Albert Einstein και Henri Bergson……η διαμάχη

Γράφει ο Πυθεύς

Μην σκεφτείτε έστω για μία στιγμή ότι θεωρώ τους συμπατριώτες μου ανώτερους και παρανοώ τους υπόλοιπους…………..κάτι που ελάχιστα συνάδει με την Θεωρία της Σχετικότητας. Άλμπερτ Αϊνστάιν προς Μαρία Κιουρί, 25 Δεκεμβρίου 1923

Στις 6 Απριλίου 1922, οι Ανρί Μπεργκσόν (Henri Bergson) και Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein) συνευρέθησαν στην συνεδρίαση των μελών της Γαλλικής Φιλοσοφικής Εταιρείας στο Παρίσι, για να αναλύσουν την ευρύτερη έννοια της καινοφανούς θεωρίας για την Σχετικότητα. Τα χρόνια που ακολούθησαν, πρωταγωνίστησαν σε μια σοβαρή διένεξη, που εκτυλίχθηκε στο μεταίχμιο της λογικής και του ενστίκτου. Οι θεωρήσεις των σχολιαστών της εποχής αλλά και μεταγενέστερων, συνοψίζονται στην πεποίθηση ότι ο Αϊνστάιν επικράτησε του Μπεργκσόν, ο οποίος δεν είχε κατανοήσει επαρκώς την φυσική της Σχετικότητας και στηλιτεύουν παράλληλα την αδυναμία των διανοούμενων να συμπορευθούν με την διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη.

Gilles Deleuze (18 Ιανουαρίου 1925 – 4 Νοεμβρίου 1995) Γάλλος φιλόσοφος και μεταφυσικός ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στους φιλοσόφους της Γαλλίας το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα.

Οι φυσικοί Alan Sokal και Jean Bricmont, διέκριναν στη μοιραία συνάντηση Αϊνστάιν – Μπεργκσόν, τις ιστορικές καταβολές των αγώνων της επιστήμης με τους εκάστοτε δύσπιστους ή διαφωνούντες. Έκτοτε όμως, έμελλε να βιώσουν την διαρκή εξάπλωση της ανησυχίας του Μπεργκσονισμού που κατέληξε στον Deleuze, μετά τους Jankélévitch και Merleau – Ponty.

Ο Μπεργκσόν, ωστόσο, ουδέποτε αναγνώρισε μια τέτοια ήττα. Κατά την άποψή του, ο Αϊνστάιν και οι υποστηρικτές του ήταν αυτοί οι οποίοι δεν τον κατάλαβαν. Επιχείρησε να αποσαφηνίσει τις απόψεις του με όχι λιγότερα από τρία παραρτήματα στο διάσημο βιβλίο του Durée et Simultanéité (Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός) με ένα ξεχωριστό άρθρο Les temps fictifs et les temps réel (Οι φανταστικοί και οι πραγματικοί χρόνοι) τον Μάιο του 1924 και με μια μακροσκελή υποσημείωση στο La Pensée et le mouvant (Η Σκέψη και το Κινούν) το 1934. Παρά τις προσπάθειες αυτές, αρκετοί από τους οπαδούς του τον εγκατέλειψαν. Ο Gaston Bachelard, για παράδειγμα, αναφέρεται σε αυτόν ως τον φιλόσοφο που έχασε από τον Αϊνστάιν. Άλλοι όμως, όπως ο Maurice Merleau – Ponty, παρέμειναν στο πλευρό του. Αυτή η μικρή ομάδα υπέκυψε στον χαρακτηρισμό της από τους υπερασπιστές του Αϊνστάιν, ως ανάδρομη, παράλογη και αδαής. Ανάμεσα στους πλέον σημαντικούς στοχαστές οι οποίοι έκτοτε συνέχισαν αυτήν την αντιπαράθεση μπορούμε να προσμετρήσουμε τους Gaston Bachelard, Léon Brunschvicg, Gilles Deleuze, Emile Meyerson, Martin Heidegger, Jacques Maritain, Karl Popper, Bertrand Russell, Paul Valéry και Alfred North Whitehead.

Alfred North Whitehead (15 Φεβρουαρίου 1861 – 30 Δεκεμβρίου 1947)

Η φύση είναι διαδικασία…Αποτελεί εκδήλωση της διαδικασίας της φύσης, το γεγονός ότι κάθε διάρκεια συμβαίνει και περνά. Η διαδικασία της φύσης μπορεί επίσης να ονομαστεί πέρασμα της φύσης. Αποφεύγω στο σημείο αυτό να χρησιμοποιήσω τη λέξη χρόνος διότι ο μετρήσιμος χρόνος της επιστήμης και γενικά της πολιτισμένης ζωής φανερώνει απλώς ορισμένες όψεις του θεμελιακού γεγονότος του περάσματος της φύσης. Πιστεύω ότι στη θεωρία αυτή συμφωνώ πλήρως με τον Μπεργκσόν, αν και αυτός χρησιμοποιεί τον χρόνο για να δηλώσει το θεμελιώδες γεγονός που εγώ αποκαλώ πέρασμα της φύσης.  Alfred North Whitehead The Concept of Nature

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η επίδραση που είχε η επιστημονική διαμάχη Αϊνστάιν-Μπεργκσόν, στην πολιτική αντιπαράθεση, η οποία είχε εκδηλωθεί ταυτόχρονα αλλά εξετάσθηκε ως ανεξάρτητο γεγονός. Ωστόσο, οι άμεσα εμπλεκόμενοι όπως και οι στενοί τους κύκλοι, συσχέτιζαν απροκάλυπτα τις δύο πλευρές των οποίων η συμμετρική διερεύνηση εμφανίζει τις μεθοδεύσεις που ευθύνονταν για τις παλινδρομήσεις των ορίων μεταξύ φύσης, επιστήμης και πολιτικής κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου.

Στην ιστοριογραφία κυριαρχούσαν επί μακρόν και δευτερεύουσες διαφωνίες μεταξύ επιστήμης και πολιτικής, η κατανόηση των οποίων συνδέεται ουσιαστικά με την οριοθέτησή τους.  Το πρίσμα θεώρησης των γεγονότων περιλαμβάνει έναν οργανισμό, ο οποίος ιδρύθηκε για να διερευνήσει τυχόν ελπιδοφόρα ερείσματα για μια διεθνή συνεργασία σε διανοητικό επίπεδο ως επακόλουθο της ευρύτερης αλληλέγγυας διεθνικής σχέσης που προάσπιζε η Κοινωνία των Εθνών. Με την ονομασία Διεθνής Επιτροπή για  την Πνευματική Συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών, απετέλεσε τον πρόδρομο της σύγχρονης UNESCO. Οι προστριβές Αϊνστάιν και Μπεργκσόν αποτέλεσαν μάστιγα για την Επιτροπή έως την ανεπίσημη διάλυσή της το 1939, εν όψει του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Για την ιστορία, το εν λόγω επεισόδιο, σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στην κατανομή των αντικειμένων μελέτης της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Με την μάχη των ιδεών τους, οι Μπεργκσόν και Αϊνστάιν επεκτάθηκαν σε πολύ περισσότερα θέματα από την φύση του Χρόνου και του Ταυτοχρονισμού, καταλήγοντας να διαπραγματεύονται επί της ουσίας, τα όρια των αρμοδιοτήτων τους. Ποια από τις δύο θα κέρδιζε τη νομιμοποίηση να καταπιάνεται με τα ζητήματα του χρόνου και ποια θα είχε τον τελευταίο λόγο. Το διακύβευμα για την φιλοσοφία ήταν το κύρος της έναντι της φυσικής.

…[Τα μαθηματικά] ξεπερνούν, όμως, τον ρόλο τους όταν διατείνονται ότι θα ανασυστήσουν αυτό που συνέβη στο μεσοδιάστημα των δύο ταυτοχρονισμών, ή τουλάχιστον, οδηγούνται μοιραία, ακόμα και τότε, να αντιμετωπίζουν νέους ταυτοχρονισμούς, των οποίων ο απροσδιόριστα αυξανόμενος αριθμός θα έπρεπε να τα προειδοποιήσει ότι δεν τελούμε κίνηση με ακινησίες ούτε συγκροτούμε χρόνο με χώρο…Bergson Τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης (εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Κ.Παπαγιώργη)

 Ο χρόνος στο μάτι του κυκλώνα

Την εποχή εκείνη ο Αϊνστάιν όδευε τάχιστα προς τους υπέρλαμπρους αστερισμούς της ανθρώπινης διάνοιας. Η έκλειψη ηλίου της 29ης Μαΐου του 1919, η οποία παρατηρήθηκε και καταγράφηκε από τον Arthur Eddington, επιβεβαίωνε την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, αποφέροντάς του παγκόσμια αναγνωρισιμότητα. Πρώτη φορά Γερμανικής καταγωγής επιστήμων, κατάφερνε να τραβήξει την προσοχή των μελών της διεθνούς κοινότητας, εν μέρει λόγω της ειλικρινούς στάσης του κατά του εθνικισμού και υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης. Το 1921, του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής.

Μια από τις φωτογραφίες ολικής έκλειψης, η οποία περιλαμβάνεται στην αναφορά του Eddington για την επιτυχή μελέτη της που επιβεβαίωνε την θεωρία του Αϊνστάιν, ότι το φως καμπυλώνεται.

Εξίσου λαμπρή υπήρξε η πορεία του Μπεργκσόν. Κατά την φοίτησή του στο Lycée Condorcet, διακρίθηκε στα Αγγλικά, Λατινικά, Ελληνικά και την Φιλοσοφία. Το έργο του στα μαθηματικά τιμήθηκε με εθνικό βραβείο και δημοσιεύθηκε στο ειδικό έντυπο Annales de mathématiques. Εκπόνησε δύο διδακτορικές διατριβές. Η πρώτη με τίτλο Quid Aristoteles de loco senserit (Τι πίστευε ο Αριστοτέλης για τον Χώρο) ήταν αφιερωμένη στην Αριστοτελική φιλοσοφία και η δεύτερη, Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο πάνω στα άμεσα δεδομένα της συνείδησης, η οποία περιλαμβάνεται στο έργο Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση) κυκλοφόρησε σε πολυάριθμες εκδόσεις. Το 1898 έγινε καθηγητής ανώτατης εκπαίδευσης στο École Normale Supérieure και το 1900 απέκτησε την έδρα της Ελληνικής και Λατινικής Φιλοσοφίας στο Collège de France. Με το πέμπτο βιβλίο του L’ Évolution Créatrice (Η Δημιουργική Εξέλιξη)  κέρδισε παγκόσμια φήμη. Τις διαλέξεις του στο κολλέγιο παρακολουθούσε όλο το Παρίσι, με τους μαθητές του να μην μπορούν να βρουν θέση – φημολογείται ότι οι ευγενείς, έστελναν νωρίτερα τους υπηρέτες τους να τις δεσμεύουν. Κατά την υποδοχή του στην Γαλλική Ακαδημία, καταχειροκροτούμενος, έλαβε τόσα πολλά λουλούδια που παρά την οχλαγωγία ακούστηκε να διαμαρτύρεται: mais……….je ne suis pas une danseuse! (μα…δεν είμαι χορεύτρια).

