Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

στις

Ἡ τῶν Ἑλλήνων φωνὴ πολλαχῇ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διέσπαρται καὶ συχναῖς ἐγκαταμέμικται. Καὶ κλέος μὲν αὐτῇ μέγα τὸ παραυτίκα, μεῖζον δὲ καὶ ἐς αὖθις, ὁπότε δὴ ἀνὰ βασιλείαν οὐ φαύλην Ἕλλην τε αὐτὸς βασιλεὺς καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐσόμενοι βασιλεὺς οἷ δὴ καὶ οἱ τῶν Ἑλλήνων παῖδες ξυλλεγόμενοι κατὰ σφῶν αὐτῶν, ἔθιμα ὡς ἥδιστα μὲν σφίσιν αὐτοῖς, τοῖς δὲ ἄλλοις ὡς κράτιστα πολιτεύοιντο»

Λαόνικος Χαλκοκονδύλης
Αποδείξεις Ιστοριών Α΄

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Νίκος Γ. Σβορώνος

Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας

Μετάφραση Αικ. Ασδραχά
Εκδ. Θεμέλιο, 1994

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς
επιλογή από τη φραγκική κυριαρχία μέχρι το 1821
(προλεγόμενα, συμπέρασμα, εισαγωγή, κεφάλαιο πρώτο)

Προλεγόμενα

[ … ]

Γιατί ο σημερινός ελληνισμός έχει ακόμα αιτήματα, τα οποία θα έπρεπε να έχουν λυθεί στο οικονομικό και κοινωνικό στάδιο που βρίσκεται: προβλήματα εθνικά, πολιτικά και πολιτισμικά, προβλήματα ελευθερίας και ανεξαρτησίας.

Ποιοί είναι οι βαθύτεροι λόγοι της ανώμαλης πορείας του έθνους: ξεκινήματα γεμάτα υποσχέσεις που δεν ολοκληρώνονται και πισωστρατήματα απότομα που καταλή­γουν σε αλλεπάλληλα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα.

[ … ]

Ο ιστορικός του Νεότερου Ελληνισμού έχει να κάνει μ᾽ ένα λαό που βρέθηκε επί αιώνες άλλοτε σα στοιχείο ηγεμονικό, άλλοτε σα στοιχείο πολιτικά υποταγμένο, αλλά οικονομικά και πολιτισμικά σημαντικό αν όχι πρωταρχικό, ανάμεσα σ᾽ άλλους λαούς, μέσα στα γεωγραφικά όρια υπερεθνικών πολι­τικών συγκροτημάτων (του ελληνιστικού κόσμου, του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), σκορπισμένος σε ενότητες λιγότερο ή περισσότερο συμπαγείς, έτσι που ήταν δύσκολο στο λαό αυτό να καθορίσει τα γεωγραφικά όρια της εθνικής του βάσης· ώστε, κι όταν ακόμα ο ιστορικός επιγράφει το βι­βλίο του Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, είναι υποχρεωμένος, στην πραγματικότητα, ν᾽ ασχοληθεί με το σύνολο του Ελλη­νισμού, που ένα μεγάλο του μέρος και επί πολύ χρονικό διά­στημα, ακόμα κι ύστερα από την ίδρυση του Ελληνικού Κρά­τους, έμεινε έξω από τα σύνορά του. Ο όρος Ελλάδα παίρνει πάντα τή σημασία ενός κέντρου έλξης του Ελληνισμού, εκείνου βέβαια που, σκορπισμένος από αιώνες στις χώρες της Ανα­τολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται σε στενή επαφή με τον Ελλαδικό Ελληνισμό και να παίζει στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους πρωτεύοντα ρόλο.

Μια τέτοια ιστορική μοίρα παίρνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιστορική εξέλιξη. Εδώ βρίσκονται οι ρίζες των ιδιοτυπιών στην οικονομική εξέλιξη του έθνους, του ιδιαίτερου χαρακτή­ρα των διευθυντικών τάξεων που έζησαν επί αιώνες τη διπλή υπόσταση στοιχείων υποταγμένων σε ξένους κατακτητές και συγχρόνως ηγετικών εν σχέσει με τον υπόλοιπο πληθυσμό, της οικονομικής και πολιτικής τους εξάρτησης από τις ξένες ανάλογες ευρωπαϊκές κοινωνικές ομάδες.

Η πρωταρχική σημασία του παράγοντα τούτου φαίνεται κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση του συνειδησιακού περιεχόμενου του Ελληνισμού, που η πορεία του αποτελεί μια πραγματική περιπέτεια. Εδώ ακριβώς τίθεται το πρόβλημα της απόστασης ανάμεσα στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνε­σθαι από τη μιά και στην ιδεολογία από την άλλη, πρόβλημα που στην ελληνική περίπτωση αποκτά μεγαλύτερη ενάργεια: το ιδιαίτερο βάρος της παράδοσης επέβαλε δρόμους διαφορε­τικούς, προκάλεσε ξεστρατίσματα και βραδείς ρυθμούς στη δια­μόρφωση μιας νέας ιδεολογίας αντίστοιχης στην οικονομική και κοινωνική της βάση.

Αυτές οι θεωρητικές προϋποθέσεις καθόρισαν τις κεντρικές κατευθυντήριες γραμμές που απλώς διαφαίνονται σαν στα­θερές στην υποδομή της έκθεσης:

Ο αντιστασιακός χαρακτήρας που διέπει ολόκληρη τη νεοελ­ληνική ιστορία: ο ελληνισμός ανήκει στην κατηγορία των μικρών λαών που κινούνται στην περιφέρεια του νεότερου κό­σμου, και που η σταδιακή ανάπτυξη της εθνικής τους συνεί­δησης και η συγκρότησή τους σε καινούργια έθνη, που διεκδίκησαν και διεκδικούν την πολιτική τους ανεξαρτησία και την οικονομική και πολιτισμική τους αυτονόμηση, συντελείται μέσα στην πάλη εναντίον υπερεθνικών αυτοκρατοριών στην αρχή, εναντίον υπερεθνικών ιμπεριαλιστικών οικονομικοκοινωνικών συγκροτημάτων στα νεότερα χρόνια.

Η αντιστασιακή αυτή διαδικασία, με την πιο πλατιά σημασία του όρου, που περιέχει κάθε προσπάθεια διαφύλαξης της ιδιαίτερης προσωπικότητας ενός λαού, παίρνει διάφορες μορφές: από την απλή προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες με προοπτική τη διείσδυση στους πολιτικοκοινωνικούς μηχα­νισμούς της κατάκτησης και τη μετατροπή τους σε όργανα εθνικής συντήρησης (εκκλησία – Φαναριώτες – κοινότητες – αρματολοί, στην Τουρκοκρατία) και την ολοένα και περισσό­τερο ενεργό συμμετοχή στους οικονομικούς μηχανισμούς των κατακτητών και ιδιαίτερα των δυτικών δυνάμεων στην Ανα­τολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, που έδωσε ως το τέλος του ιθ´ αι. τις πραγματικές διαστάσεις του Ελληνι­σμού, ως τη συνεχή παθητική ή ένοπλη αντίσταση (κλεφτουριά —αλλεπάλληλα, έστω και ξενοκίνητα, κινήματα) που κατέληξαν στην εθνικο-απελευθερωτική επανάσταση του ᾽21.

Επίσης, όταν από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ως τις μέρες μας οι εξωελληνικές δυνάμεις παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση της μοίρας του Ελληνισμού, όχι μόνο στην εθνική του ολοκλήρωση, αλλά και στην εσωτερική του πολι­τική και κοινωνική εξέλιξη, σε σημείο που η επίσημη πολιτική της Ελλάδας να δίνει συχνά την εντύπωση ότι ανελίσσεται εν απουσία των Ελλήνων, η παρουσία του ελληνικού λαού εκδηλώνεται με συνεχή κινήματα διαμαρτυρίας, έστω και αν τα κινήματα αυτά δεν παίρνουν πάντα συγκεκριμένες πολιτικές μορφές, που κορυφώνονται με την εθνική και αντιφασιστική αντίσταση του 1940- 1945.

Η απουσία ακριβώς αυτή καθαρών γραμμών στη διάρθρωση των κοινωνικών και πολιτικών δομών: οι μικρές διαφορές στην οικονομική βάση των διαφόρων ηγετικών ομάδων του έθνους (κοινές, έστω και σε διαφορετική αναλογία, πηγές πλούτου: έγγεια ιδιοκτησία, εμπορικές και τραπεζιτικές επιχειρήσεις, συμμετοχή με διάφορους τρόπους στα κρατικά έσοδα) και η συμμετοχή τους στην εξουσία συντέλεσαν στη δημιουργία, ήδη μέσα στην Τουρκοκρατία, μιας σύνθετης ηγετικής τάξης με ασαφείς και διφορούμενους κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς.

Η κάποια διαφοροποίηση στις αρχαϊκές δομές της ελληνικής κοινωνίας με την ανάπτυξη κάποιας αστικής τάξης που από το ιη´ αι. κυρίως αρχίζει να γίνεται υπολογίσιμη οικονομική και κοινωνική δύναμη συμβάλλει βέβαια με τον καιρό σε κάποια αποσαφήνιση των κοινωνικών δομών, αλλά δεν κα­ταφέρνει να αλλάξει ριζικά τον ανάμικτο και συγκεχυμένο χα­ρακτήρα των διευθυντικών ομάδων του έθνους.

Πράγματι, η κοινωνική εξέλιξη του χώρου δράσης του ελληνισμού παρουσιάζει καθυστέρηση μερικών αιώνων, αν συγκριθεί με την πορεία των κοινωνικών σχηματισμών της δυτι­κής Ευρώπης. Οι ιστορικές συνθήκες της εξέλιξης της Βυζαντι­νής και ύστερα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν την παραπέρα ανάπτυξη της κάποιας προκαπιταλιστικής με­σαίας αστικής τάξης εμπόρων και βιοτεχνών που εμφανίζεται και δρα στο χώρο αυτό ήδη από το ια´ αι. και την προοδευ­τική της διαμόρφωση, μέσα στα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά πλαίσια των μεσαιωνικών αυτών αυτοκρατοριών, σε αυτόνομη οικονομική, κοινωνική και πολιτική δύναμη. ‘Οταν ύστερα από μακροχρόνια αποτελμάτωση, το ιζ´ και κυρίως το ιη´ αι. ξαναρχίζει η διαδικασία της κάποιας αστικοποίησης, οι συγκυρίες μέσα στις οποίες επιτελείται επιβάλλουν εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς εξέλιξης σε σημείο που ως τα μέσα πε­ρίπου του κ´αι. να μην έχει φτάσει ακόμα στις ολοκληρωμένες μορφές του δυτικού καπιταλισμού και να παρουσιάζει μερικά χαρακτηριστικά, άλλα κοινά σε όλα σχεδόν τα περιφερειακά εθνικοκοινωνικά συγκροτήματα, άλλα ιδιότυπα. Σημείο αφετηρίας για κάθε κοινωνική ανάλυση του ελληνικού χώρου είναι πράγματι το θεμελιακό γεγονός ότι τα αστικά στρώματα αναπτύσσονται ευθύς εξαρχής κάτω από την ώθηση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο των δυτι­κών δυνάμεων από τις οποίες παραμένουν άμεσα εξαρτημένα και τούτο σ᾽ ένα χώρο που οι σχέσεις του με τις κεντρικές οικονομικές δυνάμεις του δυτικού καπιταλισμού έχουν το χαρα­κτήρα μιας οικονομικής, αν όχι άμεσα πολιτικής, αποικιοκρατίας. Το γεγονός αυτό αποτύπωσε στην ολοένα αναπτυσσόμενη αστική τάξη ορισμένα χαρακτηριστικά που τονίστηκαν κατά καιρούς από διάφορους μελετητές, και από τα οποία ως τις μέρες μας δεν κατάφερε ακόμα ν᾽ απαλλαγεί:

α. Τον εμπορευματικό-διαμετακομιστικό της χαρακτήρα (εμπόριο-τράπεζες-μεταφορές-διάφορες υπηρεσίες σε μεγά­λο βαθμό εξαρτημένες από την κρατική μηχανή). Το σύνολο σχεδόν, ή,τουλάχιστον από κάποια στιγμή και πέρα, το μεγα­λύτερο μέρος της τάξης αυτής, ανήκει στον τριτογενή τομέα, σύνθετο και ετερογενή από την ίδια του τη φύση· καί β. την οικονομική ανισοροπία και τη συνακόλουθη έλλειψη συνοχής ανάμεσα στις διάφορες ομάδες που τη συνθέτουν. Είναι χτυ­πητή η οικονομική απόσταση που χωρίζει τις εξαιρετικά ολι­γάριθμες μεγάλες επιχειρήσεις, από το πλήθος των μεσαίων και μικρών οικονομικών μονάδων, που επικρατούν στη σύν­θεσή της.

Σε τέτοιο σημείο που η τάξη αυτή, ιδωμένη με τα μέτρα των προχωρημένων κοινωνιών της Δύσης, να παρουσιά­ζει τη συγκεχυμένη εικόνα μιας μεσοαστικής κοινωνικής ομάδας που περιβάλλεται από το ρευστό νεφέλωμα ενός αστικού πληθυσμού ποικίλων απασχολήσεων περισσότερο ή λιγότερο παρασιτικών. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι είναι ακριβώς αυτά τα μεσαία κοινωνικά στρώματα που από την αρχή της ανάπτυξής τους βρίσκονται και δρουν μέσα στα εκάστοτε σύνορα του ελληνικού κράτους, ενώ η πιό γερή οικονομικά ομάδα της ελληνικής αστικής τάξης δημιουργείται και αναπτύσσεται έξω από τα ελλαδικά σύνορα (στον ελληνικό χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) κι έξω μάλιστα από τον ελληνικό χώρο (στα Βαλκάνια, στη Ρωσία, στην Αίγυπτο, στη Δύση).

Η άμεση ή έμμεση εξάρτηση των μεσαίων και μικρών ελλαδικών αστικών στρωμάτων από το εξωελλαδικό αυτό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης από το ιη´ αι. ως το τέλος περίπου του ιθ´, που επιτείνεται από τα μέσα του αιώνα τού­του με τη μεταφορά σημαντικού μέρους ελληνικών κεφαλαίων και την επένδυσή τους στην Ελλάδα, συνδέει την εξωελλαδική αυτή ομάδα με την ελλαδική οικονομία, όπου της εξασφαλίζει ρόλο ηγετικό και την καθιστά τον κύριο θετικό παράγοντα στις κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις.

Εδώ ακριβώς επεμβαίνουν δύο βασικά γεγονότα που συν­τελούν, για άλλη μια φορά, στην άμβλυνση της αντίθεσης ανάμεσα στίς παλιές, ανάμικτες κι αυτές, κοινωνικές ομάδες της ολιγαρχίας των προυχόντων και τη νεότερη τούτη ηγετική ομάδα των «μεγάλων αστών», προκαλούν καινούργιες οσμώσεις και διαιωνίζουν τη σύγχυση στις κοινωνικές δομές: η επένδυση σημαντικών κεφαλαίων στη γη, ιδιαίτερα από τα μέσα του ιθ´ αι., έτσι που ένας μικρός αριθμός μεγαλεμπόρων και τραπεζιτών να δρουν συγχρόνως και σαν μεγάλοι γαιοκτή­μονες, και ο έλεγχος που η νέα τούτη ηγετική ομάδα της αστι­κής τάξης εξασκεί στα οικονομικά του Ελληνικού Κράτους που βρίσκεται υπό τη συνεχή απειλή της χρεωκοπίας, στην οποία άλλωστε καταφεύγει κάμποσες φορές.

Εξάρτηση από τα δυτικά οικονομικά κέντρα και ανισορροπία και σύγχυση στις εσωτερικές δομές, που τονίζονται ιδιαίτερα από το βραδύτατο ρυθμό ανάπτυξης κάποιας ελλη­νικής βιομηχανίας, χαρακτηρίζουν βέβαια την ελληνική αστική τάξη. Ωστόσο δεν πρέπει να διαφεύγει από τόν ιστορικό το γεγονός ότι οι πρώτες υπολογίσιμες κοινωνικές αστικές δια­φοροποιήσεις σ᾽ ολόκληρο το χώρο δράσης του Ελληνισμού έχουν φορέα κυρίως το ελληνικό στοιχείο, χωρίς βέβαια να πα­ραγνωρίζεται εδώ ο ιδιαίτερος ρόλος του ισραηλιτικού στοι­χείου καθώς και των Αρμενίων στην Ανατολή.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο, ούτε χωρίς σοβαρές συνέπειες για την πολιτική και πολιτισμική εξέλιξη του Ελληνισμού ότι η πρώτη αστική τάξη που διαμορφώνεται, όχι μόνο στα Βαλκάνια, αλλά και σ᾽ όλες τις χώρες της Εγγύς Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, είναι η ελληνική αστική τάξη, και ότι το πεδίο δράσης της υπήρξε ως το τέλος περίπου του ιθ´ αι. ολόκληρος αυτός ο χώρος, έτσι που ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού να διαχωρίζεται από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όχι μόνον εθνικά αλλά και κοινωνικά, αφού αποτέλεσε, για μεγάλο χρο­νικό διάστημα, την αστική τάξη των χωρών αυτών, και από ένα σημείο κι έπειτα την κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία των εθνικών τους αστικών ομάδων.

Το γεγονός αυτό δίνει και στην ελλαδική αστική τάξη ιδιαίτερη βαρύτητα και εξηγεί ίσως τον πρωταγωνιστικό πο­λιτικό ρόλο που έπαιξε στην ιστορία του ελεύθερου ελληνικού κράτους, ήδη από τις αρχές του ιθ´ αι. ως τα πρόθυρα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Γιατί στην εξέλιξη της κοινω­νικής διάρθρωσης της ελληνικής επικράτειας και της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους δρα, έμμεσα ή άμεσα, το σύνολο των αστικών στρωμάτων του Ελληνισμού σε λειτουργικό σύνδεσμο μεταξύ τους, είτε βρίσκονται μέσα στά κρατικά σύνορα είτε έξω. Καί τό σύνολο τούτο υπερέχει σε οικονομική σημασία και δυναμισμό από τα υπόλοιπα κοι­νωνικά στρώματα που έχουν βάση τη γαιοκτησία, έστω κι αν ως τα μέσα του κ´ αι., μέσα στά όρια —υπερβολικά περιο­ρισμένα ως το τέλος του ιθ´ αιώνα— της ελληνικής επικράτειας, οι αγροτικές απασχολήσεις επικρατούν στην οικονομία. Η απομόνωση λοιπόν εδώ της ελλαδικής αστικής τάξης από το σύνολο των αστικών στρωμάτων του Ελληνισμού θα ήταν βαρύ μεθοδολογικό λάθος.

Ο πρωταγωνιστικός αυτός ρόλος της αστικής τάξης πα­ρουσιάζεται με μεγάλη ενάργεια στην πολιτική εξέλιξη του ελληνικού κράτους. Οι κύριοι σταθμοί της ελληνικής πολιτικής ως τα μέσα του κ´ αι. συνδέονται με τα διάφορα στάδια ανάπτυξης και πολιτικής μορφοποίησης των αστικών ομάδων: η επαναστατική λύση του εθνικού προβλήματος που πραγμα­τοποιείται με την επανάσταση του ’21, όπου ένας μικρός αλλά δυναμικός αστικός πυρήνας (Φιλική Εταιρεία) οργανώνει την αγροτιά και παρασύρει στον εθνικό αγώνα τα δισταχτικά ή εχθρικά στρώματα των προυχόντων. Οι πολιτικοί αγώνες για τη βαθμιαία πολιτική φιλελευθεροποίηση των κρατικών θεσμών από τους πρώτους αγώνες για την επιβολή συντάγμα­τος, ως την καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού, τις απόπειρες θεμελίωσης ενός φιλελεύθερου κράτους δικαίου, και την επιβολή της πρώτης δημοκρατίας. Σ᾽ όλες αυτές τις πολιτικές μεταβολές η πρωτοβουλία ανήκει στους πολιτικούς οργανισμούς των αστικών στοιχείων, σε ολοένα μεγαλύτερη αντίθεση με τους πολιτικούς μηχανισμούς που εκφράζουν τις συντηρητικές ομάδες των προυχόντων που βρίσκονται συσπειρωμένες γύρω από το θρόνο.

Ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμιστεί εδώ ο συγχρονισμός των φιλελεύθερων αυτών πολιτικών κινημάτων στον ελλαδικό χώρο με τα ανάλογα κινήματα που εμφανίζονται στον ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Αιγύπτου στα πλαίσια της κοινοτικής αυτοδιοίκησης και των ορθοδόξων πα­τριαρχείων.

