το ρήμα ἀναπαύω απαντούν με μεγάλη συχνότητα στα Πατερικά Αποφθέγματα. Αυτή η διαπίστωση ενδεχομένως να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, επειδή πιθανώς αγνοεί τις ποικίλες σημασίες του όρου. Η ἀνάπαυσις είναι συνυφασμένη με την ξεκούραση και συγκεκριμένα τη διακοπή του συνεχούς αγώνα των ασκητών-ερημιτών, για να εξαγιαστούν.

Από τη μελέτη των Πατερικών Αποφθεγμάτων, που εξετάζονται στην παρούσα εργασία, προκύπτουν οι ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες του όρου ἀνάπαυσις με βάση τις σημασίες που διαπιστώνουμε ότι έχει ο όρος: η ἀνάπαυσις ως πνευματική και ψυχική γαλήνη η ἀνάπαυσις ως ακηδία-απραξία η ἀνάπαυσις ως αιώνια ανάπαυση η ἀνάπαυσις ως καθαυτό ξεκούραση και ανάπαυλα είτε συνδυασμένη με τη φιλοξενία είτε με την ψυχαγωγία ή με συνδυασμό και των δύο. Οι κατηγορίες συγκροτήθηκαν με βάση τη μετάβαση από τη στενότερη έννοια (γαλήνη) στην ευρύτερη (ξεκούραση).

Η ἀνάπαυσις ως πνευματική και ψυχική γαλήνη

Ἀββᾶ Σισώης πολλὰ παρακληθεὶς ὑπὸ ἀδελφοῦ λαλῆσαι εἶπεν· Κάθου εἰς τὸ κελλίον σου μετὰ νήψεως καὶ παράθου ἑαυτὸν τῷ Θεῷ μετὰ πολλῶν δακρύων καὶ ἀναπαύῃ.

Ο αββάς Σισώης, μετά από πολλές ικεσίες ενός αδελφού να μιλήσει, είπε· παράμεινε στο κελί σου ξάγρυπνος και εναπόθεσε τον εαυτό σου στον Θεό με πολλά δάκρυα και θα βρεις γαλήνη.

Στο απόσπασμα ένας αδελφός παρακαλεί τον αββά Σισώη να του δώσει μια ωφέλιμη συμβουλή για την ψυχή.

Ο όσιος Σισώης απεικονίζεται να προσκυνά τον τάφο του Αλεξάνδρου, Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα Erud [CC BY 3.0], via Wikimedia Commons

Ο λόγος του αββά έχει προτρεπτικό και συμβουλευτικό χαρακτήρα, που εκδηλώνεται με τη χρήση της προστακτικής (κάθου, παράθου).

Ο όρος ἀνάπαυσις έχει τη σημασία της γαλήνης και της ψυχικής ηρεμίας του μοναχού. Ουσιαστικά «πρόκειται για μία πνευματική κατάσταση, στην οποία μπορεί να περιέλθει κανείς όσο είναι ακόμη ζωντανός».

Ἀδελφὸς παρέβαλε ἀναχωρητῇ τινὶ καὶ ἐκβαίνων λέγει αὐτῷ· Συγχώρησόν μοι, ἀββᾶ, ὅτι κατήργησά σε τοῦ κανόνος σου. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ἐμὸς κανὼν ἵνα ἀναπαύσω σε καὶ ἀποστείλω ἐν εἰρήνῃ ἐστίν.

Ένας αδελφός επισκέφτηκε κάποιον αναχωρητή και φεύγοντας του λέει· συγχώρεσέ με, αββά, διότι σε έκανα να παρεκκλίνεις από την σειρά σου. Και αυτός απαντώντας του είπε· αποστολή μου είναι να σου χαρίσω την γαλήνη και να σε ξεπροβοδίσω ειρηνικά.

Στο απόσπασμα ένας νεαρός μοναχός ζητάει συγγνώμη από τον αββά που επισκέφτηκε, επειδή διατάραξε την καθημερινότητά του. Ο ρόλος του αββά ως πνευματικού καθοδηγητή είναι εμφανής από την απάντησή του.

Ο αββάς διάγοντας ασκητικό βίο με σκοπό την ένωσή του με τον Θεό είναι ο πλέον κατάλληλος, για να υποδείξει στο νεότερο μοναχό τον τρόπο, με τον οποίο θα κατακτήσει την πολυπόθητη γαλήνη.

Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ· Ποίῳ τρόπῳ ἔρχεται ἄνθρωπος εἰς ταπεινοφροσύνην; Λέγει ὁ γέρων· Διὰ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ· Λέγει ὁ αδελφός· Καὶ διὰ ποίου πράγματος ἔρχεταί τις εἰς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ; Λέγει ὁ γέρων· Τὸ κατ’ ἐμέ, ἵνα συστείλῃ τις ἑαυτὸν ἀπὸ παντὸς πράγματος καὶ ἐκδώσῃ ἑαυτὸν κόπῳ σωματικῷ καί, ὡς ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐστιν, τῆς τοῦ σώματος ἐξόδου καὶ τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ μνημονεύειν, καὶ ἀναπαύηται.

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ισαάκ· με ποιον τρόπο αποκτά ο άνθρωπος την αρετή της ταπεινοφροσύνης; Και ο γέρων απαντά· έχοντας φόβο Θεού· και ο αδελφός ανταπαντά· και πως φτάνει κάποιος στον φόβο του Θεού; Και ο γέροντας απαντά· κατ’ εμέ, να απομακρυνθεί από όλα τα πράγματα και να δοθεί στη σωματική ενασχόληση και, με όση δύναμη έχει, να υπερβαίνει τον σωματικό θάνατο και να μνημονεύει την κρίση του Θεού, έτσι θα ζήσει γαλήνια.

Στο απόφθεγμα ο αββάς Ισαάκ υποδεικνύει σε νεότερο μοναχό τον τρόπο κατάκτησης της ταπεινοφροσύνης. Προτείνει φόβο Θεού, που επέρχεται με την εφαρμογή των συμβουλών του και επιφέρει γαλήνη.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

Ο φόβος του Θεού, σύμφωνα με τον αββά Ισαάκ, εξασφαλίζει την ταπεινοφροσύνη, που είναι η ύψιστη χριστιανική αρετή. Οι ασκητές την επιδιώκουν, καθώς συνιστά μέσο ένωσης με τον Θεό.

Η ἀνάπαυσις είναι μείζονος σημασίας για τον αββά Ισαάκ. Αποτελεί προϋπόθεση για τον φόβο Θεού, που με την σειρά του οδηγεί στην ταπεινοφροσύνη. Οι τέσσερις συμβουλές που οδηγούν στην γαλήνη είναι: η αποταγή από τα εγκόσμια, η επίδοση στον σωματικό μόχθο, η υπέρβαση του σωματικού θανάτου και η μνημόνευση της κρίσης του Θεού.

Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Λογγίνου ὅτι διεβλήθη τις τῶν αὐτοῦ μαθητῶν ἵνα διώξῃ αὐτὸν. Ἐλθόντες δὲ οἱ περὶ τὸν ἀββᾶ Θεόδωρον εἶπον αὐτῷ· Ἀββᾶ ἀκούομεν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ τούτου τίποτε πρᾶγμα· καὶ εἰ κελεύεις, λαμβάνομεν αὐτὸν ἀπὸ σοῦ καὶ φέρομέν σοι κάλλιον ἀδελφὸν. Ὁ δὲ γέρων εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ οὐ διώκω αὐτὸν· ἀναπαύει γάρ με. Ὡς δὲ ἤκουσεν τὴν αιτίαν, ὁ γέρων εἶπεν· Οὐαί μοι, ὅτι ἐρχόμεθα ὧδε ἄγγελοι γενέσθαι καὶ γινόμεθα ἄλογα ἀκάθαρτα ζῶα.

Διηγούνταν σχετικά με τον αββά Λογγίνο ότι διέβαλλαν κάποιον μαθητή του, για να τον διώξει. Καθώς ήλθαν οι μαθητές του αββά Θεοδώρου του είπαν· Αββά, μαθαίνουμε κάτι για αυτόν τον αδελφό· και, εάν δώσεις εντολή, θα τον απομακρύνουμε και θα σου φέρουμε καλύτερο. Και ο γέρων είπε σε αυτούς· Εγώ δεν τον απομακρύνω· διότι αυτός με ηρεμεί. Μόλις όμως άκουσε την κατηγορία, ο γέρων είπε· αλίμονο μου, πράγματι εμείς ερχόμαστε εδώ (στην έρημο), για να γίνουμε άγγελοι, και γινόμαστε άφρονα ελεεινά ζώα.

Στο απόσπασμα, ο αββάς Λογγίνος δεν απομακρύνει τον μαθητή, που είχε συκοφαντηθεί, διότι δεν τον αποσπά από τον ασκητικό του βίο. Οι μαθητές του αββά Θεοδώρου υπόσχονται να διώξουν τον κατηγορούμενο, αν το επιτρέψει ο αββάς Λογγίνος, και να φέρουν κοντά του έναν καλύτερο μαθητή. Ο αββάς Λογγίνος, αφού άκουσε την κατηγορία, απώλεσε την ψυχραιμία και την γαλήνη του.

Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος

Πιθανώς, η λέξη μαθητής δηλώνει την ηλικιακή και ιεραρχική διαφορά μεταξύ αυτού και του αββά. Ο αββάς είναι ο πνευματικός καθοδηγητής του μαθητή και για αυτό πληροφορείται άμεσα για τις απρεπή συμπεριφορά σε βάρος αυτού.

Οι μαθητές του αββά Θεοδώρου υπόσχονται να του φέρουν έναν καλύτερο μαθητή. Οι μοναχοί ασκούν κριτική στον μαθητή και οδηγούνται στην αμαρτία λόγω της ενέργειάς τους αυτής παραβαίνοντας την προτροπή, που διατυπώνεται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Κ.Δ., Ματθ. 7,1). Ξεπερνούν τα όρια, καθώς πρόκειται για μια ενέργεια που επαφίεται στην κρίση του Θεού.

Ο αββάς Λογγίνος ακούγοντας την κατηγορία ταράχτηκε, έχασε την ψυχραιμία και τη γαλήνη του. Η θλίψη του είναι έκδηλη, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και οι αναχωρητές εν γένει καταφεύγουν στην έρημο με απώτερο σκοπό να γίνουν άγγελοι (ὧδε ἄγγελοι γενέσθαι). Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ότι εξελίσσονται σε ἄλογα ἀκάθαρτα ζῶα.

Το ρήμα ἀναπαύειν δηλώνει την ψυχική γαλήνη, στην οποία περιέρχεται ο πρεσβύτερος αββάς. Αυτή η γαλήνη πιθανώς έχει ως προϋπόθεση τη σωματική του ανάπαυση, που του εξασφαλίζει ο νεότερος μοναχός διευκολύνοντας τον με την καθημερινή του διαβίωση.

Ἀδελφός τις ὀχλούμενος ὑπὸ πορνείας, παρέβαλε γέροντι μεγάλῳ, καὶ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· Ποίησον ἀγάπην, εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦὅτι ὀχλοῦμαι ὑπὸ πορνείας. Ὁ δὲ γέρων ἐδεήθη τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ αὐτοῦ. Πάλιν ἐκ δευτέρου ἔρχεται πρὸς τὸν γέροντα, καὶ τὸν αὐτὸν λόγον εἶπενὁμοίως, καὶ ὁ γέρων οὐκ ἠμέλησε παρακαλῶν τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦκαὶ λέγων· Κύριε, ἀποκάλυψόν μοι τὸ κάθισμα τοῦ ἀδελφοῦ τούτου, και πόθεν ἡ ἐνέργεια, ὅτι παρεκάλεσά σε, καὶ οὐχ εὗρεν ἀνάπαυσιν. [….]Καὶ ἔγνω ὁ γέρων ὅτι ἡ αἰτία ἐκ τοῦἀδελφοῦ ἐστίν, καὶ ἀνήγγειλεν αὐτῷ ὅτι σὺ εἶ ὁ συγκατατιθέμενος τῷ λογισμῷ σου· καὶ ἐδίδαξεν αὐτὸν πῶς ἀντιστῇ τοῖς λογισμοῖς, καὶ ἀνανήψας ὁ ἀδελφὸς διὰ τῆς εὐχῆς καὶ διδαχῆς τοῦ γέροντος, εὗρεν ἀνάπαυσιν.

Κάποιος αδελφός κατατρυχόμενος από την πορνεία, επισκέφτηκε πρεσβύτερο γέροντα και τον παρακαλούσε λέγοντας Κάνε μου την χάρη, προσευχήσου για χάρη μου, επειδή με ταλανίζει η πορνεία. Και ο γέροντας παρακάλεσε τον Θεό για χάρη του. Για δεύτερη φορά πάλι έρχεται προς τον γέροντα και είπε τον ίδιο λόγο με τον ίδιο τρόπο και ο γέρων δεν παραμέλησε να παρακαλέσει τον Θεό για χάρη του λέγοντας Κύριε, αποκάλυψέ μου την κατάσταση αυτού του αδελφού και από που προέρχεται αυτή η διάθεση (της πορνείας) επειδή σε παρακάλεσα και δεν βρήκε γαλήνη. […] Και κατάλαβε ο γέροντας ότι η αιτία (της προσβολής από την πορνεία) προερχόταν από τον ίδιο τον αδελφό και ανακοίνωσε σε αυτόν ότι: «εσύ είσαι αυτός που ενστερνίζεται τον πειρασμό» και του δίδαξε πώς να αντισταθεί στους λογισμούς και αφού ανέκαμψε ο αδελφός μέσω της προσευχής και της διδαχής του γέροντα, βρήκε γαλήνη.