Ήταν προφανές ότι ούτε η Όπερα του Παρισιού αρκούσε να φιλοξενήσει ακροατήριό του. Αυτή η καθολική αποδοχή τον ακολούθησε μέχρι το 1922 όταν δημοσιεύτηκε το βιβλίο του Durée et simultanéité (Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός) του οποίου ο διακηρυγμένος στόχος ήταν να φωτίσει την θεωρία της Σχετικότητας στα μάτια του φιλοσόφου. Ωστόσο, ο Μπεργκσόν δεν ασχολήθηκε με την θεωρία της Σχετικότητας στο σύνολό της, αλλά προέβη σε μια φιλοσοφική αποτίμηση της έννοιας του χρόνου, όπως εισάγεται από την εν λόγω θεωρία:

Η παρούσα μελέτη έχει σαφώς περιορισμένο αντικείμενο. Απομονώσαμε στη θεωρία της Σχετικότητας οτιδήποτε αφορούσε τον Χρόνο. Αφήσαμε κατά μέρος τα υπόλοιπα ζητήματα. Παραμένουμε έτσι στο πλαίσιο της Ειδικής Σχετικότητας. Εξ’ άλλου η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, εντάσσεται η ίδια στο πλαίσιο αυτό, όταν υποστηρίζει ότι μια από τις συντεταγμένες αναπαριστά πράγματι τον Χρόνο.  Bergson, Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός

Ανρί – Λουί Μπεργκσόν 18 Οκτωβρίου 1859 – 4 Ιανουαρίου 1941

Πέρα από την απόπειρα υποβάθμισης της πρωτοτυπίας της και επομένως της φιλοσοφικής σημασίας της, ο Μπεργκσόν εμμένει στην θεωρητική νομιμοποίηση της ρήξης με την μαθηματική ή ποσοτική αντίληψη του Χρόνου, στην συνέχεια της προσπάθειας που είχε ξεκινήσει με την δημοσίευση του δοκιμίου Τα Άμεσα Δεδομένα της Συνείδησης.

Στη βάση της στρατηγικής του βρίσκεται η ιδέα ότι η αληθινή διάρκεια δεν μεταφράζεται σε μετρήσιμο διάστημα αλλά γίνεται ευθέως (δηλαδή χωρίς την μεσολάβηση του Χώρου) αντιληπτή μέσω μιας πρωτογενούς και άμεσης εμπειρίας. Ολόκληρη η εμπειρία μας είναι διάρκεια. Αν όμως ο Χρόνος είναι από την φύση του εξωτερικός και ξένος προς τον Χώρο και τις μαθηματικές αναπαραστάσεις του, τότε ως διάρκεια δεν είναι δυνατόν να αναχθεί σε μια από τις διαστάσεις του τετραδιάστατου Χρόνου των Hermann Minkowski και Albert Einstein. Όπως τονίζει επανειλημμένα ο Μπεργκσόν, το αφανές θεωρητικό υπόβαθρο της νεότερης φυσικής είναι η σύμβαση χωροποίησης του χρόνου. Με την ρητή εισαγωγή του χρόνου ως ισοδύναμη συντεταγμένη του τετραδιάστατου χώρου, η θεωρία της Σχετικότητας, επιτρέπει στον φυσικό να αποκτήσει για πρώτη φορά σαφή συνείδηση του γεγονότος ότι η επιστήμη είναι υποχρεωμένη να εισάγει πάντα στους υπολογισμούς της, με την μία ή την άλλη μορφή, τον χωροποιημένο χρόνο. Από την άποψη όμως μιας καθαρής θεωρίας των φυσικών εννοιών, μιας θεωρίας δηλαδή που δεν θα λάμβανε υπόψη το υποκείμενο της γνώσης αλλά αποκλειστικά και μόνο τις λογικές σχέσεις που συνάπτονται μεταξύ των ιδεών, η θεωρία της Σχετικότητας όχι μόνο θέτει σε αμφισβήτηση αυτό που ο Μπεργκσόν αποκαλεί σύμβαση χωροποίησης του χρόνου, αλλά αντίθετα αναπτύσσει αυτή την σύμβαση στο έπακρο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο χρόνος ιδωμένος στο αυστηρό πλαίσιο της θεωρίας της Σχετικότητας, δεν μπορεί να συγχέεται με την φιλοσοφική αντίληψη της διάρκειας, η οποία είναι ασύμβατη με τον χωρόχρονο της φυσικής της Σχετικότητας, όπως άλλωστε υπήρξε ασύμβατη με τον χρόνο – ποσότητα της νεότερης φυσικής.

Ο χρόνος του μαθηματικού, είναι χρόνος μετρήσιμος και επομένως χρόνος που έχει χωροποιηθεί. Δεν χρειάζεται καν να επικαλεστεί κανείς εδώ την υπόθεση της Σχετικότητας. Σε κάθε περίπτωση (όπως ήδη έχουμε επισημάνει) μπορούμε να πραγματευθούμε τον μαθηματικό χρόνο ως μια επιπρόσθετη διάσταση του χώρου. Bergson, Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός

Οι δύο διδακτορικές διατριβές που εκπόνησε ο Μπεργκσόν το 1889 Αριστερά: Δοκίμιο πάνω στα άμεσα δεδομένα της συνείδησης Δεξιά : Τι πίστευε ο Αριστοτέλης για τον Χώρο

Για τον Μπεργκσόν, μόνο ένα πνεύμα που συλλαμβάνει ενορατικά την αληθινή διάρκεια, είναι σε θέση να αποκαταστήσει το γίγνεσθαι και να κατανοήσει έτσι το σύμπαν ως πολλαπλότητα διαρκώς εξελισσόμενη.

Είναι προφανές ότι το γίγνεσθαι με την κυριολεκτική έννοια του όρου, έχει εξαλειφθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην προκείμενη περίπτωση είναι εντελώς άχρηστο στην επιστήμη. Ποιο είναι το αντικείμενό της; Να γνωρίζει απλώς που θα βρίσκεται το κινητό σε μια οποιαδήποτε στιγμή της διαδρομής του. Η επιστήμη εγκαθίσταται λοιπόν αμετάκλητα στο άκρο ενός ήδη διανυθέντος διαστήματος. Ασχολείται μόνο με το αποτέλεσμα που έχει ήδη παραχθεί. Bergson, Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός

 Η μαθηματική διάνοια εξαντλείται σε μια περιορισμένη και εξωτερική θεατρική μίμηση του γίγνεσθαι. Της είναι αδύνατο να αποδώσει τη ρέουσα εσωτερική του ορμή, το πραγματικό και λογικό περιεχόμενό του. Από αυτό συνεπάγεται ότι η μαθηματική διάνοια:

Αφήνει να της διαφύγει οτιδήποτε είναι νέο σε κάθε στιγμή μιας ιστορίας. Δεν αποδέχεται το απρόβλεπτο. Απορρίπτει κάθε δημιουργία. Το μόνο που την ικανοποιεί είναι το γεγονός ότι καθορισμένες προκείμενες οδηγούν σε καθορισμένο αποτέλεσμα, υπολογίσιμο με βάση τις προηγούμενες… Πρόκειται στην περίπτωση αυτή, για σύμπηξη του γνωστού με το γνωστό και σε τελική ανάλυση για το παλιό που επαναλαμβάνεται. Εδώ η διάνοιά μας νοιώθει σαν στο σπίτι της, Και όποιο και να είναι το αντικείμενό της, θα αφαιρέσει, θα διαχωρίσει, θα εξαλείψει έτσι ώστε να αντικαταστήσει το ίδιο το αντικείμενο, αν το κρίνει αναγκαίο, με ένα κατά προσέγγιση ισοδύναμό του όπου τα πάντα θα συμβούν με προδιαγεγραμμένο τρόπο. Κι όμως κάθε στιγμή είναι συνεισφορά, το νέο αναβρύζει αδιάκοπα, μια μορφή γεννιέται για την οποία θα ειπωθεί χωρίς αμφιβολία μόλις ολοκληρωθεί ότι είναι ένα αποτέλεσμα προσδιορισμένο από τις αιτίες του, το οποίο εντούτοις ήταν αδύνατο  να προβλεφθεί στην τωρινή του μορφή, εφόσον εδώ οι αιτίες, μοναδικές στο είδος τους, αποτελούν μέρος του αποτελέσματος, απέκτησαν σάρκα την ίδια στιγμή με αυτό, και προσδιορίζονται απ’ αυτό στο μέτρο ακριβώς που με την σειρά τους  το προσδιορίζουν. Αγγίζουμε εδώ κάτι που διαισθανόμαστε μέσα μας, και μπορούμε να μαντέψουμε μέσω της συμπάθειας έξω από εμάς, αλλά που δεν μπορούμε να το εκφράσουμε με όρους της καθαρής νόησης, ούτε να το σκεφθούμε με την στενή έννοια του όρου. Bergson, Η Δημιουργός Εξέλιξη

Αλλά πού οφείλεται η αδυναμία της διάνοιας να κατανοήσει τα φαινόμενα της ζωής ή αλλιώς, η από πολλές πλευρές διαπιστωμένη ασυμβατότητα μεταξύ της θεωρίας της γνώσης (δηλαδή της αντίληψής μας για την καθαρή νόηση και τις λειτουργίες της) και της θεωρίας της ζωής;

Οι έννοιές μας σχηματίστηκαν κατ’ εικόνα και ομοίωση των στερεών και εξ’ αιτίας αυτού η διάνοιά μας θριαμβεύει στη γεωμετρία, όπου αποκαλύπτεται η συγγένεια της λογικής σκέψης με την αδρανή ύλη. Δεν αισθανόμαστε άνετα παρά μόνο μέσα στο ασυνεχές, στο ακίνητο, στο νεκρό. Η διάνοια χαρακτηρίζεται από μια φυσική αδυναμία κατανόησης της ζωής. Bergson, Η Δημιουργός Εξέλιξη

Κατά την διάρκεια της συνάντησής του με τον Αϊνστάιν, ο Μπεργκσόν είπε ότι είχε βρεθεί εκεί για να ακούσει. Μιλώντας πρώτος, επαίνεσε αφειδώς τον αμφίλογο φυσικό. Άλλωστε το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ήταν να εμπλακεί σε αντιπαράθεση με αυτόν. Αναφορικά με την θεωρία του Αϊνστάιν, ο Μπεργκσόν δεν είχε αντιρρήσεις: Δεν έχω κάποια ένσταση για την θεωρίας σας περί ταυτοχρονισμού όπως επίσης σε γενικές γραμμές και για την Θεωρία της Σχετικότητας και αυτό που ήθελε να πει ο Μπεργκσόν είναι ότι τίποτε δεν τελειώνει με την σχετικότητα. Ήταν ξεκάθαρος: Αυτό που θέλω να καταδείξω είναι απλά ότι εφόσον δεχθούμε την θεωρία της Σχετικότητας ως θεωρία της φύσης, τότε τίποτε δεν ολοκληρώνεται. Η φιλοσοφία, όπως υποστήριξε μετριοπαθώς, είχε ακόμη χώρο.

