1821 – Ο καπετάν Μελέτης Βασιλείου και η απελευθέρωση των Αθηνών

στις

άρθρο του Παναγιώτη Πέστροβα  που δημοσιεύθηκε στο fractalart.gr

εικονογράφηση Χείλων

Στις 25 Απριλίου 1821 οι χωρικοί της Αττικής  επαναστατούν  κατά  του Οθωμανικού ζυγού. Μια επέτειος ξεχασμένη από το επίσημο κράτος, άγνωστη στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά γνωστή στα χωριά των ξωτάρηδων (χωρικών) όπως υποτιμητικά αποκαλούσαν οι Αθηναίοι τους χωρικούς της Αττικής. Πέρασαν 195 χρόνια  από τότε που  Χασιώτες, Μενιδιάτες, Μεσογείτες, με αρχηγό τον Χασιώτη Μελέτη Βασιλείου, με ελάχιστο οπλισμό και με γεωργικά εργαλεία, αξίνες και σκεπάρνια ύψωναν το ανάστημά τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Σημαντικότατη βοήθεια έδωσαν στους επαναστάτες της Αττικής οι  Κουλουριώτες δηλαδή οι Σαλαμίνιοι, οι Αιγινήτες, οι Υδραίοι, οι Θερμιώτες  όπως αποκαλούνταν οι Κυθνιοί και άλλοι.

Δυστυχώς οι εσωτερικές έριδες, η κατάρα του Ελληνικού γένους, πάντα υπό τις ευλογίες των ξένων δυνάμεων, οι προδοσίες, οι φυλακίσεις οι  δολοφονίες δεν μπορούσαν να εξαιρέσουν τον καπετάν Μελέτη Βασιλείου όπου έχασε τη ζωή του το 1826  όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά  δολοφονημένος κάτω από μια ελιά, από αδελφικό χέρι την ώρα που κοιμόταν.

Δυο δίστιχα που έχουν διασωθεί από την λαϊκή παράδοση της Αττικής, τα οποία ήσαν στα Αρβανίτικα και αναφέρονται στη συνομιλία του καπετάν Μελέτη Βασιλείου με τον τροφοδότη του Πανούση Μαγουλιώτη, εμπεριέχουν όλη την διχόνοια του γένους μας.

Λέγει ο Μαγουλιώτης: «Αν είχαμε  όλοι ένα μυαλό θα είχε ελευθερωθεί αυτός ο τόπος».

Για να λάβει την απάντηση από τον καπετάν Μελέτη Βασιλείου: «Πολύ σωστή αυτή η κουβέντα, με τα χρήματα δεν αγοράζεις τα μυαλά».

Ανάγλυφη μορφή του καπετάν Μελέτη Βασιλείου στον κήπο του 1ου Δημοτικού Σχολείου Ασπροπύργου.

Ο Ασπρόπυργος ήταν ο πρώτος που τίμησε τον καπετάν Μελέτη με την ανάγλυφη μορφή του να κοσμεί τον κήπο του 1ου Δημοτικού Σχολείου της οποίας τα αποκαλυπτήρια έγιναν το 1934 και τίμησε με την παρουσία του, ο γνωστός ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλου ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στο χρονογράφημά του στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στις 22 Μαρτίου 1934, με τίτλο «Ο Ασπρόπυργος πανηγυρίζει»: «Ιδού εν ωραίον όνομα μιας ωραίας κώμης, εις την οποίαν φέρει ευρεία, ομαλή και σύσκιος οδός, διακλαδιζομένη κατά το μετά τους Ρειτούς δεύτερον τμήμα της Ιεράς Οδού. Αλλά δεν είναι μόνον ωραία και καθαρά και παραγωγική η κώμη αυτή, είναι και φιλοπρόοδος και εξόχως πολιτισμένη.»

Συνεχίζοντας το χρονογράφημα ο Καμπούρογλου τονίζει την προσήλωση του Ασπρόπυργου προς  την ιστορική του παράδοση και τα αποκαλυπτήρια της ανάγλυφης μορφής του καπετάν Μελέτη Βασιλείου, όπου στο τέλος το χρονογράφημα κλείνει: «ανεκηρύχθη δικαίως και κατωνομάσθη – ελευθερωτής των Αθηνών».

Η σημασία της απελευθέρωσης των Αθηνών στην Επανάσταση

Για την απελευθέρωση της πόλης των Αθηνών έχουν γραφεί αρκετά. Ελάχιστα όμως έχουν γραφεί για τη σημασία της σε επιχειρησιακό επίπεδο όσον αφορά στην Ρούμελη και – κυρίως – για την σημασία της σε στρατηγικό επίπεδο για ολόκληρη την επικράτεια.

