Πανδιδακτήριον της Μαγναύρας (Κωνσταντινούπολη – 425)

στις

εξώφυλλο: Απεικόνιση του Πανδιδακτήριου σε λιθογραφία

επιμέλεια Χείλων

Το 408 ανήλθε στο θρόνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Βυζάντιο) ο 7ετής Θεοδόσιος Β’, γιος του Αρκάδιου και εγγονός του Θεοδοσίου Α’. Επίτροπος του ανήλικου αυτοκράτορα ορίστηκε η – μορφωμένη και ικανή – αδελφή του Πουλχερία η οποία ακόμα και μετά την ενηλικίωση του αδελφού της, καθοδηγούσε τον Θεοδόσιο και συνέβαλε ουσιαστικά στις αποφάσεις του. Η ίδια επέλεξε για σύζυγό του, την Αθηναΐδα, κόρη του Λεοντίου καθηγητή ρητορικής στην Πλατωνική Ακαδημία Αθηνών.

Προτομή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’ του Μικρού μάρμαρο, 5ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Λούβρου Louvre Museum, CC BY 2.5 via Wikimedia Commons

Αθηναΐς ή Αιλία Ευδοκία

Η Αθηναΐς, όπως και ο πατέρας της ήταν εθνική (οπαδός του δωδεκαθέου) είχε λάβει εξαιρετική μόρφωση (διδάχτηκε Όμηρο, αρχαίους τραγικούς ποιητές, νεοπλατωνική φιλοσοφία, γεωμετρία και αστρονομία) αλλά πριν τον γάμο της με τον Θεοδόσιο βαφτίστηκε Χριστιανή και έλαβε το όνομα Αιλία Ευδοκία. Η Ευδοκία προώθησε τη χρήση της Ελληνικής γλώσσας στην παιδεία, στη δημόσια διοίκηση και στη δικαιοσύνη αντί της επικρατούσας τότε λατινικής. Μετά το θάνατό της η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία.

Ο Θεοδόσιος πέθανε το 450 και άφησε πίσω του σημαντικό έργο, όπως τα περίφημα Θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης, την συλλογή νομοθετημάτων γνωστή ως Θεοδοσιανός Κώδικας (περιείχε όλα τα αυτοκρατορικά διατάγματα από 312 ως το 438) και την αναδιοργάνωση της παιδείας με πιο αξιοσημείωτο την ίδρυση το 425 με αυτοκρατορικό διάταγμα μεγάλου εκπαιδευτηρίου ανώτερων σπουδών (το διάταγμα το αποκαλούσε Αuditorium, που μεταφράζεται περίπου σε Αίθουσα ή Χώρος Διαλέξεων) το οποίο έμεινε στην ιστορία ως Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινούπολης και θεωρείται το πρώτο ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της μεσαιωνικής Ευρώπης. Είναι επίσης γνωστό ως το Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας, διότι το 862 με απόφαση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ στεγάστηκε στα ανάκτορα της ομώνυμης συνοικίας της Κωνσταντινούπολης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη στην Ευρωπαϊκή ήπειρο δεν υπήρχε καμιά πνευματική ή συγγραφική δραστηριότητα.

Έγχρωμη πέτρα σε μάρμαρο που απεικονίζει την Αιλία ως Αγία Ευδοκία, 10ος -11ος αιώνας, πριν στη Μονή του Λιβός, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης. unbekannt, Pitichinaccio, Public domain, via Wikimedia Commons

Το Αuditorium αποκλήθηκε αργότερα Οικουμενικόν Διδασκαλείον. Ο όρος Πανδιδακτήριο γεννήθηκε μόλις τον 18ο αιώνα, όταν οι Έλληνες λόγιοι επιχείρησαν να αποδώσουν την Ευρωπαϊκή ορολογία Université, Università, University κλπ. με αντίστοιχη Ελληνική λέξη. Τελικά επικράτησε ο όρος Πανεπιστήμιο για να αποδώσει την έννοια του εκπαιδευτηρίου ανώτατων σπουδών (η λέξη αποδίδεται στον Αδαμάντιο Κοραή).

Στην απόφαση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ για την ίδρυση του Πανδιδακτηρίου συνέβαλαν η αδελφή του Πουλχερία, η σύζυγός του Ευδοκία και ο Έλληνας ποιητής και φιλόσοφος Κύρος Πανοπολίτης.

Το Πανδιδακτήριο λειτουργούσε ως ανεξάρτητο εκπαιδευτήριο και τελούσε υπό την αιγίδα του εκάστοτε αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Τα πρώτα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, διαλεκτική, μαθηματικά, γεωμετρία, αστρονομία, φυσική, ιατρική, μουσική και δίκαιο (επί Ιουστινιανού Α’, η Νομική Σχολή απαιτούσε πέντε έτη σπουδών). Η θεολογία διδάσκονταν από ειδικό ίδρυμα (σχολή) του πατριαρχείου. Στο Πανδιδακτήριο οι σπουδαστές υπέβαλαν μελέτη με νομοθετικό ή ρητορικό περιεχόμενο βασιζόμενο σε προσχέδιο (δρακτόν ή δράγμα) που είχε εγκρίνει διδάσκαλος της σχολής.

