Μάχη του Σιρμίου (Sirmium) 8 Ιουλίου 1167

στις

_map_sirmiumΓράφει ο Χείλων

Η πόλη Σίρμιο (Sirmium) αναφέρεται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα π.Χ., ως τοποθεσία που κατοικείτο από Ιλλυριούς και Κέλτες. Το όνομά του σημαίνει «τόπος με ρέοντα ύδατα», καθότι βρισκόταν στην βόρεια όχθη του ποταμού Σάβα. Η πόλη κατακτήθηκε από την Ρώμη το 14 π.Χ. και τον 1ο αιώνα μ.Χ. μετατράπηκε σε Colonia (πόλη αποικία) για την εγκατάσταση Ρωμαίων εποίκων, καθιστάμενη στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της επαρχίας Παννονίας. Όταν το 103, η Παννονία χωρίστηκε σε δύο επαρχίες έγινε πρωτεύουσα της Κάτω Παννονίας. Τα ερείπια του Σιρμίου βρίσκονται στην σημερινή Sremska Mitrovica, 55 χιλιόμετρα δυτικά του Βελιγραδίου.

Το έτος 293, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός διέσπασε την αυτοκρατορία σε τέσσερις περιοχές με σκοπό την καλύτερη διοίκηση και υπεράσπιση των συνόρων. Η διοίκηση των εν λόγω περιοχών ανατέθηκε σε δύο ανώτερους κυβερνήτες οι οποίοι ονομάζονταν «Αύγουστοι» συνεπικουρούμενοι από δύο βοηθούς που ονομάζονταν «Καίσαρες». Λόγω της γειτνίασής του με το Δούναβη (σημαντικό όριο μεταξύ της αυτοκρατορίας και των βαρβαρικών φύλων στα βόρεια του ποταμού) το Σίρμιο έγινε μία από τις τέσσερις περιφερειακές πρωτεύουσες της αυτοκρατορίας.

Αυτό το σύστημα κατέρρευσε μετά από περίπου 30 χρόνια, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος επανένωσε την αυτοκρατορία το 324. Για τα επόμενα 100 χρόνια, η πόλη χρησίμευε ως στρατηγική τοποθεσία για επιδρομές και μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον εχθρικών φυλών βόρεια του Δούναβη. Σημειώνεται ότι δέκα Ρωμαίοι αυτοκράτορες γεννήθηκαν στο Σίρμιο, ή πλησίον αυτού.

Νόμισμα Γέπιδων

Στα τέλη του 4ου αιώνα, το Σίρμιο τέθηκε για λίγο υπό την κυριαρχία των Βησιγότθων και αργότερα επανεντάσσεται στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 441, η πόλη κατακτήθηκε από τους Ούννους και παρέμεινε για περισσότερο από έναν αιώνα στα χέρια διαφόρων άλλων φυλών, όπως Οστρογότθων και Γέπιδων. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, το Σίρμιο ήταν το κέντρο του Γεπιδικού κράτους και εκεί ο βασιλέας Cunimund έκοψε χρυσά νομίσματα. Μετά το 567, το Σίρμιο επανήλθε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορίας (Βυζαντινή). Η πόλη τελικά κατακτήθηκε και καταστράφηκε από τους Αβάρους το 582.

Το Σίρμιο δεν ξαναχτίζεται για τουλάχιστον δύο αιώνες και τελικά ανοικοδομείται κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα. Μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα, ήταν τμήμα της πρώτης Βουλγαρικής αυτοκρατορίας και το 1018 μετά την ήττα των Βουλγάρων περιέρχεται και πάλι στους Βυζαντινούς. Μέχρι το τέλος του 1100, η πόλη διεκδικείτο από το επεκτεινόμενο Ουγγρικό έθνος.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία τον 12ο αιώνα

