Η μάχη της Αγχιάλου (20 Αυγ. 917 μ.Χ.)

στις

εξώφυλλο: Οι Βουλγαρικές δυνάμεις νικούν τους Βυζαντινούς στην Αγχίαλο_»Σύνοψις Ιστοριών» Ιωάννη Σκυλίτζη Μαδρίτη Unknown, 13th-century author / Public domain

copyright © μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Η μάχη της Αγχιάλου, γνωστή και ως μάχη του Αχελώου, έλαβε χώρα στις 20 Αυγούστου 917, στον Αχελώο ποταμό στη Βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, κοντά στην πόλη Αγχίαλο (σύγχρονο Πομόριε) μεταξύ Βουλγαρικών και Βυζαντινών δυνάμεων. Οι Βούλγαροι πέτυχαν μια αποφασιστική νίκη, η οποία όχι μόνο εξασφάλισε τις προηγούμενες επιτυχίες του Συμεών Α’, αλλά τον κατέστησε de facto ηγέτη ολόκληρης της Βαλκανικής Χερσονήσου, εκτός της καλά προστατευμένης Βυζαντινής πρωτεύουσας Κωνσταντινούπολης και Πελοποννήσου.

Η μάχη η οποία ήταν από τις μεγαλύτερες και πιο αιματηρές του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, αποτέλεσε μια από τις χειρότερες καταστροφές που υπέστη ο Βυζαντινός στρατός και αντιστρόφως μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες της Βουλγαρίας. Μεταξύ των σημαντικότερων συνεπειών ήταν η επίσημη αναγνώριση του αυτοκρατορικού τίτλου των Βουλγαρικών μοναρχιών και η συνακόλουθη επιβεβαίωση της Βουλγαρικής ισότητας έναντι του Βυζαντίου.

Κατάσταση πριν την μάχη

Επί περίπου 500 χρόνια οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους Βούλγαρους ήταν άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές. Οι Πρωτοβούλγαροι ήταν Τουρκικός λαός, ο οποίος όπως και άλλοι λαοί της Κεντρικής Ασίας, είχαν φήμη ικανών ιππέων και είχαν αναπτύξει ισχυρή πολιτική οργάνωση με ηγέτη Χαγάνο. Οι Χαγάνοι προέρχονταν από την αριστοκρατική τάξη των Βογιάρων και ενισχύονταν από στρατιωτικούς διοικητές που ονομάζονται Ταρχάν. Τον 2ο αιώνα, οι Βούλγαροι μετανάστευσαν σε μια περιοχή μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Κασπίας Θάλασσας και κάποια στιγμή μεταξύ 351 και 377, μια ομάδα από αυτούς διέσχισε τον Καύκασο για να εγκατασταθεί στην Αρμενία.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους Ούνους στις αρχές του 5ου αιώνα, μεγάλος αριθμός Βουλγάρων έφτασε σε μια εύφορη περιοχή μεταξύ των κοιλάδων Ντόνετς και Ντον και Θάλασσας του Αζόφ. Ορισμένοι εγκαταστάθηκαν σε αυτή την περιοχή, ιδρύοντας το κράτος της Μαύρης Βουλγαρίας, το οποίο έγινε γνωστό ως Μεγάλη Βουλγαρία και ήκμασε μέχρι να καταστραφεί από τους Μογγόλους τον 13ο αιώνα. Άλλοι μετακόμισαν προς την κεντρική Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν στη Ρωμαϊκή επαρχία της Πανονίας και μεταξύ 377 – 453 συνόδευαν τους Ούνους στις εφόδους τους στην Ευρώπη, ενώ το 453 με το θάνατο του Αττίλα διασκορπίστηκαν στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Προς τα τέλη του 5ου αιώνα, πολέμησαν τους Οστρογότθους στο πλευρό των Βυζαντινών, αλλά από το 493 έκαναν εφόδους στα δυτικά Βυζαντινά προάστια. Αυτές οι εφόδους έγιναν τόσο σοβαρές που ανάγκασαν τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αναστάσιο να ξεκινήσει την κατασκευή του λεγόμενου «Αναστάσειου Τείχους ή Μεγάλου Τείχους» και να ενισχύσει την αμυντική περίμετρο του Δούναβη. Στα τέλη του 6ου αιώνα, ωστόσο, υπήρξε εμφύλιος διαμάχη μεταξύ των Βουλγάρων, καθώς οι Κουτρίγουροι ενώθηκαν με τους Αβάρους για να νικήσουν τους Ουτιγούρους. Εκείνη την εποχή ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μαυρίκιος ενσωμάτωσε ορισμένους Βούλγαρους στον βυζαντινό στρατό, χρησιμοποιώντας τους στη Βόρεια Αφρική.

