Εγκώμιο στον Άστιγκα

στις

Επανερχόμαστε στον … ανιδιοτελή φιλέλληνα Φραγκίσκο Άστιγξ (Frank Abney Hastings) [βλ. Χείλων 14/4/2013] με ένα απόσπασμα το οποίο αντλήθηκε από τα Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα και το αχρονολόγητο αυτόγραφο του Γεωργίου Τερτσέτη, με τη σημείωση του ιδίου «Elogio del Capitan Astings Comandante del vapore greco» [Αρχείο Γ. Τερτσέτη σ.223].

Ο λόγος αυτός του Τερτσέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. «Ελληνική Δημιουργία» [54 1950 σσ 675-680] και αποτελεί λογοτεχνικό μνημείο. Εκτενές αφιέρωμα στον Άστιγγα παρέχεται από την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Δ. Α. Κόκκινου [τομ. 6 σσ 255-261]. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το κείμενο, προσπάθησα αρκετές φορές να συγκρατήσω τη σκέψη μου στο έτος 1829 που το χρονολογεί. 

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

 

Η καταστροφή του στόλου του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο, ψύχωσε τον ελληνικό στόλο.

Μ’ όλες τις ζημιές που έπαθε απ’ τα εχθρικά πυροβολεία του Ρίου και του Αντιρρίου, ο Άστιγκας με τό καράβι του «Καρτερία», τό πρώτο ελληνικό ατμόπλοιο, και μερικά άλλα καράβια, έφτασε προς τό λιμάνι της Πάτρας. Ο Άστιγκας επιζητούσε ευκαιρία ν᾽ αποδείξη πως η «Καρτερία» ξακολουθούσε να είναι το ίδιο φοβερή όπως και πρώτα.

Στην Πάτρα κείνη τη στιγμή ξεφόρτωνε κάποιο αυστριακό καράβι —«μπρίκι»— τρόφιμα γιά τον εχθρό, που το προστάτευαν τα τουρκικά πυροβολεία. Ετοιμάστηκε τότε ο Άστιγκας να το αιχμαλωτίση. Ο Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα μπήκε σε μιά βάρκα με τη σημαία του στην πλώρη, κι ήρθε στην «Καρτερία» αφού στο μεταξύ Τούρκοι κι Αυστριακοί ξεφόρτωναν στά γρήγορα τα τρόφιμα απ’ το μπρίκι.

Ο Άστιγκας πρόλαβε τόν πρόξενο και τον σταμάτησε στη σκάλα της «Καρτερίας». Κι εκεί έγινε αυτός ο διάλογος:

Άστιγκας : Ώς πρόξενος της Αυστρίας βεβαίως γνωρίζητε ότι η Ελληνική Κυβέρνησις έχει κηρύξει σε αποκλεισμό την Πάτρα κι ότι υπάρχει ελληνική κανονιοφόρος περιπλέουσα τό λιμάνι.

Πρόξενος: Η Κυβέρνηση μου δεν αναγνωρίζει ελληνική Κυβέρνηση και συνεπώς δεν αποδέχεται την ισχύ των πράξεών της.

Άστιγκας : Οι διαταγές μου είναι να κυρώσω τις πράξεις αυτές κι οφείλω να σας παρακαλέσω να πάτε αμέσως εις το αυστριακόν βρίκιον που έχει αράξει εις το λιμάνι, και να διατάξετε τον πλοίαρχο να έλθη στο κατάστρωμά μου με τα δικαιολογητικά του.

Πρόξενος : Νομίζω ότι ομιλώ σε Άγγλο κι επειδή ούτε ή Αυστρία ούτε η Τουρκία βρίσκονται σε πολεμικές σχέσεις με την Αγγλία, είσθε υποχρεωμένος να σεβασθήτε την αυστριακή σημαία.

Άστιγκας : Ομιλείτε, κύριε, προς αξιωματικό του ελληνικού ναυτικού, που διοικεί την μοίραν του αποκλεισμού των Πατρών, κι αν το αυστριακόν βρίκιον δεν τεθή υπό τας διαταγάς μου σε πέντε λεπτά, θα βομβαρδίσω και το τουρκικό στρατόπεδο, και το βρίκιον για να τα καταστρέψω.

Και πριν ακόμα ό Άστιγκας τελειώσει τα πιο πάνω λόγια του, έβγαλε το ρολόγι του και παρακολουθούσε την ώρα, αφήνοντας τον πρόξενο που προσπαθούσε να του μιλήση για να κερδίση καιρό. Αναγκάστηκε τότε να φύγη άπρακτος απ’ την «Καρτερία» κι αντί να διαβίβαση τις διαταγές του Άστιγκα στον κυβερνήτη του αυστριακού, ξεμπαρκάρισε στο μουράγιο. Στο μεταξύ το αυστριακό μπρίκι πήγε να προφυλαχτή κάτω απ’ τα τούρκικα πυροβολεία.

Ο Άστιγκας όμως δε χοράτευε. Αφού πέρασαν τα πέντε λεπτά της ώρας που έταξε, άνοιξε κανονίδι και στα εχθρικά πυροβολεία και στο αυστριακό. Σε λίγο το αυστριακό μπρίκι βούλιαζε.