Τον 6ο αιώνα η Ανατολική Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία είχε ήδη συρρικνωθεί. Οι πόλεμοι με τους Σασσανίδες Πέρσες και στην συνέχεια με τα Ισλαμικά στρατεύματα στις αρχές του 7ου αιώνα είχαν αφαιρέσει από τους Βυζαντινούς την Αίγυπτο και ένα μεγάλο μέρος της Συρίας και της Παλαιστίνης, ενώ οι πόλεμοι με τους Λομβαρδούς και Νορμανδούς στην Ιταλία και τους Μουσουλμάνους πειρατές στη Σικελία ήσαν εξίσου επιβλαβείς. Το 1071, οι Σελτζούκοι Τούρκοι επέφεραν μια καταστροφική ήττα για τους Ρωμαίους στην πόλη του Μαντζικέρτ στην ανατολική Μικρά Ασία (σύγχρονη Τουρκία). Αυτή η απώλεια ώθησε τα Βυζαντινά σύνορα προς τα δυτικά, ο έλεγχος της Ανατολίας πέρασε στα χέρια των Τούρκων. Ήταν μια ιδιαίτερα σκληρή απώλεια για τους Ρωμαίους, καθώς η Ανατολία ήταν από τις βασικές πηγές στρατολόγησης στρατευμάτων.

Aυτοκράτωρ Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143-1180)_μικρογραφία χειρογράφου_Βιβλιοθήκη Βατικανού_Ρώμη
Aυτοκράτωρ Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143-1180)_μικρογραφία χειρογράφου_Βιβλιοθήκη Βατικανού_Ρώμη

Μετά την καταστροφή στο Μαντζικέρτ, η δυναστεία των Κομνηνών ανέδειξε μια σειρά από εξαιρετικούς αυτοκράτορες στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα, η Βυζαντινή οικονομία αναπτύχθηκε, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις επεκτάθηκαν και ο στρατός έκανε μικρές αλλά σταθερές επιδρομές κατά των εξωτερικών εχθρών του. Οι Σταυροφορίες ήσαν επίσης εμπνευσμένες από την Βυζαντινή διπλωματία, αλλά οι προσπάθειες ελέγχου των δυτικών δυνάμεων ήσαν περιστασιακές και ανοργάνωτες.

Στέψη του βασιλέα Στέφαν ΙΙΙ της Ουγγαρίας
Στέψη του βασιλέα Στέφαν ΙΙΙ της Ουγγαρίας

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1150 – 60, το Βασίλειο της Ουγγαρίας επέκτεινε την επικράτεια και την επιρροή του, με σκοπό να προσαρτήσει την περιοχή γύρω από την Δαλματία και την Κροατία. Αυτό προκάλεσε κάποιες εντάσεις με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι έβλεπαν την Ουγγρική επέκταση ως δυνητική απειλή για την Ρωμαϊκή κυριαρχία στα Βαλκάνια. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ξεκίνησαν επιδρομές κατά των Ούγγρων και βοηθούσαν τους εκάστοτε διεκδικητές του θρόνου.

Béla III
Béla III

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α ‘Κομνηνός χρησιμοποίησε έναν διπλωματικό τρόπο για να προσαρτήσει το Ουγγρικό βασίλειο στην αυτοκρατορία του. Το 1163, σύμφωνα με τους όρους της υφιστάμενης συνθήκης ειρήνης, ο Béla, νεότερος αδελφός του βασιλέα της Ουγγαρίας Στέφανου ΙΙΙ, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να ανατραφεί υπό την προσωπική καθοδήγηση του ίδιου του αυτοκράτορα, ως συγγενής του Μανουήλ (η μητέρα του Μανουήλ ήταν Ουγγαρέζα πριγκίπισσα) και αρραβωνιαστικός της κόρης του, ο Béla έγινε δεσπότης (τίτλος που δημιουργήθηκε ειδικά για αυτόν). Το 1165 ορίστηκε διάδοχος του Βυζαντινού θρόνου, λαμβάνοντας το όνομα Αλέξιος. Δεδομένου ότι ήταν επίσης διάδοχος και του Ουγγρικού θρόνου, η ένωση μεταξύ των δύο κρατών ήταν πολύ πιθανή. Αλλά το 1167, ο βασιλέας Στέφανος αρνήθηκε να εκχωρήσει στον Μανουήλ τον έλεγχο των πρώην Βυζαντινών εδαφών που προορίζονταν για τον Αλέξιο συμπεριλαμβανομένου του Σιρμίου, θεωρώντας τα αναπόσπαστα εδάφη της Ουγγρικής αυτοκρατορίας, γεγονός που οδήγησε σε πόλεμο.