Χάρτης 1ης Βουλγαρικής αυτοκρατορίας 9ος – 10ος αιώνας

Οι Βούλγαροι της Ανατολής υποδουλώθηκαν το 568 στο Χανάτο των Ουράνιων Τούρκων ή Γαλάζιο Χανάτο/Góktűrk Khanate. Οι Ουτίγουροι και Κουτρίγουροι, καθώς και οι Ονόγουροι μία μη Τουρκική φυλή, αποχώρησαν το 634 από τον έλεγχο του Γαλάζιου Χανάτου υπό τον Χουβράτη/Κουμπράτ Χαν και ίδρυσαν ανεξάρτητο κράτος, γνωστό ως Αυτοκρατορία Ονογούρων – Βουλγάρων, η οποία βρισκόταν μεταξύ Δούναβη, Μαύρης Θάλασσας και Ντόνετς. Μετά το θάνατο του Χουβράτη το 665, το κράτος διαλύθηκε από τους Χαζάρους και μια ομάδα Βουλγάρων υπό τον γιο του Χουβράτη Βαϊανό, επέστρεψε στα εδάφη βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. Μια άλλη ομάδα με επικεφαλής τον αδερφό του Κόρβο, μετανάστευσε στις λεκάνες Βόλγα και Κάμα στη Ρωσία και έγινε γνωστή ως Βούλγαροι του Βόλγα. Μια τρίτη ομάδα με επικεφαλής τον Ασπαρούχ, έναν τρίτο γιο του Κουμπράτ, διέσχισε το Δούναβη και κατέλαβε τη νότια Βεσσαραβία (σύγχρονη Μολδαβία) και έγιναν γνωστοί ως Βούλγαροι του Δούναβη. Μετά από επιτυχημένο πόλεμο με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο οποίος σημαδεύτηκε το 680 από τη μάχη του Ονγκάλ (Δέλτα Δούναβη) το Βουλγαρικό Χανάτο του Δούναβη αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστό κράτος στο πλαίσιο συνθήκης με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ’ τον Πωγωνάτο. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Βυζαντινή επαρχία Μοισία, η οποία αποτέλεσε τη βάση για το σύγχρονο κράτος της Βουλγαρίας, η οποία εκείνη την εποχή ήταν γνωστή ως Λευκή Βουλγαρία με πρωτεύουσα την Πλίσκα. Σημειώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή προϋπήρχε μεγάλος Σλαβικός πληθυσμός, ο οποίος ασκούσε επιρροή στους Βούλγαρους.

Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος _ έργο του Atanas Atanasov from the «Rulers of Byzantine Empire»; publishing by «Kibea», Sofia 2005.

Το 689 ο γιος του Κωνσταντίνου Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος νίκησε τους Βούλγαρους και προσάρτησε την Θεσσαλονίκη. Το 708, έλαβε χώρα η πρώτη μάχη της Αγχιάλου (σημερινή Πομόριε στην επαρχία Μπουργκάς της Νοτιοανατολικής Βουλγαρίας). Ο στρατός του Βούλγαρου Χαγάνου Τερβέλ IV, παρατάχθηκε με το ιππικό στα πλευρά και το πεζικό στο κέντρο. Αρχικά το Βουλγαρικό ιππικό απλώθηκε για να επιτεθεί στο αντίστοιχο Βυζαντινό, το οποίο είχε αναπτυχθεί σε απόσταση από το κεντρικό στράτευμα και στη συνέχεια, το πεζικό του Τερβέλ επιτέθηκε στο Βυζαντινό πεζικό στο κέντρο. Το αποτέλεσμα, το οποίο αξιολογείται από κάποιους ιστορικούς ως Βυζαντινή ήττα, μπορεί να θεωρηθεί αιματηρή αντιπαράθεση, καθώς οι απώλειες ήταν μεγάλες και στις δύο πλευρές. Ωστόσο, ο Ιουστινιανός, πιεζόμενος από εσωτερικά προβλήματα, ήταν πρόθυμος για ειρήνη και υπέγραψε συνθήκη για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Οι Βούλγαροι, πιεζόμενοι ανατολικά από τους Μαγυάρους και δυτικά από τους Γαλάτες, στράφηκαν κατά του Βυζαντίου. Το 763 ο Τέλετς, πολέμησε στη δεύτερη μάχη της Αγχιάλου εναντίον του Κωνσταντίνου Β’. Ο στρατός του Τέλετς διέσπασε τις Βυζαντινές γραμμές και προχώρησε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά απωθήθηκε από την Βυζαντινή φρουρά, μετά από μάχη κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Τέλετς.

Ο Κρούμος νικά τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Α’ στη μάχη της Πλίσκα το 811, Χρονικό Μανασσή Original: Constantine Manasses / Public domain

Το 811, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Α’, βάδισε κατά της Λευκής Βουλγαρίας όπου λεηλάτησε και έκαψε την Πλίσκα. Ενώ οι Βυζαντινοί στρατιώτες ήταν απασχολημένοι με λεηλασίες της πόλης, στρατεύματα υπό τον Κρούμο, εισέβαλλαν στο Βυζαντινό στρατόπεδο και σκότωσαν τον Νικηφόρο και αρκετούς στρατιωτικούς, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Κρούμος επιτέθηκε ξανά εναντίον της Κωνσταντινούπολης αλλά οι Βούλγαροι νικήθηκαν από τον αυτοκρατορικό στρατό του Λέοντα Ε’. Ο Κρούμος πέθανε το επόμενο έτος και ο γιος του Ομουρτάγ, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης. Οι σχέσεις έκτοτε υπήρξαν φιλικές και υπάρχουν αρχαιολογικές ενδείξεις εμπορικών επαφών μεταξύ Βουλγάρων και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Βασικοί εμπορικοί λιμένες ήταν η Μεσημβρία (σύγχρονη Nesebăr) και η Δεβελτός (μοντέρνα Debel) βόρεια και νότια αντίστοιχα της Αγχιάλου, καθώς και η ίδια η Κωνσταντινούπολη.

