Ο «Οφθαλμός του Άνακτα»

στις

Στην γοητευτική περιγραφή για τα νεανικά χρόνια του ιδρυτή της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, Κύρου του Μέγα, ο Έλληνας ερευνητής Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό, υποδηλώνει ότι ο ηγέτης των Μήδων, Αστυάγης, είχε αρκετούς αυλικούς, από τους οποίους ένας ήταν το «Μάτι του Βασιλέα». Είναι η πρώτη αναφορά στο αξίωμα αυτό, περισσότερο γνωστό από την Δυναστεία των Αχαιμενιδών. Διόλου απίθανο οι Πέρσες να υιοθέτησαν ανάλογα καθήκοντα από τους Μήδους. 

Τα Περσικά Μάτια είχαν επιλεγεί από τον βασιλέα, προκειμένου να τον πληροφορούν για τα τεκταινόμενα στην αυτοκρατορία. Επέβλεπαν την πληρωμή των φόρων, επιτηρούσαν την καταστολή των εξεγέρσεων και ανέφεραν τυχόν ατασθαλίες στον βασιλέα. Μέσα στα καθορισμένα όρια των περιοχών της δικαιοδοσίας τους, είχαν περισσότερες εξουσίες από τους Σατράπες. Σύμφωνα με τον Αθηναίο συγγραφέα Ξενοφώντα, τα Μάτια ηγούντο στρατευμάτων για τον έλεγχο των Σατραπών [Ξενοφών, Κύρου Παιδεία H 8.6.16]. Ο λαός ήξερε ότι ακόμη και όταν ο μονάρχης απουσίαζε, θα τον πληροφορούσαν για τις πράξεις και τις ανησυχίες τους.

Οι Έλληνες γνώριζαν την εν λόγω υπηρεσία. Στην κωμωδία του, Αχαρνείς (αυλαία για πρώτη φορά το 425π.Χ) ο Αθηναίος θεατρικός συγγραφέας Αριστοφάνης, τοποθετεί επί σκηνής ένα Μάτι. Ο ηθοποιός όφειλε να φορά μάσκα στην οποία ήταν ζωγραφισμένο ένα μεγάλο μάτι, ώστε να ομοιάζει τρόπον τινά, με Κύκλωπα. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο Σταγειρίτης Αριστοτέλης εντυπωσιάζεται από την αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας:  

Τὸ <γὰρ> Καμβύσου Ξέρξου τε καὶ Δαρείου πρόσχημα εἰς σεμνότητος
καὶ ὑπεροχῆς ὕψος μεγαλοπρεπῶς διεκεκόσμητο· αὐτὸς μὲν γάρ, ὡς λόγος, ἵδρυτο
ἐν Σούσοις ἢ Ἐκβατάνοις, παντὶ ἀόρατος, θαυμαστὸν ἐπέχων βασίλειον οἶκον
καὶ περίβολον χρυσῷ καὶ ἠλέκτρῳ καὶ ἐλέφαντι ἀστράπτοντα·
πυλῶνες δὲ πολλοὶ καὶ συνεχεῖς πρόθυρά τε σύχνοις εἰργόμενα σταδίοις ἀπ’ ἀλλήλων
θύραις τε χαλκαῖς καὶ τείχεσι μεγάλοις ὠχύρωτο· ἔξω δὲ τούτων ἄνδρες
οἱ πρῶτοι καὶ δοκιμώτατοι διεκεκόσμηντο, οἱ μὲν ἀμφ’ αὐτὸν τὸν βασιλέα
δορυφόροι τε καὶ θεράποντες, οἱ δὲ ἑκάστου περιβόλου φύλακες,
πυλωροί τε καὶ ὠτακου
σταὶ λεγόμενοι, ὡς ἂν ὁ βασιλεὺς αὐτός,
δεσπότης καὶ θεὸς 
ὀνομαζόμενος, πάντα μὲν βλέποι, πάντα δὲ ἀκούοι.
Χωρὶς δὲ τούτων ἄλλοι καθειστήκεσαν προσόδων ταμίαι καὶ στρατηγοὶ πολέμων

καὶ κυνηγεσίων δώρων τε ἀποδεκτῆρες τῶν τε λοιπῶν ἔργων ἕκαστοι
κατὰ τὰς χρείας ἐπιμεληταί. πηγή

Όταν οι Αθηναίοι ίδρυσαν την ηγεμονία τους στις αρχές του 5ου αιώνα, αναγνώρισαν τον θεσμό αυτό αποκαλώντας τους δικούς τους επιθεωρητές, επισκόπους ή επόπτες. Αν και υποθετικά ωστόσο, το αξίωμα ενδέχεται να προέρχεται από λογοπαίγνιο εξαιτίας της ομόηχης (πιθανής) Περσικής ονομασίας για το Μάτι, spasaka ή seer [(:οραματιστής) overseer:επόπτης] . 

Τα υπουργήματα επισκόπου και Ματιού ήσαν κατά πλειοψηφία παρόμοια: κάθε πόλη της Αθηναϊκής κυριαρχίας επιβλεπόταν από έναν επίσκοπο, ο οποίος ήλεγχε την πληρωμή των φόρων, απέτρεπε ανταρσίες, διερευνούσε τα κακώς κείμενα και τα ανέφερε στην Αθηναϊκή κυβέρνηση. Συνήθως ο επίσκοπος επιλεγόταν από την κυρίαρχη δημοκρατική συνέλευση στην Αθήνα, την Εκκλησία του Δήμου. Οι ομοιότητες είναι αξιοσημείωτες.

Θα πρέπει να τονισθεί ωστόσο, ότι κάθε άρχοντας χρησιμοποιούσε λειτουργούς όπως τα Μάτια ώστε να γνωρίζει τι συμβαίνει. Οι ονομασίες αυτών των επιθεωρητών ενδέχεται να διαφέρουν, αλλά υπάρχουν κάποια πρωταρχικά καθήκοντα που πρέπει να εκτελεσθούν με κάθε τρόπο. Για παράδειγμα, ο Καρλομάγνος απασχόλησε τους missi dominici, απεσταλμένους του άρχοντα ή επιθεωρητές του παλατιού.

Η Αθηναϊκή κυβέρνηση χρειάστηκε να στείλει επόπτες όπως άλλωστε όλοι οι διοικούντες. Παρόλα αυτά, εξαιτίας του γεγονότος, ότι οι λειτουργικές ευθύνες που αναλάμβαναν το Μάτι και ο Επίσκοπος, ήσαν σχεδόν πανομοιότυπες, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά την πιθανότητα οι Αθηναίοι να αντέγραψαν την τακτική των Περσών. 

Το αξίωμα δεν απαντάται στην εποχή των Σελευκιδών και των Πάρθων· η σχετική αναφορά του Φιλοστράτου είναι μάλλον αναχρονιστική.

δραμὼν δὲ αὐτὸς παρὰ τοὺς ἄνδρας, οἳ δὴ νομίζονται βασιλέως ὦτα, ἀνατυποῖ τὸν Ἀπολλώνιον προειπών, ὅτι μήτε προσκυνεῖν βούλεται μήτε τι ἀνθρώπῳ ἔοικεν·⇒πηγή

Αναφορά

J. Balcer, «The Athenian episkopos and the Achaemenid King’s Eye» in: American Journal of Philology 98 (1977) 252-263.

 

livius logo

Advertisements