Λόγος περί πίστεως

στις

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

 μηνιατης

Ἠλίας Μηνιάτης,
Ἐπίσκοπος Κερνίτζης καὶ Καλαβρύτων
Συνοπτική βιογραφία

Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης (Ληξούρι 1669 – Πάτρα 1714) ἦταν ὁ σημαντικότερος ἐκκλησιαστικὸς ρήτορας τῆς Τουρκοκρατίας καὶ διατέλεσε ἐπίσκοπος Κερνίκης (ἢ Κερνίτζης ἢ Κερνίτσης) καὶ Καλαβρύτων κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη της ζωῆς του.

Γεννήθηκε στὸ Ληξούρι Κεφαλληνίας τὸ ἔτος 1669. Γονεῖς του ἦσαν ὁ ἱερέας Φραγκίσκος Μηνιάτης καὶ ἡ Μορεζίνα Περιστιάνου. Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ διδάχτηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του, ποὺ ἦταν πρωτοπαπᾶς στὸ Ληξούρι. Τὸ 1681 καὶ πάλι ὁ πατέρας του τὸν πῆγε στὴ Βενετία καὶ τὸν ἔγραψε στὸ Φλαγγινιανὸ Φροντιστήριο, ὅπου ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη σπούδασε ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλολογία καὶ μαθηματικά, καθὼς ἐπίσης λατινικὰ καὶ φιλοσοφία.

Ἐκεῖ φοίτησε κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ Μελετίου Τυπάλδου, ἱεροκήρυκα καὶ δασκάλου τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητας τῆς Βενετίας. Ὅταν ὁ Μελέτιος Τυπάλδος ἔγινε μητροπολίτης Φιλαδελφείας, ὁ Μηνιάτης ἔγινε γραμματέας του καὶ τὴν ἴδια χρονιὰ ἔγινε διάκονος καὶ ἱεροκήρυκας στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Βενετίας. Παράλληλα δίδαξε στὴ Φλαγγίνειο Σχολὴ ἀπὸ τὸ 1688 ὡς τὸ 1690, καθὼς καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1698-1699.

S_Giorgio_il_sue_Collegio_de_Study_Venice.jpeg
Φλαγγίνειος Σχολὴ (wikiwand)

Στὸ διάστημα 1691-1698 ἔζησε καὶ δίδαξε στὴν Κεφαλλονιά, τὴν Ζάκυνθο καὶ τὴν Κέρκυρα ὡς διδάσκαλος τῆς φιλοσοφίας καὶ ὡς ἱεροκήρυκας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ σύντομη παραμονή του στὴν Βενετία (1698-1699), διέμεινε ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη στὴν Κωνσταντινούπολη (1699-1707), ὅπου ἐπὶ Πατριάρχου Γαβριήλ, ἔγινε καθηγητὴς τῆς πατριαρχικῆς σχολῆς καὶ ἱεροκήρυκας τῶν πατριαρχείων, μὲ ἀπονομὴ εἰδικοῦ τίτλου σὲ πατριαρχικὸ σιγίλλιο. Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Πόλη, ἐπέστρεψε στὴν Κεφαλονιά, ἀλλὰ τελικῶς ἐγκατεστάθη στὴν Κέρκυρα.

Τὸ 1710 ἐξελέγη ἐπίσκοπος Κερνίτζης καὶ Καλαβρύτων καὶ χειροτονήθηκε τὸ 1711. Ὅμως, ἀπεβίωσε μόλις τρία ἔτη ἀργότερα, τὴν 1η Αὐγούστου 1714 στὴν Πάτρα σὲ ἡλικία μόλις 45 ἐτῶν. Παρὰ τὴν εὐρύτερη ἀποδοχὴ τοῦ προσώπου του ὡς ἐντίμου κληρικοῦ, τὴν ἄριστη φήμη του ὡς ρήτορος, ὁ Ἠλίας Μηνιάτης δὲν ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὴν ἐπισκοπή του, γιὰ τὸν λόγο ὅτι εἶχε σπουδάσει στὴν Βενετία. Μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ λείψανό του ἐνταφιάστηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Μηνιατῶν στὸ Ληξούρι.