Για να κατανοήσουμε τον κομβικό ρόλο της Αττικής, θα ξεκινήσουμε την αφήγηση από το καλοκαίρι του 1820, όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τη Ζάκυνθο όπου βρίσκονταν επισκέφθηκε τον Καποδίστρια στην Κέρκυρα και του παρουσίασε το τελικό πολεμικό σχέδιο σε στρατηγικό επίπεδο για ολόκληρη την επικράτεια, με τους παρακάτω στόχους:

Ο Καποδίστριας θα κέρδιζε διπλωματικό χρόνο για την επανάσταση – ο Υψηλάντης θα εγκλώβιζε σημαντικές Τουρκικές δυνάμεις στην Μολδοβλαχία υπό το φόβο της εμπλοκής των Ρώσων – οι ναυτικοί του Αιγαίου θα απέκοπταν τις θαλάσσιες γραμμές εφοδιασμού από τα Μικρασιατικά παράλια προς τον Ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο – οι επαναστάτες σε Ρούμελη, Θεσσαλία και Μακεδονία,  θα ανέκοπταν την κάθοδο Τουρκικών δυνάμεων προς τον νότο και την Πελοπόννησο, ενώ ο Κολοκοτρώνης θα δημιουργούσε γρήγορα στρατιωτικά τετελεσμένα στο Μωριά. Κατόπιν ο Γέρος με τους Μωραΐτες θα βάδιζε προς βορρά, βοηθώντας στην αντεπίθεση των Ελλήνων για την απελευθέρωση της Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία.

Ο Καποδίστριας ενέκρινε το σχέδιο και ο Κολοκοτρώνης επέστρεψε στη Ζάκυνθο, απ’ όπου έστειλε χιλιάδες επιστολές και μηνύματα σε οπλαρχηγούς και φιλικούς, με οδηγίες για την επανάσταση σε ολόκληρη την επικράτεια. Το βάρος έπεφτε στον Κολοκοτρώνη που έπρεπε πολύ σύντομα να απελευθερώσει το Μωριά και να κινηθεί στη συνέχεια προς βορρά. Σημείο κλειδί γι’ αυτό ήταν οπωσδήποτε η απαγόρευση καθόδου Τουρκικών χερσαίων δυνάμεων από την Ρούμελη στο Μωριά, για ενίσχυση των εκεί ομοεθνών τους, αλλά και η μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων από τα Μικρασιατικά παράλια προς τις ακτές τις Ρούμελης και του Μωριά.

Το έδαφος της Ρούμελης φυλάσσονταν επαρκώς από εξαίρετους οπλαρχηγούς όπως ο Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Καραϊσκάκης και ο Αθανάσιος Διάκος. Οι ακτές του Μωριά, σύμφωνα με το σχέδιο του Κολοκοτρώνη, είχαν αποκλεισθεί επαρκώς από Υδραίους και Σπετσιώτες. Ο μόνος κίνδυνος επομένως ήσαν οι ακτές της Ρούμελης και κυρίως το Φάληρο και το λιμάνι της Λεψίνας (Ελευσίνας) όπως το αποκαλούσε ο Κολοκοτρώνης. Για το λόγο αυτό λοιπόν, η άμεση κατάληψη της πόλης των Αθηνών και ο έλεγχος των δύο επινείων της  (Φάληρο και Λεψίνα) ήταν στρατηγικής σημασίας για τον Κολοκοτρώνη.

Παράλληλα, ο σιτοβολώνας του λεκανοπεδίου της Αττικής και του Θριασίου Πεδίου εξασφάλιζαν το απαραίτητο στρατηγικό βάθος για ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και ζώα για τις Μωραΐτικες δυνάμεις του Κολοκοτρώνη οι οποίες αφού θα απελευθέρωναν γρήγορα τον Μωριά, θα ανέβαιναν προς βορρά για την μεγάλη αντεπίθεση των Ελλήνων που θα έφτανε μέχρι την Θεσσαλία. Εκεί ανεφοδιαζόμενοι οι Έλληνες από το Θεσσαλικό Κάμπο, θα συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο προς Μακεδονία και Κωνσταντινούπολη.

Η μέχρι σήμερα έρευνα δεν έχει φέρει στο φως γραπτά τεκμήρια για διαταγές του Κολοκοτρώνη προς τους οπλαρχηγούς των Αθηνών. Από την συγκριτική μελέτη όμως των τακτικών που εφάρμοσαν, κυρίως ο καπετάν Μελέτης Βασιλείου, προκύπτει ξεκάθαρα η ένταξή τους σε ένα γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό, που εμφανώς εξυπηρετούσε την στρατηγική που αναφέρθηκε παραπάνω.

