Έρως και Ψυχή

στις

©Πυθεύς

στον πατέρα μου

Άδεια Creative Commons

Λούκιος ΑπουλήιοςΟ Χρυσός Όνος
Βιβλίο IV:28-31, Ο Μύθος του Έρωτα και της Ψυχής

Screen Shot 2017-08-14 at 23.01.41
Μιά γερόντισσα αφηγεἰται τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής κι ο Λούκιος, μεταμορφωμένος σε όνο, ακούει.   Warburg Institute Iconographic Database

Κάποτε σε μιά πόλη έζησε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που απέκτησαν τρείς κόρες ανείπωτης ομορφιάς. Η αφοπλιστική γοητεία των δύο μεγαλύτερων εθεωρείτο άξια μονάχα θνητών επαίνων· αλλά το παρουσιαστικό της νεότερης ήταν τόσο ηδύ, τόσο εκθαμβωτικό, που τα λόγια των ανθρώπων, με την φτώχια τους, δεν μπορούσαν να εξυμνήσουν ή έστω να περιγράψουν επάξια. Πλήθη αβάσταγων ντόπιων κι επισκεπτών, σαϊτεμένων απ᾽ τις φήμες για την αξεπέραστη ομορφιά της, έμεναν άναυδοι μπροστά στο αφύσικο κάλλος, κουνώντας αμήχανα τα δάχτυλά τους και φέρνοντάς τα στα χείλη τους, έγερναν δε τα κεφάλια τους, προσευχόμενοι με ευλάβεια, σα να επρόκειτο πράγματι για την ίδια την θεά Αφροδίτη. Σύντομα, διαδόθηκε στις γειτονικές επαρχίες πέρα από τα σύνορά τους, ότι η θεά που είχε γεννηθεί από τα γαλάζια βάθη της θάλασσας και είχε αναδυθεί πάνω σε αφρισμένα κύματα, χάριζε την εύνοιά της σε διάφορα μέρη της γης, εμφανιζόμενη εκεί που μαζεύονταν οι θνητοί κι αν όχι, τότε η γη κι όχι ο ωκεανός, είχαν δώσει ζωή σ᾽ ένα νέο πλάσμα ή σ᾽ ένα ολόφρεσκο άνθος, δροσερή ουράνια πνοή σε μιάν άλλη Αφροδίτη. 

Μέρα με τη μέρα, η φήμη της ομορφιάς της σκέπαζε με τα φτερά της την ενδοχώρα, τα κοντινά νησιά και όλες τις επαρχίες, εκτός από ελάχιστες. Άνθρωποι ταξίδευαν από χώρες μακρινές, συνωστισμένοι σε βάρκες κινδύνευαν σε φουσκωμένα βαθιά νερά, μόνο και μόνο για ν᾽ αντικρύσουν των θεών το σημάδι. Προορισμός τους όμως δεν ήσαν πλέον τα ιερά της Αφροδίτης στην Πάφο, την Κνίδο αλλά και τα Κύθηρα. Τελετές παραμελήθηκαν, ιερά εγκαταλείφθηκαν, υφαντά ποδοπατήθηκαν, η εθιμοτυπία παραγκωνίσθηκε, τα αγάλματά της έμειναν αστεφάνωτα και οι βωμοί παγωμένοι με στάχτες ξεχασμένες. Το κορίτσι αντιπροσώπευε αυτό που πάντα λαχταρούσαν οι άνθρωποι, τον εξευμενισμό της μεγαλοδύναμης θεάς μέσω κάποιου δικού τους, οικείου προσώπου. Με γιορτές και θυσίες επικαλούνταν την ουράνια Αφροδίτη όταν έβγαινε απ᾽ το παλάτι τα πρωινά κι όπως περπατούσε στα δρομάκια, την έραιναν με λουλούδια και την έντυναν με γιρλάντες.

Screen Shot 2017-08-14 at 23.24.45

Δίχως προηγούμενο, η εξωφρενική απόδοση ουράνιων τιμών σε κάποια κοινή θνητή, φούντωσε τον θυμό της Αφροδίτης. Κούνησε νευρικά το κεφάλι της και ξεστόμισε τούτα τ᾽ αγανακτισμένα λόγια στενάζοντας: «Δείτε με! Η πρώτη μάνα όλων των πλασμάτων, των στοιχείων της φύσης η αρχή, όλου του κόσμου η γενναιόδωρη Αφροδίτη, κατήντησα να μοιράζομαι την αυτοκρατορική μου υπόληψη με μια κοινή θνητή! Μπορεί το όνομά μου, θεμελιωμένο στα ουράνια, να διασύρεται από μιάσματα της γης;  Θα πρέπει να δέχομαι την ευλάβεια φτιασιδωμένη στο πρόσωπο κάποιας άλλης; Μπορεί ένα κορίτσι προορισμένο να πεθάνει, να πορεύεται στην ζωή του ευνοούμενο από την μεταξύ μας ομοιότητα; Δεν σημαίνει κάτι ότι ο Πάρις, εκείνος ο βοσκός, η αμεροληψία και η τιμιότητα του οποίου εκθειάστηκαν από τον παντοδύναμο Δία, διάλεξε εμένα για την αμέριστη ομορφιά μου, ανάμεσα σε άλλες δύο υπέροχες θεότητες;  Αλλά, χαρά δε πρόκειται να δρέψει σφετεριζόμενη την τίμησή μου, όποια και να᾽ναι: Σύντομα θα την κάνω να μετανοιώσει για την ανόσια ομορφιά της.»

Ευθύς, κάλεσε τον Έρωτα, τον γιό της, εκείνο το φτερωτό και πεισματάρικο αγόρι, το οποίο με τρόπους ακατάλληλους κι αδιαφορώντας για την κοσμική τάξη, εφοδιασμένος με φωτιά, τόξο και βέλη, τρέχει ολόγυρα σαν πέσει η νύχτα στα σπίτια των ανθρώπων διαλύοντας γάμους όπου βρεθεί, διαπράττοντας ατιμώρητος μήτε ίχνος καλού, παρά μόνο πράξεις επαίσχυντες. 

Με τα λόγια της, η Αφροδίτη ξεσήκωσε την αυθάδεια και τον αμέρωτο χαρακτήρα που διέθετε από την φύση του σε ύψη πρωτόγνωρα, τον οδήγησε στην πόλη και του έδειξε την Ψυχή, αυτό ήταν το όνομα της κοπέλας, αφηγούμενη τον θρύλο για την ομορφιά της αντιζήλου της,  βογκώντας και στενάζοντας από αγανάκτηση. «Σε ικετεύω,» του είπε «στο όνομα της μητρικής αγάπης, των γλυκών πληγών που ανοίγουν τα βέλη σου, της γλυκιάς φωτιάς σου, πάρε εκδίκηση για την μάνα σου· απαίτησε να τιμωρηθεί παραδειγματικά η προκλητική ομορφιά. Μιά σου πράξη, όλα μπορεί να τα πετύχει, αρκεί να το θέλεις: κάνε το κορίτσι να ποθήσει σφόδρα και παρορμητικά τον πιο ελεεινό από τους ανθρώπους, κάποιον στον οποίο η Μοίρα ξέχασε να μοιράσει ρόλο, πλούτο ή ακόμα και υγεία, κάποιον τόσο ασήμαντο που να μην υπάρχει άλλος στην γη εξίσου εξαθλιωμένος.»

Φίλησε τρυφερά και παρατεταμένα τον γιό της με χείλη μισάνοιχτα κι αναζητώντας την πλησιέστερη ακτή στην φουσκωμένη ακροθαλασσιά, βάδισε με τα ροδόχρωμα πόδια της πάνω στις τρεμάμενες κορφές των αφρισμένων κυμάτων και στάθηκε για μια ακόμη φορά στην κρυστάλλινη στέγη του βυθού. Ευθύς ο ωκεανός υπάκουσε στις επιθυμίες της σαν να τον είχαν προστάξει προκαταβολικά. Τραγούδια ηχούσαν από την χορωδία των Νηρηίδων που βρίσκονταν εκεί· ο Πόρτουνους, θεός των λιμένων, με την θαλασσοπράσινη γενειάδα του, ήταν κι αυτός εκεί· Η Σαλασία, σύζυγος του Νεπτούνου, με ψάρια ζωντανά στην αγκαλιά της και ο Παλαίμων, ο νεαρός ηνίοχος των δελφινιών. Στρατιές από Τρίτωνες πηγαινοέρχονταν στα νερά: άλλος φυσούσε σε κοχύλι μελωδικό· άλλος την σκέπασε με μετάξι για να την προφυλάξει από την κάψα του ήλιου· άλλος κρατούσε καθρέπτη μπροστά στα μάτια της κυράς του, ενώ πολλοί ακόμα, κολυμπούσαν ζεμένοι σαν ζευγάρια γύρω απ᾽ το άρμα της. Αυτές ήταν οι ορδές των πλασμάτων που συνόδευαν την Αφροδίτη καθώς ανοιγόταν στο πέλαγο. 

Βιβλίο IV:32-33, Ο χρησμός

Η Ψυχή, παρά την καταφανή ομορφιά, σε τίποτα δεν ωφελήθηκε από την γοητεία της. Όλοι ατένιζαν το παρουσιαστικό της, όλοι την επαινούσαν, αλλά ουδείς, μήτε πρίγκιπας, μήτε κοινός θνητός, ζήτησε το χέρι της επιθυμώντας να την παντρευτεί. Λάτρευαν βέβαια το θεϊκό της κάλλος, αλλά μονάχα όπως θαυμάζουμε ένα άψογα φιλοτεχνημένο άγαλμα. Οι μεγαλύτερες αδελφές της, η πιο συνηθισμένη όψη των οποίων ουδέποτε διασαλπίστηκε στον κόσμο, γρήγορα αρραβωνίστηκαν βασιλικούς ακόλουθους κι έκαναν εξαιρετικούς γάμους, αλλά η Ψυχή παρέμεινε στο παλάτι, ανέγγιχτη, κρυφά να αναθεματίζει την ερημιά της, άρρωστη στο σώμα, πληγωμένη στην καρδιά, απέχθεια να τρέφει για την ομορφάδα που τόσο συγκινούσε τον κόσμο. 

Screen Shot 2017-08-15 at 11.23.29

Έτσι, ο δυστυχής πατέρας της καταρρακωμένης κόρης, με την υποψία ότι οι ουράνιοι ενδεχεται να τον εχθρεύονται και φοβούμενος την οργή τους, συμβουλεύθηκε το αρχαίο μαντείο της Μιλήτου στά Δίδυμα, αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Με προσευχές και θυσίες ζήτησε από τον παντοδύναμο θεό  έναν άντρα να παντρευθεί το άτυχο κορίτσι. Έλληνας και Ίωνας στην καταγωγή ο Απόλλων, τίμησε τον συγγραφέα του Μιλησιανού αυτού θρύλου αποκρινόμενος στα Λατινικά: 

«Ψηλά στα βράχια του βουνού, στα πιο καλά ντυμένη,
Οδήγα βασιλέα την κόρη σου για τον μοιραίο γάμο.
Περίμενε παιδί θνητού στον κόσμο να μη φέρει,
Αλλά, θεριό ανήμερο, ᾽μοβόρο φίδι φτερωτό,
στους ουρανούς πετώντας, άπαντες τρομάζει,
μαχαίρι και φωτιά καρτερούν τις ψυχές των θνητών.
Ρίγος τον Δία, στ᾽ άκουσμά του, καταλαμβάνει,
αλαφιασμένοι τρέχουν οι Θεοί.

Στης Στύγας τα σκοτάδια, καταποντίζονται οι ποταμοί.»  

 

Screen Shot 2017-08-15 at 11.27.45

Ο μέχρι τώρα ευνοημένος βασιλέας, συγκλονισμένος από τα λόγια της ιερής προφητείας, επέστρεψε αργά στο παλάτι και φανέρωσε στη γυναίκα του τον σκοτεινό χρησμό. Στέναζαν, έκλαιγαν κι οδύρονταν, για πολλά σε μια μέρα.  Αλλά η αποφράδα μοιραία ώρα κοντοζύγωνε. Το σκηνικό του ζοφερού γάμου, στήθηκε για την φτωχή τους κόρη. Το φως των γαμήλιων πυρσών σιγόκαιγε μαυροκαπνισμένο· η μελωδία ηχούσε απ᾽τον αυλό σε παραπονιάρικη Λυδική κλίμακα και ο γιορτινός γαμήλιος ύμνος κατέληξε σε θρήνο. Απαρηγόρητη η νύφη, δακρύβρεχτο το πυρροκόκκινο νυφικό της· η πόλη ολάκερη λύγισε μπροστά στην σκληρή μοίρα που έλαχε στο βασανισμένο σπιτικό και τα πάντα είχαν διακοπεί σε ένδειξη συμπαράστασης.

Screen Shot 2017-08-15 at 11.33.21

Ωστόσο η αδήριτη ανάγκη συμμόρφωσης με την θεϊκή προσταγή, έστειλε την έρμη Ψυχή ν᾽ ανταμώσει το πεπρωμένο της, οι ιεροτελεστίες του μαύρου γάμου είχαν ολοκληρωθεί με αβάσταχτη οδύνη και νεκροζώντανη μεταφέρθηκε από το παλάτι περιτριγυρισμένη απ᾽ όλον τον κόσμο. Δακρυσμένη, σα να μη συνόδευε γαμήλια πομπή αλλά αυτή της δικής της κηδείας. Οι γονείς της πικραμένοι και καταβεβλημένοι απ᾽ την μεγάλη δυστυχία, δίστασαν να φέρουν σε πέρας την φριχτή πράξη, αλλά εκείνη που τους παρότρυνε, ήταν η ίδια τους η κόρη:

«Γιατί να δοκιμάζονται τα θλιβερά σας γεράματα, από ατέλειωτα μοιρολόγια; Γιατί εξαντλείτε της ζωής σας την πνοή σε θρήνους;  Γιατί να πνίγει μάταιο δάκρυ τα πρόσωπα που αγαπώ; Γιατί να θλίβονται τα μάτια μου, απ᾽ τις πληγές των δικών σας; Γιατί τραβάτε τα λευκά σας μαλλιά; Γιατί χτυπάτε τα στήθη που με τάϊσαν; Ας γίνει για ᾽σας λαμπρή η ανταμοιβή της περίτρανης ομορφιάς μου.  Πολύ αργά για να δείτε την μοχθηρή Ζήλεια να μας χτυπά. Θεϊκά όταν δοξάστηκα, από έθνη και πατρίδες, όταν με μιά φωνή με προσφωνούσαν νέα Αφροδίτη, τότε άρμοζε θρήνος, τότε ο κοπετός, τότε θα᾽πρεπε να πενθείτε σαν να ᾽μουνα νεκρή.  Τώρα πιά, ξέρω… νιώθω ότι και μόνο τ᾽ όνομά της με αφανίζει. Οδηγείστε με στον γκρεμό που ο χρησμός ορίζει. Σβέλτα στης τύχης μου τον γάμο να βρεθώ, γρήγορα τον ευγενή μου σύζυγο να συναντήσω. Γιατί χρονοτριβούμε, γιατί αποφεύγουμε να γεννηθεί αυτός που θα φέρει την καταστροφή του κόσμου;» 

Με αυτά τα λόγια, το κορίτσι σιώπησε και προχώρησε μπροστά αποφασιστικά, περιτριγυρισμένη από πλήθος ανθρώπων. Τη συνόδευσαν στην απόκρημνη βουνοπλαγιά και σαν έφτασαν στην κορφή, άρχισαν να την εγκαταλείπουν ένας-ένας. Άφησαν πίσω, τους γαμήλιους δαυλούς που φώτιζαν το μονοπάτι και τώρα είχαν σβήσει από τα δάκρυα και με τα κεφάλια σκυμένα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής στο παλάτι, όπου οι δύστυχοι γονείς της, εξαντλημένοι από το φοβερό χτύπημα, παραδόθηκαν στην ατέλειωτη νύχτα, κλεισμένοι στην σκοτεινιά του δώματός τους.