agios-nikolaos-miniaton-lixouri-06.jpg
Ο Άγιος Νικόλαος των Μηνιατών στο Ληξούρι. Στην αυλή της εκκλησίας το άγαλμα του Ηλία Μηνιάτη (σύνδεσμος)

Τὸ κατεξοχὴν ἔργο τοῦ Μηνιάτη ἦταν τὸ κήρυγμα, καὶ μάλιστα σὲ ἁπλὴ γλώσσα, ὅπως εἶχε καθιερωθεῖ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ἔτσι ὥστε ἡ διδασκαλία νὰ εἶναι κατανοητὴ στὸν λαό. Ὁ Μηνιάτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὴν μαθητεία του στὴν Ἰταλία καὶ ἀκολούθησε στὸ ἔργο του τὴν παράδοση τῆς περίτεχνης ῥητορικῆς ἐπεξεργασίας τοῦ λόγου.

Τὰ ἔργα τοῦ Ἠλία Μηνιάτη τυπώθηκαν μετὰ τὸ θάνατό του.

Τὸ 1716 ἐξεδόθη στὴν Βενετία τὸ ἔργο του μὲ τίτλο «Διδαχαὶ εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην Τεσσαρακοστὴν καὶ εἰς τὰς Κυριακὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ ἐπισήμους ἑορτὰς μετά τινων πανηγυρικῶν λόγων» μὲ ἐπιμέλεια τοῦ πατέρα του· ἀκολούθησαν 23 ἐκδόσεις τῶν Διδαχῶν μέχρι τὸ 1900, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει τὴν δημοτικότητα τοῦ ἔργου του στὸ ἀναγνωστικὸ κοινό. Ὄντως, τὸ βιβλίο αὐτὸ ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ δημοφιλέστερα λαϊκὰ ἀναγνώσματα τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰ.

Τὸ 1718 μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ πατέρα του ἐκδόθηκε ἡ «Πέτρα σκανδάλου», ἔργο ἱστορικὸ-δογματικό, ποὺ ἀναφέρεται στὸ σχίσμα Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἔργο αὐτὸ κίνησε τὸ διεθνὲς ἐνδιαφέρον τῆς ἐποχῆςἐκείνης καὶ μεταφράστηκε στὰ λατινικὰ (1752), στὰ ἀραβικὰ (1721) καὶ στὰ ρωσικὰ (1754), συζητήθηκε ἐπίσης καὶ σχολιάστηκε πολύ. 

Τὴν διατριβὴ αὐτὴ συνέγραψε ὁ μακαριστὸς συγγραφέας παρακινηθεὶς ἀπὸ κἄποιον ἄρχοντα (ἄγνωστο σ᾿ ἐμᾶς), ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἐπιστολὴ τοῦ πατέρα του, παπα-Φραγκίσκου Μηνιάτη, «θείῳ ζήλῳ κινηθεὶς παρά τινος ὀρθοδοξοτάτου αὐθέντου προσταχθεὶς» καὶ ὅπως καταγράφει καὶ ὁ ἴδιος στὸ πρῶτο μέρος τῆς διατριβῆς αὐτῆς «Ἐζήτησαν παρ᾿ ἐμοῦ, ἄρχων ἐνδοξώτατε καὶ εὐσεβέστατε νὰ μάθουν καταλιπῶς τί εἶναι ἐκεῖνο ὅπου χωρίζει τὰς δύο Ἐκκλησίας».

Ἔτσι, στὸ μὲν Α´ Βιβλίο (μέρος) τῆς διατριβῆς αὐτῆς ἀναφέρονται τὰ αἴτια καὶ γεγονότα τοῦ Σχίσματος τῶν Δυτικῶν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στὸ Β´ Βιβλίο, ἀνασκευάζονται βάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Ἱερῶν Κανόνων καὶ Ἁγιοπατερικῶν συγγραμμάτων οἱ πέντε βασικὲς διαφορὲς ποὺ χωρίζουν τοὺς Παπικοὺς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία.