Είναι ακόμα χαρακτηριστική για την πολιτική ιστορία της Ελλάδας, χώρας με πληθυσμό στην τεράστια πλειοψηφία του αγροτικό, με οικονομία βασικά αγροτική και με οξύ αγροτικό πρόβλημα που προκάλεσε επανειλημμένα κινήματα και εξεγέρσεις, η απουσία ενός αξιόλογου αγροτικού κόμματος που να εκφράζει πολιτικά τα αιτήματα της αγροτιάς. Το βασικό και παλιό της αίτημα, ο αναδασμός της γης, που τέ­θηκε ήδη από την εποχή της επανάστασης του ’21, υιοθετήθηκε και εκφράστηκε από τον αστικό πολιτικό φιλελευθερισμό στην εποχή της ανόδου του και της επικράτησής του, ο οποίος του έδωσε και κάποια λύση με την αγροτική μεταρρύθμιση, λύση πρόσφορη βέβαια στα δικά του αστικά πλαίσια. Το ίδιο αυτό κίνημα, στην ίδια αυτή περίοδο, επέτυχε με την πρώτη εργατική νομοθεσία που εισήγαγε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του μεγάλου μέρους της ολιγάριθμης και πολιτικά ασυνειδητοποίητης ακόμα εργατικής τάξης, καθώς και των μικροεπαγγελματιών, έτσι που τα διάφορα σοσιαλίζοντα κόμματα να μη κατορθώσουν ν᾽ αποκτήσουν πολιτική αυτοτέλεια. Το πρώ­το αυτόνομο πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης που εκφράζεται με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας δεν αρχίζει να παίζει υπολογίσιμο ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου παρά από το μεσοπόλεμο και πέρα.

Έχοντας υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπορούμε να εξηγήσουμε τη φαινομενική αντίφαση που παρουσιάζει η πολιτική ζωή της Ελλάδας: μια χώρα αγροτική με χαμηλό βαθμό οικονομικής ανάπτυξης να παρουσιάζει πολιτικές δομές ανάλογες με κείνες που έχουν διαμορφωθεί στις σύγχρονες και προηγμένες χώρες της Δύσης.

Αν οι συνθήκες στη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης στο σύνολό της εξηγούν την αναμφισβήτητη πρωτοβουλία των αστικών στοιχείων στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, η μακρόχρονη ασάφεια στις κοινωνικές δομές και τα ιδιαίτερα χα­ρακτηριστικά της τάξης αυτής, όπως υποτυπώθηκαν παρα­πάνω, εξηγούν κατά κύριο λόγο τους βραδείς και ανώμαλους ρυθμούς στην πορεία της και τα ανολοκλήρωτα αποτελέσματα των πολιτικών της αγώνων.

Η οικονομική και πολιτική της εξάρτηση από τις ξένες ανάλογες ευρωπαϊκές κοινωνικές ομάδες αποτέλεσε πάντα από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το υπόβαθρο στο εσωτερικό της χώρας των ξενικών επεμβάσεων που έχουν πάρει ως τις μέρες μας σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα.

Οι κοινωνικές οσμώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και η επακόλουθη άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις διά­φορες κοινωνικές ομάδες εξηγούν βασικά την απουσία ριζοσπαστικού πνεύματος της αστικής τάξης στις κοινωνικές της προοπτικές και τους συμβιβασμούς όπου καταλήγουν συνή­θως οι πολιτικοί αγώνες που κατευθύνει: το φιλελεύθερο πνεύμα του πρώτου πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας παραμερί­ζεται κατά την Ελληνική επανάσταση του ᾽21 που καταλήγει με την επιβολή της απόλυτης μοναρχίας. Οι στόχοι των αγώ­νων για την επιβολή του συντάγματος και του κοινοβουλευ­τισμού δεν ξεπερνούν τα όρια της συμμετοχής των αστικών ομάδων στην εξουσία. Ακόμα και η πιο σημαντική ανανεωτική προσπάθεια στην πολιτική ζωή της Ελλάδας όπως εκφράζεται το 1909 δεν ξεπερνάει τα όρια ενός συντηρητικού αναθεωρητικού φιλελευθερισμού που συμβιβάζεται με τη μοναρχία που επανειλημμένα παραβιάζει τους βασικούς θεσμούς του πο­λιτεύματος. Η οικονομική της πολιτική, σύμφωνη με το μεταπρατικό της χαρακτήρα, επιβραδύνει την πορεία πρός την ολοκλήρωση των ίδιων των αστικών δομών.

Το πρόβλημα της εθνικής ολοκλήρωσης που, σε άμεση πάντα εξάρτηση από την εξωτερική πολιτική των ξένων δυ­νάμεων, βρίσκεται από παλιά στο κέντρο του ελληνικού πολι­τικού βίου, γίνεται παράγοντας άμβλυνσης των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων και παρουσιάζεται συχνά σαν πρόφαση για την αναβολή της εφαρμογής του, έστω και πε­ριορισμένου, κοινωνικού προγράμματος της αστικής τάξης, ακόμα και στην εποχή της πολιτικής της επικράτησης. Άλ­λωστε οι αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις που παρατηρούνται στο κοινωνικό και πολιτικό της πρόγραμμα προδιαγράφουν και την πορεία της. Όταν, από το τέλος του πρώτου παγκο­σμίου πολέμου, οι ηγετικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, συσσωματωμένες ήδη σ᾽ ένα σύνολο που εκφράζει τα συμφέ­ροντα ενός ελληνικού κατεστημένου, αρχίζουν ν᾽ αντιμετωπίζουν πολιτικές οργανώσεις που εκφράζουν, άλλη περισσότερο άλλη λιγότερο, τα αιτήματα των αγροτών και εργατών, δε διστάζουν, εγκαταλείποντας τις ενδοταξικές διαφορές που δεν αφορούν πλέον παρά τον τρόπο εξάσκησης της εξουσίας και ακολουθώντας το γενικό ρεύμα που επικρατεί σε ορισμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης, να προσανατολιστούν προς κα­θαρά αντιδημοκρατικές λύσεις: από την ψήφιση του νόμου περί ιδιωνύμου αδικήματος ως την ψήφιση, από το σύνολο σχεδόν της βουλής, της κυβέρνησης Μεταξά, που κατέληξε στη δικτατορία του 1936-1940.

Η δυσπιστία άλλωστε της ηγετικής αστικής ομάδας προς τις πολιτικές και κοινωνικές κινήσεις των λαϊκών στρωμάτων είναι παλιό φαινόμενο και τη συνοδεύει σ᾽ όλες τις προσπάθειές της για την κατάκτηση της εξουσίας και τη διαμόρφωση ενός αστικού κράτους. Ορισμένα γεγονότα είναι ενδεικτικά. Η πο­λεμική εναντίον των σοσιαλιστικών θεωριών αρχίζει πριν καν οργανωθεί έστω κι ένα εμβρυώδες σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Όλα τα στάδια των πολιτικών αστικών επιτεύξεων στην Έλλάδα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το παραμέ­ρισμα ή και το χτύπημα των λαϊκών κινημάτων που χρησιμο­ποιούνται, ωστόσο, σαν συμπληρωματικές δυνάμεις στους πο­λιτικούς αγώνες, και την κινητοποίηση του στρατού που σε τελευταία ανάλυση επιβάλλει και στηρίζει τη νέα πολιτική τάξη.

Οι μεταπολιτεύσεις του 1843, του 1862, του 1909, του 1924 επιβάλλονται με στρατιωτικά κινήματα· ο στρατός που πολιτικοποιείται και χρησιμοποιείται σα δύναμη κρούσης στους πολιτικούς αγώνες παίζει κύριο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, έτσι ώστε όταν ύστερα από τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις, ιδιαίτερα ύστερα από την αποτυχία του κινήματος του 1935, απογυμνωμένος από τα δημοκρατικά του στοιχεία γίνε­ται το στήριγμα όλων των αντιδημοκρατικών κινημάτων που καταλήγουν στην τελευταία περιπέτεια του στρατιωτικού κα­θεστώτος της επταετίας 1967-1974.

Η δυσκολία τέλος στην αποσαφήνιση των συγκεχυμένων πε­ριγραμμάτων της πνευματικής ζωής και στη διαμόρφωση συγ­κροτημένων ιδεολογιών είναι το τρίτο κεντρικό πρόβλημα που απασχολεί το βιβλίο.

Για τον ιστορικό που δε βλέπει στον όρο «Νεότερος Ελ­ληνισμός» έναν απλό χρονολογικό προσδιορισμό, αλλά που με τη διατύπωση αυτή εννοεί μιά καινούργια ιστορική οντότητα, διαφορετική από τον αρχαίο ή το μεσαιωνικό ελληνισμό, παρ᾽ όλα τα συνδετικά στοιχεία, που τους διασφαλίζουν τη συνέχεια, το κεντρικό πρόβλημα που τίθεται είναι τούτο: ποιά είναι τα συστατικά στοιχεία του νεότερου ελληνισμού, ποιά είναι η ειδοποιός διαφορά που τον ξεχωρίζει από τις παλαιότερες ελληνικές οντότητες και ποιά τα συνδετικά στοιχεία που τις διαπερνούν και τις συνέχουν. Η απάντηση ζητήθηκε στη διερεύνηση της αλληλοδιάρθρωσης των ιστορικών διαρ­κειών μέσα στις όποιες πραγματοποιούνται οι προσαρμογές και οι τομές, όπου το συνειδησιακό περιεχόμενο δίνει την εναργέστερη εικόνα.

Γιατί δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, όταν ο Ελληνι­σμός του Βυζαντίου μένει, από το δεύτερο μισό του ια´ αι., το μόνο συστατικό στοιχείο της αυτοκρατορίας, και, απομονωμένος και περικυκλωμένος από εχθρικούς πλέον λαούς-εθνότητες, αρχίζει να παίρνει βαθύτερη συνείδηση του εαυτού του σαν ιδιαίτερης πολιτικής και πολιτισμικής οντότητας, ξανα­παίρνει το δρόμο, απ᾽ τον οποίο επί αιώνες είχε απομακρυνθεί, προς τις ιστορικές του πηγές. Το κλασικό ελληνικό πνεύμα και πολιτισμός αρχίζουν να γίνονται για τη διανόηση σταθερά σημεία αναφοράς και αναγνωρίζονται σαν εθνική κληρονομιά και το όνομα «Έλλην», που είχε καταλήξει να σημαίνει επί αιώνες τον ειδωλολάτρη ή το μη χριστιανό, αρχίζει να ξανα­παίρνει το διπλό του πολιτισμικό και εθνολογικό περιεχόμενο: μέθεξη στην ελληνική παιδεία και ελληνική καταγωγή.

Δεν είναι επίσης τυχαίο το γεγονός ότι από την ίδια εποχή έχομε τις πρώτες ενδείξεις κάποιας γεφύρωσης του πολιτι­σμικού χάσματος ανάμεσα στον επίσημο και το λαϊκό πολιτι­σμό με την ανύψωση τηs λαϊκής γλώσσας σε όργανο προσω­πικής λογοτεχνίας και γενικότερα τη χρησιμοποίηση των λαϊ­κών στοιχείων στην τέχνη. Έχει κανείς την εντύπωση ότι η ελληνική διανόηση αναζητάει τις ελληνικές της ρίζες οπουδήποτε υπάρχουν: στην κλασική κληρονομιά και στο λαϊκό πολιτισμό, όπου η ελληνική ιδέα ζούσε έστω και σα μακρινή ανάμνηση.

Στη νέα τούτη ανεπίστροφη διαδικασία της εμφάνισης νέων νοοτροπιών που θα οργανώνονται, στους αιώνες που ακολουθούν, σε καινούργιες ιδεολογικές δομές και όπου η ελλη­νική ιδέα όλο και περισσότερο ξεκαθαρισμένη από τα ξένα στοιχεία —αυτοκρατορική ιδέα, θεολογικό και εκκλησιαστικό περίγυρο— γίνεται κυριαρχική, μπορούμε να δούμε τα καθα­ρότερα σημάδια της ανάπτυξης μιας εθνικής ελληνικής συνείδη­σης, που ίσως αποτελεί και το πρώτο και κύριο χαρακτηριστι­κό του Νεότερου Ελληνισμού, σε βαθμό που δε θα ήταν ίσως υπερβολική κάποια ταύτιση των όρων Νεότερος Ελληνισμός και Ελληνικό Έθνος.

Κατά τήν περίοδο που ορίζεται από τό τέλος περίπου του ια´ αι. ως την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους παρα­τηρούνται οι πρώτες προσπάθειες της προσαρμογής της ιδεο­λογίας στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται, δηλαδή στη σταθερή πορεία της αυτοκρατορίας σ᾽ ένα εθνικό ελληνικό κράτος έτσι που εμφανίζεται στήν εποχή των Παλαιολόγων με τη βαθμιαία απομάκρυνση της ελληνικής διανόησης από τη ρωμαϊκή ιδέα καί τον ολοένα βαθύτερο συνδυασμό με την ελληνική παράδοση. Η κίνηση τούτη θα καταλήξει στις πολιτικές θεωρίες του Γεμιστού, που με προφητική σαφήνεια καθορί­ζει τις γεωγραφικές και εθνολογικές βάσεις της εθνικής ελληνι­κής επικράτειας, και στη θαυμαστή για την εποχή του σύνθεση του μαθητή του Χαλκοκονδύλη. Πρώτος αυτός διατυπώνει με ενάργεια την ιδέα της αδιάκοπης συνέχειας του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους ως την εποχή του, τονίζει τη θεμε­λιώδη διαφορά ανάμεσα στον Ελληνισμό και στη Ρώμη και το ιστορικό και πολιτικό «λάθος» του Ελληνισμού και των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου που, περιφρονώντας την ελλη­νική τους υπόσταση, προτίμησαν τον τίτλο των «Ρωμαίων», όταν, παρά τη Ρωμαϊκή ανάμιξη, ο λαός αυτός στη μεγάλη του πλειοψηφία είχε διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα, και προφητεύει την ανάσταση ενός ελληνικού κράτους που θα δοξάσει και πάλι τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα: «ὁπότε δή ἀνά βασιλείαν οὐ φαύλην Ἓλλην γε αὐτός βασιλεύς, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐσόμενοι βασιλεῖς, οἷ δὴ καὶ οἱ τῶν Ἑλλήνων παῖδες ξυλλεγόμενοι κατά σφών αὐτῶν ἒθιμα ὡς ἣδιστα μὲν σφίσιν αὐτοῖς, τοῖς δὲ ἂλλοις ὡς κράτιστα πολιτεύοιντο».

Αν η ελληνική ιδεολογία στις παραμονές της πτώσης είχε απαλλαγεί από την ιδέα της ρωμαϊκότητας, διατηρούσε όμως πάντα ζωντανή την ιδέα της αυτοκρατορίας στην οποία τώρα έδινε ελληνικό εθνικό περιεχόμενο. Η σύγχυση της εθνικής ιδέας και της ιδέας του Βυζαντίου εντείνεται, ιδιαίτερα ύστερα από την κατάκτηση. Το όνειρο της εθνικής παλιγγε­νεσίας παίρνει το περιεχόμενο της ανάστασης μιας εξελληνισμένης βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η θέση και η στάση της εκκλησίας στους πρώτους αιώνες της άλωσης, που αντικαθιστά στη συνείδηση των Ελλήνων τη χαμένη αυτοκρατορία και γί­νεται το πολιτικό όργανο της συνοχής του υπόδουλου Ελλη­νισμού, παρέχει κάποια πραγματική βάση στο νοσταλγικό αυτό όνειρο. Το χριστιανικό στοιχείο, ή ακριβέστερα η ιδέα της ορθοδοξίας, που ήταν πάντα κυριαρχικό στη βυζαντινή ιδεολογία, συνδέεται τώρα άρρηκτα με την ιδέα του γένους. Η εθνική ιδέα βρίσκεται περισσότερο παρά ποτέ συνδεμένη με τη χριστιανική ορθοδοξία και διαμέσου της εκκλησίας με το όνειρο μιας εξελληνισμένης αυτοκρατορίας.

Το τριπλό αυτό περιεχόμενο της συνείδησης του Ελληνι­σμού όπως συνοψίζεται από τον πρώτο εθνάρχη των Ελλή­νων Γεννάδιο (ιδέα του γένους των Ελλήνων που η αρχαία πατρίδα του είναι η Ελλάδα και η ιδέα της Ελληνικής αυτο­κρατορίας, πατρίδας κοινής «πάντων των από Χριστού καλουμένων») γίνεται το κοινό υπόστρωμα στη σκέψη όλων των πνευματικών αντιπροσώπων του Ελληνισμού, έστω και αν προέρχονται από διαφορετικά ιδεολογικά κινήματα: στους οπαδούς της «ησυχίας», υπέρμαχους της ορθόδοξης παράδοσης, ή στους ανανεωτές μέ τις ορθολογιστικές τάσεις, στους ενωτικούς που θεωρούν την ένωση με τη δυτική εκκλησία σαν το μόνο μέσο σωτηρίας του Ελληνισμού από την τουρκική απειλή, ή στους ανθενωτικούς, που ταυτίζουν εθνική ιδέα και ορθο­δοξία και θεωρούν τον καθολικισμό σαν την πραγματική απειλή ενάντια στο έθνος. Η ορθοδοξία και ο μυστικισμός του Νικολάου Καβάσιλα δεν τον εμποδίζουν να μελετά την αρχαία φιλοσοφία και να θεωρεί τους συμπατριώτες του σαν απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης γρά­φει : «Ἑλλήνων τοίνυν γένος μὲν ἀρχῆθεν ἦσαν καὶ πατέρες Ἓλληνες». Η ελληνολατρεία του Γεμιστού δεν τον εμπόδισε να εμφανιστεί στη σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας σαν ένας από τους διαπρεπέστερους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας.

Ο τάφος του Πλήθωνα στο Ναό των Μαλατέστα (Tempio Malatestiano) στο Ρίμινι. (wikiwand)

Οι μακρόχρονοι αγώνες που ακολούθησαν για τη διά­σωση του Ελληνισμού και τη διαφύλαξη της εθνικής του υπό­στασης ή αργότερα για την απελευθέρωσή του και τη δη­μιουργία ενός ανεξάρτητου ολοκληρωμένου εθνικού κράτους, αγώνες που διαρκούν ως τον κ´ αι., τοποθετούν το πρόβλημα της εθνικής αυτογνωσίας στο κέντρο της Ελληνικής ευαισθησίας και σκέψης. Έτσι ώστε η εκάστοτε εθνική ιδεολογία να γίνεται στοιχείο προσδιοριστικό για τις κοινωνικές, πολιτικές και πολι­τισμικές ιδεολογίες που εμφανίζονται στην Ελλάδα κατά και­ρούς και που με τη σειρά τους προσδιορίζουν έν πολλοίς την ίδια την εθνική ιδεολογία. Αποτέλεσμα, τα διάφορα αντιφατικά ή «μυθικά» στοιχεία που οι ιστορικές συνθήκες συσσώρευσαν γύρω από την εθνική ελληνική ιδέα να συντελούν στη σύγχυση των περιγραμμάτων και στην έλλειψη συνοχής και συνέπειας των ιδεολογικών δομών του Νεότερου Ελληνισμού.

Κλασική ελληνική κληρονομιά, βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, χριστιανική ορθοδοξία, ανατολικές επιδράσεις και δυτική σκέψη δε βρίσκουν πάντα εδώ την αντικειμενική τους βαρύ­τητα και τη σωστή τους θέση.

Οι πρώτες προσπάθειες που προοιωνίζουν την πορεία προς κάποιαν αρμονική σύνθεση της κλασικής και της βυζαντι­νής κληρονομιάς με τα λαϊκά στοιχεία ανακόπτονται από τη λόγια εκκλησιαστική παράδοση στον ελλαδικό χώρο ύστερα από την άλωση όπου θα κυριαρχήσει, παρά τις φωτεινές εξαι­ρέσεις, ως το ιη´ αι. το βυζαντινό-ορθόδοξο πνεύμα, εχθρικό σε κάθε γόνιμη επαφή με την ορθολογιστική κλασική αρχαιότητα ή με το αναγεννητικό πνεύμα της δύσης· θεωρήθηκαν και τα δύο επικίνδυνα για τη διαφύλαξη της ορθοδοξίας που ταυτί­ζεται με το έθνος.

