Ιστορία του Νέου Ελληνισμού

στις

Η έναρξη της «νεότερης εποχής» στον Ελληνικό χώρο

Το χρονικό σημείο, από το οποίο θα ξεκινούσαν την μελέτη της νεότερης Ελληνικής ιστορίας αποτελούσε αντικείμενο συζήτησης για τους Έλληνες ιστορικούς ήδη από τον 19ο αιώνα. Από τις πολλές θέσεις που έχουν προταθεί, άμεσα ή έμμεσα, συνοψίζουμε τις επόμενες, ομαδοποιώντας τες.

Μια πρώτη ομάδα ιστορικών με κυριότερους εκπροσώπους τον Νίκο Σβορώνο και τον Απόστολο Βακαλόπουλο πρότεινε το έτος 1204 ως απαρχή της ιστορίας του «Νέου Ελληνισμού». Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας σηματοδότησε ή διευκόλυνε εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό), ώστε οι Ελληνικοί πληθυσμοί να περάσουν από τη μεσαιωνική φάση της ιστορίας τους στη νεότερη. Η επιχειρηματολογία των δύο ιστορικών διαφέρει σε κάποια σημεία, αν και το γενικότερο ιδεολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο που περιγράφουν είναι το ίδιο.

ConquestOfConstantinopleByTheCrusadersIn1204
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204)

Σύμφωνα με τον Σβορώνο, με την Φραγκική κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εμφανίζονται κάποια φαινόμενα που διαφοροποιούν ποιοτικά την ιστορία του ελληνικού χώρου από αυτή της Βυζαντινής εποχής κατά τον 13ο αιώνα. α) Η αποκέντρωση με τη σχεδόν πλήρη αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και την εμφάνιση διαφόρων δυτικού τύπου τοπαρχών, β) η ανάπτυξη μιας μεσαίας τάξης με σαφή συνείδηση του εαυτού της, γ) η αναβίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος στους διανοουμένους αλλά και στο λαό με την ανάδειξη αρχαίων επιβιώσεων, δ) η δημιουργία «εθνικά» συνειδητοποιημένων κρατών, με εξέχον παράδειγμα την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και ε) η χρήση του όρου «Έλλην» με πολιτικό περιεχόμενο είναι τα στοιχεία που κατά τον Σβορώνο καθιστούν την περίοδο της Φραγκοκρατίας ένα terminus post quem για τη «Νεοελληνική» ιστορία. Στη βάση της επιχειρηματολογίας του Σβορώνου βρίσκεται η άποψη ότι τότε γεννήθηκε η έννοια του «Ελληνικού έθνους» στα εδάφη της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Συνδυάζοντας με τον κυρίαρχο ρόλο που παίζει αυτός ο όρος στη νεότερη εποχή, ο Σβορώνος τον θεώρησε τη βάση για την απαρχή της «νεοελληνικής» ιστορίας.

Ο Βακαλόπουλος επεξεργάζεται ακόμη περισσότερο αυτή την άποψη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση του όρου «Έλλην»-«Ελληνισμός» κατά την περίοδο μετά τη φραγκική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Ο μετασχηματισμός του βυζαντινού πολιτισμού σε κάτι διαφορετικό είχε αρχίσει ήδη από τον 10ο αιώνα με την ανάδυση του δημοτικού στοιχείου της λαϊκής κουλτούρας (ακριτικά τραγούδια, μυθιστορίες του Μεγαλέξανδρου κλπ). Στα βυζαντινογενή κράτη της Νίκαιας και της Ηπείρου, ειδικά στο πρώτο, αναζητά ο Βακαλόπουλος την για πρώτη φορά συνειδητή χρήση του «Έλλην» ως όρου μη σημαίνοντος τον ειδωλολάτρη, αλλά έχοντας μια ευθεία σχέση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Οι διανοούμενοι της εποχής συνέβαλλαν τα μέγιστα σ’ αυτή την εξέλιξη. Τα φεουδαλικά χαρακτηριστικά που προσέδωσε η έλευση των Φράγκων στη βυζαντινή κοινωνία είναι άλλο ένα στοιχείο που διαφοροποιεί τον 13ο αιώνα από τους προγενέστερους. Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο εντάθηκε η εξαθλίωση του αγροτικού πληθυσμού, αλλά λόγω του διοικητικού-κρατικού πολυκερματισμού και του εμπορικού ανταγωνισμού, μια μεσαία τάξη κυρίως εμπόρων αναδύθηκε.

Η άποψη των δύο ιστορικών δεν διεκδικεί την καθιέρωση του έτους 1204 και του 1261 ως τομή ή έναρξη της νεοελληνικής ιστορίας. Απλά υποστηρίζει την έναρξη διαδικασίας μιας εθνικής συνειδητοποίησης, χαρακτηριστικό των «νεοτέρων χρόνων», διαδικασία που θα οδηγήσει στο μετασχηματισμό της μεσαιωνικής ελληνικής κοινωνίας σε «νεωτερική».

Μια δεύτερη άποψη που είχε επικρατήσει μέχρι πρόσφατα σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού ακαδημαϊκού χώρου είναι ότι μια άλλη άλωση της Κωνσταντινούπολης, αυτή από τους Οθωμανούς το 1453 σήμανε αφενός το οριστικό πολιτικό τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αφετέρου την απαρχή της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού. Με δεδομένο ότι στην πολιτική γεωγραφία της εποχής η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ήδη πριν από το 1453 απελπιστικά συρρικνωμένη, το γεγονός της Άλωσης είχε περισσότερο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο για τους ελληνικούς πληθυσμούς, παρά είχε επιπτώσεις σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Το γεγονός είχε αντίκτυπο στον ευρωπαϊκό χώρο και ως εκ τούτου διατήρησε μια καίρια πολιτική σημασία για την ιστορία της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. Σήμερα, πάντως, αυτό το όριο φαίνεται να χάνει ολοένα και περισσότερο την αποδοχή από τους ιστορικούς ως χρονικό σημείο έναρξης της νεότερης περιόδου και να διατηρείται σε ακαδημαϊκό επίπεδο, ακολουθώντας το πολιτικό συγκείμενο. Ο αναστοχασμός των Ελλήνων ιστορικών για την οθωμανική περίοδο της ελληνικής ιστορίας που παρατηρείται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια πρόσφερε νέες ιδέες.

Eugène_Ferdinand_Victor_Delacroix_012
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, έργο του Ντελακρουά.