Η Αθήνα ήταν πόλη περιτοιχισμένη με τείχος και μεγάλο κάστρο. Είχε πληθυσμό που απαρτίζονταν από σχεδόν 12.000 Χριστιανούς Έλληνες και περίπου 400 Τουρκικές οικογένειες. Τον πρώτο μήνα της Επανάστασης στην Αθήνα δεν σημειώθηκαν αψιμαχίες, αλλά οι Τούρκοι ήταν σε αναβρασμό και άρχισαν να προετοιμάζονται, εξαιτίας των γεγονότων στην Πελοπόννησο. Η βασική ενέργεια προπαρασκευής των Τούρκων ήταν να αναθέσουν στον ηγέτη των Δερβενοχωριτών της Χασιάς Χατζή – Μελέτη Βασιλείου την άδεια να συγκροτήσει ένοπλο σώμα από Χασιώτες και Μενιδιάτες για την προστασία των Αθηνών. Αυτό όμως ήταν και το λάθος τους.

Ο τρόπος που έδρασε ο Καπετάν Μελέτης εξαπατώντας τους Τούρκους, πανομοιότυπος με τον τρόπο που έδρασε και στη Λειβαδιά ο Αθανάσιος Διάκος, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι αμφότεροι έδρασαν στη βάση γενικότερου σχεδίου του Κολοκοτρώνη (εφόσον για το Διάκο υπάρχουν τεκμήρια για τις οδηγίες που είχε από το Γέρο, συνάγεται ότι αντίστοιχα θα πρέπει να υπήρχαν οδηγίες και προς τον Καπετάν Μελέτη, εκτός και αν  υπήρξε απευθείας επαφή Διάκου – καπετάν Μελέτη).

Το μικρό ένοπλο σώμα του Καπετάν Μελέτη που φρουρούσε τα στενά της Οσγιάς (Πάρνηθας) γρήγορα αυξήθηκε σε περισσότερους από 1.000 άνδρες, οι οποίοι άρχισαν τις λεηλασίες Τούρκικων κτημάτων. Ο Μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος κατέφυγε στη Λειβαδιά, στην Μονή Αγίας Παρασκευής, όπου ευλόγησε την σημαία του Αθανάσιου Διάκου. Στο άκουσμα της είδησης, οι φοβισμένοι Τούρκοι των Αθηνών ζήτησαν τη σφαγή των Αθηναίων προκρίτων. Οι πρώτες συλλήψεις έγιναν το βράδυ της 9ης Απριλίου, όταν οι Χριστιανοί επέστρεφαν από τη λειτουργία της Ανάστασης, όπου συνελήφθησαν οι τρεις πρόκριτοι των Αθηνών, Προκόπιος Βενιζέλος, Άγγελος Γέροντας και Παλαιολόγος Βενιζέλος, καθώς και άλλοι εννέα άρχοντες και κληρικοί. Παράλληλα σφραγίστηκε το κάστρο των Αθηνών.

Στις 18 Απριλίου 1821 ο καπετάν Μελέτης συνέτριψε στον Κάλαμο της Αττικής τις μικρές ενισχύσεις που έστειλαν οι Τούρκοι της Εύβοιας, ενώ την ίδια στιγμή κατέφθασε από την Λειβαδιά και ο Γενικός Αρχηγός της επαναστατημένης Αττικής, ο Δήμος Αντωνίου, γενναίος πατριώτης, ένθερμος αγωνιστής και απόστολος της Φιλικής Εταιρείας. Στις 25 Απριλίου 1821 ο επαναστατικός στρατός του καπετάν Μελέτη Βασιλείου κατέλαβε σχεδόν χωρίς αντίσταση την Αθήνα και οι Τούρκοι αποτραβήχτηκαν στην Ακρόπολη. Ο καπετάν Μελέτης εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο και στις 28 Απριλίου 1821 ύψωσε με επίσημη τελετή την σημαία της Ελευθερίας. Δυστυχώς όμως, λίγες ημέρες μετά φονεύεται ο Δήμος Αντωνίου σε μια μικρή αψιμαχία έξω από τα τείχη, αφήνοντας πλέον μόνο του και χωρίς πολιτική κάλυψη τον καπετάν Μελέτη, ο οποίος ήταν μεν ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης, αλλά δεν ήταν αποδεκτός από το κατεστημένο των προκρίτων των Αθηνών. Η προσωπικότητα του λαϊκού αγωνιστή καπετάν Μελέτη προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις στους προκρίτους των Αθηνών, που δεν μπορούσαν να αποδεχτούν για αρχηγό έναν «ξωτάρη» (χωρικό).

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, υποκύπτοντας στις επίμονες απαιτήσεις των Αθηναίων προκρίτων, απέστειλε τον Λιβέρη Λιβερόπουλο, στον οποίο οι Αθηναίοι επεφύλαξαν ενθουσιώδη υποδοχή. Ο Ιωάννης Φιλήμων γράφει χαρακτηριστικά «Οι Αθηναίοι υπερεθαύμαζον αυτόν και εν πάση διαταγή έκλινον τον αυχένα, όπως εξασθενίσωσι τον Μελέτην. Οι οπλαρχηγοί ωσαύτως υπερεκολάκευον αυτόν, όπως συστηθώσι παρά τω Υψηλάντη και ανωτέρας τύχωσι τύχης».