Ο Αϊνστάιν διαφώνησε και πάσχισε να μην αφήσει περιθώριο στην φιλοσοφία και κατ’ επέκταση στον Μπεργκσόν, να αναμιχθεί στα θέματα που αφορούσαν στο χρόνο. Οι αντιρρήσεις του βασίζονταν στις απόψεις που είχε για τον κοινωνικό ρόλο της φιλοσοφίας, οι οποίες διέφεραν από αυτές του Μπεργκσόν.

Το Παράδοξο των διδύμων και το λάθος του Μπεργκσόν

Το πλαίσιο της αντιπαράθεσης διαμορφώθηκε από το έργο του Μπεργκσόν, Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός. Τον καιρό της συνάντησής τους στο Παρίσι, το βιβλίο που βρισκόταν υπό έκδοση, περιείχε το λάθος του Μπεργκσόν σχετικά με το Παράδοξο των διδύμων:
Όπως περιγράφεται από την θεωρία της Σχετικότητας, δύο δίδυμοι, εκ των οποίων ο ένας ταξιδεύει πέρα από την γη με ταχύτητα που πλησιάζει αυτή του φωτός και ο άλλος παραμένει στη γη, συναντώνται εκ νέου και παρατηρούν ότι ο χρόνος είχε περάσει διαφορετικά για τον καθένα τους. Τα ρολόγια και τα ημερολόγιά τους είχαν διαφορετικές ενδείξεις τόσο για τον χρόνο όσο και για την ημερομηνία. Ο ένας εκ των διδύμων που έμεινε στην Γη είχε μεγαλώσει γρηγορότερα από αυτόν που ταξίδεψε για τον οποίο η ροή του (γήινου) χρόνου φαίνεται ότι επιβραδύνθηκε.  Το φαινομενικά παράδοξο το οποίο εξηγείται στα πλαίσια της ειδικής θεωρίας της Σχετικότητας, είναι ότι ένας τρίτος παρατηρητής, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι, ταξιδιώτης ήταν αυτός που έμεινε στη γη και απομακρύνθηκε πάνω σε αυτήν με την ταχύτητα του φωτός.

Στο εν λόγω βιβλίο του ο Μπεργκσόν αρνήθηκε ότι έτσι έχουν τα πράγματα.  Όπως δήλωσε κατηγορηματικά το ρολόι του ταξιδιώτη δεν φανερώνει καθυστέρηση όταν συναντά κατά την επιστροφή του το πραγματικό ρολόι. Οι κριτικοί του έργου του συχνά ανέφεραν την παρατήρηση ότι με την επιστροφή του δείχνει την ίδια ώρα με το άλλο ως απόδειξη της βαθιάς παρερμηνείας του επί των ζητημάτων της Σχετικότητας. Αυτή η μεμονωμένη δήλωση ήταν αρκετή να τον αποκαθηλώσει στα μάτια των περισσοτέρων επιστημόνων και να παραμείνει έτσι μέχρι σήμερα.


Το παράδοξο των διδύμων

Ωστόσο, η επίμαχη φράση του Μπεργκσόν ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης διαφωνίας ή οποία αποσιωπήθηκε. Στην πραγματικότητα είχε παραδεχθεί ότι ο χρόνος των διδύμων θα διέφερε στις περισσότερες περιπτώσεις. Η δήλωσή του αφορούσε πολύ ειδικές συνθήκες, οι οποίες εξ᾽ ορισμού δεν επέτρεπαν τυχόν διαφορές στις κινητικές καταστάσεις των διδύμων, ακόμη και διαφορές στην επιτάχυνση. Εστιάζοντας αποκλειστικά και μόνο στο είδος της κίνησης η οποία οριζόταν ως ευθύγραμμη και ομαλή αξίωσε την πανομοιότυπη κατάστασή τους, κάτι που ήταν ήδη προϋπόθεση. Κάτω από οποιαδήποτε άλλη συνθήκη ο Μπεργκσόν αποδεχόταν την χρονική απόκλιση στα ρολόγια των διδύμων.

Στο πρώτο παράρτημα της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου του εξέφρασε την ενόχλησή του, για τους αναγνώστες οι οποίοι παρέβλεπαν αυτήν την διάσταση της διαφωνίας και υποστήριζαν ότι αρνήθηκε την καθυστέρηση του ρολογιού  που ταξίδευε. Προσπάθησε να αποδείξει το λάθος τους, ξεκαθαρίζοντας τις πεποιθήσεις του για τα φυσικά επακόλουθα που είχε αυτή η θεωρία στην μελέτη του χρόνου: το έχω πει ήδη και δεν θα σταματήσω να το επαναλαμβάνω, στην Θεωρία της Σχετικότητας η επιβράδυνση των ρολογιών συνεπεία της μετατόπισής τους, είναι δικαίως τόσο πραγματική όσο η συρρίκνωση των αντικειμένων εξ᾽ αιτίας της απόστασης. Αλλά ωστόσο, λίγοι άκουσαν.

Aριστερά: Hendrik Antoon Lorentz (1853-1528) Βραβευμένος με Νόμπελ (1902) Ολλανδός φυσικός γνωστός για τους Μετασχηματισμούς Lorentz, την θεωρία της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και την Δύναμη Lorentz. Μέση: Albert Abraham Michelson (1852-1931) Βραβευμένος με Νόμπελ (1907) Αμερικανός φυσικός γνωστός για το έργο του στην μέτρηση της ταχύτητας του φωτός και το πείραμα Michelson-Μorley. Δεξιά: Edward Williams Morley (1838-1923) Αμερικανός επιστήμονας γνωστός από τις μετρήσεις του ατομικού βάρους του οξυγόνου και από την συμμετοχή του στο πείραμα Michelson–Morley του οποίου τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν το 1887.

Έκτοτε ο Μπεργκσόν συχνά λογιζόταν ως περιφρονητής των επιστημονικών δεδομένων. Ακόμη και όταν στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του έργου του Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός, επέδειξε κάθε σεβασμό στα απτά γεγονότα της παρατήρησης: εξετάζοντας αναλυτικά τις συντεταγμένες στους μετασχηματισμούς Lorentz, εξακριβώνουμε σε ποια σαφή πραγματικότητα, σε ποιο αντικείμενο αντιληπτό ή αισθητό, αντιστοιχεί η καθεμιά τους.   Ο Μπεργκσόν ο οποίος γνώριζε προσωπικά και θαύμαζε τους Hendrik Lorentz και Albert Michelson ήθελε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στους τύπους του Lorentz και τα αποτελέσματα του πειράματος Michelson-Morley ενώ αντιθέτως ο Αϊνστάιν επέδειξε εκπληκτικά υπεροπτική απαξίωση των πειραματικών αποτελεσμάτων τους.

Η Μπεργκσονική θεώρηση (συνοπτικά)

Μέσα από το έργο του ο Μπεργκσόν αναλαμβάνει να αποδείξει ότι εξ’ αιτίας της σύγχυσης του τεχνητού,  μαθηματικού χρόνου, με τον δρώντα χρόνο των πραγματικών φυσικών διεργασιών, οι αιτιοκρατικές φυσικές επιστήμες αδυνατούν να διακρίνουν το θεμελιώδες γεγονός ότι η φύση διαρκεί και ότι η διάρκειά της συνδέεται με την αδιάκοπη ανάδυση του ποιοτικά νέου. Θεμελιώδης είναι η διάκριση του χρόνου από τον χώρο. Ως χρόνος λογίζεται το στοιχείο μέσα στο οποίο ζει, αντιλαμβάνεται και στοχάζεται η συνείδηση και ως χώρος, το απεριόριστο πεδίο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο υλικός κόσμος.

Μετά την διάκριση αυτή, ο Μπεργκσόν οδηγείται στην πλήρη ταύτιση του χρόνου με την δημιουργό διάρκεια και μέσω αυτής με την ζωτικήεξελικτική) ορμή. Η έννοια της διάρκειας θεωρείται η μόνη ικανή στην ακριβή απόδοση της ουσίας του χρόνου. Ο χρόνος – ποιότητα αποτελεί άμεσο συνειδησιακό γεγονός, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως συνεχής ροή σε αντιδιαστολή με τον ασυνεχή χρόνο-ποσότητα των μαθηματικών. Η συμβολική παράσταση της διάρκειας μέσω του αριθμού θεωρείται ουσιωδώς λανθασμένη και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα συνειδησιακά γεγονότα έστω και διαδοχικά, αλληλοδιεισδύουν και στο πλέον απλό ανάμεσά τους μπορεί να καθρεφτιστεί ολόκληρη η ψυχή, ενώ αντίθετα η αριθμητική τους έκφραση εδραιώνει διαστήματα μεταξύ τους και ορίζει περιγράμματα. Κάνουμε λάθος κάθε φορά που αναπαριστούμε την χρονική εκτύλιξη με όρους αριθμητικής διαδοχής. Αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει τη διάρκεια, είναι η ρευστότητα και η αλληλοδιείσδυση σε αντίθεση με την ιδέα του αριθμού που υπονοεί μια χωρική συμπαράθεση.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον αριθμό δύο. Η παράστασή του έστω και αφηρημένη, είναι κατ’ ανάγκη εκείνη δύο διαφορετικών θέσεων μέσα στον χώρο. Ο αριθμός, ως καθαρή εξωτερικότητα, είναι συνεπώς ακατάλληλος για να αποδώσει τη φύση του χρόνου που είναι καθαρή αλληλοδιείσδυση. Λησμονούμε τον ρέοντα χαρακτήρα της διάρκειας κάθε φορά που την καταμετρούμε, δηλαδή κάθε φορά που την αναπαριστούμε με ομοιογενείς μονάδες οι οποίες κατέχουν διαφορετικές θέσεις μέσα στον χώρο, μονάδες που κατά συνέπεια δεν αλληλοδιεισδύουν. Η ποσοτική ομοιογένεια του αριθμού, συσκοτίζει την ποιοτική ετερογένεια που αναδύεται αδιάκοπα μέσα στην διάρκεια. Σε αντίθεση με την πολλαπλότητα του αριθμού η πολλαπλότητα της διάρκειας, δεν είναι διακεκριμένη γιατί τα μέρη της συγχωνεύονται αδιάκοπα, ορίζοντας ένα αδιάσπαστο και αδιαχώριστο συνεχές. Η θεμελιώδης Μπεργκσονική διάκριση ανάμεσα στο υλικό και το πνευματικό, συνίσταται από τα εκτατά πράγματα που μπορούν να μεταφραστούν αμέσως σε αριθμό και τα συνειδησιακά γεγονότα που συνεπάγονται αρχικά με μια συμβολική παράσταση μέσα στο χώρο.


Ταυτοχρονισμός (πηγή)

Η πολλαπλότητα των συνειδησιακών μας καταστάσεων, δεν έχει λοιπόν την παραμικρή αναλογία με την πολλαπλότητα των μονάδων που συγκροτούν τον αριθμό. Ασφαλώς, δανειζόμαστε από τον χώρο τις εικόνες που μας επιτρέπουν να περιγράψουμε με λέξεις αυτό που η συνείδηση αντιλαμβάνεται ως χρόνο και ως διαδοχή. Ο Μπεργκσόν επισημαίνει ότι η συμβολική (μαθηματική) παράσταση του χρόνου είναι από πρακτική σκοπιά θεμιτή και μάλιστα χρήσιμη στο μέτρο όμως που δεν παραγνωρίζει και δεν μεταβάλλει ριζικά τις κανονικές συνθήκες της εσωτερικής αντίληψης του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μαθηματικό σύμβολο που αντλεί το νόημά του από την έκταση, πρέπει να νοείται ως απολύτως διακεκριμένο από την αληθινή διάρκεια. Η καθαρή διάρκεια δεν εξαπλώνεται μέσα στον χώρο, δεν χωροποιείται.

