Ερινύες (μυθολογία)

στις

εξώφυλλο: Η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να ξυπνήσει τις κοιμώμενες Ερινύες. Λεπτομέρεια από Απουλιανό ερυθρόμορφο κρατήρα, 380–370 π.Χ. Louvre Museum, Public domain, via Wikimedia Commons

γράφει ο Χείλων

Οι Ερινύες ή Ευμενίδες ήταν χθόνιες θεότητες εκδίκησης και τιμωρίας, που καταδίωκαν τους ανθρώπους για εγκλήματα ηθικής & φυσικής τάξης και ιδιαίτερα ανθρωποκτονίες, απρεπή συμπεριφορά, ασέβεια κατά των θεών και ψευδορκίες. Το θύμα που ζητούσε δικαίωση μπορούσε να επικαλεστεί την κατάρα των Ερινυών και πιο ισχυρή ήταν η κατάρα του γονέα στο παιδί.

Καταγωγή

Όσον αφορά στην καταγωγή υπάρχουν πολλές εκδοχές. Σύμφωνα με τον Ησίοδο (Θεογονία στ 178-185) οι Ερινύες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού όταν ευνουχίστηκε από τον γιο του Κρόνο κατά τους Αισχύλο (Ευμενίδες 321) Λυκόφρoνα (Αλεξάνδρα 432) Βιργίλιο (Αινειάδα 6.250) Οβίδιο (Μεταμορφώσεις 4.453) ήταν κόρες της Νύκτας, σύμφωνα με τον Σοφοκλή ήταν κόρες του Σκότους και της Γαίας (Οιδίπους επί Κολωνώ 40, 106) ενώ ο Επιμενίδης τις θεωρούσε κόρες του Κρόνου και της Ευωνύμης και αδελφές των Μοιρών (Τζέτζης προσθήκη Λυκόφρων 406). Ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής, ο Αισχύλος εισάγει ολόκληρο χορό Ερινυών, ενώ αντίθετα ο Ευριπίδης σ’ ένα δράμα του αναφέρει τρεις, με ονόματα που έδωσαν και μεταγενέστεροι όπως ο Βιργίλιος, που επίσης αναγνωρίζει τις παρακάτω:

Αληκτώ (τιμωρός ηθικών εγκλημάτων).

Μέγαιρα (τιμωρός απιστίας, αθέτησης όρκων και κλοπής).

Τισιφόνη (τιμωρός φόνων).

Ο Ορέστης βασανίζεται από τύψεις συνείδησης ενώ καταδιώκεται από τις Ερινύες, πίνακας του William-Adolphe Bouguereau, 1862 William-Adolphe Bouguereau, Public domain, via Wikimedia Commons

Περιγραφή

Η οργή των Ερινυών εκδηλωνόταν με διάφορους τρόπους και ο πλέον επώδυνος ήταν η βασανιστική τρέλα που προκαλούσαν στους πατροκτόνους ή μητροκτόνους. Οι δολοφόνοι προσβάλλονταν από πάθηση ή ασθένεια και η πόλη που φιλοξενούσε εγκληματίες, υπέφερε από λιμό, πείνα και ασθένειες. Η οργή των Ερινυών μπορούσε να εξευμενιστεί μόνο με τελετουργικό εξαγνισμό και την ολοκλήρωση κάποιας αγγαρείας – αποστολής για εξιλέωση.

Οι Ερινύες ήταν επίσης «υπηρέτριες» στον Κάτω Κόσμο του Άδη και της Περσεφόνης, όπου επέβλεπαν τα βασανιστήρια των εγκληματιών που στάλθηκαν στον Τάρταρο (Φυλακή των Καταραμένων) και ήταν συνυφασμένες ή ταυτίζονταν με τις Ποινές, τις Άρες (Κατάρες) τις Πραξιδίκες και τις Μανίες.

