Το χρονικό του Γαλαξιδίου

στις

Ευθύμιος Ιερομόναχος, Χρονικό του Γαλαξιδιού

Αυτά που αφηγάμαι εγενήκασι μέρα Παρασκευή, τον Μάρτη μήνα, Σαρακοστής μεγάλης πρώτες μέρες. Και έστοντας εκείνος ο πειράτος χολιασμένος και κατάκαρδα εντροπιασμένος, με συνέργεια διαβόλου, που πάντα αμάχεται τους χριστιανούς, εγύρευε ώρα και στιγμή για να εκδικηθεί το Γαλαξίδι, που τόκαμε ετόσο μεγάλο αφρόντε, που δεν είχε μούτρα να προβοδίσει στον κόσμο, γιατί όλοι τον επεριγελούσασι. Και ακούσατε τί μηχανάται ο τρισκαταραμένος κουρσάρος. Εκείνες τες ημέρες ήτανε μεγάλη εβδομάδα, που κάθε χριστιανός αφήνοντας τες δουλειές του και κάθε μεταχείριση παγαίνει με ευλάβεια στες εκκλησίες για να προσκυνήσει τα άγια και θεοτικά πάθη του Χριστού, που για λόγου μας τους ανθρώπους εκαταδέχτηκε και εγίνηκε άνθρωπος σωστός και εσταυρώθηκε από το παράνομο γένος των Εβραίων. Ετότες γουν πιάνει και αρματώνει ο Ντουρατζίμπεης οχτώ γαλιότες και εμπαρκάρει ασκέρι αρματωμένο, όλο από άπιστους Μουσουλμάνους. Ετότες, έστοντας να εξημερώνει Κυριακή ημέρα, που όλοι με χαρές και αγαλλίαση γιορτάζουσι την Ανάσταση και τη Λαμπρή του Σωτήρος, από πρωί σύνταχα, δύο ώρες πριν να εξημερώσει, οι Γαλαξιδιώτες επήγασι στες εκκλησίες για να δοξάσουνε την Ανάσταση και κανένας δεν απόμεινε στα σπίτια και στα πλεούμενα, γιατί όλοι μικροί και μεγάλοι, άντρες, γέροι και γυναικόπαιδα, επήγασι στες εκκλησίες. Ετότες γουν ο πανάπιστος και μιαρότατος πειράτος ξεμπαρκάρει το ασκέρι του και με το σπαθί στο χέρι εμπαίνει στην πολιτεία, και καίοντας τα σπίτια, μπλοκάρει τες εκκλησίες και επέρασε από σπαθίου άντρες, γέρους και γυναικόπαιδα, εσκούζασι και βελάζασι. Αμή εκείνος ο αντίχριστος κανένα έλεος και συμπάθειο ευσπλαχνίας δεν είχε. Και μέσα στες εκκλησίες εμπήκε καταματωμένος και ξεσπαθώνοντας και εμπροστά στην αγία τράπεζα ο παμμιαρότατος Σατανάς έσφαξε δύο παπάδες, τον Παπαχρήστο και τον Παπαθανάση. Και ετότες εγίνηκε μεγάλος σεισμός και έπεσε η εκκλησία και εσκότωσε πέντε κουρσάρους.

Έστοντας και να γίνει τέτοιο μεγάλο και αδιήγητο φονικό, που στόμα ανθρώπινο και κοντύλι δεν ημπορεί να ζωγραφίσει, ωσάν πρέπει, [όσοι] απομείνασι Γαλαξιδιώτες, γλύσαντες από το μακελειό, επήρασι τα βουνά και τα πλάγια και τους λόγγους και εχτίσασι ’δω και ’κεί καλύβες και δύο εκκλησίες, μία της Παναγίας και άλλη του Προφήτου Ηλία. Και εκεί οπού εμαζωχτήκασι, το λένε Παλιογαλάξιδο, ωσάν να λέμε παλιά χώρα. Και εμείνασι κατατρεμένοι χρόνια δέκα τρία. Ύστερα εφανερώθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής και τους είπε να πάνε να καθήσουνε στην παλαιά χώρα, γιατί εκείνος που εφοβόντασι, ο κουρσάρος, τον πήρε μπάλα, που ήτανε οργή θεοτική, και βράζει στα κατράμια της κόλασης. Και να χτίσουσι και πέντε εκκλησίες και να βάλουνε ονομασία απάνου στη χώρα Πενταγίοι, ωσάν να λέμε που είχε πέντε εκκλησίες, που τους διαυθέντευαν· και να μη κάμουσι άλλο τίποτες από κεφαλιού τους, γιατί εκείνος ο πειράτος ήτανε ο ίδιος ο Σατανάς, έχοντας μούτρα ανθρωπινά· και να κάμουνε δέησες στο Θεό, για να έβγει από τη χώρα το δαιμόνιο, που εμπήκε και τους έκαμε ένα τόσο μεγάλο κακό.

Και οι Γαλαξιδιώτες, ακούοντας αυτά τα άγια και θεοτικά λόγια, εκάμασι κατά το όρτινο του Αγίου και την ορμήνεψη. Και παγαίνοντας στο Γαλαξίδι, που ήτανε ένας σωρός από παλαιά χαλάσματα και πέτρες, εξαναχτίσασι τα σπίτια και κάνοντας τη δέηση και τες λιτανίες, κατά την ορμήνεψη του Αγίου, εβάλασι το όνομα το καινούργιο Πεντάγιοι. Και την στιγμή εκείνη ακούστηκε μία βροντή από τον κάτου κόσμο και ο ουρανός εμαύρισε και η θάλασσα εφούσκωσε και τρία δαιμόνια επέσασι στη θάλασσα και επνιγήκασι. Και ένας άγιος εφάνηκε με μαύρα ράσα, περπατώντας απάνου στη θάλασσα, και ευλόγησε σε τρεις μεριές και έπαψε το φούσκωμα της θάλασσας και ο ουρανός εξαστέρωσε και εγίνηκε χαρά Θεού. Και οι Γαλαξιδιώτες, βλέποντας ένα τέτοιο μεγάλο θάμα, επροσκυνήσασι τον Κύριο, ευχαριστώντας τον διά την διαυθέντεψη που τους έδειχνε τόσο ολοφάνερα.

Ήτανε φαμίλιες ψυχομέτρι, που ήρθασι, εννενήντα. Και σε δέκα χρόνια εγενήκασι με την ευλογία του Κυρίου διπλές και εφικιάσασι κάμποσα μικρά πλεούμενα, γιατί όλα τα άλλα τα έκαψε και τα επήρε εκείνος ο διαβολοπειράτος. Και περνώντας χρόνια σαράντα τρία, εδώκασι πάλε την παλαιά ονομασία στο Γαλαξίδι, γιατί έτζι επρόσταξε ο ίδιος Αγιάννης, φανερωμένος το βράδυ στον ύπνο του καπετάν Μήτρου Βαρνάβα, που ήτανε θεοφοβούμενος άνθρωπος και κοσμογυρισμένος, πηγαίνοντας σε πολλά μέρη Φραγγίας. Και βλέποντας αυτό το θεοτικό ενύπνιο, επούλησε ό,τι και αν είχε και επήγε μ’ ένα καράβι φράγγικο στα Ιεροσόλυμα, όπου και εγενέθηκε και χατζής.

η ́
Αυτή γουν είναι η αληθινή ιστορία αυτού του τόπου, έστοντας πατρίδα μου, και για χατίρι της εκόπιασα πολλές νύχτες διαβάζοντας παλαιά βιβλία, που είναι και σώζονται στο μοναστήρι του Σωτήρος, που άλλες φορές ήτανε δοξασμένο και με πολλές χάρες πλουτισμένο και την σήμερο ημέρα είναι έρημο, έχοντας μονάχα πέντε ασκητάδες, τον αδελφό Νικόλαο, τον αδελφό Ιωάννη, τον αδελφό Μήτρο τον Χατζη-Βαρνάβα, που παραπάνου αφηγήθηκα, τον πάτερ Σωφρόνιο και ελόγου μου, όλοι από χώρα Γαλαξίδι.

Κύριε, φύλαττε τους δούλους σου, συγχωρών αυτών πάντα τα αμαρτήματα· ότι σού έστιν η δόξα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.
[Αναγνωστάκης, 1985, σσ. 66, 68, 70, 72, 73]

 

Νεοελληνική Γραμματεία 1670-1830
Στέση Αθήνη – Γιάννης Ξούριας
[Σύνδεσμος: http://hdl.handle.net/11419/3325%5D

♦♦♦

 

Γιάννης Μότσιος

Μερικές παρατηρήσεις στην Ιστορία του Γαλαξιδίου
του ιερομονάχου Ευθυμίου

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

 

Η μυθιστορία του ιερομόναχου Ευθύμιου αποτελείται από 30 σελίδες μι­κρού σχήματος. Η αφήγηση των γεγονότων —ιστορικών και φανταστικών— της περιόδου 981 (ή 996)-1397 (η προτουρκική) καλύπτει τις 14 σελίδες του κει­μένου, ενώ οι υπόλοιπες 16 αναφέρονται στην εποχή από την εμφάνιση των Τούρκων έως το 1660 με 1668, όταν στην Κρήτη σκοτώνεται ο Ντουρατζίμπεης (ή Ντουράτζ-μπέης). Στη στερνή σελίδα η διήγηση φτάνει έως το 1703, η­ μερομηνία αποπεράτωσης της «Ιστορίας Γαλαξιδίου…». Επομένως σε μια πε­ρίοδο τεσσάρων περίπου αιώνων ο Ευθύμιος αφιερώνει 14 σελίδες, ενώ στα υπόλοιπα 271 (ή 290) χρόνια 16 σελίδες. Εν τω μεταξύ οι 5 (οι πριν από τον επίλογο της μιας σελίδας) αναφέρονται στα 7 ή 8 χρόνια του Ντουρατζίμπεη (1660-1668) που αποτελούν και τη μεγαλύτερη αφήγηση—ιστορία του έργου γενικά.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει και σχολιάζει γεγονότα, θρύλους, πρόσωπα υ­παρκτά και φανταστικά (ανθρώπους, θεούς, δαίμονες) κατά διαφορετικό τρόπο. Τις δυνάμεις που συμμετέχουν στην «I.Γ.» τις χωρίζει σε «κακές» και «καλές» ενώ σε μερικές περιπτώσεις ο Ευθύμιος κρατά μια λίγο πολύ ίση απόσταση ή ουδέτερη στάση. Η αναλογία των περιγραφών είναι περίπου η παρακάτω: 14 σελίδες αφιερώνει στην εξιστόρηση των «καλών», 13 των «κακών» και 3 στη αναπαράσταση των ουδέτερων. Ως την εμφάνιση των Τούρκων (1397) ο «κα­κός» εξισώνεται με τον επιδρομέα και τον αντίχριστο, άσχετα αν οι πρώτοι ε­πιδρομείς —οι «Μπολγάροι»— ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. «Καλοί» είναι οι Έλληνες που αντιστέκονται στη βία των κατακτητών και στον καθολικό προ­σηλυτισμό των φραγκοπαπάδων. «Κακοί», «πανάπιστοι» και «αντίχριστοι» είναι και εκείνοι οι Έλληνες που προδίδουν την ιδέα της αντίστασης στους ξέ­νους επιδρομείς και γίνονται καταδότες, προδότες, συνεργάτες των ξένων. Αυ­τοί όμως είναι οι πολύ λίγοι και συνήθως όχι Γαλαξιδιώτες, αλλά Ρωμιοί από τις γύρω περιοχές. Οι συντοπίτες του Ευθύμιου είναι οι πιο γενναίοι, οι πιο αποφασιστικοί που ξεχωρίζουν είτε σαν άτομα είτε σαν ομάδα. Έτσι στο επίκε­ντρο της υπόθεσης τοποθετούνται οι Γαλαξιδιώτες, το Γαλαξίδι με το μοναστή­ρι του Σωτήρος, η πατρίδα και η χριστιανική ορθοδοξία.