Τη νύχτα της 1ης προς 2α Ιουλίου 1821 οι πολιορκημένοι στην Ακρόπολη Τούρκοι επεχείρησαν έξοδο, αλλά οι Υδραίοι που φυλούσαν τον λόφο του Φιλοπάππου τους ανάγκασαν να ξαναγυρίσουν στην Ακρόπολη. Οι προσπάθειες του Λιβερόπουλου να πείσει τους Τούρκους να παραδοθούν δεν είχαν αποτέλεσμα, διότι διαδόθηκε η φήμη ότι καταφθάνει με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο Ομέρ Βρυώνης.

Στις 18 Ιουλίου, ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε από την Εύβοια ισχυρή Τουρκική δύναμη 3.000 πεζών και 2.000 ιππέων, καταλαμβάνοντας το Λιάτανι της Αττικής. Εκεί προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει ο αποδυναμωμένος από το κατεστημένο των Αθηνών καπετάν Μελέτης, αλλά δεν τα κατάφερε, ενώ σε λίγο κατέφθασε και ο ίδιος ο Ομερ Βρυώνης και στρατοπέδευσε στα Πατήσια. Οι Αθηναίοι και ο αρχηγός τους Λιβερόπουλος, μόλις άκουσαν ότι ο καπετάν Μελέτης δεν κατάφερε να νικήσει στο Λιάτανι, αντί να οργανωθούν στην οχυρωμένη Αθήνα εκμεταλλευόμενοι το τείχος και το κάστρο της, πήραν τα νοικοκυριά και τις οικογένειές τους και κατέφυγαν έντρομοι στη Σαλαμίνα και την Αίγινα.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός Δημ. Καμπούρογλου: «Η φυγή αύτη ήτο πράγματι αδικαιολόγητος για την περίστασιν. Ολίγη πρόνοια και στιβαρά διοίκησις των πολεμικών και πολιτικών πραγμάτων της χώρας ήθελε δοκιμάσει και μετ’ αυτήν ακόμα την αποτυχίαν του Λιάτανι, την μεγίστην ελπίδα επιτυχίας. Αλλ’ ο Λιβέριος, ήκιστα κατηρτισμένος δια παρομοίας περιστάσεις, αντί να ηγηθεί της αμύνης, ακολούθησεν άκων την έξοδον των Αθηναίων, εγκατασταθείς δε μετ’ αυτών εις Αίγιναν κατεγίνετο μόνον να παρηγορεί τους χειμαζόμενους Αθηναίους».

Ο Ομέρ Βρυώνης εισήλθε στην ερημωμένη Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1821 και ενώθηκε με τους Τούρκους της Ακρόπολης, οι οποίοι τον υποδέχτηκαν με πανηγυρισμούς. Γύρω από την Αθήνα είχαν μείνει μικρά ένοπλα τμήματα Ελλήνων επαναστατών που προκαλούσαν φθορά στο Τουρκικό στράτευμα με τακτικές ανταρτοπολέμου. Εξοργισμένος ο Ομέρ Βρυώνης προσπάθησε να τους διαλύσει με ισχυρή δύναμη ιππικού. Σημειώθηκαν δύο συμπλοκές κοντά στο χωριό Δραγουμάνου με τα σώματα των οπλαρχηγών Αναστάσιου Λέκκα από την Αθήνα και του Μήτρου Σκευά από τη Χασιά. Στη δεύτερη συμπλοκή μάλιστα κινδύνεψε να σκοτωθεί και ο ίδιος ο Ομέρ Βρυώνης από τον Αθηναίο αγωνιστή Δήμο Ρουμπέση, αλλά σώθηκε από το σωματοφύλακά του, τον οποίο σκότωσε ο Ρουμπέσης και ύστερα κυκλωμένος από τους Τούρκους έπεσε ηρωικά. Ο Ομέρ Βρυώνης, φοβούμενος ότι θα κυκλωθεί από τα στρατεύματα του Νικηταρά και του Μαυρομιχάλη, που μετά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) είχαν προωθηθεί στη Ρούμελη, ενίσχυσε τη φρουρά της Ακρόπολης με 300 ιππείς και έφυγε με όλο το στρατό του.