Screen Shot 2017-08-18 at 21.54.28

Εν τω μεταξύ, η Ψυχή, μόνη στην κορφή των κορυφών, φοβισμένη, τρεμάμενη και δακρυσμένη, παρασύρθηκε από αύρα ευγενική· του Ζέφυρου ψιθυριστή πνοή, φούσκωσε το φόρεμα γύρω της κάνοντάς το να κυματίζει και η ήρεμη ανάσα του την μετέφερε αργά, στα ριζικά των βράχων, αφήνοντάς την μαλακά πάνω σε ολάνθιστο στρωσίδι.

Screen Shot 2017-08-21 at 10.15.01

Βιβλίο V:1-3, Το παλάτι

Σε ᾽κείνον τον καταπράσινο τόπο, η Ψυχή ευχάριστα πλαγιασμένη σε στρώμα από ολοζώντανο γρασίδι, απαλλαγμένη από την βοή του νού της, αποκοιμήθηκε κι όταν ζωντάνεψε, ήταν ανανεωμένη, ροδαλή κι αισθανόταν γαληνεμένη. Η ματιά της πλανήθηκε στο αντικρινό άλσος, φυτεμένο με θεόρατα δέντρα, ωσότου την κλέψει μια αστραφτερή πηγή κρυστάλλινου νερού.  

Screen Shot 2017-08-21 at 10.21.54

Στο κέντρο του δρυμώνα, πλάϊ στο βελούχι, χτισμένο από χέρι θεϊκό, βασιλικό παλάτι. Από τη στιγμή που διάβαινες το κατώφλι του, ήξερες ότι αντίκριζες την υπέροχη λαμπερή κατοικία ενός θεού. Καφασωτά ταβάνια, από περίτεχνα σκαλισμένο ελεφαντόδοντο και ξύλο κιτριάς πάνω σε χρυσά υποστηλώματα· οι τοίχοι καλυμμένοι με ασημένια ανάγλυφα, άγρια ζώα, ανήμερα κοπάδια, αρπάζουν το βλέμμα σου καθώς φτάνεις στην είσοδο. Έργο κάποιου διαπρεπούς άρχοντα, ίσως ημίθεου, ίσως θεού, ο οποίος με λεπτότητα τέχνης σπουδαίας, έφτιαξε τούτα τα πράγματα από ατόφιο ασήμι. Ακόμα και τα πατώματα ήταν μωσαϊκά, εικόνες σχηματισμένες από πολύτιμους λίθους, κομμένους σε μικροσοπικές ψηφίδες. Δυό φορές ευλογημένοι ή και παραπάνω, αυτοί που πατούν σε αστραφτερά πετράδια και κοσμήματα! Απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη όλος ο τόπος ήταν εξίσου ανεκτίμητης αξίας, τοίχοι φτιαγμένοι από συμπαγή χρυσό γυάλιζαν από μόνοι τους, έτσι που και δίχως του ήλιου τις αχτίδες, το παλάτι άστραφτε σαν την αυγή. Οι αίθουσες, τα περιστύλια, οι κολώνες στις εισόδους, όλα έλαμπαν. Τα πάντα ταίριαζαν σε βασιλικό μεγαλείο, ώστε δικαίως είχες προλάβει να σκεφτείς ότι επρόκειτο για ουράνιο ανάκτορο, φτιαγμένο να υποδέχεται τον Δία όταν ταξιδεύει στη γη.

Screen Shot 2017-08-21 at 10.19.15

Αποπλανημένη από τα θέλγητρα αυτού του παραδείσιου τόπου, η Ψυχή πλησίασε και ανακτώντας την αυτοπεποίθησή της, τόλμησε να περάσει το κατώφλι. Τώρα, η επιθυμία της να περιεργαστεί όλα εκείνα τα όμορφα πράγματα την έκανε να στέκεται μπροστά στο κάθε τι.  Στην άκρη του παλατιού βρήκε αποθήκες, αληθινά κομψοτεχνήματα, γεμάτες μέχρι την οροφή με σωρούς πολύτιμων αντικειμένων. Ό,τι υπήρχε, βρισκόταν εκεί. Και πέρα από την έκπληξή της για τις τεράστιες ποσότητες πλούτου, ήταν ιδιαίτερα ξαφνιασμένη από την απουσία έστω μίας κλειδαριάς, σύρτη ή αλυσίδας για την προφύλαξη του θησαυρού από τα μάτια του κόσμου.  Καθώς κοιτούσε γύρω της, μιά φωνή ασώματη της απευθύνθηκε εκστατικά: «Κυρία, γιατί απορείτε τόσο με την τεράστια αυτή περιουσία; Ό,τι βρίσκεται εδώ σας ανήκει. Αποσυρθείτε λοιπόν στο δωμάτιό σας, ανακουφίστε το εξαντλημένο κορμί σας κι όταν το επιθυμήσετε μπορείτε να λουστείτε. Οι φωνές που ίσως ακούτε, είναι εκείνων που σας υπηρετούν, οι δικές μας, που σας περιμένουμε καρτερικά κι όταν το σώμα σας αναζωογονηθεί, θα έχουμε ετοιμάσει γιορτή.»

  Screen Shot 2017-08-21 at 14.11.54

Η Ψυχή αισθάνθηκε ζέση θείας πρόνοιας να την περιβάλλει κι ακολουθώντας τις οδηγίες της αιθέριας φωνής άφησε πρώτα τον ύπνο και μετά το νερό να πάρουν την κούρασή της. Πρόσεξε ένα οβάλ τραπέζι και κρίνοντας από την ετοιμασία του ότι προοριζόταν για να δειπνήσει, κάθισε να περιμένει. Ευθύς, σερβίτσια γεμάτα φαγητό και κούπες με νέκταρ εμφανίστηκαν, δίχως ίχνος των υπηρετών, οι οποίοι σαν πνοές ανέμου προλάβαιναν τις επιθυμίες της. Ουδείς φαινόταν, λόγια μόνο από κάπου αντηχούσαν, των σερβιτόρων οι φωνές. Μετά το πλούσιο γεύμα, ήχησε η φωνή κάποιου τραγουδοποιού να συντροφεύει έναν επίσης αόρατο λυράρη. Μελωδικές φωνές, σαν από αιθέριους χορωδούς, ταξίδεψαν από αλλού και χάϊδεψαν αγκαλιασμένες την ακοή της.

 Screen Shot 2017-08-21 at 14.08.05

Βιβλίο V:4-6, Ο μυστηριώδης σύζυγος

Με το πέρας της γιορτής, παρακινημένη από την εμφάνιση του Εσπέρου στον ουρανό, αποσύρθηκε στα ιδιαίτερά της. Τώρα που η νύχτα προχώρησε για τα καλά, φιθυριστές φωνές έφθαναν στ᾽ αυτιά της και μονάχη όπως ήταν, ανησυχούσε για τον ανέγγιχτο εαυτό της, έτρεμε και κουλουριαζόταν φοβούμενη τα περισσότερα από αυτά που δεν γνώριζε. Ο άγνωστος σύζυγός της κάποτε έφτασε, ξάπλωσε πλάϊ της, έκανε την Ψυχή γυναίκα του κι έφυγε πριν το ξημέρωμα. Άϋλες φωνές, οι πιστοί υπηρέτες, περιποιήθηκαν την νεόνυμφη για την οποία η εποχή της αγνότητας είχε ολότελα περάσει· είχαν συμβεί πολλά σε μία μόλις νύχτα, όπως ήταν φυσικό. Οι μυστηριώδεις ψίθυροι την ξενάγησαν στις χαρές της νέας ζωής δίχως ν᾽ αφήνουν σε χλωρό κλαρί την μοναξιά της. 

Screen Shot 2017-08-21 at 14.15.53

Στο μεταξύ ο πατέρας και η μητέρα της, είχαν γεράσει πενθώντας και θρηνώντας αδιάκοπα. Η ιστορία τους είχε διαδοθεί παντού και οι μεγαλύτερες αδελφές της μαθαίνοντας τα όσα συνέβησαν, εγκατέλειψαν τις οικογένειές τους κι έσπευσαν οδυρώμενες να συμπαρασταθούν στους γονείς τους.

Μιά νύχτα, παρότι δεν μπορούσε να τον δεί αλλά μονάχα ένοιωθε την παρουσία του με την αφή και την ακοή, η Ψυχή άκουσε τον σύζυγό της να λέει: «Γλύκυτατη Ψυχή, αγαπημένη μου γυναίκα, τύχη αδίστακτη σου᾽ χει στήσει φονικό καρτέρι και από τούτο θέλω να σε προφυλάξω με τον καλύτερο τρόπο. Οι αδελφές σου που σε θεωρούν νεκρή, ταραγμένες όπως είναι, σύντομα θα φτάσουν στην κορφή του βράχου. Όταν συμβεί αυτό, αν τύχει κι ακούσεις το κλάμα τους, μην απαντήσεις, ούτε καν να κοιτάξεις προς το μέρος τους, αλλιώς θα με πληγώσεις βαθύτατα και θα προκαλέσεις στον εαυτό σου το απόλυτο κακό.»

Συγκατανεύοντας, υποσχέθηκε να φερθεί όπως ήθελε ο σύζυγός της. Αλλά όταν εκείνος έγινε ένα με το σκοτάδι, πέρασε την μέρα της εξαθλιωμένη από την λύπη και το κλάμα, επαναλαμβάνοντας συνέχεια ότι ήταν πράγματι νεκρή, εγκλωβισμένη στους τοίχους της πολυτελούς φυλακής της, στερημένη την ανθρώπινη συντροφιά και των θνητών τον λόγο, ανίκανη να πεί στις αδελφές της να πάψουν να θρηνούν για ᾽κείνη και το χειρότερο, μη μπορώντας έστω να τις δεί. Ξάπλωσε για ακόμη μια φορά στο κρεβάτι της κι έκλαψε γοερά, δίχως πρώτα να λουστεί, να φάει ή να πιεί, για ν᾽απαλύνει τον πόνο της. Σε λίγο, νωρίτερα απ᾽ ότι συνήθιζε, ο άντρας της επέστρεψε στην συντροφιά της και βρίσκοντάς την να κλαίει ακόμη, την έσφιξε στην αγκαλιά του και την μάλωσε:

«Αυτό μου υποσχέθηκες Ψυχή αγαπημένη; Τι να περιμένω ή να ελπίζω από ᾽σένα; Δεν παύεις να βασανίζεις τον εαυτό σου μέρα-νύχτα, ακόμα και την ώρα του έρωτά μας. Όπως επιθυμείς λοιπόν! Άκου της καρδιάς σου τα μοιραία σκιρτήματα! Αλλά να θυμάσαι την ύστατη προειδοποίησή μου όταν, πολύ αργά, θα μετανοιώσεις.» 

Αλλά η Ψυχή τον παρακάλεσε, απειλώντας να πεθάνει, αν δεν έστεργε την επιθυμία της ν᾽ ανταμώσει με τις αδελφές της, τουλάχιστον να τους μιλήσει για ν᾽ απαλύνει τις λύπες τους. Εκείνος, ενέδωσε στις προσευχές της νεαρής συζύγου του, προσθέτοντας μάλιστα, ότι μπορούσε να τους προσφέρει οποιοδήποτε χρυσαφικό ή κόσμημα εκείνη επιθυμούσε. Αλλά της επέστησε εκ νέου την προσοχή,  με απειλές όπως συνήθως,  να μην ενδώσει σε κακές συμβουλές που ίσως της δώσουν ή την παροτρύνουν να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Διαφορετικά, εξαιτίας της περιέργειας, η ανόσια πράξη της θα την κατακρήμνιζε από τα ύψη της καλής τύχης και δεν θα απολάμβανε πλέον τους εναγκαλισμούς του. 

Φανερά ανακουφισμένη τον ευχαρίστησε και με δάκρυα στα μάτια είπε:  «Κάλλιο να πεθάνω εκατό φορές, παρά να χάσω τα γλυκά σου χάδια. Όποιος και να ᾽σαι σ᾽ αγαπώ βαθιά και σε λατρεύω όπως την ίδια την ζωή.  Κανένας έρωτας δεν θα μπορούσε να συγκριθεί μαζί σου. Όμως μιά χάρη παρακαλώντας σου ζητώ: τις αδελφές μου ας φέρει εδώ ο Ζέφυρος, πιστός σου υπηρέτης, όπως με την πνοή του μετέφερε κι εμένα.» Κι άρχισε να τον πνίγει με πλανερά φιλιά, να τυλίγει τα μέλη της πάνω του και να τον σαγηνεύει με λόγια σαν αυτά: «Γλυκέ, αγαπημένε μου άντρα, της Ψυχής σου τρυφερή ψυχή.» Εκείνος παραδόθηκε διστακτικά στην δύναμη των αισθησιακών ψιθύρων της, υποσχόμενος να συμφωνήσει σε όλα και με το πρώτο φως της ᾽μέρας να πλησιάζει, χάθηκε από την αγκαλιά της συζύγου του.

Βιβλίο V:7-10, Οι διαβολικές αδελφές

Στο μεταξύ, οι αδελφές της έτρεξαν στον βράχο που είχε εγκαταλειφθεί η Ψυχή και χτυπούσαν τα στήθη τους κλαίγοντας ωσότου οι βράχοι αντηχήσουν τον σπαραγμό τους. Φώναζαν τ᾽ όνομα της δύσμοιρης αδελφής τους μέχρι που η Ψυχή, στο άκουσμα των απελπισμένων κραυγών τους, κατέφθασε τρέχοντας από το παλάτι, αλαφιασμένη και τρεμάμενη.   

«Γιατί αφήνετε τον πόνο της καρδιάς κομάτια να σας κάνει;» φώναξε. «Το κορίτσι για το οποίο κλαίτε βρίσκεται μπροστά σας. Πάψτε να θρηνείτε, στεγνώστε το δάκρυ σας, και πάρτε με στην αγκαλιά σας.»

Κατόπιν κάλεσε τον Ζέφυρο, υπενθυμίζοντάς του τις εντολές του άντρα της. Εκείνος υπάκουσε στην στιγμή και οι αδελφές της αιωρήθηκαν με ασφάλεια στην αγκαλιά της ευγενικής του αύρας μέχρι να φθάσουν πλάϊ της.  Τα δάκρυα που νωρίτερα είχαν συγκρατήσει, ξεχύθηκαν τώρα από χαρά έτσι όπως αντάμωναν η μιά στην αγκαλιά της άλλης.  

Screen Shot 2017-08-23 at 12.54.22

«Μπείτε χαρούμενες στο σπίτι μου» είπε η Ψυχή «κι αφήστε πλάϊ μου τις ταραγμένες σκέψεις σας.» 

Τις ξενάγησε στους μοναδικούς θησαυρούς του χρυσού παλατιού και κάλεσε το πλήθος των αέρινων φωνών που την υπηρετούσαν. Αναζωογονήθηκαν απολαμβάνοντας αρωματικά λουτρά και δοκιμάζοντας λιχουδιές εξώκοσμης κουζίνας. Και το αποτέλεσμα ήταν, νικημένες από την σπάνια αφθονία πραγματικά ουράνιων αγαθών, μίσος να μεγαλώνει στην καρδιά τους. Άρχισαν να ρωτούν, ατελείωτα, εξεταστικά κι εξονυχιστικά. Ποιός ήταν ο κύριος όλων αυτών των θεϊκών αντικειμένων; Τι σόι άνθρωπος ήταν ο σύζυγός της και ποιός στην ευχή ήταν; Αλλά η Ψυχή δεν μπορούσε  ν᾽ απαλλαγεί από την θύμηση της μυστικής υπόσχεσης παραβιάζοντας τον όρκο της και προσποιήθηκε ότι ήταν κάποιος νέος και όμορφος, με μόλις λίγα γένια να υπογραμμίζουν το πρόσωπό του, ο οποίος περνούσε τον καιρό του κυνηγώντας σε λόφους και πεδιάδες. Φοβούμενη όμως, μήπως και αποκαλύψει κάτι όσο η συζήτηση συνεχιζόταν και προδώσει έτσι την εμπιστοσύνη του, γέμισε τις αγκαλιές τους με χρυσαφικά και κοσμήματα, αναζήτησε τριγύρω τον Ζέφυρο και του εμπιστεύθηκε την επιστροφή τους.

Screen Shot 2017-08-25 at 23.00.56

Όταν κάποια στιγμή όλα ετοιμάστηκαν, οι γοητευτικές αδελφές, τώρα θύματα της Έριδας και του Φθόνου, άρχισαν να παραπονιούνται έντονα η μία στην άλλη.