Bόρις A’ της Βουλγαρίας Constantine of Preslav / Public domain

Το 870 ο Βούλγαρος Χαγάνος Bόρις A’ στράφηκε στο Βυζάντιο για υποστήριξη όταν η επιστολή που έστειλε στον Πάπα Νικόλαο, για ενίσχυση του Χριστιανισμού, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη δύναμη των Παγανιστών Βογιάρων δεν βρήκε ανταπόκριση. Ταυτόχρονα επεδίωκε να ενισχύσει την δική του εξουσία ως μέσο μείωσης της εξάρτησης της Βουλγαρίας από ξένες δυνάμεις. Το αίτημά του είχε ως αποτέλεσμα να συγκληθεί συμβούλιο στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο ενέταξε το κράτος των Βουλγάρων στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη της Βυζαντινής εκκλησίας και τους παρείχε δικαίωμα διευθέτησης των εσωτερικών υποθέσεων. Ταυτόχρονα Βυζαντινοί ιεραπόστολοι άρχισαν να διαδίδουν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, χρησιμοποιώντας ως βάση την Πλίσκα ενώ το Βουλγαρικό κράτος επεκτάθηκε περαιτέρω με την προσάρτηση των Πρεσπών και της Οχρίδας. Το 889 ο Βόρις παραιτήθηκε και μετέβη σε μοναστήρι. Τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος γιος του, Βλαδίμηρος ο οποίος επεδίωξε να στρέψει τους Βούλγαρους στον Παγανισμό με την υποστήριξη των αντιφρονούντων Βογιάρων. Αυτό είχε ως επακόλουθο να μεταβεί το 893, ο Βόρις στην Πλίσκα, όπου αφού τύφλωσε και φυλάκισε τον Βλαδίμηρο, ανακήρυξε τον δεύτερο γιο του Συμεών ως νέο Χαν, μεταφέροντας ταυτόχρονα την πρωτεύουσα από την Πλίσκα στην Πρέσλαβ και στη συνέχεια επέστρεψε στο μοναστήρι.

Συμεών Α’ ο Μέγας

Ο Συμεών ήταν ευφυής και εκτός από ικανός στρατιωτικός, ήταν δάσκαλος, σοφός και νομοθέτης. Είχε φήμη δικαίου και φιλάνθρωπου και έγινε γνωστός ως Συμεών Α’ ο Μέγας επειδή κατά τη διάρκεια της εξουσίας του η Βουλγαρία έφτασε στο αποκορύφωμα της δόξας της. Η βυζαντινή εξουσία στα Βαλκάνια περιορίστηκε στην Ελλάδα, μέρος της Θράκης και μια λωρίδα γης μεταξύ των ορών της Ροδόπης και των ακτών του Αιγαίου, τα οποία περιλάμβαναν την Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη έγινε η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και το Δυρράχιο η τρίτη.

Λέων ΣΤ’ ο Σοφός _ έργο του Atanas Atanasov from the «Rulers of Byzantine Empire»; publishing by «Kibea», Sofia 2005.

Εν τω μεταξύ στην Κωνσταντινούπολη, το 886 στέφεται αυτοκράτορας ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός. Ο Συμεών ήθελε τρία πράγματα από το Βυζάντιο: συμφέρουσες εμπορικές σχέσεις, φόρο τιμής και αναγνώριση του τίτλου του ως Αυτοκράτορα. Σε μια συνθήκη που διαπραγματεύτηκε με τον Λέοντα το 893, ο Συμεών κέρδισε τον φόρο τιμής, καθώς και την αναγνώριση τίτλου και τη δημιουργία εμπορικών σχέσεων. Ο Λέων ακολούθησε την διπλωματική και εξωτερική πολιτική του πατέρα του Βασιλείου Α’, αλλά το 894 ξεσπά πόλεμος με τους Βούλγαρους λόγω της μονομερούς απόφασης του Λέοντα να μεταφέρει το λιμάνι εισόδου για τους εμπόρους από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη και να επιβάλει τελωνειακούς δασμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εκτροπή της προσοδοφόρας εμπορικής οδού από τον Δούναβη στην Κωνσταντινούπολη, στερώντας από τους Βούλγαρους σημαντικά έσοδα.

Θεωρώντας ο Συμεών ότι οι Βυζαντινοί παραβιάζουν την συνθήκη βαδίζει το 893 κατά της αυτοκρατορίας. Ο Αρμένιος στρατιωτικός σύμβουλος του αυτοκράτορα Στυλιανός Ζαούτζης, εισηγείται στον Λέοντα συμμαχία με τους Μαγυάρους και καθώς οι Βούλγαροι επιτίθενται στον Βυζαντινό στρατό, οι Μαγυάροι επιτίθενται στη Βουλγαρία από το βορρά, αναγκάζοντας τον Συμεών να διαπραγματευτεί ανακωχή. Στη συνέχεια, συμμαχεί με τους Πετσενέγους οι οποίοι ζούσαν στο Βόλγα, για να επιτεθούν από κοινού στους Μαγυάρους και αφού τους νικά, στρέφεται για ακόμη μια φορά εναντίον των Βυζαντινών. Νικά το 896 τον Λέοντα στο Βουλγαρόφυγο (σημερινό Babaeski) και τον αναγκάζει να υπογράψει συνθήκη ειρήνης βάσει της οποίας υποχρεούται να πληρώσει υπέρογκο φόρο για την αποζημίωση των χαμένων εσόδων της Βουλγαρίας.