Μπροστά στις θετικές αυτές εξελίξεις, ο Υψηλάντης όρισε τον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιό του Πετρόμπεη, ως Στρατιωτικό Αρχηγό Αθηνών. Στο μεταξύ η Αττική είχε ξεσηκωθεί με επίκεντρο τη Μονή Βρανά και το φλογερό ηγούμενό της Γαβριήλ Αναστασίου. Ακολούθησε η αιματηρή σύγκρουση στην ρεματιά του Χαλανδρίου, όπου οι Τούρκοι συνετρίβησαν και επέστρεψαν στην Ακρόπολη. Τα στρατεύματα της Αττικής κατέλαβαν και πάλι την πόλη των Αθηνών και άρχισε η δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης. Κομβικό σημείο στην πολιορκία ήταν η κατάληψη του Σερπετζέ (Ωδείο Ηρώδου Αττικού), στην οποία πρωτοστάτησε ο επικεφαλής των Αθηναίων Παναγής Κτενάς.

Η επιχείρηση κατάληψης ήταν δύσκολη, διότι τα τείχη ήταν ψηλά και οχυρωμένα με πυροβόλα. Όπως γράφει και ο Ιωάννης Φιλήμων «ουδέποτε υπελόγιζον οι Τούρκοι ως δυνατήν την εξ εφόδου κυρίευσιν και κατοχήν του Σερπετζέ, ως φύσει και θέσει δυσπόρθητου. Και όμως η τύχη αυτών εξήρτητο εκ μόνου του Σερπετζέ, διότι στερουμένη τούτου εξήντλουν τάχιστα το ολίγον ύδωρ των δύο δεξαμενών και ολίγας ελπίδας είχον εκ των βροχών». Μετά από μια επική έφοδο, οι Έλληνες κατέλαβαν το Σερπετζέ στις 13 Νοεμβρίου 1821, καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα σχεδόν και τα τείχη των Προπυλαίων.

Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ελαιογραφία Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Η κατάληψη της Ακρόπολης ήταν πλέον επιτακτική, διότι μετά την άλωση της Τριπολιτσάς και την ταχύτατη παράδοση των φρουρίων του Μωριά στο Κολοκοτρώνη, οι Τούρκοι ξεκίνησαν την μεγάλη αντεπίθεσή τους σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας από την Ήπειρο, όπου ο Τουρκικός στρατός πολιόρκησε το Μεσολόγγι και ο δεύτερος (και ισχυρότερος) άξονας ήταν από τη Μακεδονία, όπου ο φοβερός Δράμαλης Πασάς πέρασε με μια πανίσχυρη στρατιά 40.000 Τούρκων προς τη Ρούμελη και τον Μωριά έτοιμος να καταπνίξει την Επανάσταση.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, κατόπιν διαταγής του Κολοκοτρώνη και παρά την υπονόμευση του Άρειου Πάγου (πολιτική διοίκηση της Ρούμελης) ο Ανδρούτσος και ο Νικηταράς συγκρότησαν στην Ρούμελη μια δύναμη καλύψεως, που προσπάθησε να επιβραδύνει την κάθοδο του Δράμαλη μέχρι την κατάληψη της Ακρόπολης των Αθηνών και την αμυντική οργάνωση της πόλης. Ακολούθησαν οι νίκες στην αγία Μαρίνα και στην Στυλίδα, στις αρχές Απριλίου 1822. Σημειώνεται ότι ενώ ο Ανδρούτσος και ο Νικηταράς πολεμούσαν στη Στυλίδα χωρίς καμία βοήθεια από τον Άρειο Πάγο, ο Άρειος Πάγος έστελνε μυστικά μηνύματα στον Νικηταρά να δολοφονήσει τον Ανδρούτσο και αντίστοιχα στον Ανδρούτσο να δολοφονήσει το Νικηταρά. Δεν γνώριζαν όμως την αδελφική φιλία μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι είχαν φανερώσει ο ένας στον άλλο την ύπαρξη των μηνυμάτων!

Στο μεταξύ, είχε καταφτάσει στην Αθήνα ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, υπό την αρχηγία του οποίου οι Έλληνες προσπάθησαν να πάρουν  την Ακρόπολη, χωρίς όμως επιτυχία. Στις 18 Απριλίου 1822 άνοιξαν μεγάλο υπόνομο και με τη βοήθεια 30 φιλελλήνων με επικεφαλής τον Γάλλο αξιωματικό Βουτιέ και 50 ακόμα γενναίους Κεφαλλονίτες κατόρθωσαν να αποκόψουν του Τούρκους στην περιοχή του Βράχου. Είχε προηγηθεί η ανατίναξη του τείχους και η κυρίευση της Τρίτης πύλης, ύστερα από μία φονικότατη επίθεση, στην οποία έπεσαν αρκετοί Έλληνες αλλά και Φιλέλληνες.