Βυζαντινός στρατός

Κατά την έναρξη της δυναστείας των Κομνηνών το 1081, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε την μικρότερη έκταση της ιστορίας της. Περιτριγυρισμένη από εχθρούς και οικονομικά κατεστραμμένη μετά από μια μακρά περίοδο εμφυλίου πολέμου, οι προοπτικές της αυτοκρατορίας ήσαν δυσοίωνες. Ωστόσο, μετά από συνδυασμένες προσπάθειες, αποφασιστικότητα και χρόνια αγώνων, οι τρεις πρώτοι Κομνηνοί αυτοκράτορες κατάφεραν να αποκαταστήσουν την δύναμη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την δημιουργία ενός νέου στρατού από το μηδέν (μέχρι το τέλος της δυναστείας το 1180, το σύνολο του Βυζαντινού στρατού αριθμούσε 60.000 περίπου άνδρες).

Φρουρά Βαράγγων
Φρουρά Βαράγγων

Το νέο στράτευμα ήταν επαγγελματικό και πειθαρχημένο. Συμπεριλάμβανε τρομερούς μαχητές όπως η Φρουρά Βαράγγων, που ήταν βαριά οπλισμένοι στρατιώτες, εξοπλισμένοι με πέλεκυ μάχης. Αυτοί οι άνδρες αρχικά προέρχονταν από τη Σκανδιναβία και τους Ρως (μετέπειτα Ρώσοι) αλλά αργότερα, μετά την Νορμανδική κατάκτηση του 1066, άρχισαν να επιστρατεύονται Σάξονες πρόσφυγες από την Αγγλία. Ένα άλλο επίλεκτο σώμα των βασιλικών στρατευμάτων ήταν οι Εταιρειάρχες, μια μονάδα της προσωπικής σωματοφυλακής του αυτοκράτορα. Αμφότερες οι μονάδες έδρευαν στην Κωνσταντινούπολη, όπως και οι μονάδες που είχαν συνεισφέρει οι επαρχίες. Οι εν λόγω μονάδες περιελάμβαναν Κατάφρακτο ιππικό από την Μακεδονία, την Θεσσαλία και την Θράκη, καθώς και διάφορες άλλες επαρχιακές δυνάμεις, όπως επίλεκτους τοξότες από την Μαύρη Θάλασσα και τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Υπό την εποπτεία του Ιωάννη Β’ Κομνηνού, στρατολογήθηκαν νέα στρατεύματα από τις επαρχίες και καθώς η Μικρά Ασία άρχισε να ευημερεί, όλο και περισσότεροι στρατιώτες κατατάσσονταν στον Βυζαντινό στρατό. Επιπλέον είχαν στρατολογηθεί και στρατιώτες από ηττημένες επαρχίες, όπως Πετσενέγοι (ιπποτοξότες) και Σέρβοι, οι οποίοι ήσαν έποικοι στην Νικομήδεια.

Ο στρατός των Κομνηνών συχνά ενισχύονταν από συμμαχικά τμήματα προερχόμενα από τις επαρχίες που ήλεγχαν οι Σταυροφόροι, όπως το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, την Σερβία και την Ουγγαρία, αλλά η συνολική δύναμη των αλλογενών δεν υπερέβαινε το 1/3 του συνόλου. Οι Βυζαντινοί προσελάμβαναν επίσης ξένους μισθοφόρους, όταν απαιτείτο, αλλά επειδή τέτοιου είδους στρατεύματα ήταν πολύ ακριβά για να συντηρηθούν, προσλαμβάνονταν μόνο για βραχυπρόθεσμες εκστρατείες. Σημειώνεται ότι οι μονάδες τοξοτών, πεζικού και ιππικού συγκροτούσαν ενιαία τμήματα με σκοπό να παρέχουν συνδυασμένη υποστήριξη.