Τιμῶντες τὴν ἐπέτειο τῶν τριακοσίων σαράντα ἐτῶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ ρήτορα Ἠλία Μηνιάτη, προβαίνουμε στὴν νέα ἔκδοση τοῦ ἔργου «Πέτρα Σκανδάλου» μὲ ἠλεκτρονικὴ στοιχειοθεσία. (βλ. διαδικτυακή αναφορά)

Ν.Μ.

διαδικτυακή αναφορά

Λόγος περί πίστεως 

Μέρος δεύτερο

Η πίστη είναι κανόνας της ζωής· όπως ακριβώς πιστεύουμε, έτσι πρέπει και να ζούμε. Γιατί αν υποτεθεί ότι η ζωή μας δεν συμφωνεί με την πίστη μας, τότε η πίστη είναι νεκρή και δεν ωφελεί σε τίποτε. «Τι το όφελος, αδελφοί μου (λέγει ο θείος Ιάκωβος ο αδελφόθεος), εάν πίστιν τις λέγει εχειν, εργα δε μη εχη; μη δύναται η πίστις σώσαι αυτόν; ώσπερ γαρ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν εστι, ούτω και η πίστις χωρίς έργων νεκρά έστι».

Και ο Ιερός Χρυσόστομος εξηγώντας εκείνο το ρητό του Χριστού «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου», λέγει: «Βούλεται ενταύθα δείξαι ότι η πίστις ουδέν ισχύει χωρίς των έργων». Θέλει δηλαδή να πει ότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι ένα λείψανο πίστεως. Δεν ενεργεί σε τίποτε.

Και ο άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι χριστιανός, αλλά δεν ζει σαν χριστιανός, ας μη ελπίζει σε σωτηρία. Για να σωθεί χρειάζεται και η αληθινή πίστη και η σωστή ζωή. Μ’ αυτά τα δύο μπορεί να σωθεί. Μ’ αυτές τις δύο φτερούγες μπορεί να πετάξει για τον Παράδεισο.

Μέχρι τώρα είδαμε ποια είναι η πίστη των χριστιανών. Ας δούμε τώρα ποια είναι η ζωή των χριστιανών.

Η πίστη των ως προς την αρχή της, την αύξησή της και τη στερέωσή της είναι όλη θεία. Στη διδασκαλία είναι η μοναδική αλήθεια. Στο νόμο είναι γεμάτη αγιότητα.

Μα ποιά να είναι τάχα η ζωή των χριστιανών;

Των χριστιανών αυτού, του δικού μας καιρού; Ποιά είναι; Εδώ δεν φθάνουν λόγια για να την περιγράψουμε. Εδώ χρειάζονται δάκρυα για να την κλάψουμε.

Ξέρουμε πολύ καλά τι σήμαινε εκείνη η εικόνα που είδε στον ύπνο του ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσωρ. Την έννοια και την εξήγηση μας τη δίδει η ίδια η Αγία Γραφή.

Πλην όμως ταιριάζει και στη δική μας υπόθεση. Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από καθαρό χρυσάφι. Είχε τα χέρια και το στήθος ασημένια· την κοιλιά και τους μηρούς χάλκινα· τα πόδια κατά το ένα μέρος σιδερένια, κατά το άλλο μέρος πήλινα. Λέγει ο προφήτης Δανιήλ: «Εθεώρεις, βασιλεύ, και ιδού εικών, ης η κεφαλή χρυσίον· αι χείρες και το στήθος και οι βραχίονες αυτής αργυροί· η κοιλία και οι μηροί χαλκοί· οι πόδες μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».

Αυτά, πιστέψτε με, είναι η αληθινή εικόνα της πολιτείας και της ζωής των χριστιανών.