Μάχη στο Βουλγαρόφυγο «Σύνοψις Ιστοριών» Ιωάννη Σκυλίτζη Μαδρίτη  from the Middle Ages, unknown / Public domain

Η κατάσταση αλλάζει δραστικά όταν πεθαίνει ο Λέων το 912. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λέων είχε συστήσει Συμβούλιο Αντιβασιλείας προκειμένου να χειρίζεται τις υποθέσεις της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδοχής, το οποίο ενέκρινε τον αδερφό του Αλέξανδρο, που σταμάτησε να καταβάλλει τον φόρο τιμής. Ο Συμεών σε απάντηση μετακινεί το στρατό του κατά μήκος του Δούναβη και απειλεί με πόλεμο. Ο Αλέξανδρος πεθαίνει το επόμενο έτος και ακολουθεί αγώνας για την εξουσία. Ο Συμεών, ο στρατός του οποίου στεκόταν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, δεν επιτίθεται, προτιμώντας να αναμείνει επωφελούμενος από την εσωτερική διαμάχη.

Ο αγώνας για την διαδοχή είχε τις ρίζες του σε γεγονότα πριν τον θάνατο του Λέοντα, ο οποίος είχε υποσχεθεί τον Κωνσταντίνο, τον 5χρονο γιο του από την ερωμένη του Ζωή Καρβωνοψίνα να παντρευτεί μια από τις κόρες του Συμεών, αλλά αυτό δεν άρεσε στον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος θεωρούσε τον Κωνσταντίνο παράνομο. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν ο Νικόλαος συμφώνησε να αναγνωρίσει τον Κωνσταντίνο ως νόμιμο, με την προϋπόθεση να χωρίσουν ο Λέων και η Ζωή. Ωστόσο, ο Λέων παραβίασε την υπόσχεσή του και παντρεύτηκε την Ζωή το 906, μετά την βάπτιση του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος εξοργισμένος απέσυρε την αναγνώριση και έκλεισε τις πύλες του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στον Λέοντα, ο οποίος απευθύνθηκε στον Πάπα Σέργιο ΙΙΙ και ο Νικόλαος καθαιρέθηκε από Πατριάρχης. Το 908 ο Λέων έχρισε τον Κωνσταντίνο συναυτοκράτορα.

Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος, ο Νικόλαος κατάφερε να αναγνωριστεί ως επικεφαλής του Συμβουλίου Αντιβασιλείας, αρνούμενος να αναγνωρίσει τον Κωνσταντίνο ως διάδοχο και τον στέλνει στην εξορία. Επίσης δέχθηκε σε ακρόαση τον Συμεών κατά τη διάρκεια της οποίας επιβεβαίωσε την υπόσχεση του Λέοντα για το γάμο και προσωπικά τον έχρισε αυτοκράτορα της Βουλγαρίας. Κατόπιν ο Συμεών επέστρεψε στην Πλίσκα με το στρατό του.

Όψη χάλκινου φόλλιδα με απεικόνιση του Κωνσταντίνου Ζ’ με τη μητέρα του Ζωή Καρβωνοψίνα, κατά τη διάρκεια αντιβασιλείας της τελευταίας (914-919)

Οι ενέργειες του Νικόλαου εξόργισαν την Ζωή, η οποία το 914 οργάνωσε πραξικόπημα και με λαϊκή στήριξη τοποθετείται επικεφαλής του Συμβουλίου Αντιβασιλείας. Ακύρωσε την υπόσχεση γάμου και αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον Συμεών ως αυτοκράτορα της Βουλγαρίας, την οποία θεωρούσε ως Βυζαντινό υποτελές κράτος. Κατόπιν αυτού ο Συμεών απώλεσε την αναγνώριση, τους φόρους και κάθε ελπίδα να αποκτήσει επιρροή στην Κωνσταντινούπολη μέσω του γάμου και σε απάντηση, εισβάλλει στην Ανατολική Θράκη. Η Ανδριανούπολη άνοιξε τις πύλες της στον Συμεών το Σεπτέμβριο του 914 και ο πληθυσμός της τον αναγνώρισε ως ηγέτη τους, ενώ ο Βυζαντινός στρατός βρισκόταν στα ανατολικά. Τον επόμενο χρόνο, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στις περιοχές Δυρράχιο και Θεσσαλονίκη.