Η διεξοδική ανάλυση της ιδέας του αριθμού, οδηγεί τον Μπεργκσόν στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος ως άμεσο συνειδησιακό γεγονός, ως διάρκεια, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον χώρο και τον αριθμό. Ο χρόνος καθαυτός είναι καθαρή ποιότητα. Μόνον όταν την προβάλλουμε στον χώρο, όταν την αριθμούμε, όταν δηλαδή την κατανοούμε υπό το πρίσμα της έκτασης, η ποιότητα αυτή εμφανίζεται ως ποσότητα. Αυτή η ψυχολογική διεργασία, αποτέλεσμα της οποίας είναι η μετατροπή του χρόνου σε ποσότητα χωρίς ποιότητα, βρίσκεται στη βάση της μαθηματικής αντίληψης του χρόνου. Ταυτόχρονα όμως, βρίσκεται στη βάση της ίδιας της φυσικής, στο μέτρο που αυτή ορίζεται από την τάση χωροποίησης του χρόνου.

Η αντίρρηση του Νεοπλατωνισμού

Ο Μπεργκσόν έφερε στο προσκήνιο μια ένσταση για την Σχετικότητα του Αϊνστάιν, η οποία είχε τεθεί παλαιότερα από τον Henry More, φιλόσοφο στο πανεπιστήμιο του Cambridge, κατά της Καρτεσιανής θεώρησης της κίνησης. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα ενός πλοίου που αναχωρεί από την αποβάθρα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε τρόπος διάκρισης της απόλυτης κίνησης από την σχετική κίνηση. Ο Henry More με τον ίδιο τρόπο που ο Μπεργκσόν αργότερα αντιτάχθηκε στον Αϊνστάιν, υποστήριξε ότι θα υπήρχε πάντα κάποια διαφορά ανάμεσα στις δύο κινήσεις. Θύμιζε περισσότερο τον Descartes, όπου αν κάποιος παρέμενε ακίνητος ενώ κάποιος άλλος έτρεχε, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ξεκάθαρα τις διαφορές τους επειδή ο δρομέας θα ήταν αναψοκοκκινισμένος.

Henry More

Ο Αϊνστάιν επέμεινε στην σχετικότητα του χρόνου για κάθε δίδυμο. Για τον Μπεργκσόν αντίθετα, η επιτάχυνση ισοδυναμούσε με το κοκκίνισμα του προσώπου από το τρέξιμο, σε αναλογία με το παράδειγμα του More. Ήταν ένα αναπόδραστο σημάδι για την διαφορά στις καταστάσεις των διδύμων. Δεδομένου ότι υπήρχε μια διαφορά, αυτή που προκάλεσε την χρονική διαφορά, οι χρόνοι τους δεν θα ήταν ίσοι σε κάθε περίπτωση. Οι ουσιαστικές διαφορές, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να παραμένουν, σε ότι αφορά στην μνήμη ή στην αίσθηση της προσπάθειας.

Οι διαφορές στους χρόνους των ρολογιών, που προέκυψαν σε σχέση με τις διαφορές στην επιτάχυνση, απέδειξαν ότι υπήρξε κάποια διαφορά στην εμπειρία του χρόνου ανάμεσα στους διδύμους. Η ασυμμετρία που δημιούργησε η επιτάχυνση απέδειξε με την σειρά της ότι οι χρόνοι των διδύμων δεν ήταν ίσοι από κάθε άποψη. Έτσι, αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με πραγματικούς χρόνους, τότε η επιτάχυνση δεν θα έπρεπε να δημιουργεί ασυμμετρία και αν κάποιος επιθυμεί η επιτάχυνση ενός εκ των δύο συστημάτων να δημιουργεί αποτελεσματικά ασυμμετρία ανάμεσά τους, δεν μιλάμε πλέον  για πραγματικούς χρόνους (Bergson, Les Temps fictifs et le temps réel).

Ακόμη και οι φυσικοί της εποχής θα έπρεπε να συμφωνήσουν με τον βασικό ισχυρισμό του ότι, η αναγκαιότητα της επιτάχυνσης στις αλλαγές κατεύθυνσης και την επιστροφή του δίδυμου ταξιδευτή στην γη ώστε να συγκριθεί ο χρόνος του, καθιστούν απαγορευτικό τον χαρακτηρισμό των συνθηκών ως πανομοιότυπες, σε ότι αφορά στην εμπειρία με την οποία βίωσε τον χρόνο ο κάθε δίδυμος ξεχωριστά

Ο Μπεργκσόν διαφώνησε με τον Αϊνστάιν ως προς αυτό που θα συνέβαινε με την εκ νέου συνάντηση των διδύμων στην γη. Ο φιλόσοφος André Lalande, ο οποίος έγραψε για την αντιπαράθεση αυτή, επεξήγησε πως το βασικότερο ερώτημα ήταν το αν γνωρίζαμε τι είδους πραγματικότητα παρεχόταν στους διάφορους αντιτιθέμενους παρατηρητές οι οποίοι διαφωνούσαν στην μέτρηση του χρόνου. Παρόλο που οι χρόνοι των διδύμων ήταν εξίσου έγκυροι για την φυσική, ο Μπεργκσόν διαφώνησε με τις διαφορές που θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν ανάμεσά τους, από φιλοσοφικής απόψεως. Το ποιος από τους δύο χρόνους θα έπρεπε να επικρατήσει με την συνάντησή τους στην γη, θα έπρεπε να εξαρτάται από το πώς διαπραγματευθήκαμε την ασυμφωνία τους, όχι μόνον επιστημονικά, αλλά ψυχολογικά, κοινωνικά, πολιτικά και φιλοσοφικά. Ακόμη πιο σαρκαστική προς τον Μπεργκσόν ήταν η εκδοχή του παραδόξου των διδύμων που παρουσιάστηκε τον δέκατο έβδομο αιώνα ενσωματώνοντας στο βασικό του νόημα το ότι, η φιλοσοφία είχε το δικαίωμα να διερευνήσει τις αποκλίσεις του χρόνου και του χώρου, των οποίων τις μεταβολές ανάμεσα στους παρατηρητές είχε αναδείξει  η σχετικότητα.

Ο χρόνος στη ζωή τους

Μετά την συνάντησή τους για πρώτη φορά στο Παρίσι, Μπεργκσόν και Αϊνστάιν προγραμμάτισαν να συναντηθούν εκ νέου λίγους μήνες αργότερα, αυτή την φορά για εντελώς διαφορετικό σκοπό. Ο Μπεργκσόν ήταν πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για την Πνευματική Συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών και ο Αϊνστάιν, ένα από τα μέλη της. Ο Μπεργκσόν γνώριζε καλά ότι η δύναμη της Επιτροπής πήγαζε από την αντίστοιχη των μελών της. Ενώ η συμμετοχή των δύο ανδρών είχε ήδη αυξήσει την αίγλη της, το ενδιαφέρον περιορίστηκε στα γεγονότα της προηγούμενης θερμής συνάντησής τους στο Παρίσι. Η προοπτική της Διεθνούς Επιτροπής είχε στιγματισθεί από αυτή την αντιπαράθεση η οποία για τους συμμετέχοντες ήταν το λιγότερο εξίσου σημαντική με την συνάντηση.

Άλμπερτ Αϊνστάιν (14 Μαρτίου 1879 – 18 Απριλίου 1955)

Η επιλογή του Μπεργκσόν για την προεδρία της Επιτροπής ήταν αναμενόμενη καθώς η προσωπικότητά του αντιπροσώπευε τον μόνο πολιτικά ενταγμένο διανοούμενο της εποχής του. Το 1916 είχε βρεθεί στην Ισπανία σε διπλωματική αποστολή, με την ελπίδα να διασφαλίσει συμφωνία μεταξύ της Ισπανικής κυβέρνησης και των Συμμάχων. Τον επόμενο χρόνο έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην απόφαση του Αμερικανού προέδρου Woodrow Wilson να συμμετάσχει στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Η φήμη του ως γεφυρωτής πνευματικών σχισμάτων, εδραιώθηκε κατά την διάρκεια της προεδρικής θητείας του στην Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών επιστημών. Όταν με την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου μια ομάδα μελών του Γαλλικού Ινστιτούτου, αξίωσε την απέλαση των αλλοδαπών συνεργατών Γερμανικής υπηκοότητας, σύσσωμοι οι φιλόσοφοι του Ινστιτούτου καταδίκασαν την πρωτοβουλία. Ο Μπεργκσόν είχε επωμισθεί την ευθύνη να εκδώσει ανακοίνωση με την οποία θα καταδίκαζε τον πόλεμο αλλά δεν θα έφθανε στα άκρα, εκδιώκοντας τους Γερμανούς πολίτες.

Ο Αϊνστάιν γνώριζε επίσης καλά, το πώς η πολιτική επηρέαζε στην επιστήμη. Αυτός για παράδειγμα, αντέδρασε στα διαβήματα διαμαρτυρίας, που εκφράστηκαν μέσω των Συνδιασκέψεων Solvay με την επαναλειτουργία τους στο τέλος του πολέμου, κατά του αποκλεισμού Γερμανών επιστημόνων από τις διεθνείς διασκέψεις των ομολόγων τους. Γνώριζε ότι, η διεθνιστική τοποθέτησή του τον καθιστούσε δημοφιλή σε ορισμένους κύκλους και όχι ιδιαίτερα αγαπητό σε άλλους. Εκείνα τα χρόνια είχε αφοσιωθεί στην διεύρυνση του πεδίου συνάφειας της Σχετικότητας σε τομείς πέραν της φυσικής. Το 1916 δημοσίευσε μια εκλαϊκευμένη (gemeinverständlich) εκδοχή της, η οποία περιελάμβανε και τις δύο θεωρίες Ειδική και Γενική. Ωστόσο, η φήμη που απέκτησε από την έκλειψη του Eddington, επισκίασε τις πρώτες απόπειρες εκλαΐκευσης.  Πολλές δημοφιλείς εκδόσεις της Σχετικότητας ακολούθησαν σχεδόν αμέσως μετά. Το έργο του Σχετικότητα, η ειδική και η γενική θεωρία (Über die spezielle un die allgemeine Relativitätstheorie) μεταφράστηκε στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Ιταλικά. Ακολούθησαν οι πασίγνωστες Τέσσερις Διαλέξεις για την Σχετικότητα που παρουσιάστηκαν στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον το 1921.