Ο Βυζαντινός στρατός ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικός, καλά εκπαιδευμένος – άρτια εξοπλισμένος, και ικανός να εκστρατεύσει στην Αφρική, την Ασία και την Ευρώπη. Ωστόσο, όπως και πολλές πτυχές του Βυζαντινού κράτους επί Κομνηνών ηγεμόνων, η μεγαλύτερη αδυναμία του ήταν ότι στηριζόταν σε μια ισχυρή και ανταγωνιστική διοίκηση, προκειμένου να κατευθύνει και να διατηρήσει τα κεκτημένα, τόσο εντός όσο και εκτός πεδίου μάχης. Όταν διοικούσαν οι Κομνηνοί, ο Βυζαντινός στρατός παρείχε στην αυτοκρατορία ασφάλεια, επιτρέποντας την άνθιση του πολιτισμού και την ευημερία. Ωστόσο, στο τέλος του 12ου αιώνα, η στρατιωτική ηγεσία στην οποία βασιζόταν η αποτελεσματικότητα του στρατού αποδυναμώθηκε, με καταστροφικά αποτελέσματα για την αυτοκρατορία.

Ο Ουγγρικός στρατός

Οι Ούγγροι απείχαν «μόλις» 200 χρόνια από την εποχή των Μαγυάρων, που ήσαν Ασιατικής καταγωγής και οι οποίοι κατέλαβαν το 895 τα Καρπάθια και κατόπιν επί περίπου 80 χρόνια, επιδίδονταν σε μεγάλες καταστροφικές επιδρομές στην Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία και τα Βυζαντινά εδάφη, αναζητώντας δόξα και πλούτο. Συγχωνεύτηκαν ως Έθνος λίγο μετά την ήττα τους από τους Γερμανούς στη μάχη του Lechfeld το 955.

Κουμάνοι ιππείς
Κουμάνοι ιππείς

Από το 1160 ο Ουγγρικός στρατός προσομοίαζε με τους στρατούς στα υπόλοιπα έθνη της Δυτικής Ευρώπης. Αποτελείτο σε ποσοστό περίπου 60 -70% από ιππικό, σε συνδυασμό με βαρείς ιππότες, βαθμοφόρους και ελαφρούς ιππείς οπλισμένους με τόξα, που χρησίμευαν ως ανιχνευτές και για την καταδίωξη του εχθρού μετά από μάχη. Αυτά τα τελευταία έφιππα τμήματα – αποτελούνταν κυρίως Κουμάνους ή Πετσενέγους – παρέχοντας δύναμη πυρός, με ρίψεις βελών προορισμένες να διασπούν τους εχθρικούς σχηματισμούς.

Το Ουγγρικό πεζικό αποτελούνταν από θωρακισμένους λογχοφόρους και στρατιώτες οπλισμένους με ακόντιο. Ακολουθώντας το Βυζαντινό πρότυπο τακτικής, οι εν λόγω πεζικάριοι αποτελούσαν την βάση γύρω από την οποία αναπτυσσόταν το ιππικό.

Προοίμιο της μάχης

Από τις αρχές μέχρι τα μέσα του 1160, οι Ούγγροι επεδίωκαν συνεχώς να εντάξουν το Σίρμιο στην σφαίρα της πολιτικής τους επιρροής, αλλά εμποδίστηκαν τουλάχιστον δύο φορές από την Βυζαντινή στρατιωτική δύναμη. Οι Ούγγροι διέσχισαν τον Δούναβη και πάλι το 1166, καταλαμβάνοντας το Σίρμιο και επιτιθέμενοι στην Δαλματία, προσάρτησαν αμφότερες τις επαρχίες, προκαλώντας την αντίδραση του Βυζαντίου. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός ανταπέδωσε με μια τριπλή επίθεση στην Ουγγαρία από νότο, ανατολή και βορειοανατολικά (αυτές οι επιθέσεις θα μπορούσε να χαρακτηριστούν ως μεγάλης κλίμακας επιδρομές) και ένα χρόνο αργότερα, διέταξε την εισβολή στην επαρχία Σίρμιο, με την πρόθεση να την αποσπάσει από την Ουγγαρία, άπαξ δια παντός.

