Ο στρατηγός Ναρσής (Καμσαρακάν) 478 ή 480 – 566 ή 573 μ.Χ.

στις

copyright © γράφει ο Χείλων

Ο Ναρσής, υπήρξε λαμπρός στρατηγός του Ιουστινιανού Α’ προς το τέλος της βασιλείας του, ένας από τους πρωταγωνιστές της Ιουστινιάνιας Επανακατάκτησης και μετά τον Βελισάριο θεωρείται ο διασημότερος μη αυτοκρατορικός μεσαιωνικός Ρωμαίος διοικητής. Γεννήθηκε στην Περσική Αρμενία (η Περσία διοικούσε τμήμα της Αρμενίας διαιρεμένο μεταξύ Ρωμαϊκής και Περσικής Αυτοκρατορίας βάσει συνθήκης του 5ου αιώνα) και ήταν μέλος της Αρμενικής οικογένειας ευγενών Καμσαρακάν που αποτελούσε παρακλάδι του Ιρανικού οίκου των Καρέν, ο οποίος ανήκε στην δυναστεία των Αρσακιδών που κυβερνούσε στην Περσία (και ορισμένα Καυκάσια κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Αρμενίας) επί σχεδόν 500 έτη πριν ανατραπεί και αντικατασταθεί από την δυναστεία των Σασσανιδών. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για τα παιδικά χρόνια και τα πρώτα βήματα του Ναρσή στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης.

Είναι γνωστό ότι ο Ναρσής ήταν μικρόσωμος και είχε κάποια παραμόρφωση. Ήταν ευνούχος παιδιόθεν, κάτι το οποίο επίσημα ήταν παράνομο στην αυτοκρατορία, αλλά τα εν λόγω παιδιά, ακόμα και αν προέρχονταν από φτωχότερα στρώματα είχαν την δυνατότητα να υπηρετήσουν σε διοικητικές υπηρεσίες και ειδικά στην αυτοκρατορική αυλή όπου μπορούσαν να αποκτήσουν τεράστιο πλούτο και εξουσία (σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονταν πραγματικοί κυβερνήτες του κράτους). Ο Ναρσής πιθανότατα ξεκίνησε την καριέρα του πριν τον Ιουστινιανό, αλλά ανήλθε στα ύπατα αξιώματα της αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Ήταν επίσης μεταξύ εκείνων που βοήθησαν να διασφαλιστεί ο θρόνος στην Στάση του Νίκα, εργαζόμενος ως πράκτορας της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, συμμετέχοντας σε πολλές αυλικές ίντριγκες και ως διπλωμάτης. Στο ρόλο αυτό, ο Ναρσής έγινε για κάποιο λόγο πολύ δημοφιλής μεταξύ ορισμένων Γερμανικών φυλών, γεγονός που αργότερα τον βοήθησε να προσεταιρισθεί πολλούς μισθοφόρους που στρατολόγησε στα στρατεύματά του.

 

Κατανομή Ιταλικών εδαφών το 572

Παρόλο που απολάμβανε υψηλά αξιώματα στην αυτοκρατορική ιεραρχία και είχε περιορισμένη εμπειρία στην στρατιωτική διοίκηση, το αποκορύφωμα της καριέρας του ήρθε σε πολύ προχωρημένη ηλικία, όταν ο Ιουστινιανός αποφάσισε να τον ορίσει ως το πρόσωπο που θα έδινε τέλος στον ατελείωτο πόλεμο στην Ιταλία (αν και δεν ήταν η πρώτη του επιλογή). Μια απόφαση, που αρχικά δέχθηκε έντονη κριτική λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Ναρσή και όχι της στρατιωτικής εμπειρίας. Το γεγονός επίσης ότι ήταν ευνούχος τον καθιστούσε στα μάτια πολλών ακατάλληλο για στρατιωτικά αξιώματα, αλλά για τον Ιουστινιανό όλα αυτά ήταν ακριβώς εκείνα που τον οδήγησαν στην απόφαση, αφού ο Ναρσής δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτοκράτορας και ο Ιουστινιανός δεν χρειαζόταν να ανησυχεί να του εμπιστευτεί πολλά χρήματα και να διοικήσει μεγάλο στράτευμα (μια τάση που εμφανίστηκε μελλοντικά σε άλλους στρατηγούς ευγενικής καταγωγής).