«Εσύ τυφλή, σκληρή, άδικη Τύχη» φώναξε η μία «είναι θέλημα δικό σου, εμείς, κόρες ίδιων γονιών, να υπομένουμε τόσο διαφορετική μοίρα; Εμείς οι μεγαλύτερες να ζούμε εξόριστες μακριά από οικογένεια, δεμένες σαν σκλάβες με συζύγους ξένους, διωγμένες απ᾽την πατρίδα, την ώρα που η νεότερη, το τελευταίο πλάσμα από της μάνας μας την αποκαμωμένη μήτρα, αποκτά τέτοιο πλούτο κι έναν από τους θεούς για σύζυγο; Αδελφή, είδες όλα εκείνα τα πολύτιμα ολόγυρα στο παλάτι; Είδες τα λαμπερά ρούχα και τ᾽αστραφτερά κοσμήματα; Όλον εκείνο τον χρυσό κάτω από τα πόδια σου; Ιδέα δεν έχει πως να τον χρησιμοποιήσει! Αν κρατήσει τον όμορφο άντρα της, θα᾽ναι η πιό τυχερή γυναίκα στον κόσμο και ίσως ελπίζει, με τον γάμο της ν᾽αντέχει και την αγάπη του να φουντώνει, ότι ο θεϊκός της σύζυγος θα μεταμορφώσει κι εκείνη σε θεά. Να γιατί συμπεριφέρθηκε έτσι κι έκανε ότι έκανε! Η κοπέλα ήδη ατενίζει τα ουράνια, λαχταρά την θειότητα, με αόρατες φωνές να την υπηρετούν και δίνοντας εντολές στο αεράκι. Κοίτα όμως εμένα την φτωχή, με σύζυγο πιο γηρασμένο από πατέρα, που᾽χει κάνει το σπίτι φυλακή με αμπάρες κι αλυσίδες.»

Η άλλη συμπλήρωσε: «Όσο για τον δικό μου, σκυφτός, κουλουριασμένος από την ραχίτιδα, σπανίως εκτιμά την γοητεία μου. Ανέκαθεν τρίβω τα παραμορφωμένα και παγωμένα του δάχτυλα, λερώνοντας τούτα τα λεπτεπίλεπτα χέρια με σιχαμερά πυριάματα, βρωμερούς επιδέσμους και δύσοσμα καταπλάσματα. Αντί να ᾽μαι μια φυσιολογική σύζυγος, φορτώθηκα τον ρόλο του θεραπευτή. Αποφάσισε για σένα, αγαπημένη μου αδελφή, με πόση υπομονή και για να ᾽μαι ειλικρινής, δουλοπρέπεια, θ᾽αντέξεις τούτη την κατάσταση, αλλά μιλώντας για τον εαυτό μου, δεν θ᾽ ανεχτώ μια τόσο απολαυστική μοίρα να ορίζεται σ´ ένα τόσο ανάξιο κορίτσι. Σκέψου μονάχα την περηφάνεια και την αλαζονεία που επέδειξε σε ᾽μας, την υπεροψία, τον κομπασμό στο υπέρμετρο φέρσιμό της, την απροθυμία με την οποία μας πέταξε λίγα ψίχουλα από τους θησαυρούς της και στη συνέχεια, κουρασμένη από την παρουσία μας, γρήγορα παρήγγειλε να συνοδέψουν το φευγιό μας, να μας πάρει ο αέρας μακριά. Αν μου απομένει γυναικεία αναπνοή,  θέλω να την δώ να γκρεμίζεται από ᾽κείνο το χρυσαφένιο βουνό. Εφόσον αισθάνεσαι κι εσύ πληγωμένη από τις προσβολές της, όπως θα᾽πρεπε άλλωστε, ας καταστρώσουμε ένα σχέδιο, εφικτό και για τις δυό μας. Ας κρύψουμε απ᾽ τους γονείς μας οτι ζει κι όλα τα πράγματα που μας έδωσε: αρκεί που είδαμε εμείς όλα αυτά για τα οποία τώρα λυπούμαστε, πόσο μάλλον να μεταφέρουμε σ᾽ αυτούς κι όλο τον κόσμο, τα φανταχτερά νέα της. Η δόξα δεν κρύβεται σε πλούτη αφανέρωτα. Σύντομα θ᾽ ανακαλύψει ότι είμαστε οι μεγαλύτερες αδελφές κι όχι υπηρέτριές της. Ας γυρίσουμε τώρα στους συζύγους και τα λιτά πλην τίμια σπίτια μας και μόλις το σκεφτούμε προσεκτικά, ας επιστρέφουμε δυναμικά να τιμωρήσουμε την έπαρσή της.» 

Βιβλίο V:11-13, Η προειδοποίηση του Έρωτα

Το διαβολικό σχέδιο, ικανοποίησε πολύ τις δύο πονηρές αδελφές. Έκρυψαν όλα τα ακριβά δώρα και τραβώντας τα μαλλιά τους μέχρι να κοπούν, νυχιάζοντας τα μάγουλά τους όπως άρμοζε, ανανέωσαν το πρόσωπο της θλίψης τους. Δεν άργησαν να τρομοκρατήσουν τους γονείς τους ανοίγοντας την πληγή και της δικής τους οδύνης. Στη συνέχεια με δηλητήριο να ξεχειλίζει απ᾽την ψυχή τους, επέστρεψαν βιαστικά για σχεδιάσουν το έγκλημα σε βάρος του αθώου κοριτσιού, ακόμα και φόνο. 

Στο μεταξύ ο αόρατος σύζυγος, την ώρα της νυχτερινής του επίσκεψης, προειδοποίησε για μία ακόμη φορά την Ψυχή: «Μάθε πόσο εκτεθειμένη είσαι στον κίνδυνο. Η μοίρα συνωμοτεί από μακριά, αλλά σύντομα, εκτός κι αν λάβεις αμετάκλητες προφυλάξεις, θα την δεις μπροστά σου. Εκείνες οι δόλιες λύκαινες εργάζονται σκληρά για να σου κάνουν κάτι κακό, δελεάζοντάς σε να περιεργαστείς τα χαρακτηριστικά μου. Αλλά αν το κάνεις, όπως σου έχω πεί, δεν θα με ξαναδείς ποτέ. Όταν λοιπόν εκείνες οι απαίσιες στρίγγλες επιστρέψουν, με διεφθαρμένες σκέψεις κατά νού, όπως ξέρω ότι θα κάνουν, δεν θα πρέπει να συνομιλήσεις μαζί τους. Κι αν εξαιτίας της πραγματικής σου αθωότητας και της τρυφερής καρδιάς σου, δεν το αντέξεις, τότε τουλάχιστον αν σου μιλήσουν για ᾽μένα, μην ακούσεις ή αν δεν μπορέσεις, μην απαντήσεις. Βλέπεις, η οικογένειά μας σύντομα θα μεγαλώσει και η παιδική σου μήτρα θα πρέπει να θρέψει ένα παιδί, θεϊκό αν παραμείνεις σιωπηλή, θνητό αν βεβηλώσεις την υπόληψή μου.» 

Η Ψυχή ευφράνθηκε από τα χαρμόσυνα νέα, χαιρετίζοντας την παρηγοριά του θείου απογόνου, θριαμβολογώντας για την δόξα αυτού που επρόκειτο να γεννηθεί και πανηγυρίζοντας για τον εαυτό της. Λογάριασε τις μέρες που φούσκωνε η κοιλιά της και τους μήνες που υπολοίπονταν, όπως ένας αρχάριος δε, γνωρίζοντας ελάχιστα για το φορτίο που κουβαλούσε, ήταν εντυπωσιασμένη από το μεγάλωμα και τους παλμούς της άλλοτε μικροσκοπικής μήτρας της.

Αλλά εκείνες οι άθλιες κι επικίνδυνες Ερινύες, οι αδελφές της, φαρμακερό δηλητήριο ξεφυσώντας, ταξίδευαν προς τα μέρη της με ασυνήθιστη βιασύνη. Τώρα, για δεύτερη φορά, ο σύζυγος στο πέρασμά του επέστησε την προσοχή της Ψυχής:  «Η μοιραία μέρα, ο έσχατος κίνδυνος, η κακεντρέχεια του φύλου σας και το εχθρικό αίμα έχουν υψώσει τα όπλα εναντίον σου, συστρατεύθηκαν, ετοιμάστηκαν για μάχη και σάλπισαν την επίθεση. Οι μοχθηρές αδελφές σου, μαχαίρια βάζουν στο λαιμό σου. Τι καταστροφική απειλή, γλυκιά Ψυχή! Λυπήσου και τους δυό μας. Με αποφασιστικότητα κι αυτοσυγκράτηση μπορείς να ελευθερώσεις το σπίτι σου και τον σύζυγό σου, εσένα την ίδια και το παιδί μας, απ᾽ τον επικείμενο αφανισμό. Ούτε να κοιτάξεις, μήτε ν᾽ ακούσεις εκείνες τις σατανικές γυναίκες, όταν, με μίσος δολοφονικό, αδιαφορία για την συγγένεια κι ανάξιες να τις αποκαλείς αδελφές,  θα σταθούν στην κορφή του λόφου σαν Σειρήνες και οι βράχοι θ᾽ αντιλαλούν το μοιραίο τους τραγούδι.»

Με τα λόγια της σχεδόν χαμένα σ᾽ αναφιλητά, η Ψυχή απάντησε:  «Κάποτε μου ζήτησες απόδειξη για την αφοσίωση και την διακριτικότητά μου, τώρα και πάλι, θα με πεις αμετανόητη. Δώσε στον Ζέφυρο μια εντολή ακόμα: να κάνει το καθήκον του και αν δεν πρέπει ν᾽αντικρίσω το ιερό σου πρόσωπο, χάρισέ μου τουλάχιστον μια ματιά σ᾽αυτό των αδελφών μου. Από ´κείνες τις μπούκλες που κοσμούν το κεφάλι σου κι αναδύουν κανέλα, από την απαλή στρογγυλάδα που᾽χουν τα μάγουλα και των δυό μας, από τη ζεστασιά που τόσο αξιοθαύμαστα εκπέμπουν τα στήθη σου, ελπίζω να σε αναγνωρίσω τουλάχιστον στο πρόσωπο του αγέννητου παιδιού μου· σε θερμοπαρακαλώ, εισάκουσε τις προσευχές ενός ικέτη που εκλιπαρεί από αγάπη κι επίτρεψέ μου την χαρά της αδελφικής αγκαλιάς. Κάνε, για ακόμη μια φορά, το πνεύμα της αφιερωμένης και αφοσιωμένης Ψυχής, ν᾽αγαλιάσει. Για την εμφάνισή σου τίποτα πιά δεν θα ρωτήσω. Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου, ούτε της νύχτας το σκοτάδι μπορεί πιά να με βλάψει, φως μου.»

Μαγεμένος από τα λόγια και τα τρυφερά της χάδια, ο σύζυγος στέγνωσε τα δάκρυά της με τα μαλλιά του κι έδωσε την συγκατάθεσή του προτού πάρει στο κατόπι το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας. 

Βιβλίο V:14-21, Η σκευωρία των αδελφών

Ενωμένες με τα δεσμά της συνωμοσίας, οι αδελφές της, φθάνοντας στο κοντινότερο λιμάνι και δίχως να κάνουν τον κόπο να επισκεφθούν τους γονείς τους, έτρεξαν προς τον βράχο και με ασυγκράτητη απερισκεψία, ρίχτηκαν στον αέρα, χωρίς να περιμένουν την συνοδεία της απαλής αύρας. Ο Ζέφυρος, έχοντας κατά νού τις εντολές του αφέντη του, τις περιέβαλλε απρόθυμα με τις πτυχές της αιθέριας πνοής του και τις εναπόθεσε προσεκτικά στο έδαφος. Ούτε στιγμή δεν δίστασαν να μπούν στο παλάτι δίπλα-δίπλα και με ψεύτικη στοργή να αγκαλιάσουν το θύμα τους, σκεπάζοντας τα βάθη της μηχανορραφίας τους με χαρωπά χαμόγελα.  

«Αγαπημένη Ψυχή» είπαν «δεν είσαι πια το μικρό κοριτσάκι που ήσουν κάποτε, σκέψου τώρα, σαν μάνα, πόσο τέλειο μπορεί ν᾽ αποβεί για ᾽μας το φορτίο που κουβαλάς! Με τι χαρά θα γεμίσεις το σπιτικό μας! Πόσο τυχερές θα είμασταν αν μοιραζόμασταν την φροντίδα του χρυσού παιδιού! Αν μοιάσει στον πατέρα του, όπως θα᾽πρεπε, θα᾽ναι ένας αξιολάτρευτος μικρός έρωτας.»

Με τέτοιες, συναισθηματικά υποκριτικές εκφράσεις, επηρέασαν σιγά-σιγά το νού της αδελφής τους. Αφού ανακούφισαν την κούρασή τους και αναζωογονήθηκαν με ζεστά αρωματικά λουτρά, απόλαυσαν πανδαισία εδεσμάτων. Ακούγονταν ήχοι από μια λύρα που είχε ζητήσει να παίζει, φλάουτα που τρίλιζαν, χορωδίες τραγουδούσαν και μελωδικές φωνές υψώνονταν. Με τέτοιες σαγηνευτικές χροιές, αόρατοι μουσικοί γαλήνευαν τις ψυχές των ακροατών. Αλλά, η κακία εκείνων των αχρείων γυναικών διόλου μετριάστηκε από τις καθηλωτικές αρμονίες. Έστρεψαν απροσδόκητα την συζήτηση στα μέτρα του δολοφονικού σχεδίου τους και της απηύθυναν ερωτήσεις σχετικά με τον σύζυγό της: τι είδους άνθρωπος ήταν, που γεννήθηκε και ποιό το παρελθόν του. Με ασυνείδητη αθωότητα, η Ψυχή ξέχασε τις προηγούμενες επινοήσεις της κι έπλασε νέο αφήγημα. Τους είπε ότι καταγόταν από γειτονική επαρχία, ήταν υπεύθυνος για το εμπόριο με άλλες χώρες, μεσήλικας με γκρίζα τούφα στα μαλλιά του. Δίχως να συνεχίσει την κουβέντα, τους χάρισε απλόχερα πολύτιμα δώρα για μία ακόμη φορά και τις έστειλε πίσω με το αιθέριο όχημά τους.

Αφού μεταφέρθηκαν από την ήρεμη ανάσα του Ζεφύρου, επέστρεψαν στον τόπο τους μιλώντας με εμπάθεια: «Λοιπόν αδελφή, τι λες για τα παιδαριώδη ψέματα της μικρής ανόητης; Στην αρχή νέος με κοντό μούσι, τώρα μεσήλικας με γκρίζα τούφα στα μαλλιά. Ποιός μπορεί τόσο σύντομα να πηδά από την μια ηλικία στην άλλη; Τα βγάζει όλα απ᾽το κεφάλι της, είναι η απάντηση ή αγνοεί την όψη του συζύγου της. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να την απομακρύνουμε από τα πλούτη της. Εφόσον πράγματι δεν γνωρίζει εμφανισιακά τον άντρα της, θα πρέπει να έχει παντρευτεί κάποιον θεό και στην μήτρα της να θρέφει θεϊκό απόγονο. Αν λοιπόν φέρει στον κόσμο έναν θεό, ας ελπίσουμε όχι, θηλιά θα δέσω στον λαιμό μου και θα κρεμαστώ. Στο μεταξύ, πίσω στους γονείς μας, τα δολερά μας νήματα ας πλέξουμε, στο σχέδιό μας να ταιριάζουν.»