Ωστόσο, το ρεύμα που συνδέεται με την κλασική ιδέα σε συνδυασμό, σε πολλές περιπτώσεις, με τη λαϊκή παράδοση κυριαρχεί στις φραγκοκρατούμενες περιοχές και δίνει τα πρώ­τα αξιόλογα επιτεύγματα στη νεοελληνική λογοτεχνία, τέχνη και σκέψη γενικότερα. Καλλιεργείται επίσης από τους ξενιτε­μένους διανοούμενους στη Δύση και γίνεται η θεωρητική βάση στη δράση τους να ξαναζωντανέψουν το πνεύμα μιας νέας σταυροφορίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το ρεύμα τούτο θα συνεχισθεί το ιη´ αι. σε άλλες βάσεις από τους κύ­κλους των διανοουμένων που συνδέονται με την αναπτυσσόμενη αστική τάξη, σε άμεση οικονομική και πνευματική επαφή με το δυτικό κόσμο και την ορθολογιστική και φιλελεύθερη ιδεο­λογία του. Αν σ᾽ αυτή τη νέα ιδεολογία διαφαίνονται κάποιες προσπάθειες να διαχωριστεί η εθνική ιδέα από τη χριστιανική ορθοδοξία, εμφανίζεται επίσης η τάση να προβληθεί η κλασική αρχαιότητα σαν προσδιοριστικό στοιχείο του σύγχρονου Ελ­ληνισμού που θα καταλήξει, στην πρώτη περίοδο του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, στην ιδεολογική σύγχυση — αντικαθρέφτισμα της σύγχυσης των κοινωνικών και πολιτικών δομών— της «μεγάλης ιδέας», όπου συσσωρεύονται oι πιο αντιφατικές προτάσεις και που άμεσα ή έμμεσα χρωματίζει τα διάφορα ρεύματα της ελληνικής διανόησης ως το πιο πρόσφατο παρελθόν: την αρχαΐζουσα τάση και το λογιωτατισμό, που προβάλλουν σα στοιχείο αναφοράς την αρχαία Ελλάδα και επιχειρούν να επιβάλλουν στο έθνος τη γλωσσική της έκφρα­ση, κι ενώ καταδικάζουν το «ρυπαρόν Βυζάντιον» συμβιβά­ζονται με την απόλυτη μοναρχία και επιβάλλουν στο νεό­τευκτο Ελληνικό Κράτος τους νόμους «των ευσεβών ημών αυτοκρατόρων»· τον «καθαρεύοντα» ή δημοτικιστικό λαϊκισμό με τις φιλορθόδοξες ή ελληνοκεντρικές τάσεις που, σαν αντίδραση στις μηχανικές μιμήσεις δυτικών προτύπων ή σε κάποιες κοσμοπολίτικες τάσεις χωρίς ρίζες, θέλουν ν᾽ απομονώσουν την ελληνική σκέψη από το δυτικό πολιτισμό, όταν τα ίδια αυτά κινήματα έχουν την έμπνευσή τους σε ανάλογες δυτικοευρω­παϊκές τάσεις. Από τη σύγχυση τούτη δεν ξέφυγαν ούτε οι πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής ιδεολογίας προσαρμοσμένης στα ελληνικά δεδομένα, ούτε το πιο σημαντικό πνευματικό νεοελληνικό κίνημα, ο δημοτικισμός.

Laonikos_Chalkokondylis.jpeg
(wikiwand)

[ … ]

Τo βαθύτερο νόημα της νεοελληνικής ιστορίας μπορεί να συνοψι­στεί στα παρακάτω: είναι η ιστορία των επίπονων προσπαθειών ενός αρχαίου λαού να συγκροτηθεί σε σύγχρονο έθνος, να συνειδητοποιήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και να εξασφαλίσει τη θέση του ως καθορισμένη οντότητα μέσα στο σύνολο του σύγχρονου κόσμου. Αυτό το ιστορικό φαινόμενο, παρ᾽ όλο που δεν περιο­ρίζεται στον ελληνικό λαό —κι άλλοι εξίσου αρχαίοι λαοί επιχείρησαν και επιχειρούν την ίδια προσπάθεια— παρουσιάζει, στην ελληνική περίπτωση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γενική ιστορία. Πρόκειται για ένα λαό που ο τρόπος της ζωής και της σκέψης του τον συνδέει, τόσο χάρη στην ίδια του τη βούληση όσο και χάρη σε αντικειμενικούς δεσμούς, με την παράδοση που αποτελεί τις βάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Έτσι, η νεοελληνική ιστορία προσφέρει ένα τυπικό παράδειγμα για τη μελέτη του φαινομένου, όπως η ελληνική γλώσσα, με την αδιάκοπη εξέλιξή της δίνει στο γλωσσολόγο το καλύτερο αντικείμενο μελέτης για τις ινδο- ευρωπαικές γλώσσες και τη γενική γλωσσολογία. Μ᾽ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε στους ξένους παρατηρητές καθώς και στους Έλληνες η ιδέα της «διαρκούς παρουσίας της Ελλάδος», ιδέα που, αν και είναι πάντα παρούσα σε κάθε αποφασιστικό στάδιο της πορείας του ελληνικού λαού προς την αυτογνωσία του, έχει ωστόσο συμβάλλει ευρύτατα στην παρέκκλιση της πορείας αυτής και στο θόλωμα της καθαρότητας του περιγράμματος της νεοελληνικής ιδεολογίας. Απαιτείται ήδη μεγάλη διαλεκτική προσπάθεια, που άλλα στοιχεία την δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο, για να συμφιλιωθούν οι εγγενείς αντι­φάσεις αυτής της ιδέας που διαπερνά πολιτισμικές πραγματικό­τητες και δομές διαφορετικές και αντιτιθέμενες: την παγανιστική και ανθρωπιστική Αρχαιότητα, όπου η απρόσωπη πόλη και ο πολίτης βρίσκονται σε αρμονική αλληλεξάρτηση· το ορθόδοξο Βυζάντιο, όπου το ανθρώπινο δεν υπάρχει παρά μέσα στο θείο και διαμέσου του θείου και όπου το άτομο είναι άπολυτα υποταγμένο στην προσωπική βούληση του μονάρχη.

Πράγματι, εκτός απ᾽ την έλξη της Αρχαιότητας και τη συνε­χή παρουσία του Βυζαντίου, έστω και μόνο μέσω της εκκλησίας ο ελληνισμός ήταν υποχρεωμένος να συνειδητοποιήσει, για να τις κυριαρχήσει, ανατολικές επιδράσεις· να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο πλέγμα των δεσμών του με του άλλους βαλκανικούς λαούς, με τους οποίους έχει ζήσει σ᾽ επαφή για αιώνες στη βυζαντινή, στην ορθόδοξη και στην οθωμανική κοινότητα· τέλος, να βρει τον εαυτό του στην οικουμενικότητα της δυτικής παιδείας, προς την οποία, παρά τις οποιεσδήποτε αντίροπες τάσεις, τον έφερναν, μόλις συγκροτήθηκε σε έθνος, οι γεωγραφικές και οικονομικές του σχέσεις καθώς και η ελληνική του παράδοση, που την ξανά­βρισκε μέσα στις αρχές της δυτικής σκέψης και που τον βοηθούσε να τις αφομοιώσει για τις δικές του δημιουργίες.

Αυτή η πολλαπλότητα των παραγόντων, διαφορετικών ή αντίθετων, όπου η νεοελληνική σκέψη βρέθηκε περιπλεγμένη, είναι στη βάση της αντίφασης που διαπιστώνουμε συχνά στην εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας, αντίφαση που την εκμεταλλεύτηκαν διάφορες κοινωνικές ομάδες στις συγκρούσεις τους και που την επιδείνωσε η άμεση ανάμιξη στην πολιτική ζωή της Ελλάδας των μεγάλων δυνάμεων που ανταγωνίζονται στη νοτιο- δυτική Ευρώπη και στην Εγγύς Ανατολή. Δεν υπάρχει άρα τίποτε το εκπληκτικό στο ότι η νεοελληνική ιστορία είναι τόσο ισχυρά ση­μαδεμένη από προόδους και υποχωρήσεις, καθώς και από εξάρσεις που ανακόπτονται απότομα για λόγους ξένους προς την εσωτερική εξέλιξη του Έθνους.

Εισαγωγή

Η γένεση του έθνους

Η εσωτερική κρίση της βυζαντινής αυτοκρατορίας αρχίζει πολύ πριν από την εμφάνιση του τουρκικού κινδύνου. Από τον ια´ και κυρίως στο ιβ´ αι. η ανεξαρτησία των ισχυρών γαιοκτημόνων και της στρατιωτικής αριστοκρατίας αυξανόταν αδιάκοπα και οδήγησε, κατά το ιδ´ και ιε´ αι., στη διοικητική αποκέντρωση και στην εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας —φαινόμενα που θυμίζουν ορισμένες όψεις του δυτικού φεουδαλισμού. Η φραγκική κατάκτηση δεν έκαμε τίποτ᾽ άλλο παρά να ολοκληρώσει την οργανική εξέλιξη της αυτοκρατορίας. Η αποκέντρωση αυτή που συνοδεύτηκε μ᾽εμφυλίους πολέμους και πολιτικοκοινωνικές διαταραχές καθώς και μ᾽ εξωτερικά χτυπήματα, προετοίμασε την πτώση του Βυζαντίου. Την ίδια εποχή, μέσα κι έξω από την αυτοκρατορία, διαμορφώνονταν τα βαλκανικά έθνη που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους και που δημιούργησαν τα νεότερα βαλκανικά κράτη. Την ίδια εποχή και το ελληνικό στοιχείο της βυζαντινής αυτοκρατορίας παίρνει συνείδηση του εαυτού του. Οι πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές του Βυζαντίου στην εποχή των Παλιολόγων επιτάχυναν την εξέλιξη. Τα μικρά κράτη και οι φραγκικές και ελληνικές ηγεμονίες, που δημιουργήθηκαν ύστερα᾽ από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, έρχονται σε διαμάχες αναμεταξύ τους και διεκδικούν από τον αυτοκράτορα την εξουσία. Ακόμα και οι διοικητές των βυζαντινών επαρχιών ξεφεύγουν από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας και καταλήγουν να γίνουν σχεδόν ανεξάρτητοι. Από τ᾽ άλλο μέρος, η μεσαία τάξη των μεγάλων πόλεων, οι πλούσιοι έμποροι και τεχνίτες, καθώς και οι ανώτεροι υπάλληλοι που, κιόλας απ´τον ια´αι., βρίσκονται σε αντίθεση με τη στρατιωτική αριστοκρατία. Εκδηλώνουν χωριστικές τάσεις. Για το λόγο αυτό η κεντρική κυβέρνηση, παρά τον απολυταρχισμό της, υποχρεώθηκε να παραχωρήσει διάφορα προνόμια στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας —όπως στην Αδριανούπολη, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Ιωάννινα, Μονεμβασία— που μερικές απ᾽αυτές γνώρισαν μια πραγματική κοινοτική διοίκηση. Η Κωνσταντινούπολη έπαψε να είναι το μοναδικό κατευθυντήριο κέντρο του Ελληνισμού· δημιουργήθηκαν αντίθετα πολλές εστίες, πολιτικές και πνευματικές, στις επαρχίες που αντιστοιχούσαν στις περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, όπου οι ελληνικές παραδόσεις ήταν πιο ζωντανές και η ανάμνηση της κλασικής Αρχαιότητας πιο άμεση.

Ο τεμαχισμός της Αυτοκρατορίας και η διοικητική αποκέντρωση αφήνουν ελεύθερα τα λαϊκά στοιχεία που είχαν διατηρήσει τις ελληνικές παραδόσεις και που ως τότε καταπιέζονταν απ᾽τις ανατολικές, ρωμαϊκές ή υπερεθνικές κατευθύνσεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι διανοούμενοι του Βυζαντίου αρχίζουν να επηρεάζονται όχι μόνο απ᾽τον τύπο, αλλά κι από το πνεύμα της αρχαίας γραμματείας· αυτή η γόνιμη επαφή προκαλεί την αναγέννηση των Παλαιολόγων που προηγείται απ᾽την αναγέννηση της Δύσης και που ως ένα σημείο, συμβάλλει σ᾽αυτήν. Εδώ βρίσκεται μιά απ᾽τις πρώτες εκδηλώσεις της εμφάνισης κάποιας ελληνικής συνείδησης, που θα ενισχυθεί κι από άλλα στοιχεία: ο αγώνας για τη Μεσόγειο φέρνει σ᾽ άμεση αντίθεση τους Έλληνες εμπόρους με τους δυτικούς (Βενετούς, Γενοβέζους και άλλους)· η ίδρυση των εθνικών βαλκανικών κρατών (βουλγαρικού, σερβικού, ρουμανικού, ουγγρικού), τα εθνικά κινήματα στη Μικρά Ασία (επανάσταση των Αρμενίων του 1158), η ύπαρξη των μικρών φραγκικών κρατών, όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν βαθύτερη τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε Έλληνες και σ᾽άλλους λαούς που ανήκουν ή ανήκαν στην Αυτοκρατορία και κάνουν να ωριμάσει βαθμιαία η ιδέα ενός εθνικού ελληνικού κράτους. Οι ενδείξεις για την εθνική συνειδητοποίηση είναι πολλές: παράλληλα με την κλασική γλώσσα χρησιμοποιείται τώρα στη λογοτεχνία η λαϊκή, που ήδη απ᾽τις αρχές του ια᾽ αι. είχε πάρει τη νεότερη φυσιογνωμία της. Η λέξη «Έλλην» που είχε χάσει το αρχαίο της νόημα για να σημάνει τον ειδωλολάτρη, ξαναβρίσκει την πρώτη σημασία της και αντικαθιστά τον όρο «Ρωμαίος». Τα ελληνικά κράτη, όσα ιδρύονται μετά τη φραγκική κατάκτηση, είναι «νέα ελληνικά» στ᾽ όνομα, στην οργάνωση και στη σύλληψη. Η Αυτοκρατορία της Νικαίας ονομάζεται «Ελληνικό Βασίλειο», ακόμα και το ίδιο το Βυζάντιο αποκαλείται «Ελληνικό Κράτος» κι ο «Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων» αρχίζει να χρησιμοποιεί τον τίτλο «Βασιλεύς των Ελλήνων».

Έτσι, όταν οι Τούρκοι το 1453 καταλύουν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σταθεροποιούν την κατάκτηση της Βαλκανικής Χερσονήσου, συναντούν νέα έθνη που δε θα πάψουν ποτέ ν᾽αντιστέκονται στην επέκτασή τους. Η αντίσταση αυτή θα χαρακτηρίσει όλη την εποχή της τουρκικής κυριαρχίας.

ByzantineEmpire1265_el.svg.png
Το Δεσποτάτο της Ηπείρου και τα άλλα κράτη που προέκυψαν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως ήταν κατά το 1265. (wikiwand)

Κεφάλαιο Πρώτο

Ο Ελληνισμός υπό την ξένη κατάκτηση

I. Η φραγκική κυριαρχία

Η Φραγκική διείσδυση στην Ανατολή αρχίζει με την πρώτη σταυροφορία (1096-1099). Το αποτέλεσμα των επόμενων σταυροφοριών ήταν η κατάκτηση εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είτε καθαρά ελληνικών ή κατοικημένων κατά πλειοψηφία από Έλληνες: στην τρίτη σταυροφορία ιδρύθηκε το Βασίλειο της Κύπρου υπό τους Λουζινιάν (1192)· η τέταρτη σταυροφορία κατέληγε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) και το μοίρασμα της Αυτοκρατορίας ανάμεσα στους Σταυροφόρους. Η Κωνσταντινούπολη με τη Θράκη αποτέλεσε τη Φραγκική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης (1204-1261)· στη Μακεδονία σχηματίστηκε το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης (1204-1224)· η κεντρική Ελλάδα διαιρέθηκε σε βαρωνίες, ενώ η Πελοπόννησος αποτέλεσε το Πριγκηπάτο του Μορέως, το σπουδαιότερο στην Ελλάδα φραγκικό κράτος ύστερ᾽από τις βενετικές κτήσεις. Πραγματικά, η Βενετία υπήρξε ο αληθινός κυρίαρχος στην Ανατολή και η παρουσία της επιβλήθηκε για αιώνες, παράλληλα με την παρουσία των Τούρκων. Η Βενετία κυρίαρχη άμεσα ή έμμεσα στα νησιά του Αιγαίου και στις περισσότερες ελληνικές ακτές. Η Εύβοια, οι Κυκλάδες, τα Ιόνια νησιά, η Κρήτη, η Κύπρος απ᾽το 1489, αποτελούσαν λίγο η πολύ βενετικές κτήσεις. Εκτός απ᾽τις μεγάλες αυτές περιοχές, μια σειρά ναυτικών βάσεων, η Μεθώνη, η Κορώνη, η Θεσσαλονίκη, αργότερα το Ναύπλιο και το Άργος, η Ναύπακτος, η Αίγινα, η Μονεμβασία, ακόμα εμπορικές συνοικίες στην ίδια την Κωνσταντινούπολη και άλλα εμπορεία εξασφάλιζαν στη Βενετία τη θαλασσοκρατία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Γένοβα, η μεγάλη αντίπαλος της Βενετίας, φρόντισε κι εκείνη απ᾽το ιγ´αι., να εξασφαλίσει το μερίδιό της της στη λατινική μοιρασιά. Στο ιε᾽αι., τα νησιά Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Λήμνος, Χίος, Σάμος, Ικαρία και τα λιμάνια της Αίνου στη Θράκη και της Φώκαιας στην Ιωνία, βρίσκονται στην εξάρτησή της, υπό διάφορες μορφές. Ακόμα διέθετε κι αυτή την ανεξάρτητη συνοικία της στο Πέραν (ή Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης) και σημαντικά εμπορεία στη Μαύρη Θάλασσα και στην Κριμαία. Τέλος οι Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου κατείχαν απ᾽το 1308 τη Ρόδο με τα γειτονικά νησιά.

Eugène_Ferdinand_Victor_Delacroix_012.jpg
Η πρώτη Άλωση (1204)  wikiwand

Η εξάρθρωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεν επέφερε και την εξάρθρωση του Ελληνισμού. Η εκκολαπτόμενη ιδέα της εθνικής ενότητας είχε ήδη αρκετά αναπτυχθεί, έτσι που να επιτρέπει τη συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων γύρω από τοπικούς αρχηγούς και τη δημιουργία πυρήνων αντίστασης. Εκτός απ᾽τις μικρές, πρόσκαιρες, ελληνικές ηγεμονίες, τα τρία ανεξάρτητα κράτη που ιδρύθηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αυτοκρατορία της Νίκαιας, [βλ. Χείλων-Βυζαντινή Αυτοκρατορία Νικαίας] η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, έταξαν στον εαυτό τους δύο συγκεκριμένους σκοπούς: να διώξουν τους Φράγκους και ν᾽ αποκαταστήσουν, καθένα για λογαριασμό του, την ενότητα της Αυτοκρατορίας, πράγμα που θα σήμαινε την ενοποίηση του Ελληνισμού. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος πέτυχε ν᾽ ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη (1261) και η αναστημένη Αυτοκρατορία έζησε ακόμα δύο αιώνες. Αλλά παρά τα φαινόμενα και τη θέληση της κεντρικής κυβέρνησης να διατηρήσει τις αυτοκρατορικές παραδόσεις η «Αυτοκρατορία» των Παλαιολόγων δεν είνα, στην πραγματικότητα, παρά ένα εθνικό ελληνικό κράτος, που μπροστά στις επιθέσεις των Σέρβων, Βουλγάρων και Τούρκων αναγκάζεται να εγκαταλείψει την αυτοκρατορική ιδέα και να περιχαρακωθεί πίσω από την εθνική ιδέα για να υπερασπιστεί και να διασώσει ό,τι απέμεινε απ´τον Ελληνισμό. Τα ίδια ίσχυσαν και για την «Αυτοκρατορία» της Τραπεζούντας κι ακόμα περισσότερο για το δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μορέως που δημιουργήθηκε το 1262, μετά τη νίκη του Μιχαήλ Παλαιολόγου κατά των Φράγκων της Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Η σημασία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και του δεσποτάτου του Μορέως για τον Ελληνισμό είναι πολύ μεγαλύτερη απ᾽την αντίστοιχη της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης την ίδια εποχή. Σ᾽αυτά τα κράτη της Ελλάδας εμφανίζονται πιό καθαρά ορισμένοι θεσμοί: χειραφέτηση πόλεων, εμβρυώδης αυτοδιοίκηση αγροτικών κοινοτήτων —οι ελεύθεροι αγρότες εδώ είναι πιο πολυάριθμοι από αλλού— επίδραση του εθιμικού δίκαιου στο επίσημο βυζαντινό δίκαιο και η νέα θεωρία ενός εθνικού ελληνικού κράτους, γεγονότα που αναγγέλουν πολιτικούς σχηματισμούς συγγενέστερους με τα κράτη της Ιταλικής Αναγέννησης παρά με την παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ολ᾽αυτά τα ελληνικά κράτη, μ᾽όλες τις διαμάχες τους, κατόρθωσαν να εκμηδενίσουν σχεδόν την φραγκική κατοχή και να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σ᾽όλο το ελληνικό τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου. Στο τέλος του ιε᾽αι. Δεν απόμεναν στους Φράγκους παρά τα νησιά και μερικές παραλιακές θέσεις. Η ιδέα της πολιτικής ενότητας των Ελλήνων κέρδιζε αδιάκοπα έδαφος. Χωρίς τις τουρκικές κατακτήσεις, αυτά τα κράτη θα μπορούσαν να παίξουν για τη διαμόρφωση της νεότερης Ελλάδας το ρόλο που έπαιξαν τα ιταλικά κράτη για τη διαμόρφωση της Ιταλίας. Η τουρκική κατοχή, αποχωρίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμού απ᾽την κοινότητα των ευρωπαϊκών λαών της Μεσογείου, επιβράδυνε για μερικούς αιώνες μια εξέλιξη που ωστόσο δεν σταμάτησε καθόλου.