Έτσι, πρόσφατα αμφισβητήθηκε η απόδοση του όρου «νεότερη εποχή» ή «νέα» ελληνική ιστορία για την περίοδο πριν τον 18ο αιώνα. Επεξεργασμένη αυτή η άποψη διατυπώθηκε από τον καθηγητή ιστορίας Ι. Κολιόπουλο. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο όρος «νέος» ή «νεωτερικότητα» σχετίζεται αποκλειστικά με το δυτικοευρωπαϊκό modern και modernity, τα οποία περιγράφουν ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, με βάση τα χαρακτηριστικά του οποίου σημαίνονται. Απομονώνοντας τα τρία καθοριστικότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά, υποστηρίζεται ότι η διαμόρφωση μιας νεωτερικού τύπου εθνικής ιδεολογίας είναι το πρώτο χαρακτηριστικό που πρέπει να εμφανίζει μια κοινωνία για να θεωρηθεί ότι εισέρχεται ή βρίσκεται σε εποχή νεωτερικότητας. Σήμερα είναι γνωστό ότι η εθνική ιδεολογία διαμορφώθηκε (ή εφευρέθηκε) στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Στον ελληνικό χώρο, κατά τον ίδιο μελετητή, μόλις γύρω στο 1800 αρχίζει να αποκτά τα δυτικά χαρακτηριστικά και να αρχίζει να διαχέεται σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η ανάδυση μιας μεσαίας τάξης, η οποία όντας πολιτικά και κοινωνικά συνειδητοποιημένη θα διεκδικεί πρωτεύοντα πολιτικό ρόλο στη διακυβέρνηση του κράτους. Αν υπήρξε ποτέ ένα τέτοιο φαινόμενο στον ελληνικό χώρο, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί αυτό να είναι προγενέστερο της πρώτης εικοσαετίας του 19ου αιώνα. Τέλος, η αμφισβήτηση της Εκκλησίας στην αποκλειστικότητα παροχής παιδείας και γενικότερα η εκκοσμικευμένη ιδεολογία αποτελεί ένα τρίτο χαρακτηριστικό. Αυτό είναι απτό στην ελληνική ιστορία μόνο κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα. Άλλες πρόσφατες ιστορικές συνθέσεις χρησιμοποιούν συμβατικά το έτος 1770 ως έναρξη της νεότερης εποχής, χωρίς να αφίστανται πολύ από την παραπάνω εκτεθείσα επιχειρηματολογία για την αιτιολόγηση του χρονικού ορίου τους.

Δύο πρόσφατα έργα, ένα ευρύτερο και ένα ειδικότερο, με αναστοχαστική διάθεση αμφότερα, προτείνουν δύο νέα χρονικά σημεία. Για τον καθηγητή ιστορίας Κ. Κωστή η αρχή της νεοελληνικής ιστορίας τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα με βασικό κριτήριο τις αλλαγές που παρατηρούνται στο οθωμανικό κράτος. Η ανάδυση τοπικών ή έστω μη κεντρικά ελεγχόμενων πολιτικών ελίτ αποτελεί τομή για την οθωμανική ιστορία, όπως και για την ελληνική, καθώς το αντίστοιχο ελληνικό παράδειγμα του οθωμανικού φαινομένου ήταν οι Φαναριώτες. Ο καθηγητής ιστορίας Π. Πιζάνιας προκρίνει την περί το 1400 εποχή με κριτήριο τη χρήση του όρου «Έλληνας». Την εποχή αυτή εντοπίζεται το πρώτο σαφώς διαμορφωμένο ιδεολογικό σύστημα συνειδητοποίησης της ταυτότητας του «Έλληνα» ως διακριτής αυτής του «Ρωμαίου» ή του «ορθόδοξου χριστιανού» και παρ’ όλο που αυτό το πείραμα δεν είχε ιστορική διάρκεια, έθεσε τις βάσεις για περαιτέρω εξελίξεις και οσμώσεις στον ελληνικό χώρο. Κοινό σημείο των δύο ιστορικών η απόρριψη ενός συγκεκριμένου γεγονότος ή χρονικού σημείου, ακόμη και συμβατικού, για την έναρξη της περιόδου.

Constantinople_Fener_1900
Η συνοικία του Φαναρίου περί το 1900

Οι τελευταίες απόψεις δείχνουν και το σημερινό στάδιο της συζήτησης περί της έναρξης της νεότερης εποχής στην ελληνική ιστορία. Αν η διάδοση του Διαφωτισμού, κατεξοχήν νεωτερικού κινήματος, στον ελληνικό χώρο αποτελεί μια περίοδο έναρξης της νεότερης ιστορίας, πώς θα χαρακτηριζόταν η πριν τον 18ο αιώνα περίοδος; Μ’ αυτό το ερώτημα εισαγόμαστε στο προσφιλές για τους ιστορικούς θέμα της περιοδολόγησης.

Περιοδολόγηση

Η περιοδολόγηση έχει τεχνικό χαρακτήρα για τους ιστορικούς, γιατί δεν σημαίνει ότι οι πληθυσμοί του παρελθόντος συνειδητοποιούσαν κατ’ ανάγκη την αλλαγή εποχής, στην οποία ζούσαν. Ωστόσο, είναι βασικό εργαλείο για τους ιστορικούς, γιατί τα κριτήρια που θέτουν κάθε φορά για να ορίσουν περιόδους, δείχνουν και την γενικότερη ερμηνευτική προσέγγισή τους στο αντικείμενο έρευνάς τους. Γι’ αυτό το λόγο η περιοδολόγηση κατέχει σημαντική μεθοδολογικά θέση στις ιστορικές ειδικεύσεις. Η υπό μελέτη ιστορική περίοδος έχει γνωρίσει δύο τουλάχιστον χωρισμούς σε υποπεριόδους από τους έλληνες ιστορικούς. Ο πρώτος ξεκινώντας από το 1453 θεωρεί το 1669 ως τομή για να διαιρεθεί η οθωμανική περίοδος σε δύο υποπεριόδους. Το κριτήριο για το χωρισμό είναι διπλό. Αφενός είναι πολιτικό, καθώς με την οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης το 1669 ολοκληρώνεται η πολιτική ενοποίηση του ελληνικού χώρου (Χρ. Πατρινέλης). Έτσι η πρώτη υποπερίοδος περιγράφει τον τρόπο που οι ελληνικοί πληθυσμοί εντάχθηκαν σταδιακά στο οθωμανικό κράτος, η δε δεύτερη τη διαβίωση και μετεξέλιξή τους μέσα σε αποκλειστικά οθωμανικό περιβάλλον. Το δεύτερο κριτήριο είναι πολιτισμικό. Με την άλωση της Κρήτης σταματά απότομα η λεγόμενη «κρητική αναγέννηση» που θεωρήθηκε η τελευταία πνευματική-πολιτιστική αναλαμπή του ελληνισμού σε ελεύθερο (δηλαδή μη οθωμανικό) περιβάλλον. Η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» και η «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» του Απ. Βακαλόπουλου ακολουθούν αυτό το χωρισμό.