Η εικόνα εκείνη είχε την κεφαλή από χρυσάφι καθαρό. Και η ζωή των χριστιανών, στους πρώτους χρόνους του χριστιανισμού είχε την αρχή από χρυσάφι καθαρό στην αρετή και την αγιότητα.

Οι αρχιερείς, οι ιερείς, οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι, οι μοναχοί, όλοι γενικώς οι ιερωμένοι ήσαν καθαρό χρυσάφι στην ενάρετη πολιτεία και στο παράδειγμα. Ήσαν χρυσάφι καθαρό στη διδασκαλία και στα ήθη. Χρυσάφι καθαρό στο σώμα και τη ψυχή. Ήσαν όλοι χρυσοί, έλαμπαν σε όλα τους τα έργα, σαν αληθινό φως, καθώς το παρήγγειλε ο Χριστός· «υμείς εστε το φως του κόσμου».

Αλλά και οι λαϊκοί ήσαν ωσαύτως χρυσάφι καθαρό στη ζωή τους. Οι άνδρες, χρυσάφι καθαρό στην καλοσύνη. Οι γυναίκες, χρυσάφι καθαρό στη σωφροσύνη. Οι γέροντες χρυσάφι καθαρό στη φρονιμάδα, οι νέοι στην παρθενία, τα παιδιά στην αθωότητα.

Οι χριστιανοί ήσαν όλοι χρυσοί στο νου τους. Δεν μελετούσαν άλλο τίποτα παρά τα πνευματικά και τα ουράνια. Ήσαν όλοι χρυσοί στη γλώσσα τους. Δεν κατέκριναν με αργολογίες τον πλησίον, υμνολογούσαν με προσευχές τον Θεό. Ήσαν όλοι χρυσοί στα χέρια τους. Δεν άρπαζαν από φιλαργυρία τα ξένα πράγματα, αντιθέτως χάριζαν σε ελεημοσύνες τα δικά τους. Ήσαν όλοι χρυσοί στην καρδιά. Δεν αγαπούσαν παρά μόνο τον Θεό και τον πλησίον. Ήσαν πάντα έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους σε μαρτύριο για την αγάπη του Θεού, για την αγάπη του πλησίον. Ήσαν όλοι μια καρδιά και μια ψυχή. Κεφαλή από καθαρό χρυσάφι, χριστιανοί ενάρετοι, άγιοι, αληθινοί χριστιανοί.

Κατόπιν επακολούθησε το ασημένιο στήθος, κατέβηκε η αξία. Και το ασήμι πολύτιμο είναι, μα όχι σαν το καθαρό χρυσάφι. Με τον καιρό ψυχράνθηκε εκείνη η θερμή ζέση της πίστεως, μίκρυνε η αρετή. Η ζωή των χριστιανών ήταν καλή, αλλ’ όχι σαν εκείνη των πρώτων.

Εν συνεχεία ήλθε η χάλκινη κοιλιά. Δηλαδή προς το χειρότερο. Ήλθε ένας τρόπος ζωής πολύ κατώτερος κι απ’ τον πρώτο κι απ’ το δεύτερο. Ήλθαν κάποια ήθη σκληρά και δύσκολα. Όμως αν και το χάλκωμα δεν έχει αξία σαν το χρυσάφι η σαν το ασήμι, όμως αξίζει κάτι τι. Αν και οι χριστιανοί δεν ήσαν σαν τους πρώτους η τους δεύ¬τερους, μ’ όλον τούτο δεν ήσαν και εντελώς αχρείοι. Μπορεί να μη ήσαν τέλειοι, αλλά δεν ήσαν και τιποτένιοι. Ανάμεσα στις πολλές κακίες ευρίσκονταν και από καμιά αρετή. Κοιλιά χάλκινη, το λοιπόν.

Όμως, τέλος πάντων, σ’ αυτούς τους δυστυχισμένους τωρινούς καιρούς, εμείς φθάσαμε στα κατώτερα μέρη της εικόνας, στα πόδια. Ένα μέρος σιδερένια, ένα μέρος πήλινα. «Μέρος μεν τι σιδηρούν, μέρος δε τι οστράκινον».