 

Screen Shot 2017-09-17 at 22.21.39

 

Χαιρέτισαν απαξιωτικά τους γονείς τους αλλά εκνευρισμένες όπως ήταν, πέρασαν νύχτα άγρυπνη κι αβάσταγη. Νωρίς το πρωί, το σατανικό δίδυμο έσπευσε στον βράχο και με την βοήθεια του ανέμου, ως συνήθως, προσγειώθηκαν με άγριες διαθέσεις. Τρίβοντας τα βλέφαρά τους για μια στάλα δάκρυ,  απευθύνθηκαν στο κορίτσι με πονηριά: «Εσύ κάθεσαι πανευτυχής κι αισθάνεσαι ευλογημένη, αγνοώντας την φριχτή σου δυστυχία, αψηφώντας τον κίνδυνο που διατρέχεις, την ώρα που εμείς μείναμε ξάγρυπνες όλη νύχτα από ενδιαφέρον για τα προβλήματά σου, βασανισμένες απ᾽την λύπη για την επερχόμενη καταστροφή σου. Τώρα, βλέπεις, γνωρίζουμε την αλήθεια κι επειδή βέβαια συμμεριζόμαστε τον πόνο και τις δυσκολίες, δεν γίνεται να την κρατήσουμε κρυφή από ᾽σένα: αυτός που πλαγιάζει δίπλα σου, κρυμμένος σε πέπλο σκοτεινό, είναι ένα τερατώδες ερπετό,  κουλουριασμένος γλιστερός κόμπος με ματοβαμμένα μισάνοιχτα σαγόνια που στάζουν δηλητήριο. Θυμήσου τον χρησμό του Απόλλωνα που προφήτευε ότι έμελλε να παντρευτείς κάποιο φριχτό πλάσμα. Γεωργοί, κυνηγοί και άλλοι γείτονές σου, τον έχουν δει, θηρευτής να επιστρέφει κολυμπώντας στα αβαθή του κοντινού ποταμού. Λένε ότι σύντομα θα πάψει να σε συντηρεί με τ᾽ απολαυστικά του θέλγητρα και μόλις η εγκυμοσύνη σου σε φορτώσει με τον πλουσιότερο καρπό της, θα σε καταβροχθίσει. Πρέπει ν᾽αποφασίσεις για όλα αυτά· θ᾽ακούσεις τις ίδιες σου τις αδελφές που νοιάζονται και οι δύο για την ασφάλειά σου, ν᾽ αποφύγεις τον θάνατο και να ζήσεις μαζί μας μακριά από τον κίνδυνο ή προτιμάς να καταλήξεις στο στομάχι αυτού του άγριου θηρίου; Εφόσον είσαι ευχαριστημένη με την εκκωφαντική μοναξιά του εξοχικού σου καταφυγίου, την βρώμικη κι απατηλή αγκάλη μιας μυστικής αγάπης, τον κόρφο ενός δηλητηριώδους ερπετού, τότε να ξέρεις λοιπόν ότι εμείς οι αγαπημένες σου αδελφές, θα έχουμε κάνει τουλάχιστον το καθήκον μας.»

Έπειτα, η φτωχή Ψυχή, αφελής κι ευάλωτη, καταλήφθηκε από τον τρόμο που έκρυβαν τα σκοτεινά τους λόγια. Πέρα από κάθε λογική, αψήφησε όλες τις προειδοποιήσεις του συζύγου της, προσέβαλλε τον όρκο της και ρίχτηκε στην καταστροφή. Τρεμάμενη και χλωμή, με το αίμα να έχει στραγγίσει από το πρόσωπό της, ψελλίζοντας μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη της, απάντησε: 

«Πολυαγαπημένες μου αδελφές, πάντα ειλικρινείς και πιστές σε μένα, έχετε δίκιο: Πιστεύω ότι εκείνοι που σας πληροφόρησαν, δεν είναι ψεύτες. Πράγματι, ουδέποτε αντίκρισα το πρόσωπο του άντρα μου, μήτε γνωρίζω ποιός είναι στ᾽ αλήθεια. Μπορώ μονάχα ν᾽ ακούω τους νυχτερινούς ψιθύρους του και να δέχομαι τις φιλοφρονήσεις ενός αόρατου συντρόφου που αποφεύγει το φως.  Θα πρέπει να᾽ναι κάποιο περίεργο πλάσμα, συμφωνώ. Πάντα με προειδοποιεί να μην επιχειρήσω να αποκαλύψω τα χαρακτηριστικά του και απειλεί με σκληρή τιμωρία την περιέργειά μου σχετικά με την εμφάνισή του. Αν μπορείτε να σώσετε την αδελφή σας από τούτο τον κίνδυνο, βοηθήστε με τώρα. Παραμελώντας με, αναιρείτε ότι καλό έφερε σε μένα η φροντίδα σας.»

Με την άμυνά της στο ναδίρ και τις δυο αρρωστημένες αδελφές να έχουν παραβιάσει τις πύλες του νου της, οι μάσκες έπεσαν και τώρα εκείνες έμπηξαν γυμνά τα ξίφη του φθόνου τους, στην δειλία του ανήμπορου κοριτσιού. 

Είπε η μία:  «Επειδή η αγάπη μας για την οικογένεια, μας κάνει να θέλουμε να εξαλείψουμε τους κινδύνους που καιροφυλακτούν την ζωή οποιουδήποτε μέλους, θα σου αποκαλύψουμε την μόνη οδό προς την σωτηρία, ένα σχέδιο προσεκτικά καταστρωμένο: Πάρε μια κοφτερή λεπίδα, ακόνισε και την άλλη της πλευρά, κρύφτην στην παλάμη σου και τοποθέτησέ την κρυφά κάτω από το μαξιλάρι σου.  Έπειτα περιποιήσου το φανάρι, γέμισέ το λάδι ώστε να φωτίζει καθαρά και σκέπασέ το μ᾽ ένα μικρό κάλυμμα. Ετοίμασε όλα αυτά με μεγάλη προσοχή και αφού γλιστρήσει στο κρεβάτι σου και βρεθεί μπλεγμένος στον ιστό του ύπνου ανασαίνοντας βαριά, κατέβα και ακροποδητί, με απόλυτη ησυχία, λευτέρωσε την λάμπα από την σκοτεινή φυλακή της. Άδραξε την ευκαιρία για ένα ένδοξο κατόρθωμα με το αδιάψευστο φως να σ᾽οδηγεί· πιάνοντας σφιχτά την διπλή λάμα, σήκωσε ψηλά το δεξί σου χέρι και με το δυνατότερο χτύπημα που μπορείς να καταφέρεις, κόψε το κεφάλι του θανατερού ερπετού. Η βοήθειά μας δεν θα σου λείψει. Άπαξ κι απελευθερωθείς σκοτώνοντάς τον θα περιμένουμε εναγωνίως να σταθούμε στο πλευρό σου και παίρνοντας όλους τους θησαυρούς μαζί μας να σε δούμε να δίνεις καθώς πρέπει όρκους γάμου, θνητού πρός θνητό.»   

Με τούτα τα πύρινα λόγια ξεμυάλισαν την αδελφής τους, η οποία τώρα βρισκόταν σε έξαψη και την άφησαν, φοβούμενες να μην στοιχειώσουν με την παρουσία τους την σκηνή μιας τόσο σατανικής πράξης. Το φτερωτό αεράκι τις μετέφερε στην κορφή του βράχου, όπως προηγουμένως και δίχως καθυστέρηση επιβιβάστηκαν στα πλοία τους κι έφυγαν. 

Η Ψυχή απέμεινε μόνη, αν παραβλέψει κανείς ότι μια γυναίκα κατατρεγμένη από Ερινύες δεν ησυχάζει ποτέ. Χάθηκε στην θλίψη της όπως τρώει η παλίρροια την στεριά. Παρότι το σχέδιο ήταν ξεκάθαρο κι εκείνη αποφασισμένη, όσο πλησίαζε η ώρα αμφιταλαντευόταν χαμένη σε αναρίθμητα αντιφατικά περιστασιακά συναισθήματα. Προετοιμαζόταν και χρονοτριβούσε, τολμούσε και φοβόταν, απελπιζόταν και θύμωνε ενώ, το πιο δυσβάσταχτο, μισούσε το θηρίο κι αγαπούσε τον σύζυγο που μοιράζονταν το ίδιο σώμα. Ωστόσο, καθώς το σούρουπο γινόταν νύχτα, ετοίμασε όλα τα απαραίτητα για το διαβολικό εγχείρημα με φρενήρη σπουδή. Το σκοτάδι πύκνωσε, ο σύζυγος επέστρεψε και μετά της αγάπης την πάλη και τα χάδια, έπεσε σε βαθύ ύπνο. 

Βιβλίο V:22-24, Η αποκάλυψη

Τότε η Ψυχή, αν και της έλειπαν η δύναμη και το κουράγιο, εμψυχωμένη από την μαύρη μοίρα και ξεσκεπάζοντας το φανάρι, έπιασε την λάμα με τόλμη αντρική. Μόλις όμως το φως έλαμψε και τα μυστήρια της κάμαρας αποκαλύφθηκαν είδε ότι το κοιμισμένο άγριο θηρίο ήταν ότι πιο γλυκό κι ευγενικό ανάμεσα στα πλάσματα, ο πανέμορφος θεός Έρωτας. Στην θέα του, ακόμα και η φλόγα της λάμπας τρεμόπαιξε χαρούμενα, η λεπίδα δε, λυπήθηκε το ανίερο χτύπημα. Αλλά η Ψυχή, τρομοκρατήθηκε από το υπέροχο θέαμα και νικημένη από ξαφνική αδυναμία, χλώμιασε· τα γόνατά της δεν την κράτησαν. Προσπάθησε να κρύψει το όπλο στο στήθος της! Και πράγματι θα το είχε καταφέρει, αν η αστραφτερή λάμα δεν γλιστρούσε από τ᾽ απρόσεκτα χέρια της που οι φριχτές προθέσεις είχαν τρεμουλιάσει.  Παραλυμένη από την ανακούφιση, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από την ομορφιά του ουράνιου προσώπου και το ηθικό της τονώθηκε. 

Screen Shot 2017-09-17 at 22.22.59

Οι μουσκεμένες σε αμβροσία, γυαλιστερές μπούκλες που κάλυπταν το χρυσαφένιο μέτωπο, άρπαξαν το βλέμμα της· σχολαστικά δεμένες τούφες ξεστράτιζαν ανέμελα πάνω στα ροδαλά μάγουλα και τον γαλακτόχρωμο λαιμό του, κάποιες έπεφταν μπροστά, άλλες πίσω, έκαναν το φως της λάμπας να ωχριά στην λάμψη τους. Πάνω από τους θεϊκούς του ώμους, κάτασπρα φτερά άστραφταν, φτιαγμένα σαν από δροσοπέταλα και παρότι σε ηρεμία, κάποια από τα μικρά μαλακά πούπουλα τους, τρεμόπαιζαν ακούραστα αναίτιο παιχνίδι. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν απαλό και λαμπερό, γέννημα αντάξιο της Αφροδίτης. Στα πόδια του κρεβατιού κείτονταν το τόξο και η φαρέτρα του γεμάτη βέλη, κομψά όπλα, σύμβολα της δύναμης του θεού.

 Screen Shot 2017-09-17 at 22.23.46

Με ακόρεστη απορία, περιεργάσθηκε, χάιδεψε και θαύμασε τ᾽άρματα του συζύγου της. Τράβηξε ένα βέλος απ᾽την φαρέτρα δοκιμάζοντας την αιχμή του με την ψύχα του αντίχειρά της, αλλά καθώς έτρεμε ακόμη, πίεσε δυνατά ώσπου τρυπήθηκε και μικροσκοπικές σταγόνες βαθυκόκκινο αίμα ύγραναν το δέρμα της. Έτσι, δίχως να το ξέρει, ερωτεύθηκε ακόμα πιο έντονα τον ίδιο τον Έρωτα, παραδόθηκε στις φλόγες τις επιθυμίας κι έγειρε πλάϊ του αναζητώντας τον απελπισμένα. Τον σκέπασε με φιλιά, τόσο παθιασμένα κι ασυγκράτητα, που φοβήθηκε ότι θα τον ξυπνούσε. Τέτοια ευδαιμονία έκανε την πληγωμένη της καρδιά να χτυπά δυνατά, όταν, σαν από φαύλη προδοσία ή κακόβουλη ζήλια ή απλά επιθυμώντας ν᾽αγγίξει και να φιλήσει, τρόπον τινά, το θεσπέσιο εκείνο σώμα, μια στάλα καυτό λάδι ξέφυγε από την λάμπα κι από τα βάθη της φλόγας της, βρέθηκε στον δεξί ώμο του θεού. Τολμηρό κι απρόσεκτο φανάρι, φτωχέ υπηρέτη του Έρωτα, καψάλισες τον ίδιο τον θεό της φλόγας παρότι κάποιος εραστής ήταν αυτός που σ᾽επινόησε για ν᾽ απολαμβάνει αδιάκοπα, ακόμα και την νύχτα, την θέα της αγαπημένης του! Ζεματισμένος, ο θεός ανασκίρτησε και αντιλαμβανόμενος ότι το μυστικό του είχε αποκαλυφθεί, πέταξε γρήγορα κι αθόρυβα μακριά απ᾽τα φιλιά και την αγκαλιά της δύστυχης γυναίκας του.

 Screen Shot 2017-09-17 at 22.25.36

Όπως σηκωνόταν, η Ψυχή έσφιξε το πόδι του στα δυό της χέρια, αξιολύπητο εμπόδιο στην ιπτάμενη φυγή του· δεμένο έρμα, κρεμασμένη συντροφιά για το ταξίδι στα σύννεφα. Τελικά, έπεσε στο έδαφος εξουθενωμένη. Ο ουράνιος εραστής της επέλεξε να μην την εγκαταλείψει εκεί όπως ήταν πεσμένη, αλλά πέταξε πάνω σ᾽ένα κοντινό κυπαρίσσι κι από ᾽κει ψηλά μίλησε στην αγωνία της: 

Screen Shot 2017-09-17 at 22.27.24

«Καημένη αθώα Ψυχή» φώναξε «η Αφροδίτη με πρόσταξε να σε καταδικάσω στο αθλιότερο είδος γάμου, ανάβοντας το πάθος σου για κάποιο αχρείο κάθαρμα αλλά δεν πειθάρχησα στις μητρικές εντολές της και τουναντίον πέταξα κοντά σου σαν εραστής. Ήταν τρέλα, το κατάλαβα, αν κι ένδοξος τοξότης, να τρυπηθώ με το ίδιο μου το βέλος και να σε κάνω γυναίκα μου, μόνο και μόνο για να νομίζεις τελικά ότι είμαι άγριο θηρίο και να μου πάρεις το κεφάλι με ξίφος· το κεφάλι που κουβαλά τα μάτια που σ᾽αγάπησαν. Σου είπα πολλές φορές να το αποφύγεις, σε προειδοποίησα ξανά και ξανά για το δικό σου καλό. Από τους πολυαγαπημένους σου συμβούλους, σύντομα θα πάρω εκδίκηση για την ολέθρια μηχανορραφία τους· εσένα σε τιμωρώ απλά με την φυγή μου.» Λέγοντας αυτά, άνοιξε τα φτερά του και υψώθηκε στον αέρα. 

Βιβλίο V:25-27, Η τύχη των αδελφών

Screen Shot 2017-09-17 at 22.28.48

Η Ψυχή παρέμεινε ξαπλωμένη στο έδαφος, βλέποντας τον άντρα της να φεύγει μέχρι που χάθηκε απ᾽τα μάτια της, με τους πιο λυπητερούς θρήνους να την ταλανίζουν. Τότε όμως, ευθύς μόλις απομακρύνθηκε χτυπώντας τα φτερά του, εκείνη ρίχτηκε στα νερά του κοντινότερου ποταμού. Ωστόσο το στοργικό ρεύμα, σεβόμενο τον θεό που μπορούσε να κάνει ακόμα και το νερό να καεί, φοβούμενο μην στερέψει, την σφιχταγκάλιασε με την αθώα του διαφάνεια και την απόθεσε στην λουλουδιασμένη όχθη του. Τυχαία ο Πάνας, θεός της άγριας φύσης, καθόταν στην ακτή προσφέροντας τα χάδια του στην Ηχώ, θεότητα των βουνών, μαθαίνοντάς την να επαναλαμβάνει τις μελωδίες σε χιλιάδες τόνους. Κοντά στην άκρη του ποταμού, περιπλανώμενα αιγοπρόβατα έβοσκαν ξέγνοιαστα κόβοντας το κυματιστό γρασίδι. Ο κατσικοπόδαρος θεός, μόλις αντιλήφθηκε την λυπημένη κι εξαντλημένη Ψυχή, συναισθανόμενος την δυστυχία της, την κάλεσε κοντά του ευγενικά και την καθησύχασε με λόγια χαλαρωτικά.