Στην εξιστόρηση των γεγονότων μετά τον ερχομό των Τούρκων η έννοια «καλός» συνεχίζει να συμπίπτει με το Έλληνας πατριώτης και χριστιανός ορθόδοξος, αλλά τώρα διευρύνεται έτσι, ώστε να συμπεριλαμβάνει και ένα μέρος ανθρώπων από τους κατακτητές. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι Τούρκοι (κατά τη μυθιστορία) ήρθαν στα Σάλονα μετά από πρόσκληση των Ελλήνων: «… ο δεσπότης, μαθαίνοντας το άρπαγμα της ανεψιάς του (από τον Φράγκο Κόντο-Γ. Μ.), εσήκωσε με λόγους τους Σαλονίτες εναντίον του τύραννου· και έγραψε στους Τούρκους να έρθουσι να τους επαραδώσουσι στα χέρια τους τα Σάλονα, λέγοντας καλύτερα να δουλεύομε Τούρκους παρά Φράγκους».

Ο συγγραφέας καταχωρεί στους καλούς συγκεκριμένα ονόματα Τούρκων μπέηδων- Πριλεμπές, Χατζή-Μπαμπάς, Ιζάρ-μπεης: ο πρώτος κρατάει το λόγο του και δίνει χάρη στους Έλληνες στασιαστές της περιοχής, ο δεύτερος «ήτανε καλός άνθρωπος», «έμεινε γουν ο μπέης αυτός τέσσερα χρόνια στο Γα­λαξίδι, και από μία βαρειά αρρώστεια απέθανε· οι Γαλαξιδιώτες πολύ τον ελυπηθήκασι κατάκαρδα, και τον εθάψασι με παράταξες, ωσάν να ήτανε Χριστια­νός, έστωντας και να είναι καλός άνθρωπος».

Ο τρίτος —«πολλά καλός άνθρωπος» και αυτός— έφκιασε με εδικά του έξο­δα το κανάλι το λιθαρένιο, που κατεβαίνει από το μετόχι της Αγίας Τριάδος το γλυκό νερό έως τ’ αμπέλια· και έφκιασε και μία βρύση, που φαίνεται ακόμα το όνομά του με Τούρκικα γράμματα και Ρωμέϊκα, λέγοντας· «Αυτή την βρύ­ση την έφκιασε με εδικές του εξόδεψες ο Ιζάρ-μπεης, για σεμπάπι των γονικών του· και όποιος στρατοκόπος πίνει διψασμένος να τον συγχωράει μνημονεύοντάς τον. αυπ’ (1480), μήνας Γεννάρης κθ’».

Στην περιγραφή των «καλών» (όπως και των «κακών») ο Ευθύμιος δεν είναι απόλυτος. Για παράδειγμα, μετά από συνεννόηση Φράγκων με Λοιδορικιώτες (και πάλι όχι με Γαλαξιδιώτες) οι πρώτοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να χρηματοδοτήσουν μια αντιτουρκική εξέγερση των Ελλήνων: «και εκάμασι όρκους· και απερνώντας κάμποσος καιρός, οι Λοιδορικιώτες μήτε εκινούσανε το πόδι· και το αδελφάτο τους επαράγγειλε να θυμηθούν τους όρκους· και οι Λοιδορικιώτες γελώντας τους επαραγγείλασι πως να μη τους πειράξουνε, διατί θα τους προδώσουνε στους Τούρκους· και τον όρκο, που εκάμασι, δεν πιάνεται, διατί οι Φράγκοι δεν πιστεύουνε αληθινό Χριστό, και είναι Αντί­χριστοι, και όποιος τους εγελάσει θα είναι συγχωρεμένος από τον Θεό· και έτζι τους εφάγασι τα φλωρία οι Λοιδορικιώτες, μασκαρεύοντάς τους και ύστερα. Αλ­λά τέτοιοι κουτοί που είναι οι Φράγκοι τέτοια και χειρότερα έπρεπε να πάθουσι». Αν δεν υπήρχε ο σχολιασμός του συγγραφέα, η εκτίμηση της πράξης των Λοιδορικιωτών, η περιγραφή μπορούσε να έχει χαρακτήρα καθαρής και αντι­κειμενικής εξιστόρησης. Οι τελευταίες όμως φράσεις φορτίζουν ηθικά και συ­ναισθηματικά την αφήγηση στο σύνολό της. Την ίδια κλιμάκωση της έννοιας «κακός» παρακολουθούμε και στο αντίπερα στρατόπεδο, όπου η ιστορία του Ντουρατζίμπεη είναι και το υψηλότερο επίπεδο κακίας σε ολόκληρη τη μυθι­στορία. Γι’ αυτό και το πρόσωπο αυτό («έχοντας μάνα χριστιανή και πατέρα Τούρκον») εξισώνεται με το Σατανά, («γιατί εκείνος ο πειράτος ήτανε ο ίδιος ο Σατανάς, έχοντες μούτρα ανθρωπινά»). Και όπως συμβαίνει πολύ συχνά στη λογοτεχνία, ο Ευθύμιος απέναντι στον τύπο του Ντουρατζίμπεη, στήνει τον ήρωα της δικής του προτίμησης, το θετικό του τύπο, τον Έλληνα από μάνα και πατέρα, τον Γαλαξιδιώτη Θοδωρή Μπαρμπαδήμο που κερδίζει πολλές νί­κες και στα πεδία των μαχών, αλλά και στους χώρους της ηθικής.

Ο πλήρης τίτλος της μυθιστορίας είναι: «ΙC ΧΡ. Ιστορία Γαλαξειδίου ευγαλμένη από παλαιά χερόγραφα, μεμβράνια, σιζίλια, και χρυσόβουλλα αυθε­ντικά, οπού ευρίσκονται, και είναι και σώζονται εις το Βασιλικόν Μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού, χτισμένο παρά του ποτέ αυθέντη και δεσπότη Κυρ Μι­χαήλ του Κομνηνού, ου αιώνια η μνήμη. Αμήν. Δια χειρός Ευθυμίου ιερομονάχου, έτος αψγ´ (1703) μηνί Μαρτίω. Κύριε δόξα σοι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν».

Ο ιερομόναχος Ευθύμιος αρχίζει και τελειώνει τον εκτενή τίτλο του με τη δήλωση και την υπογράμμιση της θρησκευτικής του προσήλωσης: κληρικό πρόσωπο, άλλωστε, είναι κι ο ίδιος. Αυτό πρώτο, και δεύτερο —κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, όπως το συνήθιζαν σχεδόν όλοι οι συγγραφείς στο 17ο και 18ο αι.— δηλώνει ότι η «Ι.Γ.» βασίζεται σε αρχειακά υλικά «χερόγραφα, μεμβράνια, σιζίλια, και χρυσόβουλλα αυθεντικά», που, τρίτο, «είναι και ευρίσκονται εις το Βασιλικόν Μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού» που χτίστηκε από σημαντικό πρόσωπο —τον αυθέντη και δεσπότη Κυρ Μιχαήλ τον Κομνηνό. Τέλος, τέταρτο: ο συγγραφέας μας αφήνει τις μοναδικές πληροφορίες —τα άκρως περιορισμένα και ελλιπή στοιχεία— για τον εαυτό του, λέγεται Ευθύμιος, είναι ιερομόναχος και έγραψε τη μυθιστορία το 1703. Τόπος παραμονής του Ευθύμιου και συγγραφής του έργου —το Βασιλικό μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού— που συνδέεται άμεσα με το Βυζάντιο και που όλα αυτά δένονται σοφά και σταθερά με το Γαλαξίδι και παραπέρα με τις περιπέτειες, τη δόξα και τη μοίρα του ελ­ληνισμού. Πατρίδα και θρησκεία —οι δυο αυτές έννοιες είναι για τον Ευθύμιο α­ξίες απόλυτες, αχώριστες και προωθούνται στην κύρια αφηγηματική γραμ­μή όλου του έργου.

Την ιστορία για τη σφαγή από τους Τούρκους ογδόντα («οι πρώτοι κεφαλάδες και τα ανδρειότερα παλικάρια») Ελλήνων από το Γαλαξίδι, τη Βουνοχώρα, το Λοιδορίκι, τα Σάλονα και άλλα έξι χωριά, την τελειώνει ο Ευθύμιος με την παρακάτω φράση που ώς ένα βαθμό αποτελεί και το κλειδί για την ιδεολο­γική κατανόηση ολόκληρης της «I. Γ.»: «όλοι για την πατρίδα και την θρη­σκεία, συμπαθημένοι από όλες τις αμαρτίες».