Που θέλει να πει: Ήλθαμε σε μια άθλια κατάσταση, που δεν μπορούμε πια να καταντήσουμε ούτε κατώτεροι, ούτε χειρότεροι. Μέρος είμαστε σίδηρος και μέρος πηλός.

Σίδηρος, χωρίς λάμψη αρετής, σκουριασμένοι απ’ την αμάθεια, σκληροί απ’ την αμαρτία. Πηλός τα ήθη μας, σπιλωμένα, άτιμα, τιποτένια. Η κακία μας έφθασε στο έπακρον. Η πίστη μας είναι χριστιανική, μα η ζωή μας ειδωλολατρική.

Θα προσπαθήσω να το δείτε με τα μάτια σας.

Κάποτε, ένα μεσημέρι, ο Διογένης άναψε το φανάρι του και περπατούσε μέσα στην αγορά της Αθήνας, σαν να ζητούσε κάτι. Αυτοί που τον έβλεπαν, γελούσαν και τον ρωτούσαν: «Τί ζητείς, Διογένη, τί ψάχνεις;» «Άνθρωπο ζητώ, για άνθρωπο ψάχνω» αποκρινόταν εκείνος. «Μα πως; Δεν βλέπεις τόσους ανθρώπους; Δεν συναντάς τόσους ανθρώπους; Η αγορά είναι γεμάτη και συ ζητείς ανάμεσα τους άνθρωπο;» – «Ναι, για άνθρωπο ψάχνω, άνθρωπον ζητώ».

Αλλά τί είδους άνθρωπο ψάχνει να βρει ο Διογένης;

Οι άνθρωποι είναι δύο λογιών: Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν μονάχα μορφή και θωριά άνθρωπου. Αυτοί είναι άνθρωποι εξωτερικά, φαινομενικά. Τέτοια είναι και τα λείψανα και τα αγάλματα και τα είδωλα των ανθρώπων. Εσωτερικά όμως δεν έχουν καμιά χρησιμότητα. Μάλιστα είναι σαν τα άλογα ζώα και στα πάθη και στην αχρειότητα. Τέτοιους ο Διογένης έβλεπε πολλούς, αλλά απ’ αυτούς δεν ήθελε κανένα.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που εκτός της ανθρώπινης μορφής και θωριάς, έχουν και ανθρώπινη φρόνηση και αρετή. Και μέσα και έξω είναι κατά πάντα λογικοί, φρόνιμοι, ενάρετοι, στ’ αλήθεια άνθρωποι.

Έναν απ’ αυτούς ζητεί ο Διογένης, μέσα στην πολυάνθρωπη πόλη της Αθήνας και δεν τον βρίσκει. «Ζητώ άνθρωπο, ζητώ άνθρωπο» !

Diogenes_looking_for_a_man_-_attributed_to_JHW_Tischbein.jpg
Από το λήμμα Διογένης ο Κυνικός (wikiwand)

Μου κακοφαίνεται να κάμω συγκρίσεις, μα πρέπει να πω την αλήθεια.

Σε μια εποχή, που η Ορθοδοξία λάμπει σαν να είναι μεσημέρι, ανάβω και εγώ το λυχνάρι του ευαγγελικού κηρύγματος και έρχομαι σε μια εκκλησία γεμάτη χριστιανούς και ζητώ χριστιανό. Ζητώ χριστιανό. Μα πώς; Αυτοί όλοι που βλέπω εδώ και άλλου, σε πόλεις και σε κάστρα, σε επαρχίες και σε βασίλεια, στο περισσότερο μέρος της οικουμένης, δεν είναι χριστιανοί;

Οι χριστιανοί είναι δύο ειδών:

Είναι αυτοί που έχουν το όνομα μόνον του χριστιανού· χριστιανοί εξωτερικά και φαινομενικά έχουν «μόρφωσιν ευσεβείας» όπως λέγει ό Απόστολος Παύλος, μα εσωτερικά δεν έχουν τα έργα ενός χριστιανού. Έχουν χριστιανική πίστη μα δεν έχουν χριστιανική ζωή. Μάλιστα έχουν μια ζωή εντελώς αντίθετη απ’ τη πίστη. «Έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ήρνημένοι». Απ’ αυτούς δεν ζητώ κανένα.