Οι Βούλγαροι πολιορκούν την Αδριανούπολη John Skylitzes / Public domain

Αποτέλεσμα ήταν ο Νικόλαος, υπό την διοίκηση της Ζωής, να στείλει επιστολή στον Συμεών κατηγορώντας τον ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με την «τιμή» που είχε λάβει να θεωρείται υποτελής πρίγκιπας Βυζαντινού κράτους. Ο Συμεών για ακόμη μια φορά πρότεινε παραχωρήσεις ως αντάλλαγμα για την αποκατάσταση του φόρου τιμής και της αναγνώρισης, αλλά η Ζωή αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση, έχοντας αποφασίσει να εισβάλει στη Βουλγαρία. Συγκέντρωσε έναν τεράστιο στρατό, ο οποίος μετέβη στην Αγχίαλο στις 20 Αυγούστου του 917, ελπίζοντας να αιφνιδιάσει τον Συμεών.

Ο Βυζαντινός στρατός

Ο Βυζαντινός στρατός αριθμούσε περίπου 70.000 άνδρες με βασική μονάδα το Τάγμα, ενώ η ταξιαρχία αποτελούνταν από τέσσερα συντάγματα, στα οποία οι Σχολαί ήταν η κύρια ομάδα. Κάθε σύνταγμα κυμαινόταν από περίπου 1.500 έως 4.000 άνδρες και κάθε Τάγμα διοικούνταν από έναν Δομέστικο. Υπήρξαν επίσης επαρχιακά Τάγματα, υπό την διοίκηση ενός Τοποτηρητή, ο οποίος ήταν δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Δομέστικο. Η Αυτοκρατορία χωριζόταν σε στρατιωτικές διοικητικές περιοχές που ονομάζονταν Θέματα και οι τακτικοί Θεματικοί στρατοί διοικούνταν από έναν στρατηγό ή επαρχιακό στρατιωτικό διοικητή, ενώ βασική τακτική μονάδα ήταν το Βάνδον το οποίο όσον αφορά στο πεζικό αποτελούνταν από 256 άνδρες, διαιρούμενο σε 16 Λοχαγίες από 16 άνδρες η καθεμία, ενώ το έφιππο Βάνδον ήταν περίπου 300 άνδρες, διαιρεμένοι σε έξι Αλλάγια με 50 άνδρες το καθένα. Στο πεδίο της μάχης, ένα πεζικό Βάνδο παραδοσιακά αναπτυσσόταν σε 16 στίχους και ισάριθμους ζυγούς.

Βυζαντινός κατάφρακτος ή κλιβανοφόρος

Το βαρύ πεζικό φορούσε κράνη και φολιδωτά ή μεταλλικά περιβραχιόνια, δερμάτινες πτέρυγες, υφασμάτινες ή δερμάτινες περικνημίδες και έφερε μεγάλες οβάλ ασπίδες, λόγχες και σπάθη. Για να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του ιππικού, λογχοφόροι και τοξότες παρατάσσονταν σε ειδικούς σχηματισμούς όπου κύριος ρόλος του πεζικού ήταν να υποστηρίζει το ιππικό, ενεργώντας είτε ως αμυντικό φράγμα το οποίο επέτρεπε στο ιππικό να ανασυγκροτηθεί είτε ως «ασπίδα» πίσω από την οποία μπορούσε να προφυλαχθεί. Το βαρύ ιππικό φορούσε πανοπλία για τον κορμό, προσωπείο, μεταλλικά ή δερμάτινα περιβραχιόνια, δερμάτινες περικνημίδες και κράνος. Ήταν οπλισμένο με βαριές λόγχες, ξίφη και μικρές στρογγυλές ασπίδες και τα άλογα έφεραν φολιδωτή πανοπλία στο σώμα και προστατευτική μάσκα στο κεφάλι. Το βαρύ ιππικό ήταν καλά προστατευμένο, αλλά το βάρος της προστασίας συχνά είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση κατά την έφοδο και την κόπωση των αλόγων. Ως αποτέλεσμα, το βαρύ ιππικό συχνά ενεργούσε σε συνδυασμό με το ελαφρύτερο ιππικό με συντονισμένες κινήσεις κατά του εχθρικού πεζικού ή ιππικού.