1. Ο τίτλος όμως και ολόκληρη η «Ι.Γ.» έχουν παρερμηνευτεί με αποτέ­λεσμα το έργο από την αρχή της έκδοσής του (αρκετά καθυστερημένης, αφού εί­δε το φως της δημοσιότητας μόνο το 1865) να θεωρηθεί ιστορικό, χρονογραφικό και όχι λογοτεχνικό. Μα ούτε και σωστό ιστορικό θεωρήθηκε, αφού τα «λάθη» ιστορικού χαρακτήρα είναι αρκετά και ο Κ. Σάθας προσπάθησε να τα διορθώσει. Αυτό από τη μια μεριά, από την άλλη —πώς να κατατάξεις στην ιστορία ή το χρονικό τα θαύματα, τις φανερώσεις του Χριστού και των αγίων, την ανθρωπομεταμόρφωση του σατανά, τις συζητήσεις και τη συνεργασία των μεταφυσικών δυνάμεων με τους Γαλαξιδιώτες, με τους Έλληνες της περιοχής που συχνά ο ρόλος τους είναι καθοριστικός στην πλοκή και στην εξέλιξη της υπόθεσης; Έτσι, πρώτος ο Κ. Σάθας καταργεί αυθαίρετα, αλλά σκόπιμα το γνωστό τίτλο του έργου, προσθέτοντας τον δικό του: «Χρονικόν ανέκδοτον Γαλαξιδίου ή Ιστορία Αμφίσσης, Ναυπάκτου, Γαλαξιδίου, Λοιδορικίου και των περιχώρων, από των αρχαιοτάτων μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων μετά προλεγομένων και άλ­λων ιστορικών σημειώσεων, νυν πρώτον εκδίδοντος Κωνσταντίνου Ν. Σάθα φοιτητού της ιατρικής, εν ω προσήρτηται πραγματεία και πίναξ ανεκδότων νομι­σμάτων του μεσαίωνος». Θυμίζουμε μόνο ότι τα Προλεγόμενα χωρίς τις Σημειώσεις του εκδότη είναι 190 σελίδες.

Konstantinos_Sathas.jpeg
Κωνσταντίνος Σάθας (wikiwand)

Στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» ο Κ.Θ. Δημαράς αναφέρει για τον Ευθύμιο: «… η διάθεση μένει η ίδια, να περισωθούν στους μεταγενέστερους περασμένες αξιομνημόνευτες ιστορίες». Συνεχίζοντας την παράδοση ειδολο­γικού προσδιορισμού και αξιολόγησης της «Ι.Γ.» που έχει την αρχή της στα προλεγόμενα του Κ. Σάθα, ο Κ. Θ. Δημαράς δεν μνημονεύει το έργο του Ευ­θύμιου με τον πραγματικό του τίτλο, αλλά επαναλαμβάνει την ονομα­σία που επιβλήθηκε σκόπιμα εξαιτίας της γλωσσικής και υφολογικής ιδιαιτε­ρότητας («ανορθοδοξίας» για το ελληνικό πνευματικό κατεστημένο του 1865), ονομασία που είχε επικρατήσει κυρίως στους ιστορικούς επιστημονικούς κύκλους που θεώρησαν αυτό το έργο «ιστορία», δηλαδή —περίσωση περασμένων αξιομνημόνευτων ιστοριών.

Εξαίρεση και μια πρώτη προσπάθεια λογοτεχνικής προσέγγισης του κει­μένου αποτελεί η Εισαγωγή του Γ. Βαλέτα στην έκδοση της «Ι.Γ.» που πραγ­ματοποίησε το 1944. Το κείμενο όμως του Ευθύμιου περιγράφεται κατά κανό­να ιμπερεσιονιστικά, χωρίς κάποια μέθοδο που θα προσέδιδε στην έρευνα πε­ρισσότερη συνοχή, συστηματικότητα και συνέπεια στην εξέταση των προβλημάτων που θίγει και μάλιστα για πρώτη φορά.

2. Το κλειδί για την απάντηση στο ερώτημα τι εννοούσε ο ιερομόναχος Ευ­θύμιος με τη λέξη «ιστορία» θα μας το δώσει τόσο η σύγκριση της «Ι.Γ.» με συγγενικά μ’ αυτή κείμενα της αμέσως προηγούμενης και της επόμενης εποχής στη γραμματολογία μας, όσο και η εξέταση της ίδιας της δομής του έργου. Η εννοιολογική και ειδολογική τοποθέτηση της «Ι.Γ.» στην ίδια την εποχή και τις συγκεκριμένες συνθήκες και ανάγκες (ιδεολογικές, θρησκευτικές και αι­σθητικές) που προκαθόρισαν τη γέννηση του έργου, θα μας βοηθήσει να το με­λετήσουμε σε μια άλλη εποχή με διαφορετικές ανάγκες και απαιτήσεις από αυτές που εξυπηρετούν σήμερα τα κείμενα της ιστορίας ή της τέχνης.

Η λέξη «ιστορία» σε τίτλους έργων κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους δεν είναι μονόσημη. Από τη μια μεριά οι συγγραφείς μιας πολυάριθμης ομά­δας έργων με τη λέξη «ιστορία» εκφράζουν πιστά το πνεύμα και το γράμμα του κειμένου με την παραδοσιακή και καθιερωμένη στους αιώνες έννοια: έκ­θεση, εξέταση ιστορικών γεγονότων, της δράσης κοινωνικών ομάδων και ιστο­ρικών προσώπων που έπαιξαν κάποιο ρόλο σε μια ορισμένη εποχή. Η αφή­γηση αυτή για το παρελθόν ενός τόπου στηρίζεται σε γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες, αλλά ποτέ στην επινόηση του ίδιου του συγγραφέα. Η ομάδα αυ­τή των καθαρά ιστορικών συγγραμμάτων δε θα μας απασχολήσει περισσό­τερο σε τούτη τη μελέτη. Θα αναφερθούμε όμως διεξοδικότερα σε μια σειρά έργων, στους τίτλους των οποίων η λέξη «ιστορία» είναι συνώνυμη με τη λέ­ξη «διήγησις», ενώ κάποια συγγένεια μπορούμε να βρούμε με τις έννοιες «φυλλάδα» και «συναξάρι». Το ίδιο το περιεχόμενο του κειμένου καθορίζει και τη χρησιμοποίηση αυτής ή της άλλης λέξης-όρου. Αίφνης: όπου το ηθι­κό, το εθνικό και το πατριωτικό δίδαγμα συνιστούν τον κύριο στόχο του συγγραφέα και όπου το δίδαγμα προωθείται με περισσότερο ή λιγότερο άμεσες μορφές αφήγησης, στον τίτλο παρόμοιου έργου δε μπορεί συνήθως να χρησι­μοποιηθεί η λέξη «φυλλάδα» «συναξάρι» ή «διήγησις». Και το αντίθετο: ό­που τα ιστορικά γεγονότα, υπαρκτά στο παρελθόν ονόματα δεν αποτελούν για το συγγραφέα συνειδητή πράξη αντικειμενικής περιγραφής, αλλά μερική μό­νον χρησιμοποίησή τους σε μια επινοημένη υπόθεση, μπορούμε να συναντή­σουμε στους τίτλους έργων και τις τέσσερις λέξεις. Αναφέρω ενδεικτικά παρα­δείγματα: «Συναξάριον του τιμημένου γαϊδάρου» (15ος αι.), «Φυλλάδα του Γαϊδάρου» (διασκευή του προηγούμενου και γραμμένη πιθανόν λίγο αργότε­ρα. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι: «Γαδάρου, Λύκου, κι Αλεπούς διήγησις χαρίης» – (ή «ωραία»). Δίνουμε έμφαση στο γεγονός ότι ουσιαστικά το ίδιο έρ­γο, αλλά σε διαφορετικές διασκευές, σε διαφορετικούς τόπους και περιόδους κυκλοφορίας, αλλάζει μερικώς τον τίτλο του και προπαντός ως προς τη λέξη-όρο που μας ενδιαφέρει εδώ: «συναξάριον», «διήγησις» για τη δήλωση της ίδιας περίπου υπόθεσης, του ίδιου σχεδόν διδάγματος και όπου τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα σε 15σύλλαβο στίχο.

40.jpg

Σε πολιτικούς στίχους είναι γραμμένα και πολλά έργα του 16ου αι., στους τίτλους των οποίων βρίσκουμε τη λέξη «ιστορία»: «Ιστορία της Σωσάννης» του Δεφαράνα, «Ιστορία του Ρε της Σκώτζιας με την ρήγισσα της Εγγλειτέρας» και «Ιστορία του Ταγιαπέρα» του Τριβώλη, «Ιστορία των γυναικών, των καλών και των κακών», «Ιστορία της φιλαργυρίας μετά της περηφάνιας» κτλ. Στον 16ο και 17ο αι. γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν χρονικά σε στίχους που συνδυάζουν την ιστορία – έκθεση γεγονότων του παρελθόντος με το μύθο, τη δημιουργία επίπλαστων αφηγήσεων χωρίς όμως να δηλώνεται πά­ντα στον τίτλο η λέξη «ιστορία»: «Η συφορά της Κρήτης εν ης γένονε τον μεγάλον σεισμόν» του Μανόλη Σκλάβου, «Πολιορκία τ’ Αναπλίου από τους Τούρ­κους» του Ιερόθεου Μονεμβασίας, «Μάλτας πολιορκία» του Αντώνη Αχέλη, «Κρητικός πόλεμος» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, «Συμφορά και αιχμαλω­σία Μορέως» του Μάνθου Ιωάννου, «Διήγησις πανωφέλιμος, οπού έδειξεν ο πα­νάγαθος Θεός δια ωφέλιαν των ανθρώπων και μάλιστα διά τας αμαρτίας των κατοικούντων εν τη νήσω Σαντορίνη» (για το σεισμό του 1650), «Διήγησις διά στίχων ωραίων περί του βοσκού οπού εφανερώθη εις τον Μορέαν» του Σποντή, «Ιστορία ιεροκοσμική» του Νεκτάριου Ιεροσολύμων. Στους τίτλους των τρι­ών τελευταίων κειμένων επανέρχονται οι λέξεις «διήγησις» και «ιστορία», ε­νώ άλλα που δεν αναφέραμε, με καθαρά νησιώτικη προέλευση, τιτλοφορούνται με τη λέξη «ρίμα» και «ριμάδα», δηλώνοντας έτσι τον ειδολογικό προσδιορι­σμό του έργου στην ίδια την ονομασία τους.

3. Τα παραπάνω κείμενα παρουσιάζουν κάποια κοινά σημεία που μας δί­νουν το δικαίωμα να τα κατατάξουμε σε μια κοινή κατηγορία παρ’ όλες τις διαφορές σε επίπεδο κυρίως περιεχομένου. Τα περισσότερα είναι γραμμένα: α) σε πολιτικούς στίχους, συχνά ομοικατάληκτους. β) σε δημοτική ή πολύ κον­τινή προς αυτήν γλώσσα. Την «περιεχομενολογική» σε συνέχεια και τη μορ­φική τους βάση αποτελεί ένας μύθος, μια αλληγορία, μια ιστορία με την έννοια της υπόθεσης ή του ιστορικού γεγονότος (ή και τα δυο μαζί) δανεισμένα από έργα προηγούμενων περιόδων της ελληνικής λογοτεχνίας ή από τη σύγχρονη πεζογραφία της Δύσης, αλλά όλα αναπτυγμένα προς μία λίγο-πολύ καινούρια κατεύθυνση αξιολόγησης του θέματος, επεξεργασίας της μορφής.