Είναι όμως και χριστιανοί, οι οποίοι εκτός του ονόματος έχουν και έργα. Μαζί με την πίστη έχουν και ζωή. Και εσωτερικά και εξωτερικά είναι πραγματικά ορθόδοξοι, αληθινοί χριστιανοί. Απ’ αυτούς ζητώ να βρω έστω και ένα σε μια πολυάνθρωπη χριστιανική πόλη και δεν βρίσκω.

Ζητώ χριστιανό!

Περπατώ από τόπο σε τόπο για να τον βρω. Τον αναζητώ στις αγορές, ανάμεσα στους άρχοντες. Και εδώ βλέπω μια υψηλόφρονα υπερηφάνεια. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στα παζάρια, ανάμεσα στους πραματευτάδες. Και εδώ βλέπω μια αχόρταγη φιλαργυρία. Δεν τον βρίσκω. Τον ζητώ στους δρόμους, μεταξύ της νεολαίας. Εδώ όμως βρίσκω μια μεγάλη ασωτεία. Δεν τον βρίσκω. Βγαίνω έξω από την πόλη. Τον αναζητώ ανάμεσα στους χωριάτες. Και εδώ βλέπω όλου του κόσμου τα ψέμματα. Δεν τον βρίσκω. Πάω κατά τη μεριά της θάλασσας. Τον αναζητώ ανάμεσα στους ναυτικούς. Κι’ εδώ ακούω τις πιο φοβερές βλαστήμιες. Δεν τον βρίσκω. Πηγαίνω κατά το στράτευμα. Τον ζητώ ανάμεσα στους στρατιώτες. Και εδώ βλέπω την τέλεια απώλεια. Δεν τον βρίσκω. Μπαίνω μέσα στα σπίτια. Τον αναζητώ ανάμεσα στις γυναίκες. Κι εδώ τι βλέπω; Βλέπω γυναίκες παντρεμένες, χωρισμένες απ’ τους άνδρες τους, να χαίρονται τη ζωή τους με μοιχείες. Βλέπω ανύπανδρες να ζουν με τις απολαβές της πορνείας. Βλέπω και τίμιες. Μ’ αυτές δεν σκέπτονται τίποτε άλλο παρά τα στολίδια και την ματαιότητα. Δεν βρίσκω έστω μια χριστιανή.

Σκόπευα ν’ ανέβω και πάνω στα παλάτια των μεγιστάνων και των εξουσιαστών, να δω και κει αν βρίσκεται κάνεις χριστιανός. Μα δεν τολμώ, φοβούμαι. Είναι η κολακεία που φυλάει και δεν αφήνει να μπει μέσα η αλήθεια.

Τέλος, έρχομαι στην Εκκλησία, μέσα στο θυσιαστήριο. Εδώ ελπίζω πως θα βρω τον χριστιανό που ζητώ. Ανάμεσα σε τόσους αρχιερείς και ιερείς, σε τόσους ιερωμένους και μοναχούς, οι οποίοι είναι το έθνος το άγιον, το βασίλειον ιεράτευμα, οι διάδοχοι των αποστόλων, οι έμψυχες εικόνες του Χριστού, θαρρώ πως θα βρω τον χριστιανό. Μάλιστα θα βρω ένα άγιο, ένα ασκητή, ένα θαυματουργό, ένα διδάσκαλο, ένα Ιωάννη Χρυσόστομο ή ένα μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας.