Ένας νεαρός μοναχός επισκέφτηκε πρεσβύτερο γέροντα και τον παρακάλεσε να προσευχηθεί για χάρη του στο Θεό, ώστε να απαλλαχθεί από τον πειρασμό της πορνείας. Ο γέροντας κατάλαβε ότι ο ίδιος ο αδελφός ήταν υπαίτιος για την κατάστασή του. Μέσω της προσευχής και των νουθεσιών του γέροντα, ο νεότερος μοναχός κατάφερε να ξεφύγει από τον πειρασμό και τελικά να βρει τη γαλήνη.

Στο απόσπασμα ο νεαρός μοναχός έρχεται αντιμέτωπος με τον πειρασμό της πορνείας. Αδυνατώντας να τον καθυποτάξει, απευθύνεται σε έναν αββά-καθοδηγητή, με την μεσολάβηση του οποίου θα καθαρθεί από τους λογισμούς. Παρά τις προσευχές του αββά, ο νεαρός μοναχός εξακολουθεί να βρίσκεται σε πειρασμό.

Ο αββάς προσπαθεί να εντοπίσει που οφείλεται η αδυναμία του νεαρού μοναχού. Ο Κύριος του αποκαλύπτει ότι ο ίδιος ο μοναχός, ενδόμυχα, υποκύπτει στον πειρασμό της πορνείας. Έτσι, ο γέροντας του υποδεικνύει τον ορθό τρόπο, για να κατανικήσει τους λογισμούς .

Η ἀνάπαυσις είναι αυτό που αποζητά ο νεαρός μοναχός. Αν και αρχικά δεν μπορεί να την αποκτήσει εξαιτίας του πειρασμού της πορνείας, στην συνέχεια χάρη στην καθοδήγηση του αββά, κατορθώνει να βρει ψυχική γαλήνη. Από τα λόγια του αββά καταδεικνύεται η σημασία της ανάπαυσης για το νεαρό μοναχό. Αποτελεί, πιθανώς, το πρώτο μέσο ένωσης με τον Θεό και του καθαγιασμού.

Η ἀνάπαυσις ως ακηδία-απραξία

Εἶπε πάλιν· Μίσησον πάντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ καὶ τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος ὅτι ταῦτά σε ἐποίησαν ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ.Ὥσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἐχθρὸν ἔχων πολεμεῖ μετ΄αὐτοῦ, οὕτως ὀφείλομεν καὶ τῷ σώματι πολεμῆσαι εἰς τὸ μὴ ἀναπαῦσαι αὐτό.

Είπε κάποια άλλη φορά απαρνήσου τα εγκόσμια και τη νωχελικότητα του σώματος, διότι αυτά σε απομάκρυναν από τον Θεό. Διότι, όπως ακριβώς ο άνθρωπος πολεμά τον εχθρό, έτσι και εμείς οφείλουμε να καταπολεμήσουμε την απραξία.

Η αποταγή των εγκοσμίων και της ακηδίας αποτελούν τις βασικές αρχές του ασκητισμού. Πρόκειται για δύο καταστάσεις που απομακρύνουν τον Θεό. Στον αντίποδα αυτών βρίσκονται οι πρακτικές των αναχωρητών που έχουν καταγραφεί και επανέρχονται στα αποφθέγματα, όπως το εργόχειρο, η προσευχή και η νηστεία.

Μέγας Αντώνιος

Στο απόφθεγμα το σώμα παρομοιάζεται με εχθρό, επειδή κρατά φυλακισμένη την ψυχή. Όταν ο αναχωρητής καταπονήσει το σώμα, θα καταφέρει να ενωθεί με τον Θεό και να γίνει άγιος.

Ὁ αὐτὸς εἶπε Πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχε πάντοτε τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ. Μνημόνευε τοῦ θανατοῦντος καὶ ζωογονοῦντος. Μισήσατε τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ. Μισήσατε πᾶσαν σαρκικὴν ἀνάπαυσιν. Ἀποτάξασθε τῇ ζωῇ ταύτῃ, ἵνα ζήσητε τῷ Θεῷ. Μνημονεύετε τί ἐπιγγείλασθε τῷ Θεῷ […]

O ίδιος (ο αββάς Αντώνιος) είπε να έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου τον φόβο του Θεού. Να μνημονεύεις αυτόν που φέρνει τον θάνατο, αλλά και δίνει ζωή. Να απαρνηθείτε τον κόσμο και όλα όσα αυτός περιλαμβάνει. Να απαρνηθείτε κάθε οκνηρία της σάρκας. Να αποτάξετε αυτή τη ζωή, ώστε να ζήσετε κοντά στον Θεό. Να μνημονεύετε τι υποσχέσεις δώσατε στον Θεό […]

Ο αββάς Αντώνιος δίνει ορισμένες συμβουλές σε νεότερους μοναχούς, για να ενωθούν με τον Θεό και να γίνουν άγγελοι. Ο προτρεπτικός και συμβουλευτικός χαρακτήρας των λόγων του εκδηλώνεται με την χρήση της προστακτικής (ἔχε, μνημόνευε, μισήσατε, ἀποτάξασθε).

Μία από αυτές τις συμβουλές είναι η αποστροφή της ακηδίας, δηλαδή της σωματικής οκνηρίας. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου η λέξη ἀνάπαυσις συνοδεύεται από ένα χαρακτηριστικό επίθετο (σαρκικήν). Η ακηδία συχνά παρομοιάζεται με ισχυρό εχθρό, με τον οποίο έρχονταν αντιμέτωποι οι αναχωρητές, ενόσω διέμεναν στο κελί τους.

Η ἀνάπαυσις ως αιώνια ανάπαυση

Ἠρωτήθη ὁ γέρων· Διὰ τί ἀκηδιῶ καθεζόμενος ἐν τῷ κελλίω; Καὶ ἀπεκρίθη· Ὅτι ἀκμὴν οὐχ ἑώρακας οὕτε τὴν προσδοκωμένην κόλασιν οὔτε τὴν ἐλπιζομένην ἀνάπαυσιν. Εἰ γὰρ ταῦτα ἀκριβῶς ἑωράκεις, σκωλήκων εἰ ἔγεμε τὸ κελλίον σου ὥστε σε ἕως τραχήλου ἐν αὐτοῖς εἰσδεδυκέναι, ὑπέμεινας ἃν ἀκηδιάσας.

Έθεσαν στον γέροντα την ερώτηση γιατί περιέρχομαι σε ακηδία, ενώ κάθομαι στο κελί μου; Και (αυτός) απάντησε· διότι δεν έχεις δει ακόμη ούτε την επικείμενη τιμωρία ούτε την προσδοκώμενη αιώνια ανάπαυση. Εάν πράγματι τα είχες δει, αν το κελί σου ήταν γεμάτο σκώληκες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είχες βυθιστεί ως το λαιμό σου, τότε εσύ θα υπέμενες όντας σε ακηδία.