Σε μερικά απ’ αυτά τα έργα βαρύνει το στοιχείο της φαντασίας και της καλλιτεχνικής επινόησης, ενώ σε άλλα η τήρηση της ιστορικής αντικειμενικό­τητας, χωρίς τελικά να εκτοπίζεται το ένα από τα δύο αυτά στοιχεία. Μ’ άλλα λόγια, οι συγγραφείς τους πρέπει μάλλον να έχουν επίγνωση της αποστολής τους, ό,τι δηλαδή, φτιάχνουν λογοτεχνία, όπου η ιστορία χρησιμοποιείται για το ενδυνάμωμα του ηθικού διδάγματος, του ενσαρκωμένου με καλλιτεχνικά μέ­σα, με καλλιτεχνικούς τρόπους έκφρασης. Εθνική πολιτιστική κληρονομιά και παράδοση γενικότερα, ζωντανή λογοτεχνία της Δύσης και ιστορικά συμβά­ντα, κυρίως δραματικού χαρακτήρα, συνδυάζονται και συνεργάζονται στα πλαίσια της δημιουργίας λογοτεχνικών έργων, τα οποία σε επίπεδο γλώσσας, ύφους, πλοκής και ιδεών ικανοποιούν από τη μια μεριά αισθητικές ανάγκες αναγνωστών και ακροατών, ενώ από την άλλη τα ίδια αυτά καλλιτεχνικά κείμενα προετοιμάζουν τον καιρούριο αναγνώστη και ακροατή από τις πλατειές μάζες που θα δεχτεί τα καινούρια μηνύματα και τις καινούριες λογοτε­χνικές φόρμες.

45.jpg

Σ’ αυτήν την πορεία των λογοτεχνικών πραγμάτων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα εντάσσεται η «Ιστορία Γαλαξιδίου…» του ιερομόναχου Ευθύμιου, γραμ­μένη το 1703. Ποιά τα κοινά σημεία της «Ι.Γ.» με τα έργα που προαναφέραμε; Πρώτο —η γλώσσα. Ο ιερομόναχος Ευθύμιος για πρώτη φορά στην ιστο­ρία της ελληνικής λογοτεχνίας (γενικότερα της γραμματολογίας) πετυχαί­νει το ανώτερο δυνατό, παρουσιάζοντας μια δημοτική πολύ κοντινή προς την προφορική και σε τέτοιο βαθμό καλλιεργημένη, ένα ύφος τόσο απλό, αυστηρό, ακριβές και κατανοητό που δεν έχει το προηγούμενό του όχι μόνο στην ελλη­νική πεζογραφία, αλλά και στην ποίηση που αναφέραμε παραπάνω. Δεύτερο —η σοφή χρησιμοποίηση του μύθου και της ιστορίας, όταν και τα δύο υποτάσσονται στους πατριωτικούς και θρησκευτικούς στόχους του συγγραφέα. Κα­λύτερη αρχή για τα πρώτα βήματα της καλλιτεχνικής πεζογραφίας στην ελλη­νική λογοτεχνία που να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δική της παρά­δοση, ούτε μπορούσε να γίνει. Τρίτο —αναγνώστης ή ακροατής του έργου μπο­ρούσε να ήταν (και να είναι) ο οποιοσδήποτε  Έλληνας ή κάτοχος της ζων­τανής γλώσσας των Ελλήνων κατά τον 18ο, 19ο και 20ο αιώνα. Η «Ι.Γ.» ανή­κει, σ’ εκείνα τα έργα του ελληνικού πνεύματος της εποχής που στοχεύ­ουν στον πατριωτικό φρονηματισμό, στην εθνική αφύπνιση και παραπέρα στην εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό, καθώς και στην υπεράσπιση της θρησκευτικής καθαρότητας (ορθοδοξίας) απέναντι στην παπική προπαγάνδα, που και αυτή η πλευρά του έργου εντάσσεται σαφώς στη διάσωση και το ενδυνάμωμα της εθνικής συνείδησης.

Εντωμεταξύ, η «Ι.Γ.» παρουσιάζει και μια σημαντική διαφορά από τις υπόλοιπες ιστορίες, διηγήσεις και φυλλάδες του 15ου-18ου αιώνα: Πρόκειται για πεζογραφικό και όχι ποιητικό έργο. Οι μυθιστορίες σε 15σύλλαβο στίχο εί­ναι κυρίως αφηγηματικού χαρακτήρα. Το στοιχείο όμως της αφήγησης για πρώτη φορά απελευθερώνεται πλήρως από τους περιορισμούς του στίχου, του αυστηρού ρυθμού και της παράδοσης του ίδιου είδους που γνώρισε άνθιση κα­τά τους προηγούμενους αιώνες. Ο ιερομόναχος Ευθύμιος κατορθώνει να κυρι­αρχήσει στα μέσα και στους τρόπους αφήγησης, αποφεύγοντας όχι μόνο τους πλατειασμούς και τις επαναλήψεις, αλλά και τη σχετική χαλαρότητα δομής έργων των προγενέστερων και σύγχρονων αφηγηματικών ποιητών. Με το νέο τρόπο οργάνωσης του υλικού, με τον ήρεμο τόνο εξιστόρησης και με τη σο­βαρότητα της αφήγησης ο ιερομόναχος Ευθύμιος εκτοπίζει από το έργο του το στοιχείο της επιφανειακής ειρωνείας και του αστείου, της εύκολης γραφής και του εύθυμου, αλλά όχι και βαθειού συναισθήματος, με τα οποία ενοφθαλμιζόταν ο αναγνώστης και ο ακροατής σε στιγμές συνεργασίας με προγενέ­στερα κείμενα.

Ο ιερομόναχος Ευθύμιος δανείζεται και χρησιμοποιεί στο έργο του επιτεύξεις της αφηγηματικής τέχνης, αλλά νοιώθει μεγαλύτερη συγγένεια και στενό­τερους δεσμούς με την συναξαριακή παράδοση και την ιστοριογραφία. Με τον ιερομόναχο Ευθύμιο η δημιουργική πεζογραφία στην ελληνική λογοτεχνία συνδυάζει πετυχημένα το ιστορικό και το φανταστικό στοιχείο, την πραγμα­τικότητα με το μύθο, τη φυσικότητα της ζωντανής προφορικής λαλιάς με την ειδική οργάνωση και τη δομή του καθαρά καλλιτεχνικού λόγου, την εκφραστι­κή λιτότητα του ιστορικού με το ύφος του αριστοτέχνη παραμυθά, ανεβασμένα πια σε άγνωστα για τον προγενέστερο πεζό ελληνικό λόγο επίπεδα, σε μια ποιότητα καθαρά λογοτεχνική.

10.jpg

II. Φυσικός και μεταφυσικός κόσμος στην «Ι.Γ.»

Τα πρόσωπα της «Ι.Γ.» προέρχονται από δυο χώρους και κόσμους: τον φυ­σικό, τον γήινο και τον μεταφυσικό. Οι μεταφυσικές όμως δυνάμεις συμμετέ­χουν αποκλειστικά στις υποθέσεις του φυσικού κόσμου, στις ανθρώπινες συ­γκρούσεις και ο ρόλος τους στην έκβαση των γεγονότων είναι συχνά καθοριστι­κός.

Στον προσδιορισμό των καλών και των κακών, στις γήινες δυνάμεις, ο ιε­ρομόναχος δεν είναι απόλυτος με την έννοια του γνωστού και του καθορισμέ­νου από τα πριν: η συμμετοχή τους στον αγώνα των δικαίων με τους άδικους των ορθόδοξων χριστιανών με τους άπιστους δεν αποσπά αυτόματα και τη θε­τική ή αρνητική εκτίμηση του συγγραφέα. Έτσι, αν και βασικά υπάρχει σύμ­πτωση ανάμεσα στο «καλός» και το Έλληνας, στο «κακός» και στο ξένος (ε­πιδρομέας) δεν είναι μη υπολογίσιμες οι περιπτώσεις εκείνες, όταν ο Έλλη­νας —άτομο ή και κάποια ομάδα— περνάει στην κατηγορία των άπιστων και των αντίχριστων ή όταν μεμονωμένα άτομα από το στρατόπεδο των κατακτητών χαρακτηρίζονται θετικά ως πολύ καλοί άνθρωποι. Ο προσδιορισμός του καλού και του κακού, του ηθικού και του ανήθικου, του δίκαιου και του ά­δικου εξαρτάται αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη στάση και πράξη του ατό­μου, της ομάδος ανθρώπων. Αυτά είναι, βασικά, τα κριτήρια αξιολόγησης των ιστορικών και λογοτεχνικών προσώπων του κειμένου: ανάλογα με τις πράξεις τους κρίνονται, και αυτό το μέτρο εκτίμησης μετατρέπεται κατά την ανάγνω­ση σε κοινό κριτήριο για τους αναγνώστες και ακροατές γιατί ο Ευθύμιος πεί­θει με την καλλιτεχνική λογική γέννησης και εξέλιξης γεγονότων και κατα­ στάσεων.

im51_Paradiso_Canto_31 (1).jpg

1. Διαφορετική και από τα πριν γνωστή είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς στο χώρο των μεταφυσικών δυνάμεων που είναι είτε καλές είτε κακές, δηλαδή είτε θεϊκές είτε δαιμονικές, διαβολικές. Οι πρώτες (θεός, άγιοι κτλ.) πράττουν πάντα το καλό και συμμετέχουν στους αγώνες των αντιμαχόμενων ανθρώπων και λαών πάντα με τη μεριά των δί­καιων, των ενάρετων και των χριστιανών ορθόδοξων που είναι πάντα οι Γαλαξιδιώτες και σχεδόν όλοι οι Έλληνες. Οι μεταφυσικές δυνάμεις από την κατηγορία των καλών αγωνίζονται κι αυτές εναντίον των επιδρομέων που υποστηρίζονται από το σατανά ή και αποτελούν προσωποποίησή του.