1024px-Karteria

Ἂν δὲν ἐκαταλάβαινα ὃτι ἠμποροῦσε νὰ εἶναι πρὸς ὠφέλειάν σας ὁ ἒπαινος τούτου τοῦ ἀνδρὸς θὰ ἐσίγαα, φοβούμενος μήπως ὁ γενναῖος ὁποὺ θάφτομεν δὲν δεχθεῖ μὲ εὐχαρίστησιν τὸ στολίδι τοῦ θανάτου καὶ τῆς ζωῆς του. Οἱ λογικοὶ ἂνδρες καὶ οἱ ἀναθρεμμένοι μὲ τὴν μακαρίαν αἲσθησιν τῆς τιμῆς, ἂν πορεύονται μὲ ἀρετὴ εἰς τὸ ἀνθρώπινο ταξίδι, δὲν τὸ ἒχουν διὰ καύχημα, ἀλλὰ ὡς χρέος, ὃθεν καὶ κρίνουν ἀνάρμοστο ἢ καὶ ὓποπτο τὸν στέφανον, ὁποὺ ἡ καλὴ γνώμη τῶν ανθρώπων θελήσει νά θέσει εἰς τὸ μνῆμα των. Οἱ ἒπαινοι ὃμως καὶ οἱ τιμὲς ὁποὺ τοὺς γίνονται ἠμποροῦν νὰ προξενήσουν κέρδος εἰς τοὺς ζωντανούς. Ἑρμηνεύοντας ὁ λόγος μὲ ποίους τρόπους καὶ ἀρετὴν ἐπέρασαν τὴ ζωή τους καὶ τέτοια ἀκούοντας ὁ αἰσθαντικός καλοπροαίρετος γίνεται προθυμότερος εἰς ὃμοιον, εὑρίσκει μὲ εὐκολίαν τὰ ἲχνη ὁποὺ ὀρέγεται, καὶ ὁ κακόγνωμος ἲσως τάχα σωφρονισθεῖ καὶ ἐντρεπόμενος ἀηδιάσει τὰ ἂτυχα ἒργα. Ἃς μᾶς συμπαθήσει λοιπόν ὁ καλὸς ἂνδρας ἂν βάνομε λόγο εἰς τὸ θάνατό του, καὶ καθὼς ζωντανός ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα, ἂς εἶναι τώρα τὸ θέλημά του νὰ τὴν βοηθήσει καὶ ἀποθαμένος. Παντέχω, ὃτι ἀπὸ ἑφτὰ χρόνους κι ἐδῶ ὁποὺ ἐγνωρίσατε ἐτοῦτον τὸν ἂνδρα, ἡ ζωή του μορφώνει μιὰν εὒμορφη εἱκόνα τῆς ἀρετῆς καὶ βάλετε προσοχὴ ἂν εἰς τὰ λόγια μου ταιριάζουν οἱ ἀποδείξεις.

Ποία δικαιολογήματα, ποία σκέψη ἐπαρακίνησε τοῦτον τὸν ἂνδρα ν᾽ ἀφἠσει τὴν ἐλεύθερη πατρίδα του, καὶ ἀπὸ τὲς Ἀτλαντικὲς ἀκροθαλασσιὲς νὰ ἒλθει σύντροφος εἰς τοὺς κινδύνους τῶν ἀρμάτων σας καὶ ν᾽ ἀφἠσει τὰ κόκκαλά του νὰ θαφτοῦν χωριστὰ ἀπὸ τοὺς προγόνους του; Βούλομαι, ὦ Ἓλληνες, νὰ ἀναλύσω μὲ ακρίβεια τὲς προαίρεσες αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ μοῦ φαίνεται ὃτι ἡ καρδία τῶν ἐναρέτων ἀνδρῶν εἶναι ὡς ἓνας τόπος ἱερὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν δύνεται νὰ ἐμπεῖ τινὰς δίχως εὐχαρίστηση καὶ νὰ μὴν ἓβγει μὲ ἀγαθότερη γνώμη.

Δὲν εἶναι μονάχα πατρίδα τοῦ ἀνθρώπου ὁ στενὸς τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἐγεννηθήκαμε, ἀλλὰ ὃλη ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν περιαγκαλιάζει ὁ εὒμορφος αἰθέρας. Τὰ βουνά, τὰ ποτάμια, ἡ ἀκοίμητη βροντὴ τοῦ πελάγου καὶ οἱ πρόληψες τῆς ἀμάθειας, δυνατότερες ἀπὸ τὰ ἲδια τὰ στοιχεῖα, χωρίζουν καὶ διαμοιράζουν τὴν ἀνθρωπότητα. Οἱ σπουδασμένοι ὃμως εὒκολα παρατηροῦν, ὃτι, καθὼς ὃμοιο εἶναι τὸ λογικὸ τῶν ἀνθρώπων, ἓνας εἶναι ὁ νόμος, μία ἡ φυλή, καὶ συμβαίνει αὐτὴ ἡ στεριά, ἡ ὁποία κατοικιέται ἀπὸ ἡμᾶς νὰ εἶναι μιὰ μεγάλη πολιτεία, τῆς ὁποίας ὃλοι οἱ ἂνθρωποι νὰ εἲμεθα πολῖται.