Ο Βουλγαρικός στρατός

Ο στρατός του Συμεών αριθμούσε περίπου 35.000 με 40.000 άνδρες. Πυρήνας του ήταν το βαρύ ιππικό αφού εκείνη την εποχή, οι Βούλγαροι διέθεταν το καλύτερο στην Ευρώπη και είχαν την φήμη ότι προκαλούσαν τρόμο στους εχθρούς με τις βίαιες εφόδους στο πεδίο της μάχης. Επικεφαλής ήταν ο Χαγάνος και όσον αφορά στον Συμεών ακολουθούσε πάντα τους άνδρες του στη μάχη, γεγονός που τον έκανε πολύ δημοφιλή και τόνωνε το ηθικό των στρατιωτών. Δεύτερος στη διοίκηση ήταν ο Καβαχάν, ο οποίος αναλάμβανε τα καθήκοντα του Χαγάνου όταν ήταν απών. Το πεζικό αποτελούνταν από το σώμα της επίλεκτης σωματοφυλακής του Χαγάνου και το υπόλοιπο πεζικό αποτελείτο κυρίως από Σλάβους οι οποίοι ήταν ελαφρύτερα οπλισμένοι από το ιππικό και διοικούνταν από Βούλγαρους αξιωματικούς. Στο πεδίο της μάχης ο στρατός αναπτυσσόταν με το βαρύ ιππικό στα πλευρά και το Σλαβικό πεζικό στο κέντρο. Υπήρχε επίσης άγημα ελαφρού ιππικού αποτελούμενο από συμμάχους, το οποίο συνήθως τοποθετούνταν πλευρικά. Επιπλέον, ένα απόσπασμα βαρέος ιππικού ήταν κρυμμένο σε μια πλευρά ώστε να μπορεί να επιτεθεί αιφνιδιαστικά ενώ υπήρχε μια μονάδα ιππικού σε εφεδρεία πίσω από την κύρια γραμμή μάχης προκειμένου να αντιμετωπίσει επίθεση από πίσω στην σπάνια περίπτωση που ο εχθρός απέκρουε την αρχική επίθεση. Οι Βούλγαροι στα πρότυπα των Μογγόλων χρησιμοποιούσαν συχνά σκηνοθετημένες οπισθοχωρήσεις προκειμένου να παρασύρουν τον αντίπαλο σε ενέδρα. Οι βαριοί ιππείς φορούσαν κράνη, προσωπεία φολιδωτά ή σιδερένια, τα άλογα έφεραν πανοπλία και ήταν οπλισμένοι με βαρύ ξίφος, μακρύ δόρυ και βαρύ ρόπαλο. Το ελαφρύ ιππικό ήταν εξοπλισμένο με τα παραδοσιακά όπλα των ιπποτοξοτών, τόξο και λάσο. Το Σλαβικό πεζικό ήταν γενικά ελαφρύτερα οπλισμένο, με ξίφος, λόγχη και ξύλινη ασπίδα. Για να ξεχωρίζουν στη μάχη οι αξιωματικοί φορούσαν χρυσές ή ασημένιες πόρπες ως διακριτικά βαθμού.

1 Βούλγαρος στρατιώτης 2 Βούλγαρος ιππέας 3 Γυναίκα Πετσενέγα

Στο βαρύ ιππικό, επικρατούσε σιδηρά πειθαρχία, ειδικά πριν από μάχη, σύμφωνα με την οποία η παραμικρή ατέλεια σε όπλα, πανοπλία, άλογο ή συμπεριφορά τιμωρείτο με σοβαρές ποινές μέχρι και εκτέλεση. Κατά την περίοδο ειρήνης, η πειθαρχία δεν ήταν τόσο αυστηρή, αλλά οι ενδυματολογικοί κώδικες, ο εξοπλισμός και η συμπεριφορά εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται αυστηρά. Στο Σλαβικό πεζικό, η πειθαρχία στο πεδίο της μάχης δεν ήταν τόσο σκληρή όσο μεταξύ των ιππέων, αλλά εφαρμοζόταν αυστηρά. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό, πέρα από την προφανή ανάγκη για πειθαρχία κατά τη διάρκεια μιας μάχης, ήταν ότι ο Βουλγαρικός στρατός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το κράτος, το οποίο εξαρτιόταν από τη στρατιωτική νίκη για την επιβίωσή του. Ως εκ τούτου, το βαρύ ιππικό θεωρήθηκε η ραχοκοκαλιά του κράτους και επομένως είχε τεράστια αξία. Τα άλογα του βαρέος ιππικού θεωρούνταν σχεδόν ιερά και εκτρέφονταν για δύναμη, σταθερότητα και ευκινησία και αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερη φροντίδα ενώ ίσχυε η θανατική ποινή σε περίπτωση κακομεταχείρισης. Επιπλέον, τα άλογα για τους τοξότες του ελαφρού ιππικού εκτρέφονταν για ταχύτητα και συχνά ήταν το ίδιο ακριβά όσο τα αντίστοιχα του βαρέος ιππικού.

Εξέλιξη μάχης Αγχιάλου Todor Bozhinov / CC BY-SA

Η μάχη

Η μάχη έλαβε χώρα στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Ο Συμεών ανέπτυξε το στρατό του σε δύο γραμμές με τη θάλασσα στα αριστερά του. Η πρώτη γραμμή είχε το βαρύ ιππικό στα πλάγια και το Σλαβικό πεζικό στο κέντρο. Η δεύτερη γραμμή αποτελείτο από το υπόλοιπο Σλαβικό πεζικό σε δύο μεγάλες φάλαγγες. Κρυμμένο δεξιά, στα βορειοδυτικά της Αγχιάλου, ήταν ένα μεγάλο άγημα βαρέος ιππικού. Ο Βυζαντινός στρατός είχε τρεις φάλαγγες βαρέος ιππικού στην πρώτη γραμμή, δύο φάλαγγες πεζικού στη δεύτερη και μια τρίτη φάλαγγα πεζικού στα δεξιά. Ωστόσο, αναπτύχθηκαν νοτίως των δυνάμεων του Συμεών, έτσι ώστε η θάλασσα να βρίσκεται πίσω τους. Τα Τάγματα φρουρούσαν το βυζαντινό στρατόπεδο, το οποίο βρισκόταν στο πίσω μέρος, μεταξύ στρατού και θάλασσας. Ο στρατηγός Λέων Φωκάς ήταν επικεφαλής των βυζαντινών χερσαίων δυνάμεων και είχε συνεννοηθεί με τον βυζαντινό ναύαρχο Ρωμανό Λεκαπηνό να μεταφέρει μια δύναμη εθελοντών Πετσενέγων από τον Δούναβη για να επιτεθεί στο στρατό του Συμεών από πίσω την στιγμή που οι Βυζαντινοί επιτίθεντο κατά μέτωπο. Ωστόσο, η αδυναμία του Ρωμανού να συνεννοηθεί με τον Ιωάννη Βογά, τον Βυζαντινό διοικητή των Πετσενέγων, είχε ως αποτέλεσμα να επιστρέψουν οι τελευταίοι στα εδάφη τους και ο Ρωμανός να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να συμμετάσχει στην μάχη.