Ζητώ, εξετάζω, σκέπτομαι. Μα αλλοίμονο, τί βλέπω; Εδώ βλέπω ανθρώπους που στην έπαρση είναι Εωσφόροι, στη φιλαργυρία Ιουδαίοι, στα σαρκικά Επίκουροι, στην αμάθεια ζώα, στην πονηρία δαίμονες. Δεν βρίσκω ούτε άγιο, ούτε ασκητή, ούτε θαυματουργό, ούτε διδάσκαλο. Δεν βρίσκω τον χριστιανό που ζητώ.

Μα, Πατέρες άγιοι, αγαπητοί αδελφοί! Αυτό το αγγελικό σχήμα το οποίο φορούμε, αυτά τα μακριά ρούχα που μας σκεπάζουν τί είναι;

Είναι ενδύματα φαρισαϊκά, υποκριτικά για να παραπλανούμε τους ανθρώπους; Αυτός ο θείος χαρακτήρας της ιεροσύνης που έχουμε, τί είναι; Εμπόριο για να κερδίζουμε χρήματα;

Μα αυτά τα Άχραντα Μυστήρια που επιτελούμε, τί είναι; Ή δεν τα ξέρουμε ή δεν τα πιστεύουμε. Ω, τι μεγάλη ντροπή για την πίστη μας! Ω, πόσο μεγάλη θα είναι η καταδίκη των χριστιανών!

Δεν σας το έλεγα εγώ πως καταντήσαμε στον έσχατο βαθμό της κακίας; Πως φθάσαμε στα πόδια της εικόνας, της οποίας το ένα μέρος είναι σιδερένιο και το άλλο μέρος πήλινο;

Δεν σας έλεγα εγώ πως ανάμεσα στους τόσους χριστιανούς αναζητώ και δεν βρίσκω τον αληθινό χριστιανό; «Πάντες εξέκλίναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός».

Όλοι, ιερωμένοι και λαϊκοί, άρχοντες και πτωχοί, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροντες, εξέκλιναν από την πίστη, αχρειώθηκαν στη ζωή. «Ουκ έστιν έως ενός», που να ζει όπως ακριβώς πιστεύει.

Χριστιανοί, σεις που το ακούτε, δεν κλαίτε; Αν δεν μπορείτε να κλάψετε από κατάνυξη, τουλάχιστον κλάψτε από ντροπή. Όσον αφορά σ’ εμένα ο πόνος της καρδιάς μου, δεν μ’ αφήνει να πω περισσότερα με τη γλώσσα μου.

Σιωπώ λοιπόν και τελειώνω με τούτο μόνο:

Χριστιανέ, όπως η πίστη σου είναι αληθινή και αγία, έτσι πρέπει να είναι και η ζωή σου. Αν η ζωή σου δεν είναι καλή και αγία, μη ελπίζεις ότι θα σωθείς. Πρέπει να ζεις όπως πιστεύεις και τότε ευχαρίστησε τον Θεό για τρία πράγματα:

Πρώτον, για το ότι είσαι χριστιανός και όχι άπιστος.

Δεύτερον, για το ότι είσαι χριστιανός Ορθόδοξος και όχι αιρετικός.

Και τρίτον, γιατί είσαι χριστιανός Ορθόδοξος, τόσον κατά την πίστη, όσον και κατά τη ζωή και όχι μόνον κατά την πίστη.

Τότε και μόνον τότε να ελπίζεις ότι θα σωθείς και ότι θα απολαύσεις την Βασιλεία των ουρανών.

(Αρχείο Δοσιθέου, Ηγουμένου Ι. Μ. Παναγίας Τατάρνης, Ορθόδοξος Πίστις και Ζωή).

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Διαδικτυακή αναφορά

https://www.vatopedi.gr/theologia/logos-peri-pisteos-ilia-miniati-1669-1714-episkopou-kernikis-ke-kalavriton-ii/

Εικόνα εξωφύλλου

Εις Άδου Κάθοδος

http://www.pemptousia.gr/2013/03/logos-peri-pisteos-ilia-miniati-1669-1714-epi-2/

 

 

Advertisements