Ο Ναρσής μπόρεσε με αυτόν τον τρόπο να συγκεντρώσει ενδεχομένως τον ισχυρότερο στρατό που εστάλη ποτέ από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία, ο οποίος αριθμούσε περίπου 30.000 στρατιώτες (μεγάλο μέρος του οποίου ήταν αλλοδαποί και αποτελούνταν από πολλές βάρβαρες φυλές κυρίως Γερμανικές, αλλά και από Περσικά τμήματα υπό την ηγεσία εξόριστων Περσών πριγκίπων και ευγενών). Εκείνη την εποχή, η αυτοκρατορία βρισκόταν σε περίεργη κατάσταση, αφού μπορούσε να εστιάσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες κυρίως σε ένα πεδίο μάχης και ο Ναρσής έλαβε πολύ μεγαλύτερη οικονομική στήριξη από τον αυτοκράτορα έναντι του άλλου μεγάλου στρατηγού Βελισάριου (ο Ναρσής και ο Βελισάριος μισούνταν). Ακολούθησαν όμως πολλές μεγάλες νίκες στο πεδίο της μάχης.

Μάχη του Βεζούβιου μεταξύ Βυζαντινών και Γότθων (ο εξοπλισμός είναι αναχρονιστικός) The original uploader was Captain Blood at German Wikipedia. [Public domain], via Wikimedia Commons

Αρχικά συνέτριψε το 552 τους Οστρογότθους υπό τον Τωτίλα ο οποίος σκοτώθηκε στην μάχη των Βουσταγαλλώρων. Λίγο μετά συντρίβει την τελευταία προσπάθεια αντίστασης των Γότθων στη μάχη του Βεζουβίου, όπου φονεύεται ο διάδοχος του Τωτίλα – βασιλέας Τέϊα, ο οποίος έμελλε να είναι ο τελευταίος βασιλιάς των Οστρογότθων. Κατόπιν το 554, σημείωσε ακόμα πιο λαμπρή νίκη στην Ιταλία κατά των Φράγκων στη μάχη του ποταμού Βολτούρνου. Σε αυτές τις μάχες, ο Ναρσής ήταν ήδη 70 ετών, αλλά σε αντίθεση με όλες τις προβλέψεις εκπλήρωσε όλους τους στόχους της εκστρατείας και έζησε για πολλά ακόμη χρόνια. Μετά την απώθηση των Φράγκων, ο Γοτθικός πόλεμος σχεδόν τελείωσε (οι στρατιώτες του Ναρσή εξάλειψαν την τελευταία αντίσταση στα δυσπρόσιτα βουνά της Βόρειας Ιταλίας το 563).

Παρέμεινε στην Ιταλία για το υπόλοιπο της ζωής του, όπου ενεργούσε ως αντιβασιλέας στο όνομα του αυτοκράτορα και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της πυκνοκατοικημένης και κατεστραμμένης χερσονήσου. Ο Ναρσής είχε πολλά προτερήματα αλλά και αρκετά ελαττώματα. Ήταν ζηλόφθων, πεισματάρης και ιδιαίτερα ενοχλητικός όταν προσπαθούσε να συγκεντρώσει χρήματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τα καθημερινά προβλήματα, αφού στην μεταπολεμική Ιταλία, οι πολύ φτωχοί άνθρωποι ήταν αυτοί που δυσκολεύονταν να δώσουν χρήματα. Ωστόσο, αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει και από την επιθυμία του αυτοκράτορα να αναπληρώσει τους πόρους που χάθηκαν για την ανάκτηση της Ιταλίας. Ωστόσο, η θέση της Κωνσταντινούπολης στην Ιταλία απεδείχθη εύθραυστη μετά τον θάνατο του Ναρσή (παρά το γεγονός ότι διατήρησε ερείσματα μέχρι τον 11ο αιώνα).