Πιο πρόσφατα ο καθηγητής ιστορίας Ι. Χασιώτης πρότεινε έναν τριμερή χωρισμό, ο οποίος δεν λαμβάνει υπόψη κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός αλλά αιώνες, όπως είναι, εξάλλου, και η κυρίαρχη τάση στην ιστοριογραφία. Κατ’ αυτόν, οι τομές βρίσκονται α) στο πέρασμα από τον 16ο στον 17ο αιώνα και β) στις αρχές του 18ου. Καθώς δεν αναλύει τα κριτήρια που τον οδήγησαν σ’ αυτό το χωρισμό και εφόσον θεωρούμε ότι πρόκειται για μια πολύ εποικοδομητική πρόταση, θα κατατεθούν στη συνέχεια κάποιες σκέψεις για την επιλογή αυτών των χρονικών τομών. Στην πρώτη χρονική τομή συμβαίνουν καθοριστικές αλλαγές στο ευρύτερο οθωμανικό εποικοδόμημα λόγω μιας πρωτοφανούς και πολύπλευρης κρίσης (πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής). Οι αλλαγές αυτές επηρέασαν και τους ελληνικούς πληθυσμούς, κοινωνικά (εξαφάνιση μεγάλων βυζαντινών οικογενειών), πολιτικά (ανάδυση τοπικών μορφών οργάνωσης), οικονομικά (εμφάνιση νέων οικονομικά ισχυρών ομάδων, κυρίως εμπόρων) και πνευματικά (απομάκρυνση από ένα μεταβυζαντινό τρόπο σκέψης και δράσης σε τέχνη και γραμματεία). Οι αρχές του 18ου αιώνα θεωρούνται η περίοδος που οι ελληνικοί πληθυσμοί λαμβάνουν για πρώτη φορά πείρα των νεωτερικών ιδεών και εισέρχονται σε νεωτερική φάση. Οι αλλαγές που επισυμβαίνουν, βέβαια, δεν έχουν να κάνουν μόνο με το πνευματικό τομέα, αλλά και με τον πολιτικό (αναπροσανατολισμός ελληνικών πολιτικών ελπίδων προς τη Ρωσία) και τον κοινωνικο-οικονομικό (προοδευτικά οικονομική απογείωση των Ελλήνων εμπόρων). Κατά συνέπεια, η πύκνωση αλλαγών σε όλα τα επίπεδα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο αποτελεί επαρκή λόγο για να υποστηριχθεί η μετάβαση από μια ιστορική φάση σε μια άλλη. Η πρώτη υποπερίοδος (15ος-αρχές 17ου αι.) μπορεί να θεωρηθεί ως μια «μεταβυζαντινή» φάση κατ’ ευφημισμό και ελλείψει άλλου καταλληλότερου όρου, ή έστω, μια προέκταση της μεσαιωνικής ιστορίας με κριτήριο τη συνέχιση κάποιων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δομών των ελληνικών πληθυσμών, αν και κάτω από άλλη πολιτική κυριαρχία. Η δεύτερη υποπερίοδος (αρχές 17ου-αρχές 18ου αι.) μπορεί να θεωρηθεί ως «πρώιμη νεωτερική» (early modern). Ο όρος πλάστηκε για να περιγράψει τις αλλαγές που συμβαίνουν την ίδια ακριβώς περίοδο στη δυτική Ευρώπη. Μέσα από ένα ελληνοκεντρικό πρίσμα και λόγω των επαφών των ελληνικών πληθυσμών με τη Δύση, την ίδια περίοδο παρατηρούνται, αν και με πιο αργούς ρυθμούς, και στον ελληνικό χώρο σε όλα τα επίπεδα, από την οικονομία μέχρι την παιδεία, παρόμοιες εξελίξεις. Όλα τα φαινόμενα που πρωτοεμφανίζονται τον 17ο αιώνα, θα εξελιχθούν με μεγαλύτερη ένταση και έκταση στα τέλη του 18ου, ώστε κάποιος να μπορεί να θεωρήσει αυτά τα εκατό και πλέον χρόνια ως τη «μακρά σύλληψη και κυοφορία» του νεωτερικού στην ελληνική ιστορία.

«Ονομάτων επίσκεψις»

Ο χαρακτηρισμός των υποπεριόδων οδηγεί στο να αναφερθούν κάποια πράγματα για την ονοματολογία της περιόδου. Η ιστορική περίοδος που εκτείνεται από τον 15ο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα προσδιορίστηκε με διάφορα ονόματα από τους Έλληνες ιστορικούς. Η επιλογή κάθε ονόματος συχνά προϋποθέτει αντίστοιχη ιστοριογραφική προσέγγιση και ερμηνεία της περιόδου. Έτσι, ο περισσότερο διαδεδομένος όρος «Τουρκοκρατία», πλάστηκε για να υποδηλώσει την αρνητική εικόνα των ελληνικών πληθυσμών και των ιστορικών γι’ αυτή την περίοδο, με αιχμή την καταπίεση που οι Έλληνες βίωναν υπό τους Οθωμανούς. Ο σχετικά πρόσφατος όρος «Οθωμανοκρατία» χωρίς να παραλλάσσει κατ’ ανάγκη την ιστοριογραφική προσέγγιση, χρησιμοποιεί τον επιστημονικά ορθό όρο για τους πολιτικούς κυριάρχους των Ελλήνων. Η «μεταβυζαντινή» περίοδος χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα κυρίως από βυζαντινολόγους, οι οποίοι κλήθηκαν για διάφορους λόγους να ασχοληθούν και με τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Γι’ αυτούς η περίοδος θεωρήθηκε μέσα από το πρίσμα του Βυζαντίου και ενδιαφέρθηκαν να βρουν σ’ αυτήν επιβιώσεις του βυζαντινού πολιτισμού, διαμορφώνοντας και σχετική ιστορική ερμηνεία. Σήμερα ο όρος κατ’ εξοχήν χρησιμοποιείται για την τέχνη και το δίκαιο, ενώ δεν τυχαίνει αποδοχής σε άλλους ιστορικούς τομείς. Λιγότερο ιδεολογικά χρωματισμένος είναι ο όρος «οθωμανική κυριαρχία». Ακριβολογεί όσον αφορά τον όρο για τον πολιτικό κυρίαρχο και, χωρίς να παραγνωρίζει ή να απορρίπτει το ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο, υπονοεί μια προσέγγιση από την πλευρά των Ελλήνων, οι οποίοι έβλεπαν τους Οθωμανούς ως πολιτικούς κυριάρχους τους. Τέλος, η ανάπτυξη των οθωμανικών σπουδών στην Ελλάδα και η ένταξη της ελληνικής ιστορίας στην ευρύτερη οθωμανική, σε συνδυασμό με την άμεση όσμωση των Ελλήνων επιστημόνων με τη διεθνή κοινότητα, οδήγησε στο να χρησιμοποιηθεί με αυξανόμενο ρυθμό ο όρος «οθωμανική περίοδος» για να περιγράψει αυτή την εποχή. Ο όρος χαρακτηρίζεται από ουδετερότητα, ισορροπημένη προσέγγιση και προσπάθεια να ιδωθεί η ελληνική ιστορία μέσα σε ευρύτερα ιστοριογραφικά πλαίσια.