Byzantine_Greek_Soldiers_Alexander_Manuscript_Thessaly.jpeg
Από το λήμμα: Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (wikiwand)

Το ίδιο αντιστασιακό πνεύμα εμψύχωνε τους Έλληνες, όσοι έμεναν κάτω απ᾽τη φραγκική κατοχή. Η διοίκηση των κατακτημένων χωρών, που καταργούσε κάθε τοπική αυτονομία, ακόμα και την εκκλησιαστική, κι η συστηματική εκκμετάλευση της χώρας δυνάμωναν τα μίση ανάμεσα σε Λατίνους και Έλληνες και διευκόλυναν τις τουρκικές κατακτήσεις. Μόνο η ρεαλιστική Βενετία ήξερε να προσαρμόζει τη διοίκησή της στις τοπικές ιδιορυθμίες. Έτσι δεν κατάργησε τις ορθόδοξες επισκοπές στην Πελοπόννησο, επέτρεψε την αποκατάσταση των επισκοπών της Κεφαλονιάς και των Κυθήρων κι έκλεισε τις ανατολικές της κτήσεις στην Ιερή Εξέταση, στους Ιησουίτες και στην Εταιρεία «De propaganda fide». Η Βενετία συγκέντρωνε τις προσπάθειές της στην τήρηση της εσωτερικής τάξης, στην εξωτερική άμυνα και στην οικονομική εκμετάλλευση της αυτοκρατορίας της. Γι᾽αυτό το λόγο επέβαλε βαριά και αυστηρά συγκεντρωτική διοίκηση (το regimen), αλλά, σύγχρονα, εξασκούσε στενή επιτήρηση με τους απεσταλμένους της επιτρόπους (sindici ad partes levantis) για να περιορίσει τις καταχρήσεις των τοπικών αρχών. Ακόμα κατάφερε, κι αρκετά σύντομα μάλιστα, να ελίσσεται μπροστά στην αντίσταση των Ελλήνων υπηκόων της, αναγνωρίζοντας ορισμένα τοπικά προνόμια, όπως στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη. Άλλωστε οι συνεχείς εξεγέρσεις που υπέθαλπτε η κρητική αριστοκρατία στη διάρκεια του ιγ᾽και ιδ᾽αι. (η σπουδαιότερη είναι των ετών 1270-1299) ανάγκασαν τη Βενετία ν᾽αναγνωρίσει στους Κρητικούς άρχοντες προνόμια παρόμοια με της βενετικής αριστοκρατίας. Το ίδιο έγινε και στα Ιόνια νησιά, όπου η ντόπια αριστοκρατία, απ᾽την αρχή, δε διέφερε καθόλου απ᾽τη βενετική. Έτσι η ντόπια αριστοκρατία κατέληξε να γίνει αλληλέγγυα με τον κατακτητή και το καλύτερο στήριγμά του. Οι αγρότες, στην πλειοψηφία τους δουλοπάροικοι των ξένων και ντόπιων ευγενών ή ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες, υπάγονταν σε επαχθείς επιβαρύνσεις, υποχρεώσεις και αγγαρείες που οι πιό βαριές ήταν η υπηρεσία στις γαλέρες, στις φρουρές (εναντίον των επιθέσεων των πειρατών ή των Τούρκων) και η καταναγκαστική εργασία στα οχυρωματικά έργα. Ο αστικός πληθυσμός εξαιρούνταν απ᾽τις υποχρεώσεις αυτές, αλλ᾽η οικονομική του δραστηριότητα ήταν περιορισμένη στο έπακρο. Η Δημοκρατία εφάρμοζε στις κτήσεις της τον αυστηρότερο μερκαντιλισμό: όλο το εξωτερικό εμπόριο έπρεπε να περνά απ᾽τη Βενετία και να διεξάγεται από Βενετούς εμπόρους και με βενετικά πλοία. Γι αυτό το λόγο στις χώρες τις κατεχόμενες απ᾽τη Βενετία, το αντιστασιακό πνεύμα αναπτύχθηκε μόνο στους χωρικούς και στους απλούς αστούς κι οι εξεγέρσεις πήραν πάντα χαρακτήρα κοινωνικό εναντίον της ντόπιας αριστοκρατίας. Στη διάρκεια των ταραχών του 1458-1463 στην Κρήτη, μόνο ένας ασήμαντος αριθμός αρχόντων δεύτερης σειράς πήρε το μέρος των επαναστατημένων· κατά την εξέγερση των αγροτών και των κατοίκων του Ρεθύμνου και των Σφακιών (1563-1573) ένα μέρος της ντόπιας αριστοκρατίας βοήθησε τη Βενετία να καταπνίξει την εξέγερση. Στα Ιόνια νησιά είναι συχνές οι αγροτικές εξεγέρσεις.

Τα κεντρικά γραφεία της Propaganda Fide στη Ρώμη. (wikipedia)

II. Η οθωμανική κυριαρχία

Α. Η οργάνωση του έθνους (1300-1715)

1. Οι τούρκικες κατακτήσεις

Οι κατακτήσεις των Οθωμανών Τούρκων αρχίζουν αρκετά πριν απ᾽ την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στα χρόνια 1301 και 1337, χρονολογία της κατάληψης της Νικομήδειας, όλη η Μ. Ασία έπεσε στην κυριαρχία τους. Επωφελούμενοι απ’ τις δυσχέρειες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κυρίως απ’ τους εμφύλιους πολέμους την εποχή της βασιλείας του Καντακουζηνού, που δε δίστασε να τους καλέσει σε βοήθειά του, οι Τούρκοι παίρνουν την Καλλίπολη τό 1354· με την εγκατάστασή τους έτσι στην Ευρώπη, κατάκτησαν βαθμιαία τα Βαλκάνια. Η Θράκη, η Μα­κεδονία, η Θεσσαλία, η Ήπειρος πέφτουν διαδοχικά στα χέ­ρια τους. Στα 1369 παίρνουν την Αδριανούπολη, που γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και το 1430 τα Ιωάννινα και τη Θεσσαλονίκη. Τα σερβικά και βουλγαρικά κράτη υφίστανται την ίδια τύχη. Δυό δυτικές σταυροφορίες ορ­γανωμένες απ᾽τον πάπα δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Οι στρατοί των σταυροφόρων εξοντώθηκαν στις μάχες της Νικόπολης (1396) και της Βάρνας (1444). Η Κωνσταντινούπολη υπέκυψε το 1453 ύστερα από αντίσταση δυό μηνών και πάνω. Μόνο μια ισχυρή δυτική συμμαχία θα μπορούσε στο εξής να σταματήσει τους Τούρκους. Αλλ᾽ η Γένοβα κι η Βενετία, οι περισσότερο ενδιαφερόμενες δυνάμεις, προτίμησαν ν᾽αποχτήσουν εμπορικά προνόμια στην Οθωμανική αυτοκρατορία παρά να έρθουν σε πόλεμο μαζί της. Ο Μωάμεθ ήταν έτσι ελεύθερος να υποτάξει τους ανεξάρτητους Τουρκομάνους πρίγκιπες της Ασίας, να συντρίψει την τελευταία Χριστιανική αντίσταση του Σκεντέρμπεη και να καταλάβει την Αλβανία (1457), να πάρει τα μικρά γειτονικά νησιά της Κωνσταν­τινούπολης και να συμπληρώσει την κατάκτηση των ελληνικών χωρών. Το 1458-1459 καταλύει το Δουκάτο των Αθηνών κι επωφελούμενος απ’ τις διαμάχες ανάμεσα στους δεσπότες του Μυστρά, κυριεύει το Ελληνικό Δεσποτάτο (1461). Τον ίδιο χρόνο, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έπεφτε στα χέρια των Τούρκων. Οι συνθήκες ειρήνης που υπήρχαν ανάμεσα στους Τούρ­κους, τη Γένοβα και τη Βενετία δεν εμπόδισαν τις επιθέσεις του Μωάμεθ. Ο τουρκικός στόλος έκανε συχνές επιδρομές στο Αιγαίο και το 1462 κατέλαβε τη Μυτιλήνη. Η Βενετία κατανόησε τότε ότι έπρεπε να πάρει μέρος στη σταυροφορία που κήρυττε η Αγία Έδρα με την προτροπή του Βησσαρίωνα. Οι δυο τουρκοβενετικοί πόλεμοι απ᾽ το 1463 ως το 1502 είχαν σαν αποτέλεσμα να κατα­κτήσουν οι Τούρκοι την Εύβοια (1470) και βενετικές θέσεις στην Πελοπόννησο. Οι τουρκικές κατακτήσεις στην Ελλάδα συνεχί­στηκαν με ρυθμό σχετικά γρήγορο ως τις αρχές του ιη’ αί. Οι δυο μεγάλοι σουλτάνοι του ις’ αι., ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520 – 1566) κι ο Σελίμ Β’ (1566 – 1574) κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Ιωαννίτες, τους Βενετούς και τους Γενοβέζους απ᾽ όλη την Ανατολική Μεσόγειο: η Ρόδος (1522), η Χίος (1566), η Κύπρος (1570 – 1571), το Δουκάτο της Νάξου με τις Κυκλάδες (1579) γίνονταν τουρκικές κτήσεις. Μόνο η Κρήτη έμενε ακόμη στους Βενετούς. Στη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων απ᾽ το 1645 ως το 1715, οι Τούρκοι θα συμπληρώσουν την κατάκτηση των ελληνικών χωρών. Με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), που έβαζε τέλος στον πρώτο απ’ αυτούς τους μακρούς πολέμους, οι Τούρκοι γίνονταν οριστικά κάτοχοι της Κρήτης πού είχαν αρχίσει να την κατακτούν απ᾽ το 1645· ωστόσο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Πελοπόννησο και την Αίγινα στους Βενετούς οι οποίοι τις είχαν κυριεύσει στη διάρκεια των επιχειρήσεων του 1685-1687. Η βενετική κατοχή της Πελοποννήσου κράτησε ως το 1715, οπότε οι Τούρκοι ανακατέλαβαν οριστικά τη χώρα. Μόνο τα Ιόνια νησιά θα μείνουν στους Βενετούς.

Trevi_-_ss_Apostoli_-_tomba_Bessarione_1120723.JPG
Μνημείο του Βησσαρίωνα στη Ρώμη (wikiwand)

2. Η ελληνική αντίσταση

Η εσωτερική αποσύνθεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που αδυνάτιζε την αντίσταση κατά της τουρκικής προώθησης, αποτελεί την πρωταρχική αιτία της ραγδαιότητας της τουρκικής κατά­χτησης. Μ᾽ όλα αυτά, η χριστιανική ιδέα, ενωμένη με την εκκολαπτόμενη εθνική ιδέα που συγχεόταν ακόμα με την ορθοδοξία, δημιούργησε πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης αντιστασιακά κινήματα, μερικά απ᾽ τα οποία ήταν αυθόρμητα, τα περισσότερα όμως είχαν προκληθεί απ᾽ τις σταυροφορίες των δυτικών δυνάμεων. Στη διάρκεια της περιόδου από το ιδ’ ως τις αρχές του ιη’ αι., η πρωτοβουλία των αντιστασιακών κινημά­των στις ελληνικές χώρες ανήκει στους τελευταίους βυζαντινούς άρχοντες, στους ανθρωπιστές, στους αξιωματούχους της Εκκλη­σίας και στους αρχηγούς των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων στην υπηρεσία της Δύσης (Βενετίας, Νεάπολης). Oι λόγιοι που κατέφυγαν στη Δύση δεν περιορίστηκαν μόνο σε φιλολογικές δραστηριότητες αλλά πήραν ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της εποχής τους κι έγιναν οι πιο ένθερμοι προπαγανδιστές μιας σταυ­ροφορίας κατά των Τούρκων. Ο Καρδινάλιος Bησσαρίων, που λίγο έλειψε δυό φορές να εκλεγεί πάπας, διέτρεξε την Ευρώπη σαν απεσταλμένος του Πίου Β’ για το σκοπό της σταυροφορίας, ενώ ο Ιωάννης Λάσκαρις εργάστηκε κι αυτός για την ίδια υπόθεση στην Ιταλία και στη Γαλλία. Η δραστηριότητα των προσφύγων εβρισκε ανταπόκριση στην Ελλάδα. Κατά τον τουρκοβενετικό πόλεμο του 1463-1479 ο Μιχαήλ Ράλλης κι ο Πέτρος Μπούας ξεσηκώνουν την Πελοπόννησο κι ύστερ᾽ από την ειρήνη, ο Κρο­κόδειλος Κλαδάς κρατά μόνος του τον αγώνα. Τα ρομαντικά σχέδια του βασιλια της Γαλλίας Καρόλου Η᾽ , που έχοντας αγοράσει απ’ τον Ανδρέα Παλαιολόγο τα δικαιώματα του στο θρόνο του Βυζαντίου επιδίωκε την ανάκτηση της Αυτοκρατορίας, βρίσκουν ευνοική απήχηση στους Έλληνες. Στη διάρκεια των πολέμων της Βενετίας απ᾽ το 1499 ως το 1502, ενόσω κρατούσαν σταυροφορίες του πάπα, της Ισπανίας και της Νεάπολης κι οι πόλεμοι της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και των πριγκίπων της Κεντρικής Ευρώπης εναντίον της Τουρκίας, οι Έλληνες εξεγέρθηκαν επανειλημμένα: το 1518 οι κάτοικοι της Χειμάρρας, το 1525-31 συνωμοσία στη Ρόδο. Η Πελοπόννησος κι η Ηπειρω­τική Ελλάδα εξεγέρθηκαν την ίδια εποχή, όταν ο παπικός στόλος πλησίασε στην Πελοπόννησο. Η συμμαχία του πάπα, του βασιλια της Ισπανίας και των Βενετών κι η νίκη των χριστιανών στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), όπου πέντε χιλιάδες Έλληνες υπηρέτησαν στο βενετικό στόλο, στάθηκαν η ευκαιρία για ένα καινούργιο ξεσήκωμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Μακεδονίας, των νησιών του Αιγαίου και της Πελοποννήσου με επικεφαλής τους αδελφούς Μελισσηνούς και με την υποστήριξη των Μανιατών. Η Ισπανία μέσω του Βασιλείου της Νεάπολης προκαλεί σειρά εξεγέρσεων στο τέλος του ις᾽ και τις αρχές του ιζ᾽ αι. Οι εξεγέρσεις αυτές εκτείνονται από τη Βλαχία, όπου ο Μιχαήλ ο Γενναίος πολεμά εναντίον των Τούρκων (1595 – 1601) με σύμβουλο το μητροπολίτη Τυρνόβου, Διονύσιο Ράλλη Παλαιολόγο και με σημαντικό αριθμό Ελλήνων στο στρατό του, ως τη Θεσσαλία, όπου ο αρχιεπίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ο Φιλόσο­φος κι ο επίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ ξεσηκώνουν την κεντρική Ελλάδα. Η στάση καταπνίγηκε γρήγορα, ο Σεραφείμ βρήκε μαρ­τυρικό θάνατο κι ο Διονύσιος κατέφυγε στην Ιταλία. Εκεί ήρθε σε σχέσεις με τον Κάρολο Β’ δούκα του Νεβέρ, απόγονο των Παλαιολόγων απ᾽ τη μητέρα του, ο οποίος βρισκόταν επίσης σε σχέσεις με άλλους Έλληνες αρχιερείς και προκρίτους εν όψει μιας εξέγερ­σης σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Όλα τα σχέδια του Καρόλου του Νεβέρ δεν απόληξαν παρά σε μια εξέγερση στην Ήπειρο το 1611, με επικεφαλής το Διονύσιο το Φιλόσοφο, που κι αυτή καταπνίγηκε αμέσως. Ο Διονύσιος πιάστηκε και γδάρθηκε ζωντανός. Οι μακροί πόλεμοι των Βενετών στο διάστημα 1645 – 1715 έδωσαν την ευκαιρία άλλων εξεγέρσεων, λιγότερο σημαντικών.

Gheorghe_Tattarescu_-_Oastea_lui_Mihai_Viteazu.jpg
Ο Μιχαήλ ο Γενναίος και ο στρατός του (wikiwand)

3. Τουρκική διοίκηση των κατακτημένων χωρών

Η Ελλάδα κι οι άλλες κατακτημένες βαλκανικές χώρες σχημά­τισαν μια διοικητική ενότητα, το Εγιαλέτι της Ρούμελης (Ευρωπαϊκής Τουρκίας) κάτω απ᾽ τη διοίκηση του Μπεηλέρμπεη της Ρούμελης. Το Εγιαλέτι της Ρούμελης διαιρούνταν σε σαντζάκια. Πολλά απ᾽ αυτά τα σαντζάκια ενώθηκαν αργότερα σε πασαλίκια ή βιλαέτια, που ο αριθμός τους ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές (24 ή 26 στο ιζ’ αι.). Τα σαντζάκια ή πασαλίκια διαιρούνται σε καζάδες. Όλα τα παραπάνω διαμερίσματα διοικούνται αντίστοιχα απ᾽ τους βαλήδες, τους πασάδες, τους σουμπασήδες και τα συμ­βούλιά τους (ντιβάνια), αποτελούμενα από το Μουλλά, τους καδήδες κι άλλους τούρκους υπαλλήλους. Ορισμένες περιοχές, που δόθηκαν σαν προνομιακές κτήσεις σε διάφορα πρόσωπα ή σε θρη­σκευτικά ιδρύματα, εξαρτώνταν άμεσα απ᾽ τους δικαιούχους και διοικούνταν από βοεβόδες διορισμένους απ᾽ αυτούς.