Συνολικά διέθετε 31 έδρες, εκ των οποίων 15 στη Λατινική και 16 στην Ελληνική γλώσσα. Από τον 5ο αιώνα οι καθηγητές, που φορούσαν ειδική στολή (σεμνοτάτην δηλαδή επιβλητική) ήταν μόνο Χριστιανοί. Στα προσόντα του καθηγητή συγκαταλεγόταν η διδακτική εμπειρία, η πολυμάθεια και η ευφράδεια. Οι σπουδαστές προσφωνούσαν τον καθηγητή τους με επίθετα όπως: λογιότατος, εκλαμπρότατος, επιφανέστατος ή μεγαλοπρεπέστατος. Αυτοί που σήμερα αποκαλούμε υφηγητές, τότε ήταν γνωστοί ως υπογραμματείς.

Τα μαθήματα άρχιζαν κάθε Οκτώβριο και οι σπουδαστές ήταν ηλικίας 16 ως 26 ετών. Ένας από τους επιφανείς καθηγητές του Πανδιδακτηρίου υπήρξε ο φιλόσοφος, ιστορικός και λόγιος Μιχαήλ Ψελλός (1018-78) ο οποίος κατείχε και την έδρα του Υπάτου των φιλοσόφων (πρύτανης). Τον διαδέχθηκε ο καθηγητής φιλοσοφίας Ιωάννης ο Ιταλός (1025-85) ο οποίος καυχιόταν ότι οι περισσότεροι μαθητές του ήταν Ρωμαίοι (Βυζαντινοί) αλλά υπήρχαν και πολλοί Άραβες, Αιθίοπες, Αιγύπτιοι, Κέλτες, Πέρσες, Ιταλοί κ.λπ.

Ο αυτοκράτορας Φωκάς Α’ (602-610) διέκοψε την λειτουργία του Πανδιδακτηρίου, αλλά ο διάδοχός του Ηράκλειος (610-641) διέταξε την επαναλειτουργία του και κάλεσε από την Αίγυπτο τον σπουδαίο επιστήμονα Στέφανο τον Αλεξανδρέα, ο οποίος το αναδιοργάνωσε, ενώ ο ίδιος δίδαξε φιλοσοφία, γεωμετρία, αριθμητική, αλχημεία, αστρονομία και μουσική.

Μιχαήλ Ψελλός

Γνωστοί διδάσκαλοι που πέρασαν από τις έδρες του Πανδιδακτηρίου ήταν επίσης ο Φώτιος (μετέπειτα πατριάρχης Φώτιος Α’ ο Μέγας) ο οποίος δίδαξε γραμματική, ρητορική και φιλοσοφία, ο Βυζαντινός φιλόλογος, γραμματικός και οικουμενικός δάσκαλος Γεώργιος Χοιροβοσκός, οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος, οι οποίοι αργότερα συνέβαλαν στον εκχριστιανισμό και εκπολιτισμό των Σλάβων, διδάσκοντάς τους το αλφάβητο – γνωστό ως Κυριλλικό (που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα οι Ρώσοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και άλλοι Σλαβικοί λαοί). Δίδαξαν επίσης ο μελετητής και γνώστης της Ελληνικής γραμματείας και φιλοσοφίας, Αρέθας ο Πατρεύς, καθώς και ο Λαρισαίος λόγιος, μαθηματικός, γεωμέτρης αστρονόμος και φιλόσοφος Λέων ο Μαθηματικός ή Λέων ο Φιλόσοφος (9ο αιώνα) ο οποίος διετέλεσε πρύτανης, δίδαξε θετικές επιστήμες και ανέλυσε τις αρχές της Τετρακτύος του Πυθαγόρα.

Λέγεται ότι στις ταραχές που ξέσπασαν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ εικονομάχων και εικονολατρών (8ος – 9ος αι.), εκπαιδευτικοί και σπουδαστές, αντίθετοι με την επαναφορά των εικόνων, πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, η Σχολή πυρπολήθηκε και δάσκαλοι θανατώθηκαν.

Το 862, μετά τον τερματισμό της εικονομαχίας ο προστάτης των γραμμάτων και τεχνών αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’, παραχώρησε το ανάκτορο της Μαγναύρας για τη στέγαση της Σχολής. Έκτοτε πήρε το προσωνύμιο Διδασκαλείον της Μαγναύρας.

Τον 10ο αιώνα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος ενίσχυσε οικονομικά και ηθικά το Πανδιδακτήριο και ίδρυσε δυο ακόμα σχολές: Το Διδασκαλείον των Νόμων (Νομική) και το Γυμνάσιον (Φιλοσοφική) όπου διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός των νομικών τα οποία σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο Διδασκαλείο των Νόμων. Στο Γυμνάσιο, στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής (Ύπατος των Φιλοσόφων) τέθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός. Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους.

Ο βυζαντινός κληρικός και λόγιος Γεώργιος Παχυμέρης Unknown Byzantine artist, Public domain, via Wikimedia Commons

Το 1261, μετά την περίοδο της φραγκοκρατίας και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος ανέθεσε τη διεύθυνση του πανεπιστημίου της Μαγναύρας στον ιστορικό Γεώργιο Ακροπολίτη, ως καθηγητή Αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη, τη διδασκαλία των θετικών επιστημών (μαθηματικά, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική).

Το 1453, αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το Πανδιδακτήριο έκλεισε οριστικά.

Πηγές – βιβλιογραφία

https://el.wikipedia.org/

Σταύρος Στ. Σταφυλάκης «Τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια του κόσμου από τον 6ο π.Χ. αιώνα ως και το 1500» Αθήνα 2019.