Ο χώρος

Η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος εμφανίζει ιδιαιτερότητες ως προς το αντικείμενο και το γεωγραφικό χώρο μελέτης. Σε αντίθεση με την ιστορία του ελληνικού κράτους ή και τη βυζαντινή ιστορία, κατά την οθωμανική περίοδο δεν είναι αυτονόητος ο γεωγραφικός χώρος, στον οποίο θα εκτείνεται η ιστορική μελέτη της περιόδου. Ο λόγος είναι ότι η ελληνική ιστορία της περιόδου δεν μελετά μια συγκεκριμένη κρατική οντότητα με σαφώς προσδιορισμένα σύνορα. Αντίθετα με την ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα, οι ελληνικοί πληθυσμοί εντάσσονταν σε μια προνεωτερική αυτοκρατορία ή σε μικρά κρατίδια, χωρίς εθνο-πολιτισμική πληθυσμιακή συνοχή. Η αναζήτηση του ελληνικού χώρου της οθωμανικής περιόδου αποτελεί και σήμερα ερευνητικό ζητούμενο. Η δυσκολία αποτύπωσής του σε χάρτη ξεκινά ήδη από τη μελετώμενη περίοδο, όταν Έλληνες ή ξένοι γεωγράφοι ή λόγιοι προσπάθησαν να αποτυπώσουν τον γεωγραφικό χώρο των Ελλήνων με διαφορετικά κριτήρια και φτάνοντας σε διαφορετικά χαρτογραφικά αποτελέσματα. Καθώς η κρατική (δηλαδή οθωμανική) διοικητική διαίρεση ήταν διαφορετική από τις ιστορικές εμπειρίες των Ελλήνων, η χαρτογράφηση ενός ελληνικού χώρου θα έπρεπε να ανακαλέσει αρχαιοελληνικές ή μεσαιωνικές ονομασίες για να προσδιορίσει τις ελληνικές περιοχές. Αυτές οι ονομασίες, ακόμη κι όταν χρησιμοποιούνταν από τους συγχρόνους τους εκείνη την εποχή (π.χ. Ήπειρος, Μακεδονία) δεν είχαν έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό προσδιορισμό, ειδικά στον ηπειρωτικό χώρο. Άρα, όλοι οι χάρτες και οι γεωγράφοι από τον Νικόλαο Σοφιανό τον 16ο αιώνα μέχρι τον Ρήγα Φεραίο αποτύπωναν έναν λίγο ως πολύ φανταστικό γεωγραφικό χώρο των Ελλήνων.

Ο όρος «Ελλάδα» ή «ελλαδικός χώρος» είναι οι πλέον αδόκιμοι και ακατάλληλοι προς χρήση για τον γεωγραφικό προσδιορισμό. Ο όρος αυτός, όταν χρησιμοποιούταν από τους ανθρώπους της εποχής, δεν είχε το γεωγραφικό περιεχόμενο που έχει σήμερα. Εξάλλου, η χρήση του σε γεωγραφικά κείμενα ή χάρτες μάλλον υποδήλωνε το αρχαίο τμήμα της Ελλάδας που δεν περιλάμβανε εκτεταμένες περιοχές που ζούσαν Έλληνες, όπως η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος και η Θεσσαλία. Περισσότερο αποδεκτός είναι ο όρος «ελληνική χερσόνησος», αν και είναι αρκετά περιοριστικός, δεδομένου ότι αφήνει εκτός μελέτης περιοχές όπως ο Πόντος, η Κύπρος και η Κωνσταντινούπολη, όπου διαβιούσε σημαντικότατο τμήμα ελληνικών πληθυσμών. Ο «ελληνικός χώρος» είναι καλύτερα προσαρμοσμένος στις πραγματικότητες της περιόδου. Η σκόπιμη αοριστία του δίνει την ευκαιρία στους μελετητές να προσδιορίσουν με κάποια γεωγραφική ευρύτητα την έκταση που ενδιαφέρει τον ιστορικό της περιόδου, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τα σημερινά κρατικά σύνορα, ούτε τις γεωγραφικές αναγκαιότητες. Η μεγάλη διασπορά των Ελλήνων, τουλάχιστον κατά την εξεταζόμενη περίοδο, αναγκάζει τον ιστορικό να ασχοληθεί με περιοχές αρκετά απομακρυσμένες από τα σημερινά ελληνικά κρατικά σύνορα. Με τον «ελληνικό χώρο» εισάγεται και το πολιτισμικό κριτήριο στην επιλογή του χώρου μελέτης του Ελληνισμού της οθωμανικής περιόδου. Αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι η μελέτη του Ελληνισμού δεν υπακούει σε αμιγώς γεωγραφικά κριτήρια, καθώς δεν είναι δυνατό να διαγραφεί μια γραμμή πάνω στο χάρτη, μέχρι την οποία θα περιορίζεται η μελέτη των ελληνικών πληθυσμών. Παρ’ όλο που όσο απομακρυνόμαστε από την ελληνική χερσόνησο η πυκνότητα των ελληνικών πληθυσμών μειώνεται, ωστόσο δεν έπαυαν αυτοί οι πληθυσμοί να έπαιζαν κατά καιρούς καθοριστικό ρόλο στην ελληνική ιστορία της περιόδου.

Κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του χώρου των Ελλήνων αποτελεί η Διασπορά. Ο παροικιακός Ελληνισμός, όπως ονομάζεται, δεν ήταν συγκροτημένος σε συγκεκριμένους θύλακες κατά τη διάρκεια των σχεδόν τεσσάρων αιώνων της περιόδου. Ουσιαστικά πρόκειται για αυξομειούμενες κουκίδες πάνω στο χάρτη. Το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό τους για την παρούσα ανάλυση είναι ότι το ποσοτικό και ποιοτικό μέγεθός τους ήταν συχνά αντιστρόφως ανάλογα μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, ενώ καμιά ουσιαστικά ελληνική παροικία της Διασποράς δεν είχε φτάσει σε μεγάλα πληθυσμιακά μεγέθη (με μια σχετική εξαίρεση τη Βενετία του 16ου και του 17ου αι.), ο ρόλος τους στην ελληνική ιστορία ήταν σημαντικός σε όλους τους τομείς (πολιτική, ιδεολογία, οικονομία, πολιτισμός). Αυτός ο διάσπαρτος γεωγραφικά Ελληνισμός, οδήγησε αρκετούς ιστορικούς να προκρίνουν τη χρήση του όρου «ελληνικός κόσμος». Πρόκειται για έναν μη γεωγραφικό όρο, ο οποίος προσδιορίζει πολιτισμικά και μόνο τον Ελληνισμό της οθωμανικής περιόδου. Έχει το πλεονέκτημα έναντι των άλλων ότι δεν υπόκειται σε κανενός είδους χαρτογραφική αναγκαιότητα, ενώ αντίθετα εστιάζει σε ιστορίες πληθυσμών και όχι τόπων. Γι’ αυτό το λόγο και εφόσον οι ελληνικοί πληθυσμοί δεν συγκροτούσαν κρατική οντότητα, ο όρος είναι ο πιο δόκιμος. Εναλλακτικά ο «ελληνικός χώρος» χρησιμοποιείται εξίσου, θεωρώντας την έννοια του «χώρου» με πολιτισμικά και όχι με αμιγώς χαρτογραφικά κριτήρια. Κατά συνέπεια, η «ευρύχωρος Ελλάς» της οθωμανικής περιόδου δεν μπορεί εύκολα να προσδιοριστεί. Το πολιτισμικό κριτήριο είναι το κυρίαρχο.

Οι άνθρωποι

Όσο δύσκολο είναι να διαγραφεί ο γεωγραφικός χώρος μελέτης της ελληνικής ιστορίας της οθωμανικής περιόδου, άλλο τόσο είναι και οι άνθρωποι. Στην υποθετική ερώτηση «ποιους μελετά η ελληνική ιστορία της οθωμανικής περιόδου;» ή «ποιο το πολιτισμικό κριτήριο για να προσδιοριστούν οι Έλληνες;» η απλουστευτική απάντηση θα ήταν «όσοι κατοικούσαν μέσα σ’ αυτόν τον «ελληνικό χώρο», ή όσοι συγκροτούσαν τον «ελληνικό κόσμο». Η απάντηση, όσο απλουστευτική φαίνεται, άλλο τόσο ουσιαστική είναι, όπως θα δείξει η παρακάτω ανάλυση.