 

 

Rumelia_Eyalet,_Ottoman_Empire_(1609).png
Εγιαλέτι της Ρούμελης 13651867 (wikiwand)

4. Κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία

Η νομική θέση των υποταγμένων χριστιανικών πληθυσμών καθορίστηκε σύμφωνα με την αρχή του Ισλαμικού νόμου, που αναγνώριζε το δικαίωμα ζωής και περιουσίας κι άφηνε ελεύθερη την άσκηση της λατρείας σ᾽ όσους λαούς είχαν δεχτεί χωρίς αντίσταση την οθωμανική κυριαρχία· σε αντάλλαγμα, τους υποχρέωνε να πληρώνουν κεφαλικό φόρο, τον αρχαίο αραβικό djizya, που οι χριστιανοί τον ονόμαζαν χαράτσι, λέξη προσδιοριστική κυρίως του έγγειου φόρου. Οι πρώτοι σουλτάνοι κατακτητές εφάρμοσαν γενικά αυτή την αρχή του ισλαμικού νόμου. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, όλη η γη η κατακτημένη με τη βία περιερχόταν στον σουλτάνο, που τη μοίραζε έναντι υπηρεσιών στους πολεμιστές του, τους γαζί, και στους διάφορους αξιωματούχους της αυτοκρα­τορίας. Οι παραχωρήσεις αυτές που ονομάζονταν ανάλογα με την έκτασή τους και τις υποχρεώσεις τους, χάσια, ζιαμέτια, γενικά, τιμάρια, περιλάβαιναν κάθε είδους εισοδήματα δημοσίου ή ιδιω­τικού χαρακτήρα (κρατικούς φόρους, δεκάτη, διάφορα δικαίωματα) προερχόμενα από πόλεις ή από την ύπαιθρο ή ακόμα από κρατικές επιχειρήσεις· επίσης εκτάσεις γης, απ᾽ όπου οι τιμαριώτες εισέπρατταν ορισμένα δικαιώματα, ή συγκροτημένα αγροκτήματα που καλλιεργούνταν από δουλοπάροικους, υπό την άμεση κατοχή και τη νομή του τιμαριώτη. Έτσι, στην Ασία, στη Θράκη, στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία το μεγαλύτερο μέρος των ευφόρων πεδιάδων πέρασε στους Τούρκους είτε με την μορφή πλήρους ιδιοκτησίας (mϋlk) είτε με τη μορφή τιμαρίων κάτω από ένα περίπλοκο καθεστώς εξαρτημένης νομής. Ένα άλλο τμήμα της γης δόθηκε στα θρησκευτικά ιδρύματα (βακούφια). Οι χριστιανοί αγρότες γίνονταν κολλήγοι καί δουλοπάροικοι των τιμαρίων, κάτω από οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που δεν έχουν ακόμη καθοριστεί αρκετά καλά. Στην αρχή της κατάκτησης οι Τούρκοι, γενικά, καταργούσαν τα δικαιώματα των Βυζαντινών και Φράγκων αρχόντων κι ελευθέρωναν τους αγρότες δουλοπά­ροικους, γεγονός που διευκόλυνε την κατάκτηση. Ήδη, όμως, απ᾽ το ιε’ αι. βλέπει κανείς σουλτάνους να μεταφέρουν υπόδουλους πληθυσμούς και να τους εγκαθιστούν σαν δουλοπάροικους (που αργότερα απελευθερώθηκαν) στις κτήσεις του στέμματος στη Θράκη και Μ. Ασία. Η γη που αφέθηκε στους χριστιανούς περιο­ριζόταν στις ορεινές περιοχές της Μακεδονίας και της Δυτικής Θεσσαλίας, στην Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόν­νησο και στα νησιά. Στις περιοχές αυτές, που κατακτήθηκαν αργότερα κι όπου οι Τούρκοι, εφοδιασμένοι ήδη με γαίες, ήταν πολύ λίγοι, ακόμα και εύφορες πεδιάδες αφήνονται στους χρι­στιανούς, και Έλληνες μεγαλογαιοκτήμονες εισέρχονται στην τουρκική ιεραρχία. Ακόμα, οι Τούρκοι άφησαν απ᾽ την αρχή της κατάχτησης στα μεγάλα ορθόδοξα μοναστήρια το μεγαλύτερο μέρος των απέραντων γαιών που κατείχαν. Αυτό αποτελεί ση­μαντικό γεγονός για τον ελληνισμό, γιατί εδώ βρίσκεται η αρχή της ισχύος των μονών αυτών, που ο οικονομικός τους ρόλος —ο πνευματικός τους μας είναι αρκετά γνωστός— αξίζει να εξεταστεί από πιο κοντά. Εκτός απ᾽ τους κολλήγους ή δουλοπάροικους των Τούρκων αγάδων και τιμαριωτών (μπέηδων, σπαχήδων, ζαΐμηδων) και τους επίμορτους γεωργούς των Ελλήνων γαιοκτη­μόνων, συναντούμε στη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας ανεξάρτητους μικροϊδιοκτήτες γεωργούς εγκατεστημένους σε ελεύθερα χωριά (κεφαλοχώρια) και προστατευόμενους από τον ισλαμικό νόμο, γιατί ο νόμος αυτός, που ενδιαφερόταν κυρίως για τη γη, απαγόρευε τη μετατροπή των ελεύθερων γαιών σε τσι­φλίκια —και αντίστροφα.

Greek_Janissaries_-_Greek_youths_who_are_being_converted_to_Islam_-_Young_Greeks_at_the_Mosque_-_oil_painting_on_canvas_-_Jean_Léon_Gérôme_-_1865.JPG
Από το λήμμα Ατζαμί ογλάν (wikiwand)

Οι επιβαρύνσεις στις οποίες υποχρεούνταν οι ραγιάδες [Reaya=ποίμνιον· δηλώνει γενικά τους οθωμανούς υπηκόους, ειδι­κότερα στους χριστιανούς συγγραφείς, τους μη μουσουλμάνους υπηκόους του σουλτάνου] ήταν στην αρχή πολύ λιγότερο βαριές απ᾽ τις αντίστοιχες βυζαντινές ή φραγκικές. Εκτός απ᾽ τον κεφαλικό φόρο, το χαράτσι, ο κύριος φόρος ο καταβαλλόμενος απ᾽ τους ραγιάδες ήταν η δεκάτη, βα­σικός έγγειος φόρος που με τον καιρό πήρε πολλές μορφές (Ουσρ, χαρατζί – εραζί κλπ.). Σ᾽ αυτούς ας προσθέσουμε τις οφειλές, που οι καλλιεργητές των τιμαρίων και των τσιφλικιών κατέβαλλαν στους κυρίους τους, και τους έμμεσους φόρους και δοσίματα. Ακόμα, οι ραγιάδες υπόκεινταν σε πολλές απαγορεύσεις και υπο­χρεώσεις: απαγόρευση ν᾽ ανεβαίνουν σ᾽ άλογο και να φέρουν όπλα· να χτίζουν καινούργιες εκκλησίες και να χρησιμοποιούν καμπάνες· η μαρτυρία τους δεν είχε αξία για τη δικαιοσύνη. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ειδικά ρούχα. Ορισμένες κοινότητες, μέσα σε δάση, ή κοντά σε στενά, έπρεπε να διατηρούν τοπικές φρουρές. Τα νησιά κι ορισμένα παραλιακά μέρη έπρεπε να δίνουν στον τουρ­κικό στόλο καθορισμένο αριθμό ναυτών (γαλιοντζήδες). Η πιο βαριά επιβάρυνση για τους χριστιανούς ήταν η στρατολόγηση των παιδιών τους ηλικίας έξι ως δεκαπέντε χρονών· εξισλαμιζό­μενα και προσαρμοζόμενα στα τουρκικά ήθη με τη θητεία τους σε ειδικά σχολεία, τα παιδιά αυτά γίνονταν ατζεμί-ογλάν κι έπειτα γενίτσαροι, το ουσιαστικό στοιχείο του οθωμανικού στρατού. Η δύναμη όμως αυτού του σώματος, που έδινε και τους ανώτερους υπάλληλους της Αυτοκρατορίας, έκανε τους Τούρκους να αντικαθιστούν τα δικά τους παιδιά με τα παιδιά των χριστιανών. Άλλωστε απ᾽ το τέλος του ις´ αι., όταν οι γενίτσαροι πήραν την άδεια να παντρεύονται, αρχίζει η διάβρωση του γενιτσαρικού στρατού, όπου μπορούσε να μπει όποιος ήθελε. Ακόμα, απ᾽ την εποχή κυρίως της μεταρύθμισης του Μουράτ Δ’ (1632), παραμέ­ρισαν και τις μαζικές στρατολογήσεις των παιδιών των μη μου­σουλμάνων,  παρά τη συνέχιση των μερικών στρατολογήσεων ως το ιη´ αι. Η εσωτερική εξέλιξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά τις μεγάλες κατακτήσεις του ις´ αι.: περιπλοκότητα της διοίκησης και εξώνηση των δημοσίων θέσεων· διασάλευση της ισορροπίας στο εσωτερικό του συστήματος των τιμαρίων χάρη στην αύξηση των τσιφλικιών και στην εξάπλωση του συστήματος της ενοικίασης των προσόδων, των φόρων και των κρατικών υπηρεσιών (mukataa)· οι δημοσιονομικές ανάγκες που αυξάνονταν πάντοτε, οι ταραχές των γενιτσάρων, οι αποκεντρωτικές τάσεις των πασάδων στις επαρχίες —αιτία εξασθένησης της αυτο­κρατορίας: όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρέασαν και την κατάσταση των χριστιανών. Ούτε ο ισλαμικός νόμος, ούτε οι αυτοκρατορικές διατάξεις σχετικά με τους ραγιάδες δεν εφαρμόζονταν τώρα με αυστηρότητα κι όλα εξαρτώνταν απ᾽ την αυθαιρεσία των πασάδων και των υπαλλήλων της Πύλης. Τα τιμάρια και κυ­ρίως τα τσιφλίκια, που στο τέλος έγιναν κληρονομικά, αποροφούσαν βαθμιαία τις ανεξάρτητες ιδιοκτησίες των ραγιάδων. Σημαντικός αριθμός χριστιανών, κυρίως στην Ήπειρο, Κρήτη και Μ. Ασία, εξαναγκάστηκε να προσχωρήσει στο Ισλάμ. Οι περιπλοκότερες τώρα επιβαρύνσεις γίνονταν όλο και πιο αβάσταχτες. Ατέλειωτη σειρά ταχτικών και έκτακτων φόρων για τη συντή­ρηση του στρατού, τα αβαρίζ, βάρυναν ιδιαίτερα τους ραγιάδες, ενώ συγχρόνως δημιουργήθηκαν και νέες έμμεσες φορολογίες, οι μπιντάτ [Bida’t=νεωτερισμοί· bedeat στiς δυτικές πηγές].

800px-IV._Murat.jpg
Μουράτ Δ´ (wikiwand)

Ο ις´και ιζ´ αι. στάθηκαν στο σύνολό τους κρίσιμη εποχή για τους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι συνεχείς πόλεμοι που τους ακολουθούσαν σφαγές, εξισλαμισμοί, εξανδραποδισμοί και μαζικές μεταναστεύσεις στην Ιταλία, ελάττωσαν στο έπακρο τον ελληνικό πληθυσμό. Ένα μέρος των ακτών και πολλά νησιά ερημώθηκαν τελείως. Όσοι έμεναν στη χωρα —ο ελληνικός πληθυσμός σ᾽ όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία υπο­λογίζεται περίπου το 1700 σε 1.500.000— εγκατέλειπαν τις πε­διάδες για να καταφύγουν στα βουνά. Εντούτοις παρ᾽ όλες αυτές τις δυσκολίες, στη διάρκεια ακριβώς αυτών των δύο αιώνων οι Έλληνες προσπαθούσαν να οργανωθούν, επωφελούμενοι απ᾽ όλες τις δυνατότητες που τους άφηνε η τουρκική κατάκτηση και διοίκηση. Είναι η εποχή της προσαρμογής.

5. Η οργάνωση των Ελλήνων

Η κοινωνική και πολιτική δομή των Τούρκων, που στην αρχή της κατάκτησης τους προσέδινε το χαρακτήρα μιας κάστας απασχολημένης κυρίως με τον ιερό πόλεμο, άφηνε στους κατακτημένους λαούς το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις άλλες παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας, κάνοντάς τους έτσι απαραίτητους για τη λειτουργία της διοικητικής μηχανής της αυτοκρατορίας. Εδώ βρίσκεται η κοινωνική βάση των προνομίων που παραχωρήθηκαν στους υποταγμένους λαούς.

Καθώς ο ισλαμικός νόμος δε διέκρινε τους λαούς παρά μόνο σύμφωνα με τη θρησκεία τους, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, όπως άλλωστε και οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι, αποτέλεσαν μιά ξεχω­ριστή θρησκευτική κοινότητα, αναγνωρισμένη απ᾽ το κράτος σα νομικό πρόσωπο, με ανώτατο αρχηγό τον Πατριάρχη της Κων­σταντινούπολης, που διατηρούσε όλα τα προνόμια, όσα είχε αποκτήσει στην εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Τα προ­νόμια αυτά τα εγγυώταν μια σειρά σουλτανικών διατάξεων (φιρμάνια, αχτιναμέδες)· την πρώτη απ᾽ αυτές την εξέδωσε ο Μωά­μεθ Β´ υπέρ του πρώτου Πατριάρχη μετά την άλωση, Γενναδίου. Η εκκλησία απολάβαινε φορολογικές ατέλειες· τα προνόμια και οι δικαιοδοσίες της σχετικά με το αστικό δίκαιο, ιδιαίτερα το οικογενειακό, που ασκούσε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, διατηρήθηκαν κι επαυξήθηκαν. Οι αποφάσεις ήταν καταρχήν εκτελεστές με την εγγύηση των αρχών. Με την κατάκτηση της Βαλκανικής Χερσο­νήσου και κατόπιν όλων των χωρών της Εγγύς Ανατολής, η πνευματική και πολιτική δικαιοδοσία της «Μεγάλης Εκκλησίας» της Κωνσταντινούπολης επεκτάθηκε σ᾽ όλο τον ορθόδοξο κόσμο της Εγγύς Ανατολής. Ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης δεν παρουσιαζόταν μόνο σαν εθνικός αρχηγός (εθνάρχης) των Ελ­λήνων, αλλά σαν θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός όλων των ορθόδοξων λαών, συνεχίζοντας έτσι την ιδέα της καταλυμένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Γύρω απ᾽ το Πατριαρχείο συγκεντρωνόταν ό,τι απόμενε απ’ την παλιά βυζαντινή αριστοκρατία, στην οποία με τον καιρό ενσωματώθηκαν κι άλλα κοινωνικά στοιχεία. Η αριστοκρατία αυτή αναλάβαινε τα ανώτερα λαϊκά αξιώματα του Πατριαρχείου και συμμετείχε έτσι στη διοίκηση της Εκκλησίας και του Γένους. Μολονότι είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος απ᾽ τα πλούτη της, πήρε πολύ γρήγορα σπουδαία θέση στην οικονομική ζωή της αυτοκρατορίας, χάρη στα σημαντικά εισοδήματα που της πρόσφεραν τα εκκλησιαστικά αξιώματα και στο εμπόριο που εξασκούσε. Μετά την εκδίωξη των Γενοβέζων και των Βενετών απ᾽ τον Εύξεινο Πόντο και την απαγόρευση εκεί της ευρωπαϊκής ναυσιπλοΐας, όλο το εμπόριο πέρασε στα χέρια της. Παραπέρα, με τη βοήθεια των χριστιανών εξωμοτών, μεγάλο μέρος αυτής της αρι­στοκρατίας άρχισε ν᾽ αγοράζει το δικαίωμα της μίσθωσης των κρα­τικών φόρων, να γίνεται προμηθευτής της αυτοκρατορικής αυλής και να συνάπτει σχέσεις με τους ημιανεξάρτητους πρίγκιπες των παραδουνάβειων χωρών, γεγονός που επέτρεψε να διεισδύσει στην οικονομική ζωή των πλουσίων αυτών περιοχών. Άλλωστε, την ίδια εποχή και ειδικά χάρη στη σταθερότητα των τουρκικών κατακτήσεων στα βόρεια Βαλκάνια, ευρύνθηκε το πεδίο της εμπορικής δραστηριότητας των Ελλήνων. Οι έμποροι της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου μεταφέρουν τα σιτηρά, τα μαλλιά, τα δέρματα και το μπαμπάκι της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και τα προϊόντα της βαλκανικής ενδοχώρας ως τα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα και τα εμπορεία των Βενετών και Ραγουζαίων, που με τη σειρά τους τα εξάγουν στην Ιταλία. Από το ις´ αι. η δραστηριότητα αυτή εντείνεται με την εγκατάσταση των Γάλλων, έπειτα των Άγγλων κι άλλων δυτικών εμπόρων στην Ανατολή. Οι Έλληνες συνάπτουν τότε σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη κι επεκτείνουν το εμπόριό τους μέσω της Σερβίας, της Βουλγαρίας και των παραδουνάβειων χωρών ως την Ουγγαρία. Στη διάρκεια του ιζ´ αι. ιδρύθηκαν εμπορικοί οίκοι στη Θεσσαλονίκη, Δυρράχιο, Ραγούζα, Κωνσταντινούπολη κι αλλού. Εξάλλου, οι Έλληνες μετανάστες στις εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, την Πίζα, Γένοβα, Λιβόρνο και κυρίως στη Βενετία, συσπειρωμένοι σε παροικίες, συνεργάζονταν με τους Ιταλούς στο εμπόριό τους με την Ανατολή. Όλη αυτή η δραστηριότητα δημιουργούσε βαθμιαία στην Ελλάδα μια εύπορη τάξη, που διατηρώντας σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη μπορούσε να σπουδάζει, να μαθαίνει ξένες γλώσσες και γι᾽αυτό να γίνεται απαραίτητη στη διοίκηση των Τούρκων. Ο πυρήνας των βυζαντινών «αρχόντων» τροφοδοτούμενος μ᾽αυτούς τους νεοσύλλεκτους, αυξανόταν σε αριθμό και δύναμη: αναλάβαινε μέρος από τα εκκλησιαστικά αξιώματα· ασκούσε τα αξιώματα του Δραγουμάνου του (τουρκικού) στόλου και του Δραγουμάνου της Πόρτας από το τρίτο τέταρτο του ιζ´αι.· κατόπιν, απ᾽το 1709, το αξίωμα του ηγεμόνα-πρίγκιπα των παραδουνάβειων χωρών, και διαμορφωνόταν, σε ξεχωριστή κοινωνική ομάδα καλούμενη Φαναριώτες [βλ. Χείλων – Οι Φαναριώτες], απ᾽το όνομα της συνοικίας της Κωνσταντινούπολης όπου διέμενε.

Από τους πρώτους αιώνες κιόλας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συναντάμε στα χωριά και στις πόλεις τους πρόκριτους (echraf, arkan, ihtiyarlar=γέροντες, ayan) που αντιπροσωπεύουν τους υπηκόους —μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους— και παίρνουν μέρος μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοί­κησης στην κατανομή των φόρων και στο διακανονισμό των το­πικών υποθέσεων. Ο θεσμός αυτός παρουσιάζεται στο ις´ αι. σαν μια πραγματική κοινοτική και περιφερειακή διοίκηση, που η διοργάνωσή της κανονίστηκε και καθορίστηκε αργότερα με αλλεπάλληλες διατάξεις των σουλτάνων. Κάθε ελεύθερο χωριό (που δεν ανήκε σ᾽ ένα τσιφλίκι) είχε την τοπική του αυτοδιοίκηση. Ανάλογα με τη θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού του, ένα χωριό ή μιά κωμόπολη με μικρό αριθμό κατοίκων αποτελούσε μιά μόνο κοινότητα (μουσουλμανική ή μη μουσουλμανική στην περίπτωση που είχε ομοιογένεια πληθυσμού, μικτή στην περίπτωση που είχε ανάμικτο πληθυσμό)· στην περίπτωση πολυάριθμου και ανάμιχτου πληθυσμού αποτελούσε πολλές κοινότητες (μουσουλμα­νική-χριστιανική-εβραϊκή κλπ.), που η κάθε μια τους είχε τη δική της προσωπικότητα και τη δική της διοίκηση. Απ᾽ αυτό το γενικό σύστημα της περιφερειακής διοίκησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που η αρχή του και η εξέλιξή του χρειάζονται ακόμα να μελετηθούν, ξεκίνησαν και οι ελληνικές κοινότητες, οι οποίες, επωφελούμενες απ᾽ όλες τις δυνατότητες τις παρεχό­μενες απ᾽ το διοικητικό και φορολογικό σύστημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξελίχτηκαν με τον καιρό και πήραν μορφές όλο και πιό αναπτυγμένης αυτοδιοίκησης.

640px-Ioannis_Logothetis.jpg
Από το λήμμα Προεστοί (wikiwand)

Ο τρόπος της κατανομής των φόρων κατά φορολογικές περιοχές με βάση τη συλλογική ευθύνη και ο τρόπος είσπραξης με τη μέθοδο της εκμίσθωσης, επέτρεψε σε πλούσιους Έλληνες, που οι Τούρκοι τους είχαν αφήσει τις γαίες, να αγοράζουν αρχικά τους εκμισθωμένους φόρους και να γίνονται κατόπιν «πρόκριτοι» (κοτζαμπάσηδες) αυτών των κοινοτήτων, να διαμορφώνουν έτσι μιά ελληνική κοινοτική διοικητική ιεραρχία, παράλληλη με τη διοίκηση των κατακτητών. Οι πληθυσμοί που βρίσκονταν μέσα στα δάση ή κοντά στα στενά και ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν τοπικές φρουρές ή να εφοδιάζουν το στρατό, και άλλοι που είχαν αναλάβει την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου (της μαστίχας στη Χίο, των αργυρωρυχείων στα χωριά της Χαλκιδικής, του μεταξιού στα χωριά του Πηλίου) και ήταν υποχρεωμένοι να παρα­δίνουν ένα μέρος των εισοδημάτων τους στην τουρκική κυβέρνηση, αποχτούσαν σαν αντάλλαγμα φορολογικές ατέλειες που γρήγορα τις μετέτρεπαν σε κοινοτικές ελευθερίες. Πρέπει να προσθέσουμε τις προνομιακές κτήσεις: Αθήνα, Χίο, Ρόδο, και ορισμένα νη­σιά του Αιγαίου πελάγους, όπου οι χαλαρωμένοι δεσμοί με την κεντρική διοίκηση ευνοούσαν την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών· περιοχές ακόμη, όπως τα Ιωάννινα, υποταγμένες ύστερα από γραπτές συμφωνίες, που τους παραχωρούσαν ειδικά προνό­μια· τέλος τις ορεινές περιοχές όπως τη Χειμάρρα, τα Σφακιά στην Κρήτη και τη Μάνη, που έμεναν ανυπόταχτες, χωρίς να πληρώνουν παρά μόνο μιά γενική εισφορά, και που διοικούνταν από τους δικούς τους αρχηγούς. Οι πρόκριτοι (προεστοί, πρωτόγεροι, γέροντες, άρχοντες κλπ) αυτών των κοινοτήτων, εκλεγμένοι ή διορισμένοι σύμφωνα με ένα σύστημα δημοκρατικό, πρισσότερο ή λιγότερο τιμοκρατικό, ή αριστοκρατικό, ανάλογα με τις περιοχές, ασκούσαν όλα τα καθήκοντα μιας κοινοτικής διοίκησης, διενεργούσαν την κατανομή των φόρων και, σε συνεργασία με τις εκκλησιαστικές αρχές, ασκούσαν επίσης λειτουργίες αιρετοκριτών, παρεμβαλλόμενοι έτσι ανάμεσα στους Έλληνες υπηκόους και στις τουρκικές αρχές.