Ένας νεαρός μοναχός εκφράζει τον προβληματισμό του σχετικά με την ακηδία. Ο αββάς τον δικαιολογεί διαπιστώνοντας ότι δεν έχει επίγνωση της τιμωρίας και της επερχόμενης ανάπαυσης. Αν όντως είχε έρθει αντιμέτωπος με αυτές τις δύο καταστάσεις, δεν θα περιερχόταν σε ακηδία.

Ο μεγαλύτερος φόβος ενός αναχωρητή είναι η ακηδία, η οποία τον απομακρύνει από την ένωσή του με τον Θεό. Στον αντίποδα της βρίσκονται οι ασκητικές πρακτικές όπως η προσευχή, η μελέτη και το εργόχειρο, που του εξασφαλίζουν διαρκή επαφή με τον Θεό.

Ο αββάς αιτιολογεί την ανησυχία του νεαρού μοναχού λέγοντας ότι δεν έχει επίγνωση ούτε της κρίσης και της τιμωρίας που περιμένει κάθε χριστιανό στη Δευτέρα Παρουσία, αλλά ούτε και της επερχόμενης ανάπαυσης.

O αββάς παρουσιάζει παραστατικά την σκηνή της τιμωρίας με την χρήση της ζοφερής και εσχατολογικής εικόνας των σκουληκιών, που κατακλύζουν το κελί του μοναχού.

Η ακηδία παρεμποδίζει τον μοναχό από τον σκοπό του, που είναι να αναπαυθεί αιώνια παρά τῷ Θεῷ. Αποτελεί την πλέον αρνητική κατάσταση, στην οποία μπορεί να περιέλθει ένας μοναχός, καθώς έχει μεν αναχωρήσει από τα εγκόσμια αλλά δεν έχει αφοσιωθεί πλήρως στον σκοπό του, που είναι η αγιοποίησή του.

Η αιώνια ἀνάπαυσις παρουσιάζεται ως σκοπός κάθε αναχωρητή, τον οποίο επιτυγχάνει, αφού περάσει από την κόλαση. Ο αναχωρητής υπόκειται στην κρίση του Θεού για τα αμαρτήματα, που έχει διαπράξει. Αφού λάβει συγχώρεση, αναπαύεται στον Παράδεισο.

Ἔλεγον περί τινος γέροντος ὁτι ἀπέθνῃσκεν εἰς Σκῆτιν, καὶ ἐκύκλωσαν οἱ ἀδελφοὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ, καὶ ἐσχημάτισαν αὐτόν, καὶἔβαλον κλαίειν. Ἤνοιξε δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ ἐγέλασεν, εἶτα πάλιν ἐγέλασεν, ἐγέλασε δὲ καὶ ἐκ τρίτου. Καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ λέγοντες· Εἰπὲ ἡμῖν, ἀββᾶ, διατί ἡμεῖς κλαίομεν καὶ σὺ γελᾷς·Λέγει αὐτοῖς· Ἐγέλασα ὅτι πάντες φοβεῖσθε τὸν θάνατον, καὶ τὸ δεύτερον ἐγέλασα, ὅτι οὐκ ἐστὲ ἕτοιμοι. Τὸ δὲ τρίτον ἐγέλασα, ὅτι ἀπὸ κόπου εἰς ἀνάπαυσιν ὑπάγω· καὶ εὐθέως ἐκοιμήθη ὁ γέρων.

Διηγούνταν για κάποιον γέροντα ότι απεβίωσε στη Σκήτη, και οι αδελφοί στάθηκαν κυκλικά γύρω από το κρεβάτι του, τον εναπόθεσαν (στην κλίνη) με την συνηθισμένη στάση σώματος και ξεκίνησαν τον θρήνο. Ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε έπειτα πάλι χαμογέλασε, χαμογέλασε και τρίτη φορά. Και τον παρακάλεσαν οι αδελφοί λέγοντας πες μας, αββά, γιατί εσύ χαμογελάς, ενώ εμείς κλαίμε; Και (αυτός) τους απαντά χαμογέλασα, γιατί όλοι φοβάστε τον θάνατο την δεύτερη φορά χαμογέλασα, γιατί δεν είστε προετοιμασμένοι (για τον επερχόμενο θάνατο). Την τρίτη φορά χαμογέλασα, γιατί, μετά από (πολλούς) κόπους, βαδίζω προς την αιώνια ανάπαυση και αμέσως ο γέροντας κοιμήθηκε.

Στο απόφθεγμα παρουσιάζονται οι τελευταίες στιγμές ενός πρεσβύτερου αββά. Οι νεότεροι μοναχοί θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό του, ενώ ο ίδιος ανυπομονεί για την ψυχική ένωσή του με τον Θεό.

Η στάση του απέναντι στον επερχόμενο θάνατο αιτιολογείται, καθώς αντιλαμβάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο θα απαλλαγεί από την ανθρώπινη φύση του και θα γίνει άγγελος. Άλλωστε αυτός ήταν ο λόγος της αναχώρησης και της μακροχρόνιας άσκησης, στην οποία επιδόθηκε.

Ο αββάς αναμένει καρτερικά τον επικείμενο θάνατο και δεν συμμερίζεται τη θλίψη των υπόλοιπων μοναχών. Η αντίδρασή του αντιτίθεται στον θρηνητικό κλίμα που επικρατεί και καθιστά σαφή τη σημασία της αιώνιας ανάπαυσης.

Η ἀνάπαυσις ως ξεκούραση

Η ἀνάπαυσις ως καθαυτό ξεκούραση και ανάπαυλα

Ἔλεγεν ἀββᾶ Σισόης ὅτι· Ὅτε ἤμην εἰς Σκῆτιν μετὰ τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου ἀνέβημεν θερίσαι μετ’ αὐτοῦ ἑπτὰ ὀνόματα. Καὶ ἰδοὺ μία χήρα καλαμωμένη ἦν ὀπίσω ἡμῶν καὶ οὐκ ἐπαύετο κλαίουσα. Ἐφώνησε δὲ τὸν Κύριον τοῦ χωρίου ὁ γέρων καὶ εἶπεν αὐτῷ· Τὶ ἔχει ἡ γραῦς αὕτη ὅτι πάντοτε κλαίει; Καὶ λέγει αὐτῷ· Ὁ ἀνὴρ αὐτῆς εἶχε παραθήκην τινὸς καὶ ἀπέθανεν ἄφνω καὶ οὐκ εἶπεν ποῦ ἔθηκεν αὐτήν· καὶ θέλει ὁ κύριος τῆς παραθήκης λαβεῖν αὐτὴν καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς εἰς δούλους. Λέγει αὐτῷ ὁ γέρων· Εἰπὲ αὐτῆ ἵνα ἔλθῃ πρὸς ἡμᾶς ὅπου ἀναπαυόμεθα τὸ καῦμα. Καὶ ἐλθούσης αὐτῆς εἶπεν αὐτῇ ὁ γέρων· Τι πάντοτε κλαίεις; Καὶ εἶπεν ἡ γυνή· Ὁ ἀνήρ μου ἀπέθανεν λαβὼν παραθήκην παρά τινος καὶ οὐκ εἶπεν ἀποθνήσκων ποῦ ἔθηκεν αὐτήν. […]