Η μελέτη της ταυτότητας των πληθυσμών της περιόδου αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι για τον ιστορικό, το οποίο πρόσφατα έχει εγείρει το ενδιαφέρον ακόμη και μη ειδικών επιστημόνων της περιόδου. Η συζήτηση για το «έθνος» και τις «ταυτότητες», συζήτηση που υπερβαίνει την ιστορική επιστήμη και εκτείνεται και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, πολιτική φιλοσοφία, τέχνη κτλ.) βρήκε πρόσφορο έδαφος για άντληση παραδειγμάτων από την οθωμανική περίοδο. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η περίοδος προσφέρεται για μια σχεδόν ατέρμονη συζήτηση περί ταυτοτήτων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, πυρήνα της οποίας αποτελούσε εξαρχής ο χώρος που διαβιούσε η συντριπτική πλειονότητα των χριστιανικών πληθυσμών. Η ευρεία επικράτεια σε συνδυασμό με την πολιτική της κεντρικής εξουσίας βοηθούσε στη συνεχή μετακίνηση και ανάμιξη διαφορετικών εθνο-πολιτισμικά πληθυσμών. Η συνύπαρξη αυτών των πληθυσμών παρά οι αμιγείς εθνο-πολιτισμικές ζώνες έτεινε να γίνει ο κανόνας. Η σταδιακή επέκταση αυτού του οθωμανικού κράτους εις βάρος άλλων κρατών, οδήγησε στην ενσωμάτωση στο κράτος ουσιαστικά ίδιων εθνο-πολιτισμικά πληθυσμών σε διαφορετική χρονική στιγμή και με διαφορετική προγενέστερη ιστορική εμπειρία. Αυτό συνέβη κατ’ εξοχήν με τους ελληνικούς πληθυσμούς. Η κατ’ αρχήν και κατά βάση θρησκευτική διαφοροποίηση του κράτους έναντι των υπηκόων του δυσχέρανε τη διαδικασία διαμόρφωσης ταυτοτήτων στους πληθυσμούς. Ο μη σαφής προσδιορισμός του περιεχομένου «έθνος» στις ελληνικές ή δυτικές πηγές της εποχής συσκοτίζει περισσότερο την έρευνα. Εξάλλου, σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι το «έθνος», όπως νοείται σήμερα, είναι μια διανοητική κατασκευή της εποχής του Διαφωτισμού, η οποία δεν μπορεί με το σημερινό περιεχόμενο να εφαρμοστεί άκριτα για παλαιότερες ιστορικές περιόδους.

Ο ιστορικός, όπως σε όλα τα θέματα που τον απασχολούν, ξεκινά από τις ίδιες τις πηγές, προκειμένου να αναλύσει και να ερμηνεύσει φαινόμενα. Οι πηγές της εποχής διακρίνονται για την μη συστηματικότητά τους, όσον αφορά τη χρήση «ταυτοτικών» όρων. Για να αυτοπροσδιοριστούν οι ελληνικοί πληθυσμοί χρησιμοποιούσαν γενικά τρεις όρους. Οι τρεις όροι είχαν διαφορετική καταγωγή, διαφορετική γεωγραφική διασπορά και διαφορετική συχνότητα χρήσης μέσα στο χρόνο.

Ο όρος «ρωμιός» ήταν ο πιο συνηθισμένος αυτοπροσδιοριστικός όρος. Επρόκειτο για παραφθορά του «ρωμαίος», του όρου που χρησιμοποιούταν αποκλειστικά σε όλη τη βυζαντινή περίοδο για να προσδιορίσει τον πολίτη της αυτοκρατορίας. Ο μεσαιωνικός όρος παρέπεμπε σε πολιτική ταυτότητα, αλλά μέσα στο νέο πολιτικό πλαίσιο (δηλαδή το οθωμανικό) το περιεχόμενό του άλλαξε. Ο όρος κατά την οθωμανική περίοδο χρησιμοποιούταν συνεχώς από την Εκκλησία για να προσδιορίσει το ποίμνιό της. Η συνέχεια με το βυζαντινό παρελθόν – σύμφωνα με θρησκευτικούς, πολιτισμικούς και γενικότερα ιδεολογικοπολιτικούς όρους – που επιδίωκε η Εκκλησία μέσω της χρήσης του όρου είναι εμφανής. Αντίστοιχα, όσοι τον χρησιμοποιούσαν πέραν της επίσημης Εκκλησίας – μιλώντας αδρομερώς – αισθάνονταν ότι εντάσσονταν μέσα σε μια ορθόδοξη κοινωνία με θρησκευτική κεφαλή τον πατριάρχη και πολιτική τον σουλτάνο. Από εκεί απέρρεαν και διάφορες πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές αυτών των πληθυσμών κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου. Στην εμπέδωση χρήσης ή και συνείδησης της ταυτότητας του «ρωμιού» βοηθητικό ρόλο έπαιξε, ακούσια, και το ίδιο το κράτος. Παρ’ όλο που όπως προαναφέρθηκε οι Οθωμανοί ενδιαφέρονταν πρώτιστα για τις θρησκευτικές διακρίσεις (μουσουλμάνος, χριστιανός, εβραίος, αρμένιος), ο όρος, με τον οποίο προσδιόριζαν τον οικουμενικό πατριάρχη, αλλά και το ποίμνιό του ήταν ο ίδιος με αυτόν που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για τον εαυτό τους, δηλαδή «rum». Το περιεχόμενο του όρου δεν μπορεί να εξισωθεί με το σημερινό «Έλληνας». Ασφαλώς το θρησκευτικό στοιχείο ήταν βασικό για την πρόσληψη του όρου. Αλλά πέραν της ιδιότητας του ορθόδοξου χριστιανού, στον όρο «ρωμιός» συνυπήρχαν οι ιδιότητες του ελληνόφωνου και του μετόχου της ελληνικής κουλτούρας. Το τελευταίο στοιχείο είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς αποτελείται από μια πλειάδα ηθών, εθίμων και αντιλήψεων, δύσκολα προσδιορίσιμων. Ασφαλώς δεν υπάρχει το στοιχείο της γεωγραφικής ή φυλετικής καταγωγής. Η χρήση του όρου φθίνει καθώς προχωρούμε στην Επανάσταση, οπότε, χωρίς να χάσει την απήχησή του δεν ήταν ο αυτονόητος όρος που χρησιμοποιούσαν οι ευρείες μάζες των ελληνικών πληθυσμών για να αυτοπροσδιοριστούν. Σήμερα, ο όρος από ιστορικούς ταυτίζεται με το «ελληνορθόδοξος», με το οποίο μπορεί αρκετά ικανοποιητικά να αποδοθεί στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα η πολυσημία του ιστορικού όρου και να διαφοροποιηθεί από το μάλλον αρνητικό σημαινόμενο που αυτός έχει στην καθομιλουμένη.