BoningtonArmatolos.jpg
Έλληνας αρματωλός, ελαιογραφία του Ρίτσαρντ Παρκς Μπόνινγκτον (1825). (wikiwand)

Η ανάγκη για τη διατήρηση της τάξης στη χώρα και για τη φύλαξη των στενών και των συνοριακών θέσεων ανάγκασε τους Τούρκους να καταφύγουν στη βοήθεια των χριστιανών κατοίκων των μερών αυτών και, κατά το παράδειγμα των βυζαντινών και μετέπειτα των Βενετών, να σχηματίσουν ειδικές πολιτοφυλακές αποτελούμενες αποκλειστικά από χριστιανούς, με αρχηγούς κάποτε Τούρκους ή Αλβανούς, δηλαδή τα σώματα των αρματολών (τουρκ. martolos) που τα συναντούμε από το ιδ´αι. στην Ανατολή κι αργότερα στα Βαλκάνια.

Η Εκκλησία, οι Φαναριώτες, οι κοινότητες, οι αρματολοί αποτελούν μορφές οργάνωσης του ελληνικού Έθνους συνδεόμενες λίγο ή πολύ με την τουρκική διοίκηση κι εκφράζουν το πνεύμα της προσαρμογής στις νέες συνθήκες της κατάκτησης. Στο πνεύμα αυτό αντιτίθεται η αυθόρμητη αντίσταση των αγροτών, κυρίως στις ορεινές περιοχές, που δημιούργησε απ᾽την αρχή ακόμα της κατάκτησης, ένα κίνημα, όλο και πιό ισχυρό, έξω απ᾽την τουρκική διοίκηση, ανάλογο με το κίνημα των χαϊντούκων στους άλλους βαλκανικούς λαούς, τους κλέφτες. Επρόκειτο για αντάρτες που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή Ελλήνων κυρίων τους και τις κάθε είδους κακώσεις των τουρκικών αρχών, κατάφευγαν στα βουνά, κι εκεί σχημάτιζαν οπλισμένες ομάδες που ζούσαν με τη λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλούσιων Ελλήνων γαιοκτημόνων, αλλά σέβονταν τον κλήρο και παρουσιάζονταν σαν προστάτες των αγροτών. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να έρθουν σε συμβιβασμό μ᾽ αυτές τις ομάδες ενσωματώνοντας μερικές στους αρματολούς. Αλλά το πέρασμα απ᾽ την κατάσταση του κλέφτη στην κατάσταση του αρματολού ή το αντίστροφο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Κλέφτες κι αρματολοί δημιούργησαν ένα τρόπο ζωής που θύμιζε με τις ασχολίες του —πόλεμο, αθλητικά παιχνίδια, γιορτές— τον τρόπο ζωής των ομηρικών ηρώων. Παίρνοντας μέρος στούς πολέμους εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο πλευρό των χριστιανικών δυνάμεων, ανάπτυσ­σαν βαθμιαία εθνική συνείδηση κι ενσάρκωναν την ένοπλη αντί­σταση του έθνους κατά του κατακτητή. Από το γεγονός αυτό έγιναν οι ευνοούμενοι ήρωες των λαϊκών βαλκανικών εποποιιών. Αυτοί θα δώσουν αργότερα τις ένοπλες δυνάμεις του πολέμου γιά την Ανεξαρτησία.

Makris_Dimitrios_Greek_Fighter.jpeg
Από το λήμμα Κλέφτες (wikiwand)

6. Η πνευματική ζωή

Γιά πολλούς αιώνες απ᾽ την εποχή του Αλεξάνδρου ώς το ια´ αι., ο επίσημος πολιτισμός, αλεξανδρινός στην αρχή, βυζαντινός μετέπειτα, απομακρυνόμενος όλο και πιό πολύ απ᾽ τη λαϊκή παρά­δοση, όχι μόνο με τη χρησιμοποίηση μιας γλώσσας που περισσό­τερο ή λιγότερο επιδέξια μιμείται την αρχαία ελληνική, αλλά και εξαιτίας του αριστοκρατικού και θεολογικού του πνεύματος, κατέ­ληξε ν᾽ αποξενωθεί τελείως απ᾽ τον ελληνικό λαό. Διαπιστώσαμε κιόλας ότι απ᾽ το ια´ αι. η λαϊκή παράδοση αρχίζει να εκδηλώνεται πιό ελεύθερα και να παίρνει σημαντική θέση στον επίσημο πολι­τισμό. Κατά τούς αιώνες των Παλαιολόγων και της ξένης κυριαρ­χίας, φραγκικής και τουρκικής, βρισκόμαστε μπροστά στην πάλη αυτών των δυό αντιτιθέμενων ρευμάτων: από το ένα μέρος η στατική παράδοση που στηρίζεται στην εξωτερική μίμηση της κλασικής Αρχαιότητας καί σ᾽ ένα τυπικό ορθόδοξο χριστιανισμό· από το άλλο, το ανανεωτικό πνεύμα, θεμελιωμένο στη λαϊκή παρά­δοση, εμπλουτισμένη από επαφές με ξένα στοιχεία, κυρίως δυ­τικά. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να συμφιλιωθούν και να ενοποιηθουν αυτά τα δυό ρεύματα, για τη δημιουργία ενός πολι­τισμού αληθινά εθνικού.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης είχε αναστείλει τις προσ­πάθειες αυτές, χωρίς όμως να τις καταστρέφει. Η Εκκλησία, όταν πέρασε το πρώτο χτύπημα τής κατάκτησης, θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων. Παρά τις διαμάχες ανάμεσα στο Πατριαρχείο και στην κάστα των αρχόντων της Κωνσταντινούπολης, η Εκκλησία παραμένει σ᾽ όλη την περίοδο απ᾽ το ιε´ως το τέλος του ιζ´  αι., η κατευθυντήρια δύναμη του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σ᾽ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ᾽ όλες τις εξεγέρσεις ακόμα και διευθύνοντάς τες (έχει να δείξει μεγάλο αριθμό νεομαρτύρων, που είναι σύγχρονα και ήρωες της χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης), ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή. Ήδη ο πρώτος Πατριάρχης Γεννάδιος ιδρύει την Πατριαρχική Σχολή που αναδιοργανώθηκε αργότερα. Κι άλλοι πατριάρχες θ᾽ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Το ουσιαστικό πρόβλημα που απασχολεί όλη την ελληνική σκέψη αυτή τη στιγμή είναι η υπεράσπιση της ορθοδοξίας, που συγχέεται περισσότερο από ποτέ με την εθνική ιδέα και που την απειλούν απ᾽τη μιά το Ισλάμ κι απ᾽την άλλη η καθολική προπαγάνδα. Τα απολογητικά και πολεμικά έργα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της φιλολογικής παραγωγής του πρώτου αιώνα της τουρκικής κυριαρχίας. Φυσιολογική αντίδραση ύστερα από μια τέτοια εθνική καταστροφή, η επάνοδος στη μελέτη της κλασικής Αρχαιότητας και ο ανθρωπισμός θεωρήθηκαν επικίνδυνα για την ενότητα της ορθοδοξίας. Ο Γεννάδιος γράφει εναντίων των ελληνιζόντων και του αρχηγού τους Πλήθωνα, που τα έργα του αναθεματίζονται και καίγονται. Ο ανθρωπισμός, εγκαταλειμμένος απ᾽την Εκκλησία, συνεχίζει ωστόσο, να καλλιεργείται απ᾽τους Έλληνες λογίους που κατέφυγαν στη Δύση. Όλοι τους σχεδόν είναι καθηγητές στα Πανεπιστήμια και γίνονται δάσκαλοι, φίλοι και συνεργάτες των πιό μεγάλων φυσιογνωμιών της Αναγέννησης, στην ιστορία της οποίας ανήκουν.

1280px-20111225_Phanar_Greek_Orthodox_College_Fenar_Istanbul_Turkey_Panoramic.jpg
Το κτίριο της Σχολής. Αποκαλείται συχνά και Κόκκινο Κάστρο λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης και του χρώματος. Στο θόλο πάνω από το κεντρικό κτίριο στεγάζεται το αστρονομικό παρατηρητήριο της Σχολής, που διαθέτει ένα παλιό τηλεσκόπιο. (wikiwand)

Μιά καινούργια περίοδος για την ανάπτυξη της νεοελληνικής παιδείας και σκέψης αρχίζει απ᾽τα μέσα του ις´ και εκτείνεται σ´ όλο το ιζ´ αι. Ο μεγάλος Πατριάρχης Ιερεμίας Β´ (1272-1595) που αναγνώρισε το νέο ρωσικό πατριαρχείο και εξάπλωσε την επιροή του σ᾽αυτή την πλούσια χώρα και που ήρθε σε σχέσεις με τις εκκλησίες της Μεταρρύθμισης, ασχολήθηκε επίσης με την εθνική εκπαίδευση, δημιουργώντας μεγάλο αριθμό σχολείων. Άλλωστε οι εμπορικές σχέσεις με τη Δύση, ιδιαίτερα με τη Βενετία όπου η ελληνική παροικία βρισκόταν σε άνθηση, και η εγκατάσταση των Ιησουϊτών στην Ανατολή (1853 στην Κωνσταντινούπολη, 1590 στη Χίο) με τα σχολεία τους έφεραν τους Έλληνες σ᾽ επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Οι σπουδαστές του ελληνικού κολλεγίου της Ρώμης, του ιδρυμένου απ᾽ την καθολική Εκκλησία το 1517, και των ελληνικών σχολείων της παροικίας της Βενετίας που ιδρύθηκαν στη διάρκεια του ιζ´ αι., ξαναγυρίζουν στην Ελλάδα φέρνοντας δείγματα του δυτικού πολιτισμού. Μεγάλος αριθμός ελληνικών βιβλίων τυπώνεται στα τυπογραφεία που ιδρύθηκαν από Έλληνες στη Βενετία. Τα κέντρα της παιδείας στην Ελλάδα πολλαπλασιάζονται. Σχεδόν παντού ιδρύονται ανώτερες και κατώτερες σχολές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η δραστηριότητα του πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη (1572 – 1638). Ισχυρό και φωτισμένο πνεύμα, ίδρυσε με τη βοήθεια πλούσιων Ελλήνων, όπως ο Μανολάκης Καστοριανός, πολλά σχολεία, εισήγαγε την τυπογραφία στην Κωνσταντινούπολη και με τις σχέσεις του με τους προτεστάντες και τους αγώνες του κατά των καθολικών συνέβαλε στη διεύρυνση της ελληνικής σκέψης ευνοών­τας την ελευθερία της έρευνας. Ευνόησε τη μετάφραση του Ευαγγελίου κι υπερασπίστηκε τον Αθηναίο Θεόφιλο Κορυδαλέα (1563 – 1646), που μπορεί να θεωρηθεί σαν πρόδρομος της ελεύθερης σκέψης στη νεότερη Ελλάδα. Ο Λούκαρης έπεσε θύμα των κατη­γοριών των καθολικών και θανατώθηκε απ᾽ τους Τούρκους το 1638. Ακόμα κι οι λόγιοι ουμανιστές που ζούσαν στο εξωτερικό αρχίζουν αυτή την εποχή να ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη Ελ­λάδα και τα προβλήματά της και να χρησιμοποιούν τη λαϊκή γλώσ­σα. Ο Λέων Αλλάτιος (1581- 1617), εκτός απ᾽ το φιλολογικό και θρησκευτικό του έργο, γράφει για τη σύγχρονη κατάσταση της Ελλάδας, μελετά τη Βυζαντινή ιστορία και τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Ο Νικόλαος Σοφιανός γράφει τό 1544 γραμ­ματική της λαϊκής γλώσσας και συνιστά τη μετάφραση των Ελ­λήνων κλασικών συγγραφέων στη νεοελληνική. Ακόμα περισσό­τερο, αρχίζουν να εκδίδονται πρακτικά εγχειρίδια αριθμητικής και δικαίου καθώς καί επιστολάρια, όλα στην ομιλούμενη γλώσσα.

Leone_Allacci_im_Collegio_Greco_Rom.jpg
Λέων Αλλάτιος (wikiwand)

Ενώ η λόγια παράδοση ασχολείται με την εθνική πραγματι­κότητα, η λαϊκή υψώνεται απ᾽ την ανώνυμη δημιουργία στην προσωπική. Η ανώνυμη λαϊκή δημιουργία, που ενώνει σε μιά ζωντανή σύνθεση στοιχεία απ᾽ όλες τις εποχές της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του Ελληνισμού και εκφράζει καθαρά τη συνέ­χεια του ελληνικού πολιτισμού, βρίσκει εκτός απ᾽ τα σταθερά θέματα της ανθρώπινης ζωής νέα ποιητικά θέματα συνδεμένα με όσα γεγονότα πήραν εξαιρετική σημασία στην εθνική ζωή, όπως η τύχη των Ελλήνων στο εξωτερικό (ξενιτιά), η δουλεία, οι αρματολοί, οι κλέφτες, η εθνική αντίσταση. Οι λαϊκοί θρήνοι για τις κατακτημένες απ᾽ τους Τούρκους πόλεις ανάμεσα στο ιγ´ και το ιε´ αι. κατέχουν εδώ ιδιαίτερη θέση. Αποτελούν τα πρό­τυπα που θα τα μιμηθούν οι πρώτες λαϊκής έμπνευσης προσωπικές πραγματοποιήσεις, δηλαδή οι θρήνοι για την άλωση της Κωνσταν­τινούπολης κι οι έμμετρες ιστορικές αφηγήσεις. Παράλληλα, άλλα χρονικά σε πεζό λόγο και λαϊκή γλώσσα θα συνεχίσουν τη λαϊκή βυζαντινή παράδοση. Ενώ ο φιλολογικός κύκλος που έχει για κέντρο την Κωνσταντινούπολη κι επεκτείνεται ως τις παραδουνάβειες χώρες συνεχίζει τη βυζαντινή παράδοση, στις περιοχές που κατέχουν οι «Φράγκοι» κι οι Βενετοί, στη Ρόδο, στ᾽ άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, στην Κύπρο και στην Κρήτη, αυτό το λαϊκό ρεύμα, σε άμεση επαφή με την Αναγέννηση, επεκτείνει τον ποιητικό του ορίζοντα και εντείνει την οξύτητα της καλλιτεχνικής του ευαισθησίας. Από την επαφή αυτή γεννήθηκε απ᾽ το ιε´ ως το ιζ´ αι. σειρά ποιητικών, κυρίως, έργων. Τα σπουδαιότερα είναι τα λογοτεχνικά επιτεύγματα της Κρήτης, που αποτέλεσαν τελειωμένες μορφές τέχνης (κρητικό θέατρο, το λυρικό έπος ο Ερωτόκριτος). Την ίδια εποχή ο Κρητικός Σκούφος (1644-1697) κι ο Κεφαλονίτης Ηλίας Μηνιάτης (1699-1714) παρουσιάζουν τα πρώτα δοκίμια έντεχνου πεζού λόγου.

Erotokritos_and_Arethousa.jpg
Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα σε πίνακα του Θεόφιλου. (wikiwand)

Β. Η εθνική αφύπνιση (1715-1821)

1. Οικονομική ανάπτυξη

Ο ιη´ αι. σημειώνει αποφασιστική στροφή στην εξέλιξη του ελληνικού έθνους. Με την κατάληψη της Πελοποννήσου το 1715 συμπληρώνεται η πολιτική ενότητα του Ελληνισμού κάτω απ᾽ τους Τούρκους. Η εποχή των συνεχών πολέμων στα Βαλκάνια, που παρέλυαν την οικονομική ζωή, έχει περάσει. Η σχετική ειρήνη —οι τουρκοβενετικές και ρωσοτουρκικές συγκρούσεις έχουν σύντομη διάρκεια— ευνοεί τη σταθερή εγκατάσταση στην Ανα­τολή του ευρωπαϊκού εμπορίου, που τώρα περνά σχεδόν ολοκλη­ρωτικά στα χέρια των δυό μεγάλων εμπορικών δυνάμεων της εποχής, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ένα άλλο φαινόμενο σημαντικό για τον ελληνισμό είναι ο μετατοπισμός σ᾽ αυτή την εποχή της εμπορικής δραστηριότητας από τις νότιες και νοτιοανα­τολικές περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς τις βορειό­τερες και βορειοδυτικότερες (δηλ. στη Μικρά Ασία και τα Βαλ­κάνια), όπου βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων. Η άνοδος του εξωτερικού εμπορίου των Δυτικών συμβάλλει στην ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου στα Βαλκάνια, που βρίσκεται σχεδόν καθ᾽ ολοκληρία στα χέρια των Ελλήνων (μόνο οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης τους έκαναν περιορισμένο ανταγωνισμό) και στην Ανατολή, όπου το μοιράζονταν με τους Αρμενίους. Η Σμύρ­νη κι η Θεσσαλονίκη γίνονται οι οικονομικές πρωτεύουσες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αναπτύσσονται κι άλλα εμπορικά κέντρα, τα Ιωάννινα, η Αρτα, η Πάτρα, το Ηράκλειο, η Χίος κλπ. Στη Δυτική Ευρώπη, στη Γερμανία και στην Αυστρία, αργότερα στη νότια Ρωσία (Οδησσός) και στη Γαλλία (Μασσαλία) δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες που δεν αποτελουνται πια από πρόσφυγες, όπως οι παροικίες της προηγούμενης εποχής, αλλ᾽ από εμπορευόμενους που πέρασαν απ᾽ το παθητικό στο ενεργητικό εμπόριο. Ο εμπορικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους Δυ­τικούς υποχρεώνει τους τελευταίους να συνεργαστούν πιο άμεσα με τους ντόπιους, πολλοί απ᾽ τους οποίους γίνονται προατατευόμενοι των δυτικών δυνάμεων και απολαμβάνουν τα εμπορικά προ­νόμια των δυτικών υπηκόων, τα παραχωρημένα απ᾽ τις διομολο­γήσεις. Ο ελληνικός εμπορικός στόλος, που ως τις αρχές του ιη´ αι. περιοριζόταν στην ακτοπλοΐα, αυξάνεται σε αριθμό και χωρη­τικότητα κι αρχίζει ν᾽ αποτολμά επιχειρήσεις στα πλαίσια της μεσογειακής ναυσιπλοΐας έξω απ᾽ τα τουρκικά χωρικά ύδατα. Οι ναυτικοί πόλεμοι ανάμεσα στη Γαλλία και στην Αγγλία, που στη διάρκειά τους ο ελληνικός στόλος έμπαινε στην υπηρεσία αυτών των δυνάμεων, συμβάλλουν ουσιαστικά στη γρήγορη ανάπτυξη της ελληνικής ναυσιπλοΐας. Δυό σταθμοί είναι οι σπουδαιό­τεροι σ᾽ αυτή την εξέλιξη: η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), που μ᾽ αυτήν η Ρωσία εξασφαλίζει απ᾽ την Πύλη την προστασία των ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρα­τορίας και την άδεια να ταξιδεύουν οι Έλληνες με ρωσική σημαία· οι πόλεμοι της Γαλλικής επανάστασης και του Ναπολέοντα, όταν τα ελληνικά πλοία διασπούν τον αγγλικό αποκλεισμό και επισιτίζουν τη Γαλλία και τις κατεχόμενες χώρες. Τότε η Θεσσα­λονίκη, μοναδικό ελεύθερο λιμάνι της Μεσογείου στη διάρκεια του ηπειρωτικού αποκλεισμού, γίνεται η μεγάλη εμπορική αποθήκη όλης της Κεντρικής Ευρώπης. Στο τέλος του αιώνα οι Έλ­ληνες παραγκωνίζουν σχεδόν τους Γάλλους στην Ανατολή κι ανταγωνίζονται σοβαρά τους Άγγλους. Τα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά διαθέτουν σημαν­τικούς στόλους. Η εμπορική δραστηριότητα συμβάλλει κατά συνέπεια στην αύξηση της παραγωγής στη χώρα: σχετική αύ­ξηση της αγροτικής παραγωγής απ᾽ την οποία επωφελούνται οι Τούρκοι μεγαλογαιοκτήμονες αλλ᾽ επίσης κι οι μεγάλες μονές και μερικοί Έλληνες γαιοκτήμονες, προπάντων στην Πελοπόν­νησο, μεγαλύτερη αύξηση της βιοτεχνικής παραγωγής —χοντροφτιαγμένα υφάσματα, μετάξι και μεταξωτά, γούνες, μπαμπακερά νήματα άσπρα ή βαμένα κόκκινα, περιζήτητα ακόμα στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Οι μορφές επίσης της οικονομίας αναπτύσσονται. Η βιοτεχνία τείνει να αποσπασθεί απ᾽ την οικιακή οικονομία, δημιουργούνται βιοτεχνικές και εμπορικές συντροφίες, αληθινές μετοχικές εταιρείες, που ανάμεσα στις πρώτες στην Ευρωπαϊκή Οικονομία εφαρμόζουν την αρχή της συνεργασίας του κεφαλαίου και της εργασίας για ν᾽ αντιμετωπίσουν την έλλειψη μεγάλων κεφαλαίων (συντροφίες ναυσιπλοΐας των νησιών του Αιγαίου) και δημιουργούν συνεργατικές μορφές, όπως εμφανίζονται στις συντροφίες των Μαδεμοχωρίων και των Αμπελακίων, που προκάλεσαν το θαυμασμό των συγχρόνων.