Screen Shot 2017-09-17 at 22.29.27

«Γλυκιά κυρία, παρότι χωριάτης βοσκός, έχω μεγάλη εμπειρία. Αν υποθέτω σωστά, μολονότι οι σοφοί δε θα την ονόμαζαν υπόθεση αλλά μαντεία, από τ᾽αδύναμα βήματά σου που γυροφέρνουν, την κάτωχρη, νεκρική χροιά της επιδερμίδας σου, τους αδιάκοπους στεναγμούς κι αυτά τα λυπημένα μάτια, υποφέρεις από άμετρο έρωτα. Άκου όμως αυτά που λέω, μην προσπαθήσεις πάλι να τον θάνατο να συναντήσεις με κάποιο θανατερό άλμα ή με άλλον τρόπο. Κόπασε τον θρήνο σου, βάλε τέλος σε τούτη την θλίψη. Καλύτερα προσευχήσου στον Έρωτα, τον πιο σπουδαίο των θεών, λάτρεψέ τον και κέρδισε την εύνοιά του με καλοπιάσματα και σεβασμό, γιατί είναι ένας νέος που αναζητά την ευχαρίστηση, καλόκαρδος και στοργικός.»

Screen Shot 2017-09-17 at 22.30.09

Η Ψυχή δεν αποκρίθηκε στα λόγια του ποιμένα θεού, αλλά τον περίμενε ευλαβικά να τελειώσει και συνέχισε τον δρόμο της. Αφού περπάτησε ράθυμα για αρκετά μεγάλη απόσταση, μη γνωρίζοντας που βρισκόταν, έφθασε μαζί με το λυκόφως σε μια πόλη όπου ένας από τους κουνιάδους της ήταν βασιλιάς. Όταν το συνειδητοποίησε, ζήτησε να γνωστοποιηθεί η άφιξή της στις αδελφές της. Γρήγορα οδηγήθηκε σ᾽εκείνες, οι οποίες, αφού τελείωσαν οι χαρετισμοί και οι αγκαλιές, την ρώτησαν για τον λόγο της εμφάνισής της. Η Ψυχή εξήγησε:  

«Θα θυμάστε την συμβουλή σας, όταν και οι δυό σας μου συστήσατε να πάρω ένα κοφτερό μαχαίρι και να σκοτώσω το τέρας που έπαιζε τον ρόλο του συζύγου και κοιμόταν δίπλα μου, προτού τα αδηφάγα σαγόνια του με καταπιούν ολόκληρη. Λοιπόν, αυτό έκανα, με συνεργό την λάμπα, αλλά όταν κοίταξα το πρόσωπό του αντίκρισα ένα πραγματικά εξαίσιο, θείο θέαμα: Το παιδί της Αφροδίτης, ο γιός μιας θεάς, ο ίδιος ο Έρωτας κείτονταν εκεί και κοιμόταν γαλήνια. Ξεσηκωμένη απ᾽ το μακάριο όραμα, ταραγμένη απ᾽ την περίσσεια χαρά, φθαρμένη απ᾽την αδυναμία να τον απολαμβάνει για πολύ ακόμη, μιά στάλα ζεστό λάδι είχε την φριχτή τύχη να τιναχθεί και ν᾽απλωθεί πάνω στον ώμο του. Ο πόνος τον ξύπνησε και βλέποντάς με οπλισμένη με φλόγα και σίδερο, αναφώνησε: «Για την άθλια πράξη σου,  εξορίζεσαι από την κλίνη μου, πάρε ό,τι σου ανήκει και φύγε. Θ᾽αγκαλιάσω την αδελφή σου τώρα —είπε τ᾽όνομά σου καθαρά— σε ιερή γαμήλια τελετή.» Έπειτα παρήγγειλε στον Ζέφυρο να με οδηγήσει μακριά απ᾽το παλάτι.»

Με το που σώθηκαν τα λόγια της Ψυχής, η αδελφή της παρακινημένη από μανιασμένο πάθος και δηλητηριώδη ζήλεια, είχε ήδη συλλάβει ένα αφήγημα για να εξαπατήσει τον σύζυγό της. Προσποιούμενη ότι μόλις είχε ειδοποιηθεί για τον θάνατο των γονιών της, επιβιβάστηκε σε πλοίο και ταξίδεψε μέχρι τον βράχο. Παρότι φυσούσε αντίθετος άνεμος, κυριευμένη από πόθο και τυφλή ελπίδα φώναξε: «Δέξου μια σύζυγο αντάξιά σου, Έρωτα: Πήγαινε την κυρά σου κοντά του, Ζέφυρε!» Και πήδηξε απονενοημένα. Μήτε νεκρή θα έφθανε στο στόχο της. Το σώμα της συντρίφθηκε στα μυτερά βράχια, όπως της άξιζε και τ᾽απομεινάρια της έγιναν βορά ορνέων και άγριων θηρίων. 

Ούτε της δεύτερης αδελφής άργησε η τιμωρία. Η Ψυχή περιπλανιόταν στην πόλη που είχε κι εκείνη φτιάξει την ζωή της με παρόμοιο τρόπο. Ξεσηκωμένη από την αδελφή της, πρόθυμη ν᾽ανταλλάξει την μοχθηρία της με γάμο, έσπευσε στον βράχο συναντώντας την ίδια τύχη. 

Βιβλίο V:28-31, Η Αφροδίτη οργίζεται

Η Ψυχή αναζητούσε στη γη τον Έρωτα, όταν εκείνος βρισκόταν στο δώμα της μητέρας του υποφέροντας από τον πόνο του καψίματος στον ώμο του.  Εν τω μεταξύ ένα χιονόλευκο πουλί, ο γλάρος που ξαφρίζει τα νερά της θάλασσας, βούτηξε γρήγορα κάτω απ᾽τα κύματα, βρήκε την Αφροδίτη να χαίρεται τις ομορφιές του βυθού και της μετέφερε τα νέα για τον Έρωτα που είχε καεί, ότι πονούσε πολύ η πληγή του κι ήταν ξαπλωμένος σαν άρρωστος· πέρα από αυτά της είπε για τις διαδόσεις που έκαναν τον γύρο του κόσμου από στόμα σε στόμα, το όνειδος που είχε σωρευθεί γύρω από την ίδια και την τρομερή φήμη που σκέπαζε όλο το σπιτικό της. Οι άνθρωποι είπαν ότι είχαν και οι δυό τους εγκαταλείψει τον τόπο τους, εκείνος χαζολογώντας στα βουνά, εκείνη στην θάλασσα· απόλαυση, χάρη και γοητεία, είχαν εξαφανισθεί· όλοι ήσαν αγροίκοι, άξεστοι και ατημέλητοι·  καμία γαμήλια τελετή, ούτε φιλικές συναθροίσεις, στάλα αγάπης για τα παιδιά· μονάχα ατέρμονη σύγχυση, εξαχρειωμένη αδιαφορία για τα φτωχά δεσμά του γάμου. Έτσι, αυτό το φλύαρο, ενοχλητικό πουλί, κρώζοντας στ᾽αφτί της Αφροδίτης, ντρόπιασε τον γιό της μπροστά στα μάτια της. 

Η Αφροδίτη εξαγριώθηκε μεμιάς φωνάζοντας: «Τώρα λοιπόν, ο εκλεκτός μου γιός έχει ή όχι φιλενάδα; Έλα και πες μου, αγαπημένε μου υπηρέτη, το όνομα του πλάσματος που τόλμησε να ξελογιάσει ένα μικρό αθώο παιδί, είναι κάποια απ´τις ιέρειες των Νυμφών ή την στρατιά των Ωρών ή την χορωδία των Μουσών ή από τις Χάριτες που με συντροφεύουν;» 

Η γλώσσα του ομιλητικού πουλιού έτρεξε: «Κυρία, δεν είμαι σίγουρος αλλά άκουσα ότι ήταν απελπιστικά ερωτευμένος μ᾽ένα κορίτσι, Ψυχή το όνομά της, αν θυμάμαι σωστά.» 

Τώρα η Αφροδίτη ούρλιαξε από αγανάκτηση: «Ψυχή, εκείνη η μάγισσα που έκλεψε την μορφή μου και καπηλεύεται τ᾽ όνομά μου! Αυτή είναι η εκλεκτή του; Μήπως το διαβολάκι με πέρασε για κάποια μαστροπό που θα του πρότεινε γνωριμία με το ίδιο κορίτσι για το οποίο του είχε επιστήσει την προσοχή;

Λέγοντας αυτά, αναδύθηκε σβέλτα από την θάλασσα κι έτρεξε στο χρυσαφένιο δώμα της όπου βρήκε τον γιό της αδιάθετο, όπως είχε μάθει. Ανέβηκε φωνάζοντας από την ώρα που πέρασε το κατώφλι της εισόδου μέχρι το δωμάτιο: «Ωραία συμπεριφορά, μέγιστη τιμή για την καταγωγή και την φήμη σου! Πρώτα αγνοείς τις εντολές της μητέρας σου ή καλύτερα, θα᾽πρεπε να πω, της βασίλισσάς σου κι αδυνατείς να προκαλέσεις οδυνηρό πάθος στο κορίτσι κι έπειτα, νεαρός ακόμα, ζευγαρώνεις μ´εκείνη, τον εχθρό μου,  ερωτοτροπώντας απερίσκεπτα κι ανώριμα, υποθετικά σκεπτόμενος ότι θα αγαπούσα την γυναίκα που μισώ αν πλέον γινόταν νύφη μου; Νόμισες ότι θα παραμείνεις ο μοναδικός πρίγκιπας, αντιπαθής, ανάξιος, άσωτος όπως είσαι κι ότι είμαι πια αρκετά ηλικιωμένη για να φέρω στον κόσμο άλλο παιδί. Λοιπόν να ξέρεις ότι θ᾽αποκτήσω καλύτερο γιό από ᾽σένα. Θα νοιώσεις ακόμα βαθύτερη προσβολή όταν υιοθετήσω κάποιο από τ´αγόρια των υπηκόων μου και του χαρίσω τα φτερά, τις δάδες, τα τόξα, τα βέλη και όλα τα υπόλοιπα εφόδια που σου παρείχα και τα οποία δεν προορίζονταν για τέτοια χρήση από ᾽σένα. Θυμήσου ότι ο πατέρας σου, ο Βούλκαν, δεν σου παραχωρεί οποιαδήποτε από τις ιδιοκτησίες του. Κακοαναθρεμένο από μωρό, γρήγορα σήκωσες τα χέρια σου κι έριχνες ξεδιάντροπα βέλη στους μεγαλυτέρους σου, εκθέτοντας και ντροπιάζοντας καθημερινά εμένα, την μάνα σου, τέρας!  Πολλές φορές «η χήρα» με χλεύασες, δίχως φόβο για τον πατριό σου, τον Άρη, του κόσμου τον δυνατότερο κι επιβλητικότερο πολεμιστή.  Γιατί θα᾽πρεπε να βασανίζεις εμένα εφόσον τροφοδοτείς τους μοιχούς με κορίτσια; Αλλά σε προειδοποιώ: θα μετανοιώσεις που με περιγελάς, όταν ο δικός σου γάμος αφήσει στο στόμα σου μια πικρόξυνη γεύση!»

Το παιδί παρέμενε σιωπηλό, αλλά εκείνη συνέχισε να παραπονείται στον εαυτό της: «Τι θα᾽πρεπε να κάνω, σε ποιόν ν᾽αποτανθώ τώρα που όλοι με σαρκάζουν; Τολμώ να καταφύγω στην αφίλιωτη Σωφροσύνη, της οποίας την υπόληψη σπίλωσε ο γιός μου επανειλημμένα; Ανατριχιάζω ακόμη και στην σκέψη ότι θα αντικρίσω εκείνη την βρωμερή χωριάτισσα! Ωστόσο, απ᾽ όπου κι αν προέρχεται, η ικανοποίηση της εκδίκησης ουδέποτε καταφρονείται. Πρέπει οπωσδήποτε να την χρησιμοποιήσω, αυτήν μόνο, για να επιβάλλει την σκληρότερη τιμωρία σ᾽αυτόν τον άχρηστο, να θρυμματίσει την φαρέτρα και να λειάνει τα βέλη του, να χαλαρώσει την χορδή από το τόξο και να σβήσει για πάντα τον δαυλό του.  Κι εγώ θα τον παραμορφώσω μ᾽ένα δραστικό φαρμάκι: Δεν πρόκειται να εξιλεωθούν οι πληγές μου μέχρι να πέσουν τα χρυσαφένια μαλλιά, που άλλοτε βούρτσιζα με τις ώρες για να λάμψουν κι εκείνα τα φτερά που μούσκευαν στο γαλακτώδες νέκταρ απ᾽τα στήθια μου.»

Με αυτά, ακραία εξαγριωμένη, παραδόθηκε στην δίνη του πάθους. Εκείνη την στιγμή συνάντησε την Ήρα και την Δήμητρα, οι οποίες, στην θέα της οργισμένης της εμφάνισης, ρώτησαν τον λόγο που η παγερή κατήφεια κατέτρωγε την ομορφιά των λαμπερών ματιών της.  «Αυτή κι αν είναι συγκυρία» είπε κλαίγοντας «η καρδιά μου φλέγεται κι έρχεστε εσείς να μου προσφέρετε την καλοσύνη σας. Χρησιμοποιήστε τις ιδιαίτερες δυνάμεις σας, παρακαλώ και φανερώστε μου την φυγάδα Ψυχή που μου ξεφεύγει. Υποθέτω πως η καλά γνωστή ιστορία της οικογένειάς μου, τα κατορθώματα του ακατανόμαστου γιού μου, δεν σας προσπέρασαν.»

Έπειτα εκείνες, γνωρίζοντας όσα είχαν συμβεί, προσπάθησαν να κατεναύσουν την ανήμερη οργή της Αφροδίτης: «Αγαπητή μου,» είπαν «ποιό ήταν το σφάλμα που έκανε ο γιός σου και το πήρες τόσο σοβαρά, ώστε ν᾽αρχίσεις να γκρεμίζεις τις χαρές της ζωής του και μοιάζεις τόσο πρόθυμη να καταστρέψεις το κορίτσι που αγαπά; Τί είδους έγκλημα είναι, θα θέλαμε να ξέρουμε, αν του αρέσει να χαμογελά σ᾽ ένα όμορφο κορίτσι; Δεν γνωρίζεις ότι είναι νεαρό αγόρι; Ή έχεις ξεχάσει την ηλικία του; Μήπως τον θέλεις για πάντα παιδί επειδή ο χρόνος του φέρεται ευγενικά; Πέρα από μάνα είσαι και συνετή γυναίκα. Πάψε να καταδιώκεις με μανία τις επιδιώξεις του γιού σου, κατηγορώντας την αυτοπεποίθησή του, επικρίνοντας τις ερωτικές του υποθέσεις, κάνοντας το λάθος, για να μην πολυλογούμε, με τις δικές σου επιθυμίες και ικανότητες να καθορίζεις την ζωή του όμορφου παιδιού σου. Ποιός θεός, ποιός θνητός στην πραγματικότητα, θα ανεχόταν να σπέρνεις παντού τον πόθο, εμποδίζοντας την αγάπη με πικρία όταν αφορά το σπιτικό σου, κλειδαμπαρώνοντας το εργαστήρι όπου πρωτίστως φτιάχνονται τα γυναικεία καμώματα;» 

Με τούτα τα λόγια εφοδίασαν απλόχερα τον απόντα Έρωτα με ευλογοφανή επιχειρήματα αλλά η Αφροδίτη, προσβεβλημένη από την γελοιοποίηση των λαθών της, τους γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την θάλασσα.