Ψηφιδωτό στην Ραβένα της Ιταλίας όπου στο κέντρο απεικονίζεται ο Ιουστινιανός, δεξιά του ο Βελισάριος και αριστερά του ο Ναρσής.

Όταν το 565 πέθανε ο Ιουστινιανός (όπως και ο αντίζηλος Βελισάριος) νέα γενιά ανέλαβε την εξουσία στην Κωνσταντινούπολη και οι σχέσεις του Ναρσή με τον αυτοκράτορα Ιουστίνο Β’ και την σύζυγό του αυτοκράτειρα Σοφία δεν ήταν καλές. Οι καταγγελίες που έρχονταν από την Ιταλία στον Ιουστίνο λόγω της ανάλγητης φορολογικής πολιτικής του Ναρσή, ανάγκασαν τον νέο αυτοκράτορα να ανακαλέσει τον στρατηγό, αλλά ο Ναρσής αρνήθηκε και σύμφωνα με μία φήμη, κάλεσε τους παλιούς συμμάχους του να εισβάλουν στην Ιταλία ως εκδίκηση προς τον Ιουστίνο και τη Σοφία, κάτι το οποίο θεωρείται απίθανο. Ο Ναρσής τελικά πέθανε σε μεγάλη ηλικία περίπου 86 ή 96 ετών (το 566 ή 573) στο αυτοκρατορικό συγκρότημα στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης όπου διέμενε. Παρά την τεταμένη σχέση του με τους νέους ηγέτες, το πτώμα του Ναρσή συνοδεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κηδεύτηκε δημόσια δαπάνη με το αυτοκρατορικό ζεύγος να παρίσταται στην κηδεία.

Ο τρόπος διοίκησης του Ναρσή διέφερε σημαντικά από αυτόν του Βελισάριου. Ο Βελισάριος αναζητούσε ρεαλιστικές προσεγγίσεις ενώ ο Ναρσής προτιμούσε άμεση δράση, σε άλλες περιπτώσεις όταν ο Βελισάριος προσπαθούσε να αποφύγει επικίνδυνες μετωπικές συγκρούσεις, ο Ναρσής επεδίωκε την άμεση σύγκρουση με τις εχθρικές δυνάμεις σε ανοιχτές μάχες. Σε αντίθεση με τον Βελισάριο ο Ναρσής τις περισσότερες φορές διακινδύνευε μεγάλες ανοιχτές μάχες, λόγω πόρων και στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά κατά τη διάρκεια αυτών των μαχών και εκστρατειών αποδείχθηκε πραγματικά ταλαντούχος με μεγάλη στρατηγική ικανότητα, τακτική διορατικότητα και αριστοτεχνική χρήση των δυνάμεων. Επιπλέον σε αντίθεση με τον Βελισάριο, ο οποίος ευνοούσε ιδιαίτερα τις ενέργειες ιππικού, ο Ναρσής έκανε μεγάλη χρήση του πεζικού και απέδειξε ότι υπό καλή ηγεσία ακόμα και το Ρωμαϊκό πεζικό της εποχής του Ιουστινιανού μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό και ενεργό ρόλο στη μάχη πέραν της υποστήριξης του ιππικού. Παρά την ηλικία και τους σωματικούς περιορισμούς του, απέδειξε επίσης ότι είναι γενναίος, αφού δεν δίστασε να συμμετάσχει σε πραγματική μάχη, όπως στη μάχη του Αριμινίου, όπου ηγήθηκε 300 Βουκελλάριων εναντίον 2.000 Φράγκων ιππέων. Ο Ναρσής ήταν πολύ δημοφιλής μεταξύ των στρατιωτών του.

Πηγές

Michael Edward Stewart «The Andreios Eunuch-Commander Narses» University of Queensland