Η μάχη ξεκίνησε με τον Λέοντα Φωκά να διατάσσει μαζική επίθεση του ιππικού και τρεις φάλαγγες από το βυζαντινό βαρύ ιππικό, επιτίθενται στους Βούλγαρους. Ο Συμεών οργάνωσε πειθαρχημένη υποχώρηση γεγονός που προκάλεσε στροφή της δεξιάς φάλαγγας του βαρέος Βυζαντινού ιππικού και καταδίωξη των Βουλγάρων κατά μήκος του παράκτιου δρόμου. Στη συνέχεια, ένα άγημα βαρέος ιππικού του Συμεών αναστρέφει και επιτίθεται απλωμένο κατά μήκος του δρόμου για να εμποδίσει τις Βυζαντινές οδούς διαφυγής. Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται το κρυμμένο βαρύ ιππικό και επιτίθεται στο βυζαντινό στρατόπεδο. Βλέποντας αυτό, το υπόλοιπο Βυζαντινό ιππικό εγκαταλείπει την καταδίωξη και στρέφει για να υπερασπιστεί το στρατόπεδο. Ο Συμεών είχε επιτύχει το στόχο του και είχε διασπάσει τις βυζαντινές δυνάμεις. Η βυζαντινή δεξιά φάλαγγα οδηγήθηκε στη θάλασσα και εξολοθρεύτηκε. Το υπόλοιπο Βυζαντινό ιππικό, το οποίο είχε στραφεί προς υπεράσπιση του στρατοπέδου, αναγκάστηκε να απλωθεί κατά μήκος της παράκτιας οδού, καταδιωκόμενο από τους Βούλγαρους. Το βυζαντινό Τάγμα εγκλωβίστηκε σε ένα στενό με την θάλασσα στα δεξιά, όπου σφαγιάστηκε. Ο βυζαντινός στρατός σχεδόν εξολοθρεύτηκε, υφιστάμενος μια από τις μεγαλύτερες ήττες στην πρώιμη μεσαιωνική Ευρωπαϊκή ιστορία. Ο Φωκάς επέζησε διαφεύγοντας στην Μεσημβρία, ωστόσο αρκετοί στρατιωτικοί, όπως ο Κωνσταντίνος Λίψ, ο οποίος ήταν επικεφαλής στρατιωτικός σύμβουλος και ο Ιωάννης Γράψων, ο οποίος διοικούσε το Τάγμα, σκοτώθηκαν. Ο ακριβής αριθμός των απωλειών στους Βυζαντινούς δεν είναι γνωστός αλλά θεωρείται ότι ήταν τουλάχιστον 50.000 έως 55.000 άνδρες ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν πιθανότατα λιγότερες από 10.000 άνδρες.

Συνέπειες – επακόλουθα

Μετά τη μάχη ο Συμεών βάδισε μέχρι την Κωνσταντινούπολη, κατά τη διάρκεια της οποίας προκάλεσε δεύτερη ήττα σε μικρότερη δύναμη που συγκέντρωσε ο Λέων σε ένα χωριό της Θράκης που λέγεται Κατασύρτες, εισβάλλοντας αιφνιδιαστικά την νύχτα. Στην Κωνσταντινούπολη, η ήττα προκάλεσε σάλο. Ο Ρωμανός Λεκαπηνός θεωρήθηκε υπεύθυνος, αφού δεν μετέφερε τους Πετσενέγους κατά μήκος του Δούναβη ούτε ανέπτυξε το Βυζαντινό ναυτικό για να διασώσει τα στρατεύματα που διέφευγαν. Η εκτέλεσή του εμποδίστηκε με την παρέμβαση του πατρικίου Κωνσταντίνου Γόγυλα και της Ζωής. Ο Συμεών ανάγκασε την Ζωή να τον ονομάσει Τσάρο (Καίσαρα) και να τον παντρευτεί, αλλά ο γάμος δεν έγινε ποτέ.