Πῶς δύνονται τὰ ὑλικὰ ἐμπόδια τῆς φύσεως νὰ φράξουν τὴν διάβαση τοῦ νοὸς καὶ νὰ μὴν αἰσθανθεῖ τὸ πνεῦμα τὴν συγγένεια, ὁποὺ ἒχει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἂλλου ἀνθρώπου; Πῶς δύνονται τὰ βαρβαρικὰ εἲδωλα τῆς ἀμάθειας νὰ μὴ φανοῦν ἂϋλα, ὡς εἶναι, ἂν θελήσομε νὰ ὀρεχθοῦμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ γευθοῦμε τὴν Σοφία; Μὲ ποὶα γνώση λογαριαζόμεθα ξένος ὁ ἓνας τοῦ ἂλλου, ἐμεῖς ὁποὺ ἐντέσαμε τόσο γειτόνοι εἰς τούτη τὴ μικρὴ σφαίρα τῆς γῆς, ἀσήμαντο μέρος, ἂφαντη στιγμὴ ἒμπροσθεν εἰς τὸν ἀπέραντο κόσμο;

Τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι ἡ πατρίδα μας καὶ ὃλη ἡ γῆ σκηνὴ τῶν ἒργων μας καὶ ὀλιγοχρόνιοι λημεριαστάδες αὐτῆς τῆς τάχα παντοτινῆς σκηνῆς χρεωστοῦμε ν᾽ αφίσομε πολύτιμη κληρονομιὰ ἀπὸ εὒμορφες ἐπιστῆμες καὶ ἀπὸ ἒργα δοξασμένα.

Αὐτοὶ ἦσαν οἱ στοχασμοὶ τοῦ ἀνδρὸς ὁποὺ θάφτομε κι ἐπόνεσε διὰ τοὺς Ἓλληνας καὶ ἢλθε σύμμαχος τῶν ἀρμάτων σας. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία ἐδημηγοροῦσαν εἰς τὸν κόσμο καὶ ἒκρουαν τὲς θὺρες τῶν ἐθνῶν, προσκαλώντας συμβοηθοὺς τῶν ἒργων σας. Ὃπου ἦτον ναοὶ Σοφίας, ἢ εἰς τὰ ἐνάρετα σπίτια τῶν ἐναρέτων, ὀρέγοντο νὰ κηρύττουν, ἒχοντας ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ καλὸ άκροατὴριο. Ἠχολογοῦσεν ὁ τόπος εἰς τὴν εὒμορφη ὁμιλία τους καὶ ἀναμετρώντας ἂφηναν εἰς τὰς φρένας ἲχνη βαθείας καὶ πολυκαιρινῆς μελέτης. 

Δὲν εἶναι οὒτε ὴ δικαιοσύνη, οὒτε ἡ ἐλευθερία πλάσματα ἀνθρώπινα, διαβατικά, ὡσὰν βασίλειο τῆς γῆς, ἀλλὰ ἂναρχη εἶναι ἡ γέννησή τους καὶ παντοτινή, νοῦς καὶ θεότητες, ἐπιστήμη και λατρεία σοφῶν ανδρῶν καὶ ἡρώων. Σεβάσμιοι καὶ θαυμάσιοι ἦταν οἱ ἀγῶνες σας, ὦ Ἒλληνες, μέγας ὁ κίνδυνος, ἐκρούατε τύραννο σκῆπτρο, τοῦ ὁποίου ὁ τρόμος εἶναι ἀκόμα μαρτυρημένος ἀπὸ τὲς τιμές, ποὺ κατὰ διαδοχὴ τοῦ προσφέρονται απὸ τοὺς θρόνους τῆς Εὐρώπης, καὶ ὃπου μόλις κλείει χρόνου ἑκατοντάδα, ὂταν ἐφοβέριζε Μητρόπολη μεγάλης Αὐτοκρατορίας.

Ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ πολιτευμένη Ἀμερικὴ ἐστήθηκαν εἰς τὸ ἀμφιθέατρο παρατηρώντας τὴν ξακουστὴν Ἑλλάδα καὶ φυλλοκάρδι δὲν ἒμεινε ἀτάραχο καὶ κάθε νοῦς ἐσκέφτηκε τὸ κὲρδος τῶν τὲκνων της, καὶ ὃσοι ἧταν ἐνάρετοι πολεμικοὶ τὰ χέρια τους ἒτρεξαν στὴ φούχτα τῶν σπαθιῶν τους, καὶ ἧλθαν βοηθώντας σας εἰς τὲς δακρύχαρες μάχες. Ἲσως εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Ἂρτας μὲ τὸν καιρὸ νὰ σηκωθοῦν μνημεῖα διὰ τοὺς φιλέλληνας ὁποὺ ἀγωνίσθηκαν καὶ ἀπέθαναν. Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι μνημεῖα εἰς τιμὴν ἐδικήν μας, ἢ τῶν φονευμένων, ὃσο ἒνας θρίαμβος τῆς προχώρεσης τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς καλογνωμίας τοῦ αἰῶνος ποὺ ζοῦμε.

Χαρεῖτε, ὦ ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων, διότι ἂν εὐτυχισμένο ἢ ἂτυχο μέλλει νἆναι τὸ τέλος σας, ἀπολαύσατε, ὡς τώρα, τὸ ἐντελέστερο καύχημα. Διὰ σᾶς ἠχολόγησε ἡ εὐχὴ τῶν ἐναρέτων καὶ ἐχύθηκε τὸ αἷμα τῶν ἀνδρείων. Καὶ ἓνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι ὁ Ἂστιγκ, τὸν ὁποῖον ἐμεῖς τώρα ἀποχαιρετᾶμε νεκρόν, ὂχι δι᾽ ἂλλο, ἀλλὰ διατί, θέλοντας ν᾽ ἀποχτήσει χώρα Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ ἐφονεύθηκε. Ὁ ἐρχομός του μᾶς εἶχε μηνύσει τὴν ἀρετήν του, ὁ θάνατος ἐπίσημα τὴν ἐπικύρωσε.