2. Κοινωνική και πολιτική εξέλιξη

Η προοδευτική διαφοροποίηση της κοινωνίας, που οι μορφές της διαγράφονται πιο καθαρά, και η τελειοποίηση της πολιτικής δομής του Ελληνισμού στην Τουρκοκρατία —φαινόμενα στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους ως αμοιβαίες αιτίες και αποτελέσματα— είναι τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν το ιη´αι. Η θέση των Φαναριωτών στην τουρκική Διοίκηση σταθεροποιείται περισσότερο. Με τη γνώση που έχουν για τα πράγματα της Ευρώπης δίνουν στο αξίωμα του Δραγουμάνου της Πύλης σπουδαιότητα ίση σχεδόν με του υπουργού Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας. Εξασφαλίζουν επίσης για τον εαυτό τους το αξίωμα των πριγκίπων-ηγεμόνων των παραδουνάβειων χωρών, θέσεις από τις οποίες η Πύλη, αποκλείει, κυρίως απ᾽ το 1716, τους ντόπιους μπογιάρους, γιατί δεν τους είχε εμπιστοσύνη. Έτσι οι Φαναριώτες καταλήγουν να σχηματίσουν μια διοικητική αριστοκρατία που γίνεται κληρονομική και συγκροτεί κλειστή κάστα. Οι δυναστείες των Μαυροκορδάτων, των Υψηλάντηδων κι άλλες παίζουν σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κι ακόμα στην ανατολική πολιτική της Ρωσίας, Γαλλίας, Αγγλίας, καθώς και των άλλων δυτικών δυνάμεων που βρίσκονται σε σχέσεις με τους Τούρκους. Ακόμα, διαχειριζόμενοι τις υποθέσεις της ορθόδοξης Εκκλησίας, οι Φαναριώτες παρουσιάζονται στο ιη´ αι. σαν το πρωταρχικό πολιτικό στοιχείο του Έθνους. Αν η υπεροχή του ανώτερου κλήρου, που χαρακτηρίζει τους προηγούμενους αιώνες, υποχωρεί μπροστά στην αυξανόμενη επιρροή των Φαναριωτών, η Εκκλησία, σαν θεσμός, δεν παραμένει λιγότερο ισχυρή. Συνιστά πάντα την ανώτερη πολιτική μορφή ολόκληρου του έθνους: οι τοπικοί πολιτικοί σχηματισμοί αναγνωρίζοντάς την σαν την ανώτατη αρχή, βρίσκουν σ’ αυτή το συνεκτικό τους δεσμό. Άλλωστε, ο εθνικισμός της ελληνικής Εκκλησίας γίνεται ολοένα και πιο έντονος και το Πατριαρχείο της Κωνσταντι­νούπολης αρχίζει ν᾽ ασκεί ένα είδος ιμπεριαλισμού πάνω στους άλλους βαλκανικούς λαούς. Το 1766 καταργεί τις αυτόνομες σλα­βικές αρχιεπισκοπές Ιπεκίου καί Αχρίδας.

Η αμεσότερη συνέπεια της οικονομικής ανόδου των Ελλή­νων στο ιη´ αι. υπήρξε ο σχηματισμός κάποιας αστικής τάξης. Η νεοδημιούργητη αυτή τάξη, σταθεροποιούμενη προοδευτικά, αρχίζει να μετέχει άμεσα στη διοίκηση του Έθνους. Οι επικεφαλής των επαγγελματικών συντεχνιών στην Κωνσταντινούπολη παίρνουν μέρος από τα μέσα του ιη´ αι. στην εκλογή του Πατριάρ­χη και στη διοίκηση της Εκκλησίας. Σε ορισμένες περιοχές, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, οι συντεχνίες μαζί με την Εκκλη­σία έχουν στα χέρια τους τη διοίκηση των κοινοτήτων. Οι κοινό­τητες, προπάντων στα εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα, σημειώ­νουν μεγαλύτερη εξάπλωση και τελειοποιούν τις μορφές διοίκησής τους. Τα καταστατικά των κοινοτήτων των νησιών του Αιγαίου, Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών, Χίου, Μυκόνου και άλλων, μαρτυρούν ήδη υψηλό βαθμό αυτοδιοίκησης, μ᾽ ένα σώμα λειτουργών αρκετά διαφοροποιημένο και με αντιπροσώπους στην κεντρική κυβέρνηση. Στο ιη´ αι. φτάνει στην ακμή της η «ομοσπονδιακή» συγκέντρωση, ανώτερη μορφή της αυτοδιοίκησης. Εκτός απ᾽ την ομοσπονδία των δώδεκα πολισμάτων στη Χαλκιδική, τα καλούμενα Μαδεμοχώρια, στην οποία υπάγονταν 360 χωριά, απ᾽ την ομοσπονδία των Χασιών στην ίδια περιοχή, των ηπειρωτικών χωριών στο Ζαγόρι, των χωριών στο Πήλιο και των Αμπελακιών, το κοινο­τικό «ομοσπονδιακό» σύστημα της Πελοποννήσου, οργανωμένο οριστικά μετά το 1715, παρουσιάζει τις πιο τέλειες μορφές. Έτσι, δίπλα στη φαναριώτικη «αριστοκρατία» και στον ανώτερο κλήρο, σχηματιζόταν στις ελληνικές επαρχίες η ανάμικτη κοινω­νική ομάδα των προκρίτων. Στην ομάδα αυτή μετέχουν: στα νησιά και στ᾽ άλλα εμπορικά κέντρα, οι εφοπλιστές και οι πλούσιοι έμποροι, που με την άσκηση της εξουσίας που είχε γίνει στις περισσότερες περιπτώσεις κληρονομική παίρνουν κάποια «αριστοκρατική» χροιά: στην Πελοπόννησο και στις άλλες αγροτικές περιοχές, οι γαιοκτήμονες – πρόκριτοι, που με τη συμμετοχή τους στο εμπόριο πλησιάζουν την αστική τάξη.

Όλες αυτές οι ομάδες: ανώτερος κλήρος, Φαναριώτες, πρό­κριτοι —ας προσθέσουμε τους στρατιωτικούς αρχηγούς των αρματολών, που το λειτούργημά τους γίνεται σχεδόν πάντα κληρο­νομικό, κι ακόμα τους κλέφτες, τους επικεφαλής των συντεχνιών και τους πλούσιους εμπόρους και τραπεζίτες που είναι εγκαταστημένοι στο εξωτερικό— σχηματίζουν στη διάρκεια του ιη´ και του ιθ´αι. την ιθύνουσα τάξη του Έθνους, τάξη σύνθετη, είδος ελλη­νικής «gentry», ετερογενής κι ακόμα άμορφη, συνδεμένη απ᾽ τη γέννησή της με τις ξένες Δυνάμεις, που είχαν συμβάλει στο σχηματισμό της. Παρά τις διαφορές ανάμεσα στα στοιχεία της, η τάξη αυτή παρουσιάζει κοινά συμφέροντα, τα συμφέροντα των κατεχόντων. Είναι η τάξη που αργότερα θα της δώσει ο ελληνικός λαός το όνομα «τζάκια».

3. Η νεοελληνική «Αναγέννηση»

Στη διάρκεια των τριών πρώτων τετάρτων του ιη´ αι. την πνευμα­τική και πολιτική ζωή των Ελλήνων την κατευθύνουν οι Φαναριώτες, που προσπαθούν να διαμορφώσουν και να επιβάλουν τη δική τους ιδεολογία. Για το σκοπό αυτό, σε συνεργασία με δραστήριους πατριάρχες, όπως ο Δοσίθεος των Ιεροσολύμων (1641 – 1707) και ο Χρύσανθος (1707 – 1731), δημιουργούν παντού σχολεία —οι ηγεμονικές σχολές του Ιασίου και του Βουκουρεστίου γνωρίζουν ιδιαίτερη άνοδο—, βοηθούν στην ίδρυση τυπο­γραφείων και στην έκδοση ελληνικών βιβλίων. Το φαναριώτικο ιδεώδες βασίζεται σε δυό αρχές: δημιουργία ευλύγιστης και συμ­βατικής ηθικής που ταίριαζε σ’ αυτή την «αριστοκρατια» με την περιορισμένη πρωτοβουλία εξαιτίας της κατάκτησης, και απόκτηση επιστημονικών γνώσεων, και μάλιστα τεχνικών, που θα της διευκόλυναν την είσοδο στα αξιώματα του Πατριαρχείου και της Υψηλής Πύλης. Αυτός ο τελευταίος σκοπός στρέφει την προ­σοχή τους προς τη Δύση, όχι μόνο την Ιταλία, αλλ᾽ ακόμα τη Γερμανία, την Αγγλία και κυρίως τη Γαλλία. Μελετούν τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα την ιατρική, μιμούνται το γαλλικό τρόπο ζωής και στη λογοτεχνία ένα ηθικοπλαστικό κλασικισμό· μένουν όμως ξένοι, αν όχι και εχθροί, στην αληθινή ευρωπαϊκή ανανέωση που αντανακλά και προετοιμάζει την ανατροπή της δυτικής κοινωνίας. Τέτοιο είναι το έργο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (1641 – 1709), του γιού του Νικόλαου (1680-1730), του εγγονού του Κωνσταντίνου (†1769), για να περιοριστούμε στους τυπικούς αντιπρόσωπους της φαναριώτικης σκέψης στη διάρκεια τριών γενεών.

Για να βρούμε το σημείο εκκίνησης της «αναγέννησης», που στηρίζεται σε μια παρατεταμένη επαφή της ελληνικής σκέψης με «τα φώτα της Ευρώπης», δεν πρέπει να ψάξουμε στο κωνσταντινοπολίτικο περιβάλλον, το προσκολλημένο στους Φαναριώτες και στη «Μεγάλη Εκκλησία», αλλά στα νέα πολιτιστικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας, στ᾽ άλλα αστικά κέντρα (δεν αναφέρω εδώ παρά τις Σχολές των Ιωαννίνων) και στις εμπορικές παροι­κίες της Δύσης, τις συνδεμένες με την εκκολαπτόμενη αστική τάξη. Η προοδευτική διείσδυση του νέου ιδεώδους στην Ελλάδα ακο­λουθεί από κοντά τη στερέωση αυτής της νέας εθνικής δύναμης κι αντανακλά το πνεύμα των ομάδων που τη συνθέτουν στους διαδοχικούς σταθμούς του σχηματισμού της και της προσπάθειάς της να κατευθύνει την εθνική ζωή. Η μελέτη των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας κλπ. βρίσκονται στη βάση του νέου πνευματικού προσανατολισμού· αλλ᾽ η εξάπλωση των εφαρμοσμένων επιστημών δεν έχει πια σαν μοναδικό σκοπό τον εμπλουτισμό των πρακτικών γνώσεων, αλλά και συνεισφέρει στην ανανέωση της θεωρητικής σκέψης και στη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για τη ζωή, φέρνοντας τους Έλληνες διανοούμενους σ’ επαφή με την ορθολογιστική σκέψη της εποχής. Ο μεταφυσικός και παγιωμένος αριστοτελισμός του Κορυδαλέα, που ακολούθησαν οι Φανα­ριώτες, δίνει τη θέση του στον εμπειρισμό του Νεύτωνα. Τώρα γίνεται γνωστή η φιλοσοφία των Μαλμπράνς, Λάιμπνιτς, Βολφ, Λοκ, Σπινόζα και κατόπιν γνωρίζουν το Βολταίρο, Ρουσσώ και τους εγκυκλοπαιδιστές, που αρχίζουν να τους μεταφράζουν. Απ’ το γεγονός τούτο, τα ιδιαίτερα ελληνικά προβλήματα: ενοποίηση των δυό παραδόσεων, της λόγιας και της λαϊκής, προπάντων στην ιδιαίτερή της όψη του γλωσσικού προβλήματος, τοποθε­τούνται σ’ άλλο επίπεδο. Η κλασική Αρχαιότητα κι η ορθόδοξη παράδοση αντιμετωπίζονται με κριτικό πνεύμα· η χρησιμοποίηση της ζωντανής γλώσσας σαν γραφτής, αξίωμα που χρονολογείται από παλιά, γίνεται δόγμα με θεωρητική, φιλοσοφική και ιστορική βάση, άμεσα συνδεμένο με το πρόβλημα της εθνικής χειραφέτησης: γιά ν᾽ απελευθερωθεί η Ελλάδα απ’ την οθωμανική κυριαρχία πρέπει να μορφωθεί ο λαός· άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις κι όλα τα αισθήματα. Η ριζική αυτή μεταβολή του ελληνικού πνεύματος δεν έγινε χωρίς προσκόμματα. Η ύπαρξη μιας προνομιούχας ομάδας καλά συγκροτημένης, αναγνωρισμένης de facto και de jure απ’ τον κατακτητή που την είχε ενσωματώσει στη διοίκησή του, διασπούσε στο ιη´ αι. την εθνική αλληλεγγύη των περασμένων αιώνων, αλληλεγγύη που είχε επιτρέψει την ομα­λή εξέλιξη προς την ενοποίηση των πνευματικών τάσεων με την καθοδήγηση μιας Εκκλησίας φιλελεύθερης, ανθρωπιστικής καί συχνά επαναστατικής. Αρχικά η Εκκλησία, ανήσυχη μπρο­στά στις νέες φιλοσοφικές τάσεις γίνεται συντηρητική ως την αντίδραση. Καταδικάζει τις νέες προσπάθειες μόλις εμφανίζονται. Το 1721 αναθεματίζει τον Μεθόδιο Ανθρακίτη που κατηγορήθηκε ότι εμπνεύσθηκε απ’ τον Μαλμπράνς, και γύρω στα μέσα του αιώνα καταδικάζει τον τεκτονισμό που είχε διεισδύσει ως την Κων­σταντινούπολη. Η σύγκρουση ανάμεσα σε προοδευτικούς και συν­τηρητικούς παίρνει στην αρχή ήπιες μορφές. Η αντίσταση της προοδευτικής σκέψης είναι ακόμα αδύνατη, όπως η τάξη που την υποστηρίζει. Ο Ανθρακίτης μετα τον αφορισμό θα υποχωρήσει (1723) και η προοδευτική ομάδα που θ’ ακολουθήσει τον Βούλγαρη (1716-1806) θα επιχειρήσει σύντομα ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις νέες φιλοσοφικές ιδέες και στο συντηρητισμό της ιθύνουσας τάξης. Απ᾽ την άλλη, ο «φωτισμένος δεσποτισμός», κατά τον τρόπο του μεγάλου Φρειδερίκου και της Αικατερίνης Β’, που εφαρμόστηκε από ορισμένους Φαναριώτες πρίγκιπες, επέτρεψε σε αρκετούς απ᾽ αυτούς όχι μόνο ν᾽ ανεχθούν αλλά και να στηρί­ξουν, ως ένα βαθμό, τους μετριοπαθείς προοδευτικούς, κι έτσι ν’ απαλύνουν τη σύγκρουση. Έτσι η ομάδα του Μοισιόδακα (1730 – 1800 περ.) και του Καταρτζή (1720/25- 1807), που συγκατα­λέγονται ανάμεσα στους πρώτους σημαντικούς θεωρητικούς της «δημοτικιστικής» κίνησης, μπορεί να επιδείξει μια επιτυχημένη δραστηριότητα στα σχολεία των ηγεμονιών κάτω από φαναριώτικο κλίμα. Και όμως, ας φυλαχτούμε απ’ την υπερβολή. Παρά τη φαναριώτικη υποστήριξη, οι προσπάθειες απέτυχαν. Η ιθύ­νουσα ομάδα στην Ελλάδα ήταν στο σύνολό της εχθρική προς τις νέες ιδέες. Άλλωστε, το πνεύμα ανοχής τερματίζεται με τη Γαλ­λική Επανάσταση που έδειχνε τον κίνδυνο των νέων ιδεών για την ιθύνουσα τάξη και η σύγκρουση μπήκε σε οξεία φάση. Οι καταδίκες του πανθεϊσμού του Βολταίρου, των τεκτόνων, των Γάλ­λων «αθέων» κι οι καταδιώξεις των οπαδών τους πολλαπλασιάζον­ται. Οι επαναστάτες, αποσπασμένοι τώρα απ᾽ το σύνολο του προοδευτισμού, περνούν με τη σειρά τους στην αντεπίθεση και χτυπούν τολμηρά την αντίδραση.

Μεθόδιος_Ανθρακίτης.jpg
Μεθόδιος Ανθρακίτης (wikiwand)

Στις προσπάθειες αυτές των προοδευτικών όλων των αποχρώσεων ή των επαναστατών, το έργο του Αδαμάντιου Κοραή (1743-1833) κατέχει, με την ευρύτητα και την ωριμότητά του, ιδιαίτερη θέση. Ζώντας στο Παρίσι και εμφορούμενος από το φιλελευθερισμό της νέας Γαλλίας, χωρίς όμως να δεχτεί ποτέ το επαναστατικό της πνεύμα, ο ιδεολογικά προχωρημένος Κοραής, προτείνει για τη λύση του γλωσσικού προβλήματος ένα συμβιβασμό σαν βάση συμφιλίωσης. Προσπαθεί να δημιουργήσει μια γραφτή γλώσσα «αποκαθαρμένη» από τα αρχαϊκά ή «χυδαία» στοιχεία. Αλλά κι αυτή η λύση συναντά ζωηρή αντίδραση. Τα προβλήματα του πολιτισμού αναμιγνύονται ιδιαίτερα απ’ το τέλος του ιη´ αι., με την υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας. Από τότε η πάλη ανάμεσα στους συντηρητικούς καί τούς προοδευτικούς παίρνει βαθύτερο νόημα.

4. Η εθνική αφύπνιση

Η προοδευτική ανάπτυξη της εθνικής ιδέας που δημιουργήθηκε στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου και συγκροτήθηκε, σε όλες τις μορφές της, μέσα στην αντίσταση εναντίον της κατάκτησης, αποτελεί την ιδέα-δύναμη που διέπει τη μακρά περίο­δο της ξένης κυριαρχίας. Κι εδώ βρίσκεται το ιστορικό νόημα της περιόδου αυτής. Πραγματικά, η εθνική ιδέα αποδεσμεύεται στην αρχή από την αυτοκρατορική βυζαντινή ιδέα, ύστερα, στο ιη´ αι., από την ιδέα της ορθοδοξίας, για να φτάσει προς το τέλος του αιώνα στην πλήρη της ωριμότητα και καθαρότητα. Ο Ελληνισμός δεν κατορθώνει μόνο να διαφυλάξει την ύπαρξή του, αλλ᾽ ακόμα να ξανασυγκεντρώσει τα συστατικά του στοιχεία, διασκορπισμένα μέσα στο χώρο και στο χρόνο, ν᾽αφομοιώσει την πολιτιστική εισφορά της Δύσης και να ενσωματώσει τα ξένα εθνολογικά στοι­χεία (Σλάβους, Βλάχους καί Αλβανούς), που είχαν με το πέρασμα των αιώνων εισχωρήσει στις εθνικά ελληνικές περιοχές.