Κατόπιν αυτού οι Τούρκοι, υποφέροντας από δίψα και στερήσεις, αναγκάστηκαν να υπογράψουν στις 9 Ιουνίου 1822 την παράδοση της Ακρόπολης. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 2.500 Τούρκους που είχαν κλειστεί στην Ακρόπολη τον Απρίλιο του 1821, απέμειναν 1.260 τον Ιούνιο του 1822. Σύμφωνα με τις περιγραφές, οι σκηνές που εκτυλίχθησαν κατά την παράδοση της Ακρόπολης ήταν τραγικές. Κατ’ εντολή του Μητροπολίτη Διονυσίου, πρώτοι ανέβηκαν τουλουμπατζήδες (νερουλάδες) για να μοιράσουν νερό στους παραδοθέντες, αλλά οι διψασμένοι Τούρκοι έπιναν αχόρταγα με αποτέλεσμα, ή να πεθαίνουν ακαριαία, ή να χάνουν τις αισθήσεις τους. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής της άλωσης της Ακρόπολης Παναγής Κτενάς, θέλοντας να αναγγείλει την μεγάλη νίκη, έβαλε δύο κανονιοβολισμούς αλλά στον τρίτο εξερράγη το πυρακτωμένο πυροβόλο, θανατώνοντας τον μεγάλο αγωνιστή. Η κηδεία του έγινε την επομένη με μεγάλες τιμές.

Μετά την κατάληψη της Ακρόπολης, διορίστηκε φρούραρχος ο αδερφός του Παναγή Κτενά, Σπύρος Κτενάς, ο οποίος φρόντισε για τον εφοδιασμό του κάστρου και την ενίσχυση της άμυνας, καθόσον υπήρχε η είδηση ότι καταφθάνει ο Δράμαλης. Δυστυχώς όμως, μπροστά στην είδηση για τη φοβερή στρατιά του Δράμαλη που κατέβαινε με κατεύθυνση τον Μωριά για να καταπνίξει την επανάσταση, ουδείς προσέρχονταν για να ενισχύσει την άμυνα της πόλης.

Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν για ασήμαντη σφαγιάστηκαν από τους Έλληνες όσοι Τούρκοι είχαν παραδοθεί (περίπου 600 Τούρκοι). Οι σφαγές αυτές τρομοκράτησαν τον πληθυσμό, ο οποίος άρχισε να εγκαταλείπει την πόλη. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση μίλησε η καρδιά της νεολαίας. Περίπου 370 νέοι της Αθήνας, ανέβηκαν στην Ακρόπολη για να την επισκευάσουν και να αναλάβουν την υπεράσπισή της, υπογράφοντας μια φλογερή ομαδική διακήρυξη, η οποία σώζεται και αποτελεί μνημείο πατριωτισμού. Παράλληλα και άλλοι Αθηναίοι συγκρότησαν ένοπλα σώματα  και με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Γαβριήλ Αναστασίου, Νικόλα Σαρρή, Συμεών Ζαχαρίτσα και Λάμπρο Ηλιακόπουλο ενίσχυσαν την φρουρά της Ακρόπολης, περιμένοντας την έλευση του Δράμαλη. Αλλά ο Δράμαλης παρέκαμψε την Αθήνα και κινήθηκε κατευθείαν προς Κόρινθο, επιδιώκοντας να χτυπήσει αμέσως και χωρίς απώλειες τον Κολοκοτρώνη στο Μωριά.

Στο Μωριά όλοι έφευγαν έντρομοι βλέποντας την τεράστια στρατιά του Δράμαλη. Μόνο ο Κολοκοτρώνης στάθηκε και εφάρμοσε τακτική καμένης γης, κατατρίβοντας την στρατιά του Δράμαλη στον Αργίτικο κάμπο και μόλις κατάλαβε ότι θα γυρίσει στην Κόρινθο, τον συνέτριψε στα Δερβενάκια. Αμέσως μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας ότι ανοίγει ο δρόμος προς την de facto απελευθέρωση, ζήτησε να αποσταλεί ο Ανδρούτσος με τον Νικηταρά στην Αθήνα, προκειμένου να διασφαλιστεί το στρατηγικό βάθος του Λεκανοπεδίου της Αττικής αλλά και τα δύο πολύτιμα επίνεια, το Φάληρο και η Ελευσίνα. Έτσι, στις 21 Αυγούστου 1822 ο Ανδρούτσος με τον Νικηταρά καταφθάνουν στην Αθήνα, την οποία οργάνωσαν αμυντικά αλλά και πολιτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ανδρούτσος κατέλυσε την παλιά προνομιακή γερουσία των Αθηνών και διόρισε νέα, αποτελούμενη από τους Μ. Τυρναβίτη, Ανάργυρο
Πετράκη και Ιωάννη Πάλλη, με τη συμμετοχή πλέον και δύο «ξωτάρηδων» (χωρικών).