Ο δεύτερος όρος είναι «γραικός». Η ετυμολογία του όρου ερμηνεύει και τη χρήση του κατά την οθωμανική περίοδο. Ως αντιδάνειο από το λατινικό graecus, διαχύθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες ως κύριο προσδιοριστικό των Ελλήνων. Συνεπώς, όπως θα περίμενε κανείς, ο όρος αυτοπροσδιοριστικά χρησιμοποιήθηκε κατ’ αρχήν από πληθυσμούς που είχαν κάποιου είδους επαφή με τη Δύση. Εξαρχής —αλλά και στη συνέχεια— οι Έλληνες της Διασποράς, αλλά και οι ελληνικοί πληθυσμοί που πέρασαν μεγάλο μέρος της ιστορικής εμπειρίας τους υπό δυτική πολιτική κυριαρχία (π.χ. Βενετία, φραγκικά κρατίδια κλπ.) χρησιμοποίησαν τον όρο για να προσδιορίσουν εαυτούς. Η χρήση του αυξήθηκε με την πάροδο των αιώνων και εντάθηκε την εποχή του Διαφωτισμού, αφενός λόγω της όλο και μεγαλύτερης εξοικείωσης των ελληνικών πληθυσμών με τη Δύση και αφετέρου λόγω της ιδεολογικής διαφοροποίησης με το «ρωμιός» που θεωρήθηκε παραδοσιακό στοιχείο και απομεινάρι του παρελθόντος, στενά συνδεδεμένο με τα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Όπως προαναφέρθηκε, ως βασικό ετεροπροσδιοριστικό για τους ελληνικούς πληθυσμούς από τους Ευρωπαίους, ο όρος γνώρισε μεγάλη διάδοση. Ωστόσο, όπως σημειώνουν οι ιστορικοί της Διασποράς, ούτε αυτός ο όρος μπορεί να εξισωθεί με το σημερινό περιεχόμενο του όρου «Έλληνας», γιατί ειδικά σε δυτικές πηγές δεν προσδιορίζει μόνο αυτούς που θα ονομάζαμε σήμερα «εθνικά Έλληνες», αλλά και άλλους ορθόδοξους Οθωμανούς υπηκόους που ζούσαν στη Διασπορά. Η αύξηση στη συχνότητα χρήσης του στις πηγές συμβάδιζε με την ταυτόχρονη μείωση του όρου «ρωμιός», υποδηλώνοντας μια υφέρπουσα ιδεολογική επιλογή στη χρήση των δύο όρων.

Ο όρος «Έλληνας» δεν ήταν καθόλου άγνωστος στις πηγές της εποχής, αν και όχι εύχρηστος. Ο όρος εν πολλοίς κουβαλούσε στην οθωμανική περίοδο το αρνητικό σημαινόμενο της βυζαντινής. Η σημασία του «ειδωλολάτρη», που την συναντούμε στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, δίνει τη θέση της σε αυτήν του «ήρωα», ενός πολύ δυνατού ανθρώπου που ζούσε στο απώτατο παρελθόν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Η μετάβαση σε ένα εθνικό περιεχόμενο θα προέλθει με την επίδραση του Διαφωτισμού και μέσω των λογίων. Λόγω της ύπαρξης του περισσότερο διαδεδομένου όρου «γραικός», ο όρος «Έλληνας» που μοιραζόταν το ίδιο περιεχόμενο με τον προηγούμενο όρο, θα αργήσει να επιβληθεί στη συνείδηση των ελληνικών πληθυσμών ως αποκλειστικού αυτοπροσδιοριστικού όρου. Η ανάδειξη της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς την εποχή του Διαφωτισμού και μέσω αυτής η άμεση διασύνδεση καταγωγής των ελληνικών πληθυσμών του 1800 με τους αρχαίους Έλληνες βοήθησε στην εμπέδωση και διάδοση του όρου. Αυτή η εικόνα, βέβαια, αφορά ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Όπως και ο όρος «γραικός», έτσι και ο «Έλληνας» χρησιμοποιούταν αρκετά νωρίς σε κύκλους λογίων, στη Διασπορά ή μη, ενώ, όπως θα μας θυμίσουν οι Σβορώνος, Βακαλόπουλος και Πιζάνιας, το «Έλληνας» με εθνοτική σημασία εμφανίζεται σε κύκλους βυζαντινών λογίων τον 13ο και πάλι τον 15ο αιώνα, χωρίς πάντως να έχει χρονική διάρκεια, ούτε διάδοση.

Πέραν των τριών βασικών όρων για να προσδιορίσουν μια εθνοτική ταυτότητα, οι ελληνικοί πληθυσμοί αυτο- ή ετεροπροσδιορίζονταν με βάση κι άλλα κριτήρια. Το σημαντικότερο ήταν η γεωγραφική καταγωγή. Η πολιτική πολυδιάσπαση του ελληνικού χώρου ήδη από τη μεσαιωνική εποχή οδήγησε στο να διαμορφωθούν διακριτές και αναγνωρίσιμες γεωγραφικές ταυτότητες, οι οποίες κατά καιρούς και ανάλογα με τα περιβάλλοντα που βρισκόταν κάποιος, αναβιβάζονταν σε εθνοτική ή λειτουργούσαν ταυτόχρονα με αυτήν. Για παράδειγμα οι λέξεις «Μωραΐτης», «Μακεδόνας», «Ηπειρώτης» δεν ήταν απλά δηλωτικές του τόπου καταγωγής του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά το διαφοροποιούσαν από άλλα, τα οποία μπορεί να είχαν κοινή θρησκεία και γλώσσα. Αυτή η τοπικότητα προσδιόρισε στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου και την πολιτική ταυτότητα και τα πολιτικά οράματα των ελληνικών πληθυσμών. Για παράδειγμα, ήταν αυτή η τοπικότητα που έπρεπε να υπερβούν οι πληθυσμοί, προκειμένου να δημιουργηθεί μια κοινή πολιτική εθνική ταυτότητα που θα οδηγούσε σε γενικευμένη επανάσταση. Η γεωγραφική ταυτότητα συνόδευε τον άνθρωπο και στη Διασπορά και καθόριζε εκεί ακόμη και τις οικονομικές επιλογές του.

Η χρήση συλλογικών προσδιοριστικών για τους Έλληνες σε πηγές τις εποχής συσκοτίζει επίσης την έρευνα. Το «γένος» είναι ο βασικός όρος της εκκλησιαστικής ορολογίας για να προσδιορίσει το ποίμνιο της Εκκλησίας. Συνήθως προηγούταν ο επιθετικός προσδιορισμός «ρωμαϊκόν» σε αντιδιαστολή με άλλα «γένη». Το συλλογικό προσδιοριστικό ταυτίζεται από τους ιστορικούς με τη σημερινή έννοια του «έθνους», αν και κάτι τέτοιο δε φαίνεται να είναι απόλυτα ακριβές. Η χρήση του «γένους» εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου και νοηματοδοτείται από το προσδιοριστικό. Όσο, δηλαδή, δύσκολο είναι να προσδιοριστεί ο όρος «ρωμιός», άλλο τόσο δύσκολο είναι να προσδιοριστεί και ο όρος «γένος». Το «γένος» δεν αφορά μόνο μια κοινότητα καταγωγής, γλώσσας ή θρησκείας, αλλά εμπεριέχει τόσο το στοιχείο της πολιτικής κοινότητας, όσο και (κυρίως) της πολιτισμικής. Η χρήση του όρου παρατηρείται στα ίδια διανοητικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, στα οποία απαντάται και ο όρος «ρωμιός». Περισσότερο ασαφής είναι η κατάσταση με τη χρήση του όρου «έθνος». Ο όρος αυτός δεν ήταν ξένος στις πηγές της εποχής. Ενδεχομένως η επίδραση από το ιταλικό «nazione» να ερμηνεύει την παρουσία του όρου. Πάντως, αμφότεροι οι όροι «έθνος» και «γένος» ήταν εύχρηστοι κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, η ταύτισή του με τη νεωτερική έννοια του «έθνους» είναι παρακινδυνευμένη. Κι εδώ, όπως και στο «γένος», ο όρος μπορεί να κατανοηθεί ως σύνθεση στοιχείων καταγωγής, πολιτικής ένταξης, πολιτισμικής ενότητας και γλώσσας. Η επιλογή του σε σχέση με το «γένος» μπορεί να γίνεται είτε για να διαφοροποιηθεί το «ρωμαϊκό» από τα άλλα ορθόδοξα «έθνη» («βουλγαρικόν», «σερβικόν», «αλβανικόν», «βλαχικόν»), είτε για να υποδηλωθεί, έστω και ακούσια κάποιες φορές, η οικειότητα του χρήστη με τη δυτική πολιτισμική παράδοση (π.χ. «γραικικόν έθνος», αλλά σπάνια «γραικικόν γένος»).