Χώροι δράσης και αντίδρασης των καλών είναι η θάλασσα και η στεριά. Πολύ συχνά όμως στην «Ι.Γ.» πεδία μαχών και θέατρα πολέμου αποτελούν οι χώροι της χριστιανικής λατρείας, οι οίκοι του θεού και των αγίων: κάθε φορά που οι άπιστοι και οι αντίχριστοι παραβιάζουν τις θύρες των ναών και πράττουν εγκλήματα (βεβηλώνουν τα άγια των αγίων και χύνουν χριστιανικό αίμα) μέσα στις εκκλησίες, σφάζουν παπάδες μπροστά στο ιερό βήμα (αυτό κατά το συγγραφέα είναι και το μεγαλύτερο έγκλημα) ο θεός απαν­τά συνήθως με σεισμούς, με φανερώσεις και με άμεση συμμετοχή των ίδιων των αγίων στις συγκρούσεις. Έτσι, οι ουράνιες δυνάμεις εμπλέκονται στις υποθέσεις των ανθρώπων πάνω στη γη, η δράση τους, η ενεργή και αποφα­σιστική συμμετοχή τους εξαρτάται και υπαγορεύεται αποκλειστικά από τις συγκρούσεις των γήινων δυνάμεων· ο θεός, οι άγιοι και οι δαίμονες αποτε­λούν προέκταση (και επιβεβαίωση) του καλού και του κακού σε κάποιες ανώτερες, μη ελεγχόμενες από τους ανθρώπους σφαίρες και επίπεδα ύπαρξης: είναι η αφαίρεση και η γενίκευση της έννοιας και της πράξης καλού-κακού στους χώρους των ιδεών και της μεταφυσικής.

2. Αυτός ο σαφής διαχωρισμός των μεταφυσικών δυνάμεων σε απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς, σε δίκαιους και άδικους, η συμπαράσταση των κα­λών στους Έλληνες, και των κακών στους επιδρομείς, καθώς και η αποκλειστι­κότητα της δράσης τους (και της περιγραφής) μόνο στη γη και καθόλου στον ουρανό, μόνο μαζί και σε σχέση με τους ανθρώπους, αποτελούν την ειδοποιό δι­αφορά σε επίπεδο οργάνωσης των υλικών ανάμεσα στα ηρωικά έπη του Ομή­ρου, από τη μια μεριά, και στην «Ι.Γ.» του ιερομόναχου Ευθύμιου, από την άλ­λη. Οι μεταφυσικές δυνάμεις εκφράζουν μόνο τις ακραίες, τις απόλυτες κατη­γορίες των ανθρώπων: τους καλούς και τους κακούς. Ο Ευθύμιος (όπως και ο Όμηρος) μας ζωγραφίζει και μια άλλη κατηγορία των δυνάμεων της γης που δεν βρίσκουν την αντιστοιχία τους στις δυο αντίθετες κι ασυμβίβαστες κατη­γορίες των μεταφυσικών δυνάμεων: είναι οι άνθρωποι που συνδυάζουν το κα­λό με το κακό, τη δύναμη με την αδυναμία, την πίστη με την προσωρινή απώλειά της. Είναι αυτοί που μπορούν να συμπεριφέρονται (και ανάλογα να δρουν) άλλοτε με την ιδιότητα του καλού κι άλλοτε του κακού, με κάποια σχετική ευκολία και άνεση να περνούν από το στρατόπεδο των ενάρετων και πι­στών σ’ εκείνο των αμαρτωλών και των αντίχριστων και τελικά πολλοί απ’ αυ­τούς επιστρέφουν στους κόλπους της εκκλησίας και της τιμής, της σωστής από­φασης και της διόρθωσης με τη μετάνοια και την καταδίκη του κολασμένου παρελθόντος τους. Μερικά από τα λογοτεχνικά πρόσωπα του Ευθύμιου δεν χρωματίζονται καθόλου και παίζουν μόνον επεισοδιακό ρόλο.

Mitologia-Grega.jpg

Στην κατηγορία των θνητών με τη διττή αυτή υπόσταση ανήκει ο Κυρ Μιχαήλ Κομνηνός, την ιστορία του οποίου αφηγείται ο συγγραφέας στο έργο του· και μάλιστα με έμφαση ακριβώς στην πορεία του από την αρετή στην αμαρτία και από δώ στην αρετή και την πίστη.

Με το «στήσιμο» των τελευταίων αυτών ανθρώπινων τύπων, καθώς και των αντίστοιχων συνθηκών, μέσα στις οποίες ζουν, σκέπτονται και δρούν αυτά τα άτομα, ο Ευθύμιος πραγματοποιεί ένα αποφασιστικό άλμα από τη μεσαι­ωνική στη νεώτερη λογοτεχνία, συνδυάζοντας το ηρωικό και το υψηλό με το αντιηρωικό και το χαμηλό μέσα στα πλαίσια της ζωής και της ανόμοιας συμ­περιφοράς του ατόμου ως προσώπου «ιστορικού» και ως λογοτεχνικού τύπου. Αυτό το αισθητικό απόκτημα φέρνει τον Ευθύμιο στη μεγάλη κοίτη της Ευ­ρωπαϊκής λογοτεχνίας, όπου στην πεζογραφία κυριαρχεί η μορφή του Θερβάντες. Ο δρόμος πια είναι ανοιχτός προς τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη και προς το πεζογραφικό έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

3. Η «Ι.Γ.» προσφέρεται στη μελέτη των δύο επιπέδων που προαναφέραμε σε σύγκριση με το ίδιο πρόβλημα στην «Ιλιάδα» του Ομήρου. Τα δύο επίπεδα που μας ενδιαφέρουν είναι η Γη και ο Ουρανός, ως χώροι παραμονής και δράσης των μεταφυσικών δυνάμεων. Και οι δυο αυτοί κόσμοι συνεργάζονται και συγ­κρούονται διαδοχικά, πυροδοτώντας συνεχώς την πλοκή και την εξέλιξη της υπόθεσης.

Είναι γνωστό ότι ο Όμηρος στην «Ιλιάδα» χρησιμοποιεί το δεκάχρονο τρωικό πόλεμο με όσο γίνεται περισσότερες λεπτομέρειες και μάλιστα όταν η αρχή και το τέλος της εποποιίας βρίσκονται στο μακρυνό παρελθόν που είχε προλάβει να γίνει θρύλος και γενικότερα προφορική παράδοση —ιστορική και μυθολογική ταυτόχρονα. Ο Ευθύμιος εξιστορεί μια μακραίωνη περίοδο από τα συμβάντα του τόπου του, από τον 10ο αι. μέχρι τα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα, επιμένοντας σε καίριες στιγμές της ιστορίας κατά λακωνικότατο («ασκητικό») τρόπο παρουσιασμένες. Η παράδοση στην οποία στηρίζεται εί­ναι και η γραπτή, αλλά και η προφορική που συνδυάζει ιστορικά, αλλά και μυθολογικά (κυρίως μεσαιωνικά) στοιχεία. Όπως ο Όμηρος, στηριζόμενος στην παράδοση της εποχής του, φτιάχνει ηρωική ποίηση, έτσι και ο Ευθύ­μιος, αξιοποιώντας τη νεώτερη παράδοση του ελληνισμού, δημιουργεί μυθι­στορία και θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πεζογραφίας. Αν ο πρώτος βρίσκεται στη μεγάλη αρχή της ελληνικής ποίησης που εξισωνό­ταν τότε με τη λογοτεχνία γενικά, ο δεύτερος αρχίζει τη μεγάλη εξόρμηση για τη δημιουργία της καλλιτεχνικής πεζογραφίας, με την ανακάλυψη νέων δυνατοτήτων λογοτεχνικής έκφρασης για την Ελλάδα.

50.JPG

Για τον Όμηρο —και για τον ελληνισμό της εποχής του— η τύχη του τρω­ικού πολέμου ήταν γνωστή: ο ποιητής εξυμνεί μια εποχή που είχε γίνει ιστο­ρία και ίσως περιοσότερο θρύλος, μύθος και προφορική παράδοση. Το κείμενό του είναι φορτωμένο με όλες εκείνες τις επινοήσεις που ήταν απαραίτητες για την καλλιτεχνικά λογική ανάπτυξη και πορεία του θέματος. Η κατάληξη της υπόθεσης αποτελεί συστηματοποιημένη ενότητα και είναι γνωστή από τα πριν. Ο ρόλος των καλλιτεχνικών προσώπων της «Ιλιάδας» είναι όχι να αλλά­ξουν τη γνωστή ροή των πραγμάτων —ιστορικών και μυθολογικών— αλλά να την επιταχύνουν ή να την καθυστερήσουν με στόχο να αναπτυχθούν εκείνα τα στοιχεία που θα δικαίωναν και θα αιτιολογούσαν την αισθητική ολοκλήρωση του συνόλου, προκαλώντας τη συμπάθεια ή την αντιπάθεια του αναγνώστη – ακροατή προς ετούτα ή εκείνα τα λογοτεχνικά πρόσωπα από τις φυσικές ή τις μεταφυσικές δυνάμεις. Η κατάληξη της κάθε υπόθεσης στην «Ιστορία Γαλα­ξιδίου…» δεν είναι γνωστή από τα πριν και καθορίζεται από τη συμπεριφο­ρά και τη δράση των ανθρώπων που συχνά δέχονται την καθοριστική επίδραση των μεταφυσικών δυνάμεων. Ο Ευθύμιος γράφει για μια περίοδο, όταν μερι­κά γεγονότα και πρόσωπα πήραν τη μορφή του θρύλου, ενώ άλλα εντάσσονται σε μια άγνωστη έως τώρα καλλιτεχνική (ή όποια άλλη) ενότητα και λειτουρ­γούν κατά διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το ιστορικό κείμενο. Ο Ευθύμιος δημι­ουργεί πεζογραφικό έργο, κινούμενος μέσα στην εσώτερη λογική της ιστορικής πορείας, συντομεύοντας τις περιόδους αφήγησης και επιταχύνοντας την εξέλι­ξη της υπόθεσης. Τα φυσικά πρόσωπα της μυθιστορίας προχωρούν στην ι­στορία των γεγονότων, ενώ οι μεταφυσικές δυνάμεις με τις παρεμβάσεις τους κλείνουν μια ορισμένη φάση της αφήγησης, αλλά και ανοίγουν μια άλλη, βοη­θώντας συχνά στην κατανόηση και στην καλλιτεχνική παραδοχή αυτού που δε μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την δική τους ανάμιξη.