Επίσης διόρισε λαϊκό εφετείο, εφορευτικό των άλλων δικαστηρίων, αποτελούμενο από τους Γεώργιο Ψύλλα και Παναγή Ζαχαρίτσα. Παράλληλα, ο Ανδρούτσος προέβη και σε πρωτοποριακά έργα για επαναστατημένη περιοχή: συστήθηκε τυπογραφείο και άρχισε να εκδίδεται η περίφημη «Εφημερίς των Αθηνών» υπό τη διεύθυνση του λόγιου Γεωργίου Ψύλλα, ενώ συστήθηκε ένα παρθεναγωγείο και ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο που στεγάστηκε στο τζαμί του Σταροπάζαρου, ιδρύθηκε δημοτική βιβλιοθήκη στο τζαμί της Κολώνας, το περίφημο «Σχολείον Επιστημών», που αποτέλεσε τον πρόδρομο του Πανεπιστημίου Αθηνών στο τζαμί του Ροδακιού, καθώς και Βοτανικός Κήπος.

Παράλληλα με την αμυντική και πολιτική οργάνωση των Αθηνών από τον Ανδρούτσο και τον Νικηταρά, ο Κολοκοτρώνης ολοκλήρωσε το στρατηγικό σχεδιασμό του για τη συντριβή και του δεύτερου άξονα της αντεπίθεσης των Τούρκων, κατορθώνοντας να στείλει στο Μεσολόγγι ενισχύσεις 700 ανδρών υπό τον Μαυρομιχάλη το Νοέμβρη του 1822, αναγκάζοντας έτσι και τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς να συνδράμουν λίγες μέρες αργότερα. Λύθηκε έτσι η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, με νίκη των Ελλήνων. Το χάραμα του 1823 βρήκε την επαναστατημένη Ελλάδα ελεύθερη, κατέχοντας τον Μωριά και την Αττική, καθώς και τη δυτική Ελλάδα από το Μεσολόγγι και τα Άγραφα μέχρι το Σούλι.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σε λιθογραφία του Adam Friedel_wikipedia

Τότε ακριβώς ξέσπασαν οι δύο αιματηροί εμφύλιοι, που είχαν ως βασική αιτία όχι μόνο το μερίδιο εξουσίας αλλά και τον τρόπο που θα διοικούνταν η ελεύθερη πια Ελλάδα. Οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν καθοριστική συμβολή στην απελευθέρωση, δεν είχαν απλώς δικαίωμα στην  εξουσία, αλλά απαιτούσαν και συγκεκριμένο πρότυπο διακυβέρνησης που έδινε πραγματικά δημοκρατικά προνόμια και στον απλό λαό, όπως φάνηκε και από τα έργα του Ανδρούτσου στην Αθήνα. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το ντόπιο αρχοντολόι. Έτσι, στον Μωριά φυλακίστηκε ο  Κολοκοτρώνης (αφού του δολοφόνησαν πρώτα τον πρωτότοκο γιό) και οι Μωραίτες καπεταναίοι, ενώ στη Ρούμελη δολοφονήθηκε ο Ανδρούτσος από το πρωτοπαλίκαρό του τον Γκούρα, καθώς και ο λαϊκός ηγέτης της περιοχής των Αθηνών, ο καπετάν Μελέτης Βασιλείου, από τους ομοχώριούς του.

Η επανάσταση ψυχορραγούσε. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση και την έλευση του Ιμπραήμ και του Κιουταχή, η Ελληνική Κυβέρνηση αναθέτει την αρχιστρατηγία του Μωριά στον Κολοκοτρώνη και της Ρούμελης στον Καραϊσκάκη. Προτού αναχωρήσει η Καραϊσκάκης για την εκστρατεία του στη Ρούμελη, ο Κολοκοτρώνης τον καλεί μυστικά στο Άργος, όπου οι δύο αρχιστράτηγοι συνομιλούν για μια περίπου ώρα απολύτως μόνοι τους σε ένα περιβόλι. Είναι η στιγμή που η Ελλάδα κρατά την ανάσα της, γιατί ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζει το στρατιωτικό και το πολιτικό του σχέδιο στον Καραϊσκάκη: Ο Γέρος θα πολεμήσει τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ με ελάχιστες δυνάμεις εφαρμόζοντας ανταρτοπόλεμο στο Μωριά, στέλνοντας τα επίλεκτα μωραΐτικα στρατεύματα με επικεφαλής το γιό του Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον ανιψιό του Νικηταρά στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη.

Ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη θα νικήσει γρήγορα τον Τούρκο Κιουταχή και στη συνέχεια θα κατέβει προς τον Μωριά για να συντρίψουν και τον πανίσχυρο Ιμπραήμ που έχει εξαντληθεί από τον ανταρτοπόλεμο. Στη συνέχεια, οι δυο Αρχιστράτηγοι μαζί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς θα επιβάλλουν τον Καποδίστρια στο ντόπιο αρχοντολόι αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις. Ο Καραϊσκάκης συμφωνεί με το σχέδιο και προτείνει να ανταλλάσσουν μυστικά μηνύματα με τον Κολοκοτρώνη μέσω έμπιστων ανθρώπων. Προς τούτο ο Κολοκοτρώνης παίρνει γραμματέα του τον Βαλτινό, έμπιστο υπασπιστή του Καραϊσκάκη και ο Καραϊσκάκης παίρνει μαζί του τον Νικηταρά, ανιψιό του Κολοκοτρώνη, μέσω των οποίων οι δύο Αρχιστράτηγοι ανταλλάσσουν την αλληλογραφία τους.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εφορμά έφιππος στην Ακρόπολη, έργο του Γεωργίου Μαργαρίτη, 1844