Απεικονίζονται ως άσχημες, φτερωτές γυναίκες με δηλητηριώδη φίδια στα μαλλιά, που κράδαιναν μαστίγια και ήταν ντυμένες είτε με μακριά μαύρα φορέματα, είτε με κοντές φούστες και μπότες κυνηγιού.

Ανάλυση

Οι Ερινύες ή Ευμενίδες και για τους Ρωμαίους Furiae (Διάβολοι) ή Dirae (Φόβος) αρχικά ήταν η προσωποποίηση της κατάρας που δινόταν σε εγκληματίες. Το όνομα Ερινύς, πιθανόν προήλθε από το ρήμα ορινύω (εγείρω) και το ουσιαστικό έρις (θυμός) ή από την Αρκαδική λέξη ερινυώ=οργίζομαι, έτσι ώστε οι Ερινύες ήταν είτε οι θυμωμένες θεές, είτε οι θεές που κυνηγούσαν τον εγκληματία (Αισχύλος «Ευμενίδες» 499). Το όνομα Ευμενίδες (ευ+μένος) που σημαίνει «καλοπροαίρετες» ή «ήρεμες» αποτελεί ευφημισμό, επειδή οι άνθρωποι φοβήθηκαν να αποκαλέσουν τις θεές με το πραγματικό τους όνομα και λέγεται ότι τους δόθηκε για πρώτη φορά μετά την αθώωση του Ορέστη για το θάνατο της μητέρας του από τον Άρειο Πάγο, όταν καταλάγιασε ο θυμός τους (Σοφοκλέους «Οιδίπους επί Κολωνό» 128). Με έναν παρόμοιο ευφημισμό, στην Αθήνα οι Ερινύες ονομάστηκαν σεμνές ή σεβάσμιες θεές (Παυσανίας ι 28 § 6). Ο Σέρβιος Ονοράτος (σχόλια στην «Αινειάδα» του Βιργιλίου iv 609) κάνει διαχωρισμό, λέγοντας ότι έφεραν το όνομα Dirae ενόσω κατοικούσαν στον ουρανό κοντά στον Δία, Furiae όταν ήταν στη γη και Ευμενίδες ως όντα του Κάτω Κόσμου, αλλά αυτό μάλλον είναι αυθαίρετο.

Ο Ορέστης εξαγνίζεται από τον Απόλλωνα στο ιερό των Δελφών. Ο ήρωας σκύβει με ικεσία στην ιερή πέτρα του ομφαλού κάτω από το ιερό τρίποδο. Ο Απόλλωνας στέκεται δίπλα του και συνομιλεί με μία Ερινύα η οποία είναι ντυμένη κυνηγός με φούστα και μπότες. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η προστάτιδα – θεά Αθηνά του ήρωα. Το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας παρατηρεί τη σκηνή στην επάνω αριστερή γωνία ενώ επάνω από το τρίποδο, απεικονίζεται μια δεύτερη Ερινύα. Ερυθρόμορφος κρατήρας του καλλιτέχνη Πύθωνα από την Ποσειδωνία (Μεγάλη Ελλάδα) 330 π.Χ Βρετανικό Μουσείο British Museum, Public domain, via Wikimedia Commons

Στα Ομηρικά ποιήματα γίνεται συχνά αναφορά στις Ερινύες με την έννοια της κατάρας (Ιλιάδα x 454, xxi 412, Οδύσσεια. xi 280) ενώ και ο Αισχύλος (Χοηφόρες 406) τις αποκαλεί Άρες δηλαδή κατάρες. Σύμφωνα με την Ομηρική αντίληψη, οι Ερινύες, τις οποίες ο ποιητής θεωρεί ξεχωριστά όντα, κατοικούν στον Έρεβο, όπου αναπαύονται έως ότου κάποια κατάρα τις καλέσει να επέμβουν (Ιλιάδα ix 571, Οδύσσεια xv 234). Τα εγκλήματα που τιμωρούν είναι η ανυπακοή στους γονείς, η ασέβεια λόγω γήρατος, η ψευδορκία, η δολοφονία, η παραβίαση του νόμου της φιλοξενίας και η ασέβεια στους ικέτες. (Ιλιάδα ix 454, xv 204, xix 259). Οι Ερινύες δεν τιμωρούσαν τα εγκλήματα μετά θάνατο, αλλά και κατά τη διάρκεια της ζωής, θεωρούμενες επίσης ως θεές της μοίρας, οι οποίες μαζί με τον Δία και τις Μοίρες επέβαλλαν σε όσους ήταν καταδικασμένοι να υποφέρουν δυστυχία και ατυχίες. (Ιλιάδα xxi 87, Οδύσσεια xv 234).