4. Τόσο στην «Ιλιάδα» όσο και στην «Ιστορία Γαλαξιδίου…» τα πάντα έ­χουν σαν αρχή τους τη δράση των αθρώπων —των καλών ή των κακών— ενώ οι μεταφυσικές δυνάμεις αναγκάζονται από την ίδια την εξέλιξη των πραγμά­των, από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες να αναμιχθούν, κι έτσι να κλίνει η πλάστιγγα προς εκείνη την πλευρά που αυτοί προστατεύουν και επιθυμούν τη νίκη της. Η μεγάλη, ίσως, διαφορά βρίσκεται στο ότι ενώ ο Όμηρος και η αρ­χαία ελληνική μυθολογία είναι με το μέρος των επιδρομέων, αλλά που οι πρά­ξεις τους θεωρούνται απαραίτητες για την απόδοση της δικαιοσύνης, ο Ευθύ­μιος είναι σφοδρά κατά των κατακτητών που, όμως, είναι μη Έλληνες και έ­χουν πάντα άδικο, ενώ οι αμυνόμενοι μάχονται για την πατρίδα και την ορθο­δοξία. Στην «Ι.Γ.» η αφήγηση για το συγκεκριμένο γεγονός και τους συμμετέ­χοντες στα συμβάντα αρχίζει άμεσα – χωρίς προλόγους και προϊστορίες, χωρίς αφορμές και αιτίες: εξιστορεί κάποια κάθοδο ξένων επιδρομέων και χρέος των δοκιμαζόμενων είναι εξ ορισμού να αμυνθούν και να περάσουν σε αντεπίθεση με όλα τα μέσα που τους προσφέρει η στιγμή.

Οι θεοί στον Όμηρο έχουν συγκεκριμένο τόπο (τόπους) κατοικίας και δι­αμονής: τον Όλυμπο, την ξηρά και τη θάλασσα. Κι αυτοί οι τόποι περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια, όπως και η υπόλοιπη γη, τα πεδία δράσης των αν­θρώπων. Η κοινωνία —η ιεραρχία και ο τρόπος λειτουργίας της— των ολύ­μπιων θεών έχει λίγο πολύ συγγενική δομή μ᾽ εκείνη των ανθρώπων, αν και τα επίπεδα εξέτασής της είναι κάπως διαφορετικά: πιο ψηλά οι θεοί, πιο χαμηλά οι άνθρωποι· με περισσότερη αποτελεσματικότητα δρούν οι θεοί, λιγότερο δρα­στικά και με μεγαλύτερη χρονική διάρκεια οι άνθρωποι. Η μόνον εν μέρει με­ταφυσική διάσταση της κοινωνίας των Ολυμπίων θεών γίνεται αποκλειστικά μεταφυσική στη χριστιανική θρησκεία και στην «Ι.Γ.»: εδώ δεν υπάρχει ο τό­πος κατοικίας του θεού, των αγίων, του σατανά, αλλά μόνον ο χώρος δράσης τους, που συμπίπτει με εκείνον των ανθρώπων. Όχι πως οι χριστιανικές με­ταφυσικές δυνάμεις δεν έχουν το δικό τους τόπο διαμονής (κατά τη χριστιανι­κή θρησκεία), αλλά αυτός ο τόπος απλώς δεν περιγράφεται. Κι όταν στο κεί­μενο του Ευθύμιου οι μεταφυσικές δυνάμεις τελειώνουν την ανάμιξη και τη δράση τους στις υποθέσεις των ανθρώπων, εξαφανίζονται από το πρόσωπο της γης χωρίς τον προσδιορισμό (από την πλευρά του συγγραφέα) του χώρου δια­φυγής τους.

Paolo_Veronese_-_Hyman,_Juno,_and_Venus_-_WGA24914.jpg

5. Η περιγραφή των ανθρώπων —ξεχωριστών ατόμων ή ομάδων— δεν πα­ρουσιάζει την εικόνα έντονης αντίθεσης, όπως εκείνη του θεού και των άλλων ουράνιων δυνάμεων. Οι θεοί στον Όμηρο έχουν συμπάθειες κι αντιπάθειες. Το καλό και το κακό ενυπάρχει τόσο στις «συμπαθητικές», όσο και στις «αντιπα­θητικές» δυνάμεις. Όμως αυτό που μετράει είναι το ποιός έχει περισσότερο και ποιός λιγότερο δίκιο, κι ακριβώς η τήρηση (και η αναγκαιότητα) της ηθικής, του έννομου προκαλεί την επέμβαση των θεών με κοινό συντονιστή και τελικό ρυθμιστή τον Δία. Κατά κανόνα, οι συμπαθούντες επεμβαίνουν όταν οι «συμπαθούμενοι» κινδυνεύουν να χαθούν ή τουλάχιστον βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη των αντιπάλων. Σαν στόχο τους θέτουν την επα­ναφορά της ισορροπίας ή και τη δημιουργία καλύτερων για τους φίλιους (ετού­της της στιγμής) συνθηκών. Η επιμήκυνση των σκηνών και το άπλωμα της διήγησης, το ενδυνάμωμα στοιχείων και πλοκής της περιπέτειας αποσκοπούν στην πλήρη χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει η επική τέχνη του λόγου: η ιστορία αποκτά εσωτερική αιτιολόγηση, νομοτέλεια και διαλεκτική πορεία μέσα από συμπτώσεις και αντιθέσεις. Το θέμα εξετάζεται ολόπλευρα και εξαντλητικά, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για επιλογή άλλης πορείας με διαφορετική κατάληξη.

Οι μεταφυσικές δυνάμεις —θεός, άγιοι και σατανάς— στην «Ι.Γ.» έχουν συγκεκριμένη κι αμετάβλητη ένταξη: ο θεός είναι πάντα με το μέρος των Ελ­λήνων-χριστιανών ορθοδόξων, και ο σατανάς με τους αντίχριστους. Η τήρη­ση της κοινής και χριστιανικής ταυτόχρονα ηθικής αποτελεί προϋπόθεση για τη βοήθεια του θεού, η παράβαση και η παραβίασή της—για τη συνεργεία του σα­τανά και στη συνέχεια— την ανάμιξη των δυνάμεων του καλού, αλλά υπάρχει βασικά σύμπτωση ανάμεσα στο «ηθικός» και στο «πατριώτης-χριστιανός» – Γαλαξιδιώτης (γενικότερα Έλληνας). Ο κατακτητής είναι πάντα μη ηθικός κι αντίχριστος. Οι λίγες εξαιρέσεις (οι μερικού μόνον χαρακτήρα παραβιάσεις του κανόνα): το προσωρινό πέρασμα των κακών με τους καλούς ή των καλών με τους κακούς μόνο τον γενικό κανόνα επιβεβαιώνουν, κάνοντας την ιστορία των ανθρώπων πιο ρεαλιστική και πολύμορφη, αποσχηματοποιούν την υπόθε­ση, η μυθιστορία γίνεται πιο αληθοφανής με την έννοια της περισσότερο αντι­κειμενικής ιστορικότητας: οι παραβιάσεις, οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του ατόμου δίνουν περισσότερη διαλεκτική συνοχή στο σύνο­λο, περισσότερα τα περιθώρια ανάπτυξης και εξέλιξης της υπόθεσης, τέλος η ποσότητα και η ποιότητα της καλλιτεχνικής πληροφορίας αυξάνουν.

Οι μεταφυσικές δυνάμεις και στα δύο κείμενα εξαντλούν τις δυνατότητες και τα όρια καθοριστικής βοήθ.ιας, αλλά από τα πριν είναι γνωστό ότι μόνον η μια πλευρά (θεοί και υποστηριζόμενοι απ’ αυτούς, άνθρωποι και λαοί) θα νική­σει: τηρητής του περισσότερου δίκαιου και ρυθμιστής της πορείας στην «Ιλιάδα είναι ο Δίας, και θα νικήσουν οι Έλληνες, ενώ στην «Ι.Γ.» είναι επίσης γνω­στό ότι ο σατανάς θα ηττηθεί μαζί με τους αντίχριστους, και οι Γαλαξιδιώτες (οι Έλληνες), υποστηριζόμενοι από το θεό, τελικά θα νικήσουν. Η αισι­όδοξη αυτή προοπτική, που απορρέει από το έργο του Ευθύμιου, θεμελιώνεται όχι τόσο από την επιθυμία (του συγγραφέα και των συμπατριωτών του) όσο από την ίδια την πορεία της ιστορίας (ελληνικής και ξένης) όπου επαναλαμ­βάνεται και επιβεβαιώνεται η αλήθεια: οι δυνάμεις του κακού (των κατακτητών) στην αρχή μπορούν να νικήσουν, να προκαλέσουν καταστροφές και ανα­στατώσεις, αλλά με την πάροδο του χρόνου χάνονται, ξεχνιούνται, ενώ συνε­χίζουν τη ζωή και τη δράση τους μόνον οι ντόπιοι (οι Έλληνες) στα πατρικά τους χώματα και στις εστίες τους. Η ιδέα αυτή είναι, ίσως, η κεντρική στη μυθιστορία του Ευθύμιου και πατάει γερά στο έδαφος της αλήθειας, της ιστορι­κής εμπειρίας (της αισιόδοξης γενικά προοπτικής) του ελληνισμού. 

Mengs_-_Apollo_Mnemosyne_und_die_neun_Musen.jpg

6. Οι Ολύμπιοι θεοί συμμετέχουν στις υποθέσεις των ανθρώπων συνήθως μεταμορφωμένοι, πότε παίρνοντας τη μορφή γνωστών προσώπων, πουλιών που συνομιλούν, πότε σύννεφου, για να κρύψουν ή να κρυφτούν —και σπάνια με το δικό τους πρόσωπο. Οι μεταφυσικές δυνάμεις του χριστιανισμού συμμετέχουν στην «Ι.Γ» με το δικό τους «πρόσωπο», με τη δική τους —κατά τη χριστιανι­κή μυθολογία— υπόσταση, και μόνον ο σατανάς παίρνει τη μορφή του ανθρώ­που, και μάλιστα του ανθρώπου της μη ηθικής και αντίχριστης πράξης. Οι θε­οί του Ολύμπου (όχι όμως ο Δίας) μπορούν να βάλλονται, να σαϊτεύονται από τους ανθρώπους-ήρωες, αργιά και που και να ηττούνται ακόμα, αλλά, συνήθως, όλα αυτά γίνονται πάντα με την υπόδειξη και τη συνδρομή των περισ­σότερο φίλιων θεών που βρίσκονται στο πλάι των ηρώων που έχουν τη συγκατάθεση του Δία, ενώ οι ενάντιοι θεοί με τις επεμβάσεις τους παραβίαζαν τη ισορροπία και γι’ αυτό έχουν την εχθρότητα ή —έστω— την μη συμπαράσταση του Δία. Οι χριστιανικές θεϊκές δυνάμεις (Χριστός, άγιοι κτλ.) επεμβαίνουν κι αυτές όταν οι αντίχριστοι (η προσωποποίηση του σατανά) ξεπερνούν κάθε όριο βαρβαρότητας και προπαντός όταν εξολοθρεύουν τους χριστιανούς, και εξαγριώνονται κυριολεκτικά, όταν οι αντίχριστοι μεταφέρνουν τα πεδία της βαρβαρό­τητας στους ίδιους τους οίκους του θεού: κατακλέβουν τα ιερά κειμήλια της εκ­κλησίας, χύνουν το αίμα των χριστιανών και παίρνουν τα κεφάλια των ιερέων μέσα στο ίδιο το ιερό—μπροστά στο άγιο βήμα. Έτσι, ουσιαστικά, όταν και όπου οι άνθρωποι αδυνατούν να πράξουν το αφύσικα ισχυρό για να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων προς όφελος τους ή όποτε οι άνθρωποι βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση και το αντίπαλο σύνολο υπερτερεί κατά πολύ στη συ­γκεκριμένη ιστορική φάση, τότε εμφανίζεται ο θεός —παλιά των ειδωλολα­τρών, τώρα— των ορθόδοξων— και πετυχαίνεται το ρεαλιστικά αδύνατο με τη συνδρομή της δικαιοσύνης. Το στοιχείο του παράδοξου και του παράλογου μετατρέπεται σε μορφή ιδεολογικής και αισθητικής αιτιολόγησης.