Διεθνής Επιτροπή για την Πνευματική Συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών – Φωτογραφία από συνεδρίαση στην Γενεύη το 1922. πηγή

Η νεοαποκτηθείσα φήμη του είχε έντονη πολιτική χροιά, αντιπροσωπευτική του θριάμβου της διεθνιστικής επιστήμης επί της βάσης των Γερμανικών εθνικιστικών παθών. Την εγγραφή του ως μέλος της Διεθνούς Επιτροπής το 1922 ακολούθησαν οι σκέψεις για παραίτησή του εξ᾽ αιτίας  των αντιγερμανικών αισθημάτων που έτρεφαν πολλά από τα μέλη της.  Δεν αισθανόταν ότι μπορούσε να εκπροσωπήσει τον κόσμο της διανόησης και τα Πανεπιστήμια της Γερμανίας, από την μία εξ᾽ αιτίας της Ισραηλινής καταγωγής του και από την άλλη λόγω των απόψεών του, τις οποίες οι Γερμανοί χαρακτήριζαν αντισωβινιστικές. Η Μαρία Κιουρί και άλλοι τον παρακάλεσαν και αποφάσισε να παραμείνει. Ωστόσο την χαλαρή υποστήριξή του στην Επιτροπή φανερώνει η απουσία του από την πρώτη συγκέντρωσή της. Σύντομα παραιτήθηκε, συνοδεύοντας την πράξη του με την δημοσίευση μιας αυστηρά επικριτικής επιστολής εναντίον της.

Ο Αϊνστάιν κατηγόρησε την Επιτροπή ότι ήταν ακόμη χειρότερη από την Κοινωνία των Εθνών και ότι διόριζε μέλη γνωρίζοντας την φυσική ροπή τους, η οποία είχε εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση  από τα ιδεώδη που είχαν αναλάβει να προασπίσουν. Η μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε η παραίτησή του, κάθε άλλο παρά διευκόλυνε της εργασίες των συναφών ιδρυμάτων. Η συμπεριφορά του φάνηκε παράδοξη σε πολλούς από τους συνεργάτες του. Πως ήταν δυνατόν ένας επιστήμονας ο οποίος διακήρυττε υπέρ του διεθνισμού να αρνείται να λάβει μέρος στις  δραστηριότητες για την διάδοσή του; Παρ᾽ όλα αυτά προσκλήθηκε (στην πραγματικότητα τον παρακάλεσαν) να συμμετάσχει ως Γερμανός υπήκοος. Τι θα γινόταν αν ο Αϊνστάιν δεν είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα για τον αποκλεισμό των Γερμανών επιστημόνων;

Κατά την διάρκεια αυτής της ταραχώδους περιόδου, ο Αϊνστάιν συνέχισε να πλαισιώνει την θεωρία της Σχετικότητας, συμμετρικά προς την αντιπαράθεση του με τον Μπεργκσόν, τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο. Σε ένα γράμμα προς τον φίλο του Maurice Solovine, συνέδεσε την απόφασή του να παραιτηθεί από την Επιτροπή, με την αποδοχή της Σχετικότητας από τον Μπεργκσόν: Παραιτήθηκα από την επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, επειδή δεν έχω πλέον καμία εμπιστοσύνη στον θεσμό. Αυτό προκάλεσε κάποια εχθρότητα, αλλά χαίρομαι που το έκανα. Θα πρέπει κανείς να αποφεύγει τις παραπλανητικές επιχειρήσεις ακόμη κι όταν αυτές ακούνε σε βαρύγδουπα ονόματα. Ο Μπεργκσόν στο βιβλίο του για την Σχετικότητα, έκανε κάποιες σοβαρές γκάφες. Ας τον συγχωρήσει ο Θεός.

Μαρία Σαλώμη Σκουοντόφσκα – Κιουρί 7 Νοεμβρίου 1867 – 4 Ιουλίου 1934

Σε άλλες περιπτώσεις, πιεζόμενος να εξηγήσει την απόφαση του να παραιτηθεί μαχόμενος εναντίον απόψεων που τον ήθελαν να υπήρξε φιλογερμανός, δήλωσε ξανά ότι η θέση του σε σχέση με την Επιτροπή ήταν σύμφωνη με της Θεωρία της Σχετικότητας. Σε ένα γράμμα προς την Μαρία Κιουρί που γράφηκε τον Δεκέμβριο του 1923 εξηγούσε: Μη σκεφτείτε έστω για μια στιγμή ότι θεωρώ τους συμπατριώτες μου ανώτερους και παρανοώ τους υπόλοιπους – κάτι που ελάχιστα συνάδει με την Θεωρία της Σχετικότητας. Η Σχετικότητα εκείνα τα χρόνια είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα διάσημα έγγραφα του 1905 και του 1915. Για τον Αϊνστάιν και όσους παρακολούθησαν από κοντά την σχέση με τον Μπεργκσόν και την Επιτροπή, εμπεριείχε διακριτές πολιτικές και ηθικές απόψεις. Με την φήμη του να αυξάνεται διεθνώς, ο Αϊνστάιν εξελισσόταν σε κάτι παραπάνω από φυσικός. Απέκτησε τον ρόλο, ο οποίος έμελλε να τον ακολουθήσει μέχρι τις μέρες μας, ενός φυσικού – φιλόσοφου με ειλικρινείς πολιτικές απόψεις.

Το Παρίσι ενάντια στον χρόνο

Η μεταμόρφωση του Αϊνστάιν σε φιλόσοφο, τουλάχιστον στο Παρίσι, έγινε στο πλαίσιο πολιτικών εντάσεων μεταξύ Γαλλίας – Γερμανίας καθώς και  διαφορών στους κόλπους των φιλοσοφικών και επιστημονικών κοινοτήτων. Η επίσκεψή του ήταν άκρως συμβολική για τις δύο χώρες. Αφού έλαβε τρείς προσκλήσεις το 1922 (την τελευταία από το Κολλέγιο της Γαλλίας) ο Αϊνστάιν τις απέρριψε όλες. Ωστόσο, δεύτερες σκέψεις ακολούθησαν την άρνηση της τελευταίας. Οι αμφιβολίες του εντάθηκαν μετά από συνομιλία που είχε με τον υπουργό εξωτερικών Walther Rathenau, ο οποίος εργαζόταν για την βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο Εθνών και τον πίεσε να την δεχθεί. Λίγο αργότερα απέσυρε την άρνησή του, ενημέρωσε την Πρωσική Ακαδημία Επιστημών και άρχισε να προετοιμάζει το ταξίδι του.

Ο Αϊνστάιν είχε δηλώσει ρητά το λόγο για τον οποίο η φιλοσοφία δεν όφειλε να διαδραματίσει κάποιον ρόλο σχετικά με τον χρόνο. Κατά την αντιπαράθεση με τον Μπεργκσόν, εξήγησε πως ο χρόνος θα μπορούσε να κατανοηθεί με την ψυχολογία ή την φυσική, αλλά όχι φιλοσοφικά. Επέμενε ότι ο χρόνος του φιλόσοφου δεν υπήρχε: ο χρόνος δεν υπάρχει για τους φιλόσοφους, απομένει μόνο ο ψυχολογικός χρόνος ο οποίος διαφέρει από αυτόν της φυσικής. Αυτή η άποψη βασιζόταν σε μια πολύ συγκεκριμένη και ιδιαίτερα περιορισμένη σύλληψη της φιλοσοφίας, κατά την οποία η φιλοσοφία όφειλε να διερευνά τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ της ψυχολογίας και της φυσικής: Πιστεύω ότι, ο χρόνος για τον φιλόσοφο είναι ταυτόχρονα ψυχολογικός και φυσικός. Και αυτή η δήλωση βασιζόταν σε μια αρκετά ακριβή και εξίσου στενή θεώρηση των αντιλήψεων της ψυχολογίας για τον χρόνο. Αυτοί, επέμενε, δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα: Δεν είναι τίποτε παραπάνω από κατασκευάσματα του νου, οντότητες της λογικής. Με τους αυστηρούς αυτούς ορισμούς της φυσικής και της ψυχολογίας ο Αϊνστάιν υποστήριξε  ότι δεν υπήρχαν συμπτώσεις μεταξύ των εννοιών της ψυχολογίας και της φυσικής για τον χρόνο. Συνεπώς, δεν έβλεπε κανέναν λόγο ανάμιξης της φιλοσοφίας στα ζητήματα του χρόνου.

Ο Μπεργκσόν αναγνώρισε ευχαρίστως ότι οι αντιλήψεις της ψυχολογίας για τον χρόνο διέφεραν από αυτές της φυσικής. Παραπονέθηκε ωστόσο, ότι δεν επρόκειτο για κάτι νέο. Ο Henri Piéron, πειραματικός ψυχολόγος, συμμετείχε στην αντιπαράθεση θυμίζοντας στους ακροατές το πρόβλημα της προσωπικού παράγοντα που ανέκυψε κατά τους αστρονομικούς καθορισμούς της έννοιας του χρόνου: Οι αστρονόμοι γνώριζαν εδώ και πολύ καιρό, ότι είναι αδύνατον να προσδιορίσουν επακριβώς τις σχέσεις του φυσικού ταυτοχρονισμού με τον ψυχολογικό. Αυτό το παράδειγμα απεικόνισε ξεκάθαρα την διαφορά ανάμεσα στις έννοιες της ψυχολογίας και της φυσικής για τον χρόνο. Αν η ασύλληπτη ταχύτητα του φωτός είχε προκαλέσει την αργοπορία της γνώσης για τους φυσικούς, η βραδύτερη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών την είχε φανερώσει πολύ νωρίτερα στους φυσιολόγους, ψυχολόγους και αστρονόμους. Τους ήταν γνωστό από καιρό ότι οι έννοιες του ταυτόχρονου διέφεραν από αυτά που θεωρούσε η φυσική ως τέτοια. Θρυλείται επίσης, ότι οι επιστήμονες διδάσκονταν αυτό το μάθημα από το 1795 ! Η Σχετικότητα από αυτή την άποψη, είχε ανακαλύψει εκ νέου κάτι το οποίο ήταν ήδη γνωστό. Louis Charles Henri Piéron (Ιούλιος 18, 1881 – Σεπτέμβριος 1964)

Ο Μπεργκσόν αντιτάχθηκε στην εισβολή της φυσικής στην φιλοσοφία. Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Durée et simultanéité (Διάρκεια και Ταυτοχρονία) εξέθεσε τους λόγους που τον ώθησαν να ακολουθήσει μια τέτοια αντιπαράθεση. Θεώρησε καθήκον του, τρόπον τινά, να υπερασπιστεί τις θέσεις της  φιλοσοφίας ενώπιον της επιστήμης: Η σκέψη ότι η επιστήμη και η φιλοσοφία είναι διαφορετικοί επιστημονικοί τομείς οι οποίοι οφείλουν να αλληλοσυμπληρώνονται… διεγείρει την επιθυμία αλλά και μας επιβάλλει το καθήκον να προχωρήσουμε σε ευθεία αντιπαράθεση. Σε πολλές περιπτώσεις φρόντισε ο ίδιος να τονίσει ότι δεν μνησικακούσε προσωπικά εναντίον του Αϊνστάιν ούτε είχε κάποιον ενδοιασμό σε ότι αφορούσε στην υλική φύση της θεωρίας του. Διαχώρισε την θέση του από τις ρατσιστικές και εθνικιστικές επιθέσεις που είχε δεχθεί ο Αϊνστάιν στη Γερμανία. Αντιτάχθηκε μόνο σε συγκεκριμένες προεκτάσεις της Σχετικότητας, των οποίων οι χρήσεις όπως υποστήριξε, προκύπτουν από την σύγχυση που κυριαρχεί σε αυτούς που μετατρέπουν ατόφια την φυσική (της Σχετικότητος) σε φιλοσοφία.