Η θεά της εκδίκησης Τισιφόνη κραδαίνει τον πυρσό της τρέλας και αδειάζει κανάτα με δηλητήριο στο ευτυχισμένο βασιλικό ζευγάρι του Αθάμαντα και της Ινώς. (Χαρακτική από τον Bernard Picart, 18ος αιώνας)

Ενίοτε ταυτίζονται με τις Ποινές, αλλά με περισσότερες αρμοδιότητες. Ο Αισχύλος τις αποκαλεί κυνηγέτιδες επειδή διώκουν τους καταραμένους εγκληματίες. Καμία προσευχή, καμία θυσία και δάκρυα δεν μπορούσε να τις αποτρέψει ή να προστατεύσει τον καταραμένο και όταν αισθάνονταν ότι ο εγκληματίας μπορεί να ξεφύγει, ζητούσαν τη βοήθεια της Δίκης, με την οποία συνεργάζονται στην απονομή δικαιοσύνης. Οι Ερινύες ήταν προολύμπιες θεές και επομένως δεν ελέγχονταν από τον Δία, αλλά τον τιμούσαν. Η εμφάνισή τους περιγράφεται από τον Αισχύλο όπως της Γοργώς, τα σώματά τους καλύπτονται με μαύρο φόρεμα, στα μαλλιά τους πλέκονται φίδια και από τα μάτια τους στάζει αίμα. Ο Ευριπίδης και άλλοι ποιητές τα περιγράφουν ως φτερωτά όντα. Η εικόνα που είχαν στον Αισχύλο διατηρήθηκε λίγο πολύ από τους ποιητές των μεταγενέστερων εποχών, αλλά σταδιακά απέκτησαν τον χαρακτήρα των θεών που τιμωρούσαν τα εγκλήματα μετά θάνατον και σπάνια εμφανίζονταν στη γη.

Στα τεχνουργήματα η φοβερή εμφάνισή τους εξωραΐστηκε πολύ, εικονιζόμενες ως ταφικές νύμφες και ιέρειες, με ενδυμασία κυνηγών, με φίδια στα κεφάλια και πυρσούς στα χέρια. Οι σπονδές που τους προσφέρονταν αποτελούνταν από μαύρα πρόβατα και νηφάλια, ένα ποτό μελιού αναμεμιγμένου με νερό, ενώ ιερά αντικείμενα ήταν οι χελώνες και ο νάρκισσος. Στην Αθήνα είχαν ως τόπους λατρείας ιερό και σπήλαιο κοντά στην Άρειο Πάγο και εκεί τελούνταν τα Ευμενίδεια και στον Κολωνό υπήρχε ιερό με άλσος στο οποίο ουδείς επιτρεπόταν να εισέλθει. Στην Μεγαλόπολη λατρεύονταν ως Μανίες, ενώ λατρεύονταν επίσης στον Ασωπό και την Κερύνεια.

 

Πηγές – βιβλιογραφία

https://www.theoi.com/Khthonios/Erinyes.html

http://users.sch.gr/ipap/mixogeni/16.htm

https://el.wikipedia.org/Erinyes

Λεξικό Ελληνικής – Ρωμαϊκής βιογραφίας και μυθολογίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.