Έλεγε ο αββάς Σισόης τα εξής· Όταν βρισκόμουν στη Σκήτη μαζί με τον αββά Μακάριο ανεβήκαμε μαζί του επτά μοναχοί για θερισμό. Και να μια χήρα ήταν πίσω μας και περισυνέλλεγε τα στάχυα κλαίγοντας ακατάπαυστα. Φώναξε τότε ο γέρων τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και του είπε· Τι έχει αυτή η γριά και συνέχεια κλαίει; Και εκείνος του λέει· Ο άνδρας της είχε αποκτήσει από κάποιον ένα ενέχυρο και πέθανε ξαφνικά χωρίς να πει που το έβαλε. Και τώρα ο κάτοχος επιθυμεί να πάρει αυτήν και τα παιδιά της για δούλους. Και του λέει ο γέρων· Τώρα που θα κάνουμε μία ανάπαυλα λόγω της υπερβολικής ζέστης, πες της να έλθει κοντά μας. Και είπε η γυναίκα· Ο άνδρας μου πέθανε αφού έλαβε ένα ενέχυρο από κάποιον και πριν πεθάνει δεν είπε που το έβαλε. […]

Το απόφθεγμα αποτελεί τμήμα μιας εκτενέστερης αφήγησης, στην οποία παρουσιάζεται η διαδικασία του θερισμού. Μια σταχομαζώχτρα χρήζει βοήθειας και η συντροφιά των μοναχών της την προσφέρει, αφού τους αποκαλύπτει το πρόβλημά της.

Η ἀνάπαυσις χρησιμοποιείται με την τυπική έννοια της ανάπαυλας από την σκληρή δουλειά, η οποία με τη σειρά της επιφέρει ψυχική και πνευματική κόπωση.

Ἦν τις γέρων ἀσθενῶν καὶ ὡς μὴ ἔχοντα τὰς χρείας, προσελάβετο αὐτὸν πατὴρ κοινοβίου καὶ ἀνέπαυσεν αὐτόν. Καὶ ἔλεγε τοῖς ἀδελφοῖς·Βιάσασθε ἑαυτοὺς ὀλίγον, ἵνα ἀναπαύσωμεν τὸν ἀσθενῆ.

Κάποιος γέροντας ήταν ασθενής και επειδή δεν είχε τα αναγκαία, κάποιος (πνευματικός) πατέρας τον πήρε μαζί του στο κοινόβιο και του προσέφερε ξεκούραση. Και έλεγε στους αδελφούς Συντονιστείτε για λίγο, για να παράσχουμε φροντίδα στον ασθενή.

Η ἀνάπαυσις έχει διττή σημασία, καθώς χρησιμοποιείται τόσο με την τυπική έννοια της ξεκούρασης ύστερα από κάποια έντονη και επίπονη δραστηριότητα όσο και με εκείνη της φροντίδας κάποιου αρρώστου.

Οι μοναχοί θεωρούν την ανάπαυση ως την ύψιστη μορφή προσφοράς τόσο σε έναν ασθενή όσο και σε έναν αββά. Αντιλαμβάνονται ότι η σωματική ξεκούραση θα επιφέρει την ψυχική γαλήνη, η οποία με την σειρά της θα οδηγήσει στην ίαση του αρρώστου.

Η ἀνάπαυσις ως ξεκούραση συνδυασμένη είτε με φιλοξενία είτε με ψυχαγωγία ή αμφότερες

Παρέβαλεν ἀββᾶ Μακάριος ὁ μέγας τῷ ἀββᾶ Ἀντωνίῳ εἰς τὸ ὅρος. Καὶ κρούσαντος αὐτοῦ τὴν θύραν, ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· Σὺ τίς εἶ; Ὁ δέ φησιν· Ἐγὼ εἰμὶ Μακάριος. Καὶ κλείσας τὴν θύραν είσῆλθε καὶ ἀφῆκεν αὐτόν. Καὶ ἰδὼν τὴν ὑπομονὴν αὐτοῦ ἤνοιξεν αὐτῷ καὶ χαριεντιζόμενος μετ’ αὐτοῦ ἔλεγεν· Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐπεθύμουν σε ἰδεῖν, ἀκούων τὰ περί σου. Καὶ φιλοξενήσας αὐτὸν ἀνέπαυσεν. Ἦν γὰρ ἀπὸ κόπου πολλοῦ. […]

Επισκέφτηκε ο αββάς Μακάριος ο μέγας τον αββά Αντώνιο στο όρος. Και αφού χτύπησε την πόρτα του, βγήκε έξω και του λέει· Εσύ ποιός είσαι; Κι αυτός απαντά· Εγώ είμαι ο Μακάριος. Και αφού έκλεισε την πόρτα μπήκε πάλι μέσα αφήνοντάς τον απέξω. Και αφού είδε πόση υπομονή είχε, του άνοιξε και του είπε αστειευόμενος· Εδώ και πολύ καιρό επιθυμούσα να σε δω, ακούγοντας τα σχετικά με εσένα. Και αφού (ο Αντώνιος) τον φιλοξένησε, του έδωσε την δυνατότητα να ξεκουραστεί. Διότι ήταν πολύ κουρασμένος. […]

Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος

Ο αββάς Αντώνιος περιφρονεί τον αββά Μακάριο κατά την επίσκεψή του, μη επιτρέποντας την είσοδο στο σπίτι του. Ωστόσο, χάρη στην υπομονετική στάση του Μακαρίου, μεταπείστηκε και τελικά του προσέφερε φιλοξενία και ταυτόχρονα ξεκούραση.

Η φαινομενική αδιαφορία του αββά Αντώνιου στην αρχή του αποφθέγματος αποτελεί στοιχείο έκπληξης, καθώς η προσφορά φιλοξενίας ήταν αρετή εκείνη την εποχή. Στη συνέχεια, ο Αντώνιος εκτιμά την υπομονή του Μακάριου και τον υποδέχεται με εύθυμη διάθεση.

Στο απόφθεγμα η ἀνάπαυσις συνδυάζεται με την φιλοξενία, η οποία λειτουργεί ευεργετικά για τον αββά. Του δίνεται η δυνατότητα να ξεκουραστεί σωματικά, αλλά και πνευματικά. Η πνευματική ξεκούραση επέρχεται, επειδή ο αββάς Μακάριος έχει την ευκαιρία να συζητήσει με τον αββά Αντώνιο και να ακούσει από αυτόν κάποιον λόγο ωφέλιμο.

Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββὰ Μακαρίου ὅτι, ὅτε εὐκαίρησε μετὰ ἀδελφῶν, ἐτίθει ἑαυτῷ ὅρον ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ οἶνος, διὰ τοὺς ἀδελφοὺς πίῃ, καὶ ἀντὶ ἑνὸς ποτηρίου μίαν ἡμέραν μὴ πιεῖν ὕδωρ. Οἱ οὖν ἀδελφοὶ χάριν ἀναπαύσεως ἐδίδουν αὐτῶ. Ὁ δὲ γέρων μετὰ χαρᾶς ἐλάμβανε ἵνα ἑαυτὸν βασανίςῃ. Ὁ δὲ μαθητὴς αὐτοῦ ἰδὼν τὸ πρᾶγμα ἔλεγε τοῖς ἀδελφοῖς· Διὰ τὸν Κύριον μὴ δίδοτε αὐτῷ, εἰ δὲ μὴ γε, εἰς τὸ κελλίον μέλλει ἑαυτὸν δαμάζειν. Καὶ μαθόντες οἱ ἀδελφοὶ οὐκέτι παρεῖχον αὐτῷ.

Διηγούνταν σχετικά με τον αββά Μακάριο ότι, όταν συναντήθηκε με τους αδελφούς, έθεσε ως κανόνα στον εαυτό του, εφόσον υπάρχει οίνος, να πιεί ένα ποτήρι για χάρη τους, με αντίτιμο να μην πιεί νερό για μία ημέρα. Οι αδελφοί όμως του προσέφεραν για να τον ξεκουράσουν. Και ο γέροντας δέχτηκε μετά χαράς να υποβάλει τον εαυτό του σε αυτήν την δοκιμασία. Όταν, όμως, ο μαθητής του είδε αυτή την πράξη, είπε στους αδελφούς· Για όνομα του Κυρίου, μην του δίνετε καθόλου, διότι πρόκειται να υποβάλει τον εαυτό του σε δοκιμασία στο κελί του. Και, όταν το έμαθαν αυτό οι αδελφοί, δεν του προσέφεραν καθόλου.

Ο αββάς Μακάριος ανακοινώνει στους υπόλοιπους μοναχούς ότι θα πιει ένα ποτήρι κρασί για χάρη τους, με τον όρο να εξιλεωθεί επιδιδόμενος σε σκληρή άσκηση. Ωστόσο, οι μοναχοί του προσέφεραν, με σκοπό να τον ξεκουράσουν. Αυτός δεν αντιστάθηκε. Ωστόσο, ένας μαθητής του εξήγησε στους μοναχούς, γιατί δεν πρέπει να του το προσφέρουν, και αυτοί υποχώρησαν.

Το απόφθεγμα βασίζεται στη σχέση αιτίου-αιτιατού. Ο αββάς επιλέγει συνειδητά να προβεί σε πράξη που αντίκειται στην άσκησή του, παρόλο που γνωρίζει το αποτέλεσμα της. Είναι πρόθυμος να αυτοτιμωρηθεί, προκειμένου να ευχαριστήσει τους μοναχούς για την προσφορά τους, αλλά και για να επανέλθει στα ασκητικά του καθήκοντα.

Οι αββάδες γενικά απέφευγαν παρατυπίες, όπως η οινοποσία, διότι ως πνευματικοί καθοδηγητές έπρεπε να αποτελούν παράδειγμα για τους νεότερους μοναχούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κρασί αποτελεί πειρασμό, στον οποίο ο μοναχός είτε υποκύπτει και έπειτα εξιλεώνεται είτε τον αποφεύγει εξαρχής.

Στο επίκεντρο του αποφθέγματος βρίσκεται η σχέση δασκάλου-μαθητή. Ο αποτρεπτικός λόγος του μαθητή προς τους μοναχούς αποκτά προληπτικό χαρακτήρα, καθώς προστατεύει τον αββά παρεμποδίζοντας την αυτοτιμωρία του. Οι μοναχοί ως συνετοί και φρόνιμοι εισάκουσαν τον λόγο του νεαρού μοναχού και δεν υπέβαλαν τον αββά σε δοκιμασία.

Η ἀνάπαυσις συνδυάζεται με την ψυχαγωγία. Οι νεότεροι μοναχοί προσφέρουν το κρασί στον αββά, επειδή επιθυμούν να τον ξεκουράσουν από την μακροχρόνια άσκηση. Ωστόσο, αν προέβαιναν σε αυτή την ενέργεια, ο αββάς δεν θα ξεκουράζονταν καθόλου αλλά θα καταπονούσε το σώμα του, καθώς θα στερούνταν το νερό για μια ολόκληρη ημέρα. Η πράξη αυτή κρίνεται επικίνδυνη, επειδή οι καιρικές συνθήκες στην έρημο καθιστούσαν αναγκαία την λήψη νερού για την επιβίωση του ασκητή.

Ἦν τις τῶν ἁγίων ἐν Αἰγύπτῳ οἰκῶν ἐν ἐρήμῳ τόπῳ, ἦν δὲ καὶ ἄλλος ἀπὸ μήκοθεν αὐτοῦ Μανιχαῖος, καὶ αὐτὸς πρεσβύτερος τῶν λεγομένων παρ᾿ αὐτοῖς πρεσβυτέρων. Καὶ ὡς ἦλθε παραβαλεῖν τινὶ τῶν ὁμοφύλων αὐτοῦ κατέλαβεν αὐτὸν ἑσπέρα ὅπου ἦν ὁ ἅγιος ὁ ὀρθόδοξος, καὶ ἐν ἀγωνίᾳ ἐγένετο καὶ ἐφοβεῖτο πρὸς αὐτὸν εἰσελθεῖν καὶ κοιμηθῆναι, ᾔδει γὰρ ὅτι γινώσκει ὅτι Μανιχαῖος ἐστίν, καὶ μήποτε οὐ δέξεται αὐτόν, πλὴν ἀναγκασθείς, ἔκρουσεν καὶ ἀνοίξας ὁ γέρων καὶ γνωρίσας αὐτόν, ἐδέξατο αὐτὸν μετὰ χαρᾶς, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸνεὔξασθαι, καὶ ἀναπαύσας αὐτὸν ἐκοίμησεν. Ὁ δὲ Μανιχαῖος ἐν ἑαυτῷγενόμενος τῇ νυκτὶ εἶπεν· Πῶς οὐδεμίαν ὑποψίαν ἐν ἐμοὶ ἐποίησεν; οὗτοςτοῦ Θεοῦ ἐστιν. Καὶ ἐλθὼν προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦλέγων· Ἐγὼ ὀρθόδοξος εἰμὶ ἀπὸ τὴν σήμερον, καὶ οὕτως ἔμεινε μετ᾿ αὐτοῦ.