Ουγγρικά ένοπλα τμήματα 11ου αιώνα
Ουγγρικά ένοπλα τμήματα 11ου αιώνα

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν στρατό αποτελούμενο από περίπου 15.000 άνδρες. Περιελάμβανε πολλές από τις μονάδες της αυτοκρατορικής Φρουράς, συμπεριλαμβανομένης των Βαράγγων και των Εταιρειστών, οι οποίοι αποτελούνταν κυρίως από νέους Βυζαντινών ευγενών. Υπήρχε επίσης αριθμός τακτικού στρατού από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και συμμαχικές μονάδες που αποτελούνταν από Σερβικό και Τουρκικό πεζικό και ιππικό Βλάχων. Περιείχε επίσης αρκετούς μισθοφόρους, προερχόμενους από τάξεις Ιπποτών, κυρίως Γερμανούς και Ιταλο -Λομβαρδούς. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ επειδή ασθενούσε κατά την διάρκεια της επιχείρησης, διόρισε τον ανιψιό του Ανδρόνικο Κοντοστέφανο ως διοικητή στρατιάς. Ο Ανδρόνικος ήταν στρατιωτικός με εμπειρία, κυρίως στις ναυτικές επιχειρήσεις, αλλά έχαιρε της εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα.

Οι Βυζαντινοί εισήλθαν στο Σίρμιο περί τα μέσα Ιουνίου, πιθανώς λεηλατώντας και καίγοντας για να προκαλέσουν τους Ούγγρους σε μάχη. Σε απάντηση, ένα ισομεγέθες Ουγγρικό στράτευμα άφησε την οχυρωμένη πόλη Ζεμούν και μετέβη να αντιμετωπίσει τους εισβολείς κοντά στο Σίρμιο, βόρεια του ποταμού Σάβα. Ο Ούγγρος διοικητής κόμης Dénes του Bács (στα Ελληνικά χειρόγραφα αναφέρεται ως Διονύσιος) ηγείτο στρατού που αποτελείτο κυρίως από βαριά οπλισμένους πεζικάριους και περίπου το ένα τρίτο της δύναμης αποτελείτο από ακοντιστές, τοξότες και ελαφρύ πεζικό.

Η μάχη του Σιρμίου

Κάθε στρατός παρατάχθηκε σε τρία τμήματα, ή μεραρχίες που ήταν η τυποποιημένη διαδικασία για τους περισσότερους στρατούς εκείνης της χρονικής περιόδου. Οι Βυζαντινοί, πιθανώς χρησιμοποιώντας ένα λόφο ή κορυφογραμμή ως «καλό σημείο» να δελεάσουν τον εχθρό, είχαν παραταχθεί ως εξής:

Μπροστά από το στράτευμα υπήρχε μια σειρά από τοξότες (πιθανώς Τούρκοι και Κουμάνοι) αναμεμιγμένοι με Ευρωπαίους μισθοφόρους ιππότες. Αυτά τα στρατεύματα ήσαν η εμπροσθοφυλακή του και το πρώτο κύμα προέλασης του Βυζαντινού στρατού.

Αριστερά, ο Κοντοστέφανος τοποθέτησε τέσσερις «ταξιαρχίες» επίλεκτου πεζικού περίπου 4000 άνδρες, που αποτελούνται από 2000 οπλίτες, 800 τοξότες και 1200 ελαφρύ πεζικό. Αυτοί οι άνδρες ήσαν το δεύτερο κύμα προέλασης του Βυζαντινού στρατού.