Πόση ἐμπιστοσύνη ὁ ἐνάρετος εἶχε τάξει εἰς τὰ λαμπρά του φρονήματα θὰ φανερώνεται απὸ τὴν ἀφοβία του εἰς τοὺς πολέμους. Οἱ κίνδυνοι δὲν τὸν ηὖραν ποτὲ νὰ συλλογιέται διὰ τὴν ζωή του, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπόληψη τῆς ἀνδρείας του. Πολύτιμος ἂνθρωπος, ὦ Ἓλληνες, ἐτίμησε μὲ τὸ αἷμα του τὴν πατρίδα μας. Ἡ καλή του καρδιὰ τὸν εἶχε κάμει φιλάνθρωπο, τὸ ὀρθό του λογικό εἶδε τὸ ἀθάνατο κάλλος τῆς δικαιοσύνης, ἡ μεγαλοψυχία του ὀρέχθηκε θαυμάσιο ἒργο, τὴν ἐλευθερία ἑνος ἒθνους, καὶ ἡ ἀνδρεία του ἐκυνήγησε τὸ πράγμα ὣς τὰ ὃρια τῆς ζωῆς, ἐκεῖ ὃπου τὸ κορμὶ ἀγκαλιάζεται μὲ τό χάρο!

Χαίρου, ὦ Ἀγγλία, διατὶ αὐτὸς ἐγεννήθηκε εἰς τὰ ἐλεύθερα ἀκρογιάλια σου, ἡ δόξα ἀπὸ τίμια ἀνδραγαθήματα ἰσοδυναμεῖ τὸ μεγαλεῖο διὰ τὰ περίσσια καράβια, τοὺς δυνατοὺς συμμάχους καὶ τὸν ἂπειρο θησαυρό. 

Σέβου, ὦ Ἀγγλία, ὃσα τέκνα σου λάχουν ἀγαθά, γιατὶ καὶ ἂλλα τέκνα ἀνάστησες, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἂμποτε, διὰ τὴν τιμήν σου, νὰ μὴν ἢθελε γραφθοῦν ποτὲ εἰς τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Σύγχρονος μὲ τὸν Ἂστιγκ ἧτον ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἂλλο ἀγαθὸν δὲν εὑρίσκει ὁ συλλογισμός πάρεξ τὸ δίκαιο ἒργο τοῦ ἲδιου τοῦ φονικοῦ. Οὒτε χέρια πλέον μολεμένα ἀπὸ κακία εὑρίσκοντο εἰς τὸν κόσμο, οὒτε καρδιὰ πλέον μολεμένη νὰ λαβώσουν. Ἡ σφαγὴ του ἐστάθηκε ἒνας καλὸς άρραβώνας μεταξὺ ἂτιμα χέρια καὶ ἀτιμότερα σπλάγχνα. Ἂμποτες ἡ ἀκοή του νὰ δέχεται ὃσο ἀνάθεμα τοῦ λαλεῖ ὁ κόσμος ἢ κἂνε νὰ αἰσθάνθηκε ὃσες εὐλογίες καὶ παράπονα ἠχολόγησαν εἰς τὸν τάφο τοῦ γληγοροθάνατου διαδόχου του.

Δὲν ἐστάθη παράκαιρο, ἂν ὁ λόγος, σχεδὸν ἀκόλαστος, ἀνάφερε τὸ ἐντροπιασμένο ὂνομα τοῦ Καστελρί, διατὶ μάλιστα ταιριάζει εἰς τὲς σημαντικὲς περίστασες, καθὼς ὑμνίζονται οἱ καλοὶ καὶ ἀναθεματιοῦνται οἱ κακοί, καὶ τῆς ἲδιας ἀρετῆς ἀναδίνουν λαμπρότερα τὰ κάλλη, ἀναβάνοντας τὴν σκοτεινὴ κακία.

Συγχαίρομαι, ὡστόσο, ὦ Ἓλληνες, μὲ ἐσᾶς, συγχαίρομαι μὲ ὃσες ψυχὲς Ἑλλήνων κρούουν τὲς θὺρες τῆς ζωῆς, διατὶ ἀποκτήσαμεν ἓνα μεγαλοπρεπῆ θησαυρόν. Γνωρίζετε ποῖον. Τὸ μνῆμα τοὺτου τοῦ ἀνδρὸς. Ὂχι ὃτι θὰ μᾶς μείνουν τὰ κόκκαλά του, τὰ ὁποῖα εἰς δύο τρεῖς χρόνους διάστημα δὲν θἆναι ἀνόμοια ἀπὸ τὸ χῶμα ποὺ θὰ τὰ γευθεῖ, ἀλλὰ διατὶ πάνου εἰς τοῦτα τὰ λιθάρια αἰωνίως θὰ κάθεται ἡ εἰκόνα τῆς ψυχῆς του, ὁρμήνεια καὶ διδαχὴ εἰς ὃσους θὰ σκέπτονται, βιβλίο ἀνοιχτὸ σὰν ὁ κόσμος, ἀγήραγο στολίδι τῆς Ἐλευθερίας μας.

Ὧ Ἂστιγκ, ὃσο ἡ πατρίδα μας καὶ ὁ ἐπίλοιπος κόσμος θὰ ἀναθρέφουν ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων θὰ προσχτυποῦν οἱ καρδιὲς καὶ ὃσο τὸ ἂοκνο κύμα θὰ δέρνει τὸ ἐπιτύμβιό σου ἀκρογιάλι, ἐσὺ θὰ πανηγυρίζεσαι ἀπὸ ἂδολα χείλη, ὁ ταξιδιώτης μέρα καὶ νύχτα θὰ σταματᾶ τὸ καράβι χαιρετώντας τὸ μνῆμα σου.

Θάφτοντας τὸ κορμὶ σου, δὲν θάφτομε τὲς ἀρετὲς σου, οἱ ὁποῖες θἆναι φανούσιμες, ἀπείραχτες ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ μεταλλάζει τὲς μορφὲς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.

Ὧ μακάριε, καὶ τέτοιος πρέπει νὰ ὁμολογιέσαι, ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸν εὒμορφο ἀγώνα τῆς τιμῆς ἀπέθανες, δέξου τὴν φωνὴν τῶν Ἑλλήνων, ἂκουσε ἀπὸ ποῖα λόγια ἠχολογάει ἡ πέτρα τοῦ τάφου σου. Σοῦ τάζομαι, ὃσο εἶναι τῆς δύναμής μας νὰ μορφώνουμε μὲ τὰ ἢθη μας τὴν εἰκόνα τῆς ψυχῆς σου, φιλεπιστήμονες, φιλοκίνδυνοι, ἀγάπη νὰ δίδομε εἰς τὰ ἒθνη, ἀγάπη νὰ παίρνομε, καὶ τυραννικὰ σκῆπτρα νὰ μὴ μολύνουν ποτὲ τὸ χῶμα τῆς ταφῆς σου, τὸ ὁποῖο ἡμεῖς τώρα ἐλεύθεροι ἂνδρες πατοῦμε.

Βούλομαι, ὦ Ἓλληνες, νὰ εἰπῶ μίαν ἀλήθεια, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ πάρει βάρος ἡ φιλοτιμία σας, διατὶ τόσο εὒμορφη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὁπού τὸ χειρότερο ἁμάρτημα εἶναι νὰ γίνεται κανείς ἂπιστος εἰς τέτοια κάλλη. Ἀπὸ ὃσους πολεμικούς ἀνθρώπους ἡμεῖς ἐλάβαμε, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζωντανοὶ ἢ πεθαμένοι, στεριανοὶ ἢ τοῦ πελάγου, καὶ τῶν ὁποίων μακαρίζομε τὰ ἀνδραγαθήματα εἰς τραγούδι ἢ χορὸ, νομὶζω, ὃτι εἶναι κατώτεροι ἀπὸ τοῦτον τὸν ἂνδρα. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε, ὃτι παλαιὴ ἀνάγκη μᾶς ἐβίαζε νὰ κινδυνεύσουμε τὸν τιμημένο ἀγώνα τῆς ἐλευθερίας. Ἡ πατρίδα μας εἶχε τὴν ἀτιμότατη ὀνομασία καὶ τὴν ἂχαρη ὑπόληψη τῆς αἰχμαλωσίας, καὶ πόσα πάθη βαραίνουν μίαν αἰχμάλωτη φυλὴ τὰ διηγοῦνται πλατύτερα οἱ παλαιότεροι. Ὁ γονεύς δὲν ὁρίζει τὰ τέκνα ποὺ ἐγέννησε καὶ τὸ δένδρο ποὺ ἐφύτευσε, καὶ ξεύρομε ὃτι ὃχι μιὰ φορὰ τὰ στήθη τῶν προγόνων μας ἐχρησίμευσαν ξεφαντωτικὸ σημάδι εἰς τὰ μολύβια τοῦ Τυράννου.

Ἀγκαλιάζοντες τὰ πολεμικὰ κίνδυνα ἐγευόμεθα καὶ τὴν έντελεστάτη ἡδονὴ (καθὼς μερικοὶ τὴν ὁμολογοῦν) τὴν ἐγδίκηση.

Ἐξ ἐναντίας, αὐτὸς οὒτε εἶχε λάβει ποτὲ ὀχτροπάθεια, οὒτε ἐφοβεῖτο ζημία, ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῶν πολεμικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἀσίας, ποὺ ἐκυριεύσαν τὰ πατρικά μας χώματα, καὶ οὒτε πάλι βλάβη καμμία ὑποπτεύετο ἀπὸ τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ γυρεύει εἰς ἀλλοτινὴ φυλὴ ἐλεύθερη ζήση, διατὶ μάλιστα [ἂν] εἰς τὴν περιβόητη Ἀγγλία ὑπηρέτης βασιλέως ἢ βασιλέας ἢθελε τοῦ ἐγγίξει τὰ ἀνθρώπινα προνόμια, δεκατρία μιλιούνια ὁμογενεῖς του ἢθελεν ἐντυθοῦν τὸ ἂδικό του.

Διαλαλοῦν, ὂχι παλαιὲς ἱστορίες, ὃτι αἷμα βασιλικὸ ἐχύθηκε μέσα εἰς τὴν Μητρόπολη τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τὴν παντοδυναμία τοῦ λαοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ νόμου, ὃταν ἀφροσύνη βασιλικὴ καταπάτησε τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου.

Ἒρχομαι τώρα εἰς ἐκεῖνο ὁποὺ ξετιμάει τῶν ἀνθρώπων τὰ ἒργα, λέγω τὴν ἐλευθεροπροαίρεση, ἡ ὁποία ὃσο ὑψώνει τὸν βαθμὸ τῶν κατορθωμάτων, τόσο ἠ ἀνάγκη κατεβάζει τὴν τιμή τους. Δικαίως λοιπὸν ἐκεῖνος πρέπει νὰ ψηφίζεται γενναιότατος. Ἠμπορώντας νὰ ζήσει ἢσυχη, ἐλεύθερη καὶ ἡδονικὴ ζωή, ἐπροτίμησε διὰ ἂκραν του ἀρετὴ (ἡ ὁποία ἲσως εὐκολότερα μιμιέται παρὰ ποὺ νὰ λέγεται) ἐπροτίμησε τὰ κίνδυνα καὶ τὸν θάνατον εἰς τὸν ὁποῖον κείτεται.

Ἀκούω, ὦ Ἓλληνες, μία φωνὴ καὶ μακρόθεν ἒρχεται ἀπὸ τὰ ἀκρινὰ κορφοβούνια, ἀπὸ τὲς ὓστερες ἀκροθαλασσιὲς τῆς Ἑλλάδας καὶ ὡς διαβαίνει τοὺς τόπους, ὁποὺ ἐχάθηκαν ἢ ἐνίκησαν οἱ δοξασμένοι Ἓλληνες, πληθαίνει ἡ βοή τους, καὶ ἀνεγδίγητη ἠχολογάει, φθάνοντας κοντὰ στὰ θνητὰ ἀπομεινάρια τούτου τοῦ ἀνδρός, καὶ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς πατρίδος. Ὂχι, δὲν παραπονιέται, ἂν ἐψηφίσαμε ἐτοῦτον τὸν ἂνδρα γενναιότερον ἀπὸ τὰ μεγαλόψυχα τέκνα της, ἀλλὰ παραπονιέται διὰ μερικοὺς Ἓλληνες, τῶν ὁποίων τὰ ἀνελεύθερα φρονήματα τῆς φοβερίζουν πάλε φθορά. Δὲν θέλει σιγήσω, ἐκεῖνο, ὁποὺ μὴ λέγοντας το, εἶναι βεβαιότητα ἡ ὑποψία, ὃτι κινδυνεύομε. Σώζονται μερικοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, τῶν ὁποίων ἡ νυχτοήμερη ὑπόθεση εἶναι νὰ γυρεύουν μισθοὺς παλαιοὺς ἢ νέους, ἂλλοι ποὺ ξαπλώνονται νὰ φέρουν ξένες διοίκησες, ἂλλοι πλέον ἀδιάντροποι ποὺ παραπονιοῦνται διὰ τὸν ἐχθρὸ ποὺ ἒχασαν, καὶ εἱς αὐτὰ τὰ αἰσθήματα μέρος πορεύεται διὰ ἀκακία, μέρος μὲ σπλάγχνα βαμμένα. Καὶ πρὸς τοὺς πρώτους λέγω τ᾽ ἀκόλουθα:

Διατί, ὦ Ἓλληνες, δὲν προκόβει ὁ νοῦς σας, νὰ καταλάβετε, ὂτι οἱ πόλεμοι που ἐκάματε δὲν εἶναι μισθωτοὶ πόλεμοι βασιλέως, ἀλλὰ διὰ τὴν πατρίδα σας, ἡ ὁποία σᾶς ἀνάστησε καὶ θ᾽ ἀναθρέψει τὰ τέκνα σας καὶ ὁποὺ ᾽ναι θαυμαστότερη, ἀπ᾽ ὃ,τι ἂλλη πατρίδα καυχιέται ὁ ἀνθρωπος νὰ ἒχει; Δὲν βλέπετε, ποὺ δὲν ἒχει πλάγι γερὸ ἀπὸ τὲς λαβωματιὲς τοῦ πολέμου· διατὶ τὴν βαρύνεται ἂκοπα διὰ πλερωμὲς; Ὁ εὐμορφότερος μισθός, ὁποὺ ἀπολαύσετε, εἶναι ἡ ἐλευθερία σας. Δὲν τὸ καταλαβαίνετε, ὁποὺ δὲν βλέπετε, οὒτε δεξιά σας, οὓτε ζερβιά σας Τοῦρκον ἂνδρα;  Ποῦ ἀλλοῦ τὸν βλέπετε, πάρεξ ὃταν τοῦ κινδυνεύετε τὴν ζωὴν; Δὲν αἰσθάνεσθε τὴν σημερινὴν ἡμέραν εἰς τὴν ὁποίαν πανηγυρίζομε μὲ ἐντάφιες τιμὲς ἓνα φονέα τῶν Ἀγαρηνῶν; Θέλετε μισθούς, σύρτε τριγύρω σας. Εἶναι ξένα βασίλεια, ξένες αὐτοκρατορίες, σύρτε, μισθῶσθε τὰ χέρια σας. Ὦ Ἓλληνες, διατὶ μοιάζετε τὰ λαλούμενα, ποὺ βγάνουν ὡραῖα φωνή; Οἱ ἂνθρωποι τὴν αίσθάνονται, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἲδια δὲν κατέχουν τὸ λάλημά τους. Καὶ ἐσεῖς, τῶν ὁποίων ὁ ἐντροπιασμένος ἀγώνας εἶναι νὰ φέρετε ξένους, τόσο ἂπραχτοι εἶσθε νὰ μὴν γνωρίζετε, ὃτι ὃσον δεχτὲς εἶναι οἱ καλωσύνες ξένων φιλελλήνων ἀνδρῶν, τόσο ὓποπτη μέλλει νὰ εἶναι ἡ πολυκαιρινὴ προστασία ξένης Κυριότητος; Ἢ τάχα φιλοσοφεῖτε νὰ κάμετε δοκιμὴ εἰς τὰ χώματα τῆς πατρίδος σας καὶ δὲν προβλέπετε ὃτι, ἀφοῦ χάσετε τὴν ἐλευθερία, δὲν σᾶς μένει ἃλλο τι νὰ χάσετε καὶ δὲν τὴν ξανακερδίζετε;  Ἢ σᾶς φαίνεται λίγο τὸ αἷμα, ποὺ ἐχύθηκε διὰ νὰ τὴν ἀπολαύσετε ἀπὸ τὸν Ἀγαρηνό; Τέλος πάντων ἐμεῖς ἐμπήκαμε είς τοὺς φόβους, εἰς τὰ σπαθιά, εἰς τὲς φωτιές, διὰ νὰ μείνομε Ἓλληνες· ὁ νόμος νὰ εἶναι ἲσια γιὰ ὂλους, ἡ ἀρετὴ νὰ δίδει τιμές, ὂχι ἡ φιλοπροσωπία, ὂχι βέβαια νὰ σκλαβωθοῦμε ἀπὸ τὰ ἒθνη τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ νὰ τὰ ὁμοιάσομε. Ἂς ἐντραποῦμε τὲς θυσίες μας, τὸ αἷμα τῶν Ἑλλήνων ποὺ ἐστοίχιωσε τὴν ἐλευθερία μας, τὸ μνῆμα τούτου τοῦ ἀνδρός, κι ἂς μὴν παραλογάει ὁ νοῦς μας διὰ ξένα βασίλεια, καὶ νὰ προδώσουμε τὴ σημαία ὁποὺ μᾶς ἐστάθη καλὸς σύντροφος εἰς ἡμέρες καλὲς καὶ ἀχαμνές. Θυμηθῆτε ὃλοι οἱ Ἓλληνες, ὃτι οὒτε τύραννος, οὒτε βασιλιὰς δύνεται νὰ μᾶς φθείρει τὸ αὐτεξούσιο νὰ ἀπεθάνουμε μὲ ἀρετὴ εἰς τὰ λείψανα τῆς πατρίδος μας. 

Στρέφω τώρα τὸ λόγο πρὸς ἐσᾶς, κούφιες κάρες, ποὺ ορέγεσθε τὸν Τοῦρκο. Τί τάχα τοῦ ζηλεύετε; Τὰ τραγούδια, τοὺς χορούς, ἢ τὲς ἀπάτες ποὺ τοῦ ἐκάνετε; Τὰ πρῶτα δὲν θὰ σᾶς λείψουν, καὶ τὰ γελάσματα τί τιμὴ ἒχουν καὶ δὲν καταγίνεσθε νὰ μελετᾶτε, ὃτι ξεγυμνωμένο σπαθὶ ἀπὸ φτενὴ κλωστὴ ἂσκοπα ἐκινδύνευε εἰς τὸ κεφάλι τοῦ καθενός, ἢ νέος ἂν ἧταν, ἢ νέα, ἢ ἀνήλικος, ἢ γέροντας, σπουδασμένος ἢ ἀμαθὴς.

Σκεφθῆτε τί ὑπόληψη πρέπει νὰ ἒχετε εἰς τὸν ἑαυτό σας, ὃχι ὡς πολίτες τῆς Ἑλλάδας ἀλλὰ ὡς ἂνθρωποι, καὶ ἡ ἀσυλλογισιά σας θὰ σᾶς φανεῖ πλάνη ἐλεεινή. Ἀλλὰ εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποὶων τὰ βαμμένα σπλάγχνα διώχνουν ἐλπίδα μετανοίας, τί νὰ εἰπῶ σύντομα λόγια; Εἶναι πύργοι, εἶναι φυλακὲς νὰ σᾶς κλείσουν, εἶναι σπαθιὰ νὰ σᾶς κόψουν. Τὰ χέρια ποὺ ἐτιμήθηκαν, πολεμώντας ξένους ἐχθρούς δὲν ἀτιμιοῦνται φονεύοντας ἐντόπιους κακοποιούς. Ἀφοῦ ἒχετε καρδιὰ δούλου ἀνθρώπου, ἂς σᾶς φοβερίσω κἂνε μὲ ἐκεῖνο ποὺ δὲν κυριεύει τὸν ἐλεύθερον ἂνδρα, ἀλλὰ τὸν σκλάβο, τὸν φόβο.

Καταλαβαίνω, ὦ Ἓλληνες, κι ἐγώ, ὃτι ὁ πόλεμος εἶναι ἂγριος διδάσκαλος καὶ οἱ κακοπάθειες κάνουν ἀψιὰ καὶ ἀνυπόμονη τὴν καρδιά, καὶ πολλὰ λόγια πέφτουν ἀπὸ τὰ χείλη μας, τὰ ὁποῖα δὲν προέρχονται ἀπὸ κακὴ γνώμη, ἀλλὰ ἀπὸ ἀσυλλόγιστη ὁρμή. Ξετυλιέται ὃμως ἒμπροσθέν μας ἓνα εἰρηνεμένο μελλάμενο, καί μὲ τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ἐκυνηγήσαμε μὲ τόσους κινδύνους, ἂς ἡμερώσει ὁ νοῦς σας, καὶ διώξετε ἀπὸ τὰ χείλη σας καὶ τὰ ἀθέλητα ἂτυχα λόγια. Μὲ τὲς ἀνάπαυσες τῆς εἰρήνης μὴν πλανεθεῖτε, θαρρώντας ὃτι παύουν οἱ κόποι σας. Ὂχι κατώτερος ἀγώνας ἀρχίζει, ὁ ἀγώνας ἂοκνης ἀρετῆς. Δὲν εἶναι πάρεξ εἰς τὲς δεσποτικὲς διοίκησες, ποὺ οἱ κακίες τῶν ὑπηκόων εἶναι ἀδιάφορες διὰ τὸ κράτος. Ἀλλὰ εἰς τὲς ἐλεύθερες κυβερνήσεις ἡ ἀμέλεια εἰς τὰ ἁμαρτήματα τοῦ πολίτου γένονται θανατερὰ καὶ ὀλέθρια διὰ τὴν πατρίδα. Ὁ κόσμος δὲν ἀκαρτερεῖ, ὦ Ἓλληνες, απὸ ἐσᾶς νὰ μιμηθῆτε τοὺς προγόνους σας, ἀλλὰ νὰ τοὺς διαβῆτε εἰς τὸ ἂμεμπτο φρόνημα καὶ εἰς τὴν ἀμίαντη δόξα. Ἐντελὴς ἐπιστήμη νὰ σᾶς διδάξει τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τέχνη νὰ κοινολογᾶτε εἰς τοὺς πολλοὺς τὰ σωτήρια φρονήματα, θυμούμενοι ποία πατρίδα ἒχετε, νὰ τὴν ἀγαπᾶτε μὲ καρδιά καὶ ἡ τόλμη σας νὰ ἀγρυπνεῖ διὰ τὴν ἐλευθερίαν της, σὰν νὰ ἐζούσατε εἰς παραμονή πολέμου καὶ νὰ ἀγναντεύατε ἀπὸ τὰ κάστρα σας καὶ ἀπὸ τὲς χῶρες σας τσαντήρια ἐχθρικοῦ στρατεύματος.

Ἓνα σημαντικὸ δράμα μέλλει νὰ παρησιασθεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, λέγω ἡ Ἐθνική σας Συνέλευση καὶ εἰς αὐτὴν ἂς φιλοτιμηθεῖ κάθε Ἓλληνας νὰ δεὶξει τὴν ἀρετὴν του. Τὸ δένδρο ποὺ θὰ φυτεύσετε θὰ ἱσκιάσει πολλήν Ἑλλάδα καὶ ἂπειρες μετερχόμενες γενεές.

Μερικοί εἰς αὐτὴν τὴν συνέλευση θὰ σᾶς δειλιάσουν ἲσως τὸ πνεῦμα διὰ τὸν ὁμογενῆ, ποὺ κρατεῖ τὸ τιμόνι τῆς Κυβερνήσεως. Μὴν ὑποπτευθῆτε, ὦ Ἓλληνες, τόσο αὐτὸν ποὺ ἒχει ὑπόληψη νὰ χάσει, ὃσον αὐτοὺς ὁπού θὰ ἒλθουν ἒμπροσθέν σας μὲ πλαστὲς εὐμορφιές. Ὁ Ἓλληνας, ὦ ἂνδρες, ποὺ μᾶς κυβερνάει τούς χρόνους ὁποὺ ἒζησε δὲν θὰ ζήσει, ἐννοῶ μ᾽ αὐτὸ ὂτι εἶναι προχωρημένος εἰς τὴν ἡλικία, ποὺ ὀρέγεται τιμὴ καὶ ὂχι κέρδος, ἀγάπη καὶ ὂχι φόβο. Ἀναστημένος εἰς τὰ βιβλία τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος, γνωρίζει ὃτι ἡ κυριότερη δόξα καὶ ἀθανασία τῶν ἀνθρώπων εἶναι νὰ εὐτυχίσουν ἒθνη καὶ μὲ ἐλεύθερους νόμους νὰ τὰ στερεώσουν. Οἱ αἰῶνες ἐχώνευσαν τὲς νίκες τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Καίσαρος, ἀλλ᾽ ἡ σοφία τοῦ Νομοθέτη τῆς Σπάρτης ζεῖ ἀγήραγη καὶ ὑποπτευόμεθα ἀκόμη σὰν ἡ Πυθία, ἂν ὁ Λυκοῦργος ἐστάθη θεός ἢ ἂνθρωπος. Ἐγὼ δέομαι μάλιστα, ὃτι ποτὲ εἰς τὸν ὁμογενὴ ποὺ μᾶς κυβερνάει νὰ μὴ δώσουμε ἀφορμὴ νὰ ξεφωνίσει τὴν εὐχὴ τοῦ Ἀριστείδου, ὃταν ἒφευγε τὴν Ἀθήνα ἢ νὰ ἀφιερώσει εἰς τὸν καιρόν, σὰν κεῖνος ὀ ἂλλος Ἀθηναῖος, τὴν κρίση τῶν ἒργων του, ἀλλὰ νέος Τιμολέοντας εἰς τὰ ὓστερα γηρατειά του, συντροφεύοντας τὸ ἁμάξι του τὰ τέκνα τῶν Ἑλληνίδων Μητέρων, νὰ ἒρχεται διαλαλώντας εἰς τὲς Συνέλευσες τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν τὰ σωτήρια τῆς γνώμης του.

Μοῦ φαίνεται, ὦ Ἓλληνες, ὃτι ὃσα εἲπαμε μᾶς εἶναι ὠφέλιμα καὶ ἀρκετὰ ἐπανηγυρίσαμε τὴν μνήμη τοῦ Ἂστιγκ. Ἂμποτες οἱ μεταγενέστεροί σας νὰ ἀξιωθοῦν (ἂν εὐτυχέστερο μελλάμενο δὲν ἁπλώσει εἰς ὃλην τὴν πλάση, καθὼς μερικοὶ σοφοὶ προλέγουν) ἂμποτες οἱ μεταγενέστεροί σας νὰ ἀξιωθοῦν σὰν αὐτὸν τὸν ἂνδρα, νὰ φέρουν εἰς ξένες στεριές, εἰς βασανισμένους λαούς, τὴν προκοπήν τους καὶ τὴν ἀνδρείαν τους καὶ νὰ κερδίζουν παρόμοιες τιμὲς καὶ τὸ ἂδολο δάκρυο, ποὺ χύνομε εἰς τὸν τὰφον τούτου τοῦ Ἣρωος.

 

Frank_Abney_Hastings_by_Krazeisen.jpg

Advertisements