Ήταν ένας αββάς, που διαβίωνε σε μια έρημο της Αιγύπτου, ήταν και κάποιος άλλος λίγο μακριά του, κάποιος Μανιχαίος. Και, όταν ήλθε να επισκεφτεί κάποιον ομόθρησκό του, το απόγευμα οδηγήθηκε εκεί όπου διέμενε ο άγιος. Και βρέθηκε σε δίλημμα, φοβήθηκε να τον πλησιάσει και να κοιμηθεί (σε αυτόν), διότι είχε καταλάβει ότι (ο αββάς) γνώριζε ότι ήταν Μανιχαίος και ότι ποτέ δεν θα τον δεχτεί. Ωστόσο, παρακινημένος από ανάγκη, χτύπησε (την πόρτα) και, αφού ο γέροντας του άνοιξε και τον αναγνώρισε, τον δέχτηκε μετά χαράς· και τον ανάγκασε να προσευχηθεί, του προσέφερε ξεκούραση και του έδωσε την δυνατότητα να κοιμηθεί. Ο Μανιχαίος, καθώς ξύπνησε μέσα στη νύχτα, είπε: «Πώς δεν μου είχε δημιουργηθεί ποτέ καμία υποψία; Αυτός είναι (άνθρωπος) του Θεού». Και αφού ήρθε, έπεσε στα πόδια του λέγοντας: «Εγώ είμαι ορθόδοξος από σήμερα και στο εξής» και έτσι παρέμεινε μαζί του.

Ο αλλόθρησκος (Μανιχαίος) βρέθηκε κοντά στο σπίτι ενός γέροντα, χωρίς να γνωρίζει την αγιοσύνη του. Φοβόταν την απόρριψη του γέροντα, αλλά διαψεύστηκε, καθώς έγινε δεκτός με χαρά. Ο γέροντας του υπέδειξε την προσευχή, του προσέφερε φιλοξενία και ξεκούραση. Ο Μανιχαίος, αφού κατάλαβε ότι ο γέροντας ήταν άνθρωπος του Θεού, ασπάστηκε τον χριστιανισμό.

Ο αλλόθρησκος εμπνέεται από τη στάση του αββά, ο οποίος του εξασφάλισε ψυχική ανάπαυση μέσω της προσευχής και, στη συνέχεια, σωματική.

Η ἀνάπαυσις στο συγκεκριμένο απόφθεγμα έχει διττή σημασία. Πρόκειται για σωματική ξεκούραση προς έναν επισκέπτη στην έρημο συνδυασμένη με ψυχική ανάταση. Το αποτέλεσμα της ανάπαυσης δεν είναι μόνο η ξεκούραση, αλλά και η ψυχαγωγία του Μανιχαίου. Μέσω της προσευχής και της συμπεριφοράς του αββά αντιλήφθηκε το νόημα του χριστιανισμού και τον ασπάστηκε. Η επίδραση, λοιπόν, της ανάπαυσης είναι μείζονος σημασίας για τον Μανιχαίο, καθώς ψυχαγωγήθηκε και αποφάσισε να ακολουθήσει έναν νέο τρόπο ζωής.

Διαφορετικές σημασίες του όρου ἀνάπαυσις στα Αποφθέγματα Πατέρων

Η ἀνάπαυσις ως αταραξία-στασιμότητα των λογισμών

Ἀδελφὸς ἠρώτησε γέροντα λέγων· Πῶς θλίβουσί με οἱ λογισμοί μου καὶ πολλάκις ἐπιτιμῶ αὐτοῖς καὶ οὐκ ἀναχωροῦσιν, ἀλλ᾿ εἰς τὸν τόπον αὐτῶν ἵστανται; Καὶ ἀπεκρίθη ὁ γέρων· Ἐὰν μὴ μετὰ πείνης εἴπῃς αὐτοῖς ὑπάγετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, οὐκ ἀναχωροῦσιν. Ὅσον γὰρ ἔχουσιν ἀνάπαυσιν οὐκ ἀναχωροῦσιν.

Ένας αδελφός ρώτησε γέροντα λέγοντας· Πώς με θλίβουν οι λογισμοί μου και πολλές φορές τους επιπλήττω και δεν υποχωρούν, αλλά παραμένουν αμετακίνητοι; Και απάντησε ο γέροντας: «Εάν δεν τους πεις με σθένος «φύγετε από μένα», δεν απομακρύνονται. Γιατί, όσο βρίσκονται σε αταραξία, δεν υποχωρούν.»

Στο απόφθεγμα, ένας νεότερος μοναχός απευθύνεται σε έναν πρεσβύτερο αββά, για να του δώσει μια συμβουλή για την απαλλαγή από τους λογισμούς.

Η ἀνάπαυσις εδώ είναι αρνητικά φορτισμένη, καθώς έχει την έννοια της στασιμότητας και της αταραξίας, που αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία των λογισμών. Οι λογισμοί αποτελούν πειρασμό για κάθε αναχωρητή, ο οποίος καλείται είτε να τους απομακρύνει είτε να τους κατανικήσει, επειδή αποτελούν εμπόδιο για την ένωσή του με τον Θεό και τον οδηγούν στην αμαρτία.

Αββάς Σιλουανός

Η ἀνάπαυσις ως ανακούφιση μέσω της επίλυσης ενός προβλήματος

Ἦλθέ ποτε ἀδελφὸς Λιβυκὸς πρὸς τὸν ἀββᾶν Σιλουανὸν εἰς τὸ ὄρος εἰς Πανεφὼ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀββᾶ, ἐχθρὸν ἔχω πολλὰ κακὰ ποιήσαντά μοι· καὶ γὰρ καὶ τὸν ἀγρόν μου ὡς ἤμην ἐν τῷ κόσμῳ ἥρπασε καὶ πολλάκις ἐπεβούλευσέ μοι καὶ φαρμακοὺς ἐκίνησε πρὸς τὸ ἀδικῆσαί με νῦν, καὶ βούλομαι παραδοῦναι αὐτὸν τῷ ἄρχοντι. Λέγει αὐτῷ ὁ γέρων· Ὡς ἀναπαύῃ, τέκνον, ποίησον. Λέγει ὁ ἀδελφός· Ναί, ἀββᾶ, φύσει ἐὰν παιδευθῇ, πάνυ ὠφελεῖται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ.[…]

Ήρθε κάποτε ένας αδελφός από την Λιβύη στον αββά Σιλουανό στο όρος Πανεφώ και του λέει· αββά, έχω κάποιον εχθρό που με έχει βλάψει πολύ· γιατί και το χωράφι μου άρπαξε, όταν βρισκόμουν στον κόσμο και πολλές φορές συνωμότησε εναντίον μου και τώρα έχει παρακινήσει μάγους, για να με βλάψει, και θέλω να τον παραδώσω στον διοικητή. Του λέει ο γέροντας· κάνε, ό,τι θα σε ανακουφίσει, τέκνο μου· λέει ο αδελφός· ναι, αββά, φυσικά και θα ωφεληθεί πολύ η ψυχή του, εάν τιμωρηθεί.[…]

Ένας νεαρός μοναχός επισκέπτεται τον αββά Σιλουανό, για να του δώσει μια συμβουλή για το πρόβλημά του. Ο αδελφός αυτός είχε έναν εχθρό, ο οποίος ήθελε να τον βλάψει με κάθε τρόπο. Επιθυμούσε τη σύλληψή του, για να τον παραδώσει στον διοικητή. Ο γέροντας του απάντησε πολύ αόριστα αλλά ο αδελφός κατάλαβε αμέσως τι έπρεπε να πράξει.