– Στο κέντρο – υπό τις διαταγές του Κοντοστέφανου – τοποθετήθηκαν οι Βάραγγοι, οι Εταιρειστές, το Λομβαρδικό μισθοφορικό ιππικό (πιθανώς οπλισμένοι με λόγχη) μια μονάδα 500 ανδρών του συμμαχικού Σερβικού
βαρέος πεζικού και το ιππικό των Βλάχων. Αυτό το τμήμα του Βυζαντινού στρατού αποτελούσε την οπισθοφυλακή.

– Κατόπιν, η δεξιά πτέρυγα που περιελάμβανε περισσότερα επίλεκτα Βυζαντινά τμήματα και Τουρκικές δυνάμεις (μάλλον ιππικού) Μακεδόνες, Θράκες, Θεσσαλούς ιππείς, καθώς και Γερμανούς μισθοφόρους.

– Τέλος, οι εφεδρείες αποτελούμενες από 3 ταξιαρχίες πεζικού και τοξοβόλων, τοποθετήθηκε πίσω από το κέντρο, μαζί με μια μονάδα Τούρκων πεζικάριων. Επιπλέον, πίσω από κάθε μεραρχία ήταν μια μονάδα περίπου 500 Βυζαντινών ιππέων. Αυτοί οι άνδρες χρησιμοποιούνταν ως πλευρικοί φύλακες, ή εφόσον δινόταν η ευκαιρία, υπερφαλάγγιζαν (περικύκλωναν) τον εχθρό εκ των όπισθεν.

Ο Νικήτας Χωνιάτης
Ο Νικήτας Χωνιάτης

Η Ουγγρική ανάπτυξη ήταν λίγο προβληματική. Ο Βυζαντινός χρονογράφος, Νικήτας Χωνιάτης έγραψε ότι ο εχθρός παρατάχθηκε σε τρία τμήματα, με τους τοξότες μπροστά από το πεζικό. Πίσω από το πεζικό ήταν ως επί το πλείστον θωρακισμένοι ιππότες σε θωρακισμένα άλογα. Το πεζικό πιθανώς αποτελούνταν από Σέρβους πολιτοφύλακες με λόγχες, τοξότες και ακοντιστές από την Τρανσυλβανία. Πιθανώς η εν λόγω δύναμη να προέκυψε λόγω βιασύνης να αντιμετωπισθεί η αιφνιδιαστική εισβολή των Βυζαντινών. Ο Κόμης Dénes πιθανότατα βρισκόταν στο κέντρο του στρατού.

Στην αρχή της μάχης, αμφότερες οι πλευρές έστειλαν τους τοξότες και ιπποτοξότες προς τα εμπρός, προκειμένου να παρενοχλήσουν τον αντίπαλο, ελπίζοντας σε μια βεβιασμένη επίθεση. Η Βυζαντινή γραμμή παρέμεινε αδιάσπαστη, αλλά ο Ουγγρικός στρατός φάνηκε ευάλωτος σε μια ολομέτωπη επίθεση. Αρχικά, οι Βυζαντινοί κράτησαν τις θέσεις τους στις συνδυασμένες επιθέσεις πεζικού και ιππικού των Ούγγρων.

Κάποια στιγμή η αριστερή μεραρχία των Βυζαντινών διασπάται και φαίνεται να τρέπεται σε φυγή, ενώ οι δύο ταξιαρχίες του Μακεδονικού πεζικού απωθούν ολόκληρη την Ουγγρική δεξιά πλευρά. Στη συνέχεια, η δεξιά πλευρά των Βυζαντινών, αφού αποκρούει προσωρινά τους αντιπάλους, αντεπιτίθεται στην αριστερή πλευρά των Ούγγρων. Την ίδια στιγμή, η υποχωρούσα αριστερή πλευρά, ανασυγκροτείται πλησίον του ποταμού Σάβα και αντεπιτίθεται επιφέροντας περαιτέρω πίεση στα Ουγγρικά στρατεύματα.