Ενώ αμφότεροι Μπεργκσόν και Αϊνστάιν, δέχθηκαν ότι υπήρχε ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις αντιλήψεις της ψυχολογίας και της φυσικής για τον χρόνο, κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Για τον Μπεργκσόν, η διαφορά αυτή έκανε μόνο το έργο του φιλοσόφου πιο ενδιαφέρον και πιο συναφές, ιδίως επειδή κανείς, ούτε και οι φυσικοί, μπορούσαν να αποφύγουν το πρόβλημα του συσχετισμού των μετρήσεών τους για τον χρόνο, επιστρέφοντας στην ψυχολογία.  Κάθε φορά που οι άνθρωποι διαβάζουν ένα όργανο, οι γρίφοι της ψυχολογίας επανεμφανίζονται. Ο Piéron συμφώνησε με τον Μπεργκσόν: το σχίσμα ανάμεσα στην ψυχολογία και την φυσική για τον καθορισμό του χρόνου, το οποίο αποκαλύφθηκε από το πρόβλημα της προσωπικής εξίσωσης, δεν ακυρώνει τον χρόνο του φιλοσόφου και ως εκ τούτου η Μπερκσονική διάρκεια μου φαίνεται ότι παραμένει ξένη προς τον χρόνο της φυσικής γενικότερα και ιδιαίτερα προς τον χρόνο του Αϊνστάιν, ο οποίος ωστόσο, ουδέποτε δέχθηκε αυτόν τον καταμερισμό εργασιών.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ουσία της θεωρίας της Σχετικότητας βρίσκεται ακριβώς στην ισοδυναμία μεταξύ του Χώρου και του Χρόνου που συγχωνεύονται γεωμετρικά για να συγκροτήσουν το σύμπαν όπως άλλοτε  το έργο και η θερμότητα είχαν συγχωνευθεί αλγεβρικά για να συγκροτήσουν την ενέργεια. Είναι πραγματικά αδύνατο να ωθήσει κανείς την χωροποίηση του Χρόνου μακρύτερα απ’ όσο το έκαναν οι Einstein και Minkowski. Η κληρονομημένη αρχαία τάση της μέτρησης του χρόνου μέσω της κίνησης (μετατόπισης κατά τον Αριστοτέλη) αγγίζει με αυτούς το τελικό σημείο της και ο Bergson δεν έπεσε έξω. Costa de Beauegard, La notion de temps

Επίκαιρες κρίσεις

Ο Μπεργκσόν περιστασιακά είχε τον τελευταίο λόγο κατά την διάρκεια της συνάντησής τους στην Γαλλική Εταιρεία Φιλοσοφίας. Η παρέμβασή του επηρέασε αρνητικά το βραβείο Νόμπελ που απονεμήθηκε στον Αϊνστάιν για τις εργασίες του στην θεωρητική φυσική και ειδικότερα για την ανακάλυψη των αρχών του φωτοηλεκτρικού φαινομένου και όχι για την Σχετικότητα. Οι λόγοι που οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση, όπως αναφέρθηκαν στην ομιλία κατά την τελετή απονομής των βραβείων, σχετίζονταν με την ανάμειξη του Μπεργκσόν:

Το επίκεντρο των περισσότερων συζητήσεων (για το έργο του Αϊνστάιν) είναι η θεωρία του για την  Σχετικότητα. Αυτή άπτεται της επιστημολογίας και ως εκ τούτου έχει γίνει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων στους φιλοσοφικούς κύκλους. Είναι κοινό μυστικό, ότι ο διάσημος φιλόσοφος Μπεργκσόν στο Παρίσι, έχει αμφισβητήσει αυτή την θεωρία, ενώ άλλοι την επευφήμησαν ενθουσιωδώς. Για μια στιγμή, η συζήτησή τους παρέσυρε τα ζητήματα του χρόνου από το σταθερό έδαφος των γεγονότων στο τρεμάμενο των ιδεών.

Αλλά ο Αϊνστάιν και οι οπαδοί του στο Παρίσι δεν άφησαν την εναντίωση του φιλοσόφου να περάσει έτσι αβασάνιστα. Η υποδοχή του στο Παρίσι χρωματίστηκε από διχογνωμίες μεταξύ φυσικών και φιλοσόφων. Το Κολλέγιο της Γαλλίας αποδέχθηκε τις απόψεις του (ιδιαίτερα ο Paul Langevin ο οποίος τον είχε προσκαλέσει) προσφωνήθηκε στο βήμα από έναν αστρονόμο του Γαλλικού Αστρονομικού Παρατηρητηρίου (Charles Nordmann, ο οποίος είχε συναντήσει τον Αϊνστάιν μαζί με τον Langevin) επιδιώχθηκε η συμμετοχή του από την Γαλλική Εταιρεία Φιλοσοφίας (στην συνεύρεση της οποίας είχε αντιπαρατεθεί με τον Μπεργκσόν) θαυμάστηκε από την Αστρονομική Εταιρεία της Γαλλίας (ιδιαίτερα από τον πρόεδρό της, πρίγκιπα Βοναπάρτη) και καλωσορίστηκε από την Γαλλική Εταιρεία Φυσικοχημείας. Το ωραίο ήταν ότι η Γαλλική Εταιρεία Φυσικής τον απέρριψε παντελώς.

Jean Becquerel 5 Φεβρουαρίου 1878 – 4 Ιουλίου 1953

O Jean Becquerel (Ζαν Μπεκερέλ) γιός του διαπρεπούς φυσικού Henri Becquerel (Ανρί Μπεκερέλ) υπερασπίστηκε τον Αϊνστάιν και επέκρινε τον Μπεργκσόν. O Becquerel ήταν ο πρώτος φυσικός μετά τον Paul Langevin (Πολ Λανζεβέν) ο οποίος παρουσίασε την Σχετικότητα στους μαθητές του στο Πολυτεχνείο και στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, όπου ήταν καθηγητής. Το 1922 δημοσίευσε δύο βιβλία για την Σχετικότητα, το ένα εκ των οποίων απευθυνόταν στο ευρύ κοινό. Με άρθρο του στο Επιστημονικό Δελτίο Φοιτητών του Παρισιού (Bulletin scientifique des Etudiants de Paris) ανέλαβε την καταπολέμηση του μπερξονισμού. Ο Μπεκερέλ επέμενε ότι οι ενστάσεις για την θεωρία του Αϊνστάιν, ήταν αποτέλεσμα παρανοήσεων και εσφαλμένων αιτιολογήσεων.

Η επίθεσή του ακολουθήθηκε από αυτή του André Metz, στρατιωτικού και απόφοιτου του Πολυτεχνείου, με ένα ακόμη βιβλίο για την Σχετικότητα μέσω του οποίου κατηγόρησε τον φιλόσοφο, ότι ευθυνόταν για τη μετατροπή ενός όμορφου παιδιού σε τέρας. Ο Μπεργκσόν απάντησε στις κατηγορίες, προλογίζοντας εκ νέου και εμπλουτίζοντας με τρία παραρτήματα την δεύτερη έκδοση του έργου του Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός. Αυτό που κατάφερε ωστόσο, ήταν να εντείνει την αντιπαράθεση του με τους φυσικούς. Το 1924 ο Metz απηύθυνε άμεση έγγραφη απάντηση στα νέα έργα,  του φιλόσοφου.

Ο Μπεργκσόν ανταπάντησε στον Metz σε ένα άρθρο του με τίτλο Les temps fictifs et les temps réels (Μάιος 1924) με το οποίο προσπάθησε και πάλι να υπερασπιστεί την φιλοσοφία του. Αντιτάχθηκε στον ισχυρισμό του Metz ότι διακήρυττε μια θεωρία για την Σχετικότητα η οποία διέφερε από αυτή του Αϊνστάιν. Επέμεινε ότι όλα όσα έκανε ήταν φιλοσοφία, όχι φυσική και ότι αυτές οι επιστήμες ήταν διαφορετικές: όλα τα υπόλοιπα είναι θέματα φιλοσοφίας. Ο Metz αξίωσε ότι οι φυσικοί είχαν ειδική αρμοδιότητα στα ζητήματα του χρόνου και της Σχετικότητας που μέχρι τότε δεν είχε εφαρμοστεί. Και οι φυσικοί, πρόσθεσε, σπάνια ήταν αρμόδιοι για την φιλοσοφία: μπορεί κάποιος να είναι διαπρεπής φυσικός δίχως να γνωρίζει πως να χειρισθεί φιλοσοφικές ιδέες…είναι ανώφελο σε αυτό το σημείο να αμφισβητήσει κάποιος την ειδική αρμοδιότητά τουςτο ζήτημα δεν ανήκει πλέον στην φυσική. Αποδοκίμασε την τάση της θεωρίας της Σχετικότητας να χάνει την φυσική ταυτότητά της και να μετατρέπεται σε φιλοσοφία. Ο Μπεργκσόν αισθάνθηκε ότι τα ζητήματα αρχής είχαν τεθεί αδικαιολόγητα. Αντιδρώντας στην διόλου ευκαταφρόνητη αύξηση των αρμοδιοτήτων των φυσικών, ολοκλήρωσε: Ασχέτως με το αν εδώ ασχολούμαστε με την φυσική ή την φιλοσοφία, η προσφυγή στις αρχές τους έχει μηδενική αξία. Ουσιαστικά, κατηγόρησε τον Metz ότι δεν τον είχε καταλάβει. Jules-Eugène-André Metz (4 Νοεμβρίου 1891 – 16 Δεκεμβρίου 1968)

Ο Metz δεν ήταν ο μόνος που αγνοούσε την εμμονή του Μπεργκσόν ότι επιτελούσε φιλοσοφικό έργο και όχι φυσική. Η στρατηγική αυτή, οφειλόταν στον Αϊνστάιν. Σε προσωπική επιστολή προς τον Metz επανέλαβε την κριτική που είχε γνωστοποιήσει πρωτύτερα στον Maurice Solovine, αναφορικά με το λάθος του Μπεργκσόν. Αυτή τη φορά έγραψε: Είναι λυπηρό το ότι ο Μπεργκσόν έπρεπε να είναι απόλυτα λανθασμένος και το σφάλμα του να ανήκει ξεκάθαρα στην φύση του υλικού κόσμου, μακριά από τις όποιες διαφορές μεταξύ των φιλοσοφικών σχολών. Αναφέρθηκε στο λάθος του Μπεργκσόν λεπτομερώς: Ο Μπεργκσόν ξεχνά ότι η ταυτοχρονία, δύο γεγονότων τα οποία επηρεάζουν μία και την αυτή οντότητα, είναι κάτι το απόλυτο, ανεξαρτήτως του επιλεγμένου συστήματος. Ο διευθυντής της έγκριτης Φιλοσοφικής Επιθεώρησης, δεν δίστασε να δημοσιεύσει την απάντηση του Αϊνστάιν.