Ο εχθρός του νεαρού μοναχού μετέρχεται κάθε μέσο, για να τον βλάψει. Πιθανώς πρόκειται είτε για κάποιον ειδωλολάτρη είτε για κάποιον ομόθρησκό του, που τον φθονούσε και επεδίωκε να τον ταπεινώσει ή, ακόμη, και να του επιφέρει τον θάνατο.

Ο νεαρός μοναχός ουσιαστικά γνώριζε εκ των προτέρων τι έπρεπε να κάνει. Παρόλα αυτά ζήτησε την συμβουλή του πρεσβύτερου αββά, διότι, λόγω της ηλικίας αλλά και της πνευματικής του κατάστασης, θα του έδινε μια συμβουλή περισσότερο ωφέλιμη για την ψυχή του. Αν και η απάντησή του δεν ήτανε ιδιαίτερα στοχευμένη, ο νεότερος μοναχός ήξερε πως έπρεπε να ενεργήσει. Έτσι, έκρινε την τιμωρία του εχθρού του ως την καλύτερη λύση, διότι κατά αυτόν τον τρόπο πιθανώς θα συνετιζόταν, θα αναγνώριζε το σφάλμα του, θα μετανοούσε και τελικά θα βάδιζε και πάλι στον δρόμο του Θεού.

Στο απόφθεγμα η ἀνάπαυσις χρησιμοποιείται με την έννοια της ανακούφισης, η οποία επέρχεται ύστερα από την επίλυση ενός προβλήματος, που ταλανίζει κάποιον άνθρωπο. Δίνοντας, λοιπόν, λύση στο πρόβλημα του ο νεαρός μοναχός, θα ξαναβρεί την ψυχική του ηρεμία, την οποία είχε χάσει εξαιτίας των επιβουλών και των ανυπόστατων κατηγοριών εναντίον του.

Συμπεράσματα

Ανάπαυσις είναι η πνευματική και η σωματική κατάσταση, στην οποία επιθυμεί να περιέλθει κάθε μοναχός. Αυτό αποδεικνύεται από την πληθώρα των αποφθεγμάτων, όπου απαντά ο όρος. Συγκεκριμένα πρόκειται για περισσότερα από διακόσια αποφθέγματα.

Οι σημασιολογικές αποχρώσεις του όρου, που σχετίζονται με την ασκητική ζωή είναι τέσσερις σύμφωνα με το άρθρο του Wortley (πνευματική και ψυχική γαλήνη, ακηδία, απραξία, αιώνια ανάπαυση, καθαυτό ξεκούραση, ξεκούραση-φιλοξενία και ξεκούραση, ψυχαγωγία). Κυρίαρχη σημασία είναι η ἀνάπαυσις ως πνευματική και ψυχική γαλήνη, όπως προκύπτει από τη συγκέντρωση και τη μελέτη των αποφθεγμάτων.

Μετά τη μελέτη του συνόλου των αποσπασμάτων προέκυψαν επιπλέον σημασίες του όρους ἀνάπαυσις στα αποφθέγματα. Πρόκειται για τις εξής: η ἀνάπαυσις ως καθαυτό ξεκούραση και ανάπαυλα· η ἀνάπαυσις ως αταραξία-στασιμότητα των λογισμών· η ἀνάπαυσις ως ανακούφιση μέσω της επίλυσης ενός προβλήματος· η ἀνάπαυσις ως ειρηνική-σιωπηρή αποδοχή· η ἀνάπαυσις ως εκρίζωση ενός πάθους· η ἀνάπαυσις ως ψυχική κατάσταση.

Οι επιπλέον κατηγορίες προκύπτουν κατόπιν ανάλυσης των αποφθεγμάτων και η σημασία τους απαντά στο πλαίσιο της ασκητικής διαβίωσης. Στο άρθρο του ο Wortley επιμένει σε βασικές σημασίες του όρου, που συγκροτήθηκαν πριν την μελέτη των αποφθεγμάτων. Οι σημασίες του όρου προϋπήρχαν στο λεξικό του Lampe. Ο Wortley στηριζόμενος σε αυτές συγκρότησε τις κατηγορίες και κατέταξε τα αποφθέγματα. Το αναμενόμενο όμως θα ήταν η κατηγοριοποίηση να προκύψει μετά την ανάλυση των αποφθεγμάτων, όπως στην παρούσα εργασία.

Ο Wortley εξετάζει ταυτόχρονα την ανάπαυση ως ακηδία και την ανάπαυση ως ξεκούραση ακολουθώντας το λήμμα του Lampe. Οι δυο έννοιες δεν πρέπει να συγχέονται, καθώς η ακηδία είναι αρνητικά φορτισμένη, ενώ η ξεκούραση είναι μια ανάγκη που προκύπτει από τον μόχθο ή τα γηρατειά.

Αν και ο Wortley αναλύει τον όρο ἀνάπαυσις σε άρθρο, δεν δικαιολογείται η σύγχυση των σημασιών (ακηδία, ξεκούραση). Επίσης η παράλειψη αποφθεγμάτων, στα οποία ο όρος διαφοροποιείται από τις πάγιες σημασίες που απαντούν στο λεξικό, κλονίζει τα συμπεράσματα του μελετητή.

Σε κάθε περίπτωση ο όρος ἀνάπαυσις είναι πολυδιάστατος. Στα Αποφθέγματα Πατέρων οι σημασίες ποικίλουν ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο και προκύπτουν κατόπιν ανάλυσης και σύνθεσης των κειμένων.

Βιβλιογραφία

https://en.wikipedia.org/wiki/Desert_Fathers

Jean-Claude Guy, Les apophtegmes des Pères. Collection systématique, chapitres I-IX, Paris 1993.

Jean-Claude Guy, Les apophtegmes des Pères. Collection systématique, chapitres X-XVI, Paris 2003.

Jean-Claude Guy, Les apophtegmes des Pères. Collection systématique, chapitres XVII-XXI, Paris 2005.

Alexander P. Kazhdan, The Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford 1991.

Jacques Paul Migne Patrologia Graeca 65, 71-440.

L. Regnault, The Day-to-Day Life of the Desert Fathers in Fourth – Century in Egypt, (μτφρ.) Etienne Poirier Jr., Massachusetts 1998.

A. – M. Talbot, «Hagiography», στο: E. Jeffreys – J. Haldon -R. Cormack (επιμ.), The Oxford Handbook of Byzantine Studies, Oxford – New York 2008, 862871.

B. Ward, The Sayings of the Desert Fathers, Kalamazoo 1975. Wortley,

John Wortley, The Anonymous sayings of the Desert Fathers, Cambridge 2013.

John Wortley, «The Significance of «Repose» in the Apophthegmata Patrum», Greek, Roman, and Byzantine Studies 51 (2011): 323-339.

I. Πολέμης – E. Μίνεβα, Αγιολογικά κείμενα – Ι. Πολέμης – Ε. Μίνεβα, Βυζαντινά ὑμνογραφικὰ καὶ ἁγιολογικὰ κείμενα, Αθήνα 2016.