Ένα επιπλέον πρόβλημα προσδιορισμού των Ελληνικών πληθυσμών είναι η ύπαρξη συνοίκων λαών, οι οποίοι μοιράζονταν με τους πρώτους την ίδια θρησκεία (ορθόδοξοι χριστιανοί), την ίδια πολιτική ένταξη (Οθωμανοί υπήκοοι) και κάποιες φορές την ίδια γεωγραφική καταγωγή. Πρόκειται για τους σλαβικούς, αλβανικούς και βλαχικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διαβιούσαν μέσα σε μεγάλη ή μικρότερη χρονική διάρκεια και σε συμπαγείς θύλακες ή αραιότερες ζώνες στον ελληνικό χώρο (ελληνική χερσόνησο και Διασπορά). Το θέμα της διαφοροποίησης μεταξύ αυτών των πληθυσμών και των ελληνικών απασχόλησε τους Έλληνες λογίους της περιόδου, ιδιαίτερα κατά το Διαφωτισμό. Είχαν προταθεί διάφορα κριτήρια για τη διάκριση από αυτούς, τα οποία συνέκλιναν στην προτεραιότητα της γλώσσας ως βασικού στοιχείου. Το ενδιαφέρον είναι ότι η διάκριση μεταξύ των εθνοτικών ομάδων των ορθόδοξων Οθωμανών υπηκόων υπήρχε και στο κράτος, για το οποίο οι όροι «Βούλγαρος», «Βλάχος», «Αλβανός» δεν ήταν καθόλου ξένοι, αλλά με ασαφές εθνοτικά περιεχόμενο.

Ακολουθώντας τη μεθοδολογία των διαφωτιστών λογίων και των μεταγενέστερων και θέλοντας να επιλέξουμε κάποιο κριτήριο που είναι κυρίαρχο για τη διάκριση των ελληνικών πληθυσμών της οθωμανικής περιόδου από άλλους σύνοικους, θα απομονώναμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, την καταγωγή και την κουλτούρα. Το κάθε ένα από αυτά προσκόπτει σε επιμέρους εμπόδια και δεν μπορεί να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα για το χαρακτηρισμό των Ελληνικών πληθυσμών.

Η γλώσσα αποτελούσε κατά τους λόγιους του Διαφωτισμού το βασικό κριτήριο. Είναι γνωστό ότι η διγλωσσία και πολυγλωσσία ήταν ενδημικό φαινόμενο του οθωμανικού χώρου καθ’ όλη την περίοδο. Προφανώς, αν επιλέξουμε τη γλώσσα ως κριτήριο αναφερόμαστε στη γραφόμενη γλώσσα από τους πληθυσμούς και στην πρώτη και βασική ομιλούμενη μεταξύ άλλων. Αλλιώς πώς θα ενταχθεί στους ελληνικούς πληθυσμούς ο μάλλον Βλαχικής καταγωγής και κύριος εκπρόσωπος του Ελληνικού διαφωτισμού, Ιώσηπος Μοισιόδακας. Ωστόσο, οι τουρκόφωνοι πληθυσμοί της Καππαδοκίας και αλλού στη Μικρά Ασία θα πρέπει να μείνουν εκτός μελέτης. Κατά συνέπεια, η γλώσσα μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο δείκτη για τη διάκριση των ελληνικών πληθυσμών, αλλά όχι από μόνη της.

Η θρησκεία δεν μπορεί επίσης να αποτελέσει αποκλειστικό κριτήριο για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί ορθόδοξοι χριστιανοί ήταν σχεδόν όλοι οι χριστιανικοί πληθυσμοί των Βαλκανίων. Η εκκλησιαστική υπαγωγή επίσης δεν διαφώτιζε ως προς τον εθνοτικό διαχωρισμό. Εφόσον οι εθνικές Εκκλησίες είναι φαινόμενο του 19ου αιώνα, οι πέραν του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης εκκλησιαστικοί πόλοι δεν είχαν εθνικά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδας (σημ. ΠΓΔΜ), η οποία, αν και αποτελούσε διάδοχη εκκλησιαστική αρχή του μεσαιωνικού βουλγαρικού πατριαρχείου, κατά την οθωμανική περίοδο περιλάμβανε στη δικαιοδοσία της περιοχές με συμπαγείς ή αποκλειστικά ελληνικούς πληθυσμούς στη δυτική Μακεδονία, χωρίς να ξεχνάμε ότι την ηγεσία της καταλάμβαναν σε σημαντικό βαθμό Έλληνες ιεράρχες. Από την άλλη, το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως περιλάμβανε στις επαρχίες του τα βόρεια ανατολικά Βαλκάνια με συμπαγείς βουλγαρικούς πληθυσμούς. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι με κριτήριο τη θρησκεία αποκλείονταν οι ευάριθμοι Έλληνες καθολικοί των νησιών του Αιγαίου. Όσον αφορά τους εξισλαμισμένους – και προσπερνώντας το ερώτημα κατά πόσο γνωρίζουμε ποιος ή ποιοι εξισλαμίστηκαν – θα πρέπει να σημειωθεί το εξής. Καθώς η θρησκεία καθόριζε την καθημερινότητα των ανθρώπων της εποχής και το ίδιο το κράτος την χρησιμοποιούσε για να διακρίνει τους υπηκόους του, ένας εξισλαμισμένος αποκόπτονταν από τους ομοεθνείς του, ακόμη κι αν συνέχισε να ζει στον ίδιο τόπο. Δυσκολότερη είναι η διάκριση σε πληθυσμούς, οι οποίοι λόγω του ότι εξισλαμίστηκαν μαζικά, διατήρησαν τη γλώσσα τους και παρέμειναν στον ίδιο τόπο (π.χ. Τουρκοκρητικοί). Παρ’ όλο, όμως, που πέραν της γλώσσας διατηρούσαν κοινή γεωγραφική κουλτούρα με τους Χριστιανούς, η διαφορετική θρησκεία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτική συμπεριφορά τους και κατά τούτο διαχώρισε προοδευτικά αυτούς τους πληθυσμούς από τους χριστιανούς συντοπίτες τους.

Όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο για τις γεωγραφικές ταυτότητες, η καταγωγή δεν μπορεί να αποτελέσει αποκλειστικό κριτήριο για μια τέτοια διάκριση. Η μείξη πληθυσμών και οι συχνότατες μετακινήσεις και μεταναστεύσεις είχαν ως αποτέλεσμα να είναι δύσκολο σήμερα να διακριβωθεί η καταγωγή ως αποκλειστικό κριτήριο. Για παράδειγμα, τη μακεδονική ή ηπειρωτική ταυτότητα μοιράζονταν πέραν των Ελλήνων κι άλλοι πληθυσμοί που διαβιούσαν στον ίδιο χώρο, ενώ ένας μουσουλμάνος Μοραΐτης είχε περισσότερα κοινά με έναν χριστιανό Μοραΐτη, παρά με έναν Αλβανό ή γενικά μη Μοραΐτη μουσουλμάνο.

Η κουλτούρα παρουσιάζει το εξής παράδοξο. Ενώ δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακριβή στοιχεία και διαθέτει έναν αόριστο και ασαφή χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κριτήριο διάκρισης πληθυσμών. Χαρακτηριστική βοήθεια πάνω σ’ αυτό λαμβάνουμε από τις παρατηρήσεις ξένων περιηγητών, οι οποίοι είχαν επισκεφτεί τον ελληνικό χώρο. Σε περιοχές ή και χωριά με μικτό πληθυσμό, συχνά αυτοί οι προσεκτικοί παρατηρητές της καθημερινότητας καταλάβαιναν τους ελληνικούς πληθυσμούς μέσα από απλά καθημερινά πράγματα, όπως ενδυμασία, φαγητά, κατοικία, συμπεριφορά και έθιμα και τους διαφοροποιούσαν από άλλους, οι οποίοι μπορεί εναλλακτικά να μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ή να είχαν την ίδια θρησκεία και προφανώς να διέμεναν στον ίδιο τόπο. Η δυσκολία για τον ερευνητή βρίσκεται στο πώς θα διαμορφώσει ένα σαφές σύνολο ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του παρελθόντος, τη στιγμή που, από την άλλη πλευρά, οι πολιτισμικές οσμώσεις ήταν παρούσες σε κάθε περιοχή του ελληνικού χώρου και εν μέρει συσκότιζαν την εθνοτική ταυτοποίηση ενός πολιτισμικού χαρακτηριστικού.

Ύστερα από τα παραπάνω, σήμερα δεν είναι δυνατό να προσεγγιστεί το πρόβλημα της ταυτότητας των ελληνικών πληθυσμών της οθωμανικής περιόδου με ουσιοκρατικούς όρους. Δεν μπορεί, δηλαδή, να τεκμηριωθεί η σταθερή και σαφώς περιχαρακωμένη ελληνική εθνική ταυτότητα για όλη την οθωμανική περίοδο, η οποία, μάλιστα, είλκε την καταγωγή της από την κλασική αρχαιότητα μέσω του βυζαντινού μεσαίωνα. Η σύγχρονη προσέγγιση για το ‘εθνικό φαινόμενο’ – που το θεωρεί ως νεωτερική κατασκευή και όχι ως την προαιώνια ουσία ενός λαού – οδηγεί σε νέα ερμηνεία του ταυτοτικού φαινομένου εν γένει. Επιπλέον, η ανθρωπολογική άποψη περί ύπαρξης πολλαπλών ταυτοτήτων σε προεθνικές κοινωνίες (κοινωνικών, θρησκευτικών, γεωγραφικών κτλ.) τοποθετεί σε νέες βάσεις τη μελέτη του ίδιου φαινομένου. Η διαμόρφωση ταυτοτήτων σε πληθυντικές κοινωνίες, όπως η οθωμανική, είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο εξελίσσεται δυναμικά μέσα στο χρόνο. Κρίσιμο πρόσκομμα για τη σφαιρικότερη διερεύνηση του θέματος αποτελεί η σχεδόν παντελής απουσία της φωνής της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών αναφορικά με τον αυτοπροσδιορισμό τους, ώστε οι όποιες εννοιολογικές σημάνσεις να προέρχονται είτε από το χώρο της ελληνικής διανόησης είτε από πρόσωπα που ανήκαν σε άλλους εθνοπολιτισμικούς χώρους (για παράδειγμα, δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης πρόσωπα ποικίλης εθνοτικής ή επαγγελματικής ένταξης, ή εκπρόσωποι του επίσημου οθωμανικού κράτους). Γενικά, φαίνεται ότι οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι σύνοικοι πληθυσμοί, ανέπτυξαν πολλαπλές ταυτότητες, οι οποίες προσαρμόζονταν ανάλογα με το μέρος που βρίσκονταν ή με τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν, λαμβανομένης υπόψη και της χρονικής στιγμής που αναφερόμαστε κάθε φορά. Παρ’ όλο που η εθνική ταυτότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δεν φαίνεται να γνώρισε διάδοση σε ευρέα κοινωνικά στρώματα πριν από τις αρχές του 19ο αιώνα, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν υπήρχε συνείδηση της διαφορετικότητας με εθνοτικούς όρους. Για παράδειγμα, στη συλλογική ταυτότητα του χριστιανού ορθόδοξου δεν υπήρχε ισοπεδωτική χροιά ή απουσία τονισμού εθνοτικών ιδιαιτεροτήτων τόσο από το θρησκευτικό φορέα (πατριαρχείο), όσο και από τον κοσμικό (οθωμανικό κράτος). Η διάκριση Αλβανών, Σλάβων, Ρωμιών και Βλάχων γινόταν από αμφότερες τις πλευρές και αντικατόπτριζε την καθημερινή εμπειρία, αλλά και την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που εκφεύγει από τους σημερινούς ιστορικούς είναι τα κριτήρια της διάκρισης, η γεωγραφική και κοινωνική οριοθέτηση των αντίστοιχων πληθυσμών και ο βαθμός που αυτή η διάκριση αποτέλεσε ενοποιητικό πολιτικά στοιχείο. Πρόσφατα έχει αμφισβητηθεί ο αποκλειστικός ρόλος κριτηρίων, όπως η θρησκεία ή η γλώσσα, στην οικοδόμηση μιας ενιαίας ταυτότητας του συνανήκειν για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Η καταγωγή τοποθετείται όχι στη βάση μιας φυλετικού χαρακτήρα νοηματοδότησης, αλλά στη βάση του τρόπου πρόσληψης ενός κοινού ιστορικού παρελθόντος. Παρ’ όλο που η κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση και υποδοχή μιας κοινής εθνικού περιεχομένου ταυτότητας στους ελληνικούς πληθυσμούς δεν μπορεί να επεκταθεί παλαιότερα των αρχών του 19ου αιώνα, είναι, καθώς φαίνεται, μακρύ ακόμη το ταξίδι που χρειάζεται να διανυθεί, προκειμένου να διατυπωθεί μια συνεκτική αφήγηση για τη διαδρομή και τις μεταμορφώσεις των ταυτοτήτων μέσα στην οθωμανική περίοδο κατά την πορεία διαμόρφωσης αυτής της εθνικής ταυτότητας.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορά

[https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/4721]

Φωτογραφίες: wikipedia

Screen Shot 2018-02-16 at 6.18.52 PMScreen Shot 2018-02-16 at 6.19.07 PMScreen Shot 2018-02-16 at 6.19.18 PM

Advertisements