Η επιστολή που έστειλε ο Αϊνστάιν στον Metz υποστηρίζοντας ότι το λάθος του Μπεργκσόν οφειλόταν σε παρανόηση της φυσικής δεν ήταν το μόνο που στάλθηκε ούτε το μόνο που δημοσιεύθηκε στη συνέχεια. Τουλάχιστον ένα ακόμη παρελήφθη από τον Miguel Masriera Rubio, καθηγητή φυσικοχημείας στην Βαρκελώνη. Ο Masriera Rubio συντάχθηκε με τους υποστηρικτές του Αϊνστάιν και τους πολέμιους του Μπεργκσόν στον Ισπανόφωνο κόσμο. Με άρθρα που δημοσιεύθηκαν στην υψηλού κύρους εφημερίδα Vanguardia μετέφερε την αντιπαράθεση στο κοινό. Το παράδειγμα του Metz, ακολούθησε ο Masriera Rubio αποφασίζοντας να δημοσιεύσει μια επιστολή του Αϊνστάιν η οποία περιείχε την ακόλουθη καταδικαστική φράση: Εν ολίγοις, ο Μπεργκσόν ξεχνά ότι οι χωροχρονικές συμπτώσεις έχουν απόλυτο χαρακτήρα, σύμφωνα με την Θεωρία της Σχετικότητος. Με αυτές τις δύο επιστολές και την διασπορά τους, ο Αϊνστάιν έβαλε τέλος στην διένεξη υπέρ του.

Διότι παρά τις επανειλημμένες ενστάσεις του Μπεργκσόν ότι δεχόταν ολοκληρωτικά την φυσική της Σχετικότητος και ασκούσε μόνο φιλοσοφία, ο Αϊνστάιν επέμενε (μέσω των Metz, Masriera Rubio και άλλων) στην ανεπάρκεια του Μπεργκσόν για την φυσική. Ο Μπεργκσόν υπέθεσε ότι ο Αϊνστάιν δεν τον είχε καταλάβει. Με επιστολή του προς τον Lorentz εξήγησε: Σε γενικές γραμμές οι φυσικοί της σχετικότητας με παρερμήνευσαν. Αυτοί, με την ευκαιρία, συχνά γνωρίζουν τις απόψεις μου μέσω ανακριβών ή και εντελώς λανθασμένων έμμεσων ακουσμάτων. Τέτοια είναι μάλλον και η περίπτωση του Αϊνστάιν, αν όλα όσα λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθή.

Η παρουσίαση των σημείων της αντιπαράθεσης με ορολογία της φυσικής, είχε δύο επιπτώσεις: πρώτον, αρνήθηκε στην Μπεργκσονική φιλοσοφία το δικαίωμα να ανεξαρτητοποιηθεί από την φυσική και δεύτερον, απέδωσε στους φυσικούς την ειδική αρμοδιότητα αναφορικά με τα ζητήματα αυτά.

Η διένεξη μεταξύ Μπεργκσόν και Αϊνστάιν, θα μπορούσε να συνοψισθεί σε διαφωνία σχετικά με το πως κάποιος όφειλε να χειρισθεί μια διαφωνία. Αυτή περιελάμβανε την ασυμφωνία στον προσδιορισμό του χρόνου όπως στο παράδειγμα με τους διδύμους καθώς και άλλα θέματα. Πως θα έπρεπε να αντιμετωπίσει κανείς μια διαφωνία; Ως φιλόσοφος ή ως φυσικός; Αυτά τα ερωτήματα σχετίζονταν με την Επιτροπή όπου αμφότεροι οι Μπεργκσόν και Αϊνστάιν δοκίμαζαν τις αντοχές τους επιδιώκοντας παράλληλα την ειρήνη.

Οι συζητήσεις περί χρόνου σχετίζονταν ιδιαιτέρως με την Επιτροπή για έναν ουσιαστικό λόγο. Είχε σχεδιασθεί στα πρότυπα προγενέστερων διεθνών φορέων οι οποίοι είχαν συσταθεί για επιστήμες παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως γεωδαισία, μετεωρολογία, βιομηχανίες παγκόσμιας εμβέλειας όπως ηλεκτρική, τηλεγραφική, σιδηροδρομική και για τα παγκόσμια πρότυπα μέτρων και σταθμών όπως χρόνος, μήκος, βάρος και μονάδες μέτρησης. Στις συναθροίσεις τους, φυσικοί, αστρονόμοι ακόμη και μηχανικοί επικύρωναν φιλοσοφικές μελέτες με διεθνείς όρους για την φύση της επιστήμης, την κοινή συναίνεση και την αλήθεια.

Jules Henri Poincaré (29 Απριλίου 1854 – 17 Ιουλίου 1912) Γάλλος μαθηματικός, θεωρητικός φυσικός, μηχανικός και φιλόσοφος της επιστήμης.

Ο διάσημος επιστήμων Henri Poincaré, για παράδειγμα, ανέπτυξε την φιλοσοφική θεωρία του [Συμβατισμού ή Κονβενσιοναλισμού (Conventionalism)] στο πλαίσιο των διεθνών συζητήσεων σχετικά με την προτυποποίηση του χρόνου και μήκους. Η στάση του ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη αυτής του Αϊνστάιν, ο οποίος ποτέ δεν εργαζόταν εν μέσω παρατεταμένων και επίπονων διαπραγματεύσεων, αναγκαίων για την επίτευξη κάποιας σχετικής συμφωνίας. Ίσως ο Μπεργκσόν να ήταν απαισιόδοξος. Αυτός, άλλωστε, είχε δει τη Γαλλία, την Γερμανία, και τη Βρετανία να συμμετέχουν σε μια επονείδιστη συζήτηση σχετικά με το ποιανής ο χρόνος και οι μέθοδοι διατήρησής του, θα επικρατούσε. Δεν θα έπρεπε τα δίδυμα, του περίφημου παράδοξου, να κάνουν το ίδιο, προκειμένου να ζήσουν μαζί στη γη, ειρηνικά;

Το πείραμα CIC (International Commission for Intellectual Cooperation of the League of Nations=Διεθνής Επιτροπή για την Πνευματική Συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών)

Τον Ιούλιο του 1924, η αντιπαράθεση μεταξύ Αϊνστάιν, Metz και Μπεργκσόν παρουσιάστηκε από την Φιλοσοφική Επιθεώρηση. Εκείνο το καλοκαίρι είχε χρωματιστεί από μια εξίσου λυπηρή διένεξη στους κόλπους της Επιτροπής. Πόσο φρόνιμο ήταν το αίτημα επιστροφής του Αϊνστάιν την ώρα που είχαν ήδη δημοσιευθεί τα προσβλητικά σχόλια του προς την Κοινωνία των Εθνών; Το ζήτημα της επανένταξης του Αϊνστάιν στην Επιτροπή ανέκυψε μερικώς από την πίεση των Βρετανών, οι οποίοι αναζητούσαν όφελος από τον διπλωματικό απομονωτισμό που προκάλεσε η κατοχή της κοιλάδας του Ρούρ από την Γαλλία και η ταυτόχρονη υποτίμηση του Γαλλικού φράγκου.

George Gilbert Aimé Murray (2 Ιανουαρίου 1866 – 20 Μαΐου 1957)

Ο Gilbert Murray (μέλος της CIC, μελετητής της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας και υπερασπιστής της παγκόσμιας ειρήνης) φοβόταν ότι χωρίς τον Αϊνστάιν αυτή η Επιτροπή, όπως και όλοι οι οργανισμοί της Κοινωνίας των Εθνών, κινδύνευε από την υπερεκπροσώπηση του λατινικού στοιχείου … Σε μια επιστολή με την ένδειξη εμπιστευτικό, έκανε έκκληση μέσω μιας προσεκτικά διατυπωμένης δήλωσης για την αντιμετώπιση των δημόσιων επικρίσεων: Δεν πρόκειται για ανακολουθία. Παραιτηθήκατε σε ένδειξη διαμαρτυρίας μετά την εισβολή στο Ρουρ (Μάρτιος, 1923) και της επακόλουθης δηλητηρίασης των σχέσεων Γαλλίας – Γερμανίας και η επιστροφή σας στην Επιτροπή, θα σηματοδοτήσει την αρχή της επαναπροσέγγισης για την οποία όλοι αδημονούμε.  Ο Αϊνστάιν αποδέχθηκε το αίτημα υιοθετώντας την επίσημη ερμηνεία για την στάση του.

Σε όφελος της συνάντησης (25 Ιουλίου 1924) ο Μπεργκσόν τον υποδέχθηκε με ένα κολακευτικό αφιέρωμα, αλλά κατά τη διάρκεια του διαλείμματος της συνεδρίασης, οι διαφορές τους έγιναν και πάλι εμφανείς. Ο φιλόσοφος Isaak Benrubi, ο οποίος αποφάσισε να παραστεί στη συνεδρίαση της CIC στη Γενεύη μόνον εφόσον έμαθε ότι θα παρευρίσκονταν τόσο ο Αϊνστάιν όσο και ο Μπεργκσόν, πλησίασε τον Αϊνστάιν για να τον ρωτήσει τι σκεφτόταν για το έργο Διάρκεια και Ταυτοχρονισμός. Ο Αϊνστάιν επανέλαβε την γνωστή του θέση ότι, ο Μπεργκσόν δεν είχε αντιληφθεί την φυσική της Σχετικότητας και ότι είχε κάνει λάθος. Ερωτηθείς αν θα συνεχίσει να διαπληκτίζεται με τον Μπεργκσόν, ο Αϊνστάιν απάντησε: Όχι, δεν σκοπεύω να το κάνω, εκτός αν ο ίδιος ο Μπεργκσόν προκαλέσει αντιπαράθεση. Αλλά αυτό δεν θα βοηθούσε κανέναν. Ο Αϊνστάιν ήταν διατεθειμένος να αφήσει στο παρελθόν την διένεξη: Με το πέρασμα του χρόνου θα μπορέσουμε να κρίνουμε πιο αντικειμενικά.

Αϊνστάιν και Μπεργκσόν δεν έμαθαν να συνεργάζονται στην Επιτροπή. Τα πάθη του παρελθόντος, αναζωπυρώθηκαν με την Γαλλική κυβέρνηση να προσφέρει στην Επιτροπή την επιλογή δημιουργίας ενός Διεθνούς Ινστιτούτου Πνευματικής Συνεργασίας στο Παρίσι. Ο Αϊνστάιν και άλλοι, εξέφρασαν την ανησυχία ότι η CIC ήταν στην πραγματικότητα Γαλλικής εθνικότητας και μόνο κατ’ επίφαση διεθνής. Ο Μπεργκσόν προσπάθησε να τον καθησυχάσει υποσχόμενος ότι το ινστιτούτο θα παρέμενε  ολοκληρωτικά και απαράβατα διεθνές. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε να απορρίψει την γενναιόδωρη προσφορά της κυβέρνησης. Όταν την αποδέχτηκε, ο Αϊνστάιν έγινε ακόμη πιο καχύποπτος αναφορικά με τον υφέρποντα εθνικιστικό χαρακτήρα της Επιτροπής. Δεν παρευρέθηκε στην επόμενη συνεδρίαση της, που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι αντί στη Γενεύη.