Ο Καραϊσκάκης συγκεντρώνει στην Ελευσίνα την μεγαλύτερη δύναμη της επανάστασης – περισσότερους από 10.000 άνδρες – και ξεκινά την μεγάλη εκστρατεία του στην Βοιωτία προκειμένου να αποκόψει από τις εφεδρείες τον Κιουταχή, ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στην Αθήνα και πολιορκούσε την Ακρόπολη. Ακολουθούν οι θρίαμβοι του Καραϊσκάκη στην Αράχοβα και το Δίστομο. Ο Κιουταχής έχει πλέον εγκλωβιστεί στην Αθήνα και ο Καραϊσκάκης ετοιμάζεται να τον συντρίψει. Οι εμφύλιες έριδες όμως των Ελλήνων (οι οποίες είχαν φουντώσει μετά και την φήμη ότι ο γιός του Κολοκοτρώνη Γενναίος επρόκειτο να παντρευτεί την κόρη του Καραϊσκάκη Ελένη) καθώς και ο ξένος παράγοντας, οδήγησαν στην δολοφονία του μεγάλου στρατηλάτη στο Φάληρο, στις 23 Απριλίου 1827. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει ακέφαλο το Ελληνικό στράτευμα, να οδηγηθεί από τον Άγγλο Ρίτσαρντ Τσωρτς (Sir Richard Church) στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου, να παραδοθεί μετά από δεκάμηνη πολιορκία η Ακρόπολη, να διαλυθεί η μεγάλη εκστρατεία των Ελλήνων στην Αττική και να απομείνει μόνος ο Κολοκοτρώνης απέναντι στον Ιμπραήμ. Μόλις ανακοίνωσαν στον Κολοκοτρώνη το θάνατο του Καραϊσκάκη, ο Γέρος έπεσε καταγής, σταύρωσε τα πόδια οκλαδόν, έλυσε τα μαλλιά του και μοιρολογούσε κλαίγοντας μέχρι την άλλη μέρα τα χαράματα. Όταν τον πλησίασε ένας από τους σωματοφύλακες του είπε: «Φτάνει Καπετάνιο μου! Ούτε το παιδί σου δεν έκλαψες έτσι!» ο Κολοκοτρώνης του απάντησε με πρησμένα από τους λυγμούς μάτια «Τότε έκλαιγα το παιδί μου. Τώρα κλαίω την Πατρίδα».

Η Αθήνα και η Αττική παρέμειναν υπό Τουρκική κατοχή μέχρι την 1η Μαρτίου 1833, όταν ο διοικητής των Αθηνών, Γιουσούφ Σιλιχτάρ Μπέης, παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβέρνησης Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό. Ο φρούραρχος όμως της Ακρόπολης, Δισδάρ Οσμάν αγάς, αρνήθηκε να παραδώσει το κάστρο και τότε η φρουρά με αρχηγό τον Βαυαρό αξιωματικό Χριστόφορο Νέζερ ανέβηκε αιφνιδίως στα τείχη, καταλαμβάνοντάς τα και υψώνοντας την Ελληνική Σημαία.

Αυτό που είχαν καταφέρει τα Ελληνικά όπλα με τον Καπετάν Μελέτη Βασιλείου ήδη από το καλοκαίρι του 1822, χρειάστηκε να περάσουν 11 ολόκληρα χρόνια με θυσίες και καταστροφές, ώσπου να το επαναλάβουν τα Βαυαρικά για λογαριασμό των Ελλήνων.

Βιβλιογραφία

Δ. Αινιάν «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη» Β΄ έκδοση, Αθήνα 1903

Α.Ε. Βακαλόπουλος «Τα Ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία. Β’ έκδοση» Αθήνα 1970.

Δ. Καμπούρογλου «Ιστορία των Αθηνών» Αθήνα 1896.

Θ. Κολοκοτρώνη «Διήγησις συμβάντων Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836» Φωτομηχανική επανέκδοση Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981.

Ι. Πετρώφ «Άτλας του υπέρ ανεξαρτησίας Ιερού των Ελλήνων Αγώνος 1821-1828» Αθήνα 1971.

Ι. Φιλήμων «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Γ’-Δ’» Αθήνα 1861.

Φ. Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των έξωθεν εις την Πελοπόννησον εθελοντών κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της Επαναστάσεως» Αθήνα 1888.

Φ. Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Α΄-Β΄» Αθήνα 1974.

Advertisements