Βιβλίο VI:1-4, Δήμητρα και Ήρα

Στο μεταξύ η Ψυχή περιπλανιώταν μέρα και νύχτα, αναζητώντας ακούραστα τον σύζυγό της, πρόθυμη —εφόσον δεν κατάφερνε να μερώσει τον θυμό του με χάδια συντροφικά—να τον εξευμενίσει τουλάχιστον με προσευχές που θα άρμοζαν σε κάποιον ευβλαβή πιστό. Εντοπίζοντας έναν ορεινό ναό λίγο πιο πέρα, αναρωτήθηκε:  «Πως μπορώ να γνωρίζω ότι δεν ζεί εκεί;» Άρχισε ν᾽ανεβαίνει γρήγορα με την ελπίδα και τον πόθο να δίνουν φτερά στο κουρασμένο βήμα της. Έχοντας σκαρφαλώσει μέχρι την κορυφή, μπήκε στο ναό και στάθηκε πλάι στον ιερό θρόνο. Ήταν σκεπασμένος με στάχυα σιταριού και κριθαριού —κάποια από τα πρώτα, πλεγμένα σε στεφάνια. Υπήρχαν δρεπάνια κι όλα τα υπόλοιπα εργαλεία συγκομιδής σπαρμένα ολόγυρα σα να τα είχαν παρατήσει θεριστές που βιάζονταν να ξεφύγουν από την κάψα του καλοκαιρινού ήλιου. Η Ψυχή τα τακτοποίησε όλα ξεχωριστά, σκεπτόμενη ότι αντί να παραμελεί τα ιερά και τις τελετές οποιασδήποτε θεότητας, θα ήταν προτιμότερο να επικαλείται την χάρη και το έλεος όλων τους. 

Ήταν η γενναιόδωρη Δήμητρα εκείνη που την βρήκε να φροντίζει με προσοχή και επιμέλεια το ιερό και της φώναξε από μακριά: «Ψυχή, φτωχό κορίτσι, τι κάνεις εδώ; Η Αφροδίτη διακαώς σ᾽αναζητά. Θέλει να σε τιμωρήσει αυστηρά, παίρνοντας εκδίκηση με όλη τη θεία δύναμή της. Κι εσύ τακτοποιείς τα πράγματά μου! Πως μπορείς να σκέφτεσαι οτιδήποτε άλλο πέρα από την ασφάλειά σου;»

Η Ψυχή μούσκεψε τα πόδια της θεας με χείμαρρο δακρύων και σκούπισε του ιερού το πάτωμα με τα μαλλιά της, πρηνής κατάχαμα όπου βρισκόταν, αρθρώνοντας αμέτρητες προσευχές στην προσπάθειά της να κερδίσει την εύνοια της θεάς: «Σε ικετεύω στο όνομα της καρποφορίας του δεξιού σου χεριού, στους χαρούμενους εορτασμούς της συγκομιδής, στο ανείπωτο μυστήριο του ιερού καλαθιού, στο φτερουγίσμα των δράκων υπηρετών σου, στη ρυτιδωμένη Σικελική γη, στο άρμα του Πλούτωνα και στη γη που καταπίνει, στης Περσεφόνης την κατάβαση σε γάμο θλιβερό, στη φανέρωση της ίδιας σου της κόρης και στην επιστροφή της και σ᾽όλα τ᾽ άλλα μυστικά που κρύβονται στην σιωπή των ιερών σου σε Αθήνα κι Ελευσίνα, σώσε την ζωή της καταρρακωμένης Ψυχής, υπηρέτριάς σου. Άσε με να κρυφτώ για λίγες ημέρες εδώ, έστω ανάμεσα στων σιτηρών τα αποθέματα, μέχρι να ξεθυμάνει η οργή της σπουδαίας θεάς με το πέρασμα του χρόνου ή ωσότου, με την ευκαιρία να ξεκουραστώ, ανακτήσω τις χαμένες δυνάμεις μου απ᾽ το μακρύ ταξίδι.» 

Η Δήμητρα απάντησε: «Τα δάκρυα και οι προσευχές σου με συγκίνησαν πολύ, μπορώ να πω και λαχταρώ να σε βοηθήσω, αλλά η Αφροδίτη δεν είναι μόνο ανηψιά μου, μας δένουν αρχαίοι δεσμοί φιλίας και πέραν τούτου είναι τόσο καλόκαρδη που δεν αντέχω να την προσβάλλω. Φοβάμαι ότι πρέπει να φύγεις αμέσως από το ιερό και να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό που δεν σε κρατώ αιχμάλωτή μου.»

Εκδιώχθηκε παρά τις ελπίδες της και πήρε πίσω τον δρόμο που άφησε, διπλά θλιμμένη η Ψυχή. Στην αγκαλιά ενός σκιερού ελαιώνα, κάτω στην κοιλάδα, η ματιά της σταμάτησε σ᾽ έναν άλλο καλοφτιαγμένο ναό. Απευχόμενη να μην αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία, έστω και απίθανη, που θα μπορούσε να θρέψει τις προσδοκίες της και νοιώθοντας χαρά όταν βοήθεια επιζητούσε από οποιαδήποτε θεότητα, πλησίασε το ιερό κατώφλι. Αντίκρισε πλούσια αναθήματα, χρυσοποίκιλτες κορδέλες, δεμένες στα υποστηλώματα και τις πόρτες, με κεντημένα τα γράμματα του ονόματος της θεάς στην οποία ήταν αφιερωμένα κι ευχαριστίες για την βοήθειά της. Έτσι, η Ψυχή γονάτισε και σφιχταγκάλιασε τον βωμό, ζεστός όπως ήταν ακόμη από την προηγούμενη θυσία, στέγνωσε τα δάκρυά της και προσευχήθηκε: 

«Αδελφή και σύντροφε του παντοδύναμου Δία, είτε κατοικείς στης Σάμου το αρχαίο ιερό, στο μόνο που χαρίστηκε η δόξα της γέννησης, τα παιδικά κλάματα και η ανατροφή σου· είτε συχνάζεις στα υψίπεδα της ευλογημένης Καρχηδόνας, όπου σε λατρεύουν σαν την Παρθένο που καλπάζει στον ουρανό καβάλα στον Λέοντα·  είτε αν υπερασπίζεσαι τα περίτρανα τείχη του Άργους, πλάι στις όχθες του Ίναχου, όπου σε αποκαλούν Νύφη του Κεραυνού, βασίλισσα των θεών· εσένα την οποία η Ανατολή λατρεύει ως Ζυγία, θεά του γάμου και η Δύση ως Λουσίνα, θεά της γέννησης: γίνε  Ήρα η Προστάτιδα για μένα, μες την φτιχτή δυστυχία μου. Είμαι τόσο ταλαιπωρημένη από  μεγάλα βάσανα. Ελευθέρωσέ με από τις απειλές που καραδοκούν, μιας και γνωρίζω ότι πρόθυμα προστρέχεις τις εγκμονούσες που βρίσκονται σε κίνδυνο.»

Καθώς υποκλινόταν ικετευτικά, η Ήρα εμφανίστηκε με την θεϊκή της μεγαλοπρέπεια στο έπακρο. «Πόσο θα᾽θελα» φώναξε μεμιάς «να μπορούσα την θέλησή μου με την προσευχή σου να σμίξω. Θα ήταν όμως ντροπή για μένα να εναντιωθώ στη βούληση της Αφροδίτης, συζύγου του Βούλκαν και νύφης μου, την οποία ανέκαθεν αγαπούσα σαν παιδί μου. Κι έπειτα ο νόμος μ᾽εμποδίζει να προσφέρω καταφύγιο στην φυγάδα υπηρέτρια κάποιου άλλου, δίχως την συγκατάθεσή του.»  

Βιβλίο VI:5-8, Απολογισμός

Τρομοκρατημένη με το δεύτερο ναυάγιο των ελπίδων της, ανήμπορη να βρεί τον φτερωτό της σύζυγο, η Ψυχή εγκατέλειψε κάθε πιθανότητα να σωθεί και συμβουλεύθηκε την σκέψη της: 

«Τι άλλο μπορώ να δοκιμάσω, ποιά βοήθεια μπορεί ν᾽απαλύνει τις δοκιμασίες μου, αφού οι θεές, παρά την καλή τους θέληση, δεν είναι σε θέση να με συνδράμουν; Που αλλού να στραφώ, πιασμένη σε τέτοιον ιστό; Ποιό απάγκιο μπορεί να με προφυλάξει, ποιό σκοτάδι να με κρύψει, απ᾽ τη διαπεραστική ματιά της παντοδύναμης Αφροδίτης; Γιατί να μην αναθαρρήσω και ν᾽ απαρνηθώ τις φρούδες ελπίδες, όπως θα ᾽κανε ένας άντρας πηγαίνοντας στην αγαπημένη του πρόθυμα, αν και κατόπιν εορτής κι ενδίδοντας στις ξέφρενες επιθυμίες της, την ημερεύει; Εξάλλου, ποιός γνωρίζει ότι δεν μπορείς να βρείς κάποιον ακριβοθώρητο, εκεί, στο σπίτι της μητέρας του;»  Έτσι, έτοιμη να διακινδυνεύσει τις άγνωστες επιπτώσεις της υποταγής της στη θεά, σκέφτηκε πώς θα προλόγιζε την επικείμενη έκκλησή της.

Στο μεταξύ η Αφροδίτη, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια να την συναντήσει στη γη, στράφηκε στους ουρανούς. Πρόσταξε να ετοιμασθεί το άρμα που ο δεξιοτέχνης των μετάλλων, Βούλκαν, είχε φιλοτεχνήσει από χρυσό και της το είχε δωρίσει τις παραμονές του γάμου τους. Φημιζόταν όχι μόνο για την περίτεχνη εργασία αλλά και για την ποσότητα του καθαρού χρυσού που πάρθηκε από τις αποθήκες. Τέσσερα άσπρα περιστέρια  με χαρωπή διάθεση, φτερούγισαν από τα κλουβιά τους που βρίσκονταν γύρω απ´ το δώμα της, προσέφεραν τους χιονάτους λαιμούς τους στους χρυσοποίκιλτους ιμάντες, ανέλαβαν το φορτίο της κυρίας τους κι άρχισαν να πετούν ευτυχισμένα. Σπουργίτια όρμησαν στο κατόπι του άρματος και το πλησίαζαν τιτιβίζοντας τρελά· όλα τα ωδικά πτηνά πλαισίωσαν με τις γλυκές γωνές τους την μεγαλειώδη πιά ακολουθία της Αφροδίτης, δίχως να νοιάζονται  για τους άπληστους αετούς και τα γεράκια που έκαναν κύκλους από πάνω τους, φανερώνοντας την χαρά τους με εκλεκτές μελωδίες. Έτσι, τα σύννεφα παραμέρισαν, άνοιξαν οι Ουρανοί, για να καλοσωρίσουν την κόρη τους και ο πιο φίνος αιθέρας υποδέχθηκε χαρούμενα την θεά. 

Πήγε κατευθείαν στο βασιλικό ανάκτορο της Ήρας κι αξίωσε να δανειστεί τις υπηρεσίες του Ερμή, αγγελιοφόρου των θεών, επειγόντως. Ούτε η ουράνια συναίνεση του Δία, στάθηκε εμπόδιο. Κατέβηκε θριαμβευτικά από τον ουρανό, με τον Ερμή να ακολουθεί και του έδωσε σαφείς οδηγίες:

«Αρκάδα, γνωρίζεις ότι η αδελφή σου, Αφροδίτη, ουδέποτε κατάφερε κάτι δίχως να᾽ σαι παρών και δεν υπάρχει αμφιφολία ότι είσαι ενήμερος για την προσπάθειά μου να βρω μια φυγάδα υπηρέτρια. Έτσι, δεν απομένει παρά να ανακοινώσεις δημόσια ότι όποιοσδήποτε την βρεί θ᾽ ανταμειφθεί. Πήγαινε αμέσως να εκτελέσεις την παραγγελία μου και περίγραψε ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά της, ώστε ουδείς, ο οποίος λανθασμένα ενεπλάκη στην φυγάδευσή της, να μπορεί να επικαλεσθεί την άγνοια.» Λέγοντας αυτά, του μετέφερε όλες τις λεπτομέρειες, το όνομα της Ψυχής και τα υπόλοιπα κι έφυγε από το σπίτι στο λεπτό.  

Ο Ερμής βιάστηκε ν᾽ανταποκριθεί, τρέχοντας εδώ κι εκεί, από άτομο σε άτομο, εκπληρώνοντας το καθήκον του με τούτη την ανακοίνωση: «Εφόσον κάποιος γνωρίζει πού περίπου βρίσκεται ή πώς μπορώ να συλλάβω, την φυγάδα υπηρέτρια της Αφροδίτης, την πριγκίπισσα με το όνομα Ψυχή, οφείλει να συναντήσει τον Ερμή, που έγραψε τούτο το μήνυμα, κοντά στο ιερό της Μούρθιας Αφροδίτης, στην Mεγάλη Aρένα. Επτά γλυκά φιλιά από την ίδια την Αφροδίτη κι ένα με το απαλό χάδι της γλώσσας της, είναι η αμοιβή που προσφέρεται.» 

Μετά την αναγγελία, η επιθυμία τόσο ελκυστικής αποζημίωσης, ξύπνησε το ανταγωνιστικό ένστικτο κάθε θνητού και πάνω απ᾽όλα έβαλε τέλος στον δισταγμό της Ψυχής.  Η Απρέπεια, υπηρέτρια της Αφροδίτης, έσπευσε προς το μέρος της την ώρα που πλησίαζε την πόρτα της θεάς της κι άρχισε να της φωνάζει όσο δυνατότερα μπορούσε: «Ώστε έτσι ε, ανάξιο κορίτσι, τελευταία θυμήθηκες την κυρά σου! Ακριβώς όπως με την απερίσκεπτη συμπεριφορά σου να προσποιηθείς ότι αγνοείς όλα τα βάσανα που υπομείναμε ψάχνοντας να σε βρούμε. Τώρα όμως έπεσες στα χέρια μου κι ακόμη καλύτερα, βρίσκεσαι πράγματι στα νύχια του Θανάτου και θα πληρώσεις το τίμημα τούτης της ατέρμονης περιφρόνησης.» 

Βιβλίο VI:9-10, Ποινή πρώτη

Λέγοντας αυτά, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε μέσα, μπροστά στα πόδια της θεάς, δίχως η Ψυχή να προβάλλει αντίσταση. Η Αφροδίτη ξέσπασε σε νευρικό γέλιο, όπως συμβαίνει με τις βαθύτατα εξοργισμένες γυναίκες, την χτύπησε στο κεφάλι και τραβώντας την από τ᾽αφτιά ούρλιαξε:  «Σκοπεύεις να συναντήσεις την πεθερά σου ε; Ή μήπως ήρθες εδώ για να συναντήσεις τον άντρα σου, καταρρακωμένο από το δικό σου χέρι; Μη νοιάζεσαι όμως, θα σε φιλοξενήσω όπως αρμόζει στην καλύτερη νύφη. Που είναι εκείνες οι συνοδοί μου;  … Ανησυχία;  … Θλίψη;»

Όταν εμφανίστηκαν τους παρέδωσε το κορίτσι για να τιμωρηθεί. Κατ᾽εντολή της θεάς, μαστίγωσαν και βασάνισαν με άλλους τρόπους την κοπέλα ώσπου να την φέρουν και πάλι μπροστά στα μάτια της. Τότε η Αφροδίτη, καγχάζοντας όπως προηγουμένως, ούρλιαξε: «Κοιτάξτε την! Προσπαθεί ν᾽αρπάξει τον οίκτο μου προτείνοντάς μου την φουσκωμένη κοιλιά της!  Δεν χωρά αμφιβολία! Σκέφτεται ότι θα μπορούσε η περίτρανη καταγωγή της να χαροποιήσει την καρδιά μιάς παραμάνας. Τι χαρά πράγματι, στο άνθος της νιότης μου να γίνω γιαγιά και ο απόγονος μιας ανάξιας υπηρέτριας, εγγονός της ίδιας της Αφροδίτης! Αλλά πόσο ανόητο από μέρους μου να μιλάω έτσι: αφού αυτός ο υποτιθέμενος γάμος έγινε κάπου μακριά, δίχως έστω έναν μάρτυρα και χωρίς την συγκατάθεση του πατέρα. Τίποτα δεν έγινε νόμιμα και το παιδί σου θα είναι κι αυτό νόθο, αν επιτρέψω, παρόλα αυτά, έστω και να γεννηθεί.» 

Στον απόηχο του ξεσπάσματός της, η Αφροδίτη όρμηξε πάνω της, την χτύπησε βάναυσα στο κεφάλι, την ξεμάλλιασε και κομμάτιασε τα ρούχα της.  Τότε, η θεά ζήτησε να φέρουν και να σωριάσουν μπροστά της διάφορους καρπούς από στάρι, κεχρί και κριθάρι, παπαρουνόσπορους, ρεβίθια, φακές και φασόλια, όλα ανακατεμένα. Έπειτα στράφηκε στην Ψυχή: «Τόσο αποκρουστική που φαίνεσαι, για να προσελκύσεις κάποιον εραστή θα πρέπει να μη φοβάσαι τη δουλειά. Γι᾽ αυτό θα δοκιμάσω την φιλοπονία σου αυτοπροσώπως. Ξεχώρισε τα είδη σε διαφορετικές στοίβες τελειώνοντας μέχρι το σούρουπο και φώναξέ με να εγκρίνω την δουλειά σου.» Λέγοντας αυτά, η Αφροδίτη έφυγε για να παρευρεθεί σε κάποια γαμήλια τελετή. 