Η σύλληψη και τύφλωση του Λέοντα Φωκά. «Σύνοψις Ιστοριών» Ιωάννη Σκυλίτζη Μαδρίτη Unknown, 13th-century author / Public domain

Ο Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός απέκτησε τον έλεγχο του Συμβουλίου το 919 και αναγνωρίστηκε ως αυτοκράτορας. Έκλεισε την Ζωή σε μοναστήρι αναγνώρισε τον τίτλο του Συμεών και το 920 στην στέψη του, κανόνισε γάμο του Κωνσταντίνου με την κόρη του, Ελένη. Ο Συμεών παρέμεινε ενεργός στα Βαλκάνια, εισβάλλοντας στη Σερβία και την Ελλάδα φτάνοντας μέχρι τον Κόλπο της Κορίνθου και στη συνέχεια, αποσύρθηκε στο Πρέσλαβ, αφού είχε εγκαταστήσει φρουρές σε αρκετές πόλεις και κάνοντας επιδρομές μέχρι τα περίχωρα της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Σημειώνεται ότι όταν ο Λεκαπηνός απέκτησε τον έλεγχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Λέων Φωκάς στασίασε, αλλά η εξέγερση ήταν ανεπιτυχής και αφού συνελήφθη, τυφλώθηκε. 

Ο Λεκαπηνός άσκησε προσεκτική και έξυπνη έναντι του Συμεών, αρνούμενος να τον αντιμετωπίσει σε μάχη ενώ επικοινωνούσε μαζί του μέσα από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Από επιστολές που ανταλλάσσονταν μεταξύ Συμεών και Πατριάρχη Νικολάου, καθίσταται σαφές ότι ο Νικόλαος πίστευε ότι η Βυζαντινή επίθεση του 917 ήταν αδικαιολόγητη. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι το Συμεών λυπήθηκε για την σφαγή. Σε μια συνάντηση μεταξύ των δύο το 924, ο Συμεών ίππευε το ίδιο άλογο που είχε ιππεύσει στη μάχη το οποίο είχε σημάδι από πληγή που προκλήθηκε εκεί.

Ο Ρωμανός απένειμε το 924 στον Συμεών τον τίτλο του αυτοκράτορα των Βουλγάρων σε τελετή έξω από την Κωνσταντινούπολη, κατά την οποία, σύμφωνα με επιστολές του αυτοκρατορικού γραμματέα Θεόδωρου Δαφνοπάτη, αποκαταστάθηκε ο φόρος τιμής, ενώ αρνήθηκε κάθε συζήτηση στο αίτημα του Συμεών για μια ισχυρή θέση εντός της Βυζαντινής κυβέρνησης. Δεν επετεύχθη πλήρης ειρήνη, διότι ο Συμεών επεδίωξε τότε ναυτική υποστήριξη από τους Μουσουλμάνους, τους οποίους ο Ρωμανός κατάφερε να προκαταλάβει προσφέροντας στο Χαλιφάτο περισσότερες παραχωρήσεις. Το 926 ο Συμεών διεξήγαγε στα Βαλκάνια μια μακρά και παρατεταμένη εκστρατεία  την οποία έχασε όταν ηττήθηκε από τον Τόμισλαβ της Κροατίας, τον οποίο ενίσχυσε ο Ρωμαίος.

Ο Συμεών πέθανε το 927 και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Πέτρος, ο οποίος επεδίωξε συμφιλίωση με τον Βυζάντιο. Ως αποτέλεσμα, κανονίστηκε γάμος με την εγγονή του Ρωμανού Μαρία με τον Ρωμανό να αναγνωρίζει την νομιμότητα του πρόσφατα σχηματισθέντος Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Η ειρήνη με τη Βουλγαρία επέτρεψε στον Ρωμανό να στρέψει την προσοχή του στην ανατολική εκστρατεία αλλά το 944 τον εξόρισε σε μοναστήρι ο μεγαλύτερος γιος του Χριστόφορος, ο οποίος επαναστάτησε εναντίον του. Ο Χριστόφορος, τον οποίο ο Ρωμανός είχε χρίσει συναυτοκράτορα το 920 και ο άλλος γιος του, Στέφανος, τον οποίο είχε επίσης χρίσει συναυτοκράτορα ένα χρόνο μετά, άρχισαν να δίνουν μάχη με τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος επικράτησε και οι Χριστόφορος και Στέφανος οδηγήθηκαν στο ίδιο μοναστήρι με τον πατέρα τους. Έτσι το 944, μετά από 32 χρόνια στο περιθώριο, ο Κωνσταντίνος, τον οποίο πολλοί θεωρούσαν νόμιμο διάδοχο του πατέρα του Λέοντα ΣΤ’, έγινε αυτοκράτορας ως Κωνσταντίνος Ζ’ υιοθετώντας το επίθετο Πορφυρογέννητος, που σημαίνει «γεννήθηκε στο πορφυρό δωμάτιο (δηλαδή στο βασιλικό)» ως περαιτέρω επιβεβαίωση της νομιμότητάς του.

Όπως αναφέρει ο Βυζαντινός ιστορικός Λέων ο Διάκονος 75 έτη αργότερα:

«………ακόμα και τώρα υπάρχουν σωροί οστών στην Αγχίαλο, όπου ο στρατός των Ρωμαίων που εγκατέλειπε το έδαφος σφαγιάστηκε».

Πηγές – βιβλιογραφία

«Συνεχισταί Θεοφάνους» εκδ. Bekker σελ. 388-390

John Haldon «The Byzantine Wars» History Press, 2008

https://greekhistoryandprehistory.blogspot.com/2017/05/the-tragic-defeat-of-byzantines-in.html

https://www.militaryhistoryonline.com/Ancient/ThirdBattleOfAnchialus