Άλλο γεγονός, όχι λιγότερο σπουδαίο, διαπιστώνεται καθαρά στο ιη´ αι.: η ακτινοβολία του Ελληνισμού με τις διάφορες όψεις του στα Βαλκάνια. Ο ελληνικός πληθυσμός, εξαπλωμένος σε ομάδες λιγότερο ή περισσότερο πυκνές μέσα σ’ όλη τη χερσό­νησο, έδιναν στους Έλληνες τη μορφή ενός λαού που, εγκατεστημένος ανάμεσα σ᾽ άλλους λαούς, αποτελούσε ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης. Έχοντας στα χέρια του το εσωτερικό εμπό­ριο αυτής της χώρας, ο Ελληνισμός παρέσυρε στην οικονομική του άνοδο τους βαλκανικούς λαούς και συνέβαλε στο σχηματισμό μιας ντόπιας εμπορικής τάξης που έγινε με τον καιρό ανεξάρτητη, παρά την οικονομική και άλλου είδους εκμετάλλευση που άσκουσαν οι ιθύνουσες ελληνικές τάξεις, αλληλέγγυες με τις ανάλογες ντόπιες ομάδες. Κάποτε μάλιστα οι ίδιοι οι ντόπιοι αντιδρούσαν στη φιλε­λεύθερη πολιτική ορισμένων φωτισμένων Φαναριωτών πριγκί­πων, όπως ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος κι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Τον ίδιο καιρό, οι Έλληνες γίνονται το σημείο επαφής των βαλκανικών λαών με τον πολιτισμό και τις ιδέες της Ευρώπης και συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης.

Έτσι αναπτύσσεται, παράλληλα με την εθνική ιδέα, μιά «διαβαλκανική» συνείδηση χωρίς να προσκρούει σοβαρά στον εκκο­λαπτόμενο εθνικισμό του καθενός από τους βαλκανικούς λαούς ως το ιθ´ αι. Όλα τα εθνικά κινήματα των Βαλκανίων ως την Ελληνική επανάσταση δείχνουν αξιοσημείωτη αλληλεγγύη. Έλ­ληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Ρουμάνοι μετέχουν αμοιβαία σ᾽ αυτά.

Η εθνική αφύπνιση, όπως παρουσιάζεται στο τέλος του ιη´ αι., συνδέεται με ορισμένα περιστατικά που συνέβαλαν άμεσα στην εκκόλαψή της: πρώτα πρώτα, οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι. Η βαλκανική πολιτική της Ρωσίας, που άρχισε ήδη πριν απ᾽ το μεγάλο Πέτρο, καθορίστηκε την εποχή της Αικατερίνης Β´. Η Αικατερίνη δεν απέβλεπε μόνο στη ρωσική εξάπλωση προς τον Εύξεινο Πόντο και τα Βαλκάνια, αλλά και στην κατάργηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για να την υποκαταστήσει με μια «Βαλκανική Αυτοκρατορία» με Ρώσο πρίγκιπα επικεφαλής. Για το σκοπό αυτό θεωρούσε χρήσιμη την επίκληση των «ιστο­ρικών δικαιωμάτων» του Ελληνισμού στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Απ᾽ το 1763, Ρώσοι πράκτορες με την προοπτι­κή μιας εξέγερσης, διέτρεχαν τα Βαλκάνια και έρχονταν σ᾽ επαφή με τους προκρίτους, τους Έλληνες αρχιερείς, τους αρχηγούς των κλεφτών και αρματολών. Στη διάρκεια του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου της Αικατερίνης (1768-1774), ο ρωσικός στόλος με τον Αλέξη Ορλώφ εισχωρούσε στη Μεσόγειο και ξεσήκωνε τα νησιά του Αιγαίου, ενώ καθώς πλησίαζε μια μικρή μοίρα με το Θεόδωρο Ορλώφ κι ένα ολιγάριθμο άγημα, οι πρό­κριτοι κι οι αρχιερείς ξεσήκωναν την Πελοπόννησο (1769). Παρά τις επιτυχίες και την καταστροφή του τουρκικού στόλου στον κόλ­πο του Τσεσμέ κοντά στη Σμύρνη, η εξέγερση της Πελοποννήσου καταπνίγηκε. Οι άτακτες αλβανικές συμμορίες (1770), ρήμαξαν για εννιά χρόνια τη χώρα. Στη διάρκεια του δεύτερου ρωσοτουρκικού πολέμου (1788-1792), η ελληνική παροικία της Τεργέ­στης κι οι πλούσιοι έμποροι του εξωτερικού εξόπλισαν ένα στολί­σκο, ο οποίος, ενισχυμένος από τα νησιώτικα πλοία κι επανδρωμένος με Έλληνες κάτω απ᾽ τις διαταγές του Λάμπρου Κατσώνη, που υπηρετούσε στο Ρωσικό στρατό, παρενόχλησε τον τουρκικό στόλο σ᾽ όλο τον πόλεμο, ενώ σύγχρονα οι κλέφτες κι οι αρματολοί της ενδοχώρας εξεγείρονταν ξανά.

Ενώ οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι έθεταν το Ανατολικό ζή­τημα κι άρχιζαν να διαμελίζουν την Οθωμανική αυτοκρατορία, η εσωτερική αναρχία επέσπευδε την παρακμή της. Οι γενίτσαροι ανέβαζαν και κατέβαζαν τους σουλτάνους· οι πασάδες γίνονταν ανεξάρτητοι, πολεμούσαν κι επαναστατούσαν κατά της κεντρικής διοίκησης. Η δραστηριότητα του πασά του Βιδινίου, Πασβάνογλου, και του Αλή Πασά Τεπελενλή συνδέεται στενά με το εθνικό ελληνικό κίνημα. Ο Αλής, απλός πασάς των Ιωαννίνων το 1788, έγινε ισχυρός τοπάρχης, που η εξουσία του, προσωπική ή μέσω των γιών του, απλωνόταν στην Ήπειρο, τη Νότια Αλβανία, τη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Δυτική Στερεά Ελλάδα κι ακόμα στην Πελοπόννησο. Έχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του τεράστια δύναμη και υπερβολικά πλούτη και γνωρίζοντας να χρησιμοποιεί τις αντιζηλίες των Δυνάμεων και να επιτυχαίνει έτσι την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική βοήθεια πότε της Γαλλίας και πότε της Αγγλίας, σχεδίαζε τη δημιουργία ενός ελληνοαλβανικού κράτους, ανεξάρτητου απ᾽ την Πύλη. Στην προσπάθειά του για διοικητικό συγκεντρωτισμό, προσέκρουσε στις δυό αυτόνομες περιοχές της Χειμάρρας και του Σουλίου και στο ανεξάρτητο φρόνημα των κλεφτών. Το 1798 κατόρθωσε να υποτάξει τη Χειμάρρα κι όλα τα χωριά της ακτής των Ακροκεραυνίων. Ο αγώνας κατά των Σουλιωτών διάρκεσε περισσότερο. Για να δα­μάσει την αντίστασή τους (1803) χρειάστηκε να κάνει τρεις εκ­στρατείες (1790-1791, 1792 καί 1800). Η καταδίωξη των κλε­φτών της Ηπείρου και της Πελοποννήσου κράτησε σε όλη τη διάρκεια της ηγεμονίας του Αλή. Αλλά τον ίδιο καιρό ο Αλή πα­σάς χρησιμοποιούσε το ελληνικό στοιχείο, εμπιστευόμενος στους Έλληνες διοικητικές θέσεις προορισμένες για Τούρκους και παίρνοντάς τους στο στρατό του, έτσι που η Αυλή των Ιωαννίνων έγινε για τους Έλληνες εξαίρετο πολιτικό και στρατιωτικό σχολείο.

Αν και οι επαναστάσεις του ιη´ αι. δεν αποτελούν παρά αντι­περισπασμούς που προκάλεσαν ξένες δυνάμεις, ωστόσο διαφέρουν απ᾽ τις προηγούμενες του ιε´ ως το ιζ´ αι. εξαιτίας του μαζικό­τερου χαρακτήρα τους. Ακόμα οι δειλές απόπειρες για κάποια πολιτική οργάνωση της εξέγερσης της Πελοποννήσου και η αντίσταση του Σουλίου αναγγέλλουν ήδη κάποια εθνική επαναστατική πρωτοβουλία. Από τ᾽ άλλο μέρος, αφού η επαναστατική λύση του προβλήματος της ανεξαρτησίας αντιμετωπίστηκε σοβαρά, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες αρχίζουν να καθορίζουν τη στάση τους, να διασαφηνίζουν τους προσανατολισμούς τους και να ετοιμάζονται για να δώσουν στο εθνικό κίνημα την κατάλληλη γι᾽ αυτές ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση. Η εξέ­γερση της Πελοποννήσου που κατεύθυναν οι πρόκριτοι κι οι αρχιε­ρείς συνδέει το εθνικό κίνημα με το «αριστοκρατικό» πνεύμα των περασμένων αιώνων και την υποστήριξη της φεουδαλικής Ρωσίας που εγγυόταν την καθεστηκυία τάξη. Το κίνημα που προήλθε απ᾽ το δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο, που σ᾽ αυτόν η ελληνική αστική τάξη παίζει για πρώτη φορά τον κύριο ρόλο, προμηνύει ένα προσανατολισμό πρός τις φιλελεύθερες ιδέες της δυτικής αστικής τάξης. Σ᾽ αυτή την ατμόσφαιρα το κήρυγμα για την ελευθερία των εθνικοτήτων της Γαλλικής Επανάστασης, βρίσκει στους Έλληνες ενθουσιαστική υποδοχή. Το εθνικό κίνημα στην Ελλάδα, όπως άλλωστε όλα τα εθνικά κινήματα της Ευρώπης, θά συν­δεθεί από τότε με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.

Μιλήσαμε για τη διείσδυση των επαναστατικών ή απλά φι­λελεύθερων ιδεών σ᾽ ένα περιορισμένο περιβάλλον διανοουμένων στην Ελλάδα και εμπόρων του εξωτερικού, πριν κιόλας απ᾽ την Επανάσταση. Ανάμεσα σ᾽ αυτούς ορισμένοι που ζούσαν στη Γαλλία —ας θυμηθούμε τον Κοραή— πήραν μέρος με τον ένα ή άλλο τρόπο στην Επανάσταση και πολλοί μπήκαν στην υπηρε­σία της. Απ᾽ το 1792 οι γαλλοελληνικοί δεσμοί συσφίγγονται. Στη διάρκεια των χρόνων 1795 και 1796 η ελληνική σημαία είναι η δεύτερη ή η τρίτη στο λιμάνι της Μασσαλίας, όπου η Ελληνική παροικία αποκτά σημασία. Τότε γίνεται γιά πρώτη φορά λό­γος για «ανεξάρτητους Έλληνες» που πλέουν με ιεροσολυμιτική σημαία κάτω απ᾽ τη γαλλική προστασία. Η κατοχή των νησιών του Ιονίου με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο (1797) και το ενδια­φέρον του Ναπολέοντα για την Ανατολή κατεύθυνε τη ναπολεόν­τεια πολιτική προς την ιδέα μιας ανεξάρτητης Ελλάδας προστατευόμενης απ᾽ τη Γαλλία. Για το σκοπό αυτό σχηματίζεται κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Αιγύπτου το τάγμα των «Ακρο­βολιστών της Ανατολής» (Chasseurs d’Orient) κι αργότερα η «Αλβανική Ταξιαρχία» (régiment albanais, 1807), όπου υπη­ρέτησαν οι περισσότεροι από τους ήρωες της Ανεξαρτησίας. Το 1798 δημιουργείται το Πρακτορείο της Αγκώνας, αληθινή επαναστατική επιτροπή των ελληνοαλβανικών πληθυσμών, και στέλνον­ται στα Βαλκάνια πράκτορες που υποκινούν τους πληθυσμούς πότε εναντίον του Αλή και πότε εναντίον της Πύλης.

imageGen.jpeg
Chasseurs d’Orient (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Η πρώτη συνέπεια όλης αυτής της γαλλικής δραστηριότητας ήταν το στερέωμα της εθνικής συνείδησης, που κέρδιζε ολοένα και περισσότερο τα πλήθη κι αφυπνίζονταν μέσα στους κόλπους των αγροτών. Το κίνημα του Ρήγα Φερραίου κι η αγροτική εξέγερση της Θεσσαλίας με τον Ευθύμιο Βλαχάβα (1808-1809) συνδέον­ται με τη γαλλική πολιτική. Ο Ρήγας (1757περ.-1798) δια­μορφωμένος στο πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης κι έχοντας σχέσεις με το Διευθυντήριο, είναι ο πρώτος που συνέλαβε κι οργάνωσε ένα εθνικό κίνημα των Βαλκανίων με καθορισμένους πολι­τικούς σκοπούς. Ονειρεύεται να ελευθερώσει όχι μόνο τους Έλλη­νες, αλλά όλους τους Βαλκανικούς λαούς και τους ίδιους ακόμα τους Τούρκους μέσα σε μια Βαλκανική Δημοκρατία, που σχεδιάζει το χάρτη της και το Σύνταγμά της, εμπνευσμένο απ᾽ το Γαλλικό Σύνταγμα του 1793. Έχοντας διαλέξει απ᾽ το 1796 σαν κέντρο δραστηριότητας την πλούσια ελληνική παροικία της Βιέννης, εκ­δίδει με τη βοήθεια της επαναστατικής ομάδας που είχε σχηματί­σει, βιβλία, ποιήματα, επαναστατικά φυλλάδια. Η αυστριακή, αστυνομία, ανακάλυψε τις ανατρεπτικές του ενέργειες και τον παρέδωσε μαζί με τους συντρόφους του στις τουρκικές αρχές που τους θανάτωσαν το 1798.

Ionian_arms_-_Allan_John_H_-_1843.jpg
Ο θυρεός του Ηνωμένου Βασιλείου περιβαλλόμενος από τα εμβλήματα των επτά νήσων (wikiwand)

Ο φιλελεύθερος αυτός χαρακτήρας του εθνικού κινήματος αποτελεί τη δεύτερη συνέπεια της άμεσης επαφής με τη Δημο­κρατική Γαλλία. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες της επανά­στασης εισχωρούν σε κύκλους όλο και πιο πλατιούς, στους εμπόρους, ακόμα και στους κλέφτες και στους αρματολούς που βρί­σκονται στην υπηρεσία του Ναπολέοντα. Η πάλη ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς που παρατηρήσαμε στο πνευματικό πεδίο, γίνεται τώρα πιο σαφής στο πολιτικό και κοι­νωνικό. Απ᾽ τα 1800 συναντάμε στην Ελλάδα δημοκρατικά κόμ­ματα που δρουν στα πλαίσια της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, στην Κοζάνη, στην Κέα, τη Σάμο, στην οποία οι Δημοκράτες τιτλοφο­ρούνται «Καρμανιόλοι». Στις συντεχνίες και τις συνεργατικές η κοινωνική πάλη διεξάγεται ανάμεσα στους μαστόρους και τους καλφάδες, ανάμεσα σε μεγάλους και μικρούς μετόχους (Αμπελάκια). Η ίδια πάλη διεξάγεται ανάμεσα στις συντεχνίες και τους μεγαλέμπορους. Η αντίθεση παίρνει ανώτερες πολιτικές και κοι­νωνικές μορφές στην Επτάνησο Πολιτεία, το πρώτο ημιαυτόνομο ελληνικό κράτος, που δημιούργησε η Σύμβαση της Κωνσταντινού­πολης το 1800 κατά τη διάρκεια του γαλλοτουρκικού πολέμου. Η Επτάνησος Πολιτεία μετατράπηκε σε αγγλικό προτεκτοράτο με τη Συνθήκη του Παρισιού στα 1815, αφού ως τα 1807 ήταν υποτελής στην Υψηλή Πύλη αλλά στην πραγματικότητα στην κατοχή της Ρωσίας· στα 1807 ξανάπεσε στη γαλλική κατοχή και έπειτα, από τα 1809 στην αγγλική (εκτός από την Κέρκυρα που την εγκατέλειψαν οι Γάλλοι στα 1814). Ευθύς εξαρχής, το αγγλικό προτεκτοράτο προσέκρουσε στην εχθρότητα των νησιωτών, όχι μόνο της αγροτιάς αλλά και της αστικής τάξης κι ενός περιορισμένου αριθμού ευγενών, ρωσόφιλων ή γαλλόφιλων. Οι εξεγέρσεις των χωρικών που διαδέχονται η μιά την άλλη με πυ­κνό ρυθμό (στα 1817 και 1819 στη Ζάκυνθο και στη Λευκάδα, στα 1833 και 1843 στην Κεφαλλονιά) παίρνουν εύκολα ένα γενι­κότερο έθνικό χαρακτήρα.

Flag_of_the_Septinsular_Republic.svg.png
Η σημαία της Επτανήσου Πολιτείας (wikiwand)

Το εθνικό κίνημα πήρε έτσι ένα κοινωνικό περιεχόμενο τε­λείως αντίθετο από κείνο που ήθελαν να του δώσουν οι ιθύνοντες. Το γεγονός αυτό προκαλεί τη δυσπιστία, και συχνά την εχθρότητα, απέναντί του, του ανώτερου κλήρου και της πλειοψηφίας των Φαναριωτών και των κοτζαμπάσηδων. Αντίθετα τα προχωρημένα στοιχεία της αστικής τάξης κι οι προοδευτικοί διανοούμενοι συνέ­χιζαν το οργανωτικό έργο του Ρήγα. Κατά το παράδειγμα των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης και σε στενή σχέση με τις τεκτο­νικές στοές, σχηματίστηκαν ανάλογες ελληνικές εταιρείες, όπως το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον στο Παρίσι (1809), ή Φιλόμουσος Εταιρεία στην Αθήνα (1812), που με το πρόσχημα ότι ερ­γάζονται για την πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων προετοί­μαζαν την εθνική Επανάσταση. Σπουδαιότερη ήταν η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε στην Οδησσό το 1814. Η Εταιρεία άπλωσε τη δραστηριότητά της σ᾽ όλες τις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και σ᾽ όλη την Ελλάδα. Τα μέλη της ανήκαν σ᾽ όλες τις κοινωνικές ομάδες που προσελκύστηκαν στο εθνικό κίνη­μα, σύμφωνες για τον τελικό σκοπό της απελευθέρωσης της χωράς, αλλά διατηρώντας η κάθε μια τους πολιτικούς καί κοινωνικούς της προσανατολισμούς και τις ιδέες της πάνω στην τακτική που έπρεπε ν᾽ ακολουθηθεί. Οι ολιγαρχικές τάσεις ορισμένων Φαναριωτών και προκρίτων, οι φιλελεύθερες τάσεις της αστικής τάξης των νησιών και των παροικιών του εξωτερικού, το δημοκρατικότερο πνεύμα των διανοούμενων, η καιροσκοπική τακτική (των συντηρητικών και των μεγαλεμπόρων) που απαιτούσε, πριν απά κάθε δράση, μακρά προετοιμασία και την εγγύηση ξένης υποστήριξης, η τακτική της άμεσης δράσης (τών επαναστατών), όλες αυτές οι κατευθύνσεις εκδηλώνονταν απ᾽ τις αρχές κιόλας της Εταιρείας.

Στην παραμονή της Επανάστασης, η ηγεσία της Εταιρείας περνά στους συντηρητικούς: πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, αξιωματικός στη ρωσική υπηρεσία, ονομάζεται ανώτατος αρχηγός της (1820). Ωστόσο, η επαναστατική ομάδα, επωφελούμενη απ᾽ τις ευνοϊκές συνθήκες —εξεγέρσεις των πασάδων της Ασίας, εξέγερση του Αλή των Ιωαννίνων κατά της Πύλης (1820), εξεγέρσεις στην Ιταλία και την Ισπανία— κατόρθωσε να διαλύ­σει τους δισταγμούς και να κηρύξει την Επανάσταση. Οι δυνάμεις που διέθετε η Εταιρεία για να τις αντιτάξει στην εξασθενημένη Οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν ευκαταφρόνητες: ο ελληνικός πληθυσμός στην αρχή του ιθ´ αι. ξεπερνούσε τα 3 εκ., τα πλούτη που είχαν συγκεντρώσει οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι εφο­πλιστές των νησιών του Αιγαίου μπορούσαν ν᾽ ανταποκριθούν στις πρώτες ανάγκες· οι κλέφτες κι οι αρματολοί και οι άλλες ένο­πλες δυνάμεις υπολογίζονταν σε πολλές δεκάδες χιλιάδες· σημαντι­κός αριθμός τους είχε ασκηθεί καλά στους Ναπολεόντειους πολέ­μους, στα στρατιωτικά σώματα τα δημιουργημένα απ᾽ τους Γάλ­λους και τους Άγγλους στα νησιά του Ιονίου και στη Σχολή του Αλή Πασά. Ο ελαφρός και γρήγορος εμπορικός στόλος των νη­σιών, εξοπλισμένος κατά των πειρατών κι έχοντας υπηρετήσει στους πολέμους της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας, μπο­ρούσε τώρα άφοβα ν᾽ αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο, που θ᾽ απόμενε χωρίς έμπειρα πληρώματα μετά την αποχώρηση των Ελλήνων «γαλιοντζήδων» του.

Αναφορά

https://www.scribd.com/doc/242950960

Advertisements