Την ίδια στιγμή, ο διοικητής της δεξιάς πτέρυγας Ανδρόνικος Λαμπαρδάς επικεφαλής μιας μονάδας βαρέος πεζικού, επιτίθεται στο Ουγγρικό κέντρο όπου βρισκόταν ο Κόμης Dénes, όπου διεξάγεται χώρα μια θανάσιμη μάχη σώμα με σώμα.

Η εξέλιξη της μάχης είχε φτάσει σε κρίσιμο σημείο. Ο Κοντοστέφανος, αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα, αναπτύσσει τις εφεδρείες και αντεπιτίθεται στο κέντρο με τους Βαράγγους και τους Εταιρειστές. Κατόπιν διατάσσει ολομέτωπη επίθεση του πεζικού, συμπεριλαμβανομένων των εφεδρειών, απωθώντας τις Ουγγρικές δυνάμεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διασπασθούν τα εχθρικά τμήματα και ο Ουγγρικός στρατός να τραπεί σε φυγή. Οι Βυζαντινοί άρχισαν να καταδιώκουν τους Ούγγρους επί πολλά μίλια, μέχρι να δύσει ο ήλιος.

Αποτελέσματα – ιστορικά στοιχεία

Τεκμηριωμένα στατιστικά απωλειών για την εν λόγω μάχη δεν υπάρχουν, αν και οι Ούγγροι πιθανόν να απώλεσαν το 50% των δυνάμεών τους σε νεκρούς, τραυματίες και συλληφθέντες. Οι Βυζαντινοί αιχμαλώτισαν την κύρια Ουγγρική δύναμη, την οποία μετέφεραν σε βοϊδάμαξες . Το άλογο του κόμη Dénes αιχμαλωτίσθηκε, ωστόσο ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει. Οι περισσότεροι εκ των Ούγγρων που ετράπησαν σε φυγή είτε σκοτώθηκαν, είτε συνελήφθησαν από Βυζαντινό στολίσκο που περιπολούσε στο ποτάμι, όταν επεχείρησαν να το διασχίσουν. Συνολικά αιχμαλωτίσθηκαν πέντε ανώτεροι στρατιωτικοί διοικητές, μαζί με 800 στρατιώτες. Την επομένη ο Βυζαντινός στρατός λεηλάτησε τον εγκαταλελειμμένο καταυλισμό του εχθρού.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία περί το 1180 (13 έτη μετά την μάχη του Σιρμίου)
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία περί το 1180 (13 έτη μετά την μάχη του Σιρμίου)

Ως αποτέλεσμα, οι Βυζαντινοί διεκδίκησαν τις Σερβία και Δαλματία, αφήνοντας την Ουγγαρία με ένα μικρό τμήμα της Αδριατικής ακτής (σύγχρονη Κροατία).

Το Σίρμιο θα παραμείνει στα χέρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1180, όταν απεβίωσε ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’, καθότι οι διάδοχοί του δεν υπήρξαν αξιόλογοι κυβενήτες, ή στρατιωτικοί ηγέτες. Ως εκ τούτου η Ουγγαρία για μια ακόμη φορά επανέκτησε το Σίρμιο, το οποίο κράτησε μέχρι το 1451, όταν κατεκτήθη από έναν Σέρβο πολέμαρχο. Η επαρχία Σίρμιο κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1512.

Ερείπια ανακτόρων Σιρμίου
Ερείπια ανακτόρων Σιρμίου

Σήμερα, η πόλη Sremska Mitrovica είναι χτισμένη στα ερείπια της παλαιάς πόλης του Σιρμίου, η οποία διέθετε αυτοκρατορικό παλάτι, ιππόδρομο, αρένα, καθώς και πολλά εργαστήρια, δημόσια λουτρά, ναούς, δημόσια ανάκτορα και πολυτελείς βίλες. Η Δημοκρατία της Σερβίας έχει κηρύξει την περιοχή «αρχαιολογικό χώρο εξαιρετικής σημασίας».

Advertisements