Ενώ ο Αϊνστάιν ήταν καχύποπτος σχετικά με τον διεθνισμό της Επιτροπής, άλλοι υποψιάζονταν τον ίδιο, ιδιαίτερα υπό το φως της διαρκώς αυξανόμενης ενεργής δράσης του ως σιωνιστής. Δεν είναι αντιφατικό, ρωτούσαν, ο Αϊνστάιν να αγωνίζεται για την εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ, ενώ διακηρύσσει υπέρ του διεθνισμού; Επί σειρά ετών ο Αϊνστάιν υποστήριζε ότι τα δύο αυτά εγχειρήματα δεν ήταν αντικρουόμενα: ο Σιωνισμός μου δεν αποκλείει κοσμοπολίτικες αντιλήψεις. Ο αντίλογος του Μπεργκσόν στον αντισημιτισμό και τον διογκούμενο φόβο του Ναζισμού, ήταν πολύ διαφορετικός από του Αϊνστάιν. Η εθνικότητά του παρέμεινε σταθερά Γαλλική. Ο Αϊνστάιν τον κάλεσε να συμμετέχει στην τελετή εγκαινίων του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ. Ο Μπεργκσόν αρνήθηκε τον Φεβρουάριο του 1925, λέγοντας ότι ήταν πολύ απασχολημένος και άλλαξε γρήγορα θέμα, επιστρέφοντας στην συμμετοχή του Αϊνστάιν στην Επιτροπή.

Τον Αύγουστο του 1925, ο Αϊνστάιν για μια ακόμη φορά επέκρινε την Επιτροπή για την διπλοπροσωπία της και ο Μπεργκσόν παραιτήθηκε επικαλούμενος ασθένεια. Η παραίτησή του από την Επιτροπή σημάδεψε το τέλος της ανάμειξής του με την πολιτική. Μετά την ημέρα εκείνη αποσύρθηκε ολοκληρωτικά από την δημόσια ζωή.  Η επιρροή της Γαλλικής διανόησης στις παγκόσμιες υποθέσεις μειώθηκε σε ευθεία αναλογία με την επιδείνωση της υγείας και την ελάττωση του κύρους που υπέστη ο βασικότερος υπέρμαχός της, Μπεργκσόν.

Το 1929 ο Paul Valéry κάλεσε τον Αϊνστάιν, με την ευκαιρία της διέλευσής του από το Παρίσι, να επισκεφθεί τον κλινήρη, βαριά άρρωστο και πρόσφατα χειρουργημένο Μπεργκσόν.  Λίγα χρόνια μετά, όταν ο ποιητής παρέλαβε αντίγραφο του τελευταίου βιβλίου του Μπεργκσόν La Pensée et le mouvant (Η Σκέψη και το Κινούν, 1934) η μακροσκελής υποσημείωση σχετικά με το μεγάλο ζήτημα της Σχετικότητος, κέντρισε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του.  Αναφερόμενος στις πρόσφατες προόδους της κβαντομηχανικής στις οποίες ως γνωστόν ο Αϊνστάιν εναντιώθηκε, ρωτούσε αν η μικροφυσική του σήμερα ήταν σε θέση να επηρεάσει κάποιες από τις αντιλήψεις του. Ίσως μόνον έναν ποιητής μπορούσε να ελπίζει είτε σε συμφιλίωση είτε στην επιστροφή του Μπεργκσονισμού.

Τηλεγράφημα του Μπεργκσόν προς τον ακαδημαϊκό Gilbert Murray, διάδοχό του στην προεδρία της Επιτροπής, με το οποίο τον ευχαριστεί και τον συγχαίρει για την προσπάθειά του.

Ο Μπεργκσόν αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην συγγραφή του ύστατου έργου του που περιελάμβανε το βιβλίο Les Deux sources de la morale et de la religion (Οι δυο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, 1932) του οποίου το απαισιόδοξο ύφος οφειλόταν στον πόλεμο, ενώ σε ότι αφορούσε στην ειρήνη και την συνεργασία ήταν επηρεασμένο από την προσωπική του εμπειρία στην Επιτροπή. Η αποτυχία της Κοινωνίας των Εθνών, δεν ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της αλλά της απουσίας ενός μέσου επιβολής, όπως πολλοί πίστευαν: Ακόμη και αν η Κοινωνία των Εθνών ήταν εξοπλισμένη επαρκώς σε αρμονία με τις επιδιώξεις της…θα συγκρουόταν με το βαθύ πολεμικό ορμέμφυτο που καλύπτει τον πολιτισμό. Οι δυσκολίες της γρήγορα έγιναν πολύ μεγαλύτερες. Ο Αϊνστάιν δεν αύξησε την συμμετοχή του ακολουθώντας μόνο τρείς συναντήσεις από το 1926 έως το 1930. Η ορμή της Επιτροπής ανακόπηκε και η τελευταία συνεδρία της έγινε τον Ιούλιο του 1939.

Οι ελπίδες των Μπεργκσόν και Αϊνστάιν για την Επιτροπή έσβησαν μαζί με την αντιπαράθεσή τους. Ξέφτισε τόσο άμεσα, όσο προφανείς ήταν και οι διαθέσιμες λύσεις. Λίγες ημέρες πριν την τελευταία συνάντηση, ο Gilbert Murray έγραψε στον Αϊνστάιν σε μια απέλπιδα προσπάθεια για την επίλυση των προβλημάτων της Επιτροπής: Η καλύτερη λύση για όλες τις δυσκολίες είναι προφανής! Θα πρέπει να παραμείνετε μαζί μας, αλλά ίσως αυτό είναι πάρα πολύ για να το ελπίζουμε. Τα επόμενα χρόνια οι συντελεστές της αντιπαράθεσης υπέστησαν τις επιπτώσεις της πολιτικής κατάστασης που χειροτέρευε. Περί το 1933 ο Αϊνστάιν μετακόμισε στο Πρίνστον, εγκαταλείποντας την φιλειρηνιστική του δράση. Σε διάστημα λιγότερο του ενός μηνός από την τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής, είχε αρχίσει να υποστηρίζει την έρευνα για την ατομική βόμβα.

Το σπίτι του Metz ερευνήθηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι απέσπασαν την αλληλογραφία του με τον Αϊνστάιν καθώς και τα υπόλοιπα υπάρχοντά του. Μετανάστευσε στο Λονδίνο συμπράττοντας με το κίνημα αντίστασης του Charles de Gaulle, Ελευθερώστε την Γαλλία. Με  την ανάρρηση του Φράνκο στην εξουσία ο Masriera Rubio, επίσης εξορίστηκε.

Η αντίδραση του Μπεργκσόν στον Ναζισμό ήταν πολύ διαφορετική. Μετά την πτώση της Γαλλίας από την Ναζιστική Γερμανία τον Ιούνιο του 1940, δεν αξίωσε ειδική μεταχείριση από την Γερμανική ή την Γαλλική κυβέρνηση στο Βισύ. Αποκηρύσσοντας κάθε προνόμιο, αποφάσισε να περιμένει την σειρά του στην ουρά, ώστε να απογραφεί με τους υπόλοιπους Γάλλους Εβραϊκής καταγωγής, κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες του Δεκεμβρίου. Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1940.

Έχω πολλούς φίλους, η επιτυχία μου ωστόσο μου δημιούργησε μερικούς θανάσιμους εχθρούς […]  θα αγωνισθούν πιθανώς με μανία ενάντια στη μνήμη μου, μετά τον θάνατό μου.  – διαθήκη του Μπεργκσόν, Φεβρουάριος 1937

Η ποίηση ανάμεσα στην φυσική και την φιλοσοφία

Στον Μπεργκσόν απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 1927, μια διάκριση την οποία ο ίδιος θεώρησε ως ένδειξη συμπάθειας προς την Γαλλία και όχι αναγνώρισης του έργου του: Αναγνωρίζω ακόμη περισσότερο την αξία (του βραβείου) και παρομοίως συγκινούμαι από αυτήν, όταν αναλογίζομαι ότι μια τέτοια τιμητική διάκριση για έναν Γάλλο συγγραφέα, θα μπορούσε να  θεωρηθεί ως ένδειξη συμπαράστασης προς την Γαλλία. Ο Μπεργκσόν δεν είχε γράψει  ποτέ λογοτεχνία. Αυτή η φαινομενικά μικρή λεπτομέρεια δεν στάθηκε ικανή να του στερήσει το βραβείο. Οι οργανωτές προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, επιδεικνύοντας προς αυτόν συμπεριφορά που θα άρμοζε σε λογοτέχνη-συγγραφέα και ποιητή. Κατά την διάρκεια της τελετής, η συνεισφορά του Μπεργκσόν παρουσιάστηκε στα πλαίσια της αισθητικής και της φιλολογίας: Με το πρόσφατο διανοητικό του αποκύημα Η Δημιουργός Εξέλιξη, ο λόγιος διδάσκαλος, συνθέτει με μαεστρία σε ένα ποίημα εντυπωσιακού μεγαλείου, την μεγάλης εμβέλειας κοσμογονική του θεώρηση, με απαράμιλλη δύναμη δίχως ίχνος άμβλυνσης της αυτούσιας επιστημονικής ορολογίας…αποπνέει την υψηλή αισθητική του στον καθένα…το ποίημα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί ένα είδος θεατρικού δρώμενου.

Το 1949 η Βιβλιοθήκη Ζώντων Φιλοσόφων (Library of Living Philosophers) αφιέρωσε μια σειρά βιβλίων στον Αϊνστάιν με τον υπότιτλο Φιλόσοφος-Επιστήμων (Series 7: Albert Einstein, Philosopher – Scientist) εδραιώνοντας νέους δεσμούς μεταξύ επιστήμης, φυσικής και φιλοσοφίας. Αν τα πολιτικά γεγονότα των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα είχαν συνωμοτήσει έτσι ώστε να εξελιχθεί ο Μπεργκσόν σε ποιητή – φιλόσοφο, κατά τα μέσα του αιώνα ο Αϊνστάιν είχε μεταμορφωθεί σε φυσικό – φιλόσοφο.

Βιβλιογραφία – πηγές

Bergson, Τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης (εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Κ. Παπαγιώργη)

Deleuze Gilles, Ο Μπεργκσονισμός (scripta)

Bergson, Η δημιουργική εξέλιξη (Πόλις)

-Einstein, Bergson, and the Experiment that Failed: Intellectual Cooperation at the League of Nations – Jimena Canales – Διαθέσιμη από την Κοινότητα του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ

Digital Access to Scholarship at Harvard DOI:10.1353/mln.2006.0005

-Ελήφθη υπόψη η διδακτορική διατριβή του κου Δημήτριου Αθανασάκη με τίτλο: «Συμβολή της φιλοσοφίας στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών: η φιλοσοφία του H. Bergson και η έννοια του χρόνου: εφαρμογές στη διδασκαλία της φυσικής». Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Διαθέσιμη ηλεκτρονικά από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και το Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών DOI 10.12681/eadd/20156



Περικλής Δημ. Λιβάς (2015). Albert Einstein-Henri Bergson, The Debate
Αϊνστάιν-Μπερξόν, η διαμάχη Chilon

2 Comments Add yours

  1. Ο/Η bert0001 λέει:

    this is a very enlightening article. It is too long to G-translate and read at once, but I will come back to read it in bits and pieces. Great !!!

    Μου αρέσει!

    1. Ο/Η Xείλων λέει:

      We thank you for your interest. Sorry for the delay responding to your comment.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s