Εν τω μεταξύ, και στα δύο κείμενα συναντούμε σελίδες και ολόκληρα κεφά­λαια (ας πούμε: η Ζ’ ραψωδία της «Ιλιάδας» και κάμποσες από τις μικρές σε όγκο ιστορίες του Ευθύμιου) όπου οι μεταφυσικές δυνάμεις δε συμμετέχουν στη άμεση πορεία των γεγονότων: οι ολύμπιες —ύστερα από κοινή συνεννόηση και συμφωνία των δύο αντιμαχόμενων πλευρών—, οι χριστιανικές χωρίς τη ρητή δή­λωση, αφού η όποια συννεννόηση ανάμεσα στο θεό και τον σατανά είναι αδύνα­τη, ενώ η κατάληξη της σύγκρουσης ανάμεσά τους είναι από τα πριν γνωστή κι αμετάτρεπτη. Η κοινωνία των χριστιανικών θεϊκών δυνάμεων είναι καθαρά μεταφυσική και άκρως υποκειμενική. Οι κοινωνικές και οι ηθικές συγκρούσεις γενικεύονται και σχηματοποιούνται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι σχεδόν α­δύνατη η παραβολή με τις υπαρκτές δυνάμεις ανθρώπων και λαών σε τούτη ή την άλλη εποχή.

ΙΙΙ. Πλοκή, υπόθεση και σύνθεση στην «Ι.Γ.»

1. Από τη λογοτεχνία των περασμένων χρόνων, αλλά και της εποχής του ο ιερομόναχος Ευθύμιος κληρονόμησε (σε επίπεδο πλοκής) κυρίως μια παράδο­ση; Οι συγγραφείς— Έλληνες και ξένοι— δανείζονται ένα σχήμα πράξεων, μια γενική πορεία εξέλιξης κάποιου θέματος που είναι παρμένο από τον αρχαίο ή τον μεσαιωνικό κόσμο —τη μυθολογία, τη λογοτεχνία, την ιστορία, τη δημοτική τέχνη του λόγου— το τροποποιούν, το αναπτύσσουν και το συγκεκριμενοποι­ούν κατά τη δική τους μέθοδο και προς δική τους κατεύθυνση.

Τί όμως μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ευθύμιος από τη δική του παράδο­ση. Ένα από τα σχήματα στις διακρατικές-διεθνικές σχέσεις το οποίο επα­ναλαμβάνεται στην ιστορία των λαών σε διαφορετικές εποχές και κοινωνί­ες που αποτελούν σταθερό και επαναλαμβανόμενο σημείο στον τρόπο οργάνω­σης της πλοκής για αρκετά έργα, είναι και το παρακάτω: Ο Α στρατός (λαός) επιτίθεται εναντίον του Β λαού, τον κατακτεί, προκαλώντας καταστροφές σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Ο Β λαός αντιστέκεται στη βία και ύστερα από μα­κρόχρονους αγώνες και θυσίες, μέσα από ήττες και νίκες ο Α στρατός (λαός) είτε φεύγει (άγνωστο ή γνωστό πού) είτε χάνεται: λείπει η ιστορική μνεία ή την αποσιωπεί και δεν την εκμεταλλεύεται ο συγγραφέας στο προσωπικό του έργο.

Ιστορικές εμπειρίες πολλών λαών (αν όχι όλων) που να επαναλαμβάνο­νται σχεδόν κατά παρόμοιο τρόπο, υπάρχουν άπειρες. Αυτές ακριβώς έδωσαν και το αφηρημένο σχήμα του είδους των πλοκών που μόλις εκθέσαμε. Άρα, σε επίπεδο πλοκής είναι δυνατά και πρακτικά συνηθιζόμενα τα δάνεια και οι επα­ναλήψεις. Πίσω όμως από το αφηρημένο αυτό μοντέλο υπήρξαν και υπάρχουν οι πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις, τα ιστορικά πρόσωπα και τα σύνολα που έδρασαν. Ούτε ο τόπος των επιχειρήσεων, ούτε τα συμμετέχοντα άτομα και πλήθη, συχνά ούτε ο οπλισμός και οι μέθοδοι διεξαγωγής του πολέμου μοιά­ζουν συναμεταξύ τους. Όταν μάλιστα πρόκειται για λογοτεχνικό έργο, εκείνο που έχει σημασία και ιδιαίτερη αξία —ηθική και αισθητική— δεν είναι το συγγενικό μοντέλο των αφηρημένων καταστάσεων που μπορεί να επαναλαμβάνεται (να «περνά») από έργο σε έργο, αλλά τα πολύ συγκεκριμένα συμβάντα (ιστο­ρικά και φανταστικά), η συγκεκριμένη συμπεριφορά των προσώπων, οι αν­θρώπινοι χαρακτήρες και οι αμοιβαίες σχέσεις τους, όπως και οι εκτιμήσεις τους σ᾽ αυτά που διαδραματίζονται, το ηθικό και παιδευτικό μήνυμα που α­πορρέει από την ίδια την περιγραφή.

Το ιδεολογικό περιεχόμενο οποιουδήποτε έργου τέχνης είναι ιστορικά συ­γκεκριμένο, αλλά και ανεπανάληπτο. Αυτό καθαυτό απαιτεί από τον συγγρα­φέα να παρουσιάσει το θέμα, δηλαδή να αναπτύξει την πλοκή μέσα σε ένα σύστημα καλλιτεχνικών μέσων και συστατικών στοιχείων, τρόπων έκφρασης—επίσης μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Γι’ αυτό κι όταν ακόμα ο συγγραφέας δανείζεται και χρησιμοποιεί στο έργο του ένα γνωστό σχήμα πλοκής, από την φύση της τέχνης είναι υποχρεωμένος να το τροποποιήσει και να το εμπλουτί­σει με τις δικές του εμπειρίες, με το ταλέντο του προς την κατεύθυνση της όσο γίνεται περισσότερης συγκεκριμενοποίησης. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες απο­κτούν ετούτα ή εκείνα τα γνωρίσματα και τις ιδιομορφίες, τον δικό τους τρό­πο συναισθηματικής, διανοητικής και ηθικής στάσης και δράσης: Η συμπερι­φορά τους είναι συγκεκριμένη κι ανεπανάληπτη όχι μόνο σε τούτη ή την άλ­λη κατάσταση (επίσης συγκεκριμένη), αλλά και στη δοσμένη επεισοδιακή στιγμή. Το κάθε πρόσωπο και το κάθε τι που σχετίζεται με τη συμπεριφορά του λειτουργούν αισθητικά κατά συγκεκριμένο τρόπο, υποτασσόμενα πάντα στο κεντρικό νόημα του έργου που είτε είναι πλήρως γνωστό —το κεντρικό νόημα— για το συγγραφέα πριν αρχίσει να γράφει είτε το τροποποιεί και το διαμορ­φώνει τελικά στην πορεία της συγγραφής.

Ακριβώς αυτό κάνει και ο ιερομόναχος Ευθύμιος που δανείζεται, αλλά και μεταπλάθει την πλοκή, ενώ με τη μοναδικότητα και το ανεπανάληπτο της δικής του υπόθεσης δημιουργεί την «Ι.Γ.»

2. Το αφηρημένο σχήμα της πλοκής αποκτά αισθητική αξία και λογοτεχνι­κή οντότητα μόνο στην ανάπτυξη και την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Ο συγ­γραφέας επιλέγει τη μορφή της χρονικογραφικής βασικά περιγραφής κατά τρό­πο, ώστε η πορεία να αποτελεί αλυσίδα ιστορικών επεισοδίων και σκηνών. Μέ­νει πιστός στη χρονολογική διαδοχικότητα των γεγονότων που διαδραματίζο­νται σχεδόν στον ίδιο συνεχώς γεωγραφικό χώρο — στο Γαλαξίδι και την ευρύ­τερη περιοχή του. Αλλάζει, βέβαια, την ονομασία των κατακτητών, των ιστο­ρικών προσώπων και των ομάδων που συμμετέχουν στα επεισόδια και τις σκη­νές, συγκεκριμενοποιεί τις συνθήκες συμπλοκών και συγκρούσεων, καθώς επί­σης και ετούτη ή εκείνη την έκβασή τους για κάθε φάση της πάλης.

Στη διαμόρφωση όμως της πλοκής και της υπόθεσης στην «Ι.Γ.» συμμε­τέχουν δυο κόσμοι: Ο φυσικός και ο μεταφυσικός. Στον φυσικό ζούν και δρούν άνθρωποι, και ο Ευθύμιος στο έργο του προσανατολίζεται γενικά στην επίτευ­ξη από εκείνους (με τις πράξεις τους) του πιθανού και του δυνατού. Γι’ αυτό και περιγράφει υπαρκτά ή επινοημένα πρόσωπα και γεγονότα, προσφεύγοντας κυρίως σε ρεαλιστικούς τρόπους απεικόνισης και καλλιτεχνικής αναδημιουργί­ας. Εκείνο που αποφασίζει την πορεία της πλοκής και της υπόθεσης είναι τα «κανονικά» βήματα των ανθρώπων πάνω στους συνηθισμένους δρόμους και η περιγραφή μοιάζει με πιστή αντιγραφή ή φωτογράφιση προσώπων, κινήσεων, χειρονομιών, επεισοδίων και καταστάσεων.

Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα όταν ο ιερομόναχος Ευθύμιος περνά στην καλλιτεχνική αναπαράσταση του μεταφυσικού κόσμου —των θεϊκών και δαιμονικών δυνάμεων που συμμετέχουν στις πράξεις και τα έργα των ανθρώπων: Εδώ επιδιώκεται η επίτευξη του απίθανου και του αδύνατου στην έκβαση των συγκρούσεων με τη βοήθεια αποκλειστικά του μεταφυσικού κό­σμου. Έτσι ερμηνεύεται εν μέρει θεολογικά η ίδια η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας κατά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του λαού. Σ’ αυτές τις πε­ριπτώσεις —κατά πολύ λιγότερες από τις προηγούμενες του φυσικού κόσμου— κυριαρχούν τα φανταστικά πρόσωπα που αντικαθιστούν την «κανονική» πο­ρεία με θαύματα, με τη συγκέντρωση και τη δραστηριοποίηση υπερφυσικών δυνάμεων πίεσης για την επίτευξη του μεταφυσικού. Την «πορεία» της πλο­κής και της υπόθεσης εδώ αποφασίζει πια το ακατόρθωτο για ανθρώπους της γης. Η περιγραφή από τον Ευθύμιο είναι τώρα γυμνή επινόηση, καταγραφή φανταστικών και θεολογικών αντιλήψεων.

Η πλοκή θεωρείται από τα βασικά στοιχεία της σύνθεσης: Είναι ο άξονας που συγκρατεί και επανασυνδέει συνεχώς τη ζωντανή αλυσίδα των κινήσεων, των χειρονομιών, των πράξεων που αντικειμενικά βρίσκονται και λειτουργούν στο κείμενο.

3. Η σύνθεση, η «αρχιτεκτονική» της «Ι.Γ.» παρουσιάζει μια απλότητα όσον αφορά την «εξωτερική» της μορφή, αφού δεν χωρίζεται καν ούτε σε μέρη, ούτε σε κεφάλαια, αλλά όλο το έργο αποτελεί ένα χωρίς διακοπή κείμενο των 32 σελίδων. Ας σημειώσουμε όμως ότι ο Ευθύμιος σ’ αυτόν τον τομέα επα­ναλαμβάνει την υπάρχουσα παράδοση, ιδιαίτερα ως προς τη σύνθεση μικρών σε όγκο και αδιαίρετων σε αντίληψη έργων.

Gikas-Genii Loci.jpg

Όσο όμως πιο απλή φαίνεται η «εξωτερική» μορφή της σύνθεσης, τό­σο πλουσιότερη είναι η «εσωτερική» της διάρθρωση: Λογικά το κείμενο συν­απαρτίζεται από ξεχωριστά μέρη-περιόδους, από κεφάλαια και από μικρότε­ρες υποδιαιρέσεις στα πλαίσια του κεφαλαίου. Κατά παράξενο, μάλιστα, τρόπο η δομή της «Ι.Γ.» σε κάποια ανώτερα και πιο σύνθετα επίπεδα επαναλαμβάνει τη δομή των μερών και των κεφαλαίων. Ενιαία είναι η οργάνωση και η ποι­ότητα του λόγου, ο ρυθμός του με τις συχνές επαναλήψεις συνδυασμών λέξεων, ποιητικών εικόνων, με την προτίμηση της παρατακτικής σύνταξης, όπως αυτό αρμόζει στα επικά είδη. Ο Ευθύμιος επιλέγει τη δυναμική αφήγηση κι ό­ταν ακόμη ασχολείται με περιγραφές στατικού τύπου, όπως είναι ο χαρακτη­ρισμός λογοτεχνικών προσώπων, η αναπαράσταση τόπων (τοπίων) και κατα­στάσεων. Το στοιχείο της περιπέτειας και της αγωνίας εμπεριέχεται στην ίδια την πορεία της πλοκής και της υπόθεσης με την αδιάκοπη κίνηση μέσα από μικρότερες ή μεγαλύτερες συγκρούσεις που συχνά μεταφέρνονται από τον έξω κόσμο στο εσωτερικό των δρώντων προσώπων. Την τρικυμισμένη πορεία της αφήγησης του ο ιερομόναχος Ευθύμιος την εμπλουτίζει με τις πυκνές παρεκ­βάσεις όπου σχολιάζει, αποκαλύπτει, δίνει τελικές εκτιμήσεις σε πρόσωπα και γεγονότα, με παρατηρήσεις, με μονόλογους —«εξωτερικούς» και «εσωτε­ρικούς»— με την εναλλαγή των εικόνων που είναι παρμένες από την αντικει­μενική πραγματικότητα και από τους χώρους της ενόρασης και του ονείρου.

Τό σύνολο της σύνθεσης δένεται κατά ζηλευτό τρόπο με τη βοήθεια της πλήρως και χωρίς διαφορούμενα, εκφρασμένης θέσης του Ευθύμιου απέναντι στα ιστορούμενα: o συγγραφέας έχει βρει την αποκλειστικά δική του σκοπιά απ᾽ όπου αφηγείται, κρίνει και εκτιμά. Η στάση του αυτή είναι σταθερή κι α­μετάβλητη, τα μηνύματα που «περνάει» είναι μονόσημα και κατά κατανοητό τρόπο διατυπωμένα, ο λόγος και το ύφος της γραφής ακολουθούν την ένταση και τις διακυμάνσεις την πνοής που επαναλαμβάνονται σε συγγενικές κατα­στάσεις, προσδίδοντας έτσι και μ᾽ αυτόν τον τρόπο στο κείμενο συνοχή, στα­θερότητα και διαχρονική διάρκεια.

Syggrafeis

 

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορές

Μερικές παρατηρήσεις στην ιστορία Γαλαξιδίου του ιερομονάχου Ευθυμίου

Χρονικό του Γαλαξειδιού

 

Screen Shot 2018-05-15 at 7.52.22 PM

 

Εικόνα εξωφύλλου:

Ηλίας Αναγνωστάκης (επιμ.), Ευθυμίου ιερομονάχου, Χρονικό του Γαλαξειδίου, Ακρίτας, Αθήνα 1985.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Ο/Η Βεατρίκη Α λέει:

    Καλησπέρα σας! Ο Ευθύμιος με γοήτευσε. Και το χρονικό του θα το διαβάσω- κάπου θα το βρω.Διαβάζοντας αρχικά το απόσπασμα από το χρονικό, εθαύμασα (και με τις δύο έννοιες της λέξης) το είδος της γραφής του Ευθύμιου. Η γλώσσα του – τι να πω..το κάτι άλλο!!. Αυτήν την γλώσσα να μιλούσαν οι λαϊκοί τότε; Έχει μια ιδιαιτερότητα και μια ζωντάνια εκπληκτική! Μια ποιητικότητα θάλεγα… Ο τρόπος του αφήγησης, εκεί που τόσο φυσιολογικά εντάσσει στην ιστορική περιγραφή, την ζωντανή παρουσία του Θείου, ως μέρους της ιστορικής πραγματικότητας που δρα και επηρρεάζει! Με άφησε άφωνη..Με ξάφνιασαν αργότερα οι συγγραφείς εκεί που αναλύοντας και εκτιμώντας το χρονικό, κάνουν λόγο για επιλογές του Ευθύμιου σε σχέση με το ύφος της γραφής ( δυναμική, περιγραφές στατικού τύπου.. ) περιγραφές.. Κι αν δεν επακολουθούσε η αναφορά τους σε αυτή που ο ίδιος ο Ευθύμιος γράφει δίνοντας την θέση του (..ο συγγραφέας έχει βρει την αποκλειστικά δική του σκοπιά..) θα εξακολουθούσα να αναρωτιέμαι κατά πόσο ήταν επιλογές του Ευθυμίου ή απλά η δικιά του «μονόδρομη» έκφρασή του ως χαρακτήρος.. Αξίζει να διαβάσω το ίδιο το χρονικό..
    Από την μεριά μου,να σας ευχαριστήσω και γι’ αυτή την επιλογή σας παρουσίασης του θέματος..Η ίδια, πολλά-πολλά χρόνια πριν, όταν είχα για πρώτη φορά επισκεφθεί το Γαλαξείδι, είχα ακούσει ένα γεροντάκι να μου μιλάει για το χρονικό αυτό..Ήταν ο μοναδικός φύλακας του τότε μουσείου ..Δυο δωμάτια είχε όλα κιόλα τότε το μουσείο, θυμάμαι, κι ήταν το ισόγειο ενός δίπατου παλιού σπιτιού,με παλιό ξύλινο πάτωμα που καθώς το περπατούσα τίναζε την σκόνη που αιωρούνταν στο ημίφως από τα κλειστά παραθυρόφυλλα.. Ο γέροντας ήταν σαν ξεχασμένος εκεί μέσα- δεν επισκεπτόταν κανένας τον χώρο- μου είχε πει..Λαχτάραγε να μιλήσει σ’ άνθρωπο..Κι έτσι, ενόσω κοίταζα μια γοργόνα ξύλινη ζωγραφιστή-που κάποτε ήταν- δεν θυμάμαι την λέξη- μια φιγούρα που έδινε το σήμα κατατεθέν στα παλιά ιστιοφόρα στην πλώρη νομίζω, ο γέροντας μου μίλαγε για το χρονικό του Γαλαξειδίου, όπως τόχε διαβάσει στο παλιό αυτό χρονικό.. Για το τι μου έλεγε δεν θυμάμαι πράγματα. Πάντως, όποτε σκέφτομαι το Γαλαξίδι και κάθε μα κάθε φορά που γίνεται λόγος γιαυτόν τον τόπο, η ξυλόγλυπτη ζωγραφισμένη γοργόνα παρέα με τον γέροντα να μου μιλάει για το χρονικό ενώ μπροστά του χόρευαν τα σωματίδια της σκόνηςμ έρχεται στον νου μου..Ζωντανή εικόνα, σαν και τώρα…..Γλυκειά θύμιση..Νάστε καλά!. ,

    Μου αρέσει!

    1. Ο/Η Πυθεύς λέει:

      Ευχαριστούμε πολύ! Μας τιμά ιδιαίτερα ο τρόπος που εκφράζεστε και χρησιμοποιείτε τη γλώσσα μετατρέποντας αυτό το «σχόλιο» σε προοίμιο αντάξιο της παρουσίασης. Αυτό βέβαια δεν ξενίζει όποιον παρακολουθεί τις προσωπικές σας αναρτήσεις.

      Αρέσει σε 1 άτομο

      1. Ο/Η Βεατρίκη Α λέει:

        Καλησπέρα σας! Τι καλά λόγια μου λέτε, σας ευχαριστώ πολύ!!

        Αρέσει σε 2 άτομα

Τα σχόλια έχουν κλείσει.