Η Ψυχή, εμβρόντητη, παρέμεινε καθισμένη να κοιτά σιωπηλά προς το μπερδεμένο κι αξεδιάλυτο βουνό, τρομαγμένη από τις απαιτήσεις του καθήκοντός της.  Όμως ένα περαστικό μυρμήγκι, ένας μέρμηγκας των αγρών, λυπήθηκε τη νύφη του σπουδαίου θεού και αντιλαμβανόμενος το δυσεπίλυτο του προβλήματος, κατεδίκασε την βαναυσότητα της θεάς. Τρέχοντας εδώ κι εκεί, κάλεσε και συγκέντρωσε ολάκερη στρατιά από μυρμήγκια της περιοχής, φωνάζοντας:  «Γοργοπόδαρα κι επιδέξια δημιουργήματα της Γης, Μάνας των πάντων, λυπηθείτε τούτη την βασανισμένη όμορφη κόρη, τρέξτε γρήγορα σε βοήθεια της συζύγου του ίδιου του Έρωτα!» Οι εξάποδοι φίλοι συνέρρευσαν κατά κύματα, εργαζόμενοι δε, μεθοδικά κι ακούραστα, καταπιάστηκαν με τον σωρό, μοιράζοντάς τον σε διαφορετικές στοίβες ανάλογες με το είδος του κάθε σπόρου και στην συνέχεια εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. 

Βιβλίο VI:11-13,  Ποινή δεύτερη

Εκείνο το βράδυ, η Αφροδίτη επέστρεψε απ᾽την γιορτή αναδύοντας μυρωδιά βάλσαμου, μούσκεμα στο κρασί, φορώντας δε, γιρλάντες από λαμπερά τριαντάφυλλα που αγκάλιαζαν όλο της το σώμα. Όταν αντιλήφθηκε με πόση επιμέλεια είχε ολοκληρωθεί η δύσκολη εργασία, φώναξε: «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά,  παλιοκόριτσο, αλλά εκείνου που σ᾽ ερωτεύθηκε για κακή τύχη και των δύο σας.» Στη συνέχεια της πέταξε για δείπνο ένα ξεροκόμματο κι αποσύρθηκε για ν᾽αναπαυθεί. 

Ο Έρωτας βρισκόταν ακόμα σε στενή παρακολούθηση, κλειδωμένος σ᾽ ένα δωμάτιο στα ενδότερα του σπιτιού, φοβούμενος αφενός την επιδείνωση του τραύματός του, τόσο υπερβολικά και αδικαιολόγητα που είχε καλομάθει τον εαυτό του και αφετέρου να συναντήσει την αγαπημένη του. Έτσι, κάτω από την ίδια στέγη αλλά χώρια, οι εραστές πέρασαν μια νύχτα άθλια.  

Καθώς όμως το άρμα της Αυγής ανηφόριζε στον ουρανό, η Αφροδίτη κάλεσε την Ψυχή και της ανέθεσε καινούριο έργο: «Βλέπεις σ᾽ εκείνο το δάσος στην όχθη του ποταμού, ένα πυκνό σύδεντρο με θέα την κοντινή πηγή;  Πρόβατα με απαστράπτουσα προβιά από το καθαρότερο χρυσάφι, τριγυρνούν αφύλακτα και βόσκουν. Φτιάξε ένα κουβάρι από το πολύτιμο αυτό μαλλί, με όποιον τρόπο θελήσεις και φέρτο απευθείας σε μένα, τούτη την απόφαση πήρα.»

Η Ψυχή απομακρύνθηκε πρόθυμα, όχι για να ικανοποιήσει την απαίτηση της θεάς, αλλά για ν᾽ αποδράσει από τα βάσανά της πέφτοντας στο ποτάμι από κάποιο γκρεμό. Όμως ένα χλωρό καλάμι, σαν μελωδικός αυλητής, όπως αναδεύτηκε από το άγγιγμα απαλής αύρας, ήχησε προφητεία θεϊκά εμπνευσμένη:

«Δύστυχη Ψυχή, παρά τις αμέτρητες οδύνες που σου επιτέθηκαν, μη μολύνεις τούτα τ᾽ αγιασμένα νερά με μια οικτρή πράξη όπως η αυτοκτονία. Καλύψου προσεκτικά πίσω απ᾽αυτόν τον πλάτανο που λούζεται στο ίδιο ρέμα με ᾽μένα. Μη σιμώσεις εκείνα τα φοβερά πλάσματα, που απορροφούν την κάψα του ήλιου και σπασμωδικά ξεσπούν ορμώντας με αμέρευτη τρέλα στους περαστικούς με τα μυτερά τους κέρατα, που᾽ναι σε πέτρινα μέτωπα φυτρωμένα και το δηλητηριώδες τους δάγκωμα, αλλά περίμενε μέχρι να δύσει ο ήλιος, αργά το απόγευμα, οπότε το κοπάδι θα αρχίσει να ηρεμεί στην ποταμίσια αύρα. Έπειτα, ενόσω η αγριάδα τους καταλαγιάζει και η διάθεσή τους μαλακώνει, ψάξε απλά στα δέντρα του κοντινού δάσους και θα βρείς το χρυσό μαλλί τους να κρέμεται πιασμένο στα λυγισμένα κλαδιά εδώ κι εκεί.» 

Screen Shot 2017-10-11 at 12.24.41 PM.png

Έτσι, ένας ταπεινός αυλός, με την ευγένειά του, δασκάλεψε την ταραγμένη Ψυχή πως να σώσει τον εαυτό της. Ούτε στιγμή δεν δίστασε, ούτε είχε λόγο ν᾽αρνηθεί την υπακοή σε μια τόσο προσεκτικά δοσμένη συμβουλή, ακολούθησε τις οδηγίες και μ᾽ευκολία γέμισε τις πτυχώσεις του φορέματός της με μαλακό, λαμπερό χρυσάφι πηγαίνοντας την λεία της στην Αφροδίτη. Ωστόσο η επιτυχία της να φέρει σε πέρας το δεύτερο αυτό επικίνδυνο εγχείρημα δεν την ωφέλησε στα μάτια της κυράς της. Η Αφροδίτη συνοφρυώθηκε και με παγωμένο χαμόγελο στα χείλη είπε: «Γνωρίζω πολύ καλά τον αληθινό σκηνοθέτη αυτής της επιτυχίας. Τώρα όμως, μια πραγματική δοκιμασία θα φανερώσει αν είσαι πράγματι έξυπνη και δυνατή. Βλέπεις εκείνη την απόκρυμνη βουνοκορφή που υψώνεται πάνω απ᾽τους θεόρατους βράχους; Σκοτεινά νερά αναβλύζουν από μια επίσης σκοτεινή πηγή εκεί πέρα και ξεχύνονται στα βάθη της κοντινής κοιλάδας πλημμυρίζοντας τα έλη της Στύγας και το κρύο ρεύμα του Κωκυτού.  Μάζεψε λίγο από το παγωμένο αυτό υγρό στην καρδιά της παφλάζουσας πηγής και φέρτο μου γρήγορα μέσα σ᾽αυτό το φιαλίδιο.»  Λέγοντας αυτά της έδωσε ένα κρυστάλλινο βάζο και την απείλησε ότι θα το μετρήσει.

Βιβλίο VI:14-15, Ποινή Τρίτη

Η Ψυχή, αποφασισμένη τώρα, αν αποτύγχανε, να τερματίσει επιτέλους την άθλια ζωή της, σκαρφάλωσε γρήγορα και σταθερά στη βουνοκορφή. Αλλά όταν πλησίασε τον γκρεμό, όπου βρισκόταν ο στόχος της, αντιλήφθηκε την τεράστια δυσκολία του θανατερού καθήκοντος. Ένας ψηλός, δυσθεώρητος πέτρινος όγκος, επικίνδυνος και απρόσιτος, ανάβρυζε τρομακτικούς πίδακες που ξεπηδούσαν  σαν από απόκρημνα πέτρινα σαγόνια, και ορμώντας σε μια στενή κακοτράχηλη χοάνη, συγκεντρώνονταν και διοχετεύονταν αδιόρατα κάτω, σε κάποιο πλάτωμα. Στα πέτρινα τοιχώματα της καταβόθρας ζούσαν φίδια μέσα σε τρύπες, απ᾽ όπου ξεπρόβαλλαν τα κεφάλια τους κι επαγρυπνούσαν· με βλέφαρα που ουδέποτε ανοιγόκλειναν, οι κόρες των ματιών τους μαρτυρούσαν κάθε στιγμή. Ακόμη και τα νερά ήταν ζωντανά· σε εγρήγορση κι επιφυλακή, φώναζαν: «Φύγε μακρυά! Πού πας; Κοίτα ᾽δω! Τι κάνεις; Πρόσεχε! Εξαφανίσου! Χάσου! Θα πεθάνεις!» Αν και είχε μαρμαρώσει από τον φόβο, παραμένοντας στο ίδιο της το σώμα, η αβοήθητη Ψυχή εγκατέλειψε τις αισθήσεις της και κατακλύστηκε από την απειλή της αναπόδραστης καταστροφής, στερημένη ακόμα κι από την στερνή παρηγοριά των δακρύων.

Screen Shot 2017-10-11 at 12.26.14 PM.png

Όμως τα κοφτερά μάτια της ευγενέστατης Θείας Πρόνοιας, έβλεπαν μια αθώα ψυχή σε κίνδυνο. Ο επιβλητικός βασιλικός αετός του Δία, με τα φτερά του απλωμένα, ήταν εκεί για να την βοηθήσει: το αρπακτικό πουλί θυμήθηκε ότι πολύ καιρό πριν, με εντολή του Έρωτα είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ουράνια μεταφορά του οινοχόου Γανυμήδη απ᾽ την Φρυγία στον Δία. Τώρα έφερνε βοήθεια την κατάλληλη στιγμή τιμώντας την αξίωση που είχε κάποτε ο Έρωτας απ᾽ αυτόν. Παρακολουθώντας την σύζυγο του θεού να υπομένει διαρκή δοκιμασία, άφησε τα κατάφωτα μονοπάτια τ᾽ ουρανού και διαγράφοντας κύκλους από πάνω της, φώναξε: «Αφελής και αθώα όπως είσαι, αλήθεια περιμένεις έστω και ν᾽αγγίξεις, ούτε κατά διάνοια να κλέψεις, έστω μια σταγόνα από την πιό ιερή και άγρια μεταξύ των πηγών; Ο ίδιος ο Δίας και όλοι οι θεοί, σκιάζονται τούτα τα Στύγια νερά. Σίγουρα γνωρίζεις ότι όπως εσύ δίνεις όρκους στην δύναμη των θεών, εκείνοι με την σειρά τους ορκίζονται στην δύναμη της Στυγός. Τώρα, δως μου το φιαλίδιο!»

Screen Shot 2017-10-11 at 12.19.54 PM.png

Το άρπαξε από το χέρι της μ´έναν σαρωτικό ελιγμό για να το γεμίσει από τον χείμαρρο. Ζυγισμένος πάνω στα μεγαλειώδη ορθάνοιχτα φτερά του, πέταξε εκεί που δεν έφταναν τα τεντωμένα ερπετά, μακριά από εκείνα τ᾽ άγρια σαγόνια, τους κοπτήρες, τις παλλόμενες τρισχιδείς γλώσσες που ελίσσονταν δεξιά-αριστερά. Τα νερά φούσκωσαν και απείλησαν να τον βλάψουν αν δεν σταματούσε, αλλά εκείνος τα μάζεψε και περιόρισε την ροή τους ισχυριζόμενος ότι εκτελούσε εντολές της Αφροδίτης κι έτσι, δρώντας για λογαριασμό της, διευκολύνθηκε το πέρασμά του. 

Βιβλίο VI:16-20, Ο Κάτω Κόσμος

Έτσι η Ψυχή πήρε πίσω το μικρό μπουκάλι και γεμάτο τώρα, το μετέφερε γρήγορα στην Αφροδίτη. Αλλά, ακόμη και τότε, οι άγριες ορέξεις της θεάς δεν κορέσθηκαν. Φοβερίζοντάς την με πιο σοβαρές, πιο φριχτές απειλές, η Αφροδίτη την κοίταξε αγριεμένη:  «Τώρα που βλέπω πόσο εύκολα πραγματοποίησες τις ακατόρθωτες εντολές μου, είμαι σίγουρη ότι θα πρέπει να είσαι κάποιο ανώτερο είδος παντοδύναμης μάγισσας. Ωστόσο, υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να κάνεις για μένα αγαπητή μου. Πάρε το μπουκαλάκι κι από το φως της μέρας βούτα στον Κάτω Κόσμο, μέχρι την ζοφερή κατοικία του ίδιου του Πλούτωνα. Δως το στην Περσφόνη και πες: “Η Αφροδίτη σου ζητά να της στείλεις λίγη από την ομορφιά σου, αρκετή για μία μόλις μέρα. Όση διέθετε την εξάντησε στην φροντίδα του άρρωστου παιδιού της.” Και μην αργήσεις να γυρίσεις γιατί το χρειάζομαι πριν την συγκέντρωση των θεών.»

Η Ψυχή αισθάνθηκε τώρα ότι βρισκόταν πράγματι μπροστά στο τέλος των πάντων:  το πέπλο είχε μεριάσει και αντιλήφθηκε ξεκάθαρα ότι οδηγείτο σε βέβαιο αφανισμό, αναγκασμένη, προφανώς αν μη τι άλλο, να πατήσει ηθελημένα το πόδι της στις σκιές του Ταρτάρου. Ευθύς σκαρφάλωσε στο ψηλότερο σημείο του γκρεμού σκοπεύοντας να ριχτεί από ᾽κει καθώς ήταν ο συντομότερος και ο πιο κατάλληλος δρόμος για τον Κάτω Κόσμο. Αίφνης ο βράχος μίλησε: «Δύστυχο κορίτσι, γιατί αναζητάς την καταστροφή σου μ᾽αυτόν τον τρόπο; Γιατί εγκατέλειψες τα πάντα πριν την τελευταία σου υποχρέωση; Άπαξ και η ανάσα χαθεί από το σώμα σου, θα βυθιστείς πράγματι στα βάθη του Ταρτάρου, αλλά δεν θα γυρίσεις ποτέ. Άκουσέ με. Όχι πολύ μακρυά απο ᾽δω βρίσκεται η ένδοξη Αχαϊκή Σπάρτη.  Αναζήτησε στην περιοχή το απομακρυσμένο ακρωτήρι Ταίναρο που συνορεύει με την Λακεδαίμονα.  Υπάρχει μια τρύπα εκεί για την αναπνοή του Άδη και μέσα από το χάσμα της θα σου φανερωθεί δύσβατο μονοπάτι. Αφού το περπατήσεις και δεν παρεκτραπείς, θα φτάσεις το συντομότερο στο παλάτι του Πλούτωνα. Αλλά μην χωθείς μες τις σκιές δίχως να φοράς σε κάθε χέρι βραχιόλι από κριθάρι μουσκεμένο σε κρασί με μέλι και δίχως δύο νομίσματα στα χείλη σου. Όταν θα έχεις ολοκληρώσει μεγάλο μέρος του θλιβερού ταξιδιού, θα συναντηθείς μ᾽έναν χωλό γάιδαρο που θα κουβαλάει στη ράχη του ξύλα κι έναν επίσης κουτσό αναβάτη, ο οποίος θα σου ζητήσει να του δώσεις μερικά ξύλα που είχαν πέσει από το φορτίο του. Όμως, μην πεις λέξη και δωσ᾽ του τα σιωπηλά.

Screen Shot 2017-10-11 at 12.10.10 PM.png

Όχι πολύ αργότερα θα πλησιάσεις το ποτάμι των νεκρών, όπου ο βαρκάρης Χάροντας ζητά μπροστά να πληρωθεί για να περάσει τις σκιές στην αντίπερα όχθη με το μπαλωμένο σκαρί του. Απ᾽ αυτό να καταλάβεις ότι η φιλαργυρία ζει ακόμα κι ανάμεσα στους νεκρούς και ο Χάρων, ο φοροεισπράκτορας του Πλούτωνα, της μεγάλης αυτής θεότητας, δεν κάνει τίποτα δίχως αμοιβή. Ένας άπορος που πεθαίνει, πρέπει να βρεί το αντίτιμο της διέλευσής του κι αν δεν έχει το νόμισμα στο χέρι, ουδείς θα του επιτρέψει να εκπνεύσει. Άσε στον ελεεινό γέρο ένα από τα νομίσματα που κουβαλάς αλλά σιγουρέψου ότι θα το πάρει από το στόμα σου με το δικό του χέρι.

Screen Shot 2017-10-11 at 12.14.03 PM.png

Και όταν θα πλέεις σ᾽ εκείνο τ᾽αργόσυρτα νερά, ένα γερασμένο πτώμα που θα επιπλέει στην επιφάνεια θα σηκώσει τα σαπισμένα χέρια του και θα σε ικετέψει να το ανεβάσεις στην βάρκα: αλλά μη σε πλανέψει ο οίκτος. Όταν βρεθείς απέναντι κι έχεις προχωρήσει λίγο πιό πέρα, κάποιες ηλικιωμένες υφαίνοντας σε αργαλειό θα σου ζητήσουν να τις βοηθήσεις για λίγο, αλλά ούτε κι αυτές θα πρέπει ν᾽ ακούσεις. Όλα τούτα και άλλα πολλά είναι παγίδες στημένες για σένα από την Αφροδίτη, ώστε να σε κάνει να χάσεις τα κρίθινα βραχιόλια που θα φοράς. Και μη νομίσεις ότι το να χάσεις ένα από αυτά έχει ελάχιστες συνέπειες· κάτι τέτοιο αν συμβεί δεν θα ξαναδείς το φως της μέρας. Γιατί θα ᾽χεις να τα βάλεις με τον τρικέφαλο τερατόμορφο σκύλο, πλάσμα γιγάντιο και τρομερό, με βροντώδη σαγόνια, που γαβγίζει μάταια για να τρομάζει τους νεκρούς· αλλά σε τίποτα δεν μπορεί να τους βλάψει. Πιστός φύλακας στο κατώφλι των σκοτεινών δωματίων της Περσεφόνης, υπερασπίζεται το άχτιστο παλάτι του Άδη. Ένα από τα δύο βραχιόλια ριγμένο σαν ψωμί, θα τον απασχολήσει και θα μπορέσεις να περάσεις εύκολα στα ιδιαίτερα της Περσεφόνης.

Screen Shot 2017-10-11 at 12.16.55 PM.png

Θα σε υποδεχτεί καλοσυνάτα κι ευγενικά και θα προσπαθήσει να σε δελεάσει να καθίσεις δίπλα της και ν᾽ απολαύσεις ένα πλουσιοπάροχο γεύμα. Αλλά εσύ πρέπει να κάτσεις κατάχαμα, να ζητήσεις μόνο ψωμί και να το φας. Στη συνέχεια πες της γιατί βρίσκεσαι εκεί, πάρε ότι έχει τοποθετηθεί μπροστά σου και ξεκίνα την επιστροφή σου, δωροδοκώντας το ανήμερο σκυλί με το δεύτερο βραχιόλι. Δώσε στον βαρκάρη το νόμισμα που είχες φυλάξει, πέρνα το ποτάμι, ακολούθα τα προηγούμενα βήματά σου και θα βρεθείς στον ουράνιο χορό των αστεριών. Αλλά πάνω απ᾽όλα, σε προειδοποιώ, πρόσεχε, ότι και να κάνεις, μην ανοίξεις και μην κοιτάξεις το περιεχόμενο του μπουκαλιού που ᾽χεις δέσει στην μέση σου και μην αφήσεις λυτή την περιέργειά σου από περίσσιο ενδιαφέρον για τέτοιο κρυμμένο θησαυρό, το θείο κάλλος.»

Έτσι, ο μεγαλοπρεπής βράχος εκτέλεσε το προφητικό του έργο. Η Ψυχή έφθασε στο Ταίναρο δίχως καθυστέρηση κι εφοδιασμένη με νομίσματα και βραχιόλια, ακολούθησε βιαστικά την στενωπό για τον Κάτω Κόσμο. Προσπέρασε σιωπηλή τον κουτσό γάιδαρο και τον ανάπηρο αναβάτη, πλήρωσε τον περαματάρη, αγνόησε τις φωνές του πτώματος που επέπλεε, απέφυγε τα δόλια παρακάλια των υφαντριών, τάισε τον σκύλο μ᾽ ένα βραχιόλι για να καλμάρει την φοβερή του μανία και πέρασε το κατώφλι του παλατιού της Περσεφόνης. Δεν αποδέχτηκε ούτε την ευχάριστη θέση ούτε το πλούσιο γεύμα που της προσέφερε η οικοδέσποινα, αλλά κάθισε στο χώμα πάνω στα πόδια της και αρκέσθηκε σ᾽ ένα ξεροκόμματο, φέροντας σε αίσιο πέρας την αποστολή που της είχε αναθέσει η Αφροδίτη. Το μπουκαλάκι που μετέφερε τώρα η Ψυχή είχε γεμίσει και σφραγιστεί μυστικά και γρήγορα. Μέρωσε με το δεύτερο βραχιόλι τον σκύλο που αλυχτούσε, πλήρωσε με το τελευταίο της νόμισμα τον βαρκάρη κι έτρεξε ακόμη πιο γρήγορα μακρυά από τα Τάρταρα. Παρά την σπουδή της να τελειώνει επιτέλους με τα κάτεργα, μόλις ξεμύτισε στη λάμψη της ᾽μέρας, αφού την χαιρέτησε ευλαβικά, ο νους της κυριεύτηκε από την πιο ανόητη περιέργεια: «Για στάσου» μονολόγησε «θα είμαι ανόητη αν κουβαλώ τέτοια θεϊκή ομορφιά και δεν κρατήσω μια τόση δα σταγονίτσα για τον εαυτό μου. Θα μπορούσε ακόμη και να με βοηθήσει να ικανοποιήσω τον όμορφο αγαπητικό μου.»

Βιβλίο VI:21-22, Το δοχείο του ύπνου

Και μ᾽αυτά τα λόγια αποσφράγισε το βάζο· αλλά ουδέποτε υπήρξε μέσα έστω μιά στάλα ομορφιάς, τίποτα πέραν ενός αληθινού, μακάβριου, στύγιου λήθαργου. Όταν το κάλυμμα ανασηκώθηκε, ο ύπνος της επετέθη στη στιγμή, περιβάλλοντας ολόκληρο το σώμα της μ᾽ ένα πυκνό σύννεφο υπνηλίας. Κατέρρευσε στο σημείο που βρισκόταν, κατρακύλησε στο μονοπάτι κι ένας βαθύς ύπνος κατετρόπωσε τις δυνάμεις της. Κείτονταν ακούνητη σαν πτώμα, ωστόσο αιφνίδια κοιμισμένη. 

Screen Shot 2017-10-11 at 12.06.09 PM.png

Στο μεταξύ, ο Έρωτας, αισθανόμενος καλύτερα τώρα που η πληγή του είχε γιατρευθεί, δεν μπορούσε ν᾽αντέξει άλλο της απουσία της αγαπημένης του Ψυχής και πέταξε από το παράθυρο του δωματίου στο οποίο ήταν έγκλειστος. Με τα φτερά του να ανακτούν τις δυνάμεις τους από την μακρά ακινησία, φτερούγιζε ολοένα και πιό γρήγορα, ορμώντας δε προς το μέρος που βρισκόταν η Ψυχή, έδιωξε προσεκτικά τον ύπνο και τον επανατοποθέτησε στο βάζο όπου ανήκε. 

Screen Shot 2017-10-11 at 12.04.26 PM

Κατόπιν την ανασήκωσε μ᾽ ένα απαλό άγγιγμα λέγοντας: «Κοίτα πώς παραλίγο να καταστρέψεις τον εαυτό σου ξανά, φτωχό παιδί, με την ανικανοποίητη περιέργεια που έχεις. Τώρα βιάσου να τελειώσεις το έργο που σου ανέθεσε η μάνα μου. Εγώ θα τακτοποιήσω όλα τ᾽άλλα.» Με αυτά τα λόγια κίνησε ελαφρά τα φτερά του κι αιωρήθηκε την ώρα που η Ψυχή, έφευγε γρήγορα για να παραδώσει το δώρο της Περσεφόνης στην Αφροδίτη.

Screen Shot 2017-10-11 at 12.03.15 PM.png

Τώρα ο Έρωτας, κάτωχρος, κατασπαραγμένος από ανεξέλεγκτη αγάπη, πολύ ανήσυχος εξαιτίας της αιφνίδιας σκληρότητας που επεδείκνυε τελευταία η μητέρα του, κατέφυγε στα γνώριμα τερτίπια του, ανέβηκε εύκολα στα μεγάλα ύψη του ουρανού, γονάτισε μπροστά στον παντοδύναμο Δία κι επιχείρησε να κερδίσει την εύνοιά του. Εκείνος, τσίμπησε το μάγουλο του Έρωτα, ανασήκωσε το χέρι του παιδιού, το έφερε στο στόμα του, το φίλησε κι αποκρίθηκε: 

Screen Shot 2017-10-11 at 12.01.27 PM.png

«Αγαπητό μου παιδί, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε επέδειξες τον παραμικρό σεβασμό, που όλες οι άλλες θεότητες θεωρούν δεδομένο ότι μου αξίζει, αλλά μου ράγισες την καρδιά επανειλλημένως και με ντρόπιασες σε αναρίθμητες περιπτώσεις επίγειου πάθους, εγώ είμαι ο κύριος των στοιχείων, εγώ αυτός που ορίζει την πορεία των αστεριών· και παρότι ομολογουμένως αψηφάς το νόμο, ακόμα και αυτόν του Ιουλίου Καίσαρα και τους κανόνες που διατηρούν την δημόσια τάξη· εσύ που σπίλωσες τ´όνομά μου και κατέστρεψες την φήμη μου με σκανδαλώδεις μοιχείες, μεταμορφώνοντας βίαια το μειλίχιο παρουσιαστικό μου σε φίδια, φλόγες, πουλιά, τέρατα, ακόμα και βόδια·  μολαταύτα, εξαιτίας της ευγενικής μου διάθεσης και του γεγονότος ότι κουνούσα το λίκνο σου με τα ίδια μου τα χέρια, θα κάνω ότι μου ζητάς. Αλλά μονάχα με μια προϋπόθεση· θα προσέξεις να μη με στρέψεις εναντίον σου, ξεπληρώνοντας το χρέος σου για τούτη τη χάρη, με την δωρεά κάποιου άλλου κοριτσιού, εξέχουσας ομορφιάς, για συντροφιά μου.» 

Βιβλίο VI:23-24, Ο Γάμος

Λέγοντας αυτά, παρήγγειλε στον Ερμή να συγκαλέσει έκτακτο συμβούλιο, με πρόστιμο εκατό χρυσών νομισμάτων για εκείνους οι οποίοι θα αποτύγχαναν να παρευρεθούν στην ουράνια μάζωξη, απειλή που εγγυάτο την πληρότητα του ουράνιου θεάτρου. Ο Πανόπτης Δίας από τον πανύψηλο θρόνο του, έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Screen Shot 2017-10-11 at 11.56.49 AM.png

«Ω Θεοί, γραμμένοι στων Μουσών τα κιτάπια, όλοι σας γνωρίζετε ότι είναι αλήθεια· ανέθρεψα τούτο το παιδί με τα δικά μου χέρια. Έχω αποφασίσει ότι οι παρορμήσεις του φλογερού αυτού νέου επιβάλλεται να χαλινωθούν. Οφείλουμε ν᾽αδράξουμε την ευκαιρία· συγκρατείστε το ακαταλόγιστο της παιδικής του ηλικίας με τα δεσμά του γάμου. Έχει γνωρίσει μια κοπέλα, την έχει κάνει δική του. Ας του επιτρέψουμε να την έχει, να την κρατά στα χέρια του και στης Ψυχής την αγκαλιά να ενδίδει στα πάθη του για πάντα.»

Screen Shot 2017-10-11 at 11.55.15 AM.png

Ύστερα στράφηκε στην Αφροδίτη λέγοντας: «Τώρα κόρη μου, μην αποθαρρύνεσαι. Μη φοβάσαι για την καταγωγή ή την θέση σου, εξαιτίας του γάμου του με μία θνητή. Θα τον ανακηρύξω γάμο μεταξύ ίσων, νόμιμα, όπως είναι δίκαιο.» Παρήγγειλε στον Ερμή να φέρει αμέσως την Ψυχή στον ουρανό.

Screen Shot 2017-10-11 at 11.59.21 AM.png

Με το που βρέθηκε εκεί, της προσέφερε μια κούπα γεμάτη αμβροσία λέγοντας: «Πιές απ᾽αυτό Ψυχή και γίνε αθάνατη. Ο Έρωτας ποτέ δεν θα προδώσει τα δεσμά κι ο γάμος θα κρατήσει για πάντα.»

Screen Shot 2017-10-11 at 11.53.43 AM.png

Αμέσως στήθηκε μεγαλοπρεπώς γαμήλια τελετή. Ο γαμπρός με το κεφάλι γερμένο κρατούσε την Ψυχή σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Δίας και η Ήρα κάθισαν πλάι τους κι όλες οι θεότητες παρατάχθηκαν μπροστά τους. Ο Γανυμήδης, ο οινοχόος νεαρός βοσκός, σέρβιρε στον Δία νέκταρ, εκείνο το κρασί των θεών κι ο Διόνυσος κέρασε τους υπολοίπους, ενώ ο Ήφαιστος ετοίμαζε το δείπνο στην φωτιά.  Τώρα οι Ώρες στόλιζαν τους πάντες με τριαντάφυλλα και πλήθος άλλων λουλουδιών· οι Χάριτες σκόρπιζαν βάλσαμο· η χορωδία των Μουσών ηχούσε· ο Απόλλων τραγουδούσε συνοδεύοντας την λύρα του και η Αφροδίτη χόρευε σαγηνευτικά στους ρυθμούς της υπέροχης διάχυτης μουσικής, διευθετώντας την σκηνή ώστε οι Μούσες ν᾽ακούγονται σε αρμονία με το μακρινό φλάουτο ενός Σάτυρου κι ένα από τα ξωτικά του Πάνα που φυσούσε τα καλάμια του.

Έτσι παντρεύτηκε η Ψυχή τον Έρωτα όπως ήθελε η παράδοση και όταν ήρθε ο καιρός, μια κόρη γεννήθηκε απ᾽ τους δυό τους, την οποία αποκαλούμε Ηδονή. 

Screen Shot 2017-10-11 at 11.51.50 AM.png

 

Screen Shot 2017-10-10 at 3.58.18 PM.png

Αναφορές

Kline, A.S., (prose translation) «Apuleius – The Golden Ass»

TheGoldenAsspdf

http://faculty.sgc.edu/rkelley/The%20Golden%20Ass.pdf

http://sites.fas.harvard.edu/~chaucer/canttales/clerk/cup-psy.html

http://www.pitt.edu/~dash/cupid.html

http://www.theoi.com/Ouranios/Psykhe.html

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%AE_(%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1)

Εξώφυλλο:
Antonio CANOVA (1757 – 1822)
Psyche Revived by Cupid’s Kiss
Marble – H. 1.55 m; L. 1.68 m; D. 1.01 m
MR 1777
Paris, Musée du Louvre
© 2010 Musée du Louvre / Raphaël Chipault

[http://musee.louvre.fr/oal/psyche/psyche_acc_en.html]

Φωτογραφίες

Όλες οι φωτογραφίες εξαιρουμένης αυτής του εξωφύλλου αντλήθηκαν από το εικονογραφικό αρχείο του Ινστιτούτου WarburgLondon University

logo_small

[https://iconographic.warburg.sas.ac.uk/vpc/VPC_search/subcats.php?cat_1=5&cat_2=167&cat_3=887&cat_4=1276]

Advertisements