Η Eλληνική παιδεία κατά την Oθωμανική περίοδο

στις

Παπασταματίου, Δ., Κοτζαγεώργης, Φ. 2015. Η παιδεία. [Κεφάλαιο Συγγράμματος]. Στο Παπασταματίου, Δ., Κοτζαγεώργης, Φ. 2015. Ιστορία του νέου ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

 

Η μελέτη της ελληνικής παιδείας κατά την οθωμανική περίοδο αποτέλεσε ένα προνομιακό πεδίο έρευνας της ελληνικής ιστοριογραφίας ήδη από τον 19ο αιώνα. Μέσω αυτής της μελέτης αναδεικνυόταν το μεγαλείο του Eλληνισμού και η διαχρονικότητα του πολιτιστικού παραδείγματός του μέσα από τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες της περιόδου. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα διαθέτουμε πληθώρα μελετών τόσο για τη δράση πνευματικών ανθρώπων, των γνωστών στις πηγές αλλά και στη βιβλιογραφία ως λογίων, όσο και για την εκπαίδευση. Παρ’ όλες τις ερευνητικές προσπάθειες ιστορικών, φιλολόγων, θεολόγων και φιλοσόφων η ιστορία της ελληνικής παιδείας κατά την οθωμανική περίοδο παρουσιάζει ακόμη κάποια κενά, κυρίως λόγω της έλλειψης πηγών, ιδιαίτερα για την πρώιμη περίοδο.

Η κυριότερη τομή για το θέμα είναι η εμφάνιση και διάχυση της νεωτερικής σκέψης στον ευρωπαϊκό και στον ελληνικό χώρο που είναι γνωστή ως Διαφωτισμός. Αυτό το γεγονός τέμνει σε δύο μεγάλες υποπεριόδους την ιστορία της παιδείας, χωρίς, πάντως, να υπάρχει ένα γενικώς αποδεκτό σαφές χρονικό σημείο για την έναρξή της. Στα πνευματικά φαινόμενα, εξάλλου, προηγούνται προδρομικές περίοδοι που εμφανίζουν κάποια χαρακτηριστικά σε πρωτογενή μορφή. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ελληνική παιδεία της οθωμανικής περιόδου εξελίχθηκε μέσα σε ένα χρονικό δίπολο που ορίζει τα ακραία σημεία της περιόδου: τη βυζαντινή κληρονομιά και τη νεωτερικότητα. Στην εξέλιξη αυτή η επαφή με τη Δύση έπαιξε καθοριστικό ρόλο και προσδιόρισε τις πνευματικές επιτεύξεις όχι μόνο εκτός, αλλά και εντός του οθωμανικού χώρου.

365608862.jpg
Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο (πηγή)

Το ενδιαφέρον με τα πνευματικά φαινόμενα στην ιστορική διαχρονία είναι το πώς μεταλλάσσονται, πότε πρωτοεμφανίζονται νέες ιδέες και ποια απήχηση (και με ποιους τρόπους) έχουν στην κοινωνία. Η εξεταζόμενη περίοδος έχει την ιδιαιτερότητα ότι η όποια ελληνική παιδεία αναπτύχθηκε μέσα σε ένα αυτοκρατορικό, άρα εξ ορισμού πολυπολιτισμικό, περιβάλλον, όπου η κυρίαρχη παιδεία δεν ήταν η ελληνική ή έστω κάποια χριστιανική. Αυτό το γεγονός δημιουργεί εξ αρχής μιαν υστέρηση και ένα σοβαρό πρόσκομμα στην ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας. Η οθωμανική περίοδος, μάλιστα, ήταν η μεγαλύτερη χρονικά στην ιστορία που η ελληνική παιδεία δεν ενδιέφερε καθόλου την επίσημη κρατική εξουσία. Επιπλέον, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως ένα προνεωτερικό κράτος, δεν είχε το ιδεώδες της παροχής δωρεάν παιδείας, αλλά ούτε καν της παροχής μιας κοσμικής παιδείας. Το όλο εκπαιδευτικό σύστημα που προστατευόταν από το οθωμανικό κράτος είχε κατεύθυνση αποκλειστικά θρησκευτική (μουσουλμανική). Κατά συνέπεια, οι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν να αντιμετωπίσουν αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες για να διατηρήσουν σε κάποιο επίπεδο την παιδεία τους.

img2_35.jpg
Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο (πηγή)

Το «Κρυφό Σχολειό»

Η έρευνα για την ελληνική παιδεία κατά την οθωμανική περίοδο συνδέθηκε ήδη από την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα με το θέμα του «κρυφού σχολειού». Όπως έδειξαν πρόσφατες έρευνες, το «κρυφό σχολειό» είναι ένας θρύλος που εξυφάνθηκε ήδη κατά τη διάρκεια του Αγώνα και κυρίως κατά την πρώτη περίοδο ιστορίας του ελληνικού κράτους. Στόχος ήταν να διεκτραγωδηθεί με τα μελανότερα χρώματα η διαβίωση του Ελληνισμού υπό τους Οθωμανούς, ώστε εξ αυτού του γεγονότος να τονιστεί η ικανότητα επιβίωσης και ο δυναμισμός του Ελληνισμού. Σύμφωνα με το θρύλο, η οθωμανική εξουσία κατέτρεξε τους Έλληνες στη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων που αυτοί βρίσκονταν υπό την κατοχή τους. Ιδιαιτέρως άσκησαν βία στο θέμα της παιδείας, ώστε να μην επιτρέπεται στα ελληνόπουλα να πηγαίνουν στο σχολείο, ούτε, ασφαλώς, επιτράπηκε στις κατά τόπους ελληνικές κοινότητες ή την Εκκλησία να συστήνουν σχολεία. Ο λόγος αυτής της καταπίεσης, σύμφωνα πάντα με την ίδια άποψη, ήταν ότι οι Οθωμανοί ήθελαν αγράμματο τον ελληνικό λαό, ώστε να τον χειραγωγούν εύκολα και μέσω της αμάθειάς του αυτός να μην ενδιαφέρεται (για) ή να μην θέλει την ελευθερία του. Κατά συνέπεια και εφόσον υπήρχε απαγόρευση για τη λειτουργία σχολείων, τα ελληνόπουλα πήγαιναν κρυφά το βράδυ στον ιερέα του χωριού τους, ο οποίος τους μάθαινε γραφή και ανάγνωση μέσα από τα εκκλησιαστικά βιβλία, κρυφά από τα μάτια των κατακτητών. Ο θρύλος αυτός αποτυπώθηκε στην τέχνη κατ’ εξοχήν με το ζωγραφικό πίνακα του Νικόλαου Γύζη (1886) και στη λογοτεχνία με το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Φεγγαράκι μου λαμπρό» (1900). Η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών αντικρούουν αυτόν το θρύλο ως μη τεκμηριωμένο ιστορικά.

Γύρω από το θέμα του «κρυφού σχολειού» αντιπαρατέθηκε (και αντιπαρατίθεται ακόμη) με οξύτητα η επίσημη ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, οπαδός της νεωτερικής ανάγνωσης της ιστορίας, με την ανεπίσημη που υποστηρίζει την παραδοσιακή ανάγνωση της ιστορίας. Προσπαθώντας να προσεγγίσει ο ιστορικός το ζήτημα θα πρέπει να μελετήσει ενδελεχώς, με γνώση των πραγματικοτήτων της οθωμανικής περιόδου και της μεθοδολογίας ανάλυσης των ιστορικών πηγών, όλες τις αναφορές περί «κρυφού σχολειού». Μέχρι πρόσφατα οι πηγές για την ύπαρξη «κρυφού σχολειού» περιορίζονταν στην εποχή της Επανάστασης και μεταγενέστερα. Παράλληλα προσάγονταν και διάφορες τοπικές παραδόσεις περιοχών περί ύπαρξης «κρυφού σχολειού», συνήθως εντός κάποιου μοναστηριού. Πρόσφατα χρησιμοποιήθηκαν στη συζήτηση από τους υποστηρικτές του «κρυφού σχολειού» και παλαιότερες πηγές, ήδη από τον 16ο αιώνα, κυρίως περιηγητών ή και Ελλήνων λογίων σε κείμενά τους προς ξένους συναδέλφους τους. Οι περισσότερες αναφέρονται με ρητορικό τρόπο στο «σκοτάδι» και την «αμάθεια», στην οποία είχαν περιέλθει οι Έλληνες λόγω της οθωμανικής κατάκτησης. Ακόμη και μέσα από την ανάγνωση αυτών των πηγών, η άποψη ότι το επίσημο οθωμανικό κράτος δεν απαγόρευε τη λειτουργία ελληνικών σχολείων δεν έχει καταρριφθεί. Το κράτος δεν ενδιαφερόταν για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας, ώστε να προσπαθήσει να την απαγορεύσει. Η ύπαρξη αυθαιρεσιών από την πλευρά τοπικών Οθωμανών αξιωματούχων είναι τεκμηριωμένη για όλο το εύρος των δραστηριοτήτων των κατοίκων μιας περιοχής, μουσουλμάνων και μη. Κατά συνέπεια, δεν τεκμηριώνεται η αιτιολογική βάση των υποστηρικτών της θεωρίας για την ύπαρξη του «κρυφού σχολειού». Από την άλλη, οι απόψεις περί πνευματικής υστέρησης των Ελλήνων κατά την οθωμανική περίοδο, επίσης δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη «κρυφού σχολειού» ή και την κρατική αντιπαλότητα έναντι της ελληνικής παιδείας, αλλά, απλά, περιγράφουν τις ιδιαίτερα δύσκολες αντικειμενικά συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες, όπως και άλλοι πληθυσμοί της αυτοκρατορίας, προκειμένου να μορφωθούν. Κατά συνέπεια, «κρυφό σχολειό» από τη μια και πνευματική υστέρηση και αμάθεια από την άλλη είναι δύο διαφορετικά πράγματα, που δεν έχουν μεταξύ τους σχέση αιτίας-αιτιατού. Η τεκμηριωμένη ύπαρξη του δευτέρου, δεν οδηγεί αναγκαστικά στο να υποστηριχθεί η ύπαρξη και του πρώτου.

Η πρώιμη περίοδος

Συχνά αναφέρεται ότι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε το γεγονός που προκάλεσε μια κάμψη στην πνευματική στάθμη του Ελληνισμού. Αυτό είναι αληθές όσον αφορά την ύπαρξη και δράση Ελλήνων λογίων. Όπως σημειώνεται και στο κεφάλαιο της Διασποράς, αρκετοί από τους σημαντικότερους Βυζαντινούς λόγιους είχαν μεταναστεύσει πριν ή μετά την Άλωση στη Δύση, όπως ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ή ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης. Αναμφίβολα, ο Ελληνισμός απώλεσε το κυριότερο τμήμα της πνευματικής ελίτ του. Θα πρέπει, πάντως, να υπομνησθεί ότι ο κύκλος των λογίων ήδη από την ύστερη βυζαντινή εποχή όσο εντυπωσιακός ήταν αναφορικά με τα επιτεύγματά του, άλλο τόσο κλειστός σε σχέση με την κοινωνία ήταν. Κατά συνέπεια, στο επίπεδο του απλού λαού ή και των ανθρώπων επαρχιακών πόλεων εκτός των μεγάλων πνευματικών κέντρων (π.χ. Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Μυστράς, Τραπεζούντα) το μορφωτικό επίπεδο δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό ακόμη και πριν την οθωμανική κατάκτηση. Ακόμη κι έτσι, όμως, η κοινωνική και πληθυσμιακή αναπροσαρμογή των αστικών κέντρων του ελληνικού χώρου με την εγκατάσταση μουσουλμάνων στα μεγαλύτερα από αυτά (π.χ. Θεσσαλονίκη, Σέρρες και φυσικά Κωνσταντινούπολη) οδήγησε σε παρακμή τις τελευταίες εστίες ελληνικής πνευματικής παραγωγής.

Οι Βυζαντινοί λόγιοι

Κατά την πρώτη περίπου πεντηκονταετία μετά την Άλωση η Κωνσταντινούπολη, ως νέα πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους, διάδοχος του παλαιού βυζαντινού και έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συγκέντρωσε την αφρόκρεμα των Βυζαντινών λογίων, οι οποίοι δεν είχαν φύγει για τη Δύση. Μέχρι τη φυσική εξάλειψη της γενιάς των Βυζαντινών λογίων, και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η Κωνσταντινούπολη διατηρούσε μια υποτυπώδη πνευματική δραστηριότητα. Αυτή η δραστηριότητα περιλάμβανε κυρίως οικοδιδασκαλία στα σπίτια πλουσίων Ρωμιών της Πόλης, συνεχίζοντας τη βυζαντινή παράδοση. Ο Μανουήλ Χριστώνυμος (μετέπειτα πατριάρχης Μάξιμος Γ΄, περίπου 1400;-1482) και ο Ματθαίος Καμαριώτης (περίπου 1400;-1490) αναφέρονται ως δάσκαλοι της ελληνικής την περίοδο αυτή. Ταυτόχρονα φαίνεται ότι λειτουργούσε και σχολείο στο πατριαρχείο, στο οποίο, μάλιστα, δίδαξαν και οι προαναφερθέντες. Πληροφορίες για τον αριθμό των μαθητών και για το πρόγραμμα μαθημάτων δεν υπάρχουν.

Gennadios_II_Sholarios.jpg
Γεννάδιος Σχολάριος

Όλοι οι λόγιοι της πρώιμης περιόδου συσπειρώθηκαν γύρω από το πατριαρχείο, το οποίο στον κύκλο του διέθετε ήδη λογίους ιεράρχες, όπως τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (1400-1472) και τον μητροπολίτη Μηδείας Θεόδωρο Αγαλλλιανό (1400;-1474;). Η απουσία κοσμικού φορέα παιδείας έδωσε μια αποκλειστικά θρησκευτική κατεύθυνση στην ελληνική παιδεία της περιόδου. Εξάλλου, μέσω των λειτουργικών κειμένων της Εκκλησίας και του εν γένει λειτουργικού έργου συντηρούταν η επαφή του λαού και κυρίως των ιερωμένων με την ελληνική γλώσσα, έστω και σε μια μη ομιλούμενη μορφή της.

Μια εναλλακτική διέξοδος των Βυζαντινών λογίων στην Κωνσταντινούπολη ήταν η επαφή τους με το οθωμανικό Παλάτι. Από τη μια η συνάντηση των δύο θρησκειών που δημιούργησε ελπίδες και δυνατότητες διαλόγου σε θεολογικο-φιλοσοφικό επίπεδο και από την άλλη η ανάγκη λειτουργίας μεταφραστικού γραφείου ελληνικών στο Παλάτι για την άσκηση της διπλωματικής αλληλογραφίας με δυτικές χώρες, οδήγησε αρκετούς βυζαντινούς λογίους στο οθωμανικό Παλάτι. Οι Γεώργιος Αμιρούτζης (αρχές 15ου αι.-1470), Γεώργιος Τραπεζούντιος (1395-1472) και Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος (1400/10-μετά το 1467/8) είναι τα σημαντικότερα πρόσωπα που άφησαν συγγραφικό έργο σχετικά με την εύρεση κοινής βάσης μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ ή με την συνύπαρξη σε πολιτικό επίπεδο χριστιανών και μουσουλμάνων μέσω της διαιώνισης της αυτοκρατορικής (παλαιότερα βυζαντινής και τώρα οθωμανικής) πολιτικής ιδέας. Επιπλέον, φαίνεται ότι ο ίδιος ο σουλτάνος διατηρούσε στο παλάτι ένα εργαστήριο αντιγραφής ελληνικών χειρογράφων, του οποίου προΐστατο ο γνωστός Βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Δοκειανός. Όλη αυτή η εναλλακτική διέξοδος εξαντλήθηκε μετά το θάνατο του Μεχμέτ Β΄ (το 1481) και την εξάλειψη της πρώτης γενιάς Βυζαντινών λογίων μετά την Άλωση. Αυτό το εργαστήριο συνέτασσε και τα κρατικά διπλωματικά έγγραφα στην ελληνική γλώσσα. Αυτό το γραφείο σύνταξης ελληνικών εγγράφων υπολειτούργησε επί Βαγιαζήτ Β΄, σταμάτησε να λειτουργεί στις αρχές του 16ου αιώνα και μέχρι τότε το στελέχωναν «δούλοι της Πύλης».

Phrontisterion_of_Trapezous.jpeg

Ο 16ος αιώνας

Το πέρασμα στον 16ο αιώνα δεν προμηνυόταν ευοίωνο για την παιδεία. Η πρώτη ουσιαστικά γενιά λογίων γεννημένη σε οθωμανικό περιβάλλον έχει να επιδείξει κυρίως τον Μανουήλ Κορίνθιο, ο οποίος άκμασε στο πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα, διατέλεσε αξιωματούχος του πατριαρχείου (Μέγας Ρήτωρ), δάσκαλος στο πατριαρχικό σχολείο και δόκιμος συγγραφέας. Μετά τη στασιμότητα της περιόδου, γύρω στα μέσα του αιώνα εμφανίζονται τρεις λόγιοι, οι οποίοι θα δώσουν ώθηση στην ελληνική παιδεία, τόσο μέσα από τα συγγράμματά τους, όσο κυρίως με το διδακτικό έργο τους. Είναι και η πρώτη φορά μετά την Άλωση που γνωστοί λόγιοι δεν είχαν ως αποκλειστική βάση ή χώρο δράσης τους την Κωνσταντινούπολη. Οι Παχώμιος Ρουσάνος (1508-1553), Μιχαήλ-Ερμόδωρος Λήσταρχος (περ. 1505-περ. 1578) και Θεοφάνης Ελεαβούλκος (περ. 1500-περ. 1570), όλοι γεννημένοι σε βενετοκρατούμενο περιβάλλον, ταξίδεψαν στον υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικό χώρο και δίδαξαν σε διάφορα σχολεία (Λέσβο, Χίο, Κωνσταντινούπολη). Τον κατάλογο των σημαντικών προσωπικοτήτων κλείνει η ναυπλιώτικη οικογένεια Ζυγομαλά. Ο πατέρας, Ιωάννης, διατέλεσε διευθυντής της πατριαρχικής σχολής από το 1556, ύστερα από τη μετοίκηση της οικογένειάς του στην Κωνσταντινούπολη λόγω της οθωμανικής κατάληψης του Ναυπλίου το 1540. Ο γιος του, Θεοδόσιος, διατέλεσε αξιωματούχος του πατριαρχείου και διευθυντής της πατριαρχικής σχολής μετά το θάνατο του πατέρα του. Διατηρούσε, επίσης, επικοινωνία δι’ αλληλογραφίας με τον Γερμανό θεολόγο και ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο.

Martin_crusius.jpg

Παρ’ όλο τον αριθμό των λογίων που ασκούσαν και διδακτική δραστηριότητα, ο αριθμός των σχολείων, ιδίως αυτών που παρείχαν μια μέσου επιπέδου εκπαίδευση, δεν ήταν μεγάλος. Εκτός του ότι δεν είναι σαφές ούτε και πιθανό ότι οι αναφορές που βρίσκουμε στις πηγές για ύπαρξη σχολείων δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν χρονική διάρκεια, τα σχετικά υψηλά δίδακτρα και η προσήλωση των προγραμμάτων σπουδών στη βυζαντινή εκπαιδευτική πρακτική δεν επέτρεπαν στα παιδιά του απλού λαού να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά τα σχολεία. Αρχαία ελληνικά, ρητορική, φιλοσοφία και θεολογία αποτελούσαν το βασικό κορμό μαθημάτων των σχολείων.

Η Πατριαρχική Σχολή δεν φαίνεται να λειτούργησε από το 1454, όπως το θέλει η παράδοση. Τα πρώτα εκατό χρόνια μετά την Άλωση υπήρχε ένα υποτυπώδες σχολείο, στο οποίο δίδαξαν και κάποιοι από τους λογίους που προαναφέρθηκαν (π.χ. ο Ματθαίος Καμαριώτης), αλλά δεν είχε αποκτήσει τη συστηματικότητα που μας είναι γνωστή από μεταγενέστερα χρόνια. Το 1556 αναδιοργάνωσε το υποτυπώδες αυτό σχολείο ο πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄ αναβιβάζοντάς το σε Σχολή που παρείχε μέσου επιπέδου εκπαίδευση, τοποθετώντας τον Ιωάννη Ζυγομαλά ως πρώτο διευθυντή της. Η Σχολή αυτή αποτέλεσε μέχρι τον 18ο αιώνα το σταθερό πόλο παροχής μέσου επιπέδου εκπαίδευσης στον ελληνικό χώρο. Δίδαξαν, μάλιστα, σημαντικότατοι λόγιοι. Παρ’ όλα τα κατά καιρούς προβλήματά της (οικονομικά, διοικητικά κ.ά.), η Σχολή διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου. Η στέγασή της σε κτίριο κοντά στο Πατριαρχείο άλλαξε μόνο το 1804, όταν σε άλλη μια προσπάθεια οικονομικών περικοπών της, το Πατριαρχείο αποφάσισε τη μετακίνησή της στη περιοχή Ξηροκρήνης (Κουρούτσεσμε) και τη συγχώνευσή της με την ούτως ή άλλως υπολειτουργούσα Αθωνιάδα Σχολή.

Πέραν της Πατριαρχικής Σχολής και της Σχολής που λειτουργούσε στη μονή Φιλανθρωπηνών Ιωαννίνων από τα βυζαντινά χρόνια (τέλη 13ου αι.), δεν φαίνεται να λειτούργησε μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα συστηματικά άλλο σχολείο παροχής μέσου επιπέδου εκπαίδευσης. Όχι συγκεκριμένες, αλλά σαφείς πληροφορίες διαθέτουμε και για τη Χίο, όπου φαίνεται ότι λειτούργησε συστηματικά σχολείο, όπου δίδαξε ο Ερμόδωρος Λήσταρχος και φοίτησαν σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας (π.χ. ο Ιάκωβος Βασιλικός, ο Ιάκωβος Διασσωρίνος κ.ά.). Τομή για την ιστορία της εκπαίδευσης στο νησί μετά την οθωμανική κατάκτησή του (1566) αποτέλεσε η ίδρυση καθολικού σχολείου (1590) ως αποτέλεσμα την ιεραποστολικής-προσηλυτιστικής δράσης των καθολικών στην ελληνική Ανατολή, το οποίο και αποτέλεσε πόλο έλξης μαθητών. Η αντίδραση των ορθοδόξων του νησιού οδήγησε στην ίδρυση το 1596 ορθόδοξου σχολείου με κληροδότημα πλούσιου Χιώτη λογίου της Βενετίας. Εκτός από την Χίο και την Πόλη μέσου επιπέδου σχολεία λειτούργησαν κατά καιρούς κατά την πρώιμη αυτή περίοδο σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Πάτμο, Γιάννινα και Κύπρο.

Εκτός από αυτά, κάποιος που ήθελε να λάβει μέσου και ανωτέρου επιπέδου μόρφωση θα έπρεπε να ταξιδέψει, πιθανώς με κάποια υποτροφία, στην ιταλική χερσόνησο, όπου λειτουργούσε από το 1576 το Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, καθώς το Ελληνικό Γυμνάσιο Ρώμης λειτούργησε μόνο μεταξύ 1514-1521. Για τους Βενετούς υπηκόους υπήρχε, επίσης, η δυνατότητα φοίτησης στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Σε κάθε περίπτωση, προσφορά και ζήτηση, σε τέλεια αρμονία μεταξύ τους, ήταν σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο όσον αφορά την παιδεία.

Το 1593 συνήλθε Πατριαρχική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη Ιερεμία Β΄. Μεταξύ των αποφάσεών της ήταν η προτροπή προς τους ιεράρχες (επισκόπους και μητροπολίτες) να φροντίσουν για τη διδασκαλία στις επαρχίες τους των «θείων και ιερών γραμμάτων» και να βοηθήσουν όσους θέλουν να διδάξουν ή να διδαχθούν. Με την απόφαση αυτή θεωρείται, συμβολικά, ότι η Εκκλησία τίθεται επικεφαλής της προσπάθειας για το «φωτισμό του Γένους». Η εποχή δε έκδοσης της απόφασης σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας φάσης στην ιστορίας της ελληνικής παιδείας, καθώς από τις αρχές του 17ου αιώνα αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται τα ελληνικά σχολεία στις υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχές. Ερώτημα παραμένει το κατά πόσο αυτή η πατριαρχική απόφαση έπαιξε ρόλο ή βοήθησαν οι γενικότερες συνθήκες γι’ αυτή την αλλαγή.

Οι υπό βενετική κυριαρχία ελληνικές περιοχές

Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, στις βενετοκρατούμενες περιοχές η κατάσταση της παιδείας δεν ήταν καλύτερη. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά για λειτουργία σχολείων αυτή την πρώιμη περίοδο. Οι λόγοι θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην ίδια τη δομή των κοινωνιών αυτών. Το μεγάλο χάσμα μεταξύ ευγενών και απλών ανθρώπων δημιούργησε διαφορετικές συνθήκες και στην εκπαίδευση. Οι ευγενείς είχαν την δυνατότητα να μορφώσουν τα παιδιά τους με δύο τρόπους: είτε να προσλάβουν κάποιον οικοδιδάσκαλο, είτε –αργότερα– να τα στείλουν σε κάποιο από τα αρκετά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούσαν στις ιταλικές κτήσεις της Βενετίας. Αντίθετα, ο απλός λαός εξαρτιόταν από τις όποιες προσπάθειες έκανε το βενετικό κράτος για την παροχή εκπαίδευσης στους υπηκόους του. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να συνέβη, καθώς το κράτος αδιαφορούσε για τη μόρφωση των Ελλήνων υπηκόων του. Από την άλλη, στις βενετοκρατούμενες περιοχές ανδρώθηκε μια πνευματική ελίτ, η οποία διοχέτευσε μέλη της και προς την ορθόδοξη ιεραρχία και προς τα πανεπιστήμια της Δύσης. Οι Κρητικοί λόγιοι πρωτοστάτησαν και στους δυο χώρους κατά τον 16ο αιώνα. Η γενική εικόνα της παιδείας, πάντως, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν ήταν ριζικά διαφορετική από τις υπό οθωμανική κυριαρχία περιοχές.

Χαρακτηριστικά παιδείας πρώιμης περιόδου

Συμπερασματικά τα χαρακτηριστικά της παιδείας κατά την πρώιμη περίοδο ήταν τα εξής: α) Μεμονωμένη και καθόλου συστηματική δράση των λογίων∙ β) μηδαμινή παρουσία μέσου επιπέδου σχολείων∙ γ) το πρόγραμμα μαθημάτων αυτών των σχολείων εξαντλούταν στη διδασκαλία αρχαίας γραμματικής, ρητορικής, αριστοτελικής φιλοσοφίας και θεολογίας∙ δ) αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις οικοδιδασκαλιών, τα δίδακτρα δεν ήταν υποχρεωτικά, καθώς δινόταν η δυνατότητα υποτροφιών∙ ε) η φοίτηση κυμαινόταν από πέντε έως δέκα χρόνια, χωρίς να υπάρχει σταθερότητα και συστηματικότητα.

Η μέση περίοδος

Από τις αρχές του 17ου αιώνα και κυρίως από τα μέσα μπορούμε να διαχωρίσουμε μια νέα φάση στην ιστορία της ελληνικής παιδείας. Ύστερα από μια περίοδο κοινωνικής και οικονομικής στασιμότητας, οι ελληνικοί πληθυσμοί αρχίζουν να μετέχουν των νέων ευκαιριών που διανοίγονται κυρίως στον εμπορικό τομέα. Αυτό το φαινόμενο που εμφανίζεται τον 17ο αιώνα και κορυφώνεται τον επόμενο, μπορεί να θεωρηθεί ως γενεσιουργός αιτία για την ανάπτυξη της παιδείας. Η συσσώρευση πλούτου σε όλο και περισσότερους Έλληνες των επαρχιών σε συνδυασμό με το πρότυπο της φιλανθρωπίας της εποχής έδωσε ώθηση στην ίδρυση σχολείων. Με άλλα λόγια, οι ολοένα και περισσότεροι Έλληνες, κυρίως έμποροι, που αποκτούσαν χρήματα, θεωρούσαν κοινωνικά επωφελές να δωρίσουν ή να τα επενδύσουν στην παιδεία των συμπατριωτών τους, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την προσπάθεια του πατριαρχείου, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου, να ανακόψει την προσηλυτιστική δραστηριότητα των καθολικών ιεραποστόλων μέσω της ίδρυσης σχολείων έδωσε περαιτέρω ώθηση και ευρεία γεωγραφική εξάπλωση και κοινωνική διάδοση των ελληνικών σχολείων. Έτσι, από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα τονώνεται σε όλα τα επίπεδα η ελληνική παιδεία: στον αριθμό των δασκάλων, των σχολείων μέσης βαθμίδας, των μαθητών, στο κτιριακό δυναμικό, στην έκδοση διδακτικών βιβλίων και στην παγίωση ενός σε γενικές γραμμές κοινού προγράμματος σπουδών. Ουσιαστικά σ’ αυτή τη φάση πρωτοεμφανίζονται όλες οι αλλαγές που θα αποκτήσουν εντονότερο χαρακτήρα κατά την περίοδο του Διαφωτισμού.

Οι λόγιοι

Η φάση αυτή διαφοροποιείται από την προηγούμενη στο θέμα των λογίων. Στην πρώτη φάση υπήρχαν σημαντικότατοι και υψηλού επιπέδου Έλληνες λόγιοι, είτε Βυζαντινοί είτε από τις βενετοκρατούμενες περιοχές (κατεξοχήν Κρητικοί, Κερκυραίοι και Κύπριοι), οι οποίοι αναζήτησαν τις τύχες τους στη Δύση. Σ’ αυτή τη φάση τείνουν να εκλείψουν σημαντικοί Έλληνες λόγιοι με καριέρα στην Ευρώπη, ενώ αντίθετα αυξάνονται όσοι, ακόμη κι αν έχουν κάνει σπουδές σε ευρωπαϊκά ανώτερα ή ανώτατα ιδρύματα, επιλέγουν να διδάξουν στον οθωμανικό χώρο. Ασφαλώς η οθωμανική κατάληψη της Κρήτης οδήγησε στο να εκλείψει η λεγόμενη «Κρητική Αναγέννηση» του τελευταίου βενετικού αιώνα του νησιού και εξ αυτού του γεγονότος η ύπαρξη μιας μήτρας παραγωγής λογίων αλλά και καλλιτεχνών. Από την άλλη, οι ευκαιρίες για να μορφωθεί κάποιος Έλληνας στο εξωτερικό δεν μειώθηκαν, αλλά μάλλον αυξήθηκαν. Η ίδρυση του Φλαγγίνειου Κολλεγίου της Βενετίας και του Κωττούνιου Ελληνομουσείου της Πάδοβας, που συμπίπτουν περίπου χρονικά λίγο μετά τα μέσα του 17ου αιώνα, δίνει την ευκαιρία σε Έλληνες μαθητές, χωρίς ευγενή ή πλούσια καταγωγή, να λάβουν μια ανώτερη εκπαίδευση, καθώς αυξάνονται οι υποτροφίες για φοίτηση νέων που δίνουν τέτοια ιδρύματα ή διάφοροι πλούσιοι ιδιώτες. Στη συνέχεια θα αναφερθούν ορισμένες εμβληματικές μορφές της περιόδου, χωρίς καμιά διάθεση να εξαντληθούν οι λόγιοι της περιόδου. Το κριτήριο επιλογής, πέραν της προσωπικότητας και της προσφοράς στην ελληνική παιδεία, είναι η δράση τους να εντοπίζεται στον οθωμανικό χώρο και όχι στη Διασπορά.

Ioannis_Kotounios_(1577_-_1658).jpg

Το σημαντικότερο όνομα κατά τον 17ο αιώνα ήταν αναμφίβολα ο Θεόφιλος Κορυδαλέας (1572- 1646). Αθηναϊκής καταγωγής, σπούδασε στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης και στη συνέχεια φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Επέστρεψε στον οθωμανικό χώρο και δίδαξε στη γενέτειρά του Αθήνα, στην Κεφαλλονιά, στη Ζάκυνθο και τρεις φορές ως διευθυντής της Πατριαρχικής Σχολής. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1640, όπου και πέθανε λίγο αργότερα. Ως γνήσιος νεοαριστοτελιστής ο Κορυδαλέας βοήθησε στη διάδοση της διδασκαλίας της αριστοτελικής φιλοσοφίας, έγραψε αρκετά διδακτικά συγγράμματα, δημιούργησε έναν αξιόλογο κύκλο μαθητών κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Πατριαρχική Σχολή, ενώ το σύστημα διδασκαλίας του διατηρήθηκε ως βασικό στα σχολεία μέσης βαθμίδας μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Βασικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του Κορυδαλέα ήταν να διδαχθούν οι μαθητές να ερμηνεύουν τα φυσικά φαινόμενα με βάση τον ανθρώπινο νου και όχι την «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια της θρησκείας.

Από τους μαθητές του Κορυδαλέα αξίζει να αναφερθούν ο Ιωάννης Καρυοφύλλης, που διετέλεσε διευθυντής της Πατριαρχικής Σχολής διαδεχόμενος τον Κορυδαλέα, και ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός. Ο τελευταίος ίδρυσε σχολείο στην πατρίδα του, τα Βραγγιανά Αγράφων – που αποτέλεσε έναν από τους πόλους παιδείας που αναφύονταν στην περιφέρεια την περίοδο αυτή – και στο Καρπενήσι. Από το χώρο του κλήρου, επισημαίνεται η παρουσία δύο λογίων ιεραρχών, του Δοσίθεου πατριάρχη Ιεροσολύμων και του ανιψιού του Χρύσανθου Νοταρά, εκπροσώπους του ρεύματος του επονομαζόμενου «θρησκευτικού ουμανισμού». Πολυγραφότατος και με μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα ο πρώτος, κινούταν μεταξύ Ιεροσολύμων, Κωνσταντινούπολης και παραδουνάβιων ηγεμονιών. Ο δεύτερος είχε ευρύτερο κύκλο ενδιαφερόντων και συζητητών. Τα ενδιαφέροντά του δεν περιορίζονταν στη διαφύλαξη του ορθόδοξου δόγματος και στη συγγραφή θεολογικών έργων, αλλά επεκτείνονταν στη φιλοσοφία, στην ιστορία, στη γεωγραφία και στις φυσικές επιστήμες με ιδιαίτερη έμφαση στην αστρονομία και στα μαθηματικά. Στο έργο του διαφαίνεται πάντως ο απολογητικός χαρακτήρας έναντι των νέων ιδεών.

Ήδη με τον Νοταρά παρατηρείται ένα δειλό άνοιγμα των Ελλήνων λογίων στην πρώιμη νεωτερική σκέψη. Εντονότερο χαρακτήρα θα λάβει η τάση αυτή με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, εμβληματική μορφή της ελληνικής παιδείας, που σύμφωνα με πρόσφατες απόψεις τοποθετείται στην αρχή της εμφάνισης των νεωτερικών ιδεών στον ελληνικό χώρο. Γεννημένος σε χωριό των Ζαγορίων στην Ήπειρο, αφού φοίτησε στη σχολή του Γκιόνμα στα Ιωάννινα, πήγε στη Βενετία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκεί δίδαξε στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας και το 1708 επέστρεψε στον ελληνικό χώρο, αποδεχόμενος πρόσκληση να διδάξει σε σχολή στην Καστοριά. Η διδασκαλία του περιλάμβανε φιλοσοφία, η οποία στηριζόταν στα έργα των Καρτέσιου και Μαλμπράνς, αποσυνδεόμενη πλήρως από τη θεολογία. Επίσης, ήταν ο πρώτος που δίδαξε συστηματικά μαθηματικά με βάση τις νεότερες απόψεις. Η διδασκαλία του προκάλεσε αντιδράσεις, το 1723 αφορίστηκε από την Εκκλησία, καίγοντας τα συγγράμματά του, για να επανέλθει στους κόλπους της Εκκλησίας δύο χρόνια μετά, αφού πιέστηκε από τους εμπόρους υποστηρικτές του να αποκηρύξει τις θέσεις του. Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του έζησε και δίδαξε στη σχολή Επιφανίου των Ιωαννίνων. Από τους μαθητές του ξεχωρίζει ο Ευγένιος Βούλγαρης. Η μορφή του Ανθρακίτη μπορεί να θεωρηθεί προδρομική των νεωτερικών αντιλήψεων στην ελληνική παιδεία.

Συλλογή_Γ.Ζαβίρα,_εισαγωγή_στη_λογική_του_Μεθοδίου_Ανθρακίτη..jpg

Τα σχολεία

Όπως προαναφέρθηκε, ένα χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι η ίδρυση αρκετών σχολείων μέσης βαθμίδας, τα οποία συνέχιζαν αδιάλειπτα τη λειτουργία τους. Από έναν πίνακα που συνέταξε ο καθηγητής Κ. Χατζόπουλος για τα ελληνικά σχολεία της περιόδου μεταξύ των μέσων του 16ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, συμπεραίνεται ότι οι ιδρυτές είκοσι οκτώ σχολών μέσης και ανώτερης βαθμίδας ήταν κυρίως έμποροι (9/28 ή 32%) και δευτερευόντως λόγιοι ιερωμένοι (8/28 ή 28,5%). Από τους υπόλοιπους υπάρχουν πέντε που ιδρύθηκαν είτε από τις κοινότητες ή κάποιον κοινοτικό άρχοντα, δύο από τους ηγεμόνες των παραδουνάβιων ηγεμονιών, ένα από φιλεκπαιδευτική εταιρεία και μόλις δύο από πατριάρχες (η Πατριαρχική Σχολή και η Αθωνιάδα). Το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του πίνακα είναι ότι σχεδόν όλα τα σχολεία ιδρύθηκαν μετά τα μέσα του 17ου αιώνα. Εξαίρεση αποτελούν τρία σχολεία που ιδρύθηκαν τη δεκαετία του 1640 (Καρπενησίου και Επιφανίου σε Γιάννινα και Αθήνα) και η Πατριαρχική Σχολή του 1556. Τα δύο ευρήματα του πίνακα τεκμηριώνουν με τον καλύτερο τρόπο τα χαρακτηριστικά της ελληνικής παιδείας και ιδιαίτερα αυτής της δεύτερης φάσης. Η ανανέωση της παιδείας σε επίπεδο εκπαίδευσης προήλθε από εμπόρους, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν στη Δύση, κυρίως στη Βενετία και από λόγιους ιερωμένους. Πρόκειται για τις δύο κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα σηκώσουν το βάρος για πάνω από εκατό χρόνια για τη διάχυση της ελληνικής παιδείας και των σχολείων στον υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικό χώρο. Χωρίς να είναι απούσα η επίσημη Εκκλησία από την εκπαιδευτική δραστηριότητα και την εν γένει παροχή εκπαίδευσης, πάντως δεν πρωτοστάτησε στην ίδρυση σχολείων. Επιπλέον, τα μέσα του 17ου αιώνα μπορούν να προσδιοριστούν ως το χρονικό σημείο μετά από το οποίο αλλάζει η κατάσταση στην ελληνική παιδεία προς νεωτερικές μορφές, των οποίων η κορύφωση θα έρθει πάνω από έναν αιώνα αργότερα. Η γεωγραφική διασπορά των σχολείων μέσης βαθμίδας είναι επίσης χαρακτηριστική. Τα σχολεία αυτά ιδρύονται σε πόλεις με αποκλειστικά ή στη συντριπτική πλειονότητά τους ελληνορθόδοξο πληθυσμό, ο οποίος δραστηριοποιούταν στο εμπόριο (Μοσχόπολη, Χίος, Γιάννινα, Αθήνα, Σμύρνη). Ήταν δε σε αρκετή απόσταση από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας μια αυτονομία δράσης από τον ασφυκτικό πατριαρχικό έλεγχο.

1024px-Typos_Nikolaos_Glykys_3.jpeg
Η τυπογραφική σφραγίδα του Γλυκύ έχει μια μέλισσα και ως υπογραφή τα δύο γράμματα Ν(ικόλαος) Γλ(υκύς)_wikiwand

Μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, συνεπώς, οι Έλληνες είχαν αρκετές εναλλακτικές διεξόδους για να μορφωθούν σε μέσο και ανώτερο επίπεδο, χωρίς να χρειαστεί να μεταναστεύσουν εκτός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι σχολές (πριγκιπικές ακαδημίες) που ίδρυσαν οι Μολδαβοί και Βλάχοι ηγεμόνες στα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα, πριν την έλευση των Φαναριωτών, αποτελούσαν πόλους παροχής ανώτερης ελληνικής παιδείας για τον υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμό. Η ίδρυση των δύο τυπογραφείων του Ν. Γλυκύ και του Ν. Σάρρου στη Βενετία στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα συνέβαλε με τον τρόπο της στην εκτύπωση διδακτικών ή άλλων βιβλίων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την εκπαιδευτική πράξη στον ελληνικό χώρο ή και μόνο για τη διάχυση της γνώσης σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες.

Saros.jpg
Εξώφυλλο του βιβλίου «Χρονογράφος» του Ψευδο-Δωροθέου (Τυπογραφείο Νικολάου Σάρου, Βενετία 1691)_wikiwand

Το εκπαιδευτικό σύστημα

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από την Άλωση μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα στον ελληνικό χώρο δεν υπήρχε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε εκπαιδευτική ανάπτυξη ομοιόμορφη. Κάθε περιοχή ή – καλύτερα – κάθε χωριό ή πόλη διέθετε σχολεία, των οποίων η λειτουργία δεν ήταν συνεχής και απρόσκοπτη. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι στον ελληνικό χώρο λειτουργούσαν δύο τύποι σχολείων: το σχολείο των «κοινών γραμμάτων» και το σχολείο των «ελληνικών γραμμάτων», τα οποία παραδίδονται στις πηγές με διάφορα ονόματα («Μουσείο», «Ελληνομουσείο», «Λύκειο», «Γυμνάσιο», «Φροντιστήριο» κτλ).

Τα «κοινά σχολεία» ήταν εγκατεσπαρμένα σε όλο το χώρο, ακόμη και σε μικρά χωριά. Ο στόχος τους ήταν η παροχή μιας βασικής εκπαίδευσης. Ο κύκλος μαθημάτων τους εξαντλούταν στην εκμάθηση της  ανάγνωσης και σπανιότερα της γραφής. Ο δάσκαλος δεν ήταν επαγγελματίας, αλλά προερχόταν από την ίδια την κοινωνία του χωριού και ήταν ο πιο – ή ο μοναδικός – εγγράμματος. Όχι αποκλειστικά, αλλά συνήθως ένα τέτοιο πρόσωπο ήταν ο ιερέας. Ο χώρος που γινόταν τα μαθήματα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε, η εκκλησία του χωριού, το σπίτι του δασκάλου ή κάποιος διαθέσιμος επαγγελματικός χώρος (π.χ. ένα κατάστημα ή εργαστήριο). Η αμοιβή του δασκάλου δεν ήταν σταθερή και εξαρτιόταν από τη φήμη του ή από τις οικονομικές διαθεσιμότητες της τοπικής κοινωνίας. Συχνά ο μισθός συμπληρωνόταν με παροχή δώρων σε είδος (π.χ. τρόφιμα), ιδίως σε περιόδους αργιών (π.χ. τα «πασχαλιάτικα»). Τα βιβλία ήταν κατά πρώτον τα πινακίδια, πάνω στα οποία γράφονταν τα γράμματα της αλφαβήτου και στη συνέχεια κυρίως εκκλησιαστικά βιβλία, όπως το «Ψαλτήρι» και η «Οκτώηχος», ενώ μεγάλη διάδοση είχε και η «Χρήσιμος Παιδαγωγία», ένα βιβλίο με ερανίσματα διαφόρων κειμένων και ασκήσεις γραμματικής που άρχισε να τυπώνεται γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα και για πάνω από έναν αιώνα γνώρισε επανειλημμένες εκδόσεις. Προς το τέλος του 18ου αιώνα γίνονται αλλαγές στην κατώτερη εκπαίδευση με την εισαγωγή μοντέρνων Αλφαβηταρίων, που χρησιμοποιούσαν σύγχρονες μεθόδους στη διδασκαλία, ενώ τομή αποτελεί και η εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου το 1816 στον ελληνικό χώρο και η πρώτη εφαρμογή της στα Ιόνια νησιά το 1819. Συνολικά, τα «κοινά σχολεία» είχαν μεγάλη διάδοση στον ελληνικό χώρο καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο, ίσως μεγαλύτερη από ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Αυτό το αποδεικνύει η μεγάλη εκδοτική παραγωγή των αναφερθέντων διδακτικών εγχειριδίων. Είναι αυτά που σήκωσαν τελικά το βάρος της διατήρησης του αλφαβητισμού της ελληνικής κοινωνίας.

 

(πηγή)

Τα «σχολεία των ελληνικών γραμμάτων», όπως προαναφέρθηκε, εμφανίζονται τον 17ο αιώνα με διάφορες ονομασίες. Δεν υπήρχαν σε μέρη όπου βρίσκονταν τα «κοινά σχολεία», με αποτέλεσμα ο μαθητής που ήθελε να προχωρήσει σε ένα μεσαίο επίπεδο σπουδών θα έπρεπε να ταξιδεύσει αρκετά χιλιόμετρα και συχνά να διαμένει στον τόπο όπου βρισκόταν το «ελληνικό σχολείο». Ο κύριος σκοπός τους ήταν να εξοικειώσουν τους μαθητές με την αρχαία ελληνική γλώσσα μέσω της γραμματικής, του συντακτικού και της θεματογραφίας. Εκτός αυτού, τα σχολεία της κατηγορίας περιλάμβαναν και μαθήματα φιλοσοφίας, στα οποία ο προσανατολισμός ήταν η αριστοτελική φιλοσοφία (ο «κορυδαλισμός» όπως ονομαζόταν). Ας σημειωθεί ότι ενώ για την εποχή του Κορυδαλέα η διδασκαλία του ήταν πρωτοποριακή, για το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα θεωρούταν απαρχαιωμένη, σχολαστικιστική και συντηρητική. Από τα προγράμματα σπουδών που είναι γνωστά φαίνεται ότι ούτε αυτά τα μέσου επιπέδου σχολεία ακολουθούσαν ενιαίο πρόγραμμα διδασκαλίας και μαθημάτων. Συνήθως η φοίτηση αναπτυσσόταν σε δύο ή τρεις κύκλους. Στην πρώτη περίπτωση, υπήρχε ο κατώτερος κύκλος που αφορούσε τα «γραμματικά», δηλαδή την διδασκαλία αρχαίας ελληνικής γραμματικής, ρητορικής και λογικής και ο ανώτερος, στον οποίο εντάσσονταν τα «φιλοσοφικά» μαθήματα, δηλαδή θεολογία και φιλοσοφία. Στις περιπτώσεις που υπήρχαν τρεις κύκλοι, όπως για παράδειγμα στις πριγκιπικές ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου και στην Πατριαρχική Σχολή, τότε είτε στους δύο ανωτέρω κύκλους προστίθετο και ένας κατώτερος για τη διδασκαλία των κοινών γραμμάτων (Πατριαρχική Σχολή), είτε εισάγονταν νέα μαθήματα που άλλαζαν την όλη δομή των κύκλων (πριγκιπικές ακαδημίες).

Οι πρώτες νεωτεριστικές προσπάθειες σε εκπαιδευτικό επίπεδο έγιναν στις αρχές του 18ου αιώνα από τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, τον Βικέντιο Δαμωδό και τον Νικόλαο Ζερζούλη. Και οι τρεις προσπάθησαν να εισαγάγουν νέα μαθήματα θετικής κατεύθυνσης όπως τα μαθηματικά, να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του αριστοτελισμού στη φιλοσοφία και να διδάξουν στην απλή ελληνική γλώσσα. Η κατάληξη του ενός από αυτούς, του Ανθρακίτη, αναφέρθηκε πιο πάνω: αφορισμός του και κάψιμο των τετραδίων του από το Πατριαρχείο.

Η ώριμη περίοδος: ο Διαφωτισμός

Ορισμός – περιεχόμενο – χρονικά όρια

«Διαφωτισμός», σύμφωνα με έναν εξέχοντα μελετητή του, τον ιστορικό Φ. Ηλιού, «αποκλήθηκε, στην ιστορία των ευρωπαϊκών πνευματικών κινημάτων, το μεγάλο ανατρεπτικό ρεύμα, το οποίο, με ισχυρές αγγλικές καταβολές και με επίκεντρο τη Γαλλία του 18ου αιώνα, εξακτινώθηκε σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο και άφησε βαθιά τα ίχνη του και στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Το βασικό διακύβευμα του κινήματος ήταν η εκκοσμίκευση της γνώσης και της κοινωνίας εν γένει. Με άλλα λόγια, μέσω της απόλυτης εμπιστοσύνης στον ορθό λόγο, ο Διαφωτισμός πίστευε στη συνεχή πρόοδο του ανθρώπου και αντιπάλευε κάθε τι ανορθολογικό, κατ’ εξοχήν τη χριστιανική θρησκεία. Η λατρεία στο πείραμα, που επίσης πρέσβευαν οι Διαφωτιστές, προκύπτει από την προτεραιότητα της εμπειρικής γνώσης σε σχέση με την εξ αποκαλύψεως γνώση. Γι’ αυτό και ο Διαφωτισμός προώθησε ιδιαίτερα τις φυσικές επιστήμες. Πάνω σ’ αυτή την αιτιολογική βάση, υποστήριξε με θέρμη την αντίσταση σε κάθε απολυταρχική εξουσία και αυθεντία και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ως το ιδανικό πολίτευμα για μια κοινωνία. Η έννοια του πολίτη πλάστηκε για να προσδιορίσει το νεωτερικό άνθρωπο, ο οποίος είχε σαφώς διατυπωμένα δικαιώματα, ήταν ίσος με τους συνανθρώπους του και ελεύθερος, ενώ ήταν και υπεύθυνος για τη διακυβέρνηση της χώρας του. Οι εκφάνσεις του Διαφωτισμού εντοπίζονται στην πολιτική, στην οικονομία, στην τέχνη, στη φιλοσοφία και συνολικά στις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Encyclopedie_frontispice_full.jpg

Η διάχυση των διαφωτιστικών ιδεών παρατηρήθηκε αρχικά σε όλη την Ευρώπη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο. Αρκετά νωρίς μέσα στον 18ο αιώνα οι ιδέες του Διαφωτισμού εισήχθησαν και στον οθωμανικό χώρο. Η υποδοχή του Διαφωτισμού από τους διάφορους λαούς οδήγησε τους μελετητές να διακρίνουν σε γερμανικό, ιταλικό κτλ. διαφωτισμό. Για πρώτη φορά το 1946 ο Έλληνας ιστορικός και μελετητής του Διαφωτισμού, Κ.Θ. Δημαράς, έπλασε τον όρο «Ελληνικός Διαφωτισμός», θεωρώντας ότι στους ελληνικούς πληθυσμούς οι διαφωτιστικές ιδέες είχαν ιδιαίτερες στοχεύσεις. Και στο ελληνικό παράδειγμα οι Διαφωτιστές προπαγάνδιζαν την αποδέσμευση της σκέψης από τη θρησκευτική αυθεντία και υποστήριζαν τον περιορισμό των κοσμικών εξουσιών του κλήρου. Επιπλέον, εξιδανίκευαν τον ορθό λόγο και την επιστήμη. Ιδιαίτερη στόχευση αποτελούσε η στροφή στην ελληνική αρχαιότητα, στην οποία οι μεν Δυτικοί έβλεπαν τις απαρχές του ιδανικού γι’ αυτούς δημοκρατικού παραδείγματος διακυβέρνησης, οι δε Έλληνες, εκτός από τη δημοκρατία, αντλούσαν την ίδια την ταυτότητά τους ως λαού. Στην ίδια γραμμή σκέψης οι Έλληνες απέρριπταν το Βυζάντιο, ως περίοδο επικράτησης του απευκταίου απολυταρχικού πολιτικού παραδείγματος και της απόλυτης θρησκευτικής αυθεντίας. Ένα δεύτερο σημείο στο οποίο οι Έλληνες διαφωτιστές έδειξαν ευαισθησία ήταν το ζήτημα της ελευθερίας. Γι’ αυτούς το αίτημα για ελευθερία ήταν κεντρικό όχι μόνο για την πνευματική ζωή, αλλά και για τις πολιτικές συνδηλώσεις του. Έτσι, η ελευθερία κατέληξε να εννοείται, στην όψιμη φάση του κινήματος, η αποδέσμευση από τα δεινά του απολυταρχικού σουλτανικού καθεστώτος και άρα κάλεσμα για επανάσταση με σκοπό τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

1024px-Oer-Weimarer_Musenhof.jpg

Το χρονικό σημείο μετά από το οποίο παρατηρείται διάχυση διαφωτιστικών ιδεών στον ελληνικό χώρο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, όπως συμβαίνει γενικά στα πνευματικά φαινόμενα στην ιστορία. Από κάποιους θεωρείται ότι ο Μεθόδιος Ανθρακίτης κινείται στο χώρο του Διαφωτισμού ως πρόδρομος. Ωστόσο, είναι το έτος 1749 που εκδίδεται η «Οδός Μαθηματική» του Ανθρακίτη, αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του, γεγονός που θεωρείται συμβολικά ως αφετηριακό σημείο για τη διάχυση των διαφωτιστικών ιδεών στον ελληνικό χώρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο είναι το πρώτο που εγκαινιάζει την πρακτική του καταλόγου συνδρομητών, οι οποίοι προπληρώνουν για την έκδοση. Πέραν από την πρακτική σκοπιμότητα του μέτρου (εξασφάλιση από πριν των εξόδων που απαιτούνταν για μια έκδοση), το μέτρο καταδεικνύει με αρκετά σαφή τρόπο την αναγνωσιμότητα ενός βιβλίου και τη γεωγραφική και κοινωνική διάδοσή του. Η επισήμανση ιστορικών φάσεων μέσα στη μεγάλη περίοδο του Διαφωτισμού απασχόλησε επίσης τους ιστορικούς. Ο Δημαράς πρότεινε έναν τριμερή χωρισμό με συμβατικές τομές (1750- 1770, 1770-1800, 1800-1821) και με βάση αυτόν τοποθέτησε τους λογίους στην ιστορική κλίμακα και τις διάφορες πνευματικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Αντιστοίχισε, μάλιστα, ο Δημαράς την πορεία του ελληνικού Διαφωτισμού με τις φάσεις που πέρασε ο αρχετυπικός γαλλικός. Το «σχήμα» του Διαφωτισμού κατά τον Δημαρά έχει ως εξής:

Screen Shot 2018-05-04 at 1.26.04 PM

Σήμερα τέτοιες κατηγοριοποιήσεις έχουν καθαρά εργαλειακό χαρακτήρα και πάντως όχι απόλυτο. Η εναλλαγή των γενιών των λογίων του Διαφωτισμού οδηγούσε σε μια εξέλιξη της σκέψης, ενώ εξωτερικά γεγονότα (π.χ. η Γαλλική Επανάσταση) επηρέαζαν τη διαμόρφωση και διατύπωση των διαφωτιστικών ιδεών στον ελληνικό χώρο. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η ώριμη φάση του Διαφωτισμού, οπότε έχουμε και την κορύφωση του φαινομένου, συμπίπτει αναμφισβήτητα με την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα. Η Επανάσταση του 1821 αποτελεί αυτονόητα το τέλος του φαινομένου με τα συγκεκριμένα ιστορικά χαρακτηριστικά, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει την εξάλειψη της διαφωτιστικής και νεωτερικής σκέψης από τον ελληνικό χώρο. Η κληρονομιά του Ελληνικού Διαφωτισμού του 18ου αιώνα ανιχνεύεται ακόμη και στο σήμερα.

Οι λόγιοι του Διαφωτισμού

Ήδη από την προηγούμενη φάση της ελληνικής παιδείας είχε υπομνησθεί το γεγονός της αύξησης του αριθμού σχολείων και δασκάλων. Την περίοδο του Διαφωτισμού ο αριθμός αυτός φτάνει σε ένα ανώτατο σημείο. Η σχέση λογίων και δασκάλων είναι αμφίδρομη. Ειδικά αυτή την περίοδο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επαφή των δασκάλων, ακόμη και των κοινών σχολείων, με τις διαφωτιστικές ιδέες προοδευτικά γενικεύεται, καθώς συνολικά στο εκπαιδευτικό σύστημα συντελείται μια αλλαγή. Κατά συνέπεια, στους φορείς του Διαφωτισμού εντάσσονται λόγιοι, οι οποίοι σχεδόν όλοι άσκησαν το επάγγελμα του δασκάλου, προκειμένου να διαχύσουν τις νέες ιδέες. Με δεδομένο ότι σχολεία και δάσκαλοι ήταν πολύ περισσότεροι από τις άλλες δύο περιόδους, επόμενο είναι ότι και ο αριθμός των λογίων αυξήθηκε σημαντικά. Σ’ αυτούς, πάντως, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι πολέμιοι των νέων ιδεών, οι οποίοι, λόγω του συγκρουσιακού κλίματος που είχε δημιουργηθεί, δραστηριοποιήθηκαν επίσης πολύ έντονα, τόσο στο συγγραφικό-εκδοτικό τομέα, όσο και στο διδακτικό. Στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε ορισμένους λογίους, οι οποίοι με τη δράση τους έδωσαν το στίγμα της περιόδου, ως οπαδοί αλλά και ως πολέμιοι του Διαφωτισμού.

Евгениус_Вулгарис.jpg

Κατά γενική ομολογία ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της πρώτης φάσης του Διαφωτισμού. Κερκυραϊκής καταγωγής, μαθητής του Ανθρακίτη, σπούδασε στα Γιάννινα. Η ευφυΐα του και η γλωσσική δεινότητά του τον έκαναν αμέσως γνωστό σε κύκλους εμπόρων και λογίων, ώστε να του προσφερθούν θέσεις δασκάλου πρώτα στα Γιάννινα (Μαρουτσαία Σχολή) και στη συνέχεια να αναλάβει το 1753 τη διοίκηση της νεοϊδρυθείσας Αθωνιάδας Σχολής. Οι αντιδράσεις στις απόψεις και στο διδακτικό έργο του από συντηρητικούς κύκλους ήταν συνεχείς, τόσο στα Γιάννινα, όσο και στην Αθωνιάδα ή στην Πατριαρχική Σχολή. Γι’ αυτό έφυγε από τον ελληνικό χώρο το 1763 και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Αφού πέρασε την πιο δημιουργική συγγραφικά περίοδο της ζωής του στη Γερμανία, μετέβη στη Ρωσία, όπου τοποθετήθηκε ως αρχιεπίσκοπος Χερσώνας το 1775. Έφτασε να γίνει μέλος και της ρωσικής αυτοκρατορικής ακαδημίας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αφού είχε παραιτηθεί από τη θέση του αρχιερέα, αποσύρθηκε σε μοναστήρι της Ρωσίας, όπου και πέθανε.

Ο Βούλγαρης δραστηριοποιήθηκε τόσο στο μεταφραστικό τομέα, όσο και στο συγγραφικό. Τα έργα του κινήθηκαν γύρω από τη φιλοσοφία, τη λογική, αλλά και τις φυσικές επιστήμες. Το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο του – και από τα σημαντικότερα της εποχής του Διαφωτισμού – ήταν η Λογική, την οποία δημοσίευσε το 1766 στη Λειψία. Στο έργο του διαφαίνεται αφενός η απομάκρυνσή του από τον αριστοτελισμό που κυριαρχούσε ως φιλοσοφικό σύστημα στον ελληνικό χώρο και αφετέρου η επίδρασή του από τα συστήματα του Ντεκάρτ, του Λοκ και άλλων Δυτικών φιλοσόφων. Ήταν σταθερός λάτρης του ορθού λόγου και της απόρριψης κάθε έννοιας αυθεντίας, ενώ από την άλλη υποστήριζε την ελευθερία της έκφρασης. Δεν είναι τυχαίο που σ’ αυτόν οφείλουμε τη δημιουργία στην ελληνική γλώσσα της λέξης «ανεξιθρησκεία», όταν χρειάστηκε να μεταφράσει το γαλλικό όρο tolerance. Ωστόσο, ο ίδιος, ίσως και λόγω της ιερατικής ιδιότητάς του, δεν οδηγήθηκε σε ακραία ρήξη με τη θρησκεία, αλλά υποστήριξε το διαχωρισμό θεολογίας και φιλοσοφίας. Πολιτικά ήταν υποστηρικτής της φωτισμένης απολυταρχίας, της οποίας εκφραστή βρήκε στο πρόσωπο της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄. Η εγκατάστασή του στη Ρωσία τον οδήγησε σε αναδίπλωση αναφορικά με τις διαφωτιστικές ιδέες του και τελικά κατέληξε στα τελευταία χρόνια της ζωής του μάλλον σε έναν συντηρητισμό.

Evgenios_Voulgaris_First_page_of_book_Elements_of_metaphysics.jpg

Συνεχίζοντας τους κρίκους της αλυσίδας, θα συναντήσουμε τον Ιώσηπο Μοισιόδακα (1725/30-1800), μαθητή του Βούλγαρη και έναν από τους διαπρεπέστερους και πιο ρηξικέλευθους εκπροσώπους του Διαφωτισμού. Όπως δείχνει και το επώνυμό του (Μοισία = αρχαία Βουλγαρία, Δακία = αρχαία Ρουμανία) καταγόταν από τη βορειοανατολική Βουλγαρία (περιοχή Δοβρουτσάς). Σπούδασε σε κέντρα παιδείας του οθωμανικού χώρου (Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Άγιο Όρος). Πήγε στη Βενετία ως ιεροκήρυκας του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας για να παρακολουθήσει μαθήματα φυσικής φιλοσοφίας. Στη Βενετία εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του που ήταν η μετάφραση της «Ηθικής Φιλοσοφίας» του Μουρατόρι. Το 1765 και για δύο χρόνια κατείχε τη θέση του σχολάρχη στην πριγκιπική ακαδημία του Ιασίου, προσκεκλημένος του ηγεμόνα της Μολδαβίας Γρηγορίου Γκίκα. Λόγω αντιπαραθέσεων με συντηρητικούς κύκλους αποχώρησε και ταξίδεψε στην Ευρώπη (ουσιαστικά στις ελληνικές παροικίες της Διασποράς: Βιέννη, Βενετία, Τεργέστη), όπου συνέγραψε και εξέδωσε την «Απολογία» του (1780) και την «Θεωρία της Γεωγραφίας» (1781). Άλλο σημαντικό έργο του ήταν η «Πραγματεία περί παίδων αγωγής» (1779). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την Ακαδημία του Βουκουρεστίου (1796/7), φαίνεται ότι απομονώθηκε και αφοσιώθηκε στη συγγραφή έργων του και αναδιπλώθηκε, μάλλον για βιοποριστικούς λόγους, σε λιγότερο ρηξικέλευθες απόψεις.

Ο Μοισιόδακας βρίσκεται στην πρωτοπορία των Διαφωτιστών και αποτέλεσε εξέχουσα μορφή του σε αρκετούς τομείς. Ήταν γόνιμος συγγραφέας φιλοσοφικών έργων και έργων θετικών επιστημών. Υπέρμαχος των διαφωτιστικών ιδεών, καταπολέμησε κάθε μορφή αυθεντίας και αγωνίστηκε για την εισαγωγή και καθιέρωση των φιλοσοφικών και θετικών μαθημάτων στην εκπαιδευτική πρακτική. Στην Ακαδημία του Ιασίου εισήγαγε για πρώτη φορά τα μαθήματα της φυσικής, της γεωγραφίας και των νεότερων μαθηματικών. Περισσότερο προωθημένες για την εποχή του ήταν οι παιδαγωγικές αντιλήψεις του. Στηλίτευσε την ασφυκτική πίεση που ασκούσε ο δάσκαλος προς τους μαθητές του και υποστήριξε μια φιλελεύθερη εκπαίδευση, στην οποία ο μαθητής θα αντιμετωπίζεται ως ενεργός δέκτης της όλης διαδικασίας. Στο πλαίσιο του προωθημένου οράματός του για το εκπαιδευτικό σύστημα ανήκουν και οι απόψεις του για την χρήση αποκλειστικά της ομιλούμενης γλώσσας στη διδασκαλία. Όσον αφορά τις πολιτικές απόψεις του το μοντέλο της φωτισμένης απολυταρχίας φαίνεται ότι τον είλκυε και το υποστήριξε σθεναρά για μια μεταρρυθμισμένη πάνω στα πρότυπα του Διαφωτισμού κοινωνία. Γι’ αυτό και προσκολλήθηκε σε μεταρρυθμιστές ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών (Γρηγόριος Γκίκας στη Μολδαβία, Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Βλαχία). Ωστόσο, η διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης που βίωσε στη ζωή του, τον οδήγησαν σε ακραίες μορφές πολιτικής σκέψης και πολύ προδρομικές για την εποχή του. Στην Απολογία του υποστήριξε το αβασίλευτο πολίτευμα και ιδιαίτερα την ελβετική κοινοπολιτεία ως πρότυπο οργάνωσης της κοινωνίας. Σ’ ένα τέτοιο πολίτευμα θα άρχουν οι νόμοι και οι θεσμοί, που θα εξασφαλίζουν την ελευθερία και ευδαιμονία των πολιτών.

Στον ίδιο χώρο των παραδουνάβιων ηγεμονιών θα δραστηριοποιηθεί και ο Δημήτριος Καταρτζής ή Φωτιάδης (περ. 1730-1807), ο οποίος ανήκει στην ίδια γενιά διαφωτιστών με τον Μοισιόδακα. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο γάμος του με κόρη φαναριωτικής οικογένειας τον οδήγησε στη Βλαχία, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Το 1779 ανέλαβε το δικαστικό αξίωμα του «μέγα κλουτσιάρη» και αργότερα το υψηλό αξίωμα του μέγα λογοθέτη. Η δράση του, πέρα από την άσκηση του δικαστικού επαγγέλματος, κινούταν γύρω από την κατ’ οίκον διδασκαλία παιδιών Φαναριωτών και τη συγγραφή. Χωρίς να κάνει εντυπωσιακές σπουδές, η φιλομάθειά του τον οδήγησε στο να μάθει αρκετές γλώσσες και στο να μελετήσει κείμενα, ιδιαίτερα των Γάλλων διαφωτιστών, από τα οποία επηρεάστηκε.

Το συγγραφικό έργο του Καταρτζή κινήθηκε γύρω από την παιδαγωγική και τη γλώσσα. Ουσιαστικά πρόκειται για διδακτικά εγχειρίδια, στα οποία παρεντίθενται και οι παιδαγωγικές τους αντιλήψεις. Τον απασχόλησε ιδιαίτερα ο τρόπος διδασκαλίας και το περιεχόμενό της. Γνώριζε πολύ καλά γραμματική και έγραψε, μάλιστα, μια «Γραμματική της Ρωμαίικιας Γλώσσας». Τις απόψεις του τις εξέφρασε σε διάφορα κείμενα, τα οποία δημοσιεύτηκαν πολύ μετά το θάνατό του. Άσκησε κριτική στο παλιό σχολείο, υποστήριξε τη χρήση της φυσικής γλώσσας για τη διδασκαλία και στιγμάτισε το σχολαστικισμό στην εκπαίδευση. Τα κείμενά του σε θέματα γλώσσας τον τοποθετούν στην πρωτοπορία ενός πρόδρομου δημοτικισμού. Από την άλλη, προσπάθησε να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα σχολικής εκπαίδευσης. Σ’ αυτό το πλαίσιο διατύπωσε μια εκπαιδευτική οργάνωση που θα ξεκινούσε από τα παιδιά των πέντε χρόνων με τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας των μαθητών και μαθημάτων θρησκευτικών, κατήχησης, ιστορίας και γεωγραφίας. Στη συνέχεια (ηλικία 9-10 ετών) οι μαθητές θα διδάσκονταν αρχαία ελληνικά, τον επόμενο χρόνο λατινικά και τα υπόλοιπα χρόνια μέχρι τα 18 θα παρακολουθούσαν μαθήματα ρητορικής, ποιητικής, λογικής και επιστημών. Οι πολιτικές απόψεις του κινούνταν γύρω από τη φωτισμένη απολυταρχία ως πρότυπο διακυβέρνησης, αποδεχόταν τον όρο «Ρωμιός» για εθνοτικό αυτοπροσδιορισμό, αναγνώριζε τη συνέχεια καταγωγής των συγχρόνων του από τους Αρχαίους και τους Βυζαντινούς. Για πρώτη φορά διατύπωσε την άποψη ότι οι «Ρωμιοί» αποτελούσαν μια ενιαία πολιτική κοινωνία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνεισφέροντας στην πορεία και στη συζήτηση για την ελληνική εθνική συνειδητοποίηση και χειραφέτηση. Η προσωπικότητά του ήταν ελκυστική, ώστε να ασκήσει επιρροή σε διαφόρους σύγχρονούς του λογίους που θα αποτελέσουν τον κύκλο του Καταρτζή (π.χ. Γρηγόριος Κωνσταντάς, Δανιήλ Φιλιππίδης, Ρήγας Φεραίος).

2008.06.30.RigasVelestinlis1757-1798.Rotenturm-Str21.WienA.JPG

Ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής (1757-1798) δεν εντάσσεται εύκολα στο κλασικό πρότυπο του Έλληνα λογίου διαφωτιστή. Η δράση του και το συγγραφικό του έργο διαφέρει κατά πολύ από τα βιογραφικά των προγενεστέρων και των μεταγενεστέρων του. Γεννημένος στην κωμόπολη του Βελεστίνου, σπούδασε στη σχολή Ζαγοράς και στη συνέχεια μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνδέθηκε με φαναριωτικούς κύκλους και ιδιαίτερα τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, μετέπειτα ηγεμόνα της Βλαχίας. Η γνωριμία αυτή θα τον οδηγήσει στις Ηγεμονίες, όπου τουλάχιστον από το 1786 και εξής θα βρίσκεται ως γραμματέας διαφόρων  αρχόντων και τελικά του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυρογένη. Στη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1787-1792 θα γνωριστεί με τον ισχυρό Οθωμανό τοπάρχη του Βιδινίου Οσμάν Πασβάνογλου. Γύρω στο 1790 θα πάει για πρώτη φορά στη Βιέννη, όπου θα εκδώσει τα πρώτα βιβλία του, που ήταν μεταφράσεις γαλλικών λογοτεχνικών κειμένων. Έκτοτε, η δράση του θα κινείται μεταξύ Βουκουρεστίου και Βιέννης. Στην αυστριακή πρωτεύουσα θα γνωριστεί με μέλη της πλούσιας και δραστήριας ελληνικής εμπορικής παροικίας και θα γνωρίσει και θα ασπαστεί ενθέρμως τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Στη Βιέννη θα εκδώσει όλα τα συγγράμματά του, τα οποία από το 1793 και μετά θα έχουν κυρίως πολιτικό περιεχόμενο. Στα τέλη του 1797 θα αφήσει τη Βιέννη και θα μεταβεί στην Τεργέστη, αυστριακό λιμάνι στην Αδριατική, προκειμένου να συναντήσει τον Ναπολέοντα, ο οποίος μόλις είχε καταλάβει τη Βενετία. Λόγω ενός τυχαίου γεγονότος συνελήφθη από τις αυστριακές αρχές μαζί με τους συντρόφους του, ανακρίθηκε και φυλακίστηκε στη Βιέννη, πριν εκδοθεί στο Βελιγράδι, ως Οθωμανός υπήκοος. Ενώ επρόκειτο να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη για να ανακριθεί και δικαστεί, ο πασάς του Βελιγραδίου, φοβούμενος επίθεση του Πασβάνογλου για να ελευθερώσει τον Ρήγα, τον θανάτωσε μαζί με τους συντρόφους του τον Ιούλιο του 1798 και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στον ποταμό Σάβο.

Η γνήσια και πρωτοποριακή συνεισφορά του Ρήγα στη σκέψη του Διαφωτισμού αφορά τον πολιτικό τομέα. Ο Ρήγας εγκαινιάζει μια νέα φάση στην ελληνική διαφωτιστική σκέψη, αυτήν του επαναστατικού ριζοσπαστισμού. Είχε επηρεαστεί από τα ιακωβινικά πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης, τα οποία προσπάθησε να τα προσαρμόσει στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όπως τον χαρακτήρισε ο καθηγητής Π. Κιτρομηλίδης, ο Ρήγας «αποτέλεσε μια βαλκανική εκδοχή του επαναστατικού ιακωβινισμού». Το πολιτικό όραμά του συνίστατο στη δημιουργία ενός κράτους, του οποίου το πολίτευμα θα ήταν δημοκρατικό. Η δομή και η λειτουργία του κράτους περιγράφηκε στο ένα από τα επαναστατικά φυλλάδια που τύπωσε στη Βιέννη το 1797 και επιγραφόταν «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νησιών και της Βλαχομπογδανίας». Το κράτος, που θα ήταν ενιαίο και όχι ομοσπονδιακό, το ονόμασε «Ελληνική Δημοκρατία». Στο νέο κράτος, το οποίο θα εκτεινόταν σε όλο τον ευρύ ελληνικό χώρο, ο Ρήγας αναγνώριζε ως βασικές αρχές την ισότητα των υπηκόων και την ελευθερία έκφρασης. Λόγω αυτών των αρχών, σεβάστηκε απόλυτα τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των λαών που κατοικούσαν σ’ αυτό, χωρίς να κάνει διάκριση ούτε στη θρησκεία. Κατά τούτο, η σκέψη του Ρήγα ήταν βαθιά επαναστατική, απόλυτα εναρμονισμένη με τις πολιτικές ιδέες του Διαφωτισμού, αλλά κινούταν σε ένα προδρομικό εθνικό πλαίσιο. Αναγνώριζε την αξία και την προσφορά των αρχαίων Ελλήνων στο δημοκρατικό πολίτευμα, την αξία της ελληνικής γλώσσας ως βασικού γλωσσικού οργάνου συνεννόησης όλων των λαών του κράτους του και ως εκ τούτου επίσημης γλώσσας του. Από την άλλη, ίσως ήταν πρώιμο να ενστερνισθεί μια αποκλειστικά εθνική βάση για τη συγκρότηση του κράτους του. Η έμπνευσή του να συνοδεύσει το φυλλάδιό του – όπως έκανε και με άλλα του – με ένα τραγούδι, εν προκειμένω τον «Θούριο», είχε ως στόχο να διαδοθούν οι ιδέες του ευκολότερα και σε πλατιές μάζες. Το πρόγραμμά του ήταν ουσιαστικά ένα επαναστατικό κάλεσμα και όχι απλά μια (ακόμη) πολιτική θεωρία.

Χάρτα_του_Ρήγα,_1797_-_Rigas_Charta_of_Greece,_1797.jpg

Ο Ρήγας ήταν εμβληματική μορφή της ελληνικής ιστορίας συνολικά, αλλά και του Διαφωτισμού ειδικότερα. Ονομάστηκε πρωτομάρτυρας της Ελληνικής Επανάστασης, γιατί ήταν ο πρώτος που έχασε τη ζωή του λόγω των επαναστατικών ιδεών του. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε ρομαντικές απεικονίσεις ζωγραφικών πινάκων του 19ου αιώνα, ο Ρήγας είναι το ένα από τα δύο πρόσωπα που σηκώνουν την Ελλάδα, παριστάμενη ως ρακένδυτη αλυσοδεμένη γυναικεία μορφή. Αυτό το στοιχείο είναι απόδειξη ότι ο Ρήγας θεωρήθηκε από την εθνική ιδεολογία του ελληνικού κράτους ως ο ένας από τους δύο στύλους που βοήθησαν στην ίδρυση του κράτους.

Ο άλλος στύλος της ρομαντικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Αν ο Ρήγας αποτελούσε την επαναστατική πράξη του εθνικο απελευθερωτικού εγχειρήματος, ο Κοραής αποτελούσε την επαναστατική θεωρία. Παρ’ όλο που δεν βρισκόταν στον ελληνικό χώρο, γνώριζε πολύ καλά τις εξελίξεις στον πνευματικό και πολιτικό τομέα και αποτέλεσε την κυριότερη μορφή του Ελληνικού Διαφωτισμού, συγκεντρώνοντας γύρω του μια πλειάδα Ελλήνων λογίων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στη διάχυση της διαφωτιστικής σκέψης στον ελληνικό χώρο κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα. Γεννημένος στη Σμύρνη από εμπορική οικογένεια, ο Κοραής μετέβη για εμπορικές υποθέσεις στο Άμστερνταμ, όπου ήρθε σε επαφή με τις διαφωτιστικές ιδέες. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Σμύρνη, όπου όμως αρρώστησε από μελαγχολία. Οι πνευματικές αναζητήσεις του έπεισαν τους γονείς του και τον έστειλαν στο Μονπελιέ της Γαλλίας, όπου σπούδασε ιατρική (1782-1788). Στη συνέχεια και μετά το θάνατο των γονιών του, μετέβη στο Παρίσι, όπου ασχολήθηκε με μεταφραστική εργασία για βιοπορισμό. Από το 1798 με τη δημοσίευση της «Αδελφικής Διδασκαλίας» άρχισε να ασχολείται έντονα με το ελληνικό ζήτημα. Μέχρι το θάνατό του στο Παρίσι (δεν θα επιστρέψει καθόλου στον ελληνικό χώρο) θα γράψει και θα δημοσιεύσει  πολλά κείμενα. Αν αυτά μπορούν να ομαδοποιηθούν, θα λέγαμε ότι είναι τριών ειδών: α) οι εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, στις οποίες ο Κοραής πρότασσε μακροσκελή προλεγόμενα, όπου εξέθετε τις απόψεις του για την ελληνική παιδεία, β) τα διάφορα φυλλάδια που εκδίδονταν με αφορμή κάποιο γεγονός και είχαν επίκαιρο χαρακτήρα με σημαντικότερο την δημοσίευση του «Υπομνήματος περί της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος» (το 1803 στα γαλλικά) και γ) η αλληλογραφία του με σχεδόν όλους τους Έλληνες διαφωτιστές λογίους της πρώτης τριακονταετίας του 19ου αιώνα.

Adamantios_Korais.jpg

Ο Κοραής είχε διατυπώσει με σαφήνεια στα πολλά συγγράμματά του το πολιτικό όραμά του για την Ελλάδα. Υποστήριζε με σθένος την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων και την εγκαθίδρυση ενός κράτους με δημοκρατικό πολίτευμα. Οπαδός του φιλελευθερισμού, πίστευε με πάθος στην ελευθερία, όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την πνευματική και την κοινωνική, καθώς η ισότητα των πολιτών ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, κατ’ αυτόν, για μια ευνομούμενη πολιτεία. Στις έρευνές του για το πολιτικό όραμά του αναζήτησε και μελέτησε τα συντάγματα διαφόρων κρατών και κατέληξε ότι το αγγλο-αμερικανικό ήταν το καλύτερο για την ελληνική περίπτωση. Για τον Κοραή η βάση της πολιτικής ελευθερίας ήταν η παιδεία. Στη σκέψη του Έλληνα διαφωτιστή η παιδεία κατέχει κεντρική θέση. Θεωρούσε ότι μόνο με τη διάχυση και ανύψωση της ελληνικής παιδείας σε πλατιά κοινωνικά στρώματα ο λαός θα μπορούσε να διεκδικήσει την πολιτική ελευθερία του. Γι’ αυτό προέτασσε την κοινωνική απελευθέρωση από τις καταπιεστικές για το λαό ελληνικές ελίτ και στη συνέχεια την πολιτική απελευθέρωση από τον απολυταρχικό σουλτάνο. Λόγω αυτής του της άποψης θεώρησε πρόωρη την έκρηξη της Επανάστασης, αλλά παρ’ όλα αυτά, όταν αυτή συνέβη, προσπάθησε με κάθε μέσο να συμβάλει στην επιτυχία της.

Η μεγάλη βαρύτητα που έδινε για την παιδεία τον ώθησε στο να διατυπώσει άποψη και για τη γλώσσα των Ελλήνων. Στη γλωσσική αντιπαράθεση που διαφάνηκε κατά την περίοδο του Διαφωτισμού αναφορικά με τη γλώσσα που πρέπει να υιοθετήσει ο ελληνικός λαός, ο Κοραής στάθηκε στο μέσο, διατυπώνοντας τη «μέση οδό». Προσπάθησε να δημιουργήσει μια νέα γλώσσα, αποστασιοποιούμενος τόσο από την καθομιλουμένη, όσο και από την αρχαΐζουσα. Έχοντας ως βάση τη δημοτική, την εναρμόνισε στο τυπικό της γραμματικής της αρχαΐζουσας, πλάθοντας νέες λέξεις και εξοβελίζοντας τις ξένες (κυρίως τις τουρκικές). Το γλωσσικό πείραμά του ήταν τεχνητό, πολεμήθηκε από αρκετούς και μετά το θάνατό του δεν ακολουθήθηκε σχεδόν από κανέναν.

Πέραν της θεωρίας, ο Κοραής, στο βαθμό που του επέτρεπε η γεωγραφική απόσταση, μετείχε ενεργά στις πνευματικές ζυμώσεις του ελληνικού χώρου. Μέσω της φήμης που είχε αποκτήσει μπορούσε να επηρεάσει κύκλους λογίων και εμπόρων στην έκδοση βιβλίων και κυρίως στην ίδρυση νεωτερικών σχολείων, για τα οποία φρόντιζε να προτείνει και δασκάλους. Διατηρούσε επαφή και αρθρογραφούσε στο φιλολογικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής», το οποίο εκδιδόταν στη Βιέννη και αποτελούσε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα το σημαντικότερο πνευματικό βήμα του Ελληνισμού. Οι ιδέες του βρήκαν στηρίγματα σε κύκλους διανοουμένων και το όνομά του συνδέθηκε με την ωριμότερη φάση του ελληνικού διαφωτιστικού κινήματος.

Τέλος, σ’ αυτή την τελευταία φάση τρία ανώνυμα πολιτικά κείμενα, που είτε τυπώθηκαν είτε κυκλοφορούσαν σε χειρόγραφα, προβάλουν την ακραία μορφή πολιτικού ριζοσπαστισμού και κοινωνικής κριτικής που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του Ελληνικού Διαφωτισμού. Πρόκειται για τα έμμετρα κείμενα «Ο Ρωσαγγλογάλλος» (ίσως του 1805) και ο «Ανώνυμος του 1789», και το βιβλίο «Ελληνική Νομαρχία» (1806). Λόγω του οξύτατου ύφους και των τριών, οι συντάκτες του παρέμειναν ανώνυμοι. Τα δύο πρώτα ασκούν δριμεία κριτική στις ηγετικές ελίτ του Ελληνισμού, τους προκρίτους, τους αρχιερείς, τους εμπόρους και τους Φαναριώτες, οι οποίοι απέκτησαν δύναμη και πλούτο χάριν της οθωμανικής εξουσίας, καταπίεζαν το λαό και ήταν πολέμιοι οποιασδήποτε επανάστασης ή πολιτικής χειραφέτησης. Ο λαός πρέπει, κατά τους συντάκτες των κειμένων, να απελευθερωθεί από αυτές τις ομάδες. Το παρακάτω απόσπασμα από το Ρωσαγγλογάλλο δίνει μια εικόνα του ύφους της πολεμικής και της κριτικής που άσκησαν αυτά τα κείμενα:

Γένη σκληρά και ὕπουλα, φυλαί γεμᾶται δόλον,
Μη λέτε πρόφασες ψευδεῖς, με φέρετε γάρ πόνον.
Ἀρχιερεῖς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,
Λέτε πώς τους εὑρήκατε ὅλους Μωαμετάνους
Τοῦτο ποσῶς δεν ἔπρεπε ἵνα σᾶς ἐνοχλήση
Και πότ’ αὐτοί ἠγάπησαν την ἀνθρωπίνην φύσι;

Το τρίτο κείμενο, η «Ελληνική Νομαρχία», κινείται στο ίδιο ιδεολογικό κλίμα με τα προηγούμενα, αλλά πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν την ενδιαφέρει μόνο να ασκήσει κοινωνική κριτική, αλλά οικοδομεί και μια πολιτική πρόταση. Καλεί το λαό σε επανάσταση και προτείνει το πολίτευμα που θα πρέπει να εφαρμοστεί στο ελληνικό κράτος, το οποίο θα προκύψει από αυτήν. Σύμφωνα με το συντάκτη που υπογράφει ως «Ανώνυμος ο Έλλην», το πολίτευμα ονομάζεται «Νομαρχία», μια σύνθετη λέξη από το «νόμος» και «άρχω», γιατί σ’ αυτό το κράτος θα κυριαρχούν οι νόμοι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας στο παρακάτω απόσπασμα, η ελευθερία βρίσκεται μέσα στους νόμους, γιατί ο κάθε πολίτης παρέδωσε την προσωπική ελευθερία του στους νόμους. Άρα υπακούοντας στους νόμους, ο κάθε πολίτης είναι ελεύθερος, δηλαδή ασκεί τη δική του ελευθερία.

Ὑπό τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσάν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ, λοιπὸν, ὁποὺ κατ’ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία.

Τα τρία αυτά κείμενα μαζί με την πολιτική σκέψη του Κοραή και των οπαδών του δείχνουν το τέλος της πορείας της πολιτικής σκέψης την εποχή του Διαφωτισμού, όταν οι Έλληνες λόγιοι υποστήριζαν αυτονόητα πια τη διενέργεια επανάστασης από τους Έλληνες, αποτίναξης της οθωμανικής εξουσίας και εγκαθίδρυσης ενός κράτους με δημοκρατικό πολίτευμα, στο οποίο θα κυριαρχεί η κοινωνική και πολιτική ισότητα των πολιτών έναντι των νόμων.

Tα σχολεία του Διαφωτισμού

Την περίοδο του Διαφωτισμού εντάθηκαν όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία δειλά είδαμε να πρωτοεμφανίζονται την προηγούμενη περίοδο, ειδικά από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα και το πρώτο μισό του επόμενου. Προς το τέλος του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου υπάρχει συστηματική προσπάθεια από την πλευρά των διαφωτιστών για ίδρυση και λειτουργία σχολείων πάνω σε νεωτερικά πρότυπα. Στόχος τους ήταν η δημιουργία ενός σχολείου απαλλαγμένου από το σχολαστικισμό, με έμφαση στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών και με εφαρμογή σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων. Στις πηγές της εποχής παρουσιάζεται οργασμός στην ίδρυση σχολείων και αισιοδοξία αναφορικά με τη λειτουργία τους, η οποία δεν είναι πάντα επιτεύξιμη, λόγω ποικίλων εμποδίων, οικονομικών ή άλλων. Κοινότητες και έμποροι είναι στην πρωτοπορία ίδρυσης ή χρηματοδότησης τέτοιων σχολείων, ενώ τα μέρη που λειτουργούσαν ήταν αστικά κέντρα με εμπορική κίνηση. Ένα νέο στοιχείο στους φορείς ίδρυσης και λειτουργίας σχολείων είναι οι διάφορες φιλεκπαιδευτικές εταιρείες που άρχισαν να λειτουργούν στις αρχές του 19ου αιώνα, με κυριότερες αυτές της Βιέννης και της Αθήνας. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι τα σχολεία αυτά συνήθως ιδρύονται σε μέρη που υπάρχει ήδη κάποιο σχολείο, το οποίο είτε οι διαφωτιστές μεταρρυθμίζουν, είτε τα λειτουργούν παράλληλα με το υπάρχον, συχνά ανταγωνιστικά, όπως στην περίπτωση της Σμύρνης. Πολλά αξιόλογα σχολεία μέσου επιπέδου ιδρύθηκαν κυρίως την περίοδο 1780-1820, όπως η «Καπλαναία Σχολή Ιωαννίνων» (περίπου το 1800) ή η αναδιοργανωμένη Πατριαρχική Σχολή στην Ξηροκρήνη της Κωνσταντινούπολης (1804). Ωστόσο, η αιχμή του νεωτερικού δόρατος της παιδείας ήταν το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης (1808-1819), η Ακαδημία των Κυδωνιών (1800-1821) και η Σχολή της Χίου (1815-1821). Ο Κοραής εκτιμούσε ιδιαίτερα τη λειτουργία αυτών των σχολείων και τα θεωρούσε ως πνευματικά παιδιά του. Αυτή η τριάδα σχολείων αποτέλεσε το πρότυπο λειτουργίας και για άλλα.

smirni-10.jpg

Η Ακαδημία των Κυδωνιών (σημ. Αϊβαλί Τουρκίας) ιδρύθηκε το 1800 ως μια μετεξέλιξη της Σχολής της Παναγίας των Ορφανών. Η δυναμική τοπική ελληνική κοινότητα της νεοϊδρυμένης μετά τα Ορλωφικά κωμόπολης των Κυδωνιών αποφάσισε την ίδρυση της Ακαδημίας ύστερα από την αύξηση του αριθμού των μαθητών και της βούλησης των δυναμικών αστών εμπόρων να ιδρύσουν ένα σχολείο αντάξιο της ανερχόμενης τάξης τους. Ο Βενιαμίν Λέσβιος, κορυφαία φυσιογνωμία του Ελληνικού Διαφωτισμού, ορίστηκε διευθυντής της σχολής και τον διαδέχτηκε ο επίσης σημαντικός λόγιος Θεόφιλος Καΐρης μετά την αποχώρηση του πρώτου. Η σχολή αποτέλεσε πρότυπο για άλλες, καθώς στεγαζόταν σε ειδικό διδακτήριο, οι διευθυντές και οι δάσκαλοι είχαν φροντίσει να την εμπλουτίσουν με εποπτικά μέσα και βιβλία (αναφέρεται ότι διέθετε 1.000 τόμους βιβλίων λίγο πριν την Επανάσταση) και υπήρχε μέριμνα για τη στέγαση μαθητών που έρχονταν από μακριά με τη λειτουργία οικοτροφείου. Ο αριθμός των μαθητών είχε διπλασιαστεί από την ίδρυσή της φτάνοντας λίγο πριν το 1821 στους 400, αρκετοί από αυτούς προερχόμενοι από μακρινά μέρη. Το πρόγραμμα σπουδών στηριζόταν σε τρεις κύκλους μαθημάτων, κατώτερο («γραμματικά»), μέσο («εγκύκλια μαθήματα») και ανώτερο («επιστημονικά μαθήματα»), όπως ήταν διαδεδομένο για τα καλά σχολεία της εποχής. Παράλληλα διδάσκονταν και ξένες γλώσσες (γαλλικά και τουρκικά). Το 1819 λειτούργησε και τυπογραφείο για τις ανάγκες του σχολείου.

57_big.jpg

Το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης ιδρύθηκε από τρεις εμπόρους της Σμύρνης, ως αντίπαλον δέος στη συντηρητική και ελεγχόμενη από την τοπική μητρόπολη Ευαγγελική Σχολή, που λειτουργούσε ήδη από το 1733. Η ίδρυση του Γυμνασίου υπήρξε αποτέλεσμα αντιπαλοτήτων που ταλάνιζαν την ελληνική κοινότητα Σμύρνης στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Παρ’ όλες τις δυσκολίες στην εύρεση χώρου στέγασης και στην οικονομική διαχείριση, οι επίτροποι προσκάλεσαν ως διευθυντή του το φημισμένο λόγιο και κορυφαία μορφή του Διαφωτισμού, Κωνσταντίνο Κούμα. Koumas_Konstantinos.jpegΗ θητεία του στο Γυμνάσιο μέχρι το 1817 με μια μικρή διακοπή, έδωσε αίγλη στη σχολή, προίκισε το ιδιόκτητο κτίριο με πλούσια εποπτικά μέσα και βιβλία και η φήμη του σχολείου έφτασε μέχρι τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Αρκετά νωρίς ο Κούμας ζήτησε και προσλήφθηκε στη σχολή ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, σημαίνων λόγιος, ο οποίος ανέλαβε τη διδασκαλία των φιλολογικών και θεολογικών μαθημάτων, κρατώντας ο Κούμας τη διδασκαλία των επιστημονικών μαθημάτων. Η αύξηση του αριθμού των μαθητών και των υποδιδασκάλων ήταν εντυπωσιακή στα λίγα χρόνια λειτουργίας του σχολείου. Παραδίδεται ότι από το δεύτερο χρόνο λειτουργίας του οι μαθητές είχαν φτάσει τους 300, χωρίς να συνυπολογιστούν οι διάφοροι επαγγελματίες της αγοράς που έρχονταν να δουν με περιέργεια τα πειράματα του Κούμα στο μάθημα της Χημείας. Χάρη στο ζήλο του Οικονόμου η σχολή συνέχισε την επιτυχή λειτουργία της και μετά την αναχώρηση του Κούμα το 1817 για τη Βιέννη. Το 1819, όμως, στο πλαίσιο του ξεσπάσματος της υποφώσκουσας διαμάχης μεταξύ αφενός εμπόρων και αφετέρου συντεχνιών και μητρόπολης, η τελευταία μερίδα ξεσήκωσε το λαό, ο οποίος οδηγήθηκε σε βίαιες ενέργειες, μεταξύ των οποίων ήταν η καταστροφή του Φιλολογικού Γυμνασίου, του σχολείου που συμβόλιζε στα μάτια τους τη νεωτεριστική μερίδα των Eλλήνων εμπόρων. Το σχολείο δεν ανασυστήθηκε, καθώς σύντομα ακολούθησαν τα γεγονότα της Επανάστασης. Ως εξιλαστήριο θύμα, συνεπώς, της κοινωνικής διαμάχης που υπήρχε στη Σμύρνη, το Φιλολογικό Γυμνάσιο έκλεισε με βίαιο τρόπο.

Veniamin_1820_manuscript.jpg

Η Χίος διέθετε σχολή, η οποία κάτω από τη διεύθυνση του συντηρητικού λόγιου Αθανάσιου Πάριου είχε αρχίσει να παρακμάζει. Μετά την αναχώρηση του τελευταίου από το νησί οι πλούσιοι άρχοντες απευθύνθηκαν στον Κοραή, προκειμένου να τους υποδείξει νέον διευθυντή του σχολείου τους. Ο Κοραής πρότεινε τον Νεόφυτο Βάμβα, συνεργάτη και μαθητή του στο Παρίσι, ο οποίος αποδέχτηκε την πρόσκληση. Μεταξύ 1815-1821 η σχολή της Χίου – μετονομασθείσα σε Γυμνάσιο – γνώρισε εξαιρετική πρόοδο. Ο Βάμβας, πάντα με τη συμβουλή του Κοραή και την αμέριστη συμπαράσταση των ντόπιων, πλούτισε με σύγχρονα εποπτικά μέσα διδασκαλίας τη σχολή, προσέλαβε δασκάλους, αναμόρφωσε πλήρως το πρόγραμμα διδασκαλίας, εισάγοντας εκτός από τα επιστημονικά μαθήματα, τη διδασκαλία ξένων γλωσσών (γαλλικά, τουρκικά, λατινικά), ζωγραφικής και της ναυτικής τέχνης. Τα μαθήματα, σύμφωνα με την πρόταση του Βάμβα, χωρίστηκαν σε πέντε τάξεις. Επίτροποι και έφοροι ήταν υπεύθυνοι για την καλή διοίκηση και ομαλή λειτουργία της σχολής. Ο Βάμβας πρωτοστάτησε στην ίδρυση βιβλιοθήκης, κατ’ αρχήν για τις ανάγκες του Γυμνασίου, αλλά και γενικότερα των κατοίκων του νησιού. Η βιβλιοθήκη μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη δημόσια βιβλιοθήκη του ελληνικού χώρου, η οποία ήδη τις παραμονές της Επανάστασης διέθετε 3.000 τόμους βιβλίων. Την ίδια χρονιά με τις Κυδωνιές λειτούργησε και στη Χίο τυπογραφείο (1819), στο οποίο τυπώνονταν οι λόγοι των δασκάλων στις διάφορες τελετές. Για το υψηλό επίπεδο διδασκαλίας και για το μέγεθος της φήμης της σχολής μαρτυρούν άλλα δύο στοιχεία: τις παραμονές της Επανάστασης φοιτούσαν 700 μαθητές, από τους οποίους οι 200 κατάγονταν εκτός νησιού, ενώ υπήρχαν 14 δάσκαλοι, αριθμός υπερδιπλάσιος από τον αριθμό που υπήρχε σε άλλα ανώτερα σχολεία του ελληνικού χώρου. Παρ’ όλες τις όποιες αντιδράσεις είχαν εκδηλωθεί το 1820 από κύκλους του Πατριαρχείου στο νεωτεριστικό πνεύμα που είχε επιβάλει ο Βάμβας στη σχολή, είναι η Επανάσταση του 1821 και η φυγή του Φιλικού Βάμβα από το νησί που οδήγησε στο κλείσιμό της.

Τα τρία νεωτερικά σχολεία αποτελούν οδηγό και για τον τρόπο λειτουργίας των υπολοίπων της περιόδου. Η διοίκηση των σχολείων εξαρτιόταν από τον ιδρυτή τους και το πλαίσιο που αυτός όρισε, εντός του οποίου το σχολείο θα διοικούταν. Σε όσα σχολεία η ίδρυση έγινε από την τοπική κοινότητα, τότε αυτή είναι που ορίζει την επιτροπή που θα ρυθμίζει τη λειτουργία της σχολής. Αν κάποιος ιδιώτης (π.χ. έμπορος) ήταν ο ιδρυτής, τότε η σχολή έχει συνήθως προσωποπαγή χαρακτήρα. Ο ρόλος του Πατριαρχείου ή της τοπικής εκκλησίας ήταν κάποτε σημαντικός, αλλά πάντα επικυρωτικός, αφού η έκδοση πατριαρχικού σιγιλίου ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία ενός σχολείου. Συνήθως τα σχολεία διοικούνταν από κάποια επιτροπή, Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επίτροποι ελέγχονταν από εφορεία, η οποία βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ή σε κάποια άλλη μεγάλη πόλη και η οποία είχε έναν εποπτικό ρόλο σ’ αυτά. Η επιτροπή, από την άλλη, φρόντιζε για την καλή λειτουργία του σχολείου, την εξεύρεση πόρων, διδακτικού προσωπικού κλπ.

Η περίοδος του Διαφωτισμού αποτέλεσε τομή και για το κτιριακό ζήτημα. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν σπάνιο το φαινόμενο να ανεγείρεται ειδικό κτίριο που θα στέγαζε ένα σχολείο. Η σχολή Ντέκα στην Αθήνα και η Αθωνιάδα Σχολή αποτελούν χαρακτηριστικές εξαιρέσεις. Από τα τέλη του 18ου αι. αρχίζουν να αντιμετωπίζονται τα στεγαστικά προβλήματα με την ανοικοδόμηση νέων κτιρίων ή την ενοικίαση άλλων. Έτσι, ανεγείρεται σειρά κτιρίων για να στεγάσουν αποκλειστικά σχολεία, όπως στο Βουκουρέστι (1776-1779) και στην Καπλαναία Σχολή Ιωαννίνων, μαζί φυσικά με τα τρία σχολεία σε Σμύρνη, Χίο και Κυδωνιές που προαναφέρθηκαν. Σε κάποιες περιπτώσεις χτίζεται οίκημα και για βιβλιοθήκη, όπως στη Ζαγορά Πηλίου με μέριμνα του Zαγοριανού εμπόρου στο Άμστερνταμ, Ιωάννη Πρίγκου.

20140415_ioannina591.JPG

Ο ρόλος του δασκάλου ήταν καθοριστικός για τη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών. Αυτό φάνηκε σαφέστατα στην περίπτωση των τριών νεωτερικών σχολείων, στο καθένα από τα οποία υπήρχε ένας σημαντικός λόγιος ως διευθυντής. Σε όλα τα προγράμματα σπουδών, ήδη από την προηγούμενη φάση, διατηρούταν ένας βασικός διαχωρισμός μεταξύ «γραμματικών» και φιλοσοφικών ή επιστημονικών μαθημάτων. Από τα τέλη του 18ου αιώνα παρατηρείται εμπλουτισμός των μαθημάτων. Έτσι, πέρα από την εισαγωγή περισσότερων και ευρείας κλίμακας επιστημονικών μαθημάτων, εισήχθησαν μαθήματα ξένων γλωσσών και πρακτικής κατεύθυνσης, όπως καταστιχογραφία, ιχνογραφία και ναυτική τέχνη. Κατεξοχήν καινοτομία στην εκπαιδευτική πρακτική ήταν η ολοένα και ευρύτερη χρήση εποπτικών μέσων στη διδασκαλία των θετικών μαθημάτων, όπως γεωγραφία, χημεία και φυσική. Όπως φάνηκε και από την ενότητα των λογίων, στα σχολεία γινόταν πια εκτεταμένη χρήση σχολικών εγχειριδίων. Με την επέκταση του έντυπου βιβλίου οι δάσκαλοι είτε τύπωναν τις χειρόγραφες σημειώσεις των παραδόσεών τους προς χρήση των μαθητών, είτε μετέφραζαν κατάλληλα εγχειρίδια από διάφορες ξένες γλώσσες. Η μεγάλη συγγραφική δραστηριότητα των λογίων του Διαφωτισμού, εξάλλου, απέβλεπε σε μεγάλο βαθμό στην ικανοποίηση διδακτικών αναγκών. Αξίζει να σημειωθεί ότι προς την κατεύθυνση της παγίωσης ενός ετήσιου σχολικού προγράμματος, θεσμοθετήθηκαν και οι καλοκαιρινές διακοπές για πρώτη φορά στη σχολή του Βουκουρεστίου το 1810.

Στους δασκάλους επίσης συντελούνται σημαντικές αλλαγές. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα ο τύπος του κληρικού ως δασκάλου, ιδίως στα κοινά σχολεία, ήταν διαδεδομένος. Από την εποχή αυτή και μετά εμφανίζεται ο τύπος του κοσμικού λόγιου, σπουδασμένου στη Δύση, ο οποίος ασκεί επαγγελματικά το διδασκαλικό λειτούργημα. Οι δάσκαλοι, ανάλογα με την φήμη τους, μετακινούνταν συχνά και σε μεγάλες αποστάσεις. Η ζήτηση ήταν μεγάλη και η ίδρυση σχολείων ταχεία και σε μεγάλες αποστάσεις. Ανάλογα της φήμης ήταν και η μισθοδοσία τους. Πάντως, ρόλο έπαιζαν και οι οικονομικές διαθεσιμότητες της σχολής. Οι μισθοδοτικές αποκλίσεις ήταν μεγάλες. Χαρακτηριστικά ας αναφερθεί ότι γύρω στο 1800 ο μισθός δασκάλου στην Άνδρο ήταν 350 γρόσια, ενώ στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη Τσαριτσάνη Θεσσαλίας 700. Πάντως, οι μισθοί είχαν ανιούσα πορεία, λόγω αφενός της σημαντικής νομισματικής υποτίμησης του οθωμανικού νομίσματος μεταξύ τελών 18ου και αρχών 19ου αιώνα και αφετέρου της μεγάλης ζήτησης δασκάλων στα νεοϊδρυμένα σχολεία.

Για τους μαθητές οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι ελάχιστες. Αντίστοιχα με τους δασκάλους και οι μαθητές μετακινούνταν σε μεγάλες αποστάσεις για να παρακολουθήσουν κάποιον φημισμένο δάσκαλο. Γενικά, πάντως, οι εντυπωσιακοί αριθμοί των 500 ή 700 μαθητών που παρατηρήσαμε στα τρία νεωτερικά σχολεία δεν συναντώνται σε άλλα, στα οποία ο αριθμός σπανίως υπερέβαινε τους 100. Οι μαθητές φοιτούσαν δωρεάν, εκτός από περιπτώσεις παιδιών πλουσίων, τα οποία πλήρωναν δίδακτρα σε κάποια σχολεία. Ειδικά οι ξένοι μαθητές είχαν να αντιμετωπίσουν τα έξοδα στέγης και φαγητού, καθώς δεν υπήρχε μέριμνα για λειτουργία οικοτροφείου στα περισσότερα σχολεία. Τα έξοδα συχνά καλύπτονταν μέσω υποτροφιών που δίνονταν είτε από το σχολείο, είτε από πλούσιους εμπόρους. Πάντως, για κάποιον μαθητή που φοιτούσε σε σχολείο μεγάλης πόλης, το κόστος ζωής ήταν υψηλό.

Το έντυπο του Διαφωτισμού

Η χρήση και λειτουργία του έντυπου λόγου στον ελληνικό χώρο δεν ήταν διαδεδομένη τους προηγούμενους αιώνες. Σε αντίθεση με τη Δυτική Ευρώπη, στον οθωμανικό χώρο ο έντυπος λόγος, χωρίς να είναι άγνωστος, άρχισε να κατακτά αυξανόμενα σημαντική θέση στην κοινωνία από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με και υποβοηθήθηκε από το κίνημα του Διαφωτισμού. Ο αγώνας για τη διάδοση των νέων ιδεών οδήγησε σε μια έκρηξη της εκδοτικής δραστηριότητας. Η ετήσια παραγωγή ελληνικών βιβλίων κατά την τελευταία τεσσαρακονταετία πριν από την Επανάσταση αυξήθηκε, αν και με διακυμάνσεις, φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο το έτος 1820 με περίπου 130 τόμους που αντιστοιχούσαν σε περίπου 110 τίτλους. Την ίδια περίοδο από τους 220 συγγραφείς που καταγράφηκαν οι 205 ήταν πρωτοεμφανιζόμενοι, δείγμα της ανανέωσης του συγγραφικού προσωπικού. Οι πολύτιμες έρευνες του Φίλιππου Ηλιού για το νεωτερικό βιβλίο έδειξαν επιπλέον ότι τα τυπογραφεία όπου εκδίδονταν τα βιβλία βρίσκονταν σε εκτός οθωμανικού χώρου περιοχές, κυρίως σε μέρη όπου υπήρχαν ελληνικές κοινότητες. Πέραν της Βενετίας και της Βιέννης που κρατούσαν τα σκήπτρα στην έκδοση ελληνικών βιβλίων – η πρώτη του παραδοσιακού, η δεύτερη του νεωτερικού – η Κωνσταντινούπολη και η Κέρκυρα ακολουθούσαν, αν και με απόσταση, σε σχετικό πίνακα του Φ. Ηλιού για την περίοδο 1801-1820. Και αυτό παρ’ όλο που τα αντίστοιχα τυπογραφεία είχαν ιδρυθεί μόλις το 1797 και 1798 αντίστοιχα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το είδος των βιβλίων. Παρ’ όλο που τα θρησκευτικά βιβλία συνεχίζουν να κατέχουν την πρώτη θέση με ποσοστό 41%, είναι σαφώς μειωμένα σε σχέση με παλαιότερες περιόδους. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ότι τα σχολικά εγχειρίδια καταλαμβάνουν καθαρά τη δεύτερη θέση με 13%, δείγμα της μεγάλης εκπαιδευτικής προσπάθειας που γινόταν. Αναφέρθηκε ότι από το 1749 άρχισαν να τυπώνονται βιβλία με ονόματα συνδρομητών. Ούτε όλα τα βιβλία που τυπώθηκαν περιείχαν συνδρομητές, ούτε από αυτά που έγιναν με τη μέθοδο της συνδρομής περιείχαν όλα ονομαστικό κατάλογό τους. Από όσα βιβλία περιείχαν βγαίνει ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα όσον αφορά το αναγνωστικό κοινό, ή τουλάχιστον το κοινό που ενδιαφερόταν και πλήρωνε για την έκδοση βιβλίων. Από αυτούς μόνο το 5% προέρχονταν από περιοχές που εντάχθηκαν το 1830 στο ελληνικό κράτος, ένδειξη ότι τα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού βρίσκονταν στη Διασπορά (Βιέννη, Βενετία) ή τουλάχιστον στον ευρύτερο ελληνικό χώρο (π.χ. Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη).

Ο δυναμισμός του έντυπου λόγου για την προώθηση των διαφωτιστικών ιδεών δεν αποτυπώθηκε μόνο στην έκδοση βιβλίων, αλλά επίσης στη λειτουργία τυπογραφείων και εντός του οθωμανικού χώρου – όπως προαναφέρθηκε – και στην έκδοση εφημερίδων και περιοδικών. Όλες οι προεπαναστατικές εφημερίδες και τα περιοδικά εκδόθηκαν στη Βιέννη, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε το κέντρο του Ελληνικού Διαφωτισμού. Η αρχή έγινε με την έκδοση της «Εφημερίδος» των εκδοτών Μαρκίδων-Πούλιων το 1790, η οποία είχε πολιτικό περιεχόμενο. Το παλαιότερο, μακροβιότερο και σημαντικότερο περιοδικό ήταν ο «Λόγιος Ερμής» (1811-1821) που εκδιδόταν στη Βιέννη από τον πηλιορείτη λόγιο Άνθιμο Γαζή. Hermes_the_scholar.jpgΦιλολογικού κατά βάση περιεχομένου ο «Λόγιος Ερμής» δημοσίευε πληθώρα πληροφοριών και ειδήσεων για βιβλία και σχολεία του ελληνικού χώρου∙ συνεργαζόταν με όλους τους γνωστούς διαφωτιστές λογίους, ενώ ειδικά τα τελευταία χρόνια κυκλοφορίας του είχε την αμέριστη συμπαράσταση του Κοραή. Ο ελληνικός χαρακτήρας και ο κοσμοπολιτισμός ήταν οι δυο άξονες του περιοδικού. Χαρακτηριστική παράμετρος της εκδοτικής δραστηριότητας ήταν η έκδοση φυλλαδίων. Τα φυλλάδια συχνά είχαν πολεμικό χαρακτήρα και χρησιμοποιούνταν από τις δύο αντίπαλες μερίδες στην προσπάθειά τους να επιβληθούν. Αυτό είναι άλλο ένα δείγμα της επέκτασης της έντυπης κουλτούρας, έστω και μ’ αυτόν τον πολεμικό τρόπο, στην ελληνική κοινωνία.

Οι αντίπαλοι του Διαφωτισμού

Οι διαφωτιστικές ιδέες δεν δεξιώθηκαν από την ελληνική κοινωνία χωρίς προβλήματα. Τις αντιδράσεις τις συναντήσαμε ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα στην περίπτωση του Ανθρακίτη. Ουσιαστικά όσο κέρδιζαν έδαφος οι νεωτερικές ιδέες, τόσο αύξαινε το μέτρο της αντίδρασης εναντίον τους. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα δεν υπήρξε συντονισμένη αντίδραση στους διαφωτιστές. Ακόμη και μετά, πάντως, δεν υπήρχε οργανωμένη ομάδα, αλλά μάλλον μεμονωμένοι λόγιοι. Οι λόγιοι αυτοί προέρχονταν από τον κλήρο και ανήκαν στον κύκλο του πατριαρχείου. Τα ονόματα που ξεχώρισαν σ’ αυτήν την αντιπαράθεση ήταν των μοναχών Νικόδημου Αγιορείτη και Αθανάσιου Πάριου. Ο πρώτος ζούσε στο Άγιο Όρος, ήταν πολυγραφότατος και υποστήριζε την παραδοσιακή γραμμή στη θεολογία, αντιδρώντας σε ο,τιδήποτε νεωτερικό όχι μόνο στη θεολογία αλλά και στην κοινωνία. Ο Πάριος ήταν γνωστός δάσκαλος, με θαυμαστή πολυγλωσσία και ευρυμάθεια, ο οποίος δίδαξε σε διάφορα σχολεία με τελευταίο αυτός της Χίου. Και ο ίδιος πολυγραφότατος, με τη δημοσίευση από το νεοσυσταθέν πατριαρχικό τυπογραφείο της «Πατρικής Διδασκαλίας» (1798) αντιπαρατέθηκε για πρώτη φορά έντονα με τους διαφωτιστές, οι οποίοι αμέσως απάντησαν με τη δημοσίευση της «Αδελφικής Διδασκαλίας» από τον Κοραή. Οι συντηρητικοί λόγιοι έβλεπαν καχύποπτα τη διάχυση των διαφωτιστικών ιδεών, που σήμαιναν γι’ αυτούς αφενός αμφισβήτηση του πολιτικού καθεστώτος – ειδικά από τη δεκαετία του 1790 – και αφετέρου εκκοσμίκευση της καθημερινής ζωής με ταυτόχρονη συρρίκνωση του εκκλησιαστικού βίου. Αν και η αντιπαράθεση μπορεί να εκταθεί σε όλη την περίοδο του Διαφωτισμού, υπήρχαν δύο συγκεκριμένες περίοδοι που η διαμάχη έφτασε σε ακραίο σημείο. Η πρώτη είναι η δεκαετία του 1790, όταν μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης και της διάχυσης των στρατευμάτων του Ναπολέοντα μέχρι την Οθωμανική Αυτοκρατορία δημιουργήθηκε πολιτικός και ιδεολογικός συναγερμός στο κράτος. Το πατριαρχείο, ίσως και με υποκίνηση του σουλτάνου, επέβαλε λογοκρισία στη διάδοση επαναστατικών φυλλαδίων και νεωτερικών βιβλίων, προχώρησε σε αφορισμούς διαφωτιστών λογίων (Χριστόδουλος Παμπλέκης, Ρήγας Φεραίος) και καταδίκασε απερίφραστα την κατάληψη των Επτανήσων από τους γάλλους επαναστατικούς. Η δεύτερη περίοδος ήταν τα δύο χρόνια πριν την έναρξη της Επανάστασης (1819-1821). Το 1819 το πατριαρχείο βλέποντας τη μεγάλη διάδοση των διαφωτιστικών ιδεών και κυρίως των νεωτερικών σχολείων εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία εξέφραζε την αγωνία του για την προτεραιότητα των φυσικών μαθημάτων εις βάρος των φιλολογικών. Ακολούθησε μια περίοδος λογοκρισίας και ακραίων γεγονότων, όπως το κάψιμο δημοσίως του ανώνυμου φυλλαδίου «Στοχασμοί του Κρίτωνος», αφορισμός ενός ποιήματος και απαγόρευση στους βιβλιοπώλες της Κωνσταντινούπολης να πουλούν νεωτερικά βιβλία. Το Μάρτιο του 1821, λίγο πριν μαθευτούν στην οθωμανική πρωτεύουσα τα νέα της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το πατριαρχείο συγκάλεσε σύνοδο «Περί καθαιρέσεως μαθημάτων φιλοσοφικών». Σ’ αυτήν αποφασίστηκε η αποστολή εγκυκλίων για απαγόρευση διδασκαλίας των φιλοσοφικών μαθημάτων και για παύση από τα καθήκοντά τους δασκάλων, όπως ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Βενιαμίν Λέσβιος και ο Νεόφυτος Βάμβας. Η Επανάσταση και τα γεγονότα που ακολούθησαν έβαλαν ένα προσωρινό – όπως αποδεικνύει η μεταγενέστερη ελληνική ιστορία – τέρμα στη διαμάχη διαφωτιστών – αντιδιαφωτιστών.

Σύνοψη – Συμπέρασμα

Η ελληνική παιδεία κατά την οθωμανική περίοδο κινήθηκε μεταξύ βυζαντινής παράδοσης και νεωτερικότητας. Η μεγάλη αλλαγή φαίνεται να συντελείται τον 17ο αιώνα, όταν είχαν πια εκλείψει και τα τελευταία υπολείμματα της βυζαντινής παράδοσης και είχε αρχίσει να διαφαίνεται το καινούργιο. Οι ανερχόμενοι έμποροι και οι αυξανόμενοι λόγιοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την αλλαγή. Η διάδοση των ιδεών του Διαφωτισμού από τη δυτική Ευρώπη στον οθωμανικό χώρο θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και θα γνωρίσει θεαματική άνθιση λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης. Πάνω σ’ αυτήν τη γραμμική πορεία της παιδείας από τον 15ο αιώνα μέχρι το 1821 θα ενταχθούν τόσο η σκέψη των κατά καιρούς ελλήνων λογίων, όσο και η εκπαιδευτική πρακτική των σχολείων. Διανόηση και σχολείο ήταν αλληλένδετα και περισσότερο από σήμερα συγκοινωνούντα δοχεία για την ελληνική κοινωνία της εποχής. Η οξύτητα των διαφωτιστικών ιδεών στο πολιτικό επίπεδο θα οδηγήσει σε μιαν αυξανόμενη, αν και αρκετά περιορισμένη ποσοτικά, μύηση ευρέων κοινωνικών ομάδων στην επαναστατική ιδέα και θα αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η συμμετοχή τους στην επαναστατική πράξη.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη (επιμ.), Ευγένιος Βούλγαρης: πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου, Κέρκυρα 1-3 Δεκεμβρίου 2006, Αθήνα 2009.

Α. Αγγέλου, Πλάτωνος τύχαι. Η λόγια παράδοση στην Τουρκοκρατία, Αθήνα 1963.

του ιδίου, Των Φώτων. Όψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Αθήνα 1988.

του ιδίου, Το Κρυφό σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, Αθήνα 1997.

Κ. Άμαντος, Τα γράμματα εις την Χίον κατά την Τουρκοκρατίαν, 1566-1822, Πειραιάς 1946.

Λ. Βρανούσης, Ρήγας Βελεστινλής, 1757-1798, Αθήνα 1957.

Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ΙΗ΄-ΙΘ΄ αιώνα, Αθήνα 1976.

Ν. Γιακωβάκη, Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Μια καμπή στην ευρωπαϊκή αυτοσυνείδηση, 17ος-18ος αιώνας, Αθήνα 2006.

Τ.Α. Γριτσόπουλος, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1966-1971.

Κ.Θ. Δημαράς – Α. Αγγέλου – Αικ. Κουμαριανού – Εμμ. Φραγκίσκος, (1964), Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, (Εκδ.), τ. Α΄-ΣΤ΄, Αθήνα 1964.

του ιδίου, Ο Κοραής και η εποχή του, Αθήνα 1953.

του ιδίου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.

Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Ελληνικά σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 1-2, Αθήνα 1936.

Π.Χ. Ζιώγας, Προβλήματα παιδείας του Ελληνισμού κατά τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1982.

G.P. Henderson, Η αναβίωση του ελληνικού στοχασμού, 1620-1830. Η ελληνική φιλοσοφία στα χρόνια της τουρκοκρατίας, μετφρ. Φ.Κ. Βώρου, Αθήνα 1977.

Φ. Ηλιού, Βιβλία με συνδρομητές : Ι. Τα χρόνια του Διαφωτισμού (1749-1821), Αθήνα 1975.

του ιδίου, Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός. η περίπτωση της Σμύρνης (1819), μετφρ. Ι. Πετροπούλου, Αθήνα 1981.

του ιδίου, Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, επιμ. Α. Ματθαίου- Σ. Μπουρνάζος – Π. Πολέμη Ηράκλειο 2005.

Γ. Καράς, Οι θετικές επιστήμες στον ελληνικό χώρο (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1991.

Δ. Καταρτζής, Τα ευρισκόμενα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970.

Γ. Κεκαυμένος, Κρυφό σχολειό: το χρονικό μιας ιστορίας, Αθήνα 2012.

Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές ιδέες και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1996.

του ιδίου, Ιώσηπος Μοισιόδαξ : οι συντεταγμένες της βαλκανικής σκέψης τον 18ου αιώνα, Αθήνα 2004.

Π. Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Αθήνα 1988.

Αικ. Κουμαριανού, Ο ελληνικός προεπαναστατικός τύπος. Βιέννη-Παρίσι 1784-1821, Αθήνα 1995.

Β. Μπόμπου-Σταμάτη, Ιστορικής έρευνας αποτελέσματα : μαρτυρίες για τη νεοελληνική παιδεία και ιστορικά μελετήματα (16ος – 19ος αι.), Αθήνα 2002.

Φ.Κ. Μπουμπουλίδης, Έλληνες λόγιοι μετά την Άλωσιν, Αθήνα 1959.

Χ. Πατρινέλης, Το ελληνικό βιβλίο κατά την τουρκοκρατία (1476-1820), Θεσσαλονίκη 1981.

του ιδίου, «Η κατάσταση της παιδείας στις υπόδουλες ελληνικές χώρες από την Άλωση ως τις απαρχές της πρώτης αναγεννήσεως της παιδείας», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄, Αθήνα 1975, 367-376.

Κ. Σάθας, Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής Εθνεγερσίας, 1453-1821, Αθήνα 1868.

Κ. Σαρρής, «Ιερή Historia : οι αποκλίνουσες διαδρομές ενός είδους μεταξύ Δύσης και Ανατολής από τη Δωδεκάβιβλο του Δοσίθεου Ιεροσολύμων στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Μελέτιου Αθηνών», αδημ. διδ. διατριβή, Α.Π.Θ., τ. 1-3, Θεσσαλονίκη 2010.

Α. Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, Τα μαθηματάρια των ελληνικών σχολείων της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1994.

Κ. Χατζόπουλος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (1453-1821), Θεσσαλονίκη 1991.

Αναφορά

Παπασταματίου, Δ., Κοτζαγεώργης, Φ. 2015. Η παιδεία. [Κεφάλαιο Συγγράμματος]. Στο Παπασταματίου, Δ., Κοτζαγεώργης, Φ. 2015. Ιστορία του νέου ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας.
[ηλεκτρ. βιβλ.]  http://hdl.handle.net/11419/4731

Όλες οι εικόνες αντλήθηκαν από σχετικά λήμματα